ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3((δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.: 92/2021)
9 Μαρτίου, 2026
(Τ. Θ. OIKONOMOY, ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ/στες)
ΜΑΡΙΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ,
Εφεσείων,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ
EΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
― ― ― ― ―
Ν. Χατζηϊωάννου (κα) για Α.Κ. Χατζηϊωάννου ΔΕΠΕ, για τον Εφεσείοντα.
Μ. Κοτσώνη (κα), δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα, για την Εφεσίβλητη.
Στ. Σκορδής, για το ΕΜ1.
Καμιά εμφάνιση, για το ΕΜ3.
---------------
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Καρακάννα, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.: Η παρούσα υπόθεση αφορά την προαγωγή των τριών ενδιαφερομένων μερών (ΕΜ1, 2 και 3), αντί του εφεσείοντα, στη μόνιμη θέση Μετεωρολογικού Λειτουργού Α΄ στο Τμήμα Μετεωρολογίας, από τη 15.8.2018. Η σχετική απόφαση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (ΕΔΥ) προσεβλήθη από τον εφεσείοντα, η προσφυγή απορρίφθηκε, εξ ου και η παρούσα έφεση.
Τόσο ο εφεσείων όσο και τα Ενδιαφερόμενα Μέρη διέθεταν τ’ απαιτούμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης προσόντα για προαγωγή, αλλά και επιπρόσθετα προσόντα. Ο εφεσείων κατείχε, μεταξύ άλλων, δύο μεταπτυχιακούς και ένα διδακτορικό τίτλο. Διδακτορικό και δύο μεταπτυχιακούς τίτλους κατείχε και ο ΕΜ3 ενώ ο ΕΜ2 κατείχε ένα διδακτορικό τίτλο. Το ΕΜ1 κατείχε δύο μεταπτυχιακούς τίτλους.
Το ΕΜ1 προηγείτο σε αρχαιότητα, έναντι των υπολοίπων ενδιαφερομένων μερών και του εφεσείοντα, κατέχοντας την αμέσως προηγούμενη της προαγωγής θέση, από τη 1.8.2003. Οι υπόλοιποι, το ΕΜ2, το ΕΜ3 και ο εφεσείοντας κατείχαν όλοι την εν λόγω θέση από την ίδια ημερομηνία, ήτοι τη 15.11.2005. Τα ενδιαφερόμενα μέρη όμως ήταν, ηλικιακά, μεγαλύτεροι του εφεσείοντα και κατ’ επέκταση υπερείχαν αυτού ως προς την αρχαιότητα, οριακά, ως προβλέπεται από το άρθρο 49(2) και (7) του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου.
Όλοι οι εμπλεκομένοι ήτοι, τα ενδιαφερόμενα μέρη και ο εφεσείοντας, ήταν ίσοι σε βαθμολογημένη αξία, όλοι είχαν αξιολογηθεί με βάση τις εμπιστευτικές τους εκθέσεις ως «εξαίρετοι».
Σχετική με την αξία είναι και η σύσταση του Διευθυντή, η οποία και αποτελεί το επίκεντρο της υπόθεσης. Η σύσταση του Διευθυντή υιοθετήθηκε από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, στο εξής «Επιτροπή».
Προτού παραθέσουμε τη σύσταση του Διευθυντή, σημειώνουμε ότι μελέτη των ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων φανερώνει ότι ο εφεσείων αποσπάσθηκε στις 18.2.2016 στο Υπουργείο Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, μέχρι τις 11.1.2021 και ακολούθως, μέχρι τις 10.1.2024, στη Γενική Διεύθυνση Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων, Συντονισμού και Ανάπτυξης. Κατά το χρόνο υποβολής της σύστασης στην ΕΔΥ (28.12.2017) τελούσε υπό απόσπαση, για λιγότερο από δύο έτη (2 έτη και 5 μήνες μέχρι την προσβαλλόμενη απόφαση) και εν πάση περιπτώσει, όχι «πλησίον των τεσσάρων ετών», όπως εσφαλμένα καταγράφει ο Διευθυντής στη σύσταση του.
Σε σχέση με το ΕΜ1 (Σοφία Λουκά), στη σύσταση καταγράφονται περαιτέρω, τα πιο κάτω:
«Η Λουκά υπηρέτησε για σειρά ετών (11 περίπου χρόνια) ως Μετεωρολογικός Λειτουργός στο γραφείο πρόγνωσης καιρού στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Τώρα υπηρετεί στον Τομέα Κλιματολογίας του Τμήματος. Η Σοφία Λουκά υπερέχει σε αρχαιότητα έναντι όλων των συνυποψηφίων της, διαθέτει τα απαιτούμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης προσόντα για προαγωγή και επιπλέον προσόντα, όπως τίτλο Μεταπτυχιακών σπουδών στη Διαχείριση Ανθρώπινου Δυναμικού και Οργανωσιακή Συμπεριφορά και τίτλο Μεταπτυχιακών σπουδών στη Διοίκηση επιχειρήσεων από το Cyprus International Institute of Management (CIIM). Τις δεξιότητες που η Λουκά απέκτησε μέσω των επιπλέον μεταπτυχιακών της προσόντων τις χρησιμοποιεί ήδη στο Τμήμα προς όφελός του. Επίσης, διαθέτει την ίδια υπηρεσιακή αξία με τους συνυποψήφιούς της».
Στο πλαίσιο της σύγκρισης του ΕΜ2 (Παναγιώτη Γεωργίου) με τους υπόλοιπους υποψηφίους, η σύσταση αναφέρει τα ακόλουθα:
«Διαθέτει την ίδια υπηρεσιακή αξία με τους συνυποψήφιούς του Δημήτρη Χαραλάμπους και Μάριου Θεοφίλου. Έχει την ίδια αρχαιότητα με τους συνυποψήφιούς του Χαραλάμπους και Μάριου Θεοφίλου και υπερέχει σε αρχαιότητα κατά έξι περίπου έτη των συνυποψήφιών του … Ο Παναγιώτης Γεωργίου είναι ηλικιακά μεγαλύτερος του Μάριου Θεοφίλου κατά δέκα περίπου χρόνια. Αναφέρω ότι ο Παναγιώτης Γεωργίου υπηρετεί από την ημέρα της τοποθέτησής του, τον Σεπτέμβριο του 2007, μέχρι σήμερα στη μονάδα πρόγνωσης καιρού στο αεροδρόμιο Λάρνακας (11 περίπου χρόνια). Η στάθμιση της σύστασης μεταξύ των Παναγιώτη Γεωργίου και Μάριου Θεοφίλου είναι εξαιρετικά δύσκολη και για τον λόγο αυτό παραθέτω μερικά ακόμα σημεία:
α. Ο Θεοφίλου είναι σε απόσπαση στη Διοίκηση του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος τα τελευταία τέσσερα περίπου χρόνια, με αποτέλεσμα να μην έχω, ακριβή, ίδια άποψη για την αξία του.
β. Λόγω των προβλημάτων στελέχωσης της βάρδιας στη Μονάδα Πρόγνωσης καιρού του αεροδρομίου Λάρνακας και του κατά συνέπεια πολύ υψηλού κόστους λειτουργίας της (υπερωριακή απασχόληση και έκτακτη κλήση προσωπικού για κάλυψη αδειών ασθενείας), του έγινε προφορική και γραπτή βολιδοσκόπηση, πριν αποσπαστεί (6.a), για να γίνει εισήγηση από το Τμήμα για μετάθεσή του στη μονάδα πρόγνωσης καιρού στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Να σημειωθεί ότι, αν και δεν απαιτείται από τα Σχέδια Υπηρεσίας των θέσεων του Μετεωρολογικού Λειτουργού και Μετεωρολογικού Λειτουργού Α' ως προσόν η υπηρεσία στη Μονάδα Πρόγνωσης Καιρού στο αεροδρόμιο Λάρνακας, εν τούτοις αποτελούσε πρακτική ο κάθε νεοπροσλαμβανόμενος Μετεωρολογικός Λειτουργός να υπηρετεί στην εν λόγω μονάδα με το σύστημα βάρδιας και αν και εφόσον απαιτείτο αργότερα να μετατίθεται στα κεντρικά γραφεία για υπηρεσία σε ώρες γραφείου. Ο Θεοφίλου δεν αποδέχτηκε την εισήγηση του Τμήματος, αν και ήτο ο μόνος προσοντούχος, αφού είχε ήδη εκπληρώσει με επιτυχία τις υποχρεώσεις του έναντι της ειδικής εκπαίδευσης, που θα μπορούσε να βοηθήσει το Τμήμα στη δύσκολη περίσταση που βρισκόταν. Έκτοτε του έγιναν και άλλες προφορικές κρούσεις με επιμονή στην άρνηση.
γ. Ο Θεοφίλου είναι όπως και ο Γεωργίου κάτοχοι Διδακτορικού Διπλώματος, ενώ ο Θεοφίλου έχει δύο άλλους σχετικούς τίτλους μεταπτυχιακών σπουδών.»
Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, κατά τη συνεδρία της, ημερομηνίας 30.07.2018, εξέτασε τα στοιχεία από το φάκελο πλήρωσης της θέσης, από τους προσωπικούς φακέλους και τους φακέλους των ετήσιων υπηρεσιακών εκθέσεων των υποψηφίων και αφού έλαβε υπόψη, ως προαναφέραμε και τη σύσταση του Διευθυντή, αποφάσισε να προσφέρει προαγωγή στην επίδικη θέση στα τρία ενδιαφερόμενα μέρη.
Το Διοικητικό Δικαστήριο, στο εξής «Δικαστήριο», ενώπιον του οποίου τέθηκε η προσφυγή που καταχωρήθηκε από τον Αιτητή, εφεσείοντα στην παρούσα διαδικασία, έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείτο λόγος ακύρωσης της επίδικης απόφασης.
Ο εφεσείοντας αμφισβητεί την πιο πάνω κατάληξη με δέκα λόγους έφεσης.
Με το λόγο έφεσης 1 προσβάλλεται η κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με τη σύσταση του Διευθυντή και ειδικότερα η αναφορά του ότι ο εφεσείοντας αρνήθηκε να μετατεθεί στη Μονάδα Πρόγνωσης του Καιρού και επιπρόσθετα η δήλωση του ότι δεν είχε ιδίαν γνώση για την αξία του εφεσείοντα, εφόσον ο τελευταίος υπηρετούσε σε απόσπαση. Οι λόγοι έφεσης 2, 3, 4, 5 και 10 αφορούν τον τρόπο αξιολόγησης των υποψηφίων από το Διευθυντή και την Επιτροπή, με βάση τα τρία κριτήρια, αξία, προσόντα και αρχαιότητα και οι υπόλοιποι λόγοι την παράλειψη του Δικαστηρίου να εξετάσει ζητήματα που ηγέρθηκαν πρωτόδικα.
Ο εφεσείων εισηγείται, λόγος έφεσης 2, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι ο Διευθυντής δεν παραγνώρισε τα προσόντα του εφεσείοντα, αφού προέβη σε αναφορά σε αυτά και στη σχετικότητά τους. Ο Διευθυντής, σύμφωνα με την εισήγηση, καταχρηστικά προσέδωσε πλεονέκτημα στα μη απαιτούμενα προσόντα του Γεωργίου, ΕΜ2, χωρίς εξέταση της συνάρτησης τους με τα καθήκοντα της θέσης και χωρίς σύγκριση με τα απόλυτα συναφή και ψηλότερου επιπέδου προσόντα του εφεσείοντα.
Με το λόγο έφεσης 3 προβάλλεται η θέση ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι η αναφορά στην αρχαιότητα έγινε συγκριτικά στη σύσταση του Διευθυντή. Το Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει τον ισχυρισμό του εφεσείοντα ότι όσον αφορά το ΕΜ1, η αρχαιότητα ήταν το μόνο κριτήριο υπέρ του και ότι ο ίδιος υπερείχε έναντι του, ως προς τα πρόσθετα προσόντα.
Ο λόγος έφεσης 4 αφορά το ΕΜ3, η αιτιολογία του όμως αφορά το ΕΜ2 και την υπεροχή του εφεσείοντα έναντι του τελευταίου (ΕΜ2).
Με το λόγο έφεσης 5 προτείνεται ότι λανθασμένα αποφασίστηκε πρωτοδίκως ότι η ΕΔΥ συνεκτίμησε ορθά όλα τα δεδομένα, ενώ με το λόγο έφεσης 10 προβάλλεται η θέση ότι η Επιτροπή παρέλειψε να επιλέξει τους καλύτερους υποψηφίους.
Οι λόγοι έφεσης 6, 7, 8 και 9 αφορούν την παράλειψη του Δικαστηρίου να εξετάσει λόγους που ηγέρθηκαν στην Αίτηση.
Αρχίζοντας από τους τελευταίους λόγους έφεσης παρατηρούμε ότι κάποια θέματα ενώ ηγέρθηκαν πρωτόδικα δεν έτυχαν εξέτασης από το Δικαστήριο. Παραμένει κενό, ζήτημα που εγείρει ο εφεσείοντας με το λόγο έφεσης 8, το οποίο όφειλε το πρωτόδικο Δικαστήριο να καλύψει, εξετάζοντας τον ισχυρισμό κατά πόσο το διδακτορικό δίπλωμα του ΕΜ3 ήταν όντως πέραν των απαιτουμένων προσόντων ή ήταν το προσόν το οποίο θεωρήθηκε από όλους ως αυτό που τον νομιμοποιούσε ως υποψήφιο για αρχικό διορισμό. Δεδομένου ότι, παρά την κριθείσα εν γένει συνάφειά τους με τα καθήκοντα της θέσης, τόσο το πτυχίο του όσο και τα μεταπτυχιακά διπλώματα του ΕΜ3 ήταν στο Electrical Engineering, με μόνο το Διδακτορικό του να είναι στον τομέα της Φυσικής. Συνεπώς, παρέμεινε αναπάντητο το ερώτημα ως προς τη βαρύτητα που θα μπορούσε να αποδοθεί στα προσόντα του ΕΜ3, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι τόσο ο Διευθυντής όσο και οι εφεσίβλητοι θεώρησαν τον εφεσείοντα και το ΕΜ3 ίσους.
Ορθή είναι και η εισήγηση του εφεσείοντα ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει το ζήτημα που ήγειρε σε σχέση με το πλεονέκτημα που αποδόθηκε στο ΕΜ3, λόγοι έφεσης 6 και 7, λόγω επιπρόσθετων δεξιοτήτων. Καμιά αναφορά δεν γίνεται στην πρωτόδικη απόφαση για το θέμα αυτό.
Αναφορικά με το λόγο έφεσης 9, ότι η Επιτροπή υιοθέτησε τη σύσταση του Διευθυντή χωρίς άσκηση ιεραρχικού ελέγχου, τονίζεται ότι η Επιτροπή δεν τελεί σε ιεραρχική σχέση με το Διευθυντή ώστε να προβεί σε ανάλογο έλεγχο επί της σύστασης. Ο λόγος έφεσης 9 απορρίπτεται.
Οι λόγοι έφεσης 1, 2, 3, 4, 5 και 10 συμπλέκονται, αφορούν τη σύγκριση και την αξιολόγηση των υποψηφίων με βάση τα τρία κριτήρια, αξία, προσόντα και αρχαιότητα και ως εκ τούτου τα επιχειρήματα που ηγέρθηκαν πρέπει να εξεταστούν σωρευτικά.
Κρίνουμε σκόπιμο να τονίσουμε, εξ αρχής, ότι το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε πρωτογενή αξιολόγηση των στοιχείων των υποψηφίων και δεν υποκαθιστά την κρίση του αρμοδίου οργάνου με την δική του. Εκείνο που ελέγχει είναι τη νομιμότητα της προσβαλλομένης πράξης (βλέπετε Republic v. Zachariades (1986) 3 C.L.R. 852). Το Δικαστήριο επεμβαίνει μόνο σε περίπτωση που καταδειχθεί ότι ο αιτητής υπερέχει έκδηλα του ενδιαφερομένου μέρους. Μόνο τότε συνάγεται ότι το διορίζον όργανο υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας και ενήργησε καθ’ υπέρβαση εξουσίας (βλ. Hjioannou v. Republic (1983) 3 C.L.R. 1041, 1045 και Παπά ν. Φραντζής ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 91/14, ημερομηνίας 25.02.2021, ECLI:CY:AD:2021:C62).
Αρχίζοντας από το θέμα της υπεροχής του ΕΜ1 σε αρχαιότητα, παρατηρούμε ότι οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνει ο Διευθυντής και επισημαίνονται πρωτοδίκως, συνάδουν με τα στοιχεία των φακέλων, όπως τα έχουμε στην αρχή της απόφασης μας παραθέσει.
Η Επιτροπή στην απόφασή της καταγράφει, αναφορικά με την πραγματική αρχαιότητα του ΕΜ1 έναντι των μη επιλεγέντων υποψηφίων, μεταξύ αυτών και του εφεσείοντα, «οι οποίοι επίσης διαθέτουν επιπρόσθετα προσόντα, τα οποία, παρόλο που δεν απαιτούνται από το Σχέδιο Υπηρεσίας, ούτε αποτελούν πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν, είναι σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης και, ως εκ τούτου, αποδίδεται σ’ αυτά η δέουσα βαρύτητα», για να καταλήξει ότι «οι μη επιλεγέντες υστερούν έναντι της επιλεγείσας σε αρχαιότητα, η οποία ανάγεται στην παρούσα τους θέση Μετεωρολογικού Λειτουργού και, κατά συνέπεια, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, κυμαινόμενη από δύο χρόνια και τρεισήμισι μήνες μέχρι οκτώμισι χρόνια, δεν υπερέχουν έναντί της σε αξία και, επιπλέον, δεν διαθέτουν την υπέρ τους σύσταση του Διευθυντή, την οποία η επιλεγείσα διαθέτει».
Νομίμως η Επιτροπή έκρινε ότι η αρχαιότητα του ΕΜ1 λόγω του ότι ανάγεται στην παρούσα θέση, «αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα». Παραμένει όμως το θέμα κατά πόσο η κρίση της Επιτροπής, ότι η υπεροχή του ΕΜ1 σε αρχαιότητα ενόψει και της σύσταση του Διευθυντή, έδινε προβάδισμα στον ΕΜ1 έναντι του εφεσείοντα, ήταν ορθή. Το ζήτημα της νομιμότητας της σύστασης του Διευθυντή εγείρεται στον λόγο έφεσης 1 και ως εκ τούτου το όλο θέμα θα εξεταστεί σε κατοπινό στάδιο.
Όσον αφορά τα προσόντα, με βάση τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη κατείχαν μεταπτυχιακούς τίτλους και ή διπλώματα, ενώ τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 2 και 3 και ο εφεσείοντας κατείχαν διδακτορικούς τίτλους. Ο Διευθυντής στη σύσταση του, την οποία υιοθέτησε η Επιτροπή, αφού παρατήρησε ότι όλοι οι υποψήφιοι, πλην ενός, διέθεταν ακαδημαϊκά προσόντα, μη απαιτούμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας, τα οποία όμως ήταν σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης, τους απέδωσε τη δέουσα βαρύτητα. Στο πρακτικό της συνεδρίας γίνεται καταγραφή των εν λόγω προσόντων τα οποία περιλαμβάνονταν και στους προσωπικούς φακέλους των υποψηφίων, οι οποίοι ήταν ενώπιον τόσο του Διευθυντή όσο και της Ε.Δ.Υ.
Ο εφεσείοντας εισηγείται ότι τα δικά του πρόσθετα προσόντα δεν μπορούσαν να « … έχουν την ίδια βαρύτητα με τα πρόσθετα προσόντα των ενδιαφερομένων προσώπων που δεν είναι το ίδιο σχετικά».
Όπως τονίσαμε και ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν δύναται να επέμβει στην κρίση της διοίκησης, εκτός εάν πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η πρωτογενής αξιολόγηση των προσόντων των υποψηφίων και ο συσχετισμός των μεταπτυχιακών τίτλων/διπλωμάτων με τα καθήκοντα και τις ευθύνες της επίδικης θέσης εκφεύγει του ελέγχου του Δικαστηρίου. Το διορίζον δε όργανο δεν έχει υποχρέωση να αναφερθεί στα πρόσθετα προσόντα του κάθε υποψηφίου, με λεπτομέρεια (βλέπετε Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Στέγης ν. Μεταξά (2013) 3 Α.Α.Δ. 341). Καθοδηγητικό επί του θέματος είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Ierides v. The Republic (1980) 3 C.L.R. 165, 179:
«There is, indeed, no express reference to seniority in the relevant minutes of the Commission, but it is stated, however, therein that "all facts appertaining to each one of the candidates" were taken into consideration and, also, that "the Personal Files and the Annual Confidential Reports of the candidates already in the service were also taken into consideration".
There can be no doubt, especially in view of the presumption of regularity which is applicable in relation to administrative actions (see, inter alia, The Republic v. Ekkeshis, (1975) 3 C.L.R. 548, 556, that the seniority of all the candidates, including, of course, the appellant and the interested party, as appearing in their personal files, was taken into consideration in reaching the sub judice decision (and see, also, the decision of the Council of State in Greece in case 1341/1963, which is reported in Επιθεώρησις Δημοσίου Δικαίου και Διοικητικού Δικαίου-Review of Public Law and Administrative Law-1963, vol. 7, pp. 403, 404). Moreover, the notion of "experience" must, reasonably, be taken to include that of "seniority".»
Όσον αφορά το παράπονο του εφεσείοντα ότι η Επιτροπή δεν του απέδωσε υπεροχή έναντι του ΕΜ1, λόγω των προσθέτων προσόντων του, σημειώνεται ότι τα πρόσθετα προσόντα, από μόνα τους, δεν μπορούν να προσδώσουν σε ένα υποψήφιο υπεροχή. Διαφορετική αντιμετώπιση θα οδηγούσε σε απόδοση αυξημένης σημασίας σε μη προβλεπόμενα προσόντα μετατρέποντάς τα απαραδέκτως σε πλεονέκτημα αλλοιώνοντας έτσι το σχέδιο υπηρεσίας (Ρούσου ν. Δημοκρατίας (2014) 3 ΑΑΔ 478, 485). Επιπλέον, ως έχει νομολογηθεί, δεν είναι δυνατόν ως θέμα γενικής αρχής να προσδιοριστεί εκ των προτέρων η όποια βαρύτητα ορισμένου στοιχείου κρίσης, εν προκειμένω των προσόντων, αλλά πρέπει να γίνονται συσχετισμοί στη βάση του συνόλου των δεδομένων της κάθε περίπτωσης (Δημοκρατία ν. Μιχαήλ (2008) 3 Α.Α.Δ. 341 και Γρουτίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ΑΕ 169/14, 170/14, 174/14, ημερομηνίας 1.11.2021). Ιδίως, μάλιστα, όταν ο επιλεγείς υπερέχει σε αρχαιότητα στην αμέσως προηγούμενη θέση η οποία κατά τη νομολογία, προσθέτει στην αξία τού κατά τα άλλα εξαίρετου υποψηφίου.
Η Επιτροπή, ως προαναφέραμε, κατέγραψε στην απόφασή της και τα μη απαιτούμενα προσόντα του ΕΜ3, τα οποία κρίθηκαν συναφή με τα καθήκοντα της υπό πλήρωση θέσης. Ειδικότερα, καταγράφηκαν ως μη απαιτούμενα οι δύο μεταπτυχιακοί του τίτλοι στο Engineering και ο διδακτορικός τίτλος στη Φυσική και Αστρονομία. Προφανώς, λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι ο πανεπιστημιακός τίτλος στο Engineering ήταν ο απαιτούμενος για διορισμό στην αρχική θέση, όπως και αντίστοιχα οι πανεπιστημιακοί τίτλοι των υπολοίπων. Ως επισημαίνουμε και ανωτέρω, το Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει την εισήγηση που προβλήθηκε εκ μέρους του εφεσείοντα κατά πόσο το διδακτορικό δίπλωμα του ΕΜ3 ήταν όντως πέραν των απαιτούμενων προσόντων ή ήταν το προσόν που τον νομιμοποιούσε ως υποψήφιο για αρχικό διορισμό, στοιχείο καθοριστικό για τη σύγκριση μεταξύ των υποψηφίων.
Στρεφόμαστε στη συνέχεια να εξετάσουμε κατά πόσο ο Διευθυντής νομιμοποιείτο να συμπεριλάβει στη σύστασή του την αναφορά περί απροθυμίας του εφεσείοντα να μετατεθεί σε άλλο τμήμα. Πρόκειται για ζήτημα που συμπλέκεται με τα υπόλοιπα ζητήματα καθότι ως προαναφέραμε το διορίζον όργανο, κατά την αξιολόγηση των υποψηφίων, οφείλει να προβεί σε συσχετισμούς στη βάση του συνόλου των δεδομένων της κάθε περίπτωσης. Ο εφεσείων παραπονείται, λόγος έφεσης 1, ότι η πρωτόδικη κρίση είναι πάσχουσα λόγω του ότι η αναφορά του Διευθυντή ότι ο ίδιος αρνήθηκε να μετατεθεί θεωρήθηκε επιτρεπτή αλλά και ότι λανθασμένα διασώθηκε από το Δικαστήριο, με πρωτογενείς συλλογισμούς, μια πάσχουσα σύσταση.
Στο σημείο αυτό κρίνουμε ορθό να επισημάνουμε ότι ένσταση στην επιδιωκομένη μετάθεση δεν είχε μόνο ο εφεσείοντας αλλά και ο προϊστάμενος του Τομέα Κλιματολογίας, Τμήμα Γεωργίας. Ο τελευταίος, με επιστολή του, ημερομηνίας 8.10.2015, πληροφόρησε τον Αναπληρωτή Διευθυντή, δίδοντας λεπτομερή στοιχεία, ότι τυχόν μετακίνηση του εφεσείοντα, «θεωρείται άκρως προβληματική σε ότι αφορά στην εύρυθμη λειτουργία του Τομέα Κλιματολογίας» τα οποία θα οδηγούσαν σε «δυσλειτουργία» του. Ο εφεσείων κοινοποίησε την ένσταση του γραπτώς και σε αυτή καταγράφονται οι λόγοι, υπηρεσιακοί και οικογενειακοί, που δεν αποδέχθηκε την απόσπαση. Όλες οι πιο πάνω επιστολές τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.
Το Δικαστήριο, ενώ αναγνώρισε ότι ο Διευθυντής, «… πράγματι περιττά και άσχετα αναφέρθηκε στο ιστορικό των βολιδοσκοπήσεων», πρόκειται για τη βολιδοσκόπηση που έγινε στον εφεσείοντα για μετάθεση του στη Μονάδα Πρόγνωσης του Καιρού, αποφάνθηκε ότι η πιο πάνω σύσταση, δεν θα μπορούσε «ούτε να αφαιρέσει ούτε να προσθέσει επί αυτών». Παρατίθεται η σχετική αναφορά από την πρωτόδικη απόφαση αυτούσια:
«Έχω την άποψη ότι ο Διευθυντής πράγματι περιττά και άσχετα αναφέρθηκε στο ιστορικό των βολιδοσκοπήσεων προς τον αιτητή. Παρόλαυτά, προφανώς η αναφορά αυτή όπως και η αναφορά ότι ο Διευθυντής δεν είχε ίδια άποψη για την αξία του αιτητή, αφού υπηρετούσε σε απόσπαση, έγιναν για να υποστηρίξουν τον λόγο γιατι ο Διευθυντής δεν σύστησε τον αιτητή για προαγωγή. Ούτως ή άλλως, η αξία του αιτητή προκύπτει από τις υπηρεσιακές εκθέσεις και δεν θα μπορούσε η σύσταση του Διευθυντή ούτε να αφαιρέσει ούτε να προσθέσει επί αυτών.»
Εν προκειμένω, διαπιστώνεται αντιφατική στάση του πρωτόδικου Δικαστηρίου καθότι στην απόφασή του αναγνωρίζει μεν ότι η αξία του εφεσείοντα δεν μπορεί να αλλοιωθεί από τη σύσταση, εν τούτοις θεωρεί τη σύσταση ως νόμιμη παρά τα όσα «περιττά και άσχετα» καταγράφηκαν για τον εφεσείοντα, ωσάν να και αυτή η κρίση του Διευθυντή άφησε ανεπηρέαστη τη σύστασή του. Παρείσφρησαν, κατά παραδοχή του πρωτόδικου Δικαστηρίου, εξωγενείς παράγοντες οι οποίοι απαραδέκτως μετέβαλαν, αρνητικά, την υπηρεσιακή εικόνα του εφεσείοντα.
Το παράπονο εκτείνεται και στην αναφορά από το Διευθυντή στο χρόνο κατά τον οποίο αυτός βρισκόταν σε απόσπαση, καθώς και στην αναφορά του Διευθυντή ότι λόγω της απόσπασης δεν είχε «ακριβή, ίδια άποψη για την αξία του».
Ο εφεσείοντας, με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αποσπάστηκε στη Διοίκηση του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, κατόπιν απόφασης της Επιτροπής, «… για ικανοποίηση υπηρεσιακών αναγκών», από τη 18.02.2016. Το γεγονός της απόσπασης του δεν θα έπρεπε να επενεργήσει σε βάρος του και προς όφελος των ενδιαφερομένων μερών.
Καταλήγουμε ότι η σύσταση του Διευθυντή ήταν υπό τις περιστάσεις τρωτή. Η πάσχουσα σύσταση, η οποία ήταν αντίθετη με την εικόνα που παρουσίαζαν οι υπηρεσιακές εκθέσεις του εφεσείοντα, λήφθηκε υπόψη από την Επιτροπή επηρεάζοντας την αξιολόγηση των υποψηφίων και τη μεταξύ τους σύγκριση και κατ’ επέκταση, την τελική κρίση η οποία υπό τις περιστάσεις πάσχει (Βλέπετε Κούλη και Δημοκρατία (1999) 3 Α.Α.Δ. 852, Κρυστάλλω Χριστοδουλίδου και Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 626 και Κουάλης και Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 742).
Η πιο πάνω κατάληξη μας είναι καθοριστική για την έκβαση της υπόθεσης. Ενόψει τούτου δεν κρίνουμε σκόπιμο να παραπέμψουμε για εξέταση τα θέματα που εγείρονται με τους λόγους έφεσης 6, 7 και 8, παρά το γεγονός ότι αυτά δεν έτυχαν εξέτασης από το Δικαστήριο.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η έφεση επιτρέπεται ως άνω. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται και συνεπώς η επίδικη διοικητική πράξη ακυρώνεται. Ομοίως ακυρώνεται και η πρωτόδικη διαταγή για έξοδα.
Τα έξοδα της έφεσης, συμπεριλαμβανομένων των πρωτόδικων εξόδων, εκ συνολικού ποσού €4.000, πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ του εφεσείοντα και εναντίον της εφεσίβλητης.
Τ. Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.
ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.
Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.
/ΓΓ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο