ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.95/21)
19 Μαΐου, 2026
[ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, ΣΑΝΤΗΣ, ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΙΩΑΝΝΗΣ ΝΤΟΚΟΣ,
Εφεσείων/Αιτητής,
ν.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ,
Εφεσίβλητης/Καθ’ ης η Αίτηση.
_________________
Αίτηση ημερ.27.4.26 για επαναφορά της Έφεσης
Ν. Τσικλαούρι (κα), για Εφεσείοντα/Αιτητή.
Π. Βασιλείου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα, για την Εφεσίβλητη/Καθ’ ης η Αίτηση.
_________________
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τη Δικαστή Ψαρά-Μιλτιάδου.
_________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Ex-tempore)
ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.: Ο Εφεσείων ως Αιτητής κατεχώρησε την ως άνω αίτηση επιδιώκοντας παραμερισμό της απόφασης απόρριψης της Έφεσης και της συναφούς καταδίκης του στα έξοδα. Επιζητεί ακόμη έκδοση διαταγής επαναφοράς της Έφεσης στο στάδιο που βρισκόταν πριν απορριφθεί και συνέχιση της εκδίκασης αυτής. Ταυτόχρονα επιζητεί – εάν βεβαίως πετύχει στα πιο πάνω – έκδοση διατάγματος με το οποίο να του δίδεται χρόνος δύο ημερών να καταχωρήσει το περίγραμμα αγόρευσής του.
Η Αίτηση βασίζεται σε ευρεία νομική βάση. Σε αυτό το στάδιο είναι αρκετό να αναφέρουμε πως από συνδυασμένη εφαρμογή του περί της Λειτουργίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, Διαδικαστικού Κανονισμού του 2023 (2/2023) και του περί της Λειτουργίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία – Μεταβατικές Διατάξεις) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2025 (9/2025), προκύπτει πως για όλες τις εφέσεις που εκδικάζονται δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 23 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) (Τροποποιητικού Νόμου) 145(Ι)/2022, ως τροποποιήθηκε από τον Ν.141(Ι)/2025, εφαρμόζεται κατ’ αναλογία, ο περί Διοικητικού Εφετείου Διαδικαστικός Κανονισμός του 2025.
Η υπό αναφορά Έφεση εμπίπτει σ’ αυτές τις μεταβατικές διατάξεις που εκδικάζονται από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο.
Ο τελευταίος αυτός Διαδικαστικός Κανονισμός 6/2025 παραπέμπει δε, ευθέως στο Μέρος 41 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (εκτός κάποιων εξαιρέσεων που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω).
Πρόκειται για τον Κανονισμό 41 υπό τον τίτλο «Εφέσεις».
Ενδιαφέρει το 41.18. των Νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, υπό παράγραφοι (1), (4) και (5), οι οποίοι έχουν ως εξής:
«(1) Αν ο εφεσείων … παραλείψει να καταχωρίσει περίγραμμα αγόρευσης, η έφεση απορρίπτεται …»
Και δυνάμει των υποπαραγράφων (4) και (5):
«(4) Στο τέλος εκάστου μηνός, ο Πρωτοκολλητής του Εφετείου ετοιμάζει κατάλογο των εφέσεων στις οποίες οι διάδικοι παρέλειψαν να καταχωρίσουν περιγράμματα αγορεύσεων και θέτει τον κατάλογο ενώπιον του αρμοδίου Εφετείου, το οποίο επιλαμβάνεται του θέματος.
(5) Έφεση ή αντέφεση που απορρίπτεται, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, επαναφέρεται όταν αποδεικνύεται ότι η μη καταχώριση περιγράμματος αγόρευσης, οφείλεται σε λόγο πέραν των δυνάμεων του εφεσείοντα ή του εφεσιβλήτου ανάλογα με την περίπτωση, με αποτέλεσμα η μη επαναφορά της να ισοδυναμεί με αποστέρηση του δικαιώματος να ακουστούν.»
Στην ένορκη δήλωση της κας Λοίζου, συνεργάτιδας της δικηγόρου του Εφεσείοντα, που στηρίζει την αίτηση, αναφέρονται τα ακόλουθα:
Γίνεται αποδεκτό πως κατά την προδικασία στις 8.10.25 δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για ανταλλαγή περιγραμμάτων σύμφωνα με τους Θεσμούς, παρόντων των συνηγόρων και των δύο πλευρών. Η μη καταχώρηση του περιγράμματος του Εφεσείοντα οδήγησε το Δικαστήριο στις 15.1.26 στην απόρριψη της Έφεσης και στην καταδίκη του Εφεσείοντα στα έξοδα.
Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, το περίγραμμα της πλευράς του Εφεσείοντα δεν καταχωρήθηκε λόγω αιφνίδιου προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε η μητέρα της δικηγόρου του, η οποία είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο την 28.10.25 και νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου μέχρι 30.10.25. Από εκεί και ύστερα η συνήγορος του Εφεσείοντα διευθετούσε κάθε ιατρικό θέμα και συνόδευε τη μητέρα της σε πολλές εξετάσεις και ραντεβού, εφόσον υπήρχε φόβος επανάληψης του εγκεφαλικού, καθώς και σε σχέση με άλλα σοβαρά προβλήματα υγείας που λεπτομερώς περιγράφονται.
Στην ίδια ένορκη δήλωση τονίστηκε πως η όλη κατάσταση της μητέρας της συνηγόρου την επηρέασε συναισθηματικά, καθώς και στην καθημερινότητα της, αφού η μητέρα της δεν μπορούσε πλέον να προσέχει τα τρία παιδιά της, ώστε να είναι σε κατάσταση σύγχυσης νομίζοντας ότι είχε καταχωρήσει το περίγραμμα της παρούσας το οποίο είχε ετοιμάσει ως προσχέδιο και βρισκόταν στον φάκελο. Τελικά αντιλήφθηκε ότι δεν το έπραξε όταν στις 7.4.26, ο ίδιος ο Εφεσείων της τηλεφώνησε ζητώντας ενημέρωση για την πορεία της υπόθεσης.
Αν και η πλευρά της Εφεσίβλητης/Καθ’ ης η Αίτηση δεν έφερε ένσταση στην παρούσα αίτηση, πρέπει το ίδιο το Δικαστήριο να πεισθεί πως είναι η κατάλληλη περίπτωση για να ανοιχθεί η υπόθεση εκ νέου, εφόσον το δικαίωμα επαναφοράς αφορά κυρίως το θέμα της τελεσιδικίας δικαστικών αποφάσεων.
Στη Ρουβανιάς Λτδ κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ.191, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε ασχοληθεί με το πανομοιότυπο του Κ.41.18, Κανονισμό 13(ε) του περί Εφέσεων (Προδικασία, Περιγράμματα Αγορεύσεων, Περιορισμός του Χρόνου των Προφορικών Αγορεύσεων και Συνοπτική Διαδικασία για την απόρριψη προδήλως Αβάσιμων Εφέσεων) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1996.
Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα:
«"Ο διάδικος δεν μπορεί κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No.2) Co. Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992:
Τhe court should not be astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded."
Το κριτήριο της επαναφοράς περικλείεται στη φράση "πέραν των δυνάμεων του εφεσείοντα ή αντεφεσείοντα". Εκφράζει με σαφήνεια την πρόθεση των συντακτών του Κανονισμού να περιορίσουν στο ελάχιστο το πεδίο άσκησης της δικαιοδοσίας για επαναφορά. Προφανώς γιατί διαφορετική αντιμετώπιση θα μπορούσε να δημιουργήσει επικίνδυνα ρήγματα στην εφαρμογή της αρχής της τελεσιδικίας. Τελευταία, στην Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Αγαθοκλή Παπαγεωργίου κ.ά. (2000) 3 Α.Α.Δ.151, κρίναμε ότι η λανθασμένη εκτίμηση των δικηγόρων που οδήγησε σε απόσυρση της έφεσης δεν αποτελούσε λόγο επαναφοράς.
Δεν μπορεί το λάθος που έγινε σε αυτή την περίπτωση, με οποιαδήποτε ερμηνευτική προσέγγιση, να θεωρηθεί σαν δικαιολογητικός λόγος για επαναφορά. Μια τέτοια ερμηνεία θα κακοποιούσε το καθαρό νόημα του κανονισμού. Η φράση δεν μπορεί παρά να σημαίνει εξαιρετικό, έκτακτο ή σπάνιο συμβάν ή περίσταση, που είναι απρόβλεπτο και εκτός ελέγχου. Ό,τι συνέβη εδώ δεν εμπίπτει στο κριτήριο επαναφοράς που έθεσε ο κανονισμός. Ούτε καν στο κριτήριο της Grand Metropolitan, ανωτέρω, στην περίπτωση που ίσχυε.»
Έχουμε μελετήσει τα δεδομένα της υπόθεσης σε συσχετισμό βεβαίως με τις αρχές που η Νομολογία έχει θέσει.
Κρίνουμε πως η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται ως προς τις περιστάσεις της από τα δεδομένα της Ρουβανιάς (ανωτέρω), καθώς και άλλων συναφών αυτής (Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ.72/21, 12.11.25).
Στην κρινόμενη υπόθεση, το δεσπόζον στοιχείο που αποτελεί την αιτία της παράλειψης να καταχωρηθεί εντός του οριζόμενου χρόνου ήταν η σοβαρή ασθένεια της μητέρας της δικηγόρου που είχε πολλαπλές συνέπειες στη δική της ζωή. Δεν έχουμε διαγνώσει έλλειψη σεβασμού προς τις δικαστικές διαδικασίες, ούτε αμέλεια ή έλλειψη προγραμματισμού.
Ισχύουν θεωρούμε, αυτά που λέχθησαν σε άλλες αυθεντίες στις οποίες τα πραγματικά τους περιστατικά ήταν τέτοια που οδήγησαν το Δικαστήριο στην αποδοχή αίτησης επαναφοράς έφεσης.
Στη Μιάρης κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (2009) 1 Α.Α.Δ.435, ενώ επισημάνθηκε πως η νομολογία δεν ευνοεί την εύκολη παροχή άδειας για επαναφορά έφεσης, τονίσθηκε πως καταστάσεις που απολήγουν σε τέτοια αποδυνάμωση του δικηγόρου που να μην μπορεί να ανταποκριθεί, στα καθήκοντά του, δύναται να οδηγήσουν σε έγκριση τέτοιων αιτήσεων, όταν αυτό σαφώς απαιτείται από τη δικαιοσύνη του πράγματος.
Στη Μανώλη ν. Ελευθερίου (2000) 1 Α.Α.Δ.2034 ακολουθήθηκε η ίδια προσέγγιση και αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Η σαφήνεια του νομικού πλαισίου μέσα στο οποίο καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει αίτημα για επαναφορά έφεσης δεν καθιστά πάντοτε χωρίς δυσκολία την άσκηση κρίσης αναφορικά με τι είναι που δικαιολογούν τα περιστατικά της συγκεκριμένης περίπτωσης. Η παρούσα περίπτωση μας έχει προβληματίσει ιδιαίτερα. Αποκλίναμε τελικά προς την άποψη ότι το πρόβλημα εδώ προέκυψε από αντικειμενικούς παράγοντες που αποδυνάμωσαν τον δικηγόρο του εφεσείοντος σε βαθμό που δεν μπορούσε να ανταποκριθεί σε ό,τι απαιτείτο, με αποτέλεσμα να μην καθίστατο πρακτικώς εφικτή η άσκηση των δικαιωμάτων του εφεσείοντος. Θεωρούμε λοιπόν πως μπορεί εν προκειμένω να συγχωρεθεί η παράλειψη.»
Στη βάση των πιο πάνω και στην απουσία ένστασης της άλλης πλευράς, θεωρούμε πως δύναται να ασκήσουμε τη διακριτική μας εξουσία υπέρ της έγκρισης της αίτησης.
Εκδίδονται διαταγές ως τα παρακλητικά Α-Δ της αίτησης.
Ουδεμία διαταγή για έξοδα.
Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.
Ν. Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.
/Σ.Θ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο