ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΗΣ ΛΟΓΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α. v. ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 28/2021, 29/5/2026
print
Τίτλος:
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΗΣ ΛΟΓΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α. v. ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 28/2021, 29/5/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Άρθρο 23(3((δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)                                   

(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.  28/2021)

 

29 Μαΐου, 2026

 

[Τ. Θ. OIKONOMOY, Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, H. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/στες]

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ

1.   ΓΕΝΙΚΗΣ ΛΟΓΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

2.   ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ,

 

                                                                             Εφεσείοντες,

v.

 

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ,

                                                                             Εφεσίβλητης.

 

---------

   

Ε. Συμεωνίδου (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους Εφεσείοντες.

Δ. Σιαμπάνης για Α. Παπαμιχαήλ & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για την Εφεσίβλητη.

 

---------

 

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΗ απόφαση είναι ομόφωνη ως προς το αποτέλεσμα.  Με την απόφαση του Τ.Θ. Οικονόμου, Δ. συμφωνεί η Τ. Καρακάννα, Δ.  Ο Γεωργίου, Δ. θα δώσει το δικό του σκεπτικό.

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.: 

 

Τα γεγονότα

 

Το 1986 ο Ε. Ορφανίδης, έγγαμος κρατικός υπάλληλος, αφυπηρέτησε.  Tο 1992 η πρώτη σύζυγος του απεβίωσε.  Το 1993 νυμφεύθηκε την εφεσίβλητη.  Το 2016 απεβίωσε. 

 

Τότε η εφεσίβλητη υπέβαλε αίτημα για χορήγηση σύνταξης χηρείας.  Το αίτημα απερρίφθη με την αιτιολογία ότι ο γάμος του τελέστηκε όταν ο θανών έπαυσε να είναι υπάλληλος, «κατ’  εφαρμογή του Άρθρου 37(3) του περί Συντάξεων Νόμου του 1997 και του Άρθρου 12 του Νόμου 216(Ι)/2012».  Η εφεσίβλητη προσέβαλε την απορριπτική αυτή απόφαση.  Το Διοικητικό Δικαστήριο αποδέχθηκε την προσφυγή, εξ ου και η παρούσα έφεση εκ μέρους της Δημοκρατίας.

 

 

 

 

 

 

Η νομοθετική εξέλιξη του δικαιώματος για σύνταξη χηρείας της δεύτερης συζύγου και το καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο

 

1.      Η σύνταξη χήρας κατά τον χρόνο του γάμου των εν λόγω προσώπων, το 1993, ρυθμιζόταν από το Μέρος ΙΙ (Συντάξεις εις Χήρας και Τέκνα) του Κεφ. 311 το οποίο προστέθηκε δια του Άρθρου 12 του περί Συντάξεων (Τροποποιητικού) Νόμου του 1967, Ν. 9/1967.  Αρχικά, το 1967, προβλέφθηκε ότι στην χορήγηση σύνταξης χηρείας δεν θα λαμβάνεται υπόψη γάμος του αποθανόντος τελεσθείς αφότου αυτός έπαυσε να είναι δημόσιος υπάλληλος (Άρθρο 22). 

 

2.      Τούτο επαναλήφθηκε και στον περί Συντάξεων (Τροποποιητικό) Νόμο του 1992, Ν. 33(Ι)/1992.  Όμως με τον Νόμο αυτό εισήχθη επιφύλαξη υπέρ τυχόν δεύτερης συζύγου, την οποία και παραθέτουμε:

 

«Νοείται περαιτέρω ότι εάν ο αποθανών είχε σύζυγο κατά το χρόνο της αφυπηρέτησής του, η οποία απέθανε µετά την αφυπηρέτησή του και ακολούθως αυτός νυµφεύθηκε εκ νέου, η τελευταία σύζυγός του θεωρείται ως χήρα για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους

 

3.      Με τον περί Συντάξεων Νόμο του 1997, Ν. 97(Ι)/1997 ενοποιήθηκε η περί συντάξεων νομοθεσία των κρατικών υπαλλήλων η οποία μέχρι τότε ήταν διασκορπισμένη σε διάφορους νόμους με σωρεία τροποποιήσεων.  Ως αποτέλεσμα κατήργησε και τον περί Συντάξεων Νόμο, Κεφ. 311, επαναφέροντας όμως την ίδια ρύθμιση αναφορικά με τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα της δεύτερης συζύγου ως χήρας. Παραθέτουμε το εδάφιο (3) του Άρθρου 37 του Νόμου 97(Ι)/1997:

 

«(3) Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, δεν λαμβάνεται υπόψη γάμος που τελέστηκε όταν ο θανών έπαυσε να είναι υπάλληλος:

Νοείται περαιτέρω ότι εάν ο αποθανών είχε σύζυγο κατά το χρόνο της αφυπηρέτησής του, η οποία απέθανε µετά την αφυπηρέτησή του και ακολούθως αυτός νυµφεύθηκε εκ νέου, η τελευταία σύζυγός του θεωρείται ως χήρα για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους

 

          Εάν έτσι παρέμεναν τα πράγματα μέχρι το θάνατο του συζύγου, το 2016, η εφεσίβλητη θα είχε δικαίωμα για σύνταξη χηρείας.  Αυτό δεν αμφισβητήθηκε. 

 

4.      Το 2012 όμως, τα πράγματα διαφοροποιήθηκαν ριζικά με τη θέσπιση του Νόμου 216(Ι)/2012,[1] που είχε ως σκοπό την συγκράτηση των δαπανών των επαγγελματικών συστημάτων συνταξιοδότησης της κρατικής υπηρεσίας και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Άρθρο 3(1)), ο οποίος, προβλέποντας ως ακολούθως στο Άρθρο 12, κατάργησε το δικαίωμα για σύνταξη χηρείας της δεύτερης συζύγου:

 

«12. Ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε οικείου νόμου ή κανονισμών, σε περίπτωση συνταξιούχου, ο οποίος είχε σύζυγο κατά το χρόνο της αφυπηρέτησής του, η οποία απέθανε µετά την αφυπηρέτησή του, και o οποίος ακολούθως νυµφεύθηκε εκ νέου, η τελευταία σύζυγος δεν καθίσταται δικαιούχος σε σύνταξη χήρας σε περίπτωση θανάτου του: […]»

 

          Αυτό ήταν το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο του θανάτου του συζύγου, το οποίο και, ως άνω, επικαλέστηκε η  διοίκηση για να απορρίψει το αίτημα της εφεσίβλητης.[2] 

 

Η πρωτόδικη απόφαση

          Το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρθηκε στη νομολογία σύμφωνα με την οποία η σύνταξη αναγνωρίζεται ως περιουσιακό δικαίωμα. Έκρινε περαιτέρω ότι η εφεσίβλητη είχε θεμιτή προσδοκία αξίωσης για σύνταξη χηρείας η οποία γεννήθηκε κατά τον χρόνο του γάμου της, η οποία αποτελούσε περιουσιακό δικαίωμα, υποκείμενο σε προστασία από το Άρθρο 23.1 του Συντάγματος.  Το Άρθρο 12 του Νόμου 216(Ι)/2012 δεν μπορούσε να στερήσει πλήρως την εφεσίβλητη από το δικαίωμα αυτό, χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 23.3. Εφόσον επρόκειτο για πλήρη στέρηση περιουσιακού δικαιώματος, το δικαστήριο κατ’ εφαρμογή της Κουτσελίνη-Ιωαννίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2014) 3 ΑΑΔ 361, διαπιστώνοντας ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 23.3 του Συντάγματος, ακύρωσε την πράξη της διοίκησης, θεωρώντας ότι, εν όψει τούτου, δεν ήταν θεμιτή η στάθμιση του γενικότερου συμφέροντος της κοινωνίας αφενός και του ατομικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας αφετέρου. Περαιτέρω, το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι με το Άρθρο 12 του Νόμου 216(Ι)/2012 καταστρατηγείται το Άρθρο 28 του Συντάγματος, εφόσον εισάγεται διαφορετική ρύθμιση μεταξύ ατόμων που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, ήτοι μεταξύ δικαιούχων σύνταξης χηρείας με κριτήριο το κατά πόσο ο δικαιούχος ήταν ο πρώτος ή ο δεύτερος σύζυγος του αποβιώσαντος συνταξιούχου. 

 

Η έφεση

          Με την έφεση ως προς το πρώτο ζήτημα η εφεσείουσα υπέβαλε ότι το δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε πως η εφεσίβλητη είχε προσδοκία αξίωσης για σύνταξη χηρείας η οποία γεννήθηκε κατά τον χρόνο του γάμου και η οποία αποκρυσταλλώθηκε ως «εν δυνάμει ιδιοκτησία» με το θάνατο του συζύγου.  Δεν είχε περιουσιακό δικαίωμα το οποίο επηρεάστηκε από τον Νόμο 216(Ι)/2012. Το δικαίωμα για σύνταξη χηρείας που προέβλεπε το Άρθρο 37(3) του Νόμου 97(Ι)/1997 είχε καταργηθεί προτού η εφεσίβλητη καταστεί δικαιούχος το 2016 με το θάνατο του συζύγου της. 

 

          Η άλλη πλευρά απάντησε ότι η εφεσίβλητη είχε αποκτήσει θεμιτή προσδοκία, ρητά κατοχυρωμένη από τον Νόμο, για καταβολή σύνταξης στο μέλλον, με δεδομένη μάλιστα την υποχρεωτική καταβολή εισφορών για τον σκοπό αυτό.  Δεν αμφισβητήθηκε ότι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του κατέβαλλε, υποχρεωτικά, περιοδικές εισφορές δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας στο Ταμείο Συντάξεων Χηρών και Ορφανών. Δεν επρόκειτο απλώς για μια αόριστη και αφηρημένη προσδοκία. 

 

Η κρίση του δικαστηρίου

 

          Έχοντας κατά νου το σύνολο των επιχειρημάτων κάθε πλευράς παραθέτουμε στη συνέχεια το νομικό πλαίσιο σε συνδυασμό με την κρίση μας επί των θέσεων της εφεσείουσας.      

Το Άρθρο 23.1 του Συντάγματος και το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου Αρ. 1 της ΕΣΔΑ προστατεύουν ακίνητη και κινητή περιουσία, περιλαμβανομένων συντάξεων.[3]  

 

Η έννοια της «περιουσίας», αν και αφορά καταρχάς σε υφιστάμενη ιδιοκτησία, μπορεί να καλύψει το δικαίωμα για απόκτηση ιδιοκτησίας στο μέλλον εάν πρόκειται για χρηματικής φύσεως δικαίωμα (pecuniary right) ή άλλης φύσεως δικαίωμα του οποίου η πληρωμή είναι κατοχυρωμένη δια Νόμου στο μέλλον (βλ. Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2014) 3 ΑΑΔ 175 και τη νομολογία του ΕΔΔΑ που εκεί παρατίθεται).  Υπ’  αυτή την έννοια «περιουσία» δυνατόν να περιλαμβάνει και απαιτήσεις για τις οποίες ο προσφεύγων μπορεί να υποστηρίξει ότι έχει τουλάχιστον μια «εύλογη» ή «θεμιτή προσδοκία» (legitimate expectation) κτήσης ή συνέχισης άσκησης περιουσιακού δικαιώματος. Τέτοια είναι η προσδοκία όταν μπορεί να λάβει τη μορφή αξίωσης η οποία διαθέτει επαρκή βάση στο εθνικό δίκαιο (Kopecky v. Slovakia, Appl. No. 44912/98, ημερ. 28.9.2004 και Zelca and others v. Romania, Appl. No. 65161/10, ημερ. 6.9.2011).  Στην Zelca συνοψίζεται η σχετική αρχή δικαίου ως ακολούθως, στην σκέψη 18:

 

«18. The Court notes at the outset that Article 1 of Protocol No. 1 applies only to a person's existing possessions. Thus, future income cannot be considered to constitute "possessions" unless it has already been earned or is definitely payable (see, for example, Koivusaari and others v. Finland (dec.), no. 20690/06, 23 February 2010). However, in certain circumstances, a "legitimate expectation" of obtaining an "asset" may also enjoy the protection of Article 1 of Protocol No. 1. Thus, where a proprietary interest is in the nature of a claim, the person in whom it is vested may be regarded as having a "legitimate expectation" if there is a sufficient basis for the interest in national law, for example where there is settled case-law of the domestic courts confirming its existence (see Kopecký v. Slovakia [GC], no. 44912/98, § 52, ECHR 2004-IX)

 

Στην Δημοκρατία ν. Αυγουστή κ.ά., ΕΔΔ Αρ. 177/18 κ.α., ημερ. 10.4.2020, η προσδοκία απόκτησης σύνταξης κρίθηκε ως «θεμιτή προσδοκία».  Η προσδοκία για αξίωση σε σύνταξη βρίσκει έρεισμα στο Νόμο και η καταβολή της διασφαλίζεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας (Άρθρο 5 του Νόμου 97(Ι)/1997). 

 

Προς την έννοια της «θεμιτής προσδοκίας», ως προστατευόμενο αγαθό, αντιδιαστέλλεται η απλή προσδοκία ή η ελπίδα, σε υποκειμενική βάση, για απόκτηση περιουσιακού συμφέροντος, ή λ.χ. απλώς μια προσδοκία για προαγωγή αν δεν άλλαζαν οι σχετικοί Κανονισμοί για τους οποίους και δεν υπάρχει δικαίωμα για τη μη τροποποίηση τους, όπως συμβαίνει στο υπαλληλικό δίκαιο. Πολύ περισσότερο η περίπτωση μιας θεμιτής προσδοκίας για σύνταξη δεν πρέπει να συγχέεται με το ζήτημα που έθεσε η ευπαίδευτη δικηγόρος της εφεσείουσας ότι δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα στην επ’  αόριστο διατήρηση των νομοθετικών ρυθμίσεων, παραπέμποντας, μεταξύ άλλων, στην Καρατζάς κ.α. ν. Δημοκρατίας (2000) 3 ΑΑΔ 480, όπου έγινε αναφορά στην αρχή ότι «κανένας δεν έχει κεκτημένο δικαίωμα στην μη αλλαγή ορισμένης νομοθετικής ρύθμισης».  Τούτο είναι ορθό, υπό τον όρο όμως ότι οι μεταβολές στο Νόμο δεν καταργούν κεκτημένα και, μάλιστα, συνταγματικά δικαιώματα. Αυτό ακριβώς είναι το υπό εξέταση πρόβλημα. 

 

Ως προς τούτο, ήταν η θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου για την εφεσείουσα ότι δεν προσβλήθηκε περιουσιακό δικαίωμα της εφεσίβλητης, διότι αυτή ουδέποτε κατέστη δικαιούχος σύνταξης χηρείας, ούτε και είχε θεμιτή προσδοκία, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία κατά την ημέρα προσφυγής της στο δικαστήριο, εφόσον  δεν ήταν δικαιούχος σύνταξης χηρείας κατά την ημέρα που τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος 216(Ι)/2012.  Εδώ έγκειται η διαφορά, κατέληξε, της παρούσας υπόθεσης από την Κουτσελίνη-Ιωαννίδου κ.ά., όπου οι αιτητές είχαν αποκρυσταλλωμένο δικαίωμα σε σύνταξη.

 

Το γεγονός ότι η εφεσίβλητη δεν ήταν δικαιούχος σύνταξης χηρείας όταν τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος 216(Ι)/2012 είναι δεδομένο, αφού ο σύζυγος της βρισκόταν εν ζωή.  Εξίσου όμως δεδομένο είναι, με βάση τα όσα εξηγήσαμε ανωτέρω, ότι είχε αξίωση κατοχυρωμένη από τον Νόμο να καταστεί δικαιούχος σύνταξης χηρείας, σκοπό για τον οποίο μάλιστα ο σύζυγος της κατέβαλλε υποχρεωτικά περιοδικές εισφορές (Άρθρο 41 του Νόμου 97(Ι)/1997 σε συνδυασμό με το Άρθρο 43(2)).  Ο κρίσιμος χρόνος δεν ήταν η ημέρα προσφυγής στο δικαστήριο, όπως ο ισχυρισμός της εφεσείουσας, αλλά ο χρόνος που τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος 216(Ι)/2012. Το επιχείρημα ότι «η εφεσίβλητη δεν είχε νόμιμη απαίτηση να καταστεί δικαιούχος εφόσον το δικαίωμα της για σύνταξη χηρείας καταργήθηκε πριν καταστεί δικαιούχος» ισοδυναμεί με παραδοχή της αδιαμφισβήτητης πραγματικότητας ότι μέχρι τότε υπήρχε περιουσιακό δικαίωμα, το οποίο συνίστατο σε «θεμιτή προσδοκία» για σύνταξη χηρείας, το οποίο όμως καταργήθηκε με τον Νόμο 216(Ι)/2012

 

Η στέρηση περιουσιακού δικαιώματος, όπως εν προκειμένω, ή ο περιορισμός περιουσιακού δικαιώματος που πλήττει τον πυρήνα του, είναι παρεμβάσεις που μπορούν να δικαιολογηθούν μόνο για τους καθοριζόμενους στην παράγραφο 3 του Άρθρου 23 του Συντάγματος λόγους.  Εν προκειμένω ο νομοθέτης δεν επικαλέστηκε οποιοδήποτε τέτοιο λόγο (βλ. Κουτσελίνη-Ιωαννίδου κ.ά., ανωτέρω).  Οι λόγοι που, ως άνω, επικαλέστηκε ο Νομοθέτης θεσπίζοντας τον Νόμο 216(Ι)/2012, δεν εμπίπτουν στο περιοριστικό πλαίσιο που θέτει το Σύνταγμα.

 

Συναφώς στην Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα:

«Επίσης, δεν συμφωνούμε με την εισήγηση ότι η αποκοπή έκτακτης εισφοράς από τους μισθούς και συντάξεις, μπορεί να δικαιολογηθεί, δυνάμει του Άρθρου 23.3 του Συντάγματος για λόγους δημόσιας ωφέλειας, οι οποίοι, όπως ισχυρίζονται, είναι συνυφασμένο με το δημόσιο συμφέρον της εξόδου του κράτους από την οικονομική κρίση. Η περικοπή μισθών δεν μπορεί να συνδεθεί με τη δημόσια ωφέλεια, εφόσον το Άρθρο 23.3 συνδέει την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας, με την επιβολή όρων, δεσμεύσεων ή περιορισμών στην ιδιοκτησία για σκοπούς πολεοδομίας ή αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως της ιδιοκτησίας, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση.»

 

Το δικαστήριο έχει καθήκον να προστατεύσει το δικαίωμα της εφεσίβλητης όπως επιβάλλει το Σύνταγμα και η ΕΣΔΑ.  Το καθήκον αυτό δεν ισοδυναμεί με ανεπίτρεπτη αναμόρφωση της νομοθεσίας και ανεπίτρεπτη παρέμβαση στη βούληση του Νομοθέτη, όπως ήταν μια περαιτέρω εισήγηση εκ μέρους της εφεσείουσας.  Αντίθετα, πρόκειται για συμμόρφωση του Νομοθέτη προς το Σύνταγμα. 

 

Επειδή φαίνεται ότι έχει διαμορφωθεί μια διαφορετική γραμμή μέσα από πρωτόδικες αποφάσεις που τέθηκαν υπόψη μας, θεωρούμε αναγκαίο να διευκρινίσουμε ώστε να αρθεί κάθε τυχόν σύγχυση και μια αναφορά της δικηγόρου της εφεσείουσας στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Άννα Πετρίδου Ονησιφόρου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Συνεκδικαζόμενες Προσφυγές Αρ. 971/2018 και 1814/2018, ημερ. 6.9.2022, η οποία με τη σειρά της παραπέμπει στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Πρωτοπαπά ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 1039/2014, ημερ. 10.5.2019, την οποία και υιοθετεί.  Στην τελευταία αυτή απόφαση η αιτήτρια είχε θέσει παρόμοια ζητήματα όπως και εν προκειμένω.  Η προσφυγή της όμως απερρίφθη.  Στην έφεση που ακολούθησε (Πρωτοπαπά ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ Αρ. 100/19, ημερ. 20.2.2024), τα θέματα αυτά δεν εξετάστηκαν, διότι, όπως έκρινε το Εφετείο είχαν εγερθεί δικονομικά απαραδέκτως.

 

Δεν θα επεκταθούμε στην πρωτόδικη απόφαση Πρωτοπαπά, παρά μόνο για να  σημειώσουμε ότι, έχοντας παραθέσει το νόμο και την εξέλιξη του, η διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι «οι ρυθμίσεις του νομοθέτη από τη γένεση του επαγγελματικού σχεδίου συντάξεων το 1967 μέχρι και σήμερα δεν παραχωρούσαν στη σύζυγο του αποβιώσαντος από γάμο μετά τη συνταξιοδότηση οποιοδήποτε δικαίωμα σύνταξης χηρείας» δεν συνάδει με την εξέλιξη του Νόμου όπως την έχουμε παραθέσει.

 

Η διαπίστωση μας για πλήρη κατάργηση περιουσιακού δικαιώματος, δικαιώματος που τυγχάνει προστασίας από το Άρθρο 23.1 του Συντάγματος χωρίς να δικαιολογείται με βάση τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 23.3, θέτει τέλος στην υπόθεση.  Δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε περαιτέρω.  Είναι στις περιπτώσεις περιορισμού του δικαιώματος, χωρίς να επηρεάζεται ο πυρήνας τούτου, που  πρέπει να εξετάζονται οι προϋποθέσεις και οι σταθμίσεις που νομολογιακά τέθηκαν στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Αυγουστή κ.ά. (ανωτέρω) και βεβαίως στην αντίστοιχη νομολογία του ΕΔΔΑ.

 

Εν όψει της καταλυτικής αυτής για την επίδικη διοικητική πράξη διαπίστωσης μας, παρέλκει η εξέταση του άλλου λόγου έφεσης. 

 

Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα €4.000, πλέον ΦΠΑ εάν υπάρχει, υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον των εφεσειόντων.

                                                         

Τ.Θ. Οικονόμου, Δ.

 

Τ. Καρακάννα, Δ.

 

 

/φκ

 

 

 

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν. 33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)

 

 

(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 28/21)

 

 

29 Μαΐου, 2026

 

 

[ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ

1.   ΓΕΝΙΚΗΣ ΛΟΓΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

2.   ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Εφεσείοντες/Καθ’ ων η αίτηση

 

ΚΑΙ

 

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ

Εφεσίβλητη/Αιτήτρια

______________________

   

     Ε. Συμεωνίδου (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους Εφεσείοντες/Καθ’  ων η αίτηση.

    Δ. Σιαμπάνης για Α. Παπαμιχαήλ & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για την Εφεσίβλητη/Αιτήτρια.

      ______________________

 

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

     ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.: Συμφωνώ με το αποτέλεσμα της απόφασης, των αδελφών Δικαστών, με διαφορετικό όμως σκεπτικό για τους λόγους που εξηγούνται κατωτέρω.  

 

    Αντικείμενο της υπό κρίση έφεσης αποτελεί η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να ακυρώσει την απόφαση της εφεσείουσας με την οποία απέρριψε το αίτημά της εφεσίβλητης για χορήγηση σύνταξη χηρείας.

 

   Τα επίδικα ζητήματα εστιάζονται στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία κρίθηκε το Άρθρο 12 του περί Συνταξιοδοτικών Ωφελημάτων Κρατικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα περιλαμβανομένων και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) Νόμος του 2012 (Ν. 216(Ι)/2012) ως αντισυνταγματικό, καθότι αντίκειται τόσο στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας όσο και στην Αρχή της Ισότητας ως κατοχυρώνονται από τα Άρθρα 23 και 28 του Συντάγματος αντίστοιχα.

 

      Προτού εξεταστούν τα επίδικα ζητήματα επιβάλλεται η αναφορά στα γεγονότα που  περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση.

 

Γεγονότα

Ο Ε. Ορφανίδης αφυπηρέτησε από το Πυροσβεστικό Σώμα το 1986 και κατά τη διάρκεια της ενεργούς υπηρεσίας του κατέβαλλε, υποχρεωτικά, περιοδικές εισφορές στο Ταμείο Χήρων και Ορφανών. Η πρώτη σύζυγος του απεβίωσε το 1992 και το 1993 νυμφεύθηκε την εφεσίβλητη. Ο Ε. Ορφανίδης απεβίωσε στις 31.1.2016 και λίγες μέρες μετά η εφεσίβλητη υπέβαλε αίτημα για χορήγηση σύνταξης χηρείας η οποία απορρίφθηκε στις 30.3.2016 καθότι, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 216(Ι)/2012, δεν δικαιούται σύνταξη χηρείας επειδή ο γάμος της με τον αποβιώσαντα σύζυγο της τελέστηκε όταν αυτός έπαυσε να είναι υπάλληλος.  

 

Η Αίτηση Ακύρωσης

Η εφεσίβλητη, με αίτηση ακύρωσης, αμφισβήτησε την νομιμότητα της πιο πάνω απόφασης, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη παραβιάζει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας όπως αυτό κατοχυρώνεται στο Άρθρο 23 του Συντάγματος και το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) καθώς και την Αρχή της Ισότητας, όπως κατοχυρώνεται στο Άρθρο 28 του Συντάγματος.

 

   Στο στάδιο όμως αυτό κρίνουμε ορθολογικό να κάνουμε αναφορά στο νομικό καθεστώς που ίσχυε τόσο πριν όσο και κατά την λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Νομικό πλαίσιο

  Κατά τον γάμο της εφεσίβλητης με τον Ε. Ορφανίδη το 1993 βρισκόταν σε ισχύ:

(i) o περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος του 1980 (Ν. 41/1980) ο οποίος διαλάμβανε μεταξύ άλλων, ότι χήρα της οποίας ο σύζυγος κατά το χρόνο του θανάτου πληρούσε τις προϋποθέσεις εισφοράς για σύνταξη γήρατος, δικαιούται σε σύνταξη χηρείας, εάν αυτή κατά το χρόνο του θανάτου του συζούσε με αυτόν  ή συντηρείτο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγον από αυτόν[4].

 

(ii) ο περί Συντάξεων  Νόμος, Κεφ. 311, ως τροποποιήθηκε. Προνοούσε ότι «…εάν ο αποθανών είχε σύζυγο κατά το χρόνο της αφυπηρέτησής του, η οποία απέθανε µετά την αφυπηρέτησή του και ακολούθως αυτός νυµφεύθηκε εκ νέου, η τελευταία σύζυγός του θεωρείται ως χήρα για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους»[5].

 

     Κατά τον θάνατο του συζύγου της εφεσείουσας βρισκόταν σε ισχύ:

(i) ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο του 2010 ( Ν. 59(I)/2010) ο οποίος κατάργησε το  Ν. 41/1980. Διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι χήρα η οποία κατά το χρόνο του θανάτου συζύγου της συζούσε με αυτόν ή συντηρούνταν από τον αποβιώσαντα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, δικαιούται σε σύνταξη χηρείας εάν πληρούνταν οι προϋποθέσεις που καθορίζονταν στο άρθρο 41(1) αυτού, και

(ii) ο περί Συντάξεως Νόμος του 1997  (στο εξής ο N.97(Ι)/97 ή Νόμος) ο οποίος κατάργησε τον περί Συντάξεων Νόμο Κεφ.311. Ο N.97(Ι)/97  και δη η επιφύλαξη του άρθρου 37(3) αυτού ρητά προνοούσε ότι  «… εάν ο θανών είχε σύζυγο κατά το χρόνο της αφυπηρέτησής του, η οποία απέθανε µετά την αφυπηρέτησή του και ακολούθως αυτός νυµφεύθηκε εκ νέου, η τελευταία σύζυγος του θεωρείται ως χήρα για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους».

 

   Με το άρθρο 12 του Ν. 216(Ι)/2012 - ο οποίος δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 28.12.2012 - διαφοροποιήθηκαν οι προϋποθέσεις χορήγησης συντάξεως χηρείας σε συζύγους συνταξιούχων, όπως αυτές ίσχυαν με τον Ν. 97(Ι)/97.  Οι πρόνοιές του πιο πάνω άρθρου διαλάμβαναν τα ακόλουθα:

«Ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε οικείου νόµου ή κανονισµών σε περίπτωση συνταξιούχου, ο οποίος είχε σύζυγο κατά το χρόνο της αφυπηρέτησής του, η οποία απέθανε µετά την αφυπηρέτησή του, και o οποίος ακολούθως νυµφεύθηκε εκ νέου, η τελευταία σύζυγος δεν καθίσταται δικαιούχος σε σύνταξη χήρας σε περίπτωση θανάτου του…».

 

     Το πιο πάνω νομικό καθεστώς ήταν που ίσχυε στην υπό εξέταση περίπτωση. Απλώς για σκοπούς πληρότητας επισημαίνουμε ότι ο Νομοθέτης με τον τροποποιητικό Νόμο 16(Ι)/2020, ο οποίος δημοσιεύτηκε στην επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 28.2.20, αντικατέστησε το Άρθρο 12 του Ν.216(1)/2012 με το ακόλουθο νέο άρθρο το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:

«Ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε οικείου Νόµου ή Κανονισµών για σκοπούς καταβολής σύνταξης χήρας, χήρα θεωρείται η τελευταία σύζυγος του θανόντα, ανεξάρτητα από το χρόνο τέλεσης του γάµου: Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο θανών έχει τελέσει το γάµο µετά την αφυπηρέτησή του, η χήρα δεν δικαιούται σε καταβολή σύνταξης χήρας, εάν δεν παρέλθει χρονικό διάστηµα τουλάχιστον πέντε (5) ετών από την ηµεροµηνία τέλεσης του γάµου µέχρι την ηµεροµηνία του θανάτου…».

 

 

Η πρωτόδικη απόφαση

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αρχικά αναφέρθηκε στα γεγονότα και το νομικό πλαίσιο που  περιβάλλει την υπό  κρίση περίπτωση. Προσθέτως, αφού έκανε μνεία στις αποφάσεις Δημοκρατία ν. Αυγουστή κ.ά., Ε.Δ.Δ. αρ. 177/18 κ.ά., ημερ. 10.4.2020 και Κουτσελίνη-Ιωαννίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2014) 3 Α.Α.Δ. 361, επισήμανε ότι η σύνταξη αναγνωρίζεται ως περιουσιακό δικαίωμα, προστατευόμενο από το Άρθρο 23 του Συντάγματος.  Ανέφερε πως, στη βάση των προνοιών του άρθρου 37 του Ν. 97(Ι)/97, η εφεσίβλητη «… είχε προσδοκία αξίωσης για σύνταξη χηρείας, η οποία γεννήθηκε κατά το χρόνο του  γάμου της με τον συνταξιούχο σύζυγο της το 1993, η οποία συνιστά, εν δυνάμει, ιδιοκτησία που αποκρυσταλλώθηκε ως ιδιοκτησιακό δικαίωμα με το χρόνο θανάτου του συνταξιούχου συζύγου της το 2016».   Σε ακολουθία του λόγου της Κουτσελίνη-Ιωαννίδου (ανωτέρω) επισήμανε ότι η εφεσίβλητη με τις πρόνοιες του άρθρου 12 του Ν. 216(Ι)/12 αποστερήθηκε πλήρως και στο διηνεκές το ιδιοκτησιακό της αποκρυσταλλωμένο δικαίωμα σε σύνταξη χηρείας. Προσθέτως, τόνισε  ότι δεν θα μπορούσε να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο η επίκληση του άρθρου 3(1) του Ν. 216(Ι)/12 για «… συγκράτηση  των δαπανών των επαγγελματικών συστημάτων συνταξιοδότησης της κρατικής υπηρεσίας και του ευρύτερου δημοσίου τομέα αφού δεν χωρεί τέτοια ρύθμιση».  

 

    Περαιτέρω, έκρινε ότι το άρθρο 12 του Ν. 216(Ι)/12, στο βαθμό που καταργεί τις πρόνοιες του άρθρου 37 του Ν. 97(Ι)/97, καταστρατηγεί και το Άρθρο 28 του Συντάγματος, εφόσον «… εισάγεται διαφορετική ρύθμιση ατόμων που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, ήτοι δικαιούχων σύνταξης χηρείας κατόπιν θανάτου συνταξιούχου συζύγου, έτσι ώστε καθίστανται δικαιούχοι σύνταξης χηρείας πρόσωπα ανάλογα αν ήταν πρώτος ή δεύτερος σύζυγος του αποβιώσαντος συνταξιούχου».  

 

    Για τους πιο πάνω λόγους το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 12 του Ν. 216(Ι)/12, με βάση τις οποίες λήφθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αντισυνταγματικές και έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώθηκε.   

 

Λόγοι έφεσης και εισηγήσεις των συνηγόρων των διαδίκων

Οι εφεσείοντες, με δύο λόγους έφεσης, αμφισβητούν την ορθότητα της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου.  Ειδικότερα, προβάλλουν ότι λανθασμένα κρίθηκε ότι το άρθρο 12 του Ν. 216(Ι)/12 παραβιάζει (i) το δικαίωμα της Ιδιοκτησίας (λόγος έφεσης αρ. 1), και (ii) την Αρχή της Ισότητας (λόγος έφεσης αρ. 2).

 

   Ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου των εφεσειόντων ότι η εφεσίβλητη ουδέποτε απέκτησε οποιοδήποτε κεκτημένο δικαίωμα στη βάση του άρθρου 37(3) του Ν. 97(Ι)/97, αφού πριν καταστεί δικαιούχος σύνταξης χηρείας, τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 216(Ι)/12 ο οποίος ουσιαστικά κατάργησε το πιο πάνω άρθρο του Νόμου.  Ως αναφέρθηκε, η εφεσίβλητη δεν ήταν κατά νόμο δικαιούχος σύνταξης χηρείας κατά την ημέρα που τέθηκε ο Ν. 216(Ι)/12. Προσθέτως, επισήμανε ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η εφεσίβλητη βρίσκεται στην ίδια ομάδα με τις χήρες που επωφελήθηκαν από τις πρόνοιες του άρθρου 37(3) του Νόμου αφού, οι τελευταίες κατοχύρωσαν δικαίωμα σε σύνταξη με βάση το πιο πάνω άρθρο ενώ η εφεσίβλητη κατέστη χήρα σε πολύ μεταγενέστερο στάδιο αφού ήδη τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 216(Ι)/12 που καταργούσε αυτό το δικαίωμα. 

 

   Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της εφεσίβλητης ο οποίος υποστήριξε την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης.

Εξέταση λόγων έφεσης

Αρχικά θα εξεταστεί το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι πρόνοιες του άρθρου 12 του Ν. 216(Ι)/12 παραβιάζουν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας.

 

     Το Άρθρο 23 του Συντάγματος προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας.    Προνοεί τα ακόλουθα:

«1. Έκαστος, µόνος ή από κοινού µετ’ άλλων, έχει το δικαίωµα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασµόν του τοιούτου δικαιώµατος αυτού…»

 

    Το πιο πάνω δικαίωμα δεν είναι απόλυτο.  Υπόκειται σε περιορισμούς  και στερήσεις για τους λόγους που καθορίζονται στην παράγραφο 3 του ΄Αρθρου 23 για τους οποίους θα γίνει αναφορά πιο κάτω.      

 

    Το Άρθρο 1 του ΠΠΠ στη Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών προστατεύει την περιουσία και επιτρέπει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος για λόγους που καθορίζονται σε αυτό.

 

   Το ερώτημα που εν προκειμένω τίθεται είναι εάν η εφεσίβλητη, υπό τις περιστάσεις, είχε «μια νόμιμη προσδοκία» (legitimate expectation) απόκτησης ενός «περιουσιακού στοιχείου» ώστε να απολαύει της προστασίας του Άρθρου 23 του Συντάγματος και του Άρθρου 1 του ΠΠΠ.

 

   Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) εκείνο που έχει σημασία είναι να ερευνάται το «κατά πόσον οι συνθήκες μιας δεδομένης υπόθεσης, κρινόμενες στο σύνολό τους, μπορούν να θεωρηθούν ότι έχουν καταστήσει τον προσφεύγοντα δικαιούχο ενός ουσιώδους συμφέροντος (substantive interest) προστατευόμενου από το άρθρο 1» (Βλ. Σύγγραμμα Λ-Α Σισιλιάνος, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ερμηνεία κατ’ Άρθρο, 3η έκδοση, σελ. 903 και Centro Europa 7 S.R.L. and Di Stefano v. Italy, App. No. 38433/09, παρ. 171, ημερ. 7.6.12, και Kubat κ.ά. ν. The Czech Republic, App. no. 61721/19, παρ. 62, ημερ. 22.6.23). 

 

   Στο πλαίσιο αυτό, ως αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα, στη σελ. 903, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι «… η έννοια της «περιουσίας» αφορά τόσον την υφιστάμενη περιουσία όσον και περιουσιακές αξίες, συμπεριλαμβανόμενων των απαιτήσεων, για την απόκτηση ή την ικανοποίηση των οποίων ο προσφεύγων μπορεί να υποστηρίξει ότι έχει τουλάχιστον μια «εύλογη» ή «θεμιτή προσδοκία» (legitimate expectation)». Στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 1 του ΠΠΠ δεν εντάσσεται οποιαδήποτε προσδοκία κτήσης ή συνέχισης άσκησης περιουσιακού δικαιώματος αλλά εκείνη που είναι «εύλογη» ή «θεμιτή».

 

   To τμήμα ευρείας σύνθεση του EΔΔΑ στην απόφαση Kopecky v. Slovakia (App. no. 44912/98), ημερ. 28.9.04, αφού ανακεφαλαίωσε τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την έννοια της «νόμιμης προσδοκίας» (legitimate expectation)  επισήμανε τα ακόλουθα:

«52.  In the light of the foregoing, it can be concluded that the Court’s case-law does not contemplate the existence of a “genuine dispute” or an “arguable claim” as a criterion for determining whether there is a “legitimate expectation” protected by Article 1 of Protocol No. 1. The Court is therefore unable to follow the reasoning of the Chamber’s majority on this point. On the contrary, the Court takes the view that where the proprietary interest is in the nature of a claim it may be regarded as an “asset” only where it has a sufficient basis in national law, for example where there is settled case-law of the domestic courts confirming it» (Η έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου).

 

Σε ελεύθερη μετάφραση:

«52. Υπό το φως των ανωτέρω, μπορεί να συναχθεί ότι η νομολογία του Δικαστηρίου δεν προϋποθέτει την ύπαρξη «γνήσιας διαφοράς» ή «βάσιμης αξίωσης» ως κριτήριο για τον καθορισμό του κατά πόσον υπάρχει «νόμιμη προσδοκία» προστατευόμενη από το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 1. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν δύναται να ακολουθήσει τη συλλογιστική της πλειοψηφίας του Τμήματος επί του σημείου αυτού. Αντιθέτως, το Δικαστήριο κρίνει ότι όταν το περιουσιακό συμφέρον έχει τη μορφή αξίωσης, μπορεί να θεωρηθεί ως «περιουσιακό στοιχείο» μόνον εφόσον διαθέτει επαρκή βάση στο εθνικό δίκαιο, για παράδειγμα όταν υπάρχει πάγια νομολογία των εθνικών δικαστηρίων που το επιβεβαιώνει» (Η έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου).

 

   Επίσης, το τμήμα ευρείας σύνθεσης του ΕΔΔΑ στην μεταγενέστερη απόφαση, Belane Nagy v. Hungary, App. No. 53080/13, ημερ. 13.12.2016, αφού υιοθέτησε το λόγο της Kopecky, ανωτέρω, επισήμανε και τα ακόλουθα:

« 82.The Court has also held that Article 1 of Protocol No. 1 imposes no restriction on the Contracting States’ freedom to decide whether or not to have in place any form of social-security scheme, or to choose the type or amount of benefits to provide under any such scheme (see Sukhanov and Ilchenko v. Ukraine, nos. 68385/10 and 71378/10, §§ 35-39, 26 June 2014; Kolesnyk v. Ukraine (dec.), no. 57116/10, §§ 83, 89 and 91, 3 June 2014; and Fakas v. Ukraine (dec.), no. 4519/11, §§ 34, 37-43, 48, 3 June 2014). If, however, a Contracting State has in force legislation providing for the payment as of right of a welfare benefit – whether conditional or not on the prior payment of contributions – that legislation must be regarded as generating a proprietary interest falling within the ambit of Article 1 of Protocol No. 1 for persons satisfying its requirements (see Stec and Others (dec.), cited above, § 54).

 

83. In certain circumstances the making of compulsory contributions, for example to a pension fund or a social insurance scheme, may create a property right protected by Article 1 of Protocol No. 1 even before the contributor fulfils all the conditions to actually receive the pension or other benefit. This is the case when there is a direct link between the level of contributions and the benefits awarded (see Stec and Others (dec.), cited above, § 43). The payment of contributions to a pension fund may in certain circumstances create a property right in a portion of such a fund and a modification of the pension rights under such a system could therefore in principle raise an issue under Article 1 of Protocol No. 1; even if it is assumed that Article 1 of Protocol No. 1 guarantees to persons who have paid contributions to a special insurance system the right to derive benefit from the system, it cannot be interpreted as entitling that person to a pension of a particular amount (see Müller v. Austria, no. 5849/72, Commission’s report of 1 October 1975, DR 3, p. 25, § 30, quoted in T. v. Sweden, no. 10671/83, Commission decision of 4 March 1985, DR 42, p. 229, at p. 232)». (Η έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου).

 

Σε ελεύθερη μετάφραση:

«82. Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 δεν επιβάλλει κανέναν περιορισμό στην ελευθερία των Συμβαλλομένων Κρατών να αποφασίζουν εάν θα θεσπίσουν ή όχι οποιαδήποτε μορφή συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, ούτε να επιλέγουν τον τύπο ή το ύψος των παροχών που θα χορηγούνται στο πλαίσιο τέτοιου συστήματος (βλ. Sukhanov and Ilchenko κατά Ουκρανίας, αριθ. 68385/10 και 71378/10, §§ 35-39, 26 Ιουνίου 2014· Kolesnyk κατά Ουκρανίας (απόφ.), αριθ. 57116/10, §§ 83, 89 και 91, 3 Ιουνίου 2014· και Fakas κατά Ουκρανίας (απόφ.), αριθ. 4519/11, §§ 34, 37-43, 48, 3 Ιουνίου 2014). Ωστόσο, εφόσον ένα Συμβαλλόμενο Κράτος έχει σε ισχύ νομοθεσία που προβλέπει την καταβολή, ως δικαιώματος, παροχής κοινωνικής πρόνοιας —είτε υπό όρους είτε μη, ως προς την προηγούμενη καταβολή εισφορών— η εν λόγω νομοθεσία πρέπει να θεωρείται ότι δημιουργεί περιουσιακό συμφέρον, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 1, για τα πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις της (βλ. Stec και λοιποί (απόφ.), όπ. ανωτ., § 54).

 

83. Σε ορισμένες περιστάσεις, η καταβολή υποχρεωτικών εισφορών, για παράδειγμα σε συνταξιοδοτικό ταμείο ή σε σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, δύναται να δημιουργήσει περιουσιακό δικαίωμα προστατευόμενο από το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 1, ακόμη και πριν ο καταβάλλων εισφορές πληροί όλες τις προϋποθέσεις για την πραγματική λήψη σύνταξης ή άλλης παροχής. Τούτο συμβαίνει όταν υφίσταται άμεση σύνδεση μεταξύ του ύψους των εισφορών και των χορηγούμενων παροχών (βλ. Stec και λοιποί (απόφ.), όπ. ανωτ., § 43). Η καταβολή εισφορών σε συνταξιοδοτικό ταμείο δύναται, υπό ορισμένες περιστάσεις, να δημιουργήσει περιουσιακό δικαίωμα επί μέρους του εν λόγω ταμείου και, συνεπώς, μεταβολή των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο ενός τέτοιου συστήματος θα μπορούσε, κατ’ αρχήν, να εγείρει ζήτημα δυνάμει του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 1· ακόμη και αν υποτεθεί ότι το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 εγγυάται στα πρόσωπα που έχουν καταβάλει εισφορές σε ειδικό ασφαλιστικό σύστημα το δικαίωμα να απολαύουν ωφελημάτων από αυτό, δεν δύναται να ερμηνευθεί ως παρέχον σε αυτά δικαίωμα σε σύνταξη συγκεκριμένου ύψους (βλ. Müller κατά Αυστρίας, αριθ. 5849/72, έκθεση της Επιτροπής της 1ης Οκτωβρίου 1975, DR 3, σ. 25, § 30, όπως παρατίθεται στην υπόθεση T. κατά Σουηδίας, αριθ. 10671/83, απόφαση της Επιτροπής της 4ης Μαρτίου 1985, DR 42, σ. 229, στη σ. 232)». (Η έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου).

 

    Σχετικές επίσης είναι και οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ στις  Grbac v. Croatia, App. no. 64795/19, ημερ. 16.12.2021, παρ. 86, Zelca others v. Romania (App. no.65161/10) ημερ. 6.9.2011, παρ.18, Pravednaya v. Russia, App. no. 69529/01, ημερ. 18.11.2004, παρ. 38 και Stran Greek Refineries and Stratis Andreadis v. Greece, App. no. 13427/87, ημερ. 9.12.1994, παρ. 59.

    Αντιθέτως, ως έχει νομολογηθεί η απλή ελπίδα αναγνώρισης περιουσιακού δικαιώματος, το οποίο δεν κατέστη δυνατό να ασκηθεί αποτελεσματικά, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «περιουσία» κατά την έννοια του Άρθρου 1 του ΠΠΠ, ούτε και αξίωση υπό αίρεση που αποσβένεται λόγω μη πλήρωσης της αίρεσης (Βλ. Kopecky (ανωτέρω), παρ. 35).

 

      Στην Κουτσελίνη-Ιωαννίδου (ανωτέρω) κρίθηκε ότι το συμβατικό δικαίωμα στη σύνταξη των αιτητών, σε εκείνη την υπόθεση, αποκρυσταλλώθηκε με τη συμπλήρωση υπηρεσίας σε συντάξιμη θέση. Στην μεταγενέστερη απόφαση Αυγουστή (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι  «νοουμένου ότι ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση καταβολής σύνταξης, στο πλαίσιο της σύμβασης εργασίας, η προσδοκία απόκτησης αξίωσης για σύνταξη, η οποία γεννάται κατά τον χρόνο της πρόσληψης, συνιστά, εν δυνάμει, ιδιοκτησία και αποκρυσταλλώνεται ως ιδιοκτησιακό δικαίωμα με τη συμπλήρωση συντάξιμης υπηρεσίας σε συντάξιμη θέση…».

 

      Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Δημητριάδου κ.ά., Ε.Δ.Δ. 119/19 κ.ά., ημερ. 15.11.24, οι εφεσίβλητοι διετέλεσαν δημόσιοι υπάλληλοι και κατά την αφυπηρέτηση τους υπέβαλαν αίτημα για επιστροφή των περιοδικών εισφορών που κατέβαλαν στο Ταμείο Χηρών και Ορφανών σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 43 του Ν. 97(Ι)/97.   Το αίτημα τους απορρίφθηκε καθότι το δικαίωμα επιστροφής καταργήθηκε με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 6 του Ν. 216(Ι)/12.   Όπως επισημάνθηκε το περιουσιακό στοιχείο των εφεσιβλήτων «… δημιουργήθηκε από την έναρξη της καταβολής της πρώτης εισφοράς και ωρίμασε προς απόδοση, πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 216(Ι)/12». Κρίθηκε ότι το άρθρο 6 του Ν. 216(Ι)/12, που αποτέλεσε τη βάση έκδοσης των ατομικών διοικητικών πράξεων παραβιάζει τις πρόνοιες του Άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ.

                

      Στην προκείμενη περίπτωση, ως αναφέρθηκε, κατά τον γάμο της της εφεσείουσας το 1993 βρισκόταν σε ισχύ ο περί Συντάξεων Νόμος, Κεφ 331, οι πρόνοιες του οποίου της δημιουργούσαν προσδοκία να λάβει σύνταξη χηρείας στην περίπτωση που συνέτρεχαν οι εκ του νόμου προϋποθέσεις. Ενόσω βρισκόταν εν ζωή ο αφυπηρετήσας σύζυγος της,  o Nομοθέτης με την επιφύλαξη του  Άρθρου 37(3) του Ν. 97(I)/97 προέβλεψε και πάλιν ότι στην περίπτωση που ο θανών είχε σύζυγο κατά το χρόνο της αφυπηρέτησής του, η οποία απεβίωσε µετά την αφυπηρέτησή του και ακολούθως αυτός νυμφευθεί εκ νέου, η τελευταία σύζυγος του θεωρείται ως χήρα δικαιούμενη σε σύνταξη, με την εξαίρεση που καθορίζεται στην παράγραφο 2 του πιο πάνω άρθρου και ειδικότερα, στην περίπτωση που αυτή, μετά τον θάνατο του συζύγου της, ξαναπαντρευτεί.

 

   Είναι πρόδηλο ότι η εφεσείουσα πριν το θάνατο του συζύγου της δεν νομιμοποιείτο να αξιώσει την εν λόγω σύνταξη. Το δικαίωμα της αποκρυσταλλώθηκε με το θάνατο του συζύγου της και ειδικότερα το 2016. Η προσδοκία αξίωσης που είχε, πριν τον θάνατο του συζύγου της, σε σύνταξη χήρας ήταν εύλογη, θεμιτή και ήταν επαρκώς θεμελιωμένη στο Νόμο. Συναφώς, θεωρείται ως περιουσιακό στοιχείο το οποίο απολαύει της προστασίας του Άρθρου 23 του Συντάγματος και του Άρθρου 1 του ΠΠΠ.

 

    Όπως ήδη αναφέρθηκε, στις 28.12.12, δημοσιεύτηκε ο  Ν. 216(1)/2012, ο οποίος, με το Άρθρο 12 αυτού, αποστέρησε πλήρως το περιουσιακό δικαίωμα της εφεσίβλητης που αφορά τη σύνταξη χηρείας.  Η επέμβαση, στο πιο πάνω θεμελιώδες δικαίωμα, είναι υπέρμετρα δραστική αφού η πιο πάνω σχετική πρόνοια του  Νόμου κατάργησε τη θεμιτή και εύλογη προσδοκία  της εφεσίβλητης σε σύνταξη, η οποία θεμελιωνόταν στο Νόμο.

 

   Το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι αν το εν λόγω θεμελιώδες δικαίωμα στερήθηκε με τον τρόπο που το ίδιο το Σύνταγμα καθορίζει.

   Το Άρθρο 23 του Συντάγματος ρητά ορίζει ότι:

           «1….

2. Στέρησις ή περιορισµός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώµατος δεν δύναται να     επιβληθή ειµή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.

         3.Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους,  δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων…».

 

   Όπως κατ’ επανάληψη έχει νομολογηθεί εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος. Η ανάγκη θα πρέπει να τεκμηριώνεται και η ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη. Στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 6/24, ημερ. 11.4.25, επισημάνθηκε ότι «υπό το πρίσμα αυτό, η Βουλή των Αντιπροσώπων υποχρεούται «…. πρώτο, να προσδιορίσει τον τομέα προς το συμφέρον του οποίου γίνεται η επέμβαση. και, δεύτερο,  να στοιχειοθετήσει την ανάγκη για την οποία γίνεται η επέμβαση στον προσδιορισθέντα τομέα ή τομείς. …….. Για να δικαιολογείται η επέμβαση πρέπει να προκύπτει «πιεστική κοινωνική ανάγκη» ενόψει της οποίας επιβάλλεται να υποχωρήσει το ατομικό δικαίωμα για χάρη του συνόλου σε μια δημοκρατική κοινωνία. Για την προστασία της από διακριβωθέντα σοβαρό κίνδυνο στους τομείς που εξειδικεύονται στο ΄Αρθρο. ……. Η στάθμιση αγαθών φέρει από τη φύση της εγγενείς δυσκολίες. Ενόψει των οποίων παρέχονται λογικά περιθώρια εκτίμησης. Πάντως η θυσία του ενός αγαθού πρέπει να δικαιώνεται από τη διαφύλαξη του άλλου. Κι αυτό με αναφορά στο σκοπό και στη μεταξύ τους αναλογία» (βλ. επίσης την Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Βουλής των Αντιπροσώπων ( Αρ.2) (2000)3 Α.Α.Δ 238.

 

      Η στέρηση ή περιορισμός περιουσιακού δικαιώματος θα πρέπει να γίνεται  με νόμο και δικαιολογείται μόνον εφόσον είναι απολύτως αναγκαίος και στηρίζεται σε ένα εκ των περιοριστικώς καθοριζομένων, στο Άρθρο 23.3 του Συντάγματος, λόγων όπως είναι,  μεταξύ άλλων, η προστασία των δικαιωμάτων τρίτων.  

 

      Ο Νομοθέτης επικαλέστηκε ότι σκοπός εφαρμογής του Ν. 216(1)/2012, ως καθορίζεται στο άρθρο 3(1) αυτού, είναι η συγκράτηση των δαπανών των επαγγελματικών συστημάτων συνταξιοδότησης της κρατικής υπηρεσίας και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Δεν έγινε, από μέρους του Νομοθέτη, οποιαδήποτε εξειδίκευση και συσχετισμός.  Δεν έχει καταδειχθεί, με οποιοδήποτε τρόπο, ότι η θυσία του πιο πάνω θεμελιώδους δικαιώματος δικαιώνεται από τη διαφύλαξη άλλου.  Και αυτό με αναφορά στο σκοπό και στη  μεταξύ τους αναλογία.

 

       Εν προκειμένω, δεν  έχει στοιχειοθετηθεί, από τη νομοθετική εξουσία η οποία βαρύνεται με τη σχετική υποχρέωση, πιεστική κοινωνική ανάγκη που να δικαιολογεί  επέμβαση προς το συμφέρον της συνταγματικής τάξης, της προστασίας των δικαιωμάτων τρίτων ή των λοιπών προβλεπόμενων περιορισμών που καθορίζονται στο Άρθρο 23.3 του Συντάγματος.   

 

      Για τους πιο πάνω λόγους, ορθό ήταν το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το Άρθρο 12 του Ν. 216(1)/2012, με βάση το οποίο λήφθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αντισυνταγματικό καθότι παραβιάζει το Άρθρο 23 του Συντάγματος.

 

    Ενόψει των πιο πάνω,  παρέλκει η εξέταση του έτερου ζητήματος.

 

 

Κατάληξη

Για τους πιο πάνω λόγους, η έφεση απορρίπτεται.

 

                                                          Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.

 

/ΕΑΠ.

 



[1] Ο περί Συνταξιοδοτικών Ωφελημάτων Κρατικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα περιλαμβανομένων και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) Νόμος του 2012 (Ν. 216(Ι)/2012).

[2] Μεταγενέστερη τροποποίηση του Άρθρου 12 δια του Νόμου 16(Ι)/2020 δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω.

[3] Βλ., μεταξύ άλλων, Constantinou and others v. Cyprus, Appl. Nos. 77396/14 and 4 others, παράγραφος 115 και την νομολογία που εκεί παρατίθεται και παράγραφος 118, Αzinas ν. CyprusApplNo. 56679/00, Απόφαση ΕΔΔΑ ημερ. 28.4.2004, Φιλίππου κ.α. ν. Δημοκρατίας (2010) 3 ΑΑΔ 241, Παύλου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 ΑΑΔ 584, Κουτσελίνη-Ιωαννίδου κ.α. (ανωτέρω).

[4] Βλ. Άρθρο 39(1) του Ν. 41/1980.

[5] Βλ. Άρθρο 4 του τροποποιητικού Νόμου 33(Ι)/1992.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο