ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Άρθρο 23(3)(δ) του Ν.33/64 – Μεταβατικές Διατάξεις)
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 145/21)
20 Αυγούστου, 2026
[ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ)
HERMES AIRPORTS LTD,
Εφεσείουσα,
v.
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ,
Εφεσίβλητης.
____________________
Α. Χρίστου (κα) για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ, για την Εφεσείουσα
Δ. Καλλή (κα), Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για την Εφεσίβλητη
---------
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Τ.Θ. Οικονόμου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.:
1. Τα γεγονότα
Η Hermes Airports Ltd (εν τοις εφεξής «η Hermes») δραστηριοποιείται αποκλειστικά στον τομέα ανάπτυξης και διαχείρισης των αερολιμένων Λάρνακας και Πάφου, στη βάση 25ετούς σύμβασης παραχώρησης ΚΕΕ - BOT (Κατασκευή-Εκμετάλλευση-Εξώνηση-Build-Operate-Transfer) που υπέγραψε στις 11/5/2006 με την Κυπριακή Δημοκρατία («Σύμβαση Παραχώρησης για την Ανάπτυξη και Διαχείριση Διεθνών Αερολιμένων Λάρνακας και Πάφου» (εν τοις εφεξής η «Σύμβαση»).
Με βάση τη Σύμβαση η Hermes ανέλαβε τον σχεδιασμό, ανάπτυξη, κατασκευή και διαχείριση των αεροδρομίων Λάρνακας και Πάφου, και κατά την λήξη της περιόδου της Σύμβασης θα πρέπει να παραδώσει τα αεροδρόμια στη Δημοκρατία σε πλήρως καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση.
Σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης, η Hermes κατέχει το αποκλειστικό δικαίωμα διαχείρισης των ως άνω αεροδρομίων, το οποίο περιλαμβάνει την εκτέλεση και διεκπεραίωση έργων, όπως και τη διεύθυνση, λειτουργία και παροχή υπηρεσιών αεροδρομίου, συμπεριλαμβανομένου του αποκλειστικού δικαιώματος παροχής υπηρεσιών πρόσβασης και εγκατάστασης προς εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων στους αερολιμένες Λάρνακας και Πάφου.
Επίσης έχει την ευθύνη, υποχρέωση και δικαίωμα, διεξαγωγής των δραστηριοτήτων (Project Operations) και συναφών εργασιών που είναι αναγκαίες ή πρόσφορες για την εύρυθμη και αποδοτική λειτουργία των αεροδρομίων, περιλαμβανομένων των «υπηρεσιών αεροδρομίου» που αναφέρονται στο Παράρτημα 3 (Schedule 3) της Σύμβασης.
Επιπρόσθετα, έχει το δικαίωμα να προκηρύσσει διαγωνισμούς και συνάπτει συμβάσεις αναφορικά με διάφορες δραστηριότητες και την εξασφάλιση υπηρεσιών και προμηθειών σε σχέση με τη λειτουργία των αεροδρομίων, ως και συμβάσεις για την παραχώρηση χώρων εγκατάστασης σε τρίτες εταιρείες.
Η διαχείριση από την Hermes κάλυπτε και το παλαιό αεροδρόμιο Λάρνακας πριν την έναρξη λειτουργίας του νέου αεροδρομίου το 2009. Το 2008 είχε προκηρύξει διαγωνισμό για την παραχώρηση on airport συμβάσεων για τα έτη 2008 – 2011 (ο «πρώτος διαγωνισμός»).
Οι on airport συμβάσεις παρέχουν το βασικό δικαίωμα εγκατάστασης και δραστηριοποίησης των εταιρειών ενοικίασης οχημάτων στα αεροδρόμια. Ειδικότερα, παρέχονται στην αντισυμβαλλόμενη εταιρεία διευκολύνσεις χρήσης γραφειακών χώρων στο σημείο όπου καταφθάνουν οι ταξιδιώτες, δηλαδή στο χώρο υποδοχής, καθώς και καθορισμένων χώρων στάθμευσης αποκλειστικής χρήσης για την κάθε εταιρεία σε ειδικό χώρο διαμορφωμένο έναντι και πολύ πλησίον της εισόδου του τερματικού.
Ο πρώτος διαγωνισμός είχε ως αποτέλεσμα τη σύναψη επτά on airport συμβάσεων (κατά ακρίβεια επτά μετά τη συμφωνηθείσα προσθήκη ακόμα μιας εταιρείας). Μεταξύ των επιτυχόντων ήταν και η Demstar Rentals (2005) Ltd, η οποία εμπορεύεται με την επωνυμία Hertz (εν τοις εφεξής «η Hertz») και η οποία δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών μίσθωσης αυτοκινήτων βραχυπρόθεσμης διάρκειας, με βάση σύμβαση δικαιόχρησης («Franchise agreement»).
Το 2011 προκηρύχθηκε δεύτερος διαγωνισμός για τα έτη 2012 – 2017 (ο «δεύτερος διαγωνισμός»).
Η Hertz δεν ήταν αυτή τη φορά επιτυχούσα προσφοροδότρια, οπότε προχώρησε στη σύναψη off airport σύμβασης με την Hermes για τα έτη 2013 – 2017.
Οι off airport συμβάσεις είναι υποδεέστερες από πλευράς δικαιωμάτων για τις αντισυμβαλλόμενες εταιρείες. Η σύμβαση οff airport δεν παρέχει δικαίωμα χρήσης των ειδικών γραφειακών χώρων για την προώθηση και διεξαγωγή των εργασιών στο χώρο υποδοχής/παραλαβής του τερματικού και αποκλειστικών χώρων στάθμευσης, που είναι τα βασικά δικαιώματα που παραχωρούνται με την οn airport σύμβαση. Με την οff airport άδεια, ο αδειούχος δύναται να διακινεί μέσω shuttle τους πελάτες του από τους χώρους του τερματικού προς τις εγκαταστάσεις του που βρίσκονται εκτός των ορίων του τερματικού, όπου βρίσκονται τα ενοικιαζόμενα οχήματα και αντίστροφα. Με την off airport άδεια απαγορεύεται στους αδειούχους να παραλαμβάνουν πελάτες κατά την άφιξη τους στα αεροδρόμια παρά μόνο επιτρέπεται η άφιξη ενός υπαλλήλου των off airport εταιρειών στο χώρο αφίξεων για να παραλάβει τους πελάτες που είχαν ήδη κάνει προκράτηση μέσω διαδικτύου.
2. Η καταγγελία της Hertz
Στον δεύτερο δημόσιο διαγωνισμό αναφορικά με τις on airport συμβάσεις η Hermes, αφενός αύξησε σημαντικά, κατά 53%, την απαιτούμενη Ελάχιστη Ετήσια Εγγύηση (Minimum Annual Guarantee, MAG), γεγονός που οδήγησε τις ενδιαφερόμενες εταιρείες στην υποβολή σημαντικά αυξημένων προσφορών, αλλά και σε αύξηση του συνολικού ενοικίου. Aφετέρου, μείωσε τις θέσεις που διέθεσε στους airport operators από επτά σε τέσσερις. Είναι η θέση της Hertz ότι υπό την πίεση τέτοιας μονομερούς συμπεριφοράς, δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει on airport σύμβαση και προχώρησε σε off airport σύμβαση. Η τελευταία, όχι μόνο, ως άνω, εγγενώς μειονεκτούσε, αλλά περαιτέρω η Hermes αφενός, επέβαλε αθέμιτους όρους και αφετέρου, απάλειψε ευνοϊκούς όρους που υπήρχαν στις προηγούμενες off airport συμβάσεις, χωρίς να έχει προβληθεί οποιαδήποτε αντικειμενική δικαιολογία. Ειδικότερα υπήρξε αύξηση του συνολικού ενοικίου κατά 12% σε σύγκριση με το 2012 – 2013 με παράλληλη μείωση στις παρεχόμενες υπηρεσίες και συγκεκριμένα στην χρήση κινητού γραφείου, εφόσον είχε απαλειφθεί από τη νέα σύμβαση η τελευταία παράγραφος του όρου 2.01, ο οποίος θα έδιδε το δικαίωμα στην Hertz να διατηρεί πάντοτε ένα υπάλληλο της στο χώρο αφίξεων υποδοχής των επιβατών (ανεξάρτητα από τη μη ύπαρξη κινητού γραφείου). Επίσης η περίοδος ειδοποίησης για την καταγγελία της σύμβασης μειώθηκε από 60 σε 30 ημέρες (όρος 3.03).
Η Hertz, υπέβαλε καταγγελία προς την Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού (εν τοις εφεξής «η Επιτροπή»), ισχυριζόμενη ότι οι παραπάνω ενέργειες, τόσο σε σχέση με το δεύτερο διαγωνισμό για τις on airport συμβάσεις, όσο και σε σχέση με την on airport σύμβαση για τα έτη 2013 – 2017, συνιστούν καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης που κατέχει η Hermes ως διαχειρίστρια εταιρεία των εν λόγω αεροδρομίων, υπερβολική και καταχρηστική τιμολόγηση/όρο συναλλαγής, κατά παράβαση του Άρθρου 6(1)(α)(β) και (γ) του περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου του 2008, Ν. 13(Ι)/2008, όπως ίσχυε τότε (εν τοις εφεξής «ο Νόμος»), και του αντίστοιχου Άρθρου 102 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) αφενός και αφετέρου σε καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτισης κατά παράβαση του Άρθρου 6(2) του Νόμου (όπως ίσχυε τότε).
Τα Άρθρα 102 ΣΛΕΕ και 6 του Νόμου έχουν ως ακολούθως:
«Άρθρο 102 ΣΛΕΕ:
(πρώην άρθρο 82 της ΣΕΚ)
Είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά και απαγορεύεται, κατά το μέτρο που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους εντός της εσωτερικής αγοράς ή σημαντικού τμήματός της.
Η κατάχρηση αυτή δύναται να συνίσταται ιδίως:
α) στην άμεση ή έμμεση επιβολή μη δικαίων τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής,
β) στον περιορισμό της παραγωγής, της διαθέσεως ή της τεχνολογικής αναπτύξεως επί ζημία των καταναλωτών,·
γ) στην εφαρμογή ανίσων όρων επί ισοδυνάμων παροχών έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό,
δ) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών.»
Το Άρθρο 6 του Νόμου:
«6.-(1) Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης μιας ή περισσότερων επιχειρήσεων, που κατέχει ή κατέχουν δεσπόζουσα θέση στο σύνολο ή μέρος της εγχώριας αγοράς ενός προϊόντος, ιδιαίτερα εάν η πράξη αυτή έχει ως αποτέλεσμα ή ενδεχόμενο αποτέλεσμα -
(α) τον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό αθέμιτων τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων μη θεμιτών υπό τις περιστάσεις όρων συναλλαγής·
(β) τον περιορισμό της παραγωγής ή της διάθεσης ή της τεχνολογικής ανάπτυξης, προς ζημιά των καταναλωτών·
(γ) την εφαρμογή ανόμοιων όρων για ισοδύναμες συναλλαγές, με συνέπεια ορισμένες επιχειρήσεις να τίθενται σε μειονεκτική στον ανταγωνισμό θέση·
(δ) την εξάρτηση της σύναψης συμφωνιών από την αποδοχή εκ μέρους των αντισυμβαλλόμενων πρόσθετων υποχρεώσεων, οι οποίες, εκ της φύσεώς τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες, δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμφωνιών αυτών.
(2) Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτή ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη, προμηθευτή, παραγωγού, αντιπροσώπου, διανομέα ή εμπορικού συνεργάτη τους, ακόμη κι ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών, και δε διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης μπορεί να συνίσταται ιδιαίτερα στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων.»
3. To τελικό συμπέρασμα της Επιτροπής
Η Επιτροπή εξέτασε κατά πόσον οι όροι που περιλαμβάνονται τόσο στην προκήρυξη του τελευταίου διαγωνισμού για τις on airport συμβάσεις, όσο και στην υφιστάμενη off airport σύμβαση που είχε συνάψει η Hertz, αποτελούν συνδυαστικά και/ή μεμονωμένα ιδωμένοι καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της Hermes.
Αφού άκουσε τους εμπλεκομένους και εξέτασε τα γεγονότα υπό το πρίσμα των επιχειρημάτων τους και υπό το φως του Νόμου και της σχετικής νομολογίας, καταλόγισε στην Hermes ότι οι ενέργειες συνιστούν αθέμιτους όρους συναλλαγής (unfair trading conditions) εν τη εννοία του Άρθρου 6(1)(α) του Νόμου και 102(α) ΣΛΕΕ.
Παράλληλα, απέρριψε τις αιτιάσεις της Hertz περί
- υπερβολικής τιμολόγησης (excessive pricing) (Άρθρο 6(1)(α) του Νόμου και 102(α) ΣΛΕΕ),
- άρνησης προμήθειας (refusal to supply) (Άρθρο 6(1)(β) του Νόμου και 102(β) ΣΛΕΕ) και
- εφαρμογής άνισων όρων για ισοδύναμες συναλλαγές («διακριτική»[1] μεταχείριση) (Άρθρο 6(1)(γ) του Νόμου και 102(γ) ΣΛΕΕ).
Σε ό,τι αφορά την καταγγελία περί καταχρηστικής εκμετάλλευσης κατά παράβαση του Άρθρου 6(2) του Νόμου, η Επιτροπή έκρινε ότι παρέλκει η εξέταση της, δεδομένου ότι οι ισχυριζόμενες καταχρηστικές συμπεριφορές εξετάστηκαν υπό το Άρθρο 6(1)(α) ως αθέμιτοι όροι συναλλαγής.
Από την απόφαση της Επιτροπής προκύπτει ότι εξέτασε συνδυαστικά τους όρους του διαγωνισμού για τις on airport συμβάσεις και τους όρους των off airport συμβάσεων και αφού έλαβε υπόψη τις θέσεις που προέβαλε η Hermes, στο βαθμό που τις έκρινε βάσιμες, κατέληξε ως ακολούθως:
«ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ
Η Επιτροπή, συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω λόγους, ως αυτοί έχουν αναλυθεί στο αιτιολογημένο σκεπτικό της απόφασης διαπίστωσε κατά πλειοψηφία ότι η καταχρηστική συμπεριφορά από μέρους της Hermes αφορά την επιβολή αθέμιτων όρων συναλλαγής κατά παράβαση του άρθρων 6(1)(α) του Νόμου και 102 της ΣΛΕΕ.
Η Επιτροπή, με γνώμονα ότι, το διοικητικό πρόστιμο που δύναται να επιβάλει σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 24(α)(i), ανέρχεται μέχρι το δέκα τοις εκατό (10%) του κύκλου εργασιών της επιχείρησης, έλαβε υπόψη τη διάρκεια, τη φύση και τη σοβαρότητα/βαρύτητα της παράβασης, ως ορίζουν τα άρθρα 42(1) και 24(α)(i) του Νόμου και έχοντας υπόψη το άρθρο 24(β) και (γ) του Νόμου το οποίο δίνει τη δυνατότητα της επιβολής διορθωτικών μέτρων, αποφασίζει κατά πλειοψηφία ως ακολούθως:
(Α) Υποχρεώνει την Hermes, να παύσει τη διαπιστωθείσα, ως το άνω σκεπτικό, παράβαση του άρθρου 6(1)(α) του Νόμου και του αντίστοιχου άρθρου 102 της ΣΛΕΕ και να αποφύγει επανάληψη αυτής στο μέλλον στις on-airport και off-airport συμβάσεις.
(Β) Καλεί την καταγγελλόμενη να προβεί σε προκήρυξη νέου διαγωνισμού για on airport συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ενοικιάσεως αυτοκινήτων στα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου η οποία να προβλέπει την εγκατάσταση τουλάχιστον επτά (7) εταιρειών παροχής υπηρεσιών ενοικιάσεως αυτοκινήτων, το συντομότερο δυνατό και εν πάση περιπτώσει το αργότερο τρείς (3) μήνες πριν τη λήξη των ισχυουσών on airport συμβάσεων.
(Γ) Επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο στην Hermes ανερχόμενο σε €750.000 Ευρώ, αναφορικά με τη διαπιστωθείσα στο ως άνω σκεπτικό παράβαση του άρθρου 6(1)(α) του Νόμου και του αντίστοιχου άρθρου 102 ΣΛΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη τον κύκλο εργασιών της, ο οποίος σύμφωνα με τις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις που απέστειλε για το οικονομικό έτος που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου του 2010 ήτοι το προηγούμενο της παράβασης οικονομικό έτος (το έτος πριν την προκήρυξη του δεύτερου διαγωνισμού για τις On airport συμβάσεις) ήταν της τάξης των € {.}.
Η Επιτροπή καλεί την εταιρεία Hermes όπως, μέσα σε τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης καταβάλει στην Επιτροπή, το πιο πάνω διοικητικό πρόστιμο που της επεβλήθη.»
4. Η προσφυγή
Η Hermes καταχώρισε προσφυγή με την οποία προσέβαλε το διοικητικό πρόστιμο ως ακολούθως:
«Δήλωση και/ή διαταγή του Δικαστηρίου ότι η απόφαση της Καθ΄ ης η αίτηση ημερομηνίας 23.6.2015 … και με την οποία η Καθ΄ ης η Αίτηση αποφάσισε την επιβολή διοικητικού προστίμου στην Αιτήτρια ύψους €750.000 για την κατ’ ισχυρισμόν διαπιστωθείσα παράβαση εκ μέρους της Αιτήτριας του άρθρου 6(1)(α) του περί Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού Νόμου 13(Ι)/2008 και του αντίστοιχου άρθρου 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή εστερημένη παντός εννόμου αποτελέσματος.»
Το πρωτόδικο δικαστήριο προσδιόρισε τα επίδικα θέματα της προσφυγής και τις εκατέρωθεν θέσεις ως ακολούθως:
«(α) Ο Νόμος είναι αντισυνταγματικός, καθότι προσκρούει στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και/ή αποτελεί έκδηλη παραβίαση του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και του άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ)·
(β) Η απουσία ύπαρξης πλήρους δικαστικού ελέγχου των ευρημάτων της Επιτροπής παραβιάζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, το Άρθρο 30 του Συντάγματος, το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ·
(γ) Η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω πλάνης περί τα πράγματα και το νόμο, αλλά και λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και/ή καθόλου έρευνας·
(δ) Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται οποιασδήποτε επαρκούς και/ή νόμιμης και/ή ειδικής αιτιολογίας·
(ε) Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης, ως αυτές κατοχυρώνονται στα άρθρα 50 και 51 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν. 158(Ι)/1999).
Από την πλευρά της, η ευπαίδευτη συνήγορος για την καθ' ης η αίτηση, επικαλούμενη νομολογία των Δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας, αλλά και ημεδαπή, αντιτείνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Ενωσιακού δικαίου, του Συντάγματος, της οικείας νομοθεσίας και τις γενικές αρχές του Διοικητικού Δικαίου, οι οποίες ουδόλως έχουν παραβιαστεί, είναι δε αυτή επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη της. Καταλήγει η κα Καλλή ότι δεν στοιχειοθετείται λόγος ακύρωσης και, συνακόλουθα, δε χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.»
5. Η πρωτόδικη απόφαση
Το πρωτόδικο δικαστήριο καταρχάς απέρριψε τον ισχυρισμό περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου, παραπέμποντας σε σειρά αποφάσεων όπου εξετάστηκαν οι ίδιοι ισχυρισμοί και αποφασίστηκε ότι ο εν λόγω δικαστικός έλεγχος πληροί τα εχέγγυα του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.[2]
Ακολούθως εξέτασε την απόφαση της Επιτροπής αναφορικά με το εύρημα για την «σχετική αγορά υπηρεσιών» και την «σχετική γεωγραφική αγορά», καταλήγοντας, αφού παρέθεσε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση, ότι η Επιτροπή εξέτασε δεόντως τα ζητήματα αυτά, χωρίς να διαπιστώνεται πλάνη.
Σε ότι αφορά στη διαπίστωση της Επιτροπής περί κατοχής δεσπόζουσας θέσης, το δικαστήριο σημείωσε ότι στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας της Hermes βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι ελλείπει το στοιχείο που θα καθιστούσε τις εν λόγω διευκολύνσεις αναγκαίες και/ή απαραίτητες για τους σκοπούς διεξαγωγής των εργασιών της Hertz. Ήταν η θέση της Hermes ότι υπήρχε πληθώρα υποκατάστατων μεθόδων τις οποίες η Hertz θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για την άσκηση των εργασιών της, την στιγμή που για να θεωρείται, σύμφωνα με τη νομολογία μια διευκόλυνση ως βασική διευκόλυνση (essential facility) θα πρέπει αυτή να είναι επιτακτική και/ή απαραίτητη (indispensable) για την άσκηση των εργασιών της επιχείρησης που επιζητεί την πρόσβαση στην σχετική διευκόλυνση και θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει στην αγορά πραγματικό ή δυνητικό υποκατάστατο για τους ανταγωνιστές. Το δικαστήριο σημείωσε ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε το θέμα υπό το πρίσμα της ύπαρξης ή μη βασικής διευκόλυνσης, εφόσον η διαπίστωση περί δεσπόζουσας θέσης στηρίχθηκε στο νόμιμο μονοπώλιο που είχε η Hermes για εκμετάλλευση/διαχείριση των αερολιμένων Λάρνακας και Πάφου και στο αποκλειστικό δικαίωμα της, μεταξύ άλλων, να παρέχει υπηρεσίες σχετικά με την πρόσβαση και εγκατάσταση εταιρειών ενοικιάσεων αυτοκινήτων που λειτουργούν στους χώρους των αεροδρομίων.
Το πρωτόδικο δικαστήριο ανέφερε επί του θέματος αυτού τα εξής:
«Προκύπτει λοιπόν από το υπό αναφορά μέρος της επίδικης απόφασης ότι η Επιτροπή στοιχειοθέτησε την κατάληξή της περί κατοχής δεσπόζουσας θέσης εκ μέρους της αιτήτριας στο ότι η τελευταία κατέχει το μονοπώλιο και/ή έχει το αποκλειστικό δικαίωμα διαχείρισης των αερολιμένων Λάρνακας και Πάφου, στη βάση σχετικής σύμβασης με το κράτος. Η δε κατάληξη αυτή της καθ' ης η αίτηση κρίνεται ορθή και, εν πάση περιπτώσει, εύλογα επιτρεπτή, δεδομένης και της σχετικής νομολογίας επί του θέματος: σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), επιχείρηση που απολαύει μονοπωλίου από τον νόμο επί σημαντικού τμήματος της κοινής αγοράς μπορεί να θεωρηθεί ότι κατέχει δεσπόζουσα θέση κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης (102 ΣΛΕΕ) (βλ. C-82/01 P, Aéroports de Paris ν Επιτροπής, αλλά και τις αποφάσεις της 23ης Απριλίου 1991, C-41/90, Höfner και Elser, Συλλογή 1991, σ. Ι-1979, σκέψη 28· της 18ης Ιουνίου 1991, C-260/89, ΕΡΤ, Συλλογή 1991, σ. Ι-2925, σκέψη 31· Merci convenzionali porto di Genova, σκέψη 14, C-179/90 και Raso κ.λπ., σκέψη 25, C-163/96, Case Corsica Ferries France v Gruppo Antichi Ormeggiatori di Porto di Genova, C-266/96).»
Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς της Hermes ότι η Επιτροπή τελούσε υπό πλάνη αναφορικά με το εύρημα της περί κατάχρησης της δεσπόζουσας θέσης της Hermes δια της επιβολής αθέμιτων όρων, το δικαστήριο σημείωσε ότι κατά την Hertz οι αθέμιτοι όροι κατά την προκήρυξη του διαγωνισμού για τη σύναψη των on airport συμβάσεων αφορούσαν «(α) στο ποσό της ελάχιστης ετήσιας εγγύησης και, συνακόλουθα (β) στο ελάχιστο συνολικό ενοίκιο και (γ) στον μειωμένο αριθμό αδειών εγκατάστασης των εταιρειών ενοικίασης αυτοκινήτων (όροι 2.1 και 6.2). Επίσης η Επιτροπή έκρινε ότι η αύξηση της ελάχιστης ετήσιας εγγύησης δεν δικαιολογείται αφού (δ) αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας.»
Στην προσπάθεια του το πρωτόδικο δικαστήριο να απαντήσει τα ζητήματα αυτά παρέπεμπε βασικά στα σχετικά αποσπάσματα από την επίδικη απόφαση και τις αντίστοιχες θέσεις της Επιτροπής, καταγράφοντας ότι η Επιτροπή αιτιολόγησε επαρκώς τη θέση της. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετώπισε τους ισχυρισμούς της Hermes ότι η Επιτροπή δεν προέβη σε επαρκή διερεύνηση για «κρίσιμα και/ή ουσιώδη στοιχεία». Το δικαστήριο παρέπεμψε επί τούτου στα αντίστοιχα σημεία της επίδικης απόφασης συμπληρώνοντας ότι η Επιτροπή εξέθετε τους λόγους για την απόφαση της, κατά τρόπο ώστε να τους υιοθετεί, απορρίπτοντας συνεπώς τους αντίθετους ισχυρισμούς της Hermes, τους οποίους έλαβε υπόψη.
Κατέγραψε δε, ότι «δεν χωρεί αμφιβολία ότι και στην υπό εξέταση περίπτωση η μεγάλη πλειοψηφία των ζητημάτων που έχουν εξεταστεί από την Επιτροπή προκειμένου η τελευταία να διαμορφώσει την τελική, επίδικη, κρίση της, ως άλλωστε αβίαστα προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι ζητήματα τεχνικής φύσεως που απαιτούν ειδικές και/ή τεχνικές γνώσεις και, εκ των πραγμάτων αλλά και, ως εκ της θέσεως του, το δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε «ιδίαν κρίση».»
Τόνισε προς τούτο την αρχή της νομολογίας ότι η κρίση της διοίκησης σε ζητήματα τεχνικής φύσεως ή σε θέματα που απαιτούν τεχνικές γνώσεις γενικά δεν χωρεί παρέμβαση, εφόσον η διοίκηση κινήθηκε μέσα σε λογικά πλαίσια και δεν συντρέχουν λόγοι ακυρότητας όπως η πλάνη, η έλλειψη αιτιολογίας και η κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας.[3]
Εγείρεται ως πρώτος λόγος έφεσης ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι «ο Νόμος δεν είναι αντισυνταγματικός» (Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και στα Άρθρα 6 της ΕΣΔΑ και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και ότι δεν υπάρχει πλήρης δικαστικός έλεγχος.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε πως η μεγάλη πλειοψηφία των ζητημάτων που εξετάστηκαν από την Επιτροπή είναι ζητήματα τεχνικής φύσεως για τα οποία δεν μπορεί να προβεί σε «ιδίαν κρίση», χωρίς να προσδιορίσει κατά τρόπο συγκεκριμένο ποια είναι τα ζητήματα αυτά. Εν πάση περιπτώσει, επικαλούμενο αδιακρίτως τεχνικά ζητήματα, κατ’ ουσίαν χειρίστηκε την απόφαση της Επιτροπής ως ανέλεγκτη και αρκέστηκε να την αποδεχθεί χωρίς δική του αξιολόγηση και αιτιολογία. Ο ίδιος ισχυρισμός επαναλαμβάνεται στους λόγους έφεσης 3, 5, 7, 8, 10, 11 και 12.
Ειδικότερα στον τρίτο λόγο έφεσης εγείρεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί επαρκώς οποιοσδήποτε ισχυρισμός της εφεσείουσας, ούτε όσον αφορά τη μη διενέργεια της δέουσας έρευνας, αλλ’ ούτε όσον αφορά σε πλάνη κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης. Επαναλαμβάνεται και εν προκειμένω ο ισχυρισμός ότι το πρωτόδικο δικαστήριο χωρίς να αξιολογήσει το ίδιο παρέπεμπε σε σημεία της απόφασης της Επιτροπής υιοθετώντας πλήρως τις θέσεις της σε σχέση με τον ορισμό της σχετικής αγοράς, τη διαπίστωση κατοχής δεσπόζουσας θέσης και την καταχρηστική εκμετάλλευση της εν λόγω θέσης μέσω της επιβολής αθέμιτων όρων συναλλαγής.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο έφεσης αποδίδεται στο πρωτόδικο δικαστήριο ότι εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα πως προκύπτει από μέρος της απόφασης της Επιτροπής ότι αυτή στοιχειοθέτησε την κατάληξη της περί κατοχής δεσπόζουσας θέσης εκ μέρους της Hermes και ότι η τελευταία κατέχει το μονοπώλιο. Το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα «δεν αξιολόγησε τη θέση της εφεσείουσας ότι, σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές που διέπουν την παροχή βασικών διευκολύνσεων (essential facilities) και γενικά τον καθορισμό της δεσπόζουσας θέσης είναι σαφές ότι η ισχυριζόμενη υπό παράβαση είναι τελείως αβάσιμη.»
Με τον πέμπτο λόγο έφεσης εγείρεται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένα συμπεράσματα αναφορικά με τη μεθοδολογία αξιολόγησης εκ μέρους της Επιτροπής της κατ’ ισχυρισμόν παράβασης και συναφώς με τον έκτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή αιτιολόγησε επαρκώς τη θέση της ως προς τον υπολογισμό και/ή τον καθορισμό του ποσοστού αύξησης και γιατί επέλεξε την συγκεκριμένη μέθοδο. Στην πραγματικότητα αρκέστηκε απλώς να αποδεχθεί τα σημεία της απόφασης της Επιτροπής ως το προϊόν δέουσας έρευνας και δέουσας αιτιολογίας, χωρίς να λάβει καθόλου υπόψη τις θέσεις και την επιχειρηματολογία της Hermes ως προς το ότι έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί σύγκριση με αεροδρόμια άλλων χωρών της ΕΕ.
Με τον έβδομο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή εξέτασε δεόντως τους ισχυρισμούς της Hermes που αφορούσαν σε «κρίσιμα και/ή ουσιώδη στοιχεία» για τα οποία δεν έγινε επαρκής διερεύνηση.
Με τον όγδοο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα όσα είχε προβάλει ενώπιον της Επιτροπής η εφεσείουσα δεν συνιστούσαν αντικειμενικό λόγο που να δικαιολογούσαν τη μείωση του αριθμού των εταιρειών από 7 σε 4, καθώς και την αύξηση της Ελάχιστης Ετήσιας Εγγύησης. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου δεν αιτιολογείται αφού δεν αναφέρεται στους λόγους και στα στοιχεία της προσβαλλόμενης απόφασης που κρίθηκαν ικανά για να το οδηγήσουν στην κατάληξη του και αρκέστηκε να αναφερθεί στις σελίδες μόνο της απόφασης.
Με τον ένατο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ως αβάσιμους και απορριπτέους τους ισχυρισμούς της εφεσείουσας περί μη διενέργειας της δέουσας και/ή καθόλου έρευνας ως προς τα οικονομικά δεδομένα της εφεσείουσας.
Με τον δέκατο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς της εφεσείουσας σε σχέση με τις off airport συμβάσεις, διότι «(α) απέρριψε τις θέσεις της εφεσείουσας σε ότι αφορά τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τους ισχυρισμούς της, «αρκούμενο να αναφέρει ότι επειδή λέχθηκε σε σημεία της προσβαλλόμενης απόφασης ο εν λόγω ισχυρισμός οδηγεί αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι ασκήθηκε δέουσα έρευνα από την εφεσίβλητη και (β) έσφαλε ως προς την πιο πάνω κατάληξη του καθότι δεν ερεύνησε ούτε το ίδιο όπως και η εφεσίβλητη τις θέσεις της εφεσείουσας πριν την κατάληξη της και την επιβολή του διοικητικού προστίμου.»
Με τον ενδέκατο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το δικαστήριο κατέληξε ότι οι ισχυρισμοί περί μη διενέργειας δέουσας έρευνας στερούνται επαρκούς ερείσματος, ως επίσης εσφαλμένα κατέληξε ότι δεν έχει εμφιλοχωρήσει στην απόφαση της Επιτροπής οποιαδήποτε πλάνη που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακύρωση της. Εν προκειμένω το δικαστήριο υιοθέτησε πλήρως και χωρίς την άσκηση οποιασδήποτε κρίσης και χωρίς παροχή αιτιολογίας τους ισχυρισμούς της Επιτροπής παραπέμποντας σε αποσπάσματα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Διαπιστώνουμε ότι ο ενδέκατος λόγος έφεσης επαναλαμβάνει τα ίδια ζητήματα που έχουν ήδη εγερθεί με τον τρίτο λόγο έφεσης.
Με το δωδέκατο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το δικαστήριο κατέληξε ότι αιτιολογείται επαρκώς η διαπίστωση της Επιτροπής περί καταχρηστικής συμπεριφοράς η οποία αφορούσε την επιβολή αθέμιτων όρων συναλλαγής ενώ στην πραγματικότητα το δικαστήριο υιοθέτησε τα πορίσματα της εφεσίβλητης χωρίς να αξιολογήσει τους λόγους που το οδήγησαν στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Τέλος, με τον δέκατο τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ως αβάσιμους και απέρριψε τους ισχυρισμούς της Hermes, χωρίς να τους εξετάσει, περί παραβίασης της αρχής της καλής πίστης, της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου.
7. Τα επίδικα θέματα που προκύπτουν
Δεν είναι ευχερής η κατηγοριοποίηση των επιδίκων θεμάτων που εγείρονται στους λόγους έφεσης, εφόσον τα ζητήματα που προκύπτουν δεν τίθενται κατά τρόπο συστηματοποιημένο ή ακόμα, τίθενται κατά τρόπο που δυνατό να συγχύζουν. Λόγου χάριν στον τρίτο λόγο έφεσης τίθεται ζήτημα σε σχέση με (α) τον ορισμό της σχετικής αγοράς, που είναι προϋπόθεση της υιοθέτησης δεσπόζουσας θέσης, (β) την κατοχή δεσπόζουσας θέσης αλλά και (γ) την καταχρηστική εκμετάλλευση, που είναι ένα άλλο, διαφορετικό ζήτημα. Όλα αυτά δε, περιλαμβάνονται στην αιτιολογία του τρίτου λόγου έφεσης, σύμφωνα με την οποία το πρωτόδικο δικαστήριο παρέθεσε και υιοθέτησε πλήρως τις θέσεις της Επιτροπής για τα ζητήματα αυτά. Με αυτό τον τρόπο αποδίδεται στο δικαστήριο παράλειψη εξέτασης των ζητημάτων αυτών και υιοθέτηση απλώς των θέσεων της Επιτροπής. Όμως, στο ίδιο το σώμα του τρίτου λόγου έφεσης, το σφάλμα του δικαστηρίου προσδιορίζεται στο ότι κατέληξε, δηλαδή έκρινε και αποφάσισε, πως δεν είχε στοιχειοθετηθεί επαρκώς ο ισχυρισμός της Hermes για μη διενέργεια της δέουσας έρευνας και για την ύπαρξη πλάνης. Άλλος λόγος έφεσης που τίθεται αντιφατικά είναι ο έβδομος λόγος στον οποίο θα επανέλθουμε.
Εν πάση περιπτώσει από τους λόγους έφεσης προκύπτει ζήτημα περί αντισυνταγματικότητας «του Νόμου» και ζητήματα σε σχέση με το δίκαιο του ανταγωνισμού, όπως η δεσπόζουσα θέση, ο προσδιορισμός της αγοράς προϊόντων ή υπηρεσιών και της γεωγραφικής αγοράς, οι περιπτώσεις αθέμιτου ανταγωνισμού υπό την έννοια των Άρθρων 102 ΣΛΕΕ και 6 του Νόμου και ειδικότερα η παράβαση των Άρθρων αυτών δια της επιβολής αθέμιτων όρων, όπως εν προκειμένω η απόφαση της Επιτροπής και αλλά συναφή θέματα.
Εγείρεται επίσης ότι το δικαστήριο άφησε ανέλεγκτη την απόφαση της Επιτροπής χωρίς δική του κρίση και αιτιολογία, επικαλούμενο αδιακρίτως ότι αφορούσε σε ζητήματα τεχνικής φύσεως. Αυτό τέθηκε ως γενικός ισχυρισμός (τρίτος λόγος έφεσης), αλλά επαναφέρθηκε και για επιμέρους ζητήματα σε σειρά άλλων λόγων έφεσης.
8. Το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας
Το ζήτημα «αντισυνταγματικότητας του Νόμου», χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό, είναι εγχείρημα από μόνο του αλυσιτελές. Το πραγματικό ζήτημα σχετίζεται με την αποτελεσματικότητα της προσφυγής ενώπιον της δικαιοσύνης. Η ουσία του επιχειρήματος είναι ότι το εθνικό δικαστήριο ασκεί ακυρωτικό μόνο έλεγχο, χωρίς να έχει πλήρη δικαιοδοσία (full jurisdiction) για έλεγχο των αποφάσεων της Επιτροπής, τόσο επί νομικών όσο και επί πραγματικών ζητημάτων, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται αποστέρηση της δυνατότητας αποτελεσματικής προσφυγής σε δικαστήριο με εξουσία πλήρους ελέγχου των ευρημάτων της Επιτροπής.
Το πρωτόδικο δικαστήριο υπέδειξε ότι το εγειρόμενο ζήτημα έχει ήδη επιλυθεί και παρέπεμψε στη σχετική νομολογία, με βάση την οποία ο έλεγχος της νομιμότητας που διενεργείται στη βάση του Άρθρου 146 του Συντάγματος δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ των προτέρων ότι δεν πληροί τα εχέγγυα του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Ως αποτέλεσμα το δικαστήριο απέρριψε την σχετική εισήγηση περί αντισυνταγματικότητας και μη συμμόρφωσης προς τα Άρθρα της ΕΣΔΑ και του Χάρτη. Κρίνουμε ότι ορθά έπραξε το δικαστήριο.
Υπενθυμίζουμε ότι το ΕΔΔΑ στην Sigma Radio σημείωσε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου είχε λάβει υπόψη του τις διαδικαστικές εγγυήσεις ενώπιον της Επιτροπής:
«149 ... For example, the station in question is provided with details of the probable violation or the complaint made against it and is given the opportunity to make written and/or oral submissions during the hearing of the case (Regulation 42). Such submissions may also be made with regard to the imposition of a fine (see paragraph 9 above). Further, the CRTA is required to give a reasoned decision (Regulation 42).»
Παρεμβάλλουμε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε θεσμικά ενώπιον της Επιτροπής, τόσο κατά την εξέταση του παραπόνου, όσο και κατά την διαδικασία για επιβολή διοικητικής κύρωσης, όπως περιγράφεται, με αναφορά σε αναντίλεκτα δεδομένα, στην απόφαση της Επιτροπής (Απόφαση ΕΠΑ: 20/2015 – Καταγγελία της εταιρείας Demstar Rentals (2005) Ltd εναντίον της εταιρείας Hermes Airports Ltd ημερ. 23.6.2015):
«Η εταιρεία Hertz στις 22/11/2013 υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή εναντίον της εταιρείας Hermes για πιθανολογούμενες παραβάσεις των άρθρων 6(1)(α), 6(1)(β), 6(1)(γ) του Νόμου και του αντίστοιχου άρθρου 102 της ΣΛΕΕ καθώς και του άρθρου 6(2) του Νόμου.
Η Επιτροπή, εξέτασε την εν λόγω καταγγελία σε συνεδρία της ημερομηνίας 25/11/2013 υπό το φως του σημειώματος της Υπηρεσίας ημερομηνίας 22/11/2013 και ομόφωνα αποφάσισε ότι οι πληροφορίες και τα στοιχεία είναι ικανοποιητικά, γι' αυτό δικαιολογείται η διερεύνηση της καταγγελίας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ενεργώντας στη βάση των διατάξεων του άρθρου 35 του Νόμου, ομόφωνα αποφάσισε να δώσει οδηγίες στην Υπηρεσία για διεξαγωγή προκαταρκτικής έρευνας και υποβολής σχετικού σημειώματος.
Η Υπηρεσία, στα πλαίσια των οδηγιών της Επιτροπής και αφού διεξήγαγε τη δέουσα προκαταρκτική έρευνα της καταγγελίας, υπέβαλε στις 17/7/2014 ενημερωτικό σημείωμα στην Επιτροπή.
Η Επιτροπή κατά τη συνεδρία της με ημερομηνία 22/7/2014, αφού έλαβε υπόψη το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και το σημείωμα της Υπηρεσίας, διαπίστωσε ομόφωνα ότι εκ πρώτης όψεως στοιχειοθετείται πιθανολογούμενη παράβαση του άρθρου 6(1)(α) του Νόμου και των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ από μέρους της Hermes και ομόφωνα αποφάσισε να προχωρήσει στον καταρτισμό Έκθεσης Αιτιάσεων. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή κατάρτισε στη βάση του άρθρου 17(2) του Νόμου σχετική Έκθεση Αιτιάσεων όσον αφορά την εκ πρώτης όψεως παράβαση του άρθρου 6(1)(α) του Νόμου και του αντίστοιχου άρθρου 102 της ΣΛΕΕ εναντίον της Hermes, καταλήγοντας στα ακόλουθα εκ πρώτης όψεως συμπεράσματα:
«Υπό το φως των ως άνω, η Επιτροπή καταλήγει εκ πρώτης όψεως ότι, οι αθέμιτοι όροι συναλλαγής που προκύπτουν στην προκείμενη καταγγελία αφορούν καταρχάς, σε σχέση με τις on airport συμβάσεις, το ζήτημα της αύξησης της ελάχιστης ετήσιας εγγύησης, που είχε ως επακόλουθο την αύξηση του ελάχιστου συνολικού ενοικίου. Αυτό αποτελεί καταχρηστική πρακτική ιδωμένη, τόσο μεμονωμένα όσο και συνδυαστικά με το ζήτημα της μείωσης του αριθμού εταιρειών ενοικίασης αυτοκινήτων, που δύνανται να εγκατασταθούν στους αερολιμένες από εφτά σε τέσσερις (4). Κατά την άποψη της Επιτροπής, η εν λόγω μείωση διαφαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να ανάγκασε τις εταιρείες να υποβάλουν πιο ψηλή προσφορά, ώστε να διασφαλίσουν ότι θα είναι μία εκ των τεσσάρων (4) επιτυχουσών εταιρειών, χωρίς να προβληθεί από την Hermes οποιαδήποτε αντικειμενική δικαιολόγηση.
Περαιτέρω, η καταχρηστική συμπεριφορά της Hermes εκ πρώτης όψεως επεκτείνεται και σε σχέση με τις off airport συμβάσεις. Σημειώνεται ότι, η Hermes μείωσε τον αριθμό των on airport operators από επτά (7) σε τέσσερις (4), προβλέποντας όμως ταυτόχρονα στις on airport συμβάσεις της το δικαίωμα να συνάπτει και off airport συμβάσεις. Με τη σύναψη των εν λόγω συμβάσεων, η Hermes επέβαλε αθέμιτους όρους στις off airport συμβάσεις (4.01, 2.07, 2.05, 3.03), σε συνδυασμό με το γεγονός της απάλειψης του όρου 2.01 της προηγούμενης off airport σύμβασης από τη νέα σύμβαση χωρίς να έχει προβληθεί οποιαδήποτε αντικειμενική δικαιολόγηση. Η εν λόγω συμπεριφορά της Hermes ως διαχειρίστρια των αερολιμένων αποτελεί κατά την κρίση της Επιτροπής εκ πρώτης όψεως κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης κατά παράβαση του άρθρου 6(1)(α) του Νόμου και 102 της ΣΛΕΕ.»
Κατά την ίδια συνεδρία, η Επιτροπή κατέληξε ομόφωνα στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετείται κατάχρηση σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό παραβάσεις των άρθρων 6(1)(α) του Νόμου όσον αφορά το ζήτημα της υπερβολικής τιμολόγησης, 6(1)(β) του Νόμου όσον αφορά το ζήτημα της άρνησης προμήθειας, του άρθρου 6(1)(γ) του Νόμου όσον αφορά το ζήτημα της διακριτικής μεταχείρισης και των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ καθώς και του άρθρου 6(2) του Νόμου όσον αφορά το ζήτημα της σχέσης οικονομικής εξάρτησης της Hertz από την Hermes.
Η Επιτροπή, εν συνεχεία προέβη στον καταρτισμό της Έκθεσης Αιτιάσεων, και προχώρησε στην κοινοποίηση της στα εμπλεκόμενα μέρη της υπόθεσης.
Η Έκθεση Αιτιάσεων σε σχέση με την πιθανολογούμενη παράβαση του άρθρου 6(1)(α) και του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ επιδόθηκε στην Ηermes στις 10/9/2014, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 45 του Νόμου, ενώ την ίδια ημέρα αντίγραφό της αποστάληκε στην Hertz. Με την Έκθεση Αιτιάσεων κλήθηκαν τα εμπλεκόμενα μέρη, σύμφωνα και με το άρθρο 17(6) του Νόμου, να υποβάλουν γραπτώς τις παρατηρήσεις τους επί των ως άνω εκ πρώτης όψεως διαπιστωθεισών παραβάσεων.
Κατά την ίδια ημερομηνία, στις 10/9/2014, η Επιτροπή απέστειλε επιστολή στην Hertz γνωστοποιώντας της τα εκ πρώτης όψεως ευρήματα της, ως προς τις κατ' ισχυρισμό παραβάσεις των άρθρων 6(1)(α) του Νόμου όσον αφορά το ζήτημα της υπερβολικής τιμολόγησης, 6(1β) του Νόμου όσον αφορά το ζήτημα της άρνησης προμήθειας, του άρθρου 6(1)(γ) του Νόμου όσον αφορά το ζήτημα της διακριτικής μεταχείρισης και των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ καθώς και του άρθρου 6(2) του Νόμου όσον αφορά το ζήτημα της σχέσης οικονομικής εξάρτησης της Hertz από την Hermes, και της έδωσε τη δυνατότητα να υποβάλει εγγράφως τις θέσεις της επί αυτών εντός προθεσμίας είκοσι μίας (21) ημερών από την ημέρα της κοινοποίησης.
Η προθεσμία προς υποβολή των ως άνω παρατηρήσεων, παρατάθηκε μέχρι τις 24/10/2014 και ώρα 12:00μ.μ.
Οι νομικοί εκπρόσωποι της Hertz την 1/10/2014 απέστειλαν τα σχόλια, θέσεις ή/και παρατηρήσεις τους σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό παραβάσεις των άρθρων 6(1)(α), 6(1)(β), 6(1)(γ) και των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ καθώς και του άρθρου 6(2) του Νόμου που εκ πρώτης όψεως δεν είχαν στοιχειοθετηθεί.
Ακολούθως, αμφότεροι οι νομικοί εκπρόσωποι των εμπλεκομένων μερών απέστειλαν στην Επιτροπή τις θέσεις τους επί της Έκθεσης Αιτιάσεων στις 24/10/2014.
Εν συνεχεία, αμφότερες οι πλευρές ανέπτυξαν τις θέσεις τους ενώπιον της Επιτροπής στα πλαίσια της προφορικής διαδικασίας που πραγματοποιήθηκε στις 3/11/2014. Με την ολοκλήρωση της προφορικής διαδικασίας, η Επιτροπή κάλεσε τους νομικούς εκπροσώπους της καταγγελλόμενης εταιρείας, να καταθέσουν συμπληρωματικά στοιχεία μέχρι τις 10/11/2014.
Η Επιτροπή σε συνεδρία της ημερομηνίας 14/11/2014 σημείωσε τα συμπληρωματικά στοιχεία που αποστάληκαν από τους νομικούς εκπροσώπους της καταγγελλόμενης εταιρείας στις 10/11/2014 ενώ παράλληλα σημείωσε ότι η μη εμπιστευτική μορφή αυτών κοινοποιήθηκε στους νομικούς εκπροσώπους της καταγγέλλουσας εταιρείας.
Η Επιτροπή σε συνεδρία της ημερομηνίας 20/3/2015, ενεργώντας με βάση τις διατάξεις του άρθρου 42(2) του Νόμου, αποφάσισε κατά πλειοψηφία, να ειδοποιήσει την καταγγελλόμενη εταιρεία για την πρόθεσή της να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, ενημερώνοντάς την για τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να ενεργήσει τοιουτοτρόπως και παρέχοντάς της το δικαίωμα υποβολής γραπτών παραστάσεων επί του ύψους του προστίμου, εντός τριάντα ημερών (30) ημερών από την ημερομηνία της κοινοποίησης της απόφασής της.
Στις 5/5/2015, η Επιτροπή απέστειλε την σχετική ειδοποίηση στην καταγγελλόμενη Hermes, παρέχοντας της τριάντα (30) ημέρες για την υποβολή των γραπτών της παραστάσεων σε σχέση με την πρόθεση της να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο.
Στις 3/6/2015, η καταγγελλόμενη Hermes αιτήθηκε παράταση της δοθείσας προθεσμίας για την υποβολή των γραπτών της παραστάσεων σε σχέση με την πρόθεση της να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο μέχρι τις 9/6/2015.Η Επιτροπή σε συνεδρία της ημερομηνίας 3/6/2015, έκανε αποδεκτό το σχετικό αίτημα της καταγγελλόμενης.
Η Επιτροπή εστίασε την προσοχή της στην αξιολόγηση των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση, αφού τα δεδομένα αυτά αποτελούν αναντίλεκτα το ουσιαστικό υπόβαθρο της εξέτασης του ζητήματος που προκύπτει, καθώς και στις θέσεις και παρατηρήσεις των εμπλεκομένων μερών, ως αυτές εκφράστηκαν προφορικά και γραπτά αποφάσισε ως ακολούθως: …»
Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι είχαν παρασχεθεί επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις στην εφεσείουσα κατά τη διοικητική διαδικασία. Επιπλέον, δεδομένο ήταν το δικαίωμα της για προσφυγή προς ακύρωση του διοικητικού προστίμου ενώπιον δικαστηρίου με «πλήρη δικαιοδοσία», υπό την έννοια που εξηγήθηκε στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Sigma Radio T.V. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (ανωτέρω), με αναφορά στην απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Zumtobel v. Austria Series A Vol. 268 [1993]:
«…Το άρθρο 6(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης αναφέρεται σε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου. Εκείνο που χρειάζεται σε περιπτώσεις όπου εκδίδονται από διοικητικά όργανα αποφάσεις καθοριστικές αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, είναι η δυνατότητα πρόσβασης σε δικαστήριο για προσβολή της διοικητικής απόφασης: βλ. Albert and Le Compte v. Belgium Series A Vol. 58 [1983]. Εφόσον προσφέρεται τέτοια δυνατότητα, αποκτά πλέον σημασία η έκταση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Σε υποθέσεις οι οποίες αφορούσαν αποφάσεις από πειθαρχικά επαγγελματικά όργανα, το ΕΔΔΑ θεώρησε απαραίτητη την υπό του εθνικού δικαστηρίου πλήρη δικαιοδοσία σε σχέση τόσο με πραγματικά όσο και με νομικά θέματα. Με τον ίδιο τρόπο προσεγγίστηκαν αργότερα και ορισμένες από τις αποφάσεις κρατικών διοικητικών οργάνων, ενώ σε άλλες από τις αποφάσεις τους οι οποίες, καθώς θεωρήθηκε, ανήκαν σε τομέα όπου θα έπρεπε να υπερισχύσει η ανάγκη αναγνώρισης της κρατικής εξουσίας στον καθορισμό πολιτικής, κρίθηκε πως η αναθεωρητική δικαιοδοσία ήταν αρκετή. Πραγματεύονται αυτή τη διάσταση οι Harris, O'Boyle και Warbrick στο σύγγραμμα τους «Law of the European Convention on Human Rights» (1995), σελ. 194. Μεταφέρουμε τα ακόλουθα αποσπάσματα που έχουν ως σημείο αναφοράς την απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Zumtobel v. Austria Series A Vol. 268 [1993]:
«A problem with the application of Artilce 6 to administrative decision-making is that in some areas there are policy considerations that suggest that the final decision on the merits should rest with the executive, rather than a court, despite the impact upon an individual's civil rights and oblications that the decision may have. Decisions concerning the expropriation of land for a road or for public housing are obvious cases where this can be argued. Whereas the Court's jurisprudence concerning decisions on such matters as the disciplining of doctors, access to children and the dismissal of employees require a right of appeal to a tribunal with 'full jurisdiction', it is noticeable that in the Zumtobel case, concerning expropriation, the Court stated that Article 6 was complied with, regard being had, inter alia, 'to the respect which must be accorded to decisions taken by the administrative authorities on the grounds of expediency'....... The Zumtobel case was interpreted in this sense in IKSCON v. UK ...... The only judicial remedy then available to the applicant in respect of the resulting interference with their property rights was recourse to the English High Court 'on a point of law'; the High Court did not have a full right of appeal on the law and the facts. The Commission held that this limitation on the High Court's jurisdiction did not infringe Article 6. The applicant society had appealed to the High Court and had been able to put and have considered by the Court all of the arguments that it wished to make. Rejecting the applicant's, argument that the High Court had lacked the 'full jurisdiction' that Article 6 required, the Commission stated that it is 'not the role of Article 6 to give access to a level of jurisdiction which can substitute its opinion for that of the administrative authorities on questions of expediency and where the courts do not refuse to examine any of the points raised'.»
Έχουμε την άποψη ότι σε περίπτωση όπου εξετάζεται παράβαση των ρυθμιστικών προνοιών του Νόμου, στον ιδιαίτερα ευαίσθητο και σημαντικό τομέα της ραδιοτηλεόρασης, η κρίση ως προς τα πράγματα, που από τη φύση τους ενδέχεται να χαρακτηρίζονται από λεπτές αποχρώσεις και πολλές διαβαθμίσεις, δικαιολογείται να αφήνεται, ως θέμα πολιτικής του Κράτους, σε ειδική ανεξάρτητη δημόσια Αρχή. Έχουμε τη γνώμη ότι η προσφερόμενη στο δικό μας σύστημα αναθεωρητική δικαιοδοσία είναι αρκετή. Δεν διακρίνουμε λοιπόν παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης οι οποίοι εμπεριέχονται στο άρθρο 6(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος.»
Η απόφαση αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου επικυρώθηκε από το ΕΔΔΑ (Sigma Radio Television Ltd v. Cyprus (ανωτέρω), το οποίο εξήγησε το ρόλο του Άρθρου 6 ως ακολούθως:
«153. In adopting this approach, the Convention organs have had regard to the fact that it is often the case in relation to administrative law appeals in the Member States of the Council of Europe, that the scope of judicial review over the facts of a case is limited and that it is the nature of review proceedings that the reviewing authority reviews the previous proceedings, rather than taking factual decisions. It can be derived from the relevant case-law that it is not the role of Article 6 of the Convention to give access to a level of jurisdiction which can substitute its opinion for that of the administrative authorities. In this regard, particular emphasis has been placed on the respect which must be accorded to decisions taken by the administrative authorities on grounds of “expediency” and which often involve specialised areas of law (for example, planning – Zumtobel, §§ 31 and 32, and Bryan, § 47, both cited above; environmental protection – Alatulkkila and Others v. Finland, no. 33538/96, § 52, 28 July 2005; regulation of gaming – Kingsley v. the United Kingdom [GC], no. 35605/97, § 32, ECHR 2002-IV).
154. In assessing the sufficiency of a judicial review available to an applicant, the Court will have regard to the powers of the judicial body in question (see for example, Gradinger, § 44, and Bryan, §§ 44-45, both cited above; Potocka and Others v. Poland, no. 33776/96, § 55, ECHR 2001-X; and Kingsley, § 32, cited above), and to such factors as (a) the subject-matter of the decision appealed against, in particular, whether or not it concerned a specialised issue requiring professional knowledge or experience and whether it involved the exercise of administrative discretion and if, so, to what extent; (b) the manner in which that decision was arrived at, in particular, the procedural guarantees available in the proceedings before the adjudicatory body; and (c) the content of the dispute, including the desired and actual grounds of appeal (see, inter alia, Bryan, §§ 44, 45 and 47, and Crompton §§ 71-73 and 77, both cited above).
155. Whether the review carried out is sufficient for the purposes of Article 6 will very much depend on the circumstances of a given case: the Court will confine itself as far as possible to examining the question raised in the case before it and to determining if, in that particular case, the scope of the review was adequate.
156. The Court has held in a number of cases, where the court in question did not have full jurisdiction as such but examined the issues raised before it concerning the adjudicatory body’s decision, that the judicial review in the case was sufficient and that the proceedings complied with Article 6 § 1 of the Convention. This has been the case, for example, where upon judicial review the applicants’ submissions on their merits or grounds of appeal were examined point by point, without the court having to decline jurisdiction in replying to them or in ascertaining various facts (see inter alia, Zumtobel, § 32, cited above; Fischer v. Austria, 26 April 1995, § 34, Series A no. 312; and Bryan, § 47, Müller and Potocka, §§ 56-58, cited above; see also the Commission decisions in Kristavcnik – Reutterer v. Austria, no. 22475/93, 10 September 1993; ISKCON and 8 others v. the United Kingdom, no. 20490/92, 8 March 1994; Stefan v. the United Kingdom, no. 29419/95, 9 December 1997; Wickramsinghe v. the United Kingdom, 9 December 1997 no. 31503/96; and X. v. the United Kingdom, no. 28530/95, 19 January 1998). Similarly, in the case of Crompton (cited above, §§ 78-80) the Court held that there had been no violation of Article 6 § 1 as the High Court had examined the central issue in the case before it.
157. Where, however, the reviewing court is precluded from determining the central issue in dispute, the scope of review will not be considered sufficient for the purposes of Article 6 (see Tsfayo, cited above, § 48). The Court has therefore found violations of Article 6 § 1 in cases where the domestic courts considered themselves bound by the prior findings of administrative bodies which were decisive for the outcome of the cases before them, without examining the issues independently (see, amongst many authorities, Obermeier v. Austria, 28 June 1990ΕΔΔ, §§ 69-70, Series A no. 179; Terra Woningen B.V. v. the Netherlands, 17 December 1996, § 46 and §§ 50-55, Reports 1996-VI; I.D. v. Bulgaria, no. 43578/98, §§ 50-55, 28 April 2005; Capital Bank AD v. Bulgaria, no. 49429/99, §§ 99-108 ECHR 2005-XII (extracts); Tsfayo, cited above; and Družstevní záložna Pria and Others v. the Czech Republic, no. 72034/01, § 112-115, 31 July 2008). In addition the Court has found a violation of Article 6 where a ground of challenge has been upheld by the reviewing court but it was not possible to remit the case for a fresh decision by the same or a different body (see Kingsley, cited above, § 32).»
Αφού το ΕΔΔΑ διευκρίνισε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να υποκαταστήσει με δική του απόφαση την απόφαση του διοικητικού οργάνου, εφόσον η δικαιοδοσία του αναφορικά με τα γεγονότα ήταν περιορισμένη, διατηρώντας πάντως δικαιοδοσία για ακύρωση της απόφασης για αριθμό λόγων (παρ.159), περιλαμβανομένης της πραγματικής πλάνης, της μη δέουσας έρευνας, της έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας ή για διαδικαστικούς λόγους, εξέτασε τη διοικητική ποινή που είχε επιβληθεί από την Αρχή Ραδιοτηλεόρασης στον σταθμό Sigma, με βάση τα κριτήρια που έθεσε στην παρ.154 της απόφασης του, κρίνοντας ότι ως προς το επίδικο θέμα αυτό αποτελούσε «a classic exercise of administrative discretion in the specialised area of law concerning broadcasting taken in the context of ensuring standard setting and compliance with the relevant legislation and regulations pursuant to public interest aims (contrast Tsfayo and Crompton, both cited above).» (παρ. 161). Ως προς τον τρόπο που η Επιτροπή είχε καταλήξει στην απόφαση της το δικαστήριο υπέδειξε τον αριθμό των διαδικαστικών εγγυήσεων στις οποίες έχουμε ήδη αναφερθεί. Τέλος, ως προς το περιεχόμενο της διαφοράς το δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι το Ανώτατο Δικαστήριο είχε εξετάσει όλα τα θέματα συνταγματικότητας και τα υπόλοιπα θέματα που είχαν εγείρει οι εφεσείοντες, ένα προς ένα (point by point), χωρίς να αρνηθεί να εξετάσει οποιοδήποτε από αυτά, ή χωρίς να δώσει επαρκή αιτιολογία.
Δεν μας έχει πείσει ο ισχυρισμός από πλευράς εφεσείουσας ότι η παρούσα πρέπει να διαφοροποιηθεί προς όφελος της από την απόφαση Sigma Radio, με τον ισχυρισμό ότι οι εξουσίες των δύο Επιτροπών, Αρχής Ραδιοτηλεόρασης και ΕΠΑ αντιστοίχως, έχουν διαφορετικό χαρακτήρα και οι διαδικασίες ενώπιον κάθε Επιτροπής διαφέρουν ουσιωδώς. Αν είναι να διαφοροποιήσουμε τις δύο περιπτώσεις θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ο σκοπός του Νόμου που αφορά στις ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις είναι η διασφάλιση της θέσπισης προτύπων και της συμμόρφωσης με την σχετική νομοθεσία και τους Κανονισμούς σύμφωνα με στόχους δημοσίου συμφέροντος (βλ. απόφαση ΕΔΔΑ στην υπόθεση Sigma, παρ. 154). Πόσο μάλλον εν προκειμένω που ο Νόμος σκοπό έχει την προστασία του ελεύθερου, αποτελεσματικού και ανόθευτου ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά προς όφελος του γενικού συμφέροντος των επιχειρήσεων και κυρίως των καταναλωτών. Η εσωτερική αγορά, όπως ορίζεται στο Άρθρο 3 ΣΛΕΕ, περιλαμβάνει «σύστημα που διασφαλίζει ότι ο ανταγωνισμός δεν νοθεύεται» με απορρέουσες εκ τούτου υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη (Πρωτόκολλο (αρ.27) σχετικά με την εσωτερική αγορά και τον ανταγωνισμό). Το Πρωτόκολλο (αρ.27) αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των Συνθηκών (Συνθήκη της Λισαβώνας) με αποτέλεσμα ο ελεύθερος ανταγωνισμός να αποτελεί μέρος του σκληρού πυρήνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Εν κατακλείδι, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η επίδικη διαδικασία παραβιάζει a priori και αφ’ εαυτής το Άρθρο 30 του Συντάγματος ή τα αντίστοιχα Άρθρα της ΕΣΔΑ και του Χάρτη. Τονίζουμε τα λεχθέντα στην παρ.155 από την απόφαση Sigma Radio του ΕΔΔΑ, ότι η επάρκεια του δικαστικού ελέγχου για τους σκοπούς του Άρθρου 6 εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Η κατάλληλη θεραπεία, και αντιστοίχως ο κατάλληλος λόγος έφεσης, θα πρέπει να στρέφεται όχι «κατά του Νόμου», αλλά να προσβάλλεται η διοικητική ή/και η δικαστική διαδικασία ως παραβιάζουσα το Άρθρο 30 του Συντάγματος με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Όπως ελέχθη στην Jupiwind, ανωτέρω, τελική σημασία δεν έχει η συμβατότητα ή μη του πρωτοβάθμιου διοικητικού οργάνου με το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, αλλά η συμβατότητα ή μη με το εν λόγω Άρθρο «υπό το φως της όλης διαδικασίας, περιλαμβανομένης και της εξέτασης ή ελέγχου που γίνεται από ανώτερο διοικητικό όργανο, και, στην πορεία, από Δικαστήριο σε διάφορους βαθμούς δικαιοδοσίας».
Ως εκ των άνω είναι πρόδηλο ότι ο πρώτος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί.
9. Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται ώστε να διαπιστωθεί κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης
Η απόδειξη ότι ένας συμβατικός όρος ή μια επιχειρηματική πρακτική συνιστούν κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης προϋποθέτει καταρχάς στοιχειοθέτηση δεσπόζουσας θέσης, διαπίστωση ότι πρόκειται για περιοριστική μονομερή συμπεριφορά και, τέλος, αξιολόγηση του κατά πόσον η συμπεριφορά αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά (objective justification), εφόσον μόνο εάν δεν δικαιολογείται αντικειμενικά μπορεί να συνιστά κατάχρηση.
10. Το ζήτημα της δεσπόζουσας θέσης
Η επικύρωση από το πρωτόδικο δικαστήριο της απόφασης της Επιτροπής ότι η Hermes κατείχε δεσπόζουσα θέση στη σχετική αγορά αποτέλεσε, ως άνω, αντικείμενο του τέταρτου λόγου έφεσης ο οποίος, υπενθυμίζουμε, διασυνδέει (στην αιτιολογία του) το ζήτημα αυτό με τις καθιερωμένες αρχές που διέπουν την παροχή βασικών διευκολύνσεων (essential facilities).
Κατά πάγια νομολογία με βασική την υπόθεση Hoffmann La-Roche & Co AG v. Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, C-85/76, 13.2.1979, αιτιολογική σκέψη 38:
«... Η δεσπόζουσα θέση ... αφορά την κατάσταση οικονομικής ισχύος μιας επιχειρήσεως, που της δίνει την εξουσία να εμποδίζει τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην εν λόγω αγορά, παρέχοντας της τη δυνατότητα να συμπεριφέρεται σε σημαντική έκταση ανεξάρτητα έναντι των ανταγωνιστών, των πελατών της και, τελικά, των καταναλωτών.»
Στην υπόθεση C-27/76 United Brands v. Commission, 14.02.1978, δόθηκε ο ακόλουθος ορισμός της δεσπόζουσας θέσης:
«a position of economic strength enjoyed by an undertaking which enables it to prevent effective competition being maintained on the relevant market by giving it the power to behave to an appreciable extent independently of its competitors, customers and ultimately of its consumers.»
Η έννοια έχει κωδικοποιηθεί στο Άρθρο 2 του Νόμου ως ακολούθως:
««δεσπόζουσα θέση», αναφορικά με επιχείρηση, περιλαμβάνει τη θέση οικονομικής δύναμης που απολαμβάνει η επιχείρηση, που την καθιστά ικανή να παρακωλύει τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στη σχετική αγορά και της επιτρέπει να ενεργεί σε αισθητό βαθμό ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές και τους πελάτες της και σε τελική ανάλυση ανεξάρτητα από τους καταναλωτές·»
Η διάγνωση του κατά πόσον μια επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση προϋποθέτει καταρχάς τον ορισμό της «σχετικής αγοράς», τόσο αναφορικά με τα προϊόντα ή υπηρεσίες («σχετική αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών»), όσο και γεωγραφικά («σχετική γεωγραφική αγορά»). Τούτο διότι, όπως εξηγείται στην Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον καθορισμό της σχετικής αγοράς για σκοπούς εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού (97/C 372/03) που εκδόθηκε το 1997, την οποία έλαβε υπόψη η Επιτροπή:
«…ο ορισμός μιας αγοράς, τόσο όσον αφορά τα προϊόντα όσο και τη γεωγραφική διάστασή της, έχει ως στόχο τον προσδιορισμό των πραγματικών ανταγωνιστών, οι οποίοι είναι σε θέση να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των εμπλεκομένων επιχειρήσεων και να τις εμποδίσουν να ενεργούν ανεξάρτητα από τις πιέσεις που επιβάλλει ο πραγματικός ανταγωνισμός.» (παρ. 2).
Στην ίδια Ανακοίνωση του 1997 δίδεται ο ορισμός της «αγοράς του σχετικού προϊόντος» και της «σχετικής γεωγραφικής αγοράς» ως ακολούθως:
«7. […] Η αγορά του προϊόντος ορίζεται ως εξής:
«Η αγορά του σχετικού προϊόντος περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα ή και τις υπηρεσίες που είναι δυνατόν να εναλλάσσονται ή να υποκαθίστανται αμοιβαία από τον καταναλωτή, λόγω των χαρακτηριστικών, των τιμών και της χρήσης για την οποία προορίζονται.»
8. Η σχετική γεωγραφική αγορά ορίζεται με τον ακόλουθο τρόπο:
«Η σχετική γεωγραφική αγορά περιλαμβάνει την περιοχή όπου οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις συμμετέχουν στην προμήθεια προϊόντων ή υπηρεσιών και οι όροι του ανταγωνισμού είναι επαρκώς ομοιογενείς και η οποία μπορεί να διακριθεί από γειτονικές κυρίως περιοχές, διότι στις εν λόγω περιοχές οι όροι του ανταγωνισμού διαφέρουν σημαντικά.»
Η Ανακοίνωση του 1997 αντικαταστάθηκε το 2024 με την αντίστοιχη Ανακοίνωση της Επιτροπής (C/2024/1645), η οποία όσον αφορά στον ορισμό της σχετικής αγοράς και της σχετικής γεωγραφικής αγοράς δεν έχει επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές.
Οι αντίστοιχοι ορισμοί στην Ανακοίνωση του 2024 έχουν ως ακολούθως:
|
«12. Πρώτον, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: δικαστήρια της Ένωσης) και την πρακτική που εφαρμόζει η Επιτροπή στις υποθέσεις της, η σχετική αγορά εντός της οποίας η Επιτροπή αξιολογεί τη δυναμική του ανταγωνισμού περιλαμβάνει συνήθως ορισμένο προϊόν και ορισμένη γεωγραφική διάσταση ( 24).
α) Η σχετική αγορά προϊόντος περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα που οι πελάτες θεωρούν ότι μπορούν να εναλλάσσονται με ή να υποκαθίστανται από το/τα προϊόν/-ντα της/των εμπλεκόμενης/-ων επιχείρησης/-εων, βάσει των χαρακτηριστικών των προϊόντων, των τιμών και της χρήσης για την οποία προορίζονται, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ανταγωνισμού και της διάρθρωσης της προσφοράς και της ζήτησης στην αγορά ( 25).
β) Η σχετική γεωγραφική αγορά περιλαμβάνει τη γεωγραφική περιοχή στην οποία οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις προσφέρουν ή ζητούν σχετικά προϊόντα, στην οποία επικρατούν αρκούντως ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν οι συνέπειες της υπό έρευνα συμπεριφοράς ή συγκέντρωσης και η οποία μπορεί να διακριθεί από άλλες γεωγραφικές περιοχές, ιδίως λόγω των αισθητά διαφορετικών συνθηκών ανταγωνισμού που επικρατούν σε αυτές ( 26).» |
|
|
Εν προκειμένω, αναφορικά με τον ορισμό της «σχετικής αγοράς προϊόντος», τον ορισμό της «σχετικής γεωγραφικής αγοράς» και το ζήτημα της δεσπόζουσας θέσης η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη την εν λόγω σχετική Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ[4] κατέληξε ως ακολούθως:
«5. Σχετική αγορά προϊόντων και υπηρεσιών
α. Ορισμός σχετικής αγοράς προϊόντος:
Με τον ορισμό μιας αγοράς, τόσο όσον αφορά τα προϊόντα, όσο και τη γεωγραφική διάσταση της, μπορούν να προσδιοριστούν οι πραγματικοί ανταγωνιστές, οι οποίοι είναι σε θέση να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων και να τις εμποδίσουν να ενεργούν ανεξάρτητα από τις πιέσεις που επιβάλει ο πραγματικός ανταγωνισμός.
Ο ορισμός της αγοράς δεν αποτελεί μία μηχανική ή αφηρημένη διαδικασία αλλά προϋποθέτει την ανάλυση όλων των στοιχείων από την παρελθούσα συμπεριφορά στην αγορά και μια συνολική κατανόηση των μηχανισμών της δεδομένου τομέα. Ειδικότερα, απαιτείται μια περισσότερο δυναμική και όχι στατική προσέγγιση στην προοπτική ανάλυσης της αγοράς [Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-68/94 και C-30/95, Γαλλία και λοιποί κατά Επιτροπής [1998] συλλογή I-1375. Βλέπε επίσης ανακοίνωση για τον ορισμό της αγοράς, σημείο 12].
Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για τον καθορισμό της σχετικής αγοράς για σκοπούς εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού, η αγορά του σχετικού προϊόντος περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα ή/και υπηρεσίες που είναι δυνατό να εναλλάσσονται ή να υποκαθίστανται αμοιβαία από τον καταναλωτή λόγω των αντικειμενικών της χαρακτηριστικών, των τιμών, και της χρήσης για την οποία προορίζονται.
Η χρήση της προϊόντος ή μιας υπηρεσίας από τον τελικό χρήστη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα λειτουργικά χαρακτηριστικά του προϊόντος ή της υπηρεσίας και διαφορετικά προϊόντα η υπηρεσίες δύνανται να χρησιμοποιούνται από τον τελικό καταναλωτή για τον ίδιο σκοπό. Σε τέτοια περίπτωση τα διαφορετικά προϊόντα ή υπηρεσίες συμπεριλαμβάνονται στην ίδια σχετική αγορά.
Επιπρόσθετα, η διαφορά στην τιμή μεταξύ διαφορετικών προϊόντων ή υπηρεσιών δεν τα κατατάσσει αυτόματα σε διαφορετική αγορά, κυρίως εάν η αντίδραση των τελικών χρηστών σε περίπτωση αύξησης της τιμής είναι να τα θεωρήσουν ως υποκατάστατα. Παράλληλα, κατά την εξέταση της πιθανότητας υποκατάστασής τους θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το πιθανό κόστος (ή άλλα εμπόδια) μεταστροφής σε άλλο προϊόν ή υπηρεσία, το οποίο εάν είναι σημαντικό δύναται να εμποδίζει τη θεώρηση του εναλλακτικού προϊόντος ή υπηρεσίας ως υποκατάστατων [Βλέπε την Απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 322/81, Michellin κατά της Επιτροπής, Συλλογή Νομολογίας Δικαστηρίου 1983, σελ. 3461, την Απόφαση Δικαστηρίου στην υπόθεση C-62/86, Akzo κατά της Επιτροπής, Συλλογή Νομολογίας του Δικαστηρίου 1991, σελ. Ι-3359 και την Απόφαση Δικαστηρίου στην υπόθεση C-333/94 TetraPak κατά της Επιτροπής, Συλλογή Νομολογίας του Δικαστηρίου 1996, σελ. Ι-5951].
Εν προκειμένω, η Hermes έχει αναλάβει τον έλεγχο και τη διοίκηση των αερολιμένων Λάρνακας και Πάφου από της 11 Μαΐου 2006 για 25 χρόνια, με την υπογραφή της Σύμβασης Παραχώρησης. Η Hermes έχει την ευθύνη, υποχρέωση και δικαίωμα, διεξαγωγής των δραστηριοτήτων (Project Operations) και συναφείς εργασίες που είναι αναγκαίες ή πρόσφορες για την εύρυθμη και αποδοτική λειτουργία των αεροδρομίων, περιλαμβανομένων των «υπηρεσιών αεροδρομίου» (Airport Services) που προνοούνται στο Παράρτημα 3 της Συμφωνίας Παραχώρησης. Η καταγγελλόμενη εταιρεία Hermes διαθέτει τις εγκαταστάσεις των αερολιμένων Λάρνακας και Πάφου προκηρύσσοντας σχετικούς διαγωνισμούς και συνάπτοντας συμβάσεις παραχώρησης χώρων εγκατάστασης σε τρίτες εταιρείες.
Συναφώς, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η καταγγελλόμενη δραστηριοποιείται ως διαχειρίστρια των Αερολιμένων Λάρνακας και Πάφου και ελέγχει την πρόσβαση και εγκατάσταση τρίτων εταιρειών, στην προκείμενη περίπτωση εταιρειών ενοικίασης αυτοκινήτων, στους χώρους των αεροδρομίων Λάρνακας και Πάφου που αποτελούν την βασική διευκόλυνση για τις εν λόγω εταιρείες [Βλ. επίσης αποφάσεις ΕΠΑ 29/13, ημερομηνίας 4/4/2013 στην υπόθεση B&A The Best MCC Ltd v Hermes Airports Ltd και 52/12, ημερομηνίας 31/10/2012 Mega Flypark v Hermes Airports Ltd].
Ως προς την καταγγέλλουσα Hertz, σημειώνεται ότι παρέχει υπηρεσίες ενοικίασης αυτοκινήτων είτε εντός των αεροδρομίων κάνοντας χρήση γκισέ (counter) (on airport εγκατάσταση-δραστηριοποίηση) είτε εκτός των αεροδρομίων (off airport εγκατάσταση-δραστηριοποίηση). Ειδικότερα, η Επιτροπή, κρίνει σκόπιμο να σχολιάσει ότι τόσο οι on airport όσο και οι off airport κατηγορίες εγκατάστασης/δραστηριοποίησης αφορούν χώρους εντός των αερολιμένων που διαχειρίζεται η Hermes. Το περιεχόμενο της πρόσβασης και εγκατάστασης βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τα δικαιώματα που παρέχει η Hermes κατά την εκχώρηση των αδειών on airport και off airport. Ειδικότερα και με βάση τα στοιχεία που προσκόμισε η Hermes, η σύμβαση οn-airport παρέχει το βασικό δικαίωμα εγκατάστασης και δραστηριοποίησης των εταιρειών ενοικίασης οχημάτων στα αεροδρόμια, παρέχοντας διευκολύνσεις χρήσης γραφειακών χώρων εκεί όπου καταφθάνουν οι ταξιδιώτες, δηλαδή στο χώρο υποδοχής καθώς και καθορισμένων χώρων στάθμευσης αποκλειστικής χρήσης για την κάθε εταιρεία σε ειδικό χώρο ειδικά διαμορφωμένο έναντι και πολύ πλησίον της εισόδου του τερματικού. Η σύμβαση οff-airport δεν παρέχει δικαίωμα χρήσης των ειδικών γραφειακών χώρων για την προώθηση και διεξαγωγή των εργασιών στο χώρο υποδοχής/παραλαβής του τερματικού και αποκλειστικών χώρων στάθμευσης, που είναι τα βασικά δικαιώματα που παραχωρούνται με την οn-airport σύμβαση. Με την οff-airport άδεια, ο αδειούχος δύναται να διακινεί μέσω shuttle τους πελάτες του από τους χώρους του τερματικού προς τις εγκαταστάσεις του που βρίσκονται εκτός των ορίων του τερματικού, όπου βρίσκονται τα ενοικιαζόμενα οχήματα και αντίστροφα. Με την off airport άδεια απαγορεύεται στους αδειούχους να παραλαμβάνουν πελάτες κατά την άφιξη τους στα αεροδρόμια παρά μόνο επιτρέπεται η άφιξη της υπάλληλου των off-airport εταιρειών στο χώρο αφίξεων για να παραλάβει τους πελάτες που είχαν ήδη κάνει προκράτηση μέσω διαδικτύου.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι στην προκειμένη υπόθεση, η καταγγελλόμενη συμπεριφορά δεν σχετίζεται άμεσα με τις εν λόγω υπηρεσίες ενοικίασης αυτοκινήτων αλλά με την δυνατότητα εγκατάστασης αυτών στους Αερολιμένες Λάρνακας και Πάφου. Εξάλλου, η περιγραφή που δίνεται για τους υπό εξέταση διαγωνισμούς που προκηρύχθηκαν από την Hermes έχει ως εξής: «the right to operate vehicle rental services». Άρα, κατά την Επιτροπή, δεν είναι κρίσιμο το γεγονός ότι η Hermes στην προκειμένη περίπτωση δεν δραστηριοποιείται στην αγορά ενοικιάσεως αυτοκινήτων, αγορά όπου ασκεί τις δραστηριότητες της η καταγγέλλουσα Hertz. Όπως έκρινε το Αγγλικό Δικαστήριο στην υπόθεση Arriva the Shires Ltd and London Luton Airport Operations Ltd [Υπόθεση Ανωτάτου Αγγλικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 28/01/2014 μεταξύ Arriva the Shires Ltd και London Luton Airport Operations Ltd παρ. 101] «the fact that Luton Operations are not coach operators themselves does not prevent any distortion of the downstream market arising from their conduct from being an abuse.»
Παραταύτα, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι η καταγγελλόμενη συμπεριφορά της Hermes, ενδέχεται να έχει έμμεσο αντίκτυπο στην παροχή υπηρεσιών ενοικίασης αυτοκινήτων αφού επηρεάζει οικονομικά τις εταιρείες αυτές και υπάρχει το ενδεχόμενο να μετακυλιστεί το κόστος της αύξησης των μισθωμάτων στους τελικούς καταναλωτές.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι βάσει των στοιχείων της προκαταρκτικής έρευνας και του περιεχομένου της καταγγελίας και των απαντήσεων των εταιρειών ενοικίασης αυτοκινήτων, ουσιαστικά διαφαίνεται ότι η παρουσία στα αεροδρόμια για τα διεθνή Brands ενοικίασης αυτοκινήτων, ήτοι για τις εταιρείες με διεθνώς αναγνωρισμένο εμπορικό σήμα και φήμη, {...}. Επιπρόσθετα, επισημαίνεται ότι οι διεθνείς ταξιδιωτικοί οργανισμοί και οι εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων είθισται να επιλέγουν να συνεργάζονται με εταιρείες που έχουν βάση στα αεροδρόμια. Άρα τόσο η καταγγέλλουσα όσο και οι οποιοιδήποτε ανταγωνιστές της για να προσφέρουν υπηρεσίες ενοικίασης αυτοκινήτων ενίοτε υποχρεώνονται να χρησιμοποιούν την βασική διευκόλυνση των αερολιμένων και να την αξιοποιούν εμπορικά, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης στην βασική διευκόλυνση και στην παροχή σχετικών εγκαταστάσεων στους αερολιμένες.
Ως εκ των ανωτέρω, η Επιτροπή κρίνει ότι η αγορά παροχής υπηρεσιών πρόσβασης και εγκατάστασης σε εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων στους αερολιμένες Λάρνακας και Πάφου αποτελεί παράπλευρη αγορά της αγοράς διαχείρισης των Αερολιμένων Λάρνακας και Πάφου, η οποία όπως διαφαίνεται από τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνει τις on airport και off airport υπηρεσίες πρόσβασης και εγκατάστασης σε εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων στους αερολιμένες Λάρνακας και Πάφου.
Η Επιτροπή καταλήγει ότι για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης η σχετική αγορά υπηρεσιών, με βάση τα στοιχεία του φακέλου, ορίζεται αφενός ως η αγορά διαχείρισης των αερολιμένων Λάρνακας και Πάφου και αφετέρου ως η παράπλευρη αγορά παροχής υπηρεσιών πρόσβασης και εγκατάστασης στα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου σε εταιρείες ενοικιάσεως αυτοκινήτων.»
β. Ορισμός σχετικής γεωγραφικής αγοράς
«Η σχετική γεωγραφική αγορά περιλαμβάνει την περιοχή όπου οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις συμμετέχουν στην προμήθεια προϊόντων ή υπηρεσιών και οι όροι του ανταγωνισμού είναι επαρκώς ομοιογενείς και η οποία μπορεί να διακριθεί από γειτονικές κυρίως περιοχές, διότι στις εν λόγω περιοχές οι όροι του ανταγωνισμού διαφέρουν σημαντικά. (Aνακοίνωση της Eπιτροπής όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς για της σκοπούς του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού (97/C 372/03).
Στην προκειμένη περίπτωση η καταγγέλλουσα εταιρεία υποστηρίζει ότι η αγορά υπηρεσιών πρόσβασης και εγκατάστασης σε εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων περιορίζεται στις εγκαταστάσεις των αερολιμένων Λάρνακας και Πάφου. Δηλαδή, κάθε αεροδρόμιο αποτελεί μια ξεχωριστή γεωγραφική αγορά επειδή οι επιβάτες που φθάνουν στο ένα αεροδρόμιο δεν μπορεί να αναμένεται να ταξιδέψουν μεγάλες αποστάσεις ώστε να φθάσουν στο άλλο αεροδρόμιο για να επωφεληθούν από τις υπηρεσίες ενοικίασης αυτοκινήτων. Αντίστοιχα δεν αναμένεται, παρόλο ότι δεν αποκλείεται, οι επιβάτες να ταξιδέψουν σε πόλεις γύρω από το αεροδρόμιο για να βρουν άλλες υπηρεσίες ενοικίασης αυτοκινήτων.
Επιπρόσθετα, κατά τους ισχυρισμούς της καταγγέλλουσας, οι επιβάτες που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες ενοικιάσεως αυτοκινήτων και ιδιαίτερα οι πελάτες των λεγόμενων «premium brands» όπως η Hertz και η {…} δεν αποδέχονται το γεγονός ότι οι εν λόγω εταιρείες δεν διαθέτουν εγκαταστάσεις εντός των αεροδρομίων. Οι πελάτες των εταιρειών ενοικιάσεως αυτοκινήτων που φθάνουν ή αναχωρούν από ένα αεροδρόμιο επιδιώκουν για σκοπούς διευκόλυνσης και άνεσης να παραλάβουν και να επιστρέψουν το ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο στο αεροδρόμιο στο οποίο έχουν αφιχθεί ή αναχωρούν.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην υπόθεση FAG – Flughafen Frankfurt/Main AG (Απόφαση της Επιτροπής της 14ης Ιανουαρίου 1998 σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 86 της συνθήκης ΕΚ, Υπόθεση IV/34.801 (FAG – Flughafen Frankfurt/Main AG)).έκρινε ότι η γεωγραφική αγορά αναφοράς ήταν ο αερολιμένας της Φραγκφούρτης καθότι θεωρήθηκε πως δεν υπήρχε άλλος διεθνής αερολιμένας σε κοντινή απόσταση ο οποίος θα μπορούσε να θεωρηθεί υποκατάστατο για την παροχή υπηρεσιών απευθείας αεροπορικής μεταφοράς. Επίσης παρόμοια προσέγγιση ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Alpha Flight Services /Aeroports de Paris (Απόφαση του Δικαστηρίου (έκτο τμήμα) της 24ης Οκτωβρίου 2002. – Aéroports de Paris κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Υπόθεση C-82/01 P.) όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέληξε ότι η αγορά υπηρεσιών διαχείρισης του αερολιμένα αφορούσε τους διεθνείς αερολιμένες της περιοχής του Παρισιού Orly και CDG.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι στην υπό κρίση υπόθεση, οι αερολιμένες Λάρνακας και Πάφου αποτελούν διακριτές γεωγραφικές αγορές αφού εκ των πραγμάτων, λόγω απόστασης, οι επιβάτες που φθάνουν στο ένα αεροδρόμιο δεν αναμένεται να ταξιδέψουν μεγάλες αποστάσεις ώστε να φθάσουν στο άλλο αεροδρόμιο για να επωφεληθούν από άλλες υπηρεσίες ενοικίασης αυτοκινήτων. Το γεγονός αυτό επηρεάζει άμεσα τόσο την παράπλευρη αγορά της παροχής υπηρεσιών πρόσβασης και εγκατάστασης στα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου σε εταιρείες ενοικιάσεως αυτοκινήτων καθώς οι εν λόγω εταιρείες απευθύνονται στους εν λόγω επιβάτες όσο και την αγορά διαχείρισης των αερολιμένων.
Συνοψίζοντας και λαμβάνοντας υπόψη ότι η καταγγελλόμενη συμπεριφορά αφορά γεγονότα τα οποία λαμβάνουν χώρα στους αερολιμένες Λάρνακας και Πάφου, ως γεωγραφικές αγορές ορίζονται οι χώροι των αερολιμένων Λάρνακας και Πάφου ξεχωριστά.
Η Επιτροπή επιπρόσθετα κρίνει σκόπιμο να σημειώσει τις θέσεις της Hermes επί των συμπερασμάτων της Επιτροπής σε σχέση με την σχετική αγορά όπως καταγράφηκαν στην Έκθεση Αιτιάσεων που της κοινοποιήθηκε.
Η Επιτροπή σημειώνει ότι η Hermes στις γραπτές της θέσεις δεν αποδέχεται τον ορισμό της σχετικής αγοράς όπως τούτος ορίστηκε στην έκθεση αιτιάσεων και εισηγήθηκε ότι η σχετική αγορά στην προκειμένη περίπτωση είναι αυτή των ενοικιάσεων αυτοκινήτων σε ολόκληρη την Κύπρο. Η Hermes θεωρεί ότι δεν διευκρινίζεται στην Έκθεση Αιτιάσεων το περιεχόμενο της πρόσβασης και εγκατάστασης στα αεροδρόμια ως ουσιαστικό στοιχείο της σχετικής αγοράς, ενώ επισήμανε περαιτέρω ότι το θέμα αυτό σχετίζεται με τις on-airport και off-airport συμβάσεις που βρίσκονται στο επίκεντρο της υπό κρίση υπόθεσης και ως εκ τούτου θα πρέπει να θεωρείται ότι υπάρχει εναλλαξιμότητα στην λειτουργία της αγοράς με την χρήση των διευκολύνσεων on-airport και off-airport αν και πρόκειται για διαφορετικές ρυθμίσεις με ουσιωδώς κατά την Hermes, διαφορετικό περιεχόμενο και συνθήκες παροχής και χρήσης των συναφών διευκολύνσεων.
Η Επιτροπή συνεκτιμώντας τις ως άνω θέσεις της Hermes, καταλήγει ότι δεν δύναται να αποδεχτεί τη θέση της Hermes ότι η σχετική αγορά αφορά τις ενοικιάσεις αυτοκινήτων σε όλη την Κύπρο. Αυτό έρχεται σε αντίθεση τόσο με τα συμπεράσματα της Επιτροπής σε σχέση με την σχετική αγορά υπηρεσιών όσο και με τα συμπεράσματα της σε σχέση με την γεωγραφική αγορά. Τονίζεται ότι το αντικείμενο της καταγγελίας εστιάζεται στους όρους αφενός της προκήρυξης των δύο διαγωνισμών για τους on airport operators από πλευράς της Hermes ως διαχειρίστριας των αερολιμένων Λάρνακας και Πάφου και αφετέρου των δύο off airport συμβάσεων μεταξύ της Hermes και της καταγγέλλουσας και αφορούν την πρόσβαση και εγκατάσταση των εταιρειών ενοικίασης αυτοκινήτων στα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου. Συνεπώς, εκ του αντικειμένου της καταγγελίας συνάγεται ότι οι κρίσιμες αγορές εν προκειμένω είναι η αγορά διαχείρισης των αερολιμένων Λάρνακας και Πάφου και αφετέρου η αγορά παροχής υπηρεσιών πρόσβασης και εγκατάστασης στα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου σε εταιρείες ενοικιάσεως αυτοκινήτων. Οι καταγγελλόμενες συμπεριφορές αφορούν την πρόσβαση και εγκατάσταση των εταιρειών ενοικιάσεων αυτοκινήτων στις γεωγραφικές περιοχές των αεροδρομίων Λάρνακας και Πάφου στις οποίες δραστηριοποιείται ως διαχειρίστρια η Hermes. Ως εκ τούτου, η αγορά ενοικιάσεως αυτοκινήτων δεν είναι κρίσιμη για τους σκοπούς εξέτασης των ισχυριζόμενων παραβάσεων της καταγγελίας.
Η Επιτροπή κρίνει σκόπιμο να επισημάνει την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας και Ουαλίας αριθμός HC10C02364 (Απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας και Ουαλίας αριθμός HC10C02364 μεταξύ Purple Parking Ltd & Anor v Heathrow Airport Ltd [2011] EWHC 987 (Ch) (15 April 2011) όπου ως σχετική αγορά ορίστηκε σε ανώτερο επίπεδο η αγορά παροχής διευκολύνσεων στο αεροδρόμιο (upstream market). Συγκεκριμένα λέχθηκε ότι η εν λόγω αγορά (facilities market), περιλαμβάνει την παροχή υπηρεσιών πρόσβασης στις διευκολύνσεις του αεροδρομίου του Heathrow, συμπεριλαμβανομένων των δρόμων και των χώρων που βρίσκονται γύρω από αυτό (προαύλιος χώρος). Σε κατώτερο επίπεδο (downstream market) η αγορά ορίστηκε ως η αγορά παροχής υπηρεσιών στάθμευσης οχημάτων (meet & greet) στο αεροδρόμιο του Heathrow( Ibid παρ. 109, 131).
Σε σχέση με τον ισχυρισμό της Hermes ότι δεν διευκρινίζεται στην Έκθεση Αιτιάσεων το περιεχόμενο της πρόσβασης και εγκατάστασης στα αεροδρόμια ως ουσιαστικό στοιχείο της σχετικής αγοράς, η Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι, τόσο οι on airport όσο και οι off airport κατηγορίες αφορούν χώρους εντός των αερολιμένων που διαχειρίζεται η Hermes και άρα το περιεχόμενο της πρόσβασης και εγκατάστασης βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τα δικαιώματα που παρέχει η Hermes κατά την εκχώρηση των αδειών on airport και off airport.»
[…]
«8.2 Δεσπόζουσα Θέση
Σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, μια επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση όταν διαθέτει οικονομική δύναμη που της δίνει τη δυνατότητα να παρεμποδίζει τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό στη σχετική αγορά και της επιτρέπει να συμπεριφέρεται σε σημαντικό βαθμό ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές της, τους πελάτες και τέλος τους καταναλωτές. [Υπόθεση C-6/72 Europemballage Corp v. Continental Can, C-27/76, United Brands v. Commission παρ.65, C-85/76 Hoffmann-La Roche v. Commission, παρ. 38-39].
Επισημαίνεται ότι η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης δεν θεωρείται αφ’ εαυτής παράνομη ή/και καταχρηστική αλλά απαιτείται επιπλέον ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της δεσπόζουσας θέσης και της καταχρηστικής συμπεριφοράς για στοιχειοθέτηση παράβασης του άρθρου 6(1) του Νόμου.[5]
Για την διαπίστωση της ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης λαμβάνονται υπόψη διάφορα κριτήρια μεταξύ των οποίων τα μερίδια αγοράς της καταγγελλόμενης επιχείρησης. Αν τα μερίδια αγοράς είναι ιδιαίτερα υψηλά (αν υπερβαίνουν συνήθως το 50%), υποδηλώνουν και την ουσιαστική δυνατότητα της κρινόμενης επιχείρησης να επηρεάσει μονομερώς τις συνθήκες της εν λόγω αγοράς, με την επιβολή όρων που κατ’ ανάγκη δεν αντιστοιχούν σε αυτούς που θα επικρατούσαν υπό καθεστώς υγιούς ανταγωνισμού. [Βλ. ενδεικτικά Διοικητικό Εφετείο Αθηνών 2265/2010 σκ. 29-30 και ΔεφΑθ 2116/2004, σκ. 7, καθώς και αποφάσεις ΔΕΕ 85/76 Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής Συλλ. 1979 σελ. 461, σκ. 41, ΓενΔΕΕ Τ-228/97 IrishSugar Plc κατά Επιτροπής Συλλογή 1999 σελ. ΙΙ-2969, σκ. 70, ΓενΔΕΕ Τ-83/91 Tetra Pak κατά Επιτροπής (Tetra Pak II) Συλλ. 1994 σ. ΙΙ-755, σκ. 109, και ΓενΔΕΕ T-30/89 Hilti κατά Επιτροπής, Συλλ. 1991, σελ. II-1439, σκ. 91 και ΔΕΕ C-62/86 AKZO κατά Επιτροπής, Συλλ. 1991, σελ. I-3359, σκ. 60].
Εάν το μερίδιο αγοράς που κατέχει μία επιχείρηση δεν είναι τόσο υψηλό ώστε να θεωρείται καθαυτό δεσπόζουσα θέση, το μερίδιο αγοράς εξετάζεται συνδυαστικά με τα μερίδια των ανταγωνιστών στη σχετική αγορά καθώς και τη δομή της αγοράς συμπεριλαμβανομένων στοιχείων της οι φραγμοί εισόδου στην εν λόγω αγορά, η δυνατότητα επιβίωσης ανταγωνιστών, ή ακόμα η εξάρτηση από πελάτες και προμηθευτές.[Απόφαση Ελληνικής Αρχής Ανταγωνισμού 317/V/2006 «ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΝΕ.», «ΝΑΥΣΙΠΛΟΪΑ ΑΙΓΑΙΟΥ Ν.Ε.» και «ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΕΣ ΚΡΟΥΑΖΙΕΡΕΣ ΝΕ», κατά της «ΠΕΡΙΑΝΔΡΟΣ Α.Ε. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΩΡΥΓΑΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ»].
Σε σχέση με το ζήτημα της ύπαρξής δεσπόζουσας θέσης, η Hermes στις θέσεις της επί της Έκθεσης Αιτιάσεων, ημερομηνίας 24/10/2014, εισηγείται ότι, η ισχυριζόμενη παράβαση είναι τελείως αβάσιμη αφού για να θεωρείται «βασική διευκόλυνση» πρέπει αυτή να είναι επιτακτική/απαραίτητη (indispensable) για την άσκηση των εργασιών της επιχείρησης που επιζητεί την πρόσβαση στη σχετική διευκόλυνση. Σύμφωνα με τη Hermes, πρέπει να αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει πραγματικό ή δυνητικό υποκατάστατο για τους ανταγωνιστές στην αγορά.
Η Ηermes υποστηρίζει ότι, τόσο η καταγγέλλουσα όσο και όλες οι άλλες επιχειρήσεις ενοικιάσεων αυτοκινήτων έχουν πλήρη πρόσβαση στα αεροδρόμια και μπορούν να κάνουν χρήση όλων των γενικών διευκολύνσεων των αεροδρομίων. Σε σχέση με την εγκατάσταση η Hermes εισηγείται ότι δεν έχει διευκρινιστεί ο χαρακτήρας της, και εισηγείται ότι τα δικαιώματα αυτά δεν είναι καθόλου απαραίτητα για την άσκηση των εργασιών οποιασδήποτε επιχείρησης ενοικιάσεων αυτοκινήτων.
Η Επιτροπή απορρίπτει τον συσχετισμό της Hermes περί μιας βασικής διευκόλυνσης με την αξιολόγηση της ύπαρξης ή μη της δεσπόζουσας θέσης και τη νομολογία Oscar Bronner που επικαλείται. Αυτό διότι το εν λόγω ζήτημα δεν δύναται να συσχετιστεί με την αξιολόγηση δεσπόζουσας θέσης αλλά με το ζήτημα της κατάχρησης, το οποίο συνιστά αντικειμενική έννοια που συνδέεται με καταχρηστικές πρακτικές εταιριών με δεσπόζουσα θέση. [Αποφάσεις της 13/2/1979, αριθμός 85/76, Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 215, σκέψη 91), της 9/11/1983, αριθμός 322/81, Michelin κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 3461, σκέψη 70), και της 3/7/1991, C-62/86, AKZO κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-3359, σκέψη 69)]. Εν πάση περιπτώσει, τονίζεται επιπρόσθετα ότι τo ΔΕΕ σε νεότερη νομολογία του, απέρριψε την προϋπόθεση της αντικειμενικής αναγκαιότητας της νομολογίας Oscar Bronner σε περιπτώσεις καταχρηστικής συμπίεσης περιθωρίου. [Υπόθεση C-52/09, της 17/2/2011, Konkurrensverket κατά TeliaSonera Sverige AB, sk. 51, 55,56 και 58]. Δηλαδή περιπτώσεις κατά τις οποίες μια επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση είναι ικανή να προκαλέσει στρέβλωση στον ανταγωνισμό, ακόμα και αν μια υπηρεσία ή ένα προϊόν δεν είναι απαραίτητο (indispensable) για την άσκηση των συναφών με αυτό δραστηριοτήτων. [Ιbid σκ.72].
Η δεσπόζουσα θέση εξετάζεται σε συνάρτηση με μια ορισμένη αγορά ως προς τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες και γεωγραφικά. Λαμβανομένων αυτών υπόψη, η Επιτροπή σημειώνει ότι η Hermes βάσει της Σύμβασης Παραχώρησης, κατέχει νόμιμο μονοπώλιο εκμετάλλευσης/διαχείρισης του αερολιμένα της Λάρνακας και της Πάφου και είναι υπεύθυνη για την εκτέλεση και διεκπεραίωση έργων, τη διεύθυνση, λειτουργία και παροχή υπηρεσιών στα εν λόγω αεροδρόμια. Ανάμεσα σε αυτά τα δικαιώματα συμπεριλαμβάνεται και η παροχή υπηρεσιών σχετικά με την πρόσβαση και εγκατάσταση των εταιρειών ενοικίασης αυτοκινήτων που λειτουργούν στους χώρους των αεροδρομίων. Το περιεχόμενο των υπηρεσιών πρόσβασης και εγκατάστασης αφορά ουσιαστικά όλα τα δικαιώματα που συνοδεύουν την σχετική on και off airport άδεια όπως αυτά αναλύθηκαν διεξοδικά στην σχετική αγορά.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η Hermes, έχοντας το μονοπώλιο διαχείρισης των αερολιμένων, δυνάμει της σύμβασης Παραχώρησης, είναι η μόνη που μπορεί να παραχωρήσει την απαιτούμενη άδεια για πρόσβαση και εγκατάσταση στους χώρους των αερολιμένων, έναντι αμοιβής, στις εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες ενοικιάσεως αυτοκινήτων. Η Hermes βρίσκεται σε κατάσταση οικονομικής ισχύος με ευρεία δυνατότητα ανεξάρτητης δράσης.
Ως εκ των ανωτέρω, η Επιτροπή καταλήγει ότι για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης η Ηermes κατέχει δεσπόζουσα θέση και μονοπώλιο στη σχετική αγορά διαχείρισης και παροχής υπηρεσιών πρόσβασης και εγκατάστασης στα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου σε εταιρείες ενοικιάσεως αυτοκινήτων.»
Παρά την παραπάνω πλήρη αιτιολογία της Επιτροπής σε σχέση με το ζήτημα της δεσπόζουσας θέσης, με την έφεση προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι προκύπτει από την επίδικη απόφαση της Επιτροπής ότι η Επιτροπή «στοιχειοθέτησε την κατάληξη περί κατοχής δεσπόζουσας θέσης» (τέταρτος λόγος έφεσης). Επίσης ότι δεν αξιολόγησε τις θέσεις της Hermes οι οποίες αφορούσαν τους λόγους ακύρωσης περί μη διενέργειας δέουσας έρευνας και πλάνης της Επιτροπής αναφορικά με τον ορισμό της σχετικής αγοράς και τη διαπίστωση κατοχής δεσπόζουσας θέσης (βλ. (α) και (γ) στην αιτιολογία του τρίτου λόγου έφεσης).
Καταρχάς σημειώνουμε ότι το παράπονο της Hermes πρωτοδίκως δεν ήταν ότι η Επιτροπή έσφαλε ως προς τον ορισμό της σχετικής αγοράς, αλλά ότι δεν υπήρξε σαφής ορισμός της σχετικής αγοράς και ότι δεν προσδιορίστηκε το περιεχόμενο της «πρόσβασης» και της «εγκατάστασης». Περαιτέρω, το πρωτόδικο δικαστήριο δεν παρέλειψε να εξετάσει τα θέματα αυτά, όπως με την έφεση του αποδόθηκε. Υπέδειξε ότι στην απόφαση της Επιτροπής υπήρξε σαφής ορισμός της σχετικής αγοράς και σχετική αιτιολόγηση της κατάληξης περί τούτου και αναφέρθηκε στη διαπίστωση της Επιτροπής ότι το περιεχόμενο της «πρόσβασης» και «εγκατάστασης» βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τα δικαιώματα που παρέχει η Hermes ως δεσπόζουσα επιχείρηση κατά την εκχώρηση των αδειών on airport και off airport, όπως τα παρόμοια παραδείγματα των αγγλικών «υποθέσεων των αεροδρομίων» («airport cases») (Purple Parking Ltd and another v. Heathrow Airport Ltd [2011] EWHC 987 (CH) και Arriva the Shires v. London Luton Airports Operations Ltd [2014] EWHC 64 (CH)). Γενικά το δικαστήριο εξέτασε και ορθά κατέληξε ότι υπάρχει επαρκής προσδιορισμός και ότι το ζήτημα του ορισμού της σχετικής αγοράς εξετάστηκε δεόντως από την Επιτροπή χωρίς να διαπιστώνεται ότι έχει εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε πλάνη.
Αποδίδεται περαιτέρω στο πρωτόδικο δικαστήριο με τον τέταρτο λόγο έφεσης ότι εσφαλμένα «κατέληξε στο συμπέρασμα ότι προκύπτει από μέρος της επίδικης απόφασης ότι η Εφεσίβλητη στοιχειοθέτησε την κατάληξη της περί κατοχής δεσπόζουσας θέσης εκ μέρους της Εφεσείουσας στο ότι η τελευταία κατέχει το μονοπώλιο και/ή έχει το αποκλειστικό δικαίωμα διαχείρισης των αερολιμένων Λάρνακας και Πάφου, στη βάση σχετικής σύμβασης με το κράτος». Είναι όμως πρόδηλο ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον όντως η Επιτροπή θεμελίωσε το εύρημά της στο μονοπωλιακό και αποκλειστικό δικαίωμα διαχείρισης των αερολιμένων Λάρνακας και Πάφου έχοντας, ως εκ τούτου, τον έλεγχο πρόσβασης και εγκατάστασης ως ανωτέρω έχουμε αναφέρει.
Στη συνέχεια του τέταρτου λόγου έφεσης αναφέρονται τα εξής: «Η δε κατάληξη αυτή της Εφεσίβλητης έκρινε το δικαστήριο ότι είναι ορθή και εν πάση περιπτώσει εύλογα επιτρεπτή δεδομένης και της σχετικής νομολογίας επί του θέματος σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), επιχείρηση που απολάβη μονοπωλίου από το Νόμο επί σημαντικού τμήματος της κοινής αγοράς μπορεί να θεωρεί ότι κατέχει δεσπόζουσα θέση κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης (102 ΣΛΕΕ)» [παρατίθενται οι αποφάσεις τις οποίες είχε παραπέμψει το δικαστήριο].
Ως προς το δεύτερο αυτό σκέλος του τέταρτου λόγου έφεσης δεν εντοπίζουμε ποιο είναι το σφάλμα που αποδίδεται στο δικαστήριο. Απλώς καταγράφεται η επικύρωση εκ μέρους του δικαστηρίου της κατάληξης της Επιτροπής ως ορθής και εν πάση περιπτώσει εύλογα επιτρεπτής δεδομένης της σχετικής νομολογίας επί του θέματος.
Είναι με την αιτιολογία και μόνο του τέταρτου λόγου έφεσης πλέον που διευκρινίστηκε ότι το παράπονο της Hermes είναι ότι το δικαστήριο εσφαλμένα αποδέχτηκε την προσέγγιση της Επιτροπής να μην αξιολογήσει τον καθορισμό της δεσπόζουσας θέσης «σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές που διέπουν την παροχή βασικών διευκολύνσεων (essential facilities)». Η αιτιολογία όμως δεν υποκαθιστά το λόγο έφεσης.
Παρά ταύτα επειδή στον τρίτο λόγο έφεσης υπό τον γενικό ισχυρισμό περί παράλειψης δέουσας έρευνας και εμφιλοχώρησης πλάνης, περιλαμβάνεται στην παράγραφο (α) της αιτιολογίας αυτού του λόγου έφεσης ο ισχυρισμός ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν ερεύνησε, ούτε αξιολόγησε τις θέσεις της Hermes που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την διαπίστωση κατοχής δεσπόζουσας θέσης εκ μέρους της και στην παράγραφο (δ) ο ισχυρισμός ότι το δικαστήριο αποφάνθηκε, αποδεχόμενο μόνο την κρίση της Επιτροπής «επί των εν λόγω τεχνικών θεμάτων», ότι «όλες οι παράμετροι που αφορούν στον ορισμό της σχετικής αγοράς εξετάστηκαν δεόντως από την Επιτροπή χωρίς την εμφιλοχώρηση οποιασδήποτε πλάνης», θα εξετάσουμε το ζήτημα της δεσπόζουσας θέσης και ειδικά την εισήγηση εκ μέρους της Hermes ότι τούτο διασυνδέεται με την αρχή της βασικής διευκόλυνσης.
Εν προκειμένω η πλευρά της εφεσείουσας ανέμειξε με το ζήτημα της δεσπόζουσας θέσης τη λεγόμενη αρχή της βασικής διευκόλυνσης (essential facilities doctrine) η οποία δεν αφορά στο ζήτημα του χαρακτηρισμού μιας επιχείρησης ως δεσπόζουσας, αλλά εξετάζεται σε σχέση με μια συγκεκριμένη μορφή κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης, ήτοι την «άρνηση προμήθειας / πρόσβασης» (refusal to supply / access) που αποτελεί μια από τις πρακτικές οι οποίες συνιστούν παράβαση του Άρθρου 102 ΣΛΕΕ (βλ. C-7/97 Oscar Bronner, IMS Health C-418/01, Slovak Telekom C-165/19 P). Το ίδιο ζήτημα εξετάστηκε από το Αγγλικό Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Purple Parking Ltd and another (ανωτέρω), σε συνδυασμό με το ζήτημα της «διακριτικής» μεταχείρισης υπό το Άρθρο 18.2 του Competition Act 1980[6] της Αγγλίας, που αντιστοιχεί στο Άρθρο 6(2)(β) του δικού μας Νόμου και αντιστοίχως στο Άρθρο 102 ΣΛΕΕ. Η Purple Parking Ltd and another αποφασίστηκε με αναφορά στην Bronner και στην απόφαση της Επιτροπής (Commission) στην υπόθεση Sealink/B&I Holyhead, [1992] 5 CMLR 255. Το ίδιο ζήτημα επίσης εξετάστηκε στην Arriva (ανωτέρω), στα ίδια πλαίσια.
Το πρωτόδικο δικαστήριο, προχώρησε στην αξιολόγηση της διαπίστωσης της Επιτροπής περί δεσπόζουσας θέσης της Hermes. Έπραξε δε τούτο έχοντας αφενός υπόψη της, τις ορθές νομικές αρχές, όπως αυτές περιλαμβάνονται στην απόφαση της Επιτροπής και αφετέρου τα επιχειρήματα της Hermes. Έκρινε ότι δεν μπορούσε να επέμβει στη διαπίστωση της Επιτροπής.
Συμφωνούμε με την προσέγγιση του πρωτοδίκου δικαστηρίου. Ο αποκλειστικός έλεγχος της πρόσβασης και εγκατάστασης στους χώρους εντός της υποδομής και τους προαύλιους χώρους, είναι, γενικά, ένα από τα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της διαπίστωσης ότι η επιχείρηση που διαχειρίζεται την υποδομή κατέχει δεσπόζουσα θέση έναντι όσων έχουν ανάγκη πρόσβασης ή εγκατάστασης στους χώρους της. Ιδιαίτερα εν προκειμένω, όπου η επιχείρηση διαχειρίζεται αποκλειστικά τα δύο αεροδρόμια και ελέγχει την όλη υποδομή στη βάση μονοπωλιακής φύσεως συμφωνίας με το κράτος. Σε τέτοια περίπτωση δημιουργείται κάθετη σχέση αγοράς (vertical market relationship) στην οποία η εταιρεία που διαχειρίζεται το αεροδρόμιο με όρους ΒΟΤ αποτελεί την ανάντη αγορά (upstream), ενώ οι εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες εντός ή έξω από το αεροδρόμιο σε συμφωνία με την upstream εταιρεία αποτελούν την κατάντη αγορά (downstream). Οι τελευταίες δεν μπορούν να λειτουργήσουν στο αεροδρόμιο χωρίς την άδεια της διαχειρίστριας εταιρείας. Συνεπώς η εταιρεία αυτή κατέχει δεσπόζουσα θέση στην ανάντη αγορά, ενώ μια εταιρεία που λ.χ. προσφέρει υπηρεσίες παραλαβής και στάθμευσης αυτοκινήτων αναχωρούντων επιβατών (valet parking service/meet-and-greet services) (βλ. Purple) ή μια εταιρεία που λ.χ. εξυπηρετεί με γραμμή λεωφορείου επιβάτες μεταξύ του αεροδρομίου και της πόλης (βλ. Arriva) αποτελούν επιχειρήσεις στην κατάντη αγορά, υποκείμενες στη δεσπόζουσα θέση της εταιρείας που διαχειρίζεται τα αεροδρόμια.
11. Η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης
Προβλήθηκε με τον τρίτο λόγο έφεσης ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί μη διενέργεια δέουσας έρευνας και εμφιλοχώρηση πλάνης σε ότι αφορά και στο ζήτημα της καταχρηστικής εκμετάλλευσης της δεσπόζουσας θέσης, μέσω της επιβολής αθέμιτων όρων συναλλαγής στο διαγωνισμό για τις on airport συμβάσεις και στις συναφθείσες off airport συμβάσεις.
(α) Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης
Η κατοχή δεσπόζουσας θέσης δεν είναι αξιόμεμπτη. Το τι απαγορεύεται είναι η κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης. Στην Post Danmark Α/S ν. Konkurrencerådet, C-209/10, 27.3.2012, το ΔΕE επανέλαβε την σχετική πάγια νομολογία ως ακολούθως:
«21. Κατά πάγια νομολογία, η διαπίστωση της υπάρξεως μιας τέτοιας δεσπόζουσας θέσεως δεν συνεπάγεται καθαυτή καμία μομφή έναντι της οικείας επιχειρήσεως (βλ. aπόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, 322/81, Nederlandsche Banden-Industrie-Michelin κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3461, σκέψη 57, καθώς και της 16ης Μαρτίου 2000, C-395/96 P και C-396/96 P, Compagnie maritime belge transports κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-1365, σκέψη 37). Συγκεκριμένα, το άρθρο 82 ΕΚ (τώρα Άρθρο 102) ουδόλως αποσκοπεί στο να εμποδίσει μια επιχείρηση να κατακτά, με τις δικές της ικανότητες, δεσπόζουσα θέση σε μια αγορά (βλ., ιδίως, απόφαση TeliaSonera, προπαρατεθείσα, σκέψη 24). Η διάταξη αυτή, όμως, δεν αποσκοπεί επίσης στο να εξασφαλίσει ότι θα παραμείνουν στην αγορά οι λιγότερο αποτελεσματικοί ανταγωνιστές της επιχειρήσεως που κατέχει δεσπόζουσα θέση.»
Η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης δεν είναι δυνατόν να στερήσει μια επιχείρηση που κατέχει τέτοια θέση από το δικαίωμα να προστατεύει τα εμπορικά της συμφέροντα, όταν τα τελευταία προσβάλλονται. Θα πρέπει να έχει ευλόγως ευχέρεια να λαμβάνει τα μέτρα που η ίδια κρίνει πρόσφορα για την προστασία των εν λόγω συμφερόντων της. Δεν μπορεί όμως να επιτραπεί μια τέτοια συμπεριφορά, όταν ο στόχος της είναι ακριβώς η ενίσχυση και η εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης (United Brands (ανωτέρω) παρ. 189).
Μια επιχείρηση, πάντως, που κατέχει δεσπόζουσα θέση υπέχει, ανεξάρτητα από τους λόγους μιας τέτοιας θέσης, ιδιαίτερη ευθύνη να μην θίγει με τη συμπεριφορά της την άσκηση πραγματικού και ανόθευτου ανταγωνισμού στην κοινή αγορά (Michelin, παρ. 57).
Η έννοια του όρου «κατάχρηση» δεν δίδεται από τη ΣΛΕΕ ή την ευρωπαϊκή δευτερογενή νομοθεσία. Σύμφωνα όμως με τη νομολογία του ΔΕΕ το Άρθρο 102 ΣΛΕΕ δεν αποσκοπεί μόνο σε πρακτικές που ενδέχεται να προκαλέσουν άμεση ζημιά στους καταναλωτές, ήτοι καταχρήσεις που τους επηρεάζουν κατά τρόπο άμεσο, μέσω της εκμετάλλευσης της ισχύος που η κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης δημιουργεί στην αγορά («καταχρήσεις εκμετάλλευσης» «exploitative abuses»), αλλά και σε πρακτικές που είναι επιζήμιες στους καταναλωτές μέσω των επιπτώσεων τους σε μια αποτελεσματική δομή ανταγωνισμού, ήτοι πρακτικές που επηρεάζουν τη δομή του ανταγωνισμού στην αγορά («καταχρήσεις αποκλεισμού», «exclusionary abuses»)[7] (Europemballage Corp and Continental Cam Co Inc κατά Επιτροπής Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Υποθ. 6/72, 21.2.1973, παρ.26. Βλ. Michelin, παρ.70, Hoffmann-La Roche, παρ. 91).
Οι περιπτώσεις των καταχρήσεων που περιέχονται στο Άρθρο 102 δεν αποτελούν εξαντλητική απαρίθμηση. Η καταχρηστική συμπεριφορά μπορεί να λάβει διάφορες μορφές λ.χ. υπερβολική τιμολόγηση (excessive pricing), εξοντωτική ή τιμολόγηση κάτω του κόστους (predatory pricing), συμπίεση περιθωρίου κέρδους (margin squeeze), αθέμιτοι όροι συναλλαγής (unfair trading conditions), «διακριτική» μεταχείριση (discriminatory treatment), αδικαιολόγητος αποκλεισμός (refusal to deal/foreclosure) κ.α.. Εν προκειμένω, ενδιαφέρει η επιβολή αθέμιτων όρων συναλλαγής, πρακτική για την οποία επιβλήθηκε η επίδικη κύρωση. H επιβολή αθέμιτων όρων συναλλαγής (Άρθρο 102 (α) ΣΛΕΕ, Άρθρο 6(1)(α) του Νόμου) αποτελεί κατάχρηση εκμετάλλευσης.
Σημειώνουμε ότι όπως αποφασίστηκε στην Arriva (ανωτέρω) «the fact that Luton Operations are not coach operators themselves does not prevent any distortion of the downstream market arising from their conduct from being an abuse.»
Το νομικό βάρος απόδειξης της παράβασης βρίσκεται στους ώμους της Αρχής που επικαλείται την παράβαση (Άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1/2003 του Συμβουλίου[8] και συνεπακόλουθα έχει το βάρος να προσκομίζει τα στοιχεία που θεμελιώνουν, επαρκώς κατά το Νόμο τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την παράβαση (C-185/95 P, Baustahlgewebe v. Commission, 17/12/1998, παρ. 58). Τυχόν αμφιβολία λειτουργεί υπέρ της ελεγχόμενης επιχείρησης (United Brands, ανωτ. παρ. 265), όπως επιβάλλει το τεκμήριο της αθωότητας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης (Άρθρο 48.1, παρ 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης).
Όμως, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση C-204/2000 κ.ά., Aalborg Portland A/S κ.λπ v. Επιτροπής, 7/01/2004, παρ. 79:
«Έστω και αν το νόμιμο βάρος αποδείξεως [legal burden of proof] το φέρει, σύμφωνα με τις αρχές αυτές, είτε η Επιτροπή είτε η ενδιαφερόμενη επιχείρηση ή ένωση, τα πραγματικά στοιχεία τα οποία επικαλείται η μία πλευρά μπορεί να είναι ικανά να υποχρεώσουν την άλλη πλευρά να παράσχει μια εξήγηση ή αιτιολογία [explanation or justification], ελλείψει της οποίας να επιτρέπεται να συναχθεί ότι η πρώτη πλευρά ανταποκρίθηκε στην υποχρέωσή της.»
Όταν η επιχείρηση εγείρει ζήτημα αντικειμενικής δικαιολόγησης η προβολή αμιγώς θεωρητικών επιχειρημάτων, τα οποία δεν αποδείχθηκαν επί του σημείου αυτού, δεν αρκεί (Case T-201/04 Microsoft Corpn v European Commission [2007] ECR II-3601, ECLI:EU:T:2007:289, [2007] 5 CMLR 846, para 860). Στην ίδια υπόθεση το Γενικό Δικαστήριο επανέλαβε αλλά και εξήγησε περαιτέρω τα ακόλουθα στην παρ. 866:
«Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι, μολονότι η Επιτροπή φέρει το βάρος αποδείξεως όσον αφορά την ύπαρξη περιστάσεων που στοιχειοθετούν παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ, εντούτοις δεν απόκειται στην Επιτροπή αλλά στην κατέχουσα δεσπόζουσα θέση, αν παραστεί ανάγκη και πριν το πέρας της διοικητικής διαδικασίας, να προβάλει ενδεχόμενη αντικειμενική δικαιολόγηση καθώς και συναφή επιχειρήματα και αποδεικτικά στοιχεία. Στην Επιτροπή απόκειται, ακολούθως, αν διαπιστώσει κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως, να αποδείξει ότι τα επιχειρήματα και τα αποδεικτικά στοιχεία που προβλήθηκαν από την εν λόγω επιχείρηση δεν μπορούν να υπερισχύσουν και, ως εκ τούτου, ότι η προβληθείσα δικαιολόγηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή».
Διευκρινίζουμε ότι τα ανωτέρω δεν αφορούν σε αντιστροφή του βάρους απόδειξης, κάτι που ρητά προβλέπεται από τον εν λόγω Κανονισμό 1/2003 προκειμένου για τα κριτήρια εξαίρεσης που θέτει το Άρθρο 101(3) ΣΛΕΕ, αναφορικά με συμφωνίες, αποφάσεις και εναρμονισμένες πρακτικές τύπου «καρτέλ». Η απόδειξη ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 101(3) ΣΛΕΕ βαρύνει την επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων που επικαλείται τη διάταξη αυτή. (Βλ. Άρθρα 4(2), 5(3)(α) και 5(3)(β) του Νόμου, βλ. επίσης το Άρθρο 7(3) του Νόμου, «Εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής του Νόμου).
Όμως, όπως έχουμε αναφέρει ανωτέρω, η δεσπόζουσα επιχείρηση έχει τη δυνατότητα να προβάλει τη θέση περί «αντικειμενικής δικαιολόγησης» ισχυριζόμενη, ειδικότερα, ότι (α) με τη συμπεριφορά της επιδιώκει νόμιμο σκοπό και ότι (β) η συμπεριφορά της δεν αποτελεί δυσανάλογη εμπορική πρακτική. Σε τέτοια περίπτωση αναμένεται ότι θα πρέπει να στοιχειοθετήσει η ίδια τη θέση της αυτή (evidential burden of proof) (Butterworths (ανωτέρω) [παρ. 556]).
Ο «νόμιμος σκοπός» μπορεί να αφορά σε λόγους αντικειμενικής αναγκαιότητας (objective necessity) ή σε λόγους οικονομικής αποτελεσματικότητας η οποία υπερτερεί των αρνητικών αποτελεσμάτων επί του ανταγωνισμού (efficiency defense). (Βλ. Υπόθεση Gutmann [2025] Bus LR 2923, C-310/93 P, BPB Industries plc v. British Gypsum Ltd, 6.4.1995, United Brands (ανωτέρω), (Post Danmark Ι (ανωτέρω)).
Η αξιολόγηση της αναλογικότητας σε περιπτώσεις στις οποίες εξετάζεται αν όροι συναλλαγής είναι αθέμιτοι, διενεργείται με βάση το κριτήριο της αναγκαιότητας (necessity), δηλαδή το κατά πόσο οι επίμαχοι όροι περιορίζονται σε ό,τι είναι απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη θεμιτού σκοπού, ή αν η δεσπόζουσα επιχείρηση θα μπορούσε να επιτύχει τον ίδιο θεμιτό σκοπό με λιγότερο επαχθή μέτρα, καθώς και μέσω της ορθής στάθμισης των εμπορικών συμφερόντων της δεσπόζουσας επιχείρησης αφενός και των συμφερόντων των εμπορικών εταίρων και καταναλωτών, αφετέρου. (Commission Decision of 4 March 2024 in Case AT.40437, Apple - App Store Practices (music streaming), C (2024) 1307 final).[9]
Από όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, μας φαίνεται βάσιμη η κάτωθι αναφορά:
«The concept of objective justification is not applied liberally and the chances of conduct on the part of a dominant undertaking which would otherwise be condemned as an abuse being saved by objective justification are relatively slim indeed.».
(Butterworths (ανωτέρω) [παρ. 556]).
(β) Η διαπίστωση περί κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης στην υπό κρίση υπόθεση
Όπως είναι δομημένη η έφεση είναι απαραίτητο να επεκταθούμε στην απόφαση της Επιτροπής ώστε να γίνει αντιληπτή η εξέταση των λόγων έφεσης που απομένουν.
Η Επιτροπή τόνισε, σε ότι αφορά την προκήρυξη του διαγωνισμού για τις on airport συμβάσεις, ότι «η εκάστοτε προσφορά που υποβάλλει μια εταιρεία στα πλαίσια ενός διαγωνισμού, αποτελεί αποκλειστικά δική της απόφαση. Η εκάστοτε προσφοροδότρια εταιρεία είναι ελεύθερη να επιλέξει το ακριβές ποσό που είναι διατεθειμένη να πληρώσει για τις υπηρεσίες που της παρέχονται από την αναθέτουσα επιχείρηση. Παρόλα αυτά, στην προκειμένη περίπτωση ορισμένες εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων θεωρούν πολύ σημαντική την παρουσία τους σε αερολιμένες και ως εκ τούτου είναι επάναγκες να συμμετάσχουν στην διαδικασία υποβολής προσφορών και ως εκ τούτου η Hermes καθίσταται «αναγκαστικός εταίρος» ο οποίος δύναται να εκμεταλλευτεί τη θέση του. Επομένως, αυτό που πρέπει να αξιολογηθεί στην προκειμένη περίπτωση είναι οι όροι των προκηρύξεων των δύο διαγωνισμών της Hermes, και συγκεκριμένα εάν αυτοί ήταν θεμιτοί, αφού αποτελούσαν και τη βάση για τις προσφορές που υποβάλλονταν από τις υποψήφιες στο διαγωνισμό εταιρείες. Προς επίρρωση του πιο πάνω σκεπτικού, επισημαίνεται ότι η καταγγέλλουσα Hertz δεν συνήψε σύμβαση στα πλαίσια του δεύτερου διαγωνισμού καθότι δεν ήταν επιτυχούσα και άρα δεν θα ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί μία σύγκριση στη βάση των συμβατικών όρων.».
Στον πρώτο διαγωνισμό δινόταν η ευκαιρία στους ενδιαφερόμενους προσφοροδότες να επιλέξουν τον τρόπο υπολογισμού της προσφοράς μεταξύ τριών διαφορετικών τρόπων υπολογισμού, ήτοι (α) επιλογή του μεγαλύτερου ποσού από την Ελάχιστη Ετήσια Εγγύηση (Minimum Annual Guarantee – MAG) ή ποσοστό (%) από τα ακαθάριστα έσοδα, (β) επιλογή του υψηλότερου ποσού από τη MAG ή του τέλους ανά ενοικίαση αυτοκινήτου, (που ήταν η επιλογή τότε της Hertz) ή (γ) επιλογή της MAG και του τέλους ανά ενοικίαση. Στα πλαίσια του δεύτερου διαγωνισμού, διαθέσιμος τρόπος ήταν μόνο το άθροισμα της ελάχιστης ετήσιας εγγύησης και των συνολικών τελών από τα ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα.
Επιπλέον η Επιτροπή διαπίστωσε σημαντική αύξηση της MAG από €81.000 το 2011, με βάση τον πρώτο διαγωνισμό, σε €125.000 το 2012 στο δεύτερο διαγωνισμό (αύξηση 53.37%), παρά την εξίσου σημαντική μείωση στα ελάχιστα τέλη ενοικίασης από €8 σε €5 ανά αυτοκίνητο (μείωση 37.50%). Επομένως, κατά την κρίση της Επιτροπής, η Hermes με τη σημαντική αύξηση της MAG αφενός διασφάλιζε τα εισοδήματά της και αφετέρου μετακυλούσε μεγάλο ποσοστό του επενδυτικού κοινού κινδύνου πάνω στους προσφοροδότες.
Περαιτέρω ο προσφερόμενος αριθμός για on airport operators είχε μειωθεί από 7 σε 4. Τούτο σε συνδυασμό με τη σημαντική αύξηση στην MAG θα οδηγούσε τις ενδιαφερόμενες προσφοροδότριες εταιρείες στην υποβολή σημαντικά αυξημένων προσφορών για να μπορέσουν να διασφαλίσουν την επιτυχία της προσφοράς τους, πράγμα το οποίο δεν μπορεί παρά να σημαίνει και σημαντική αύξηση στα κόστη λειτουργίας των εταιρειών ενοικιάσεως αυτοκινήτων. Λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπήρχε πλέον παρά μόνο η επιλογή (γ), η ποσοστιαία διαφορά στο ελάχιστο ενοίκιο – με βάση την επιλογή (β) την οποία είχε ασκήσει στο πρώτο συμβόλαιο – το οποίο θα μπορούσε η Hertz να υποβάλει έγκυρη προσφορά ήταν κατά την Επιτροπή αρκετά υψηλή, ήτοι 31%. Αυτό αποδεικνύει, κατά την Επιτροπή, ότι η απόφαση της Hermes να μην συμπεριλάβει στον δεύτερο διαγωνισμό την επιλογή (β) ήταν ασύμφορη για την Hertz. Εάν πάλι γινόταν σύγκριση των δύο συμβολαίων με βάση τη μοναδική επιλογή του δεύτερου συμβολαίου (επιλογή (γ) του πρώτου συμβολαίου) η ποσοστιαία διαφορά του ελάχιστου συνολικού ενοικίου στο οποίο θα μπορούσε η Hertz να πλειοδοτήσει για τις χρονιές 2011 και 2012 ήταν 12.04%. Σε άλλο σημείο της Έκθεσης της Επιτροπής καταγράφτηκε ότι «η Επιτροπή βασίστηκε σε εναλλακτική μέθοδο και η αύξηση υπολογίστηκε στο 12.04% για τις on airport συμβάσεις η οποία είναι η ελάχιστη εκτιμώμενη αύξηση μεταξύ των δύο μεθόδων».
Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή, επιπρόσθετα προς την αύξηση του ενοικίου και τη μείωση των θέσεων έλαβε υπόψη τη σημαντική, όπως την χαρακτήρισε, αύξηση κατά 53% στην ελάχιστη ετήσια εγγύηση (MAG) που συνέτεινε στην υποβολή σημαντικά αυξημένων προσφορών.
Η Επιτροπή απέρριψε τον ισχυρισμό της Hermes ότι η αύξηση στο ελάχιστο συνολικό ενοίκιο, είτε 12.04%, είτε 31.38%, ήταν δικαιολογημένη επειδή «Οι υπηρεσίες στα νέα τερματικά είναι κατά παρασάγγας αναβαθμισμένες έναντι των παλαιών τερματικών στα δύο αεροδρόμια. […] Σε αμφότερα τα αεροδρόμια παρέχονται με τη δημιουργία των νέων τερματικών υψηλής ποιότητας και αποτελεσματικότητας υπηρεσίες που συγκρίνονται με τα καλύτερα αεροδρόμια στον ευρωπαϊκό χώρο»». Αντίθετα, σημείωσε η Επιτροπή, οι εταιρείες ενοικιάσεως αυτοκινήτων στις «απαντήσεις τους σε ερωτηματολόγια της Υπηρεσίας, ισχυρίζονται ξεκάθαρα ότι οι υπηρεσίες που προσέφερε η Hermes δεν ήταν αναβαθμισμένες αφού στις προσφορές οι επιτυχούσες εταιρείες κατέβαλαν όλα τα έξοδα για τη δημιουργία των γραφείων τους. Το μόνο που πρόσφερε η Hermes ήταν μεγαλύτερους χώρους που για τις εταιρείες ενοικιάσεως αυτοκινήτων δεν αποφέρουν κανένα όφελος. Συμπερασματικά, η αύξηση της ελάχιστης ετήσιας εγγύησης και κατά συνέπεια του ελάχιστου συνολικού ενοικίου, ως όρων της σύμβασης, μη συνοδευόμενη από αντίστοιχη αναβάθμιση των παρεχομένων υπηρεσιών, είναι αδικαιολόγητη. Σημειώνεται ότι το νέο αεροδρόμιο Λάρνακας λειτούργησε το 2009, οπότε η αιτιολόγηση της σύγκρισης των παλαιών και νέων αεροδρομίων που η Hermes επιχειρεί να πραγματοποιήσει δεν δύναται να γίνει αποδεκτή τρία χρόνια μετά.».
Επίσης απέρριψε το επιχείρημα της Hermes ότι η αύξηση ήταν επιβεβλημένη λόγω του υψηλού κόστους ανέγερσης του νέου αερολιμένα Λάρνακας. Έκρινε ότι το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθούσε για τους ακόλουθους λόγους:
«Πρώτον, το εν λόγω αεροδρόμιο λειτούργησε από το 2009, όταν δηλαδή ήταν σε ισχύ ο προηγούμενος ακόμα διαγωνισμός (διήρκησε μέχρι το 2012), κατά τον οποίο προφανώς λήφθηκαν υπόψη τα μεγάλα έξοδα για την ανέγερση του αεροδρομίου. Δεύτερον, αφ’ ης στιγμής η καταγγελλόμενη εταιρεία αναγκάζεται να αυξάνει την ελάχιστη ετήσια εγγύηση, λόγω των τεράστιων της εξόδων, είναι παράλογο να μειώνει τις εταιρείες εντός του αεροδρομίου. Το εύλογα αναμενόμενο και λογικό θα ήταν να επιδιώκει την δραστηριοποίηση όσο το δυνατό μεγαλύτερου αριθμού εταιρειών εντός του αεροδρομίου. Τρίτον, σε καμία περίπτωση η Hermes δεν στοιχειοθέτησε ότι το ύψος της αύξησης ήταν το απολύτως αναγκαίο.»
Σε ότι αφορά την μείωση του αριθμού των εταιρειών, η Hermes προέβαλε τη θέση ενώπιον της Επιτροπής ότι ο καθορισμός μέχρι τέσσερις άδειες ήταν εύλογος και πρακτικά εφικτός, προκειμένου να προσφέρονται αναβαθμισμένες υπηρεσίες στα νέα τερματικά των αεροδρομίων και ότι ο αριθμός αυτός δεν είναι αφ’ εαυτού χαμηλός και είναι άριστα και πλεονεκτικά συγκρίσιμος με το τι επικρατεί στα πλείστα αεροδρόμια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Επιτροπή έκρινε ότι δεν δόθηκε εξήγηση που να δικαιολογεί γιατί η παρουσία τεσσάρων εταιρειών ήταν πιο εύλογη και πρακτικά πιο εφικτή, δεδομένου ότι μέχρι το 2011 λειτουργούσαν, χωρίς προβλήματα, επτά εταιρείες ενοικιάσεως αυτοκινήτων. Πρόσθεσε η Επιτροπή επί τούτου και τα ακόλουθα:
«Εξάλλου, σκοπός της δημιουργίας ενός νέου αεροδρομίου είναι, μεταξύ άλλων, η επέκταση των εγκαταστάσεων και η παροχή περισσοτέρων υπηρεσιών. Τουναντίον τα έξοδα τα επωμίστηκαν οι ίδιες οι εταιρείες ενοικιάσεων αυτοκινήτων. Επίσης η εισήγηση της Hermes ότι θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί σύγκριση με άλλα αεροδρόμια του εξωτερικού δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από την Επιτροπή δεδομένου ότι στην υπόλοιπη Ευρώπη επικρατούν ανομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού και διαφορετικές συνθήκες αγοράς.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι ένας διαχειριστής αεροδρομίου αναμένεται ότι κοστολογεί την παροχή υπηρεσιών που συνδέονται με την πρόσβαση και εγκατάσταση στα αεροδρόμια ανάλογα με την επένδυση που έκανε για να εξασφαλίσει τα δικαιώματα λειτουργίας ενός αεροδρομίου, τους όρους του συμβολαίου δυνάμει του οποίου εξασφάλισε τα δικαιώματα, την περίοδο που έχει εξασφαλίσει τα δικαιώματα, την κατάσταση των χώρων του κάθε αεροδρομίου αλλά και τις συνθήκες της ευρύτερης αγοράς που επικρατούν στην κάθε χώρα, όπως, μεταξύ άλλων, το επίπεδο των γενικών τιμών, τη φύση και σκοπό των επισκεπτών στη χώρα. Συνεπώς, η εισήγηση της Hermes ότι θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί σύγκριση με άλλα αεροδρόμια του εξωτερικού δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από την Επιτροπή.
Σε απάντηση του ερωτηματολογίου της Υπηρεσίας η {…} σημείωσε τα ακόλουθα: «Η απόφαση της Ηermes να μειώσει τον αριθμό των διαθέσιμων γραφείων από 7 σε 4 ήταν αχρείαστη… Δημιούργησε λοιπόν «ανησυχία» στους διαγωνιζόμενους αφού ο κίνδυνος να παραμείνει κάποια εταιρεία εκτός αεροδρομίου ήταν πολύ πιθανός και μάλιστα ανεξαρτήτως μεγέθους και κύκλου εργασιών σε πελάτες αεροδρομίου. Βάση αυτής της πιθανότητας η προσφορά μας ήταν μεγαλύτερη από προηγουμένως και στην ουσία δεν είχαμε άλλη επιλογή»
Η εταιρεία {…} αναφέρει ότι: «Η μείωση των εταιρειών ενοικίασης αυτοκινήτων από 7 σε 4 έχει επηρεάσει οικονομικά την εταιρεία γιατί υποχρεώθηκε να αυξήσει το ποσό της προσφοράς με αποτέλεσμα να δημιουργήσει ψηλό κόστος».
Επιπρόσθετα, η Επιτροπή σημειώνει το εξής απόσπασμα των απαντήσεων της εταιρείας {…}: «Η απόφαση της Hermes να προχωρήσει σε μείωση του αριθμού των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στο αεροδρόμιο και προσφέρουν υπηρεσίες ενοικιάσεων αυτοκινήτων από 7 σε 4 ένα και μοναδικό σκοπό είχε. Να δημιουργήσει μεγαλύτερο ανταγωνισμό μεταξύ των εταιρειών για απόκτηση ενός από τα τέσσερα γραφεία ούτως ώστε να επιτύχει μεγαλύτερα οικονομικά οφέλη. Η μείωση αυτή των γραφείων από 7 σε 4 ανάγκασε έμμεσα την εταιρεία μας {…} για να εξακολουθεί να συνεχίζει και να προσφέρει απρόσκοπτα τις υπηρεσίες της στους πελάτες της με πολλά αρνητικά μειονεκτήματα. {…}»
Επιπρόσθετα, η Επιτροπή παραθέτει το ακόλουθο σχετικό σημείο των απαντήσεων της εταιρείας {…}: «Η μείωση του αριθμού των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στο αεροδρόμιο από 7 σε 4 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως στρατηγική εκ μέρους της Hermes με σκοπό να δημιουργήσει οξύ ανταγωνισμό μεταξύ των εταιρειών ενοικίασης για την απόκτηση ενός εκ των 4 γραφείων εξασφαλίζοντας περισσότερα οικονομικά οφέλη και πιο σκληρούς όρους χρήσης προς το συμφέρον της. Η μείωση αυτή {…} έπρεπε να ικανοποιήσουμε την HERMES με παράλογα ψηλά ενοίκια και αποδόσεις για να ήμασταν σίγουροι ότι θα εξασφαλίζαμε ένα εκ των τεσσάρων γραφείων. Ως αποτέλεσμα {…} λάβαμε οδυνηρές αποφάσεις {…}».
Όπως διαφαίνεται από τις παραπάνω θέσεις των ανταγωνιστριών εταιρειών της καταγγέλλουσας, η Hermes μειώνοντας τις δραστηριοποιούμενες εντός του αεροδρομίου εταιρείες από επτά (7) σε τέσσερεις (4), τις οδήγησε στην υποβολή πιο υψηλών προσφορών.
Ειδικότερα, η Hermes, με τη συνδυαστική πρακτική της μείωσης, από τη μία, του αριθμού των δραστηριοποιούμενων με on airport συμβάσεις, εταιρειών από επτά (7) σε τέσσερεις (4) και από την άλλη της ταυτόχρονης αύξησης των όρων της ελάχιστης ετήσιας εγγύησης και του ελάχιστου συνολικού ενοικίου, κατάφερε να δημιουργήσει την πεποίθηση στις διαγωνιζόμενες εταιρείες ότι μόνο με μία πολύ υψηλή προσφορά θα είχαν δυνατότητα να κερδίσουν, εξωθώντας τις έτσι, εμμέσως να προσφέρουν ψηλότερες προσφορές από αυτές που θα υπέβαλλαν σε μία αγορά όπου οι προσφερόμενες θέσεις θα ήταν σχεδόν διπλάσιες.
Εξάλλου, αυτό το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα μελετώντας και τις θέσεις των ανταγωνιστριών εταιρειών της καταγγέλλουσας, επιτυχουσών και μη στο διαγωνισμό που προκήρυξε η Hermes για τον σκοπό αυτό. […].
Η Hermes ισχυρίστηκε ότι παραχώρησε στις εταιρείες αναβαθμισμένες υπηρεσίες, δίνοντας τους περισσότερες θέσεις στο χώρο στάθμευσης των οχημάτων και γι’ αυτό κατά την άποψη της δικαιούται να διεκδικεί αυξημένο τίμημα. Η Hertz υποστήριξε ότι οι χώροι στάθμευσης που παραχωρήθηκαν είναι στην ουσία αχρείαστοι καθώς μόνο δέκα με δεκαπέντε αυτοκίνητα είναι σταθμευμένα καθημερινά στα αεροδρόμια. Από την άλλη, οι τρίτες εκ των on airport εταιρειών που κέρδισαν στο 2ο διαγωνισμό, θεωρούν ότι καμία ουσιαστική αναβάθμιση δεν τους προσφέρθηκε, πλην του ότι η Hermes τους παρείχε μεγαλύτερους γραφειακούς χώρους στο αεροδρόμιο Λάρνακας, κάτι το οποίο όμως δεν χρειάζονταν για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους. Μάλιστα, οι ανταγωνίστριες εταιρείες της καταγγέλλουσας σημείωσαν ότι η οικοδόμηση των γραφείων τους έγινε αποκλειστικά με δικά τους έξοδα. Στο αεροδρόμιο της Πάφου οι θέσεις όπου προηγουμένως δραστηριοποιούνταν οι on airport operators δεν έτυχαν καμίας εκμετάλλευσης και παραμένουν κενές.
Η Hermes, ενώ κατά το 2008 ζήτησε από τις έξι (6) εταιρείες, οι οποίες ήταν επιτυχούσες στον πρώτο διαγωνισμό, να αποδεχτούν την προσθήκη έβδομης εταιρείας μειώνοντας το πληρωθέν ενοίκιο κατά περίπου 20%, το 2011 κατά την προκήρυξη του δεύτερου διαγωνισμού αποφάσισε να ενεργήσει προς την αντίθετη κατεύθυνση, μειώνοντας τον αριθμό των εταιρειών ενοικιάσεως αυτοκινήτων που επρόκειτο να δραστηριοποιηθούν on airport και αυξάνοντας το ελάχιστο συνολικό ενοίκιο»
Έχοντας διαπιστώσει τα πάρα πάνω δεδομένα, στη συνέχεια η Επιτροπή έκρινε, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, ότι η επιβληθείσα αύξηση δεν ήταν όρος αναγκαίος, εύλογος, ούτε και βρισκόταν σε ισορροπία σε σχέση με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
Αύξηση του συνολικού ενοικίου, ήτοι του αθροίσματος της Ελάχιστης Ετήσιας Εγγύησης και του τέλους ανά ενοικίαση αυτοκινήτου, υπήρξε και στην off airport σύμβαση για το 2013 – 2017, σε σχέση με προηγούμενες αντίστοιχης φύσεως συμβάσεις για το 2012 - 2013. Περιπλέον υπήρξε μείωση στις παρεχόμενες υπηρεσίες και συγκεκριμένα στην χρήση κινητού γραφείου, εφόσον είχε απαλειφθεί από τη νέα σύμβαση η τελευταία παράγραφος του όρου 2.01, ο οποίος θα έδιδε το δικαίωμα στην Hertz να διατηρεί πάντοτε ένα υπάλληλο της στο χώρο αφίξεων υποδοχής των επιβατών (ανεξάρτητα από τη μη ύπαρξη κινητού γραφείου). Επίσης η περίοδος ειδοποίησης για την καταγγελία της σύμβασης μειώθηκε από 60 σε 30 ημέρες (όρος 3.03).
Σε ότι αφορά το εύρημα της Επιτροπής για αθέμιτους όρους συναλλαγής και/ή αθέμιτες πρακτικές σημειώθηκαν, στα πλαίσια ενός «στρατηγήματος», όπως χαρακτήρισε την όλη συμπεριφορά της Hermes και σε σχέση με την επίκληση εκ μέρους της τελευταίας αιτιολόγησης της συμπεριφοράς της, τα ακόλουθα:
«…η όλη συμπεριφορά της Hermes να μειώσει τον αριθμό των on airport operators από επτά (7) σε τέσσερεις (4), προβλέποντας παράλληλα στις on-airport συμβάσεις της το δικαίωμα να συνάπτει και off airport συμβάσεις αποτελεί καταχρηστική συμπεριφορά ιδωμένη συνδυαστικά με την αύξηση του ελάχιστου συνολικού ενοικίου. Η εν λόγω καταχρηστική συμπεριφορά της Hermes επεκτείνεται και στις off airport συμβάσεις, στις οποίες εξαναγκάζονται ουσιαστικά να προσχωρήσουν εταιρείες στις οποίες δεν έχουν κατακυρωθεί on airport συμβάσεις. Σε σχέση με τις off airport συμβάσεις, η Hermes απάλειψε τον όρο 2.01 της προηγούμενης off airport σύμβασης, μειώνοντας έτσι τα δικαιώματα της Hertz και αυξάνοντας ταυτόχρονα το ενοίκιο. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι εν λόγω όροι και η εν γένει συμπεριφορά της Hermes δεν έχουν δικαιολογηθεί αντικειμενικά ούτε έχουν αποδειχθεί ως απολύτως αναγκαίοι σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.
Ως εκ των ανωτέρω, η Επιτροπή, αφού εκτίμησε τα ενώπιον της στοιχεία όπως αυτά καταχωρίσθηκαν στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, αποφασίζει κατά πλειοψηφία ότι η εν λόγω συμπεριφορά της Hermes ως διαχειρίστριας των αερολιμένων και ελέγχουσας την πρόσβαση και εγκατάσταση στους χώρους των αερολιμένων αποτελεί καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης, λόγω επιβολής αθέμιτων όρων συναλλαγής τόσο στα έγγραφα του διαγωνισμού για τις on airport συμβάσεις όσο και στην δεύτερη off airport σύμβαση που συνήψε με την εταιρεία Hertz, κατά παράβαση των άρθρων 6(1)(α) του Νόμου και 102 της ΣΛΕΕ.»
Ως προς τη μεθοδολογία, η Επιτροπή έκρινε, υπό τις περιστάσεις, αναγκαίο και ορθό να προβεί σε σύγκριση των όρων προκήρυξης του προηγούμενου διαγωνισμού για τα έτη 2008-2011, που είχε γίνει στη βάση της υπολογιζόμενης έναρξης λειτουργίας των νέων αεροδρομίων με τους όρους προκήρυξης του επίμαχου διαγωνισμού για τα έτη 2012-2017. Για το ίδιο ζήτημα η Hermes παρουσίασε έκθεση της AviaSolutions, στην οποία ακολουθείται διαφορετική μεθοδολογία, ήτοι γίνεται σύγκριση μόνο του τελευταίου έτους της πρώτης προκήρυξης με όλα τα έτη της δεύτερης προκήρυξης, με σταθερή βάση για όλα τα έτη τις 8.500 ενοικιάσεις. Η Επιτροπή όμως θεώρησε ότι ο αριθμός των 8.500 ενοικιάσεων είναι ακριβής μόνο για το 2011 και άρα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως σταθερή βάση για όλα τα έτη. Επίσης η Επιτροπή έκρινε ότι δεν ευσταθούσε η θέση της Hermes ότι το Σύνθετο Ετήσιο Ποσοστό Αύξησης ήταν της τάξης του 4,63% (CAGR, Compound Annual Growth Rates). Αυτό το ποσοστό ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι οι εμπειρογνώμονες της Hermes χρησιμοποίησαν το CAGR σε κράμα ετών από δύο συμβόλαια, ενώ, κατά την ανάπτυξη της Επιτροπής το CAGR αποτελεί εργαλείο μέτρησης της ετήσιας αύξησης μιας χρονικής περιόδου, λαμβανομένων υπόψη μόνο δύο ετών. Το αποτέλεσμα είναι ότι κατά την κρίση της Επιτροπής το ποσό της ελάχιστης ετήσιας εγγύησης και κατ’ επέκταση του ελάχιστου συνολικού ενοικίου και ο μειωμένος αριθμός αδειών εγκατάστασης των εταιρειών ενοικίασης αυτοκινήτων (όροι 2.1 και 6.2) συνιστούν αθέμιτους όρους συναλλαγής κατά την προκήρυξη του τελευταίου διαγωνισμού για σύναψη των on airport συμβάσεων.
Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς για επιβολή αθέμιτων όρων συναλλαγής στην off airport σύμβαση της Hermes με την Hertz η Επιτροπή, αφού απέρριψε μέρος των ισχυρισμών της Hertz, κατέληξε ως ακολούθως:
«Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της τελευταίας off airport σύμβασης (2ης σύμβασης), ημερομηνίας 21 Αυγούστου 2013, σε σχέση με την προηγούμενη off airport σύμβαση (1η σύμβαση), ημερομηνίας 15 Μαρτίου 2012, καθώς και τους ισχυρισμούς των εμπλεκομένων μερών, διαπιστώνει ότι, συνολικά ιδωμένοι οι όροι της τελευταίας off airport σύμβασης καταδεικνύουν ότι, εκ των πραγμάτων, υπήρξε αύξηση στις χρεώσεις της καταγγελλόμενης εταιρείας, σε σχέση με την προηγούμενη off airport σύμβαση, ενώ από την άλλη υπήρξε μείωση στις παρεχόμενες από αυτήν υπηρεσίες (συγκεκριμένα στην χρήση κινητού γραφείου) και στα παρεχόμενα από τη σύμβαση δικαιώματα (αναφορικά με την περίοδο καταγγελίας της σύμβασης) προς την Hertz.
Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τη νέα off airport σύμβαση δεν δίνεται η δυνατότητα στην καταγγέλλουσα να κάνει χρήση κινητού γραφείου, κάτι που προβλεπόταν στην προηγούμενη σύμβαση (o όρος 2.01 της 1η σύμβασης), ενώ παράλληλα δεν φαίνεται να δικαιολογείται η ταυτόχρονη αύξηση στις χρεώσεις της Hermes (όρος 4.01 της 2ης σύμβασης), σε συνδυασμό με τη μείωση των παρεχόμενων υπηρεσιών από μέρους της Hermes (όρος 2.01). Σχετικά με την απάλειψη της χρήσης κινητού γραφείου (όρος 2.01 προηγούμενης off airport σύμβασης), η Hermes υποστηρίζει ότι η μονοετής off airport σύμβαση με δυνατότητα κινητού γραφείου ήταν σε δοκιμαστική βάση και λόγω της διαμαρτυρίας των εταιρειών που δραστηριοποιούνταν on airportκαταργήθηκε η δυνατότητα χρήσης του εν λόγω γραφείου.
[…]
Η Επιτροπή στο παρόν στάδιο κρίνει σκόπιμο να επισημάνει ότι, η Hermes γνωρίζοντας την πλήρη εξάρτηση των εταιρειών ενοικιαζόμενων αυτοκινήτων και άρα της Hertz από τους αερολιμένες, {...} εκμεταλλεύτηκε αυτή τη ανάγκη τους, και καταχρώμενη την μονοπωλιακή της θέση επέβαλε τους παραπάνω αθέμιτους όρους συναλλαγής τόσο στις on – airport συμβάσεις, όσο και στις off- airport συμβάσεις.
Συναφώς, η Hermes μείωσε τον αριθμό των on airport operators από επτά (7) σε τέσσερεις (4), προβλέποντας όμως ταυτόχρονα στις on-airport συμβάσεις το δικαίωμα να συνάπτει και off airport συμβάσεις. Αυτό καταδεικνύει το στρατήγημα της Hermes η οποία προσπαθεί να προβάλει τις θέσεις ότι η ίδια ουδέποτε πριν της το προτείνει η Hertz προτίθετο να συνάψει off-airport συμβάσεις και ότι ήταν μετά από απαίτηση της Hertz που αναγκάστηκε να συνάψει μαζί της off-airport σύμβαση. Η Hermes δηλαδή γνώριζε πολύ πριν τη σύναψη των on-airport συμβάσεων ότι θα αναγκάζονταν κάποιες από τις αποτυχούσες στο διαγωνισμό εταιρείες να ζητήσουν off airport συμβάσεις μη έχοντας επιλογές.
Ως εκ των ανωτέρω, η απάλειψη του όρου 2.01 (απαγόρευση χρήσης κινητού γραφείου) της προηγούμενης off-airport σύμβασης από τη νέα σύμβαση καθώς επίσης και η μείωση της περιόδου ειδοποίησης για την καταγγελία της σύμβασης (όρος 3.03), αποτελούν αθέμιτους όρους οι οποίοι συνδυαστικά ιδωμένοι με την αύξηση της ελάχιστης ετήσιας εγγύησης και του τέλους ανά αυτοκίνητο συνιστούν κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης από μέρους της Hermes. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι εν λόγω όροι και η εν γένει συμπεριφορά της Hermes δεν έχουν δικαιολογηθεί αντικειμενικά ούτε έχουν αποδειχθεί ως απολύτως αναγκαίοι σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.»
Σε ότι αφορά την off airport σύμβαση, η Επιτροπή κατέληξε ως εξής:
«Η Επιτροπή θεωρεί ότι η εν λόγω συμπεριφορά της Hermes δεν δύναται να αποτελέσει αντικειμενική δικαιολόγηση ή συμπεριφορά συνεπή με την αρχή της αναλογικότητας καθώς αφενός παρατηρείται αύξηση του συνολικού ενοικίου και αφετέρου, ταυτόχρονη μείωση των παρεχόμενων από τη Hermes υπηρεσιών /δικαιωμάτων (διευκολύνσεων) προς την Hertz. Ως εκ τούτου, διαφαίνεται ότι η Hermes ενήργησε κατά τρόπο αθέμιτο και καταχρηστικό, επιβάλλοντας αθέμιτους όρους στη νέα off airport σύμβαση.»
Είναι στη βάση όλων των πιο πάνω που η Επιτροπή επέβαλε κυρώσεις στην Hermes, περιλαμβανομένου προστίμου, το οποίο το πρωτόδικο δικαστήριο επικύρωσε.
12. Ο ισχυρισμός της εφεσείουσας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο επικαλούμενο τεχνικά θέματα άφησε κατ’ ουσίαν την απόφαση της Επιτροπής ανέλεγκτη και οι άλλες πτυχές της έφεσης
Εδώ πλέον υπεισέρχεται το παράπονο της Hermes το οποίο εκφράστηκε έντονα τόσο με γενικό λόγο έφεσης, όσο και με επιμέρους λόγους, όπως αναλυτικά αναπτύξαμε ανωτέρω, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο στην πραγματικότητα άφησε ανέλεγκτη την απόφαση της Επιτροπής χωρίς δική του κρίση και αιτιολογία επικαλούμενο «ζητήματα τεχνικής φύσεως» και μάλιστα αδιακρίτως.
Κατά πρώτον θα πρέπει να διευκρινίσουμε τις αρχές που διέπουν το ζήτημα του δικαστικού ελέγχου επί θεμάτων τεχνικής φύσης.
Στην πρωτόδικη απόφαση καταγράφεται πως όταν το θέμα είναι τεχνικό δεν χωρεί επέμβαση εάν η διοίκηση κινήθηκε μέσα σε λογικά όρια. Αποτελεί πάγια νομολογία ότι το δικαστήριο καταρχάς δεν παρεμβαίνει στις κρίσεις διοικητικού οργάνου επί τεχνικών και οικονομικών ζητημάτων εκτός εάν τίθεται ζήτημα έλλειψης αιτιολογίας, ή δέουσας έρευνας, ή εμφιλοχώρησης πλάνης περί τα πράγματα ή το νόμο, ή κακής χρήσης της διακριτικής ευχέρειας. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά σε αποφάσεις της Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού παραπέμπουμε στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. ΕΠΑ, ΕΔΔ Αρ. 67/2017, 12.5.2025, όπου επαναλήφθηκε και διευκρινίστηκε η ίδια αρχή.
Συνεπώς θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ότι το ευρύ περιθώριο που παρέχεται στη διοίκηση για θέματα τεχνικής φύσεως ή οικονομικά ζητήματα έχει την έννοια ότι ο δικαστής δεν πρέπει να ελέγχει την ερμηνεία από το διοικητικό όργανο των ζητημάτων αυτών. Όπως έχει διευκρινιστεί στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Tetra Laval BV, C-12/03 P., 15.2.2005:
«39. Ναι μεν το Δικαστήριο αναγνωρίζει στην Επιτροπή περιθώριο εκτιμήσεως σε οικονομικά ζητήματα, πλην όμως τούτο δεν συνεπάγεται ότι ο κοινοτικός δικαστής δεν πρέπει να ελέγχει την από την Επιτροπή ερμηνεία στοιχείων οικονομικής φύσεως. Συγκεκριμένα, ο κοινοτικός δικαστής οφείλει να εξακριβώσει όχι μόνο την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων των οποίων έγινε επίκληση, την αξιοπιστία και τη συνοχή τους, αλλά οφείλει και να ελέγξει αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των κρίσιμων δεδομένων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για να αξιολογηθεί μια περίπλοκη κατάσταση και αν μπορούν να στηρίξουν τα συμπεράσματα που συνήχθησαν βάσει αυτών. …»
Τα ίδια επαναλήφθηκαν στην Χαλκόρ Α.Ε. Επεξεργασίας Μετάλλων κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, C-386/10 P, 8.12.2011, παρ. 54, με αναφορά στην Tetra Laval και στην C-525/04 P, Ισπανία κατά Lenzing, Συλλογή 2007, σ. I-9947, σκέψεις 56 και 57. Επιπρόσθετα στην Χαλκόρ, ελέχθησαν τα ακόλουθα:
«61. Επιβάλλεται να υπομνησθεί η υποχρέωση αιτιολογήσεως των πράξεων της Ένωσης. Εν προκειμένω, η υποχρέωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η Επιτροπή οφείλει να αιτιολογεί τις αποφάσεις της και, μεταξύ άλλων, να διευκρινίζει τον τρόπο κατά τον οποίο στάθμισε και αξιολόγησε τα στοιχεία τα οποία έλαβε υπόψη (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Prym και Prym Consumer κατά Επιτροπής, σκέψη 87). Ο δικαστής πρέπει να εξακριβώνει αυτεπαγγέλτως ότι η απόφαση της Επιτροπής παραθέτει αιτιολογία.
62. Επιπλέον, στον δικαστή της Ένωσης απόκειται να προβαίνει στον έλεγχο της νομιμότητας που εμπίπτει στην αρμοδιότητά του και ο οποίος διενεργείται βάσει των στοιχείων που προσκομίζει ο προσφεύγων προς στήριξη των λόγων που προβάλλει. Στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού, ο δικαστής δεν μπορεί να στηρίζεται στο περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή όσον αφορά την επιλογή των συνεκτιμώμενων στοιχείων κατά την εφαρμογή των κριτηρίων που προβλέπουν οι κατευθυντήριες γραμμές ή την αξιολόγηση των στοιχείων αυτών προκειμένου να αρνηθεί τη διενέργεια διεξοδικού ελέγχου των νομικών και των πραγματικών ζητημάτων.
[…]
64. Παρά ταύτα, τονίζεται ότι η άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας δεν ισοδυναμεί με αυτεπάγγελτο έλεγχο και υπενθυμίζεται ότι η διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης διεξάγεται κατ’ αντιμωλία. Με την εξαίρεση των λόγων δημοσίας τάξεως που ο δικαστής οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως, όπως είναι η απουσία αιτιολογίας της επίδικης αποφάσεως, απόκειται στον προσφεύγοντα να επικαλεστεί λόγους ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής και να προσκομίσει τα κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη των λόγων αυτών.»
Από πλευράς κυπριακής νομολογίας, στην προαναφερθείσα ΕΔΔ Αρ. 67/17, υιοθετήθηκε η Χαλκόρ και η Τetra Laval, ως επίσης τα όσα παρόμοια αναφέρονται στην απόφαση T-201/04 Microsoft Corp κατά Επιτροπής Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ημερ. 17/9/2007, σκ. 87-89 και 482. Ως αποτέλεσμα ακυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η προσφυγή, επειδή το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι δεν χωρούσε εκ μέρους του έλεγχος τεχνικών ζητημάτων, εφόσον αυτά αποτέλεσαν ζητήματα που τέθηκαν ενώπιον της ΕΠΑ, η οποία τα εξέτασε και τα απέρριψε. Επρόκειτο για περίπτωση παράλειψης του δικαστηρίου να ασκήσει τον οφειλόμενο έλεγχο.
Εν προκειμένω, έχοντας υπόψη μας τις παραπάνω αρχές, θεωρούμε ότι το γεγονός από μόνο του ότι το πρωτόδικο δικαστήριο χρησιμοποίησε την φράση «δε χωρεί αμφιβολία ότι και στην υπό εξέταση περίπτωση, η μεγάλη πλειοψηφία των ζητημάτων που έχουν εξεταστεί από την Επιτροπή … είναι ζητήματα τεχνικής φύσεως που απαιτούν ειδικές και/ή τεχνικές γνώσεις και, εκ των πραγμάτων αλλά και ως εκ της θέσεως του το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε «ιδίαν κρίση»», στοιχείο που υπέδειξε ιδιαιτέρως η πλευρά της εφεσείουσας ως ενδεικτικό εσφαλμένης προσέγγισης και παράλειψης αξιολόγησης της απόφασης της Επιτροπής, δεν είναι από μόνο του καθοριστικό. Σημασία έχει το κατά πόσον από την απόφαση στο σύνολο της προκύπτει ότι το δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει τυχόν εγειρόμενους λόγους ακυρώσεως. Αυτή ήταν η περίπτωση της ΕΔΔ Αρ. 67/2017.
Σε ότι αφορά ειδικότερα στα ζητήματα οικονομικής ή άλλης τεχνικής φύσεως, οι αποφάσεις Tetra Laval BV και Χαλκόρ όπως και η απόφαση ΕΔΔ Αρ. 67/17, δεν έχουν μεταβάλει την παραδοσιακή αντίληψη ότι τα κράτη έχουν εμπιστευθεί στα αρμόδια διοικητικά όργανα την ενάσκηση της αρμοδιότητάς τους, παρέχοντας, για λόγους σκοπιμότητας ή πρακτικής αναγκαιότητας (expediency), ευρύ περιθώριο εκτίμησης για ζητήματα τέτοιας φύσεως με βάση το σκεπτικό που αναπτύχθηκε από το ΕΔΔΑ στην Sigma Radio, παρ. 153 - 155. Παράλληλα, παραμένει σαφές και επαναλήφθηκε στην Χαλκόρ ότι το ευρύ περιθώριο εκτίμησης που διαθέτει η διοίκηση δεν επιτρέπει στον δικαστή να αρνηθεί τη διενέργεια διεξοδικού ελέγχου των νομικών και των πραγματικών ζητημάτων όσον αφορά την επιλογή των συνεκτιμώμενων στοιχείων κατά την εφαρμογή των κριτηρίων που προβλέπουν οι κατευθυντήριες γραμμές ή την αξιολόγηση των στοιχείων αυτών (παρ. 62). Ο έλεγχος αυτός, με βάση την προαναφερθείσα νομολογία, έχει την έννοια ότι ο δικαστής θα πρέπει να ελέγξει, (α) την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων των οποίων γίνεται επίκληση, (β) την αξιοπιστία και τη συνοχή τους, (γ) το κατά πόσο τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των κρίσιμων δεδομένων που πρέπει να ληφθούν υπόψη και (δ) το κατά πόσο τεκμηριώνονται τα συμπεράσματα που συνάγονται από αυτά, νοουμένου ότι ο αιτητής θα έχει προσδιορίσει ποιο αποδεικτικό στοιχείο αμφισβητεί, ή για ποιο λόγο το στοιχείο αυτό είναι αναξιόπιστο ή στερείται συνοχής, ή κατά πόσον υπάρχουν κρίσιμα δεδομένα που παραλείφθηκαν, ή κατά πόσον τα στοιχεία αυτά στο σύνολο τους δεν μπορούν να τεκμηριώσουν το συμπέρασμα της Επιτροπής.
Εν ολίγοις, η υποχρέωση του δικαστηρίου, τηρουμένων των περιπτώσεων που επιβάλλεται αυτεπάγγελτος έλεγχος λόγων δημόσιας τάξης, είναι να εξετάζει προβληθέντες λόγους ακύρωσης τους οποίους θα πρέπει ο αιτητής να επικαλεστεί και να προσκομίσει τα κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη τους (Χαλκόρ, παρ. 64). Στα πλαίσια του ελέγχου αυτού δεν επιβάλλεται κάθε φορά η επανάληψη της αιτιολογίας της Επιτροπής με την οποία το δικαστήριο συμφωνεί, εάν προκύπτει με σαφήνεια ο λόγος για τον οποίο συμφωνεί, εκτός εάν τεθεί πρόσθετη επιχειρηματολογία, στα πλαίσια πάντα των προβληθέντων λόγων ακύρωσης, η οποία απαιτεί ή καθιστά σκόπιμη περαιτέρω ανάλυση από το δικαστήριο. Ό,τι αποκλείεται είναι η παράλειψη εξέτασης με επίκληση τεχνικών ζητημάτων, όπως η περίπτωση της ΕΔΔ Αρ. 67/2017.
Μέσα από συνολική θεώρηση της εκκαλούμενης απόφασης και όλων των δεδομένων προκύπτει ότι, παρά την αδόκιμη γενίκευση από το δικαστήριο της αναφοράς του περί τεχνικών ζητημάτων, δεν είχε την αντίληψη ότι η απόφαση της Επιτροπής ήταν ανέλεγκτη. Εξέτασε την απόφαση της και εξήγησε τους λόγους γιατί δέχθηκε την αιτιολογία της έχοντας υπόψη του τις αντίστοιχες θέσεις της εφεσείουσας. Δεν χρειαζόταν επανάληψη με δικά του λόγια. Όπου είχε τεθεί συγκεκριμένο επιχείρημα σε λόγο ακύρωσης που έχρηζε νομικού σχολιασμού, αυτό απαντήθηκε, όπως λ.χ. αναφορικά με το ζήτημα της δεσπόζουσας θέσης και το κατά πόσο τούτο συνδέεται με το θέμα της ύπαρξης ή μη βασικής διευκόλυνσης.
Για τους παραπάνω λόγους ο δεύτερος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί.
Αναφορικά με τη δεσπόζουσα θέση, το πρωτόδικο δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αυτό έχοντας υπόψη του τις θέσεις και των δύο πλευρών και έκρινε, με αναφορά στη νομολογία που ως άνω παρέθεσε, ότι δεν υπήρχε κενό έρευνας, ούτε εμφιλοχώρησε πλάνη στις διαπιστώσεις της Επιτροπής απορρίπτοντας τους περί αντιθέτου ισχυρισμούς της εφεσείουσας ως αβάσιμους. Συνεπώς ο τρίτος λόγος έφεσης στο βαθμό που αφορά ισχυρισμούς για παράλειψη έρευνας και την εμφιλοχώρηση πλάνης σε σχέση (α) τον ορισμό της σχετικής αγοράς και (β) τη διαπίστωση κατοχής δεσπόζουσας θέσης εκ μέρους της εφεσείουσας, δεν ευσταθεί. Επί της ίδιας βάσης δεν ευσταθεί ούτε ο τέταρτος λόγος έφεσης. Συνεπακόλουθα απορρίπτεται και ο ενδέκατος λόγος έφεσης.
Σε ότι αφορά την καταχρηστική εκμετάλλευση δια της επιβολής αθέμιτων όρων συναλλαγής το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απόφαση της Επιτροπής ήταν αιτιολογημένη επαρκώς, τόσο σε ότι αφορά τους υπολογισμούς και τη μεθοδολογία της Επιτροπής, όσο και σε ότι αφορά στην απόρριψη των υπολογισμών και της μεθοδολογίας της Hermes. Το δικαστήριο δεν υιοθέτησε άκριτα τις θέσεις της Επιτροπής. Αντίθετα, παρέθεσε τις θέσεις της εφεσείουσας και την αιτιολογία της Επιτροπής επί τη βάσει της οποίας απέρριψε τις θέσεις της Hermes.
Κρίνουμε και εμείς με τη σειρά μας, παρά την περί αντιθέτου επιχειρηματολογία, ότι η Επιτροπή έδωσε πλήρεις και εύλογες εξηγήσεις για τη μεθοδολογία που ακολούθησε. Έχουμε παραθέσει τις εξηγήσεις αυτές και δεν χρειάζεται ασφαλώς να τις επαναλάβουμε προκειμένου να εκφράσουμε την κρίση μας για το ζήτημα.
Άλλωστε στην πραγματικότητα η Hermes δεν παρουσίασε γεγονότα που να αναιρούν την αξιοπιστία της μεθοδολογίας της Επιτροπής. Στην Έκθεση της Avia Solutions, περιέχεται Αποποίηση Ευθύνης («Disclaimer of Liability»), ως ακολούθως:
«This publication provides general information and should not be used or taken as business, financial, tax, accounting, legal or other advice, or relied upon in substitution for the exercise of your independent judgment. For your specific situation or where otherwise required, expert advice should be sought. Although Avia Solutions Limited or any of its affiliates (together, “Avia”) believe that the information contained in this publication has been obtained from and is based upon sources Avia believe to be reliable, Avia do not guarantee its accuracy and it may be incomplete or condensed. Avia make no representation or warranties of any kind whatsoever in respect of such information. Avia accept no liability of any kind for loss arising from the use of the material presented in this publication.»
Η Επιτροπή εντόπισε την αναφορά αυτή και σημείωσε ειδικότερα ότι «η Έκθεση προσφέρει γενική πληροφόρηση και δεν πρέπει να θεωρηθεί ως επιχειρηματική, φορολογική, νομική ή οποιαδήποτε άλλη συμβουλή ή να χρησιμοποιηθεί σαν βάση για την εξάσκηση ανεξάρτητης κρίσης». Σημείωσε επίσης η Επιτροπή τα ακόλουθα: «Περαιτέρω και σε σχέση με τα στοιχεία πάνω στα οποία βασίζονται τα ευρήματα της έκθεσης, η έκθεση στην ίδια σελίδα αναφέρει ότι «η Avia Solutions πιστεύει ότι οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στην Έκθεση έχουν παρθεί και βασίζονται σε αξιόπιστες πηγές. Η Avia όμως δεν εγγυάται την ακρίβεια τους καθώς μπορεί να είναι ανακριβή [sic] και συνοπτικές». Υποδεικνύουμε περαιτέρω τη ρητή αναίρεση του στοιχείου της εμπειρογνωμοσύνης («For your specific situation or where otherwise required, expert advice should be sought»). Συνεπώς ορθά η Επιτροπή κατέληξε ότι δεν μπορούσε να αποδεχθεί τους υπολογισμούς της εν λόγω Έκθεσης κατά την άσκηση της κρίσης της.
Όπως αποφασίστηκε στην C-89/11 P, E.ON ENERGIE AG κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 22.11.2012, παρ. 76, όταν η Επιτροπή:
«…στηρίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία είναι κατ’ αρχήν επαρκή για την απόδειξη της υπάρξεως παραβάσεως, δεν αρκεί η ενδιαφερόμενη επιχείρηση απλώς να επικαλεστεί ενδεχόμενο το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει την αποδεικτική αξία των εν λόγω στοιχείων με αποτέλεσμα να φέρει πλέον η Επιτροπή το βάρος αποδείξεως ότι το γεγονός αυτό δεν ήταν σε θέση να επηρεάσει την αποδεικτική αξία των στοιχείων. Αντιθέτως, εκτός από τις περιπτώσεις όπου η απόδειξη αυτή δεν είναι δυνατή εκ μέρους της οικείας επιχειρήσεως λόγω της συμπεριφοράς της ίδιας της Επιτροπής, απόκειται στην οικεία επιχείρηση να αποδείξει επαρκώς κατά νόμο, αφενός, την ύπαρξη του γεγονότος που επικαλείται και, αφετέρου, ότι το γεγονός αυτό αναιρεί την αποδεικτική αξία των στοιχείων επί των οποίων στηρίζεται η Επιτροπή.»
Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ο πέμπτος και ο έκτος λόγος έφεσης δεν ευσταθούν, όπως και ο τρίτος λόγος έφεσης αναφορικά με το εναπομείναν ζήτημα της καταχρηστικής εκμετάλλευσης.
Ο έβδομος λόγος έφεσης έχει ως ακολούθως:
«Εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εφεσίβλητη εξέτασε δεόντως τους ισχυρισμούς της εφεσείουσας που αφορούσαν τα κρίσιμα και ουσιώδη στοιχεία για τα οποία η εφεσείουσα ισχυρίστηκε ότι δεν έγινε επαρκής διερεύνηση.»
Η ουσία του έβδομου λόγου έφεσης είναι ότι το δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τη θέση της Hermes περί μη επαρκούς έρευνας «κρίσιμων και ουσιωδών στοιχείων» τα οποία έθεσε ενώπιον της Επιτροπής και τα οποία απαριθμούνται στην έφεση.
Στην αιτιολογία όμως του έβδομου λόγου έφεσης (δεύτερη παράγραφος), αποδίδεται στο πρωτόδικο δικαστήριο μια διαφορετική μομφή, ότι δηλαδή δεν άσκησε καμιά κρίση ως προς το κατά πόσον τα στοιχεία αυτά αξιολογήθηκαν επαρκώς από την Επιτροπή. Αναφέρεται συγκεκριμένα:
«Ειδικότερα το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν άσκησε καμία κρίση ως προς τα πιο κάτω κρίσιμα ουσιώδη στοιχεία που υπέβαλε η Εφεσείουσα κατά πόσον αξιολογήθηκαν επαρκώς από την Εφεσίβλητη»
Άλλο είναι το ζήτημα της κατάληξης του δικαστηρίου σε εσφαλμένο συμπέρασμα ότι υπήρξε επαρκής έρευνα, όπως είναι το σώμα του λόγου έφεσης και άλλο το ζήτημα της πλήρους παράλειψης του δικαστηρίου να κρίνει κατά πόσον έγινε επαρκής έρευνα.
Διαφορετικά επίσης τίθεται το ζήτημα και στην πρώτη παράγραφο της αιτιολογίας όπου αναφέρονται τα εξής:
«Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν άσκησε καμία κρίση και δεν αξιολόγησε, επικαλούμενο ότι η Εφεσίβλητη έλαβε υπόψη, τα στοιχεία που επιμελώς η Εφεσείουσα παρέθεσε με τεκμηρίωση, και τα οποία η Εφεσίβλητη εξουδετέρωσε με απλή παράθεση αυτών των στοιχείων της Εφεσείουσας στην απόφαση της.»
Παρατηρούμε ότι αποδίδεται στο δικαστήριο ότι είναι το ίδιο που δεν άσκησε καμιά κρίση και δεν αξιολόγησε τα στοιχεία που η εφεσείουσα παρέθεσε και τα οποία η Επιτροπή «εξουδετέρωσε».
Θα πρέπει εδώ, εν πάση περιπτώσει, να σημειώσουμε τη διαφωνία μας με τον ισχυρισμό ότι η Hermes παρέθεσε επιμελώς και με τεκμηρίωση τις θέσεις της, εάν με αυτό τον ισχυρισμό εννοείται η Έκθεση της Avia Solutions.
Καταληκτικά, εκείνο που έχει σημασία είναι τα όσα αναφέρονται στο σώμα του έβδομου λόγου έφεσης ως σφάλμα του πρωτόδικου δικαστηρίου. Από την επίδικη απόφαση προκύπτει ότι ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή εξέτασε δεόντως όλους τους ισχυρισμούς της εφεσείουσας που χαρακτηρίζονται ως κρίσιμα και ουσιώδη στοιχεία στο έβδομο λόγο έφεσης, παραπέμποντας κάθε φορά στο σχετικό απόσπασμα από την απόφαση της Επιτροπής αποδεχόμενο τη θέση της.
Άλλωστε τα στοιχεία που καταγράφονται στην αιτιολογία του έβδομου λόγου ως κρίσιμα και ουσιώδη γεγονότα, εμπίπτουν στο όλο πλαίσιο εξέτασης της υπόθεσης από την Επιτροπή και συνδέονται με τους άλλους λόγους έφεσης.
Με τον όγδοο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα πως όσα είχε προβάλει ενώπιον της Επιτροπής η Hermes δεν συνιστούσαν αντικειμενικό λόγο που να δικαιολογούσαν τη μείωση του αριθμού των εταιρειών από 7 σε 4 καθώς και την αύξηση της Ελάχιστης Ετήσιας Εγγύησης και ότι η κρίση του δικαστηρίου είναι αναιτιολόγητη, με παραπομπή μόνο στην απόφαση της Επιτροπής. Το δικαστήριο είχε υπόψη του, ως άνω, την απόφαση της Επιτροπής επί των συγκεκριμένων ζητημάτων και έκρινε ότι η Επιτροπή αιτιολόγησε επαρκώς τη θέση της για τα ζητήματα αυτά.
Προσθέτουμε ότι εναπόκειτο πλέον στην Hermes, εφόσον η Επιτροπή είχε διαπιστώσει εκ πρώτης όψεως παράβαση, να δικαιολογήσει αντικειμενικά τις ενέργειες της υπό την έννοια της νομολογίας όπως την έχουμε παραθέσει ανωτέρω. Δεν επικαλέστηκε λόγους αντικειμενικής ανάγκης ή οικονομικής αποτελεσματικότητας με τη σαφήνεια που απαιτεί η νομολογία. Η Επιτροπή έθεσε την περίπτωση υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Δεν διαπιστώνουμε σφάλμα στην προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου. Αυτό παραπέμπει και στο παράπονο της εφεσείουσας που περιλαμβάνεται στην αιτιολογία του ενδέκατου λόγου έφεσης ότι το δικαστήριο δεν αξιολόγησε «τις απαιτήσεις που προτύπου απόδειξης και του δικαιώματος της εφεσείουσας να προβάλει λόγους αντικειμενικής αιτιολόγησης της συμπεριφοράς της». Επίσης προβάλλεται η θέση ότι «υπήρξε ανατροπή του βάρους απόδειξης στην προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά την ικανοποίηση του προτύπου απόδειξης». Έχουμε αναφερθεί ανωτέρω στην «αντικειμενική δικαιολόγηση» και τονίσαμε ότι δεν αποτελεί υπεράσπιση υπό την έννοια ότι μετατίθεται το βάρος απόδειξης. Δεν έχουμε εντοπίσει όμως επίκληση λόγων αντικειμενικής δικαιολόγησης εκ μέρους της Hermes υπό τη μορφή που εξηγήθηκε ανωτέρω. Το εύρημα εν πάση περιπτώσει της Επιτροπής, το οποίο ορθά επικυρώθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο, ήταν ότι και η εν γένει συμπεριφορά της Hermes δεν έχει δικαιολογηθεί αντικειμενικά, ούτε έχει αποδειχθεί ως απολύτως αναγκαία, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Η διαπίστωση αυτή αρκεί για να θεμελιώσει την επιβολή κύρωσης δεδομένης της αδιαμφισβήτητης κατοχής δεσπόζουσας θέσης και του εύλογου ευρήματος της Επιτροπής περί κατάχρησης της θέσης αυτής.
Εγείρεται περαιτέρω με την έφεση ότι το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς της Hermes περί μη διενέργειας δέουσας και/ή καθόλου έρευνας ως προς τα οικονομικά δεδομένα της εφεσείουσας (ένατος λόγος έφεσης). Περαιτέρω με τον δέκατο λόγο έφεσης τέθηκε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν ερεύνησε ούτε το ίδιο, όπως ούτε και η Επιτροπή, τις θέσεις της Hermes πριν η Επιτροπή καταλήξει στην επιβολή του διοικητικού προστίμου.
Είναι η θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου της Hermes ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι ιδιάζουσες συνθήκες που αναφέρθηκαν τόσο ενώπιον της Επιτροπής όσο και ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου με την αγόρευση της, ήτοι τα αυξημένα κόστη, η ανάγκη διασφάλισης εσόδων για τη διατήρηση της βιωσιμότητας της, οι υπέρογκες δανειακές υποχρεώσεις της προς τους διεθνείς δανειστές της, οι συγκυρίες της οικονομικής κρίσης, το γεγονός ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν είχαν καν καταβληθεί μερίσματα, ούτε και αποπληρωθεί δεδουλευμένοι τόκοι των δανείων που χορήγησαν σε αυτή οι μέτοχοι της.
Το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε υπόψη τα όσα ανέφερε η Επιτροπή σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της Hermes και ειδικά τους ισχυρισμούς περί οικονομικής δυσπραγίας και/ή οικονομικών ζημιών, ορθά έκρινε ότι αυτοί εξετάστηκαν από την Επιτροπή με παραπομπή στην νομολογία επί του θέματος σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λαμβάνει κατά τον καθορισμό του προστίμου τα αρνητικά αποτελέσματα μιας επιχείρησης. Επίσης, η Επιτροπή έλαβε υπόψη την παράγραφο 35 των Κατευθυντήριων Γραμμών για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή του Άρθρου 23, παράγρ. (2), σημείο (α) του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003:
«35. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η Επιτροπή δύναται, εφόσον αυτό της ζητηθεί, να συνεκτιµήσει την αδυναµία της επιχείρησης να πληρώσει το πρόστιµο σε ένα συγκεκριµένο κοινωνικό και οικονοµικό πλαίσιο. Η Επιτροπή δεν θα βασίζει καµµία µείωση του προστίµου που χορηγείται για αυτό το λόγο στην απλή διαπίστωση µιας προβληµατικής ή ελλειµµατικής οικονοµικής κατάστασης. Μία τέτοια µείωση θα µπορεί να χορηγείται µόνο βάσει αντικειµενικών αποδείξεων ότι η επιβολή του προστίµου, σύµφωνα µε τις παρούσες κατευθυντήριες γραµµές, θα έθετε ανεπανόρθωτα σε κίνδυνο την οικονοµική βιωσιµότητα της εµπλεκόµενης επιχείρησης και θα οδηγούσε στην απώλεια της αξίας στοιχείων του ενεργητικού της.»
Η Hermes έθεσε τα δεδομένα ενώπιον της Επιτροπής η οποία τα αξιολόγησε με βάση τη νομολογία και τις Κατευθυντήριες Γραμμές. Δεν μπορεί να αποδίδεται τώρα στο δικαστήριο ότι κακώς απέρριψε ισχυρισμούς περί μη δέουσας έρευνας.
Περαιτέρω, δεν μας βρίσκει σύμφωνους η διασύνδεση που επιχειρήθηκε στην αγόρευση της δικηγόρου της Hermes ότι η επίκληση στα οικονομικά δεδομένα της εφεσείουσας έγινε «με σκοπό να καταδειχθεί ότι ο σκοπός της δεν ήταν η δημιουργία υπερκερδών ούτε και το αποτέλεσμα της όποιας συμπεριφοράς της καταλογίζεται είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία υπερκερδών καθότι τέτοια κέρδη δεν δημιουργούνταν και δεν διαμοιράζονταν στους μετόχους τους λόγω των αυξημένων δανειακών και άλλων υποχρεώσεων τους. Ο λόγος για τον οποίο προβάλλεται η αντικειμενική αιτιολογία είναι για να δικαιολογηθεί η κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης, κατάχρηση η οποία εν προκειμένω δεν υφίσταται […] Η αναφορά του Πρωτόδικου Δικαστηρίου με παραπομπή στην απόφαση της Εφεσίβλητης, ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λαμβάνει κατά τον καθορισμό του προστίμου τα αρνητικά αποτελέσματα της επιχείρησης δεν αμφισβητείται από την Εφεσείουσα, αλλά για τους σκοπούς του συγκεκριμένου λόγου έφεσης και του λόγου ακύρωσης κατά την πρωτόδικη διαδικασία δεν είναι σχετικοί.»
Σημασία από τα παραπάνω έχει ο κοινός τόπος ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη την οικονομική κατάσταση της εμπλεκόμενης επιχείρησης. Κατά τα άλλα η έννοια της κατάχρησης είναι αντικειμενική. Δεν εξαρτάται από την απόδειξη πρόθεσης, ή την επιδίωξη κέρδους, ή οφέλους που αποκόμισε, ή έχει σκοπό να αποκομίσει η επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση. Το Άρθρο 102 ΣΛΕΕ απαγορεύει συμπεριφορά που αποκλίνει από τον ανταγωνισμό βάσει ουσιαστικών χαρακτηριστικών (on the merits) και είναι ικανή να περιορίσει εξ αντικειμένου τον ανταγωνισμό (C-377/20 Servizio Elettrico Nazionale SpA, C-48/22 P (2024) Google Shopping, Hoffmann-La Roche (ανωτέρω)).
Σε ό,τι αφορά την επιβολή του διοικητικού προστίμου αδίκως αποδίδεται στην Επιτροπή και μετά στο δικαστήριο ότι δεν εξετάστηκαν οι θέσεις της Hermes. Αυτές εξετάστηκαν αλλά η Επιτροπή εφάρμοσε τις Κατευθυντήριες Γραμμές για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων, τόσο σε σχέση με τις προβληθείσες οικονομικές δυσκολίες, όσο και για τη μεθοδολογία για τον υπολογισμό του προστίμου. Δίδονται εκτεταμένες λεπτομέρειες με παραπομπή στη νομολογία. Στη συνέχεια λήφθηκαν υπόψη οι ελαφρυντικές περιστάσεις τις οποίες παρουσίασε η Hermes. Το πρόστιμο επήλθε ως αποτέλεσμα όλης αυτής της διαδικασίας. Ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο διαπίστωσε ότι «οι θέσεις της αιτήτριας, ως αυτές καταγράφονται στις σελίδες 49 έως 65 της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου της, είχαν προβληθεί και στα πλαίσια της κλήσης της για σκοπούς επιβολής του προστίμου. Αυτό προκύπτει από τις σχετικές σελίδες (90 έως 103), της επίδικης απόφασης. Προκύπτει επίσης από το συγκεκριμένο μέρος της απόφασης ότι οι εν λόγω θέσεις και/ή αιτιάσεις της αιτήτριας λήφθηκαν υπόψη από την Επιτροπή, ενώ καταγράφονται στο σώμα της απόφασης οι λόγοι και το σκεπτικό που αυτές δεν έγιναν αποδεκτές, καθώς και οι απαντήσεις και/ή αξιολόγηση της καθ’ ης η αίτηση στα όσα η αιτήτρια είχε προβάλει ως ελαφρυντικούς παράγοντες.»
Αβάσιμος κρίνεται και ο δέκατος τρίτος λόγος έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς της Hermes περί παραβίασης της αρχής της καλής πίστης, της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου. Το δικαστήριο ορθώς απέρριψε και τους ισχυρισμούς αυτούς εφόσον, όπως διαπίστωσε, ελλείπει πλήρως οποιοδήποτε υπόβαθρο γεγονότων που θα μπορούσε να τους καταστήσει σχετικούς με την υπόθεση.
Υπό το φως όλων των ανωτέρω, η έφεση στο σύνολο της απορρίπτεται, με €4.000 έξοδα υπέρ της εφεσίβλητης.
Τ. Θ. Οικονόμου, Δ.
Τ. Καρακάννα, Δ.
Η. Γεωργίου, Δ.
/φκ/γγ
[1] Χρησιμοποιούμε τον όρο «διακριτική» με τον οποίο χαρακτηρίζεται η περίπτωση του Άρθρου 102(γ) της ΣΛΕΕ και του Άρθρου 6(1)(γ) περί επιβολής «άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές/άνισων όρων επί ισοδύναμων συναλλαγών». Τέτοια όμως «διάκριση» έχει διαφορετική έννοια από την «διακριτική μεταχείριση» (βλ. τα λήμματα των λέξεων «διάκριση» και «διακριτικός» στο Λεξικό Γ. Μπαμπινιώτη). Η χρήση του όρου «διακριτική μεταχείριση» γίνεται και στον Νόμο (Άρθρο 6(2)(β)) και στην ελληνική έκδοση της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας.
[2] Sigma Radio T.V. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 134, Jupiwind Ltd v. Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, Α.Ε. 91/12, ημερ. 18.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:C29, Sigma Radio Television Ltd v. Cyprus, Appl. Nos. 32181/04 & 35122/05, final 21.10.2011.
[3] Adrian Holdings Ltd v. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 828, 835, SAVVAS C. NICOLAIDES LTD ν. Δημοκρατίας, (2010) 3 Α.Α.Δ. 148, Αν. Οικονομίδης κ.α. ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 140/2013, ημερ. 8.5.2020, ECLI:CY:AD:2020:C147, Ολυμπία Πιερίδη ν. Δημοκρατία κ.α. (2007) 3 Α.Α.Δ. 543, Δημοκρατία ν. Παπαξενόπουλου κ.α., Α.Ε. 114/13 ημερ. 6.10.2016, LELLA KENTONIS INVESTMENT CO LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 138/10 κ.α., ημερ. 21.12.2016 και τις υποθέσεις που εκεί υιοθετούνται και FIRST ELEMENTS EUROCONSULTANTS LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 34/2012, ημερ. 15.12.2017.
[4] (Συνεκδικασθείσες Υποθέσεις C-68/94 και C-30/95, Γαλλία και λοιποί κατά Επιτροπής [1998] συλλογή I-1375, C-322/81, Michelin κατά της Επιτροπής, Συλλογή Νομολογίας Δικαστηρίου 1983, σελ. 3461, C-62/86, Akzo κατά της Επιτροπής, Συλλογή Νομολογίας του Δικαστηρίου 1991, σελ. Ι-3359, C-333/94 TetraPak κατά της Επιτροπής, Συλλογή Νομολογίας του Δικαστηρίου 1996, σελ. Ι-5951).
[5] Η αναφορά ότι απαιτείται «αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της δεσπόζουσας θέσης και της καταχρηστικής συμπεριφοράς» δεν εναρμονίζεται με όσα λέχθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο στην T-321/05 - AstraZeneca v Commission, παρ. 26: «As far as concerns practices intended to exclude or reduce competition, in order to be classified as an abuse of a dominant position, behaviour does not necessarily have to result from, or be made possible by, the economic strength of the undertaking, since no causal link is required between the dominant position and the abuse of that position (see, to that effect, Case 6/72 Europemballage and Continental Can v Commission [1973] ECR 215, paragraph 27, and Hoffmann-La Roche v Commission, paragraph 239 above, paragraph 91).»
[6] Το οποίο ίσχυε τότε, έχοντας αντικατασταθεί από το Competition Act του 1998 που περιλαμβάνει το Chapter II (Prohibition) το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 102 της ΣΛΕΕ.
[7] Butterworths Competition Law Service, Division VI Dominant Firms and Monopolists, Chapter 4 EU Law: Behaviour and Practices which may be Condemned as an Abuse under Article 102, 1. Criteria under EU Law.
[8] Κανονισμός (ΕΚ) Αρ. 1/2003 της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα Άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης.
[9] Σημειώνουμε ότι για την απόφαση αυτή της Επιτροπής εκκρεμεί η προσφυγή ακυρώσεως, Υπόθεση T-260/24 στο Πρωτόδικο Δικαστήριο.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο