ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ N.K. SHACOLAS HOLDINGS LIMITED ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ, ΕΦΕΣΕΙΟΥΣΑΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 94/2022, Αίτηση Αρ. 5/2026, 3/11/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ N.K. SHACOLAS HOLDINGS LIMITED ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ, ΕΦΕΣΕΙΟΥΣΑΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 94/2022, Αίτηση Αρ. 5/2026, 3/11/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(2)(γ) ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 33/1964

(Αίτηση Αρ. 5/2026)

(Τύπος Γ)

 

3 Νοεμβρίου, 2026

 

[Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π., Τ.Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Ν.Γ. ΣΑΝΤΗΣ, ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 9(2)(γ), ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964-2025

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2023

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ N.K. SHACOLAS HOLDINGS LIMITED ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ, ΕΦΕΣΕΙΟΥΣΑΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 94/2022

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 94/2022, ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ N.K. SHACOLAS HOLDINGS LIMITED ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

-------------------------

Αίτηση για Χορήγηση Άδειας

 

Θ. Ραφτοπούλου (κα), για ΑΛΕΚΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ, για την Αιτήτρια.

Σ. Καρασαμάνης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για το Ενδιαφερόμενο Μέρος.

 

---------------------

 

Α.Ρ. Λιάτσος, Π.:  Η απόφαση του Δικαστηρίου δεν είναι ομόφωνη.  Η απόφαση της πλειοψηφίας θα δοθεί από την Τ. Καρακάννα, Δ. και με αυτήν συμφωνούν οι Α.Ρ. Λιάτσος, Π., Τ.Θ. Οικονόμου, Δ., Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Δ. και Η. Γεωργίου, Δ.  Διιστάμενη απόφαση θα δοθεί από τον Ν. Σάντη, Δ. και από την Σ. Χατζηγιάννη, Δ. και με αυτήν συμφωνεί η Μ. Καλλιγέρου, Δ.

---------------------

Α Π Ο Φ Α Σ Η

[Πλειοψηφίας]

 

Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.: Με την υπό κρίση Αίτηση, η Αιτήτρια ζητά όπως της παραχωρηθεί άδεια να καταχωρίσει αίτηση δυνάμει του Άρθρου 9(2)(γ) του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964, ως τροποποιήθηκε (Ν. 33/1964).

 

Το ερώτημα που εγείρει είναι κατά πόσο η ερμηνεία της φράσης «διάθεση ιδιοκτησίας», στο Άρθρο 10 του περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου, Ν. 52/1980 (ο Νόμος), «... όπως δόθηκε από το Διοικητικό Εφετείο με την απόφαση του είναι σύμφωνη με τους πιο πάνω κανόνες έχοντας υπόψιν ότι το πιο πάνω άρθρο δεν προβλέπει ρητά την επιβολή φορολογίας (φόρου κεφαλαιουχικών κερδών) σε περιπτώσεις μη συμμετοχής στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου μιας εταιρείας που είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης ιδιοκτησίας.»

 

Στον πυρήνα της  διαδικασίας είναι τα Άρθρα 4 και 10 του Νόμου, τα οποία προνοούν τα πιο κάτω:

 

«4.- Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, και τηρουμένων των εν τω παρόντι Νόμω εμπεριεχομένων εξαιρέσεων, επί παντός κέρδους λόγω διαθέσεως ιδιοκτησίας, επιβάλλεται και καταβάλλεται φόρος κατά συντελεστήν είκοσι τοις εκατόν επί του τοιούτου κέρδους.

         [...]

10.- Διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, διάθεση ιδιοκτησίας περιλαμβάνει πώληση, πώληση από το Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ή από Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό με δημόσιο πλειστηριασμό, συμφωνία πώλησης, εκχώρηση δικαιωμάτων που απορρέουν από σύμβαση πώλησης ιδιοκτησίας, ανταλλαγήν, μίσθωσιν, ήτις ενεγράφη συμφώνως προς τας διατάξεις του εκάστοτε εν ισχύϊ περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου, δωρεάν ιδιοκτησίας, εγκατάλειψη χρήσης ή εκμετάλλευσης οποιουδήποτε σχετικού δικαιώματος, παραχώρηση δικαιώματος αγοράς ή δικαιώματος ανταλλαγής ή δικαιώματος μίσθωσης ιδιοκτησίας, ως και είσπραξη οποιουδήποτε ποσού βάσει όρου συμφωνίας αναφορικά με την ακύρωση της πώλησης ή της συμφωνίας πώλησης ή της ανταλλαγής ή της μίσθωσης, αλλά δεν περιλαμβάνει― [...]»

 

Η εταιρεία Ν.Κ. Shacolas Holdings Ltd (η Αιτήτρια) κατείχε  το 70% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας I.T.T.L. Trade Tourist & Leisure Park Ltd (η I.T.T.L.). Κατά ή περί το έτος 1997, η I.T.T.L. εξέδωσε νέο μετοχικό κεφάλαιο ύψους Λ.Κ.8.887.710. Η Αιτήτρια δεν συμμετείχε στην αύξηση του κεφαλαίου με αποτέλεσμα το ποσοστό συμμετοχής της στην εν λόγω εταιρεία να μειωθεί στο 19.8%.  Σε αντάλλαγμα της μη συμμετοχής της  στο νέο μετοχικό κεφάλαιο χαρίστηκε στην Αιτήτρια  χρέος που όφειλε στην I.T.T.L., ύψους Λ.Κ.5.160.856 και της δωρίστηκαν περιουσιακά στοιχεία αξίας Λ.Κ.1.884.268.

 

Ο Διευθυντής του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (ο Έφορος) θεώρησε ότι οι πιο πάνω ενέργειες συνιστούσαν «εγκατάλειψη χρήσης ή εκμετάλλευσης δικαιώματος» και φορολόγησε το κέρδος που προέκυψε από την πιο πάνω μείωση, ως κεφαλαιουχικό, με βάση τις διατάξεις του Νόμου σαν «διάθεση ιδιοκτησίας».

 

Κατά της ανωτέρω απόφασης, η Αιτήτρια καταχώρισε ιεραρχική προσφυγή. Το κύριο επιχείρημα της ήταν ότι οι ενέργειες της δεν συνιστούν «διάθεση ιδιοκτησίας», με βάση το Άρθρο 10 του Νόμου καθότι δεν γίνεται ρητή πρόβλεψη περί τούτου. Εισηγήθηκε ότι η ιδιοκτησία περιορίζεται στην ακίνητη ιδιοκτησία και δεν περιλαμβάνει «μετοχές». Η εισήγηση δεν έγινε δεκτή από το Εφοριακό Συμβούλιο που εξέτασε την ιεραρχική προσφυγή. Στην απόφαση του, γίνεται επίκληση του  Άρθρου 2 του Νόμου, παράγραφο (ii),  που ρητά ορίζει ότι στον όρο ιδιοκτησία, περιλαμβάνονται και «... μετοχές εταιρειών των οποίων η ιδιοκτησία συνίσταται και από ακίνητη ιδιοκτησία που βρίσκεται στη Δημοκρατία».

 

Την ίδια κατάληξη είχε και η προσφυγή της ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, Προσφυγή αρ. 1399/2016. Το Διοικητικό Δικαστήριο απέρριψε τη θέση ότι τα γεγονότα, ως τα παραθέσαμε ανωτέρω, δεν συνιστούσαν «διάθεση ιδιοκτησίας» εν τη εννοία του Άρθρου 10 του Νόμου. Το γεγονός ότι κάποια περίπτωση δεν περιλαμβάνεται ρητά στο πιο πάνω Άρθρο, τούτο, σύμφωνα πάντα με την πρωτόδικη απόφαση, δεν οδηγεί σε απαλλαγή από τη φορολογία καθότι «... όπου ο νομοθέτης σκόπευε να απαλλάξει τον φορολογούμενο, το προέβλεψε ρητά στο ίδιο το άρθρο 10 καθορίζοντας τι ο όρος ‘διάθεση’ δεν περιλαμβάνει».

 

Η Αιτήτρια προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση καταχωρώντας έφεση.  Στην έφεση της επανέλαβε τις ίδιες θέσεις, ότι τα επίδικα γεγονότα δεν εντάσσονται στην έννοια της «διάθεσης ιδιοκτησίας» και ότι η  ερμηνεία που υιοθέτησε το πρωτόδικο δικαστήριο αντιβαίνει την ερμηνευτική αρχή που επιβάλλει όπως οι φορολογικοί Νόμοι ερμηνεύονται στενά και αυστηρά. Πέραν τούτου, η υπό κρίση περίπτωση δεν εντάσσεται, με βάση πάντα την εισήγηση της, στις περιπτώσεις τις οποίες το Άρθρο 10 του Νόμου ρητά εξαιρεί από το φόρο κεφαλαιουχικών κερδών. Ισχυρίστηκε ότι η διαγραφή του χρέους έγινε στο «πλαίσιο αναδιοργάνωσης» χωρίς να συνιστά αντάλλαγμα και η Αιτήτρια δεν προέβη σε δωρεά περιουσιακών στοιχείων.

 

Το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε τις πιο πάνω θέσεις.  Παραθέτουμε αυτούσια την αναφορά του σε σχέση με τις πρόνοιες του Άρθρου 10 του Νόμου:

 

«Το Άρθρο 10 του Νόμου 52 του 1980, ως είχε κατά την ημερομηνία έκδοσης τόσο της επίδικης απόφασης του Εφόρου όσο και της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφοριακού Συμβουλίου-

 

(α) παραθέτει μη εξαντλητικό ορισμό του όρου «διάθεσις ιδιοκτησίας» αφού προβλέπει ότι ο άνωθεν όρος «περιλαμβάνει» τα ακολούθως οριζόμενα στο εν λόγω Άρθρο (η λέξη «περιλαμβάνει» σε ορισμό έχει διασταλτική και μη εξαντλητική έννοια: Maxwell on Interpretation of Statutes, 12th edition (1969), σελ. 270)·

(β) ρητά εντάσσει (μεταξύ άλλων) την εγκατάλειψη χρήσης ή εκμετάλλευσης οποιουδήποτε σχετικού δικαιώματος στην μη εξαντλητική έννοια της «διάθεσης ιδιοκτησίας»·

(γ) εν συνεχεία, ρητά εξαιρεί από την έννοια της «διάθεσης ιδιοκτησίας» συγκεκριμένες περιπτώσεις.

 

[...]

  

Είναι επίσης ορθό το διοικητικό συμπέρασμα πως αυτή η προρρηθείσα πράξη της Εφεσείουσας συνιστά «διάθεση ιδιοκτησίας» (εν προκειμένω, μετοχών) εν τη εννοία του Νόμου 52 του 1980.

 

Αυτό, διότι η εν λόγω πράξη εύλογα εντάσσεται τόσο στην ευρεία έννοια της «διάθεσης» όσο και στην (ρητώς εντασσόμενη στην εν λόγω έννοια) επιμέρους έννοια της «εγκατάλειψης χρήσης ή εκμετάλλευσης οποιουδήποτε σχετικού δικαιώματος».  Εν προκειμένω, η διάθεση μέσω εγκατάλειψης συνίστατο στην απόφαση της Εφεσείουσας να μην ασκήσει το δικαίωμα που είχε για συμμετοχή της στο αυξηθέν μετοχικό κεφάλαιο της Ι.Τ.Τ.L. Ltd.

 

Δικαίωμα το οποίο υπείχετο υπό τη μορφή του δικαιώματος προαίρεσης (pre-emption right), υπό την έννοια ότι το καταστατικό της Ι.Τ.Τ.L. Ltd την υποχρέωνε να προσφέρει πρώτα το αυξηθέν μετοχικό κεφάλαιο στην Εφεσείουσα ως υφιστάμενο μέτοχό της, σε αναλογία προς το μετοχικό κεφάλαιο που η Εφεσείουσα ήδη κατείχε, ως η Εφεσείουσα παραδέχτηκε πρωτόδικα (σελ. 10 πρωτόδικης αγόρευσής της)[1].

 

Επομένως, η επίδικη πράξη της Εφεσείουσας εντάσσεται στο εύλογο και ρητό γράμμα της «διάθεσης ιδιοκτησίας» κατά τον Νόμο 52 του 1980, χωρίς να θίγονται οι πάγιες ερμηνευτικές αρχές κατά τις οποίες οι φορολογικοί νόμοι ερμηνεύονται στενά και αυστηρά (Δημοκρατία ν. CORBY HOLDINGS LTD κ.ά. ανωτέρω). »

 

Στη συνέχεια, το Διοικητικό Εφετείο συμφώνησε «... τόσο με τη διοικητική όσο και με την πρωτόδικη κρίση πως η διαγραφή χρέους και η παροχή δωρεάς, από την I.T.T.L. Ltd προς την Εφεσείουσα συνιστά «κέρδος» εν τη εννοία του Νόμου 52 του 1980 το οποίο προέκυψε από την επίδικη πράξη της Εφεσείουσας η οποία συνιστούσε «διάθεση ιδιοκτησίας» εν τη εννοία του ίδιου Νόμου, καθιστώντας επιβεβλημένη (κατά το Άρθρο 4 του ίδιου Νόμου) την επιβολή (από πλευράς Διοίκησης) και καταβολή (από πλευράς Εφεσείουσας) του επίδικου φόρου κεφαλαιουχικών κερδών.»

 

Με την υπό κρίση Αίτηση, η Αιτήτρια ζητά, ως προαναφέραμε, όπως της παραχωρηθεί άδεια να καταχωρίσει Αίτηση δυνάμει του Άρθρου 9(2)(γ) του Ν. 33/1964[1]. Εισηγείται ότι αναφύεται ανάγκη ορθής ερμηνείας πρωτογενούς νομοθεσίας, των Άρθρων 4 και 10 του Νόμου και επικαλείται, στην ουσία, τις θέσεις που είχε προβάλει στην ιεραρχική προσφυγή, στην προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου και στην έφεση της. Ειδικότερα, εγείρει το ερώτημα κατά πόσον η ερμηνεία της φράσης «διάθεση ιδιοκτησίας» στο Άρθρο 10 του Νόμου, όπως δόθηκε από το Διοικητικό Εφετείο με την απόφαση του, είναι σύμφωνη με τους κανόνες ερμηνείας φορολογικών νομοθετημάτων έχοντας υπόψιν ότι το πιο πάνω Άρθρο δεν προβλέπει ρητά την επιβολή φορολογίας σε περιπτώσεις όπως η παρούσα. Ισχυρίζεται ότι η ερμηνεία που δόθηκε στην συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια αντιβαίνει τις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές που επιβάλλουν ότι οι φορολογικοί νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται «στενά και αυστηρά σύμφωνα με το απλό, γραμματικό νόημα των λέξεων, εκτός εάν αυτό βρίσκεται σε αντίθεση ή ασυμφωνία με οποιαδήποτε πρόθεση ή δηλωμένο σκοπό του νόμου ή αν το νόημα αυτό θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα» και σε περίπτωση αμφιβολίας, αυτή να αποφασίζεται προς όφελος του φορολογουμένου.

 

Προς επίρρωση των θέσεων της, επισημαίνει ότι στο Άρθρο 10  του Νόμου δεν γίνεται ρητή πρόβλεψη για τη συγκεκριμένη περίπτωση που αφορά τη « ... μη συμμετοχή στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου μιας εταιρείας που είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης ιδιοκτησίας».

 

Οι  Καθ’ ων η αίτηση φέρουν ένσταση στην Αίτηση. Αντιτείνουν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρο 9(2)(γ) του Ν. 33/1964,   για παραχώρηση της αιτουμένης άδειας.

Εξετάσαμε τις εκατέρωθεν θέσεις.

Επισημαίνουμε εν πρώτοις ότι το Άρθρο 10 του Νόμου που, ως προαναφέραμε, συνιστά τον πυρήνα της παρούσας διαδικασίας, αποτελεί νομική ρύθμιση που παρέχει τη δυνατότητα στις φορολογικές αρχές, αφού αξιολογήσουν τα ιδιαίτερα πραγματικά περιστατικά της κάθε περίπτωσης, να αποφασίσουν κατά πόσο αυτά υπάγονται στις πρόνοιες που αυτό επιτάσσει. Το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη πρόνοια δεν παρατίθενται, με εξαντλητικό τρόπο, όλες οι επιμέρους περιπτώσεις στις οποίες αυτή ενδέχεται να έχει εφαρμογή, δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης, ως ήταν η εισήγηση της Αιτήτριας και δεν καταστρατηγεί την αρχή της ασφάλειας δικαίου.

 

Μια νομοθετική πρόνοια δύναται να είναι διατυπωμένη με πιο γενικό τρόπο και να παρέχει στην αρχή,  που είναι επιφορτισμένη με την εφαρμογή της, περιθώριο εκτιμήσεως εφόσον θα ήταν αδύνατο για το νομοθέτη να προβλέψει και να παραθέσει με τρόπο εξαντλητικό όλες τις περιπτώσεις στις οποίες τυγχάνει εφαρμογής ο συγκεκριμένος νόμος. Το περιθώριο εκτιμήσεως είναι στοιχείο αναγκαίο  για την ορθή και δίκαιη αντιμετώπιση της κάθε ξεχωριστής περίπτωσης. Σχετική επί τούτου είναι η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-541/20 έως C-555/20, Λιθουανία κ.λ.π. ν. Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Δέσμη μέτρων για την κινητικότητα). Παραθέτουμε αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα:

 

«159. Πλην όμως, οι ως άνω απαιτήσεις δεν πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι απαγορεύεται στον ενωσιακό νομοθέτη να χρησιμοποιεί, στο πλαίσιο κανόνα τον οποίο θεσπίζει, αφηρημένες νομικές έννοιες, ούτε ότι επιβάλλεται να αναφέρει ένας τέτοιος αφηρημένος κανόνας τις διάφορες συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες ενδέχεται να έχει εφαρμογή, εφόσον όλες αυτές οι περιπτώσεις είναι αδύνατον να καθοριστούν εκ των προτέρων από τον νομοθέτη (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 224 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

 

160.  Επομένως, δεν είναι απαραίτητο η νομοθετική πράξη να διευκρινίζει η ίδια τεχνικά ζητήματα, δεδομένου ότι ο ενωσιακός νομοθέτης μπορεί κάλλιστα να θέσει ένα γενικό νομικό πλαίσιο, το οποίο θα πρέπει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να εξειδικευθεί εν συνεχεία (απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2019, Planta Tabak,C-220/17, EU:C:2019:76, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

 

161.  Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι μια νομοθετική πράξη παρέχει περιθώριο εκτιμήσεως στις αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή της δεν σημαίνει, αυτό και μόνον, ότι δεν τηρείται η απαίτηση προβλεψιμότητας, υπό την προϋπόθεση ότι η έκταση και ο τρόπος άσκησης της εξουσίας αυτής καθορίζονται με επαρκή σαφήνεια, λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού, ώστε να εξασφαλίζεται προσήκουσα προστασία κατά της αυθαιρεσίας (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 224 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).»

 

Η Αιτήτρια, στην υπό κρίση υπόθεση, εισηγείται ότι οι πρόνοιες του Άρθρου 10 του Νόμου και συγκεκριμένα η φράση, «διάθεση ιδιοκτησίας», δεν καλύπτει μετοχές αλλά περιορίζεται σε ακίνητη ιδιοκτησία. Η πιο πάνω εισήγηση απορρίφθηκε από το Εφοριακό Συμβούλιο, το Διοικητικό Δικαστήριο και το Διοικητικό Εφετείο. Η θέση τους ήταν ταυτόσημη, ότι στο Νόμο γίνεται ρητή πρόβλεψη για τις μετοχές. Το Διοικητικό Εφετείο, στην απόφαση του, επισήμανε  ότι η έννοια της ιδιοκτησίας, « ... περιλαμβάνει – κατά τον συναφή ορισμό στο Άρθρο 2 του Νόμου 52 του 1980- μετοχές της οποίας η ιδιοκτησία συνίσταται και από ακίνητη ιδιοκτησία εντός της Δημοκρατίας».

 

Παραθέτουμε αυτούσιο το Άρθρο 2 του Νόμου όπου δίδεται ο ορισμός της «ιδιοκτησίας»: -

      

«"ιδιοκτησία" σημαίνει –

(i) ακίνητη ιδιοκτησία που βρίσκεται στη Δημοκρατία,

(ii) μετοχές εταιρειών των οποίων η ιδιοκτησία συνίσταται και από ακίνητη ιδιοκτησία που βρίσκεται στη Δημοκρατία,

(iii) μετοχές εταιρειών που άμεσα ή έμμεσα συμμετέχουν σε εταιρεία ή εταιρείες που κατέχουν ακίνητη ιδιοκτησία που βρίσκεται στη Δημοκρατία και τουλάχιστον το είκοσι τοις εκατό (20%) της αγοραίας αξίας των μετοχών αυτών προέρχεται από την αγοραία αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας που βρίσκεται στη Δημοκρατία, και

(iv) συμφωνία πώλησης ιδιοκτησίας που βρίσκεται στη Δημοκρατία:

Νοείται ότι, στον υπολογισμό του κατά πόσον η αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το είκοσι τοις εκατό (20%) της αξίας των μετοχών δεν λαμβάνονται υπόψη οποιεσδήποτε υποχρεώσεις·»

 

Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Δημοκρατία ν. Corby Holdings Ltd κ.α., ΑΕ 38/13, ημερομηνίας 3.06.2019, ECLI:CY:AD:2019:C214 στην οποία γίνεται επίκληση τόσο στην πρωτόδικη όσο και στην εφετειακή απόφαση. Το θέμα που προωθήθηκε ήταν η ορθή ερμηνεία του άρθρου 9(1) του ιδίου Νόμου, ήτοι του περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου, Ν. 52/1980[2].  

 

Το  Δικαστήριο που εκδίκασε την προσφυγή αποφάνθηκε  ότι ο όρος «ιδιοκτησία» ρητά προνοείτο στις ερμηνευτικές διατάξεις του Άρθρου 2 του Νόμου, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο  και ότι «ιδιοκτησία» σημαίνει ακίνητη ιδιοκτησία που βρίσκεται στη Δημοκρατία, καθώς και μετοχές εταιρειών των οποίων η ιδιοκτησία συνίσταται και από ακίνητη ιδιοκτησία που βρίσκεται στη Δημοκρατία. Παρατήρησε δε ότι κατά πόσο η συγκεριμένη περίπτωση καλυπτόταν από τις πρόνοιες του πιο πάνω νόμου ήταν θέμα «ξεκάθαρο» και δεν ήταν το «...το αποτέλεσμα ερμηνείας της σχετικής πρόνοιας, αλλά απλής ανάγνωσής της».

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο, κατ’ έφεση, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και συμφώνησε σε όλη την έκταση με την ερμηνεία που δόθηκε στο Άρθρο 9(1) του Νόμου από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα, με το οποίο απαντάται σε μεγάλο βαθμό και το ερώτημα που η Αιτήτρια θέτει στην υπό κρίση υπόθεση:

 

«Πάγια νομολογία επιτάσσει αυστηρή ερμηνεία των φορολογικών διατάξεων σχετικών με φορολογικές συναλλαγές ή εξαιρέσεις, ακριβώς επειδή ως τέτοιες, συνιστούν παρέκκλιση από τον κανόνα της καθολικότητας (Μάτσης ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 404). 

 

H γραμματική ερμηνεία, δηλαδή το απλό γραμματικό και κατά κυριολεξία νόημα των λέξεων, είναι ο βασικός κανόνας ερμηνείας νομοθετημάτων. «Δεν υπάρχει περιθώριο για την εξακρίβωση της πρόθεσης του έξω από το λεκτικό του Νόμου και τίποτε δεν  διαβάζεται ότι υπάρχει ενώ δεν υπάρχει και τίποτε δεν εξυπακούεται.» (Serafino Shoe Ind. v. Republic (1991) 3 A.A.Δ. 310, 316).  Εκεί όμως που η γραμματική ερμηνεία δεν είναι ξεκάθαρη και το γράμμα του Νόμου επιδέχεται πέραν της μιας ερμηνείας, λαμβάνεται υπόψη και η πρόθεση του νομοθέτη οπότε εξετάζεται ολόκληρο το σχετικό μέρος του Νόμου ή η ανάγκη και το κενό που επρόκειτο να θεραπεύσει με την τροποποίηση, αναλόγως της περίπτωσης. (βλ. Theodosiou Ltd. v. Republic (1987) 3(Γ) C.L.R. 1750, 1757-1758).

 

Δεν επιβάλλεται δε στον πολίτη φορολογία, εκτός εάν από το γράμμα του Νόμου ρητά προκύπτει φορολογική υποχρέωση του υποκείμενου σε φόρο προσώπου. (Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 59).  Το αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στην ερμηνεία και τις αποφάσεις των φορολογικών αρχών που άπτονται σχετικών προνοιών της φορολογικής νομοθεσίας, εάν είναι της γνώμης, ότι οι εν λόγω αποφάσεις ήταν εύλογα και ορθά επιτρεπτές, στη βάση των ορθών γεγονότων και υπό το φως ορθής εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας και των νομικών αρχών  (Ignatiou & another v. The Republic (1989) 3 C.L.R. 346, Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Υπουργείου Οικονομικών δια του Τμήματος Τελωνείων ν. Joannou & Paraskevaides (Overseas) Ltd, Α.Ε. Αρ. 197/2010, 12.9.2016 και Κυπριακή Δημοκρατία μέσω 1. Υπουργού Οικονομικών και 2. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. Lachi Beach Development Co Ltd, A.E. Αρ. 151/12, 3.4.2018).

 

Συμφωνούμε σε όλη την έκταση με την ερμηνεία η οποία  δόθηκε στο άρθρο 9(1) του Νόμου από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Η ερμηνεία της επίδικης νομοθετικής δεύτερης επιφύλαξης, όπως την εισηγείται η δικηγόρος των εφεσειόντων βρίσκεται σε αντίφαση προς το απλό γραμματικό και κατά κυριολεξία νόημα του άρθρου 9(1) εν συνόλω.  Δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας, όπως ορθά διαπιστώνει και το πρωτόδικο δικαστήριο ότι «η πρώτη επιφύλαξη αναφέρεται και εφαρμόζεται και πάλι στην περίπτωση διάθεσης ιδιοκτησίας γενικά (περιλαμβανομένων και μετοχών εταιρείας) και προβλέπεται εκεί τρόπος ενέργειας του Διευθυντή σε περίπτωση αμφισβήτησης "της δήλωσης".» 

 

[...]

 

Ως αναφέρθηκε και στην Theodosis Karaolis σκοπός της επιβολής φόρου κεφαλαιουχικών κερδών και επί προϊόντων διάθεσης μετοχών ήταν, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο συνοψίζει και επισημαίνει «... η πάταξη του φαινομένου της έμμεσης πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας μέσω της πώλησης μετοχών της εταιρείας στην οποία ανήκε η ακίνητη ιδιοκτησία, αποφευγομένης έτσι της καταβολής φόρου κεφαλαιουχικών κερδών.»

 

 

Ούτε στην  υπό κρίση υπόθεση  τίθεται θέμα αποσαφήνισης των νομοθετικών προνοιών του Νόμου. Οι πρόνοιες των σχετικών Άρθρων είναι ρητές και σαφείς, η γραμματική τους ερμηνεία είναι ξεκάθαρη και δεν επιδέχονται άλλης ερμηνείας. Ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά και στην απόφαση Δημοκρατία ν. Corby Holdings Ltd (ανωτέρω), δεν τίθεται θέμα ερμηνείας ή αποσαφήνισης των νομοθετικών προνοιών αλλά απλή ανάγνωσης τους.

 

     Σχετική επί του θέματος είναι και η Αγγλική απόφαση Cozens v. Brutus [1973] AC 854 στην οποία γίνεται, με εύστοχο τρόπο, η διάκριση μεταξύ νομικού ζητήματος, όπου δικαιολογείται η παρέμβαση του Εφετείου και πραγματικού ζητήματος. Το επίδικο θέμα ήταν κατά πόσο η ενέργεια του κ. Brutus, να διακόψει αγώνα τένις, συνιστούσε προσβλητική συμπεριφορά, με βάση τη σχετική νομοθεσία. Ο Lord Reid επισήμανε ότι: -

 

«... The meaning of an ordinary word of the English language is not a question of law. The proper construction of a statute is a question of law. If the context shows that a word is used in an unusual sense the court will determine in other words what the unusual sense is. But here there is in my opinion no question of the word ‘insulting’ being used in any unusual sense. It appears to me, for reasons which I shall give later, to be intended to have its ordinary meaning. It is for the tribunal which decides the case to consider, not as law but as fact, whether in the whole circumstances the words of the statute do or do not as a matter of ordinary usage of the English language cover or apply to the facts which have been proved». 

 

Με βάση το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης, που είναι αυθεντία επί του θέματος, αποτελεί νομικό ζήτημα το κατά πόσο στη φράση «προσβλητική συμπεριφορά» θα πρέπει να αποδοθεί η φυσική έννοια των λέξεων αλλά, αποτελεί θέμα γεγονότων κατά πόσο η συγκεκριμένη συμπεριφορά του κ. Brutus ήταν προσβλητική με βάση την αποδοθείσα έννοια.

 

Στρεφόμενοι στην υπό κρίση υπόθεση παρατηρούμε ότι οι  εισηγήσεις της Αιτήτριας έχουν ως κεντρικό άξονα τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, τα οποία επικαλείται για να υποστηρίξει ότι αυτά  δεν εντάσσονται στην έννοια της «διάθεσης ιδιοκτησίας». Η διαγραφή του επιδίκου  χρέους, σύμφωνα με τη θέση της,  έγινε στο πλαίσιο αναδιοργάνωσης της εταιρείας, χωρίς αυτό να συνιστά ‘αντάλλαγμα’.  Τούτο όμως δεν εντάσσει την περίπτωση στα πλαίσια της ανάγκης προς ορθή ερμηνεία, όπως το Άρθρο 9(2)(γ) του Ν. 33/1964, ρητά επιτάσσει, δεδομένου ότι η περίπτωση δεν αφορά σε ερμηνεία ή αποσαφήνιση  νομοθετικής διάταξης, ως αναλύσαμε ανωτέρω,  αλλά σε υπαγωγή των συγκεκριμένων γεγονότων στο νόμο. Εκείνο που στην ουσία τίθεται προς κρίση είναι ο τρόπος εφαρμογής της σχετικής νομοθετικής πρόνοιας στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης.  Κατ΄επέκταση, καλείται το Δικαστήριο να αναθεωρήσει την εφετειακή απόφαση.

 

Το Άρθρο 9(2)(γ) του Ν. 33/1964, ως είχαμε την ευκαιρία να τονίσουμε επανειλημμένα, είναι ιδιαίτερου χαρακτήρα και δεν συναρτάται με το εσφαλμένο ή μη της εκδοθείσας εφετειακής απόφασης, ούτε και άπτεται του κατά πόσον το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο  εναρμονίζεται ή όχι με την κρίση του Διοικητικού Εφετείου. Όπως αποφασίσθηκε  στη θεμελιακή απόφαση, στην  Αίτηση Αρ. 2/2023, Αναφορικά με την Αίτηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου στην ΕΔΔ 4/2019, ημερ. 31.1.2024:

 

«…η δικαιοδοσία που παρέχεται  από το πιο πάνω ΄Αρθρο θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και το πεδίο εφαρμογής του θα πρέπει να αντικρίζεται υπό το πρίσμα της εγγενούς ιδιότητας και της συνταγματικής αποστολής του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. ΄Εργο του οποίου, εξ ορισμού, είναι ο καθορισμός και η διαμόρφωση αρχών δικαίου. Διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο σε διολίσθηση, προσδίδοντάς του δικαιοδοσία τριτοβάθμιου δικαστηρίου προς έλεγχο των αποφάσεων Εφετείου, καλούμενο να κρίνει επί όλου του φάσματος τη δευτεροβάθμια απόφαση.»

 

Η υπό κρίση νομοθετική διάταξη είναι, ως αναφέραμε πιο πάνω,  διατυπωμένη με τρόπο πιο γενικό, με αποτέλεσμα να παρέχει στην φορολογιακή αρχή, περιθώριο εκτιμήσεως κατά πόσο μια υπόθεση εμπίπτει ή όχι στις πρόνοιες της. Το Εφοριακό Συμβούλιο κατέληξε στην απόφαση του αφού έλαβε υπόψη του, τις ειδικές συνθήκες της υπόθεσης, την έκταση, την ένταση και τη βαρύτητα των γεγονότων που την περιβάλλουν.

 

Η απόφαση του δεν βασίσθηκε στο γεγονός και μόνο ότι η Αιτήτρια δεν συμμετείχε στο νέο μετοχικό κεφάλαιο της I.T.T.L., ως είναι η θέση που η Αιτήτρια λανθασμένα, με όλο το σεβασμό, προβάλλει στην υπό κρίση υπόθεση. Η μη συμμετοχή της ήταν το αποτέλεσμα μιας σειράς ενεργειών που προηγήθηκαν και είχαν δρομολογηθεί από την ίδια. Καθοριστικής σημασίας για την απόφαση του Εφοριακού Συμβουλίου ήταν ότι  η Αιτήτρια κατείχε το 70% του μετοχικού κεφαλαίου της I.T.T.L. και κατ’ επέκταση είχε « ... και το δικαίωμα και την εξουσία, αλλά και την άνεση, να αποφασίζει από μόνη της, τόσο για την αύξηση του κεφαλαίου, όσο και για τυχόν διάθεση της περιουσίας της» και ότι η ίδια έθεσε ως προαπαιτούμενο, σχετικό ήταν  το WRITE OFF WAIVER AGREEMENT που η ίδια παρουσίασε στις αρχές, ότι για να συμφωνήσει στη μείωση του μετοχικού της κεφαλαίου, θα έπρεπε να λάβει συγκεκριμένα ανταλλάγματα, τα οποία στη συνέχεια έλαβε. Το Εφοριακό Συμβούλιο έλαβε επίσης υπόψη την αξία των ανταλλαγμάτων που έλαβε η Αιτήτρια (διαγράφηκε οφειλή της προς την I.T.T.L, ΛΚ 5.160.856 και η  I.T.T.L της δώρισε περιουσιακά στοιχεία αξίας ΛΚ 1.884.268)  έναντι της μείωσης του ποσοστού του μετοχικού της κεφαλαίου από 70% σε 19,80%.

 

Σχετική επί τούτου είναι τόσο η αναφορά που γίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι, «… η Αιτήτρια δεν φορολογήθηκε για τη μη συμμετοχή της στην αύξηση κεφαλαίου» όσο και η ακόλουθη αναφορά στην εφετειακή απόφαση. Το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε ως ορθό το συμπέρασμα του Εφοριακού Συμβουλίου πως, «... αφού η Εφεσείουσα κατείχε την πλειοψηφία των μετοχών της I.T.T.L. Ltd, με αυτόν τον τρόπο ασκούσε έλεγχο επί των αποφάσεων της τελευταίας, οπότε ήταν ουσιαστικά δική της απόφαση όπως η I.T.T.L. Ltd εκδώσει νέο μετοχικό κεφάλαιο προς τρίτη εταιρεία που θα συνεπαγόταν τη μείωση του ποσοστού συμμετοχής της Εφεσείουσας στην I.T.T.L. Ltd και την απώλεια του ελέγχου της Εφεσείουσας επί των αποφάσεων της I.T.T.L. Ltd»  και κατέληξε ότι η απόφαση εντασσόταν στο «εύλογο και ρητό γράμμα της διάθεσης ιδιοκτησίας», χωρίς να θίγονται οι ερμηνευτικές αρχές κατά τις οποίες οι φορολογικοί νόμοι ερμηνεύονται στενά και αυστηρά. Η διοικητική κρίση ως προς τη διασύνδεση της επίδικης εγκατάλειψης χρήσης ή εκμετάλλευσης μετοχών από πλευράς της Εφεσείουσας, με τα οικονομικά οφέλη τα οποία η I.T.T.L της επιδαψίλευσε, ήταν εύλογη.

 

Η Αιτήτρια, προς υποστήριξη του αιτήματος της επικαλείται την απόφαση στην Αίτηση Αρ. 9/2023, αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας επί της έφεσης κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου, Αρ. 86/2019, μεταξύ της Kυπριακής Δημοκρατίας και της Domoplex Ltd ημερομηνίας 21.02.2024,  στην οποία παραχωρήθηκε η σχετική άδεια.  Σε εκείνη την υπόθεση το Δικαστήριο κλήθηκε να ερμηνεύσει τις πρόνοιες συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης σε συνάρτηση  με τις πρόνοιες δεύτερης νομοθετικής διάταξης. Το ερώτημα συνίστατο στο κατά πόσο ο όρος «ιδιοκτήτης» στο Άρθρο 4(1) του Νόμου 24/1980 περιλάμβανε  και το μισθωτή εμπραγμάτου δικαιώματος, το οποίο αποκτήθηκε με εγγραφή μίσθωσης επί κρατικής ακίνητης ιδιοκτησίας σύμφωνα με το Άρθρο 65Β στο ΜΕΡΟΣ ΙV (Εγγραφή Μισθώσεων) του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224.

 

Η πιο πάνω υπόθεση διακρίνεται από την παρούσα καθότι σε εκείνη το ζήτημα που είχε εγερθεί ήταν νομικό, ενώ η παρούσα περίπτωση αφορά ζήτημα «πραγματικό και βαθμού» (fact and degree). Η τελευταία κρίθηκε, ως ήδη τονίσαμε αμέσως πιο πάνω,  στη βάση των ειδικών συνθηκών της, την έκταση, την ένταση και τη βαρύτητα των γεγονότων που την περιέβαλλαν και όχι αφηρημένα με βάση κάποιο γενικό, αντικειμενικό κριτήριο ως ήταν η περίπτωση στην Αίτηση Αρ. 9/2023.

 

Καθοδηγητική σε σχέση με τη διάκριση μετάξύ νομικού ζητήματος και ζητήματος πραγματικού και βαθμού είναι η  απόφαση του House of Lords, Ransom v. Higgs [1974] 1 WLR 1594,1618, που αφορούσε φορολογικό θέμα. Ο Lord Simon of Glaisdale έθεσε το θέμα ως ακολούθως: -

 

«… The meaning of a word or phrase in an Act of Parliament is a question of law not fact; even though the law may then declare that the word or phrase has no statutory meaning beyond its common acceptance and that it is a question of fact whether the circumstances fall within such meaning (Cozens v. Brutus [1973] A.C. 594). But many words and phrases in English have many shades of meaning and are capable of embracing a great diversity of circumstance. So the interpretation of the language of an Act of Parliament often involves declaring that certain conduct must as a matter of law fall within the statutory language (as was the actual decision in Edwards v. Bairstow [1956] A.C. 14); that other conduct must as a matter of law fall outside the statutory language; but that whether yet a third category or conduct falls within the statutory language or outside it depends on the evaluation of such conduct by the tribunal of fact. This last question is often appropriately described as one of fact and degree».

 

Εξίσου σημαντική είναι η απόφαση House of Lords, Edwards v. Bairstow (ανωτέρω), που αφορούσε και αυτή, ως και η παρούσα περίπτωση, φορολογικό θέμα. Παραθέτουμε απόσπασμα από την απόφαση του Viscount Simonds: -

 

«... When the Commissioners, having found the so-called primary facts which are stated in paragraph 3 of their case, proceed to their finding in the Supplemental Case that " the transaction, the subject-matter of this Case, was not an " adventure in the nature of trade ", this is a finding which is in truth no more than an inference from the facts previously found. It could aptly be preceded by the word " therefore ". Is it then an inference of fact? My Lords, it appears to me that the authority is overwhelming for saying that it is. Such cases as Cooper v. Stubbs 10 T.C. 29 Leeming v. Jones 15 TC 333 and Lysaght v. C.I.R. 13 TC 511 (a case of residence) amongst many others are decisive. Yet it must be clear that to say that such an inference is one of fact postulates that the character of that which is inferred is a matter of fact. To say that a transaction is or is not an adventure in the nature of trade is to say that it has or has not the characteristics which distinguish such an adventure. But it is a question of law not of fact what are those characteristics, or, in other words, what the statutory language means. It follows that the inference can only be regarded as an inference of fact if it is assumed that the tribunal which makes it is rightly directed in law what the characteristics are and that, I think, is the assumption that is made. It is a question of law what is murder: a jury finding as a fact that murder has been committed has been directed on the law and acts under that direction. The Commissioners making an inference of fact that a transaction is or is not an adventure in the nature of trade are assumed to be similarly directed, and their finding thus becomes an inference of fact.”

     

Καταλήγουμε, για όλους τους λόγους που παραθέσαμε πιο πάνω, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις παροχής άδειας προς ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στη βάση του Άρθρου 9(2)(γ) του Ν.33/64.

 

   

Η αίτηση απορρίπτεται με €3.500 έξοδα σε βάρος της Αιτήτριας.

 

                                                          Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π.

 

                                                          Τ.Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Δ.

 

                                                          Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Δ.

 

Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Δ.

 

Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(2)(γ), ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 33/64

 

(Αίτηση Αρ.: 5/2026)

(ΤΥΠΟΣ Γ)

3 Νοεμβρίου, 2026

 

[Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π., Τ.Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Ν.Γ. ΣΑΝΤΗΣ, ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 9(2)(γ), ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964-2022

-ΚΑΙ-

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2023

-ΚΑΙ-

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ N.K. SHACOLAS HOLDINGS LIMITED ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ, ΕΦΕΣΕΙΟΥΣΑΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 94/2022

-ΚΑΙ-

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 94/2022 ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ N.K. SHACOLAS HOLDINGS LIMITED Ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

-------------------------

Αίτηση για Χορήγηση Άδειας

-------------------------

Θ. Ραφτοπούλου (κα), για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ, για την Αιτήτρια.

Σ. Καρασαμάνης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για το Ενδιαφερόμενο Μέρος.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Διιστάμενη)

 

ΣΑΝΤΗΣ, Δ.: Με σεβασμό προς την απόφαση της πλειοψηφίας, αποκλίνω από το σκεπτικό και την κατάληξη της. Συμφωνώ με τη διιστάμενη απόφαση της Χατζηγιάννη, Δ., με την οποία συμφωνεί και η Καλλιγέρου, Δ., ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις παροχής άδειας κατά το Άρθρο 9(2)(γ) του Ν.33/64 («Ν.33/64»). [3] Μολαταύτα, θα εκθέσω και τους δικούς μου λόγους.

Προς τούτο, και αποδεχόμενος τα γεγονότα όπως παρατίθενται στην απόφαση της πλειοψηφίας, περιορίζομαι στην αναφορά εκείνων που έχουν σημασία για την Αίτηση.

Η Αιτήτρια κατείχε αρχικώς ποσοστό 70% του μετοχικού κεφαλαίου της I.T.T.L. Trade Tourist & Leisure Park Ltd («I.T.T.L.»). Στην πορεία, η τελευταία προέβη σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου κατά Λ.Κ.8.887.710, χωρίς τη συμμετοχή της Αιτήτριας, με αποτέλεσμα το ποσοστό της να μειωθεί στο 19,8%. Διαγράφηκε επίσης, ως μέρος της σχετικής διευθέτησης, οφειλή της Αιτήτριας προς την I.T.T.L., ύψους Λ.Κ.5.160.856, ενώ της παραχωρήθηκαν και περιουσιακά στοιχεία αξίας Λ.Κ.1.884.268.

Ο Διευθυντής του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων αποφάνθηκε ότι η μη συμμετοχή της Αιτήτριας στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, εντασσόμενη στη γενικότερη διευθέτηση, συνιστούσε «διάθεση ιδιοκτησίας» σύμφωνα με τον Περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμο 52/80 («Ν.52/80») και της επέβαλε φόρο κεφαλαιουχικών κερδών. Η Αιτήτρια προσέβαλε τη φορολογική απόφαση με ιεραρχική προσφυγή στο Εφοριακό Συμβούλιο, η οποία απορρίφθηκε. Ανεπιτυχείς υπήρξαν τόσο η μετέπειτα Προσφυγή 1399/16 που καταχώρισε στο Διοικητικό Δικαστήριο όσο και η Έφεση 94/22 στο Διοικητικό Εφετείο.

Το ζήτημα που εγείρεται με την Αίτηση αφορά στην ερμηνεία του Άρθρου 10 του Ν.52/80, σε συνάρτηση προς το Άρθρο 4 (ως οι διατάξεις ίσχυαν κατά τους αφορώντες χρόνους). Το Άρθρο 4 προβλέπει την επιβολή φόρου επί κέρδους από διάθεση ιδιοκτησίας, ενώ το Άρθρο 10 προσδιορίζει τις πράξεις που λογίζονται ως διάθεση. [4]

Οι υπό ανάλυση πρόνοιες, ως συζητήθηκαν ενώπιον μας, δεν φαίνεται να ρυθμίζουν ειδικώς την περίπτωση όπου μέτοχος δεν συμμετέχει σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου εταιρείας που κατέχει ακίνητη ιδιοκτησία. Εντούτοις, το Άρθρο 10 του Ν.52/80, στον ορισμό της «διάθεσης ιδιοκτησίας», χρησιμοποιεί τον όρο «περιλαμβάνει» και παραθέτει, μεταξύ άλλων, την «εγκατάλειψιν χρήσεως ή εκμεταλλεύσεως οιουδήποτε σχετικού δικαιώματος».

Το Διοικητικό Εφετείο απέδωσε στο «περιλαμβάνει» διασταλτικό και μη εξαντλητικό χαρακτήρα, ενώ θεώρησε πως και ο όρος «διάθεση» έχει, κατά τη συνήθη γραμματική του έννοια, διευρυμένο πεδίο εφαρμογής. Στη βάση αυτή, έκρινε ότι η μη ενάσκηση του δικαιώματος προτίμησης για συμμετοχή στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, στις παραμέτρους της επίδικης διευθέτησης, αποτελούσε διάθεση μετοχών, καλυπτόμενη τόσο από τη γενική διατύπωση του όρου όσο και από τη ρητώς προβλεπόμενη εγκατάλειψη χρήσης ή εκμετάλλευσης σχετικού δικαιώματος.

Το δικαίωμα προτίμησης παρείχε στην Αιτήτρια τη δυνατότητα απόκτησης νέων μετοχών. Στο μεδούλι της ερμηνευτικής διαφωνίας βρίσκεται το αν η συμφωνημένη, έναντι ανταλλάγματος, μη αξιοποίηση αυτής της δυνατότητας, με συνακόλουθο τη μείωση της αναλογίας συμμετοχής της, εντάσσεται στην αναλυόμενη νομοθετική πρόβλεψη. Το ότι η απαρίθμηση στο Άρθρο 10 του Ν.52/80 δεν είναι περιοριστική δεν λύνει από μόνο του το πρόβλημα, το οποίο αφορά στον προσδιορισμό του νομοθετικού κριτηρίου και όχι απλώς στον χαρακτηρισμό της συγκεκριμένης συναλλαγής (βλ. κατ’ αναλογίαν, Cobalt Data Centre 2 LLP v HMRC [2024] UKSC 40, παρ. 52).

Η ερμηνεία και η εφαρμογή του νόμου δεν είναι πάντοτε δυνατόν να διαχωριστούν πλήρως. Η κρίση για την υπαγωγή συγκεκριμένων γεγονότων σε όρο που χρησιμοποιείται με τη συνήθη σημασία του μπορεί να αποτελεί θέμα πραγματικό και βαθμού, χωρίς κάθε διαφωνία επ’ αυτής να αναδεικνύει ανάγκη ερμηνείας (βλ. κατ’ αναλογίαν, A Taxpayer v HMRC [2025] EWCA Civ 106, παρ. 69–71, 73). Εν προκειμένω, όμως, η αντίρρηση αφορά στην προεκτεθείσα παραδοχή ως προς το περιεχόμενο της φορολογητέας διάθεσης.

Συναφής, από άλλη άποψη, είναι η Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα επί της Ε.Δ.Δ. 86/19, Δημοκρατία ν. Domoplex Ltd, Αίτηση 9/23, ημ. 21.2.24, στην οποία, ως καταγράφεται στην επί της ουσίας απόφαση, είχε ήδη παραχωρηθεί άδεια για τη διερεύνηση εάν ο όρος «ιδιοκτήτης» περιλαμβάνει τον μισθωτή εμπράγματου δικαιώματος επί ακίνητης ιδιοκτησίας. Το Δικαστήριο έκρινε το νομοθετικό λεκτικό σαφές βάσει του συνήθους νοήματος του. Η γραμματική προσέγγιση λειτούργησε εκεί ως μέθοδος επίλυσης του ερμηνευτικού ζητήματος και όχι ως λόγος αποκλεισμού της εξέτασης του.

Τηρουμένων των αναλογιών, σχετική θα μπορούσε να καταταχθεί και η Αναφορικά με την Αίτηση των Δικηγόρων του Παγκύπριου Οργανισμού Αγελαδοτρόφων (ΠΟΑ) Δημόσια Λίμιτεδ, Αίτηση 1/24, ημ. 21.2.24, όπου η άδεια δόθηκε για την ερμηνεία του νομοθετικού όρου «θητεία» του Προέδρου και των Μελών της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, αλλά και ένεκεν ζητήματος γενικής δημόσιας σημασίας. Η μεταγενέστερη απόφαση επί της ουσίας, στην ίδια Αίτηση, ημ. 23.5.24, επιβεβαίωσε την εφετειακή ερμηνεία των εκεί επίμαχων διατάξεων. [5] Η έκβαση αυτή δείχνει ότι η παραχώρηση άδειας για ερμηνεία νομοθετικής διάταξης δεν προεξοφλεί τη δικαίωση του αιτούντος.

Δεν παραγνωρίζω ότι η μη συμμετοχή της Αιτήτριας στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου εντασσόταν σε μια γενικότερη διευθέτηση, που η ίδια προώθησε και από την οποία αποκόμισε σημαντικά οικονομικά οφέλη. Για την απόφανση μου επί της Αίτησης, λαμβάνω ως δεδομένα τόσο τη διευθέτηση όσο και τη σύνδεση της εκλογής της Αιτήτριας να μη συμμετάσχει στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με τα συμφωνημένα ανταλλάγματα. Η διαφορετική μου θέση δεν επιτάσσει, ως βλέπω τα πράγματα, επανεκτίμηση των στοιχείων αυτών.

Ούτε οι αρχές που αναδεικνύονται στις αποφάσεις Ransom v Higgs [1974] 3 All ER 949 (HL), Brutus v Cozens [1972] 2 All ER 1297 (HL) και Edwards v Bairstow [1955] 3 All ER 48 (HL), στις οποίες παραπέμπει η πλειοψηφία, προδικάζουν, κατά τη γνώμη μου, τη φύση της προβληματικής. Η αναγνώριση πως η αποτίμηση περιστατικών μπορεί να αποτελεί θέμα πραγματικό αλλά και βαθμού δεν αναιρεί την προηγούμενη ανάγκη νομοθετικής ερμηνείας. Τούτο διότι, ως διευκρινίζεται στην Edwards v Bairstow (ανωτέρω), ο χαρακτηρισμός ενός συναγόμενου συμπεράσματος ως πραγματικού ερείδεται στην παραδοχή πως το αρμόδιο όργανο καθοδηγήθηκε ορθά ως προς τα χαρακτηριστικά που διαλαμβάνει ο νόμος. Ο προσδιορισμός τους, παραμένει θέμα δικαίου.

Ο φορολογικός χαρακτήρας των επίδικων διατάξεων προσδίδει πρόσθετη βαρύτητα στον ανακύπτοντα νομικό προβληματισμό. Κατά πάγια αρχή, η επιβολή φορολογικής υποχρέωσης προϋποθέτει, κατά τις προβλέψεις του Άρθρου 24.2 του Συντάγματος, [6] επαρκές νομοθετικό έρεισμα, δίχως τούτο να αποκλείει την ερμηνεία της οικείας φορολογικής διάταξης με γνώμονα το γράμμα, τα συμφραζόμενα και τον σκοπό της (Γυμναστικός Σύλλογος «Τα Ολύμπια» ν. Δήμου Λεμεσού, Ε.Δ.Δ. 95/19, ημ. 5.6.24, Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 59, 65-66).

Η Δημοκρατία ν. Corby Holdings Ltd, Α.Ε. 38/13, ημ. 3.6.19, ECLI:CY:AD:2019:C214, η οποία συζητείται από την πλειοψηφία και λόγω της επίκλησης της από το Διοικητικό Εφετείο, δεν φαίνεται να επιλύει την ερμηνευτική αμφισβήτηση. Εκεί, η διάθεση μετοχών δεν αμφισβητείτο και η διαφορά αφορούσε στον προσδιορισμό του προϊόντος της διάθεσης κατά το Άρθρο 9(1) του Ν.52/80. [7] Εδώ, αντιθέτως, ζητείται να κριθεί αν η αφορώσα συμπεριφορά συνιστά, κατ’ αρχάς, διάθεση ιδιοκτησίας υπό το νόημα του Άρθρου 10.

Η C.L.R. Stockbrokers Limited v. N.K. Shakolas (Holdings) Ltd, Π.Ε. 209/13, ημ. 13.7.20, ECLI:CY:AD:2020:A239, στην οποία παρέπεμψε το Διοικητικό Εφετείο, δέχθηκε ότι η διάθεση δεν ταυτίζεται με τη μεταβίβαση κυριότητας. Εκεί, επρόκειτο για την εκπλήρωση συμβατικής δεσμεύσεως με την παράδοση τίτλων και λευκών μεταβιβαστηρίων και η καθοδήγηση από το Άρθρο 10 του Ν.52/80 αντλήθηκε κατά την ερμηνεία της σχετικής συμφωνίας. Δεν εξετάστηκε, όμως, ανάλογη μεταβολή της μετοχικής συμμετοχής υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης.

Στο στάδιο της άδειας εξετάζεται αν το νομικό θέμα που προκύπτει από την εφετειακή απόφαση δικαιολογεί την ενεργοποίηση της τριτοβάθμιας δικαιοδοσίας κατά το Άρθρο 9(2)(γ) του Ν.33/64. Η διαφωνία με την εφετειακή συλλογιστική δεν αρκεί. Η πρόταξη ανάγκης ορθής ερμηνείας ουσιαστικής νομοθετικής διάταξης απαιτεί ειδική τεκμηρίωση, καθώς και εξέταση αν το κείμενο της, υπό το φως της νομολογίας, παρέχει ήδη σαφή απάντηση. [8]

Η συνδρομή της πιο πάνω προϋπόθεσης εξετάζεται σε σχέση προς το συγκεκριμένο νομικό θέμα που προβάλλεται, στο οποίο και δύναται να περιοριστεί η άδεια. [9] Το Διοικητικό Εφετείο θεμελίωσε τη φορολογητέα διάθεση στην ερμηνευτική παραδοχή ότι η επιλογή της Αιτήτριας να μην ενασκήσει το δικαίωμα προτίμησης εμπίπτει στην εγκατάλειψη χρήσης ή εκμετάλλευσης σχετικού δικαιώματος.

Κατά την άποψη μου, οι λόγοι που προαναφέρθηκαν τεκμηριώνουν την ανάγκη αποσαφήνισης του Άρθρου 10 του Ν.52/80 ως προς την υπαγωγή της απασχολούσας συμπεριφοράς, με δεδομένα τα πραγματικά ευρήματα για τη συνολική διευθέτηση και τα ανταλλάγματα της.

Για τους λόγους αυτούς, θα ενέκρινα την Αίτηση και θα παραχωρούσα άδεια, περιορισμένη στην ερμηνεία του Άρθρου 10, σε συνάρτηση προς το Άρθρο 4 του Ν.52/80, ως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο. Το προς κρίση νομικό ζήτημα θα ήταν κατά πόσον η συμφωνημένη, έναντι οικονομικών ανταλλαγμάτων, μη άσκηση του δικαιώματος προτίμησης της Αιτήτριας για απόκτηση νέων μετοχών, στο πλαίσιο διευθέτησης που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία της και επέφερε μείωση της αναλογικής συμμετοχής της, καλύπτεται από τη διάθεση ιδιοκτησίας του Άρθρου 10 και, ειδικότερα, από την εγκατάλειψη χρήσης ή εκμετάλλευσης σχετικού δικαιώματος.

 

 

Ν.Γ. ΣΑΝΤΗΣ, Δ.

 

/μκε

 

ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(2)(γ), ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 33/64

                                                                                     

(Αίτηση Αρ. 5/26) 

(ΤΥΠΟΣ Γ)

 

                                      3 Νοεμβρίου, 2026

 

[Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Π., Τ.Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Τ. ΨΑΡΑ-ΜΙΛΤΙΑΔΟΥ, Ν.Γ. ΣΑΝΤΗΣ, ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

                                      -----------------------

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 9(2)(γ) ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 - 2022

-ΚΑΙ-

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2023

-ΚΑΙ-

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ Ν.Κ. SHACOLAS HOLDINGS LIMITED ΑΠΌ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ, ΕΦΕΣΕΙΟΥΣΑΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 94/2022

-ΚΑΙ-

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ  ΈΦΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 94/2022, ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ Ν. Κ. SHACOLAS HOLDINGS LIMITED v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΦΟΡΙΑΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

                                                ------------------

Αίτηση για χορήγηση Άδειας

------------------------

Θ. Ραφτοπούλου (κα), για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ, για Αιτήτρια

Σ. Καρaσαμάνης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για το Ενδιαφερόμενο Μέρος

                  

-----------------------

ΑΠΟΦΑΣΗ

(ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ)

 

ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.:  Η Εταιρεία Ν. Κ. SHACOLAS HOLDINGS LIMITED (Αιτήτρια), είναι μέλος του Ομίλου Σιακόλα, όπως μεταξύ άλλων εταιρειών και η εταιρεία I.T.T.L. Ltd, ιδιοκτήτρια μεγάλης ακίνητης περιουσίας. Περί το Μάιο του 1998 η Αιτήτρια κατείχε το 70% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της I.T.T.L. και παράλληλα όφειλε στην I.T.T.L. ποσό Λ.Κ.5.160.856.

 

          Προς υλοποίηση σχεδιασμού της I.T.T.L. για ανάπτυξη ακινήτων, αυτή  προχώρησε στην έκδοση μετοχικού κεφαλαίου, στην οποία η Αιτήτρια δεν συμμετείχε, με αποτέλεσμα τη μείωση του ποσοστού συμμετοχής της από 70% σε 19,80%.  Ταυτόχρονα με την αύξηση κεφαλαίου και στα πλαίσια διακανονισμού, χαρίστηκε στην Αιτήτρια ποσό χρέους της προς την I.T.T.L. ύψους Λ.Κ.5.160.856 και της δωρίστηκαν περιουσιακά στοιχεία αξίας Λ.Κ.1.884.268.

 

          Με τη βεβαίωση φορολογίας ημερ. 18.12.2008, ο Έφορος Φορολογίας βεβαίωσε ότι η Αιτήτρια είχε καταβάλει όλους τους πληρωτέους φόρους ύψους €5.500.000 ευρώ, μέχρι και του έτους 2000.

 

          Στις 28.9.2011 ο Έφορος Φορολογίας απέστειλε Ειδοποίηση Επιβολής Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών σε σχέση με τη μη συμμετοχή της Αιτήτριας στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της I.T.T.L., λόγω, όπως αποφάσισε, εγκατάλειψης χρήσης ή εκμετάλλευσης του δικαιώματος της στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της I.T.T.L. έναντι συγκεκριμένου οφέλους, η οποία αποτελεί διάθεση σύμφωνα με το Άρθρο 10 του περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου, Ν.52/1980. Εναντίον της εν λόγω απόφασης και της σχετικής Βεβαίωσης του Εφόρου, ημερ. 4.5.2012, η Αιτήτρια καταχώρισε Ιεραρχική Προσφυγή.  Αυτή απορρίφθηκε από το Εφοριακό Συμβούλιο με απόφαση του ημερ. 3.10.2016, εναντίον της οποίας η Αιτήτρια καταχώρισε την Προσφυγή αρ. 1399/2016.

          Το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμηνεύοντας το Άρθρο 10 του Ν.52/1980 αποδέχθηκε ως νόμιμη την προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση και απέρριψε την Προσφυγή με απόφαση του ημερ. 3.5.2022.  Η Αιτήτρια προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση με την ΕΕΔ 94/2022, ενώπιον του Εφετείου με Αναθεωρητική Δικαιοδοσία. 

 

          Το Εφετείο, ερμηνεύοντας με τη σειρά του τα Άρθρα 2, 4 και 10 του Ν.52/1980 κατέληξε  «πως  η επίδικη πράξη της Εφεσείουσας εντάσσεται στο εύλογο και ρητό γράμμα της «διάθεσις ιδιοκτησίας» κατά τον Νόμο 52 του 1980, χωρίς να θίγονται οι πάγιες ερμηνευτικές αρχές κατά τις οποίες οι φορολογικοί νόμοι ερμηνεύονται στενά και αυστηρά (Δημοκρατία ν. CORBY HOLDINGS LTD κ.ά. ανωτέρω).»

 

          Περαιτέρω, το Εφετείο κατέληξε πως η διαγραφή χρέους και η παροχή δωρεάς από την I.T.T.L. προς την Αιτήτρια συνιστά «κέρδος» εν τη εννοία του Ν.52/1980, το οποίο προέκυψε από την επίδικη πράξη της Αιτήτριας και συνιστούσε διάθεση ιδιοκτησίας εν τη εννοία του Νόμου, καθιστώντας επιβεβλημένη κατά το Άρθρο 4 του Νόμου την επιβολή και καταβολή από την Αιτήτρια του επίδικου φόρου Κεφαλαιουχικών Κερδών.  Ως αποτέλεσμα η Έφεση της Αιτήτριας απορρίφθηκε.

          Η υπό κρίση Αίτηση ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου καταχωρίστηκε δυνάμει του Άρθρου 9(2)(γ) του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964, Ν.33/1964 όπως τροποποιήθηκε.  Αφορά αίτημα για χορήγηση άδειας προς καταχώριση Αίτησης και εδράζεται στη θέση της Αιτήτριας ότι από την πιο πάνω Απόφαση του Εφετείου προκύπτουν νομικά θέματα τα οποία συναρτώνται με την ανάγκη ορθής ερμηνείας πρωτογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διάταξης.

 

          Υποστηρίζεται από την εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήριας ενώπιον μας, ότι το βασικό νομικό θέμα που εγείρεται αφορά την ανάγκη ορθής ερμηνείας των Άρθρων 4 και 10 του Ν.52/1980, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα.  Ειδικότερα, εγείρεται το ζήτημα κατά πόσο η ερμηνεία της φράσης «διάθεσις ιδιοκτησίας» στο Άρθρο 10 του Νόμου, όπως δόθηκε από το Εφετείο, είναι σύμφωνη με τους νομολογιακά καθιερωμένους ερμηνευτικούς κανόνες που αφορούν φορολογικό νόμο, με δεδομένο ότι το εν λόγω άρθρο δεν προβλέπει ρητά την επιβολή φορολογίας φόρου κεφαλαιουχικών κερδών σε περιπτώσεις μη συμμετοχής στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου μιας εταιρείας που είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης ιδιοκτησίας. 

          Τα Άρθρα 4 και 10 του Ν.52/1980, κατά τον επίδικο χρόνο που έλαβε χώρα η υπό εξέταση «διάθεση» ακίνητης ιδιοκτησίας και ο υπολογισμός του κέρδους από τον Έφορο, είχαν ως ακολούθως:

 

 «4.- Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, και τηρουμένων των εν τω παρόντι Νόμω εμπεριεχομένων εξαιρέσεων, επί παντός κέρδους λόγω διαθέσεως ιδιοκτησίας, επιβάλλεται και καταβάλλεται φόρος κατά συντελεστήν είκοσι τοις εκατόν επί του τοιούτου κέρδους.

 

10.  Διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου διάθεσις ιδιοκτησίας περιλαμβάνει πώλησιν, συμφωνίαν πωλήσεως, ανταλλαγήν, μίσθωσιν, ήτις ενεγράφη συμφώνως προς τας διατάξεις του εκάστοτε εν ισχύι περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και δωρεάν ιδιοκτησίας ως και εγκατάλειψιν χρήσεως ή εκμεταλλεύσεως οιουδήποτε σχετικού δικαιώματος, αλλά δεν περιλαμβάνει (α) μεταβίβασιν αιτία θανάτου.»

 

          Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενδιαφερόμενου Μέρους εισηγήθηκε πως στην προκειμένη περίπτωση, δεν τίθεται θέμα ανάγκης ορθής ερμηνείας των Άρθρων 4 και 10 του Ν. 52/1980, εφόσον με την παρούσα Αίτηση αμφισβητείται ουσιαστικά η εφαρμογή του Νόμου στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης από τον Έφορο Φορολογίας.  Όπως εισηγήθηκε,   η Αιτήτρια επιδιώκει να αμφισβητήσει την ορθότητα της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου, και συνεπώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις παροχής άδειας προς ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου με βάση το Άρθρο 9(2)(γ) του Ν.33/1964.

 

Είναι σημαντικό να επαναλάβουμε πως οι προϋποθέσεις παροχής άδειας προς ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, όπως το Άρθρο 9(2)(γ) επιτάσσει και η σχετική νομολογία έχει καθορίσει, είναι αυστηρές.  Η δικαιοδοσία που παρέχεται από το εν λόγω Άρθρο θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και το πεδίο εφαρμογής του θα πρέπει να αντικρίζεται υπό το πρίσμα της εγγενούς ιδιότητας και της συνταγματικής αποστολής του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.  Σκοπός δεν είναι ο έλεγχος της ορθότητας της απόφασης του Εφετείου, παρά μόνο η παρέμβαση του εφόσον συντρέχουν οι εκ του Νόμου προϋποθέσεις.  Διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο σε διολίσθηση, προσδίδοντας του δικαιοδοσία τριτοβάθμιου δικαστηρίου προς έλεγχο των αποφάσεων Εφετείου, καλούμενο να κρίνει επί όλου του φάσματος τη δευτεροβάθμια απόφαση.  Όπως λέχθηκε στην Αίτηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου για χορήγηση άδειας, Αίτηση αρ. 2/2023, ημερ. 31.1.2024, με αναφορά στην Σ. Ροτσίδου, Αίτηση για χορήγηση άδειας Αρ. 3/2023, ημερ. 20.11.2023:

 

«Η παροχή άδειας στη βάση του προαναφερθέντος ΄Αρθρου 9(2)(γ) δεν συναρτάται με το εσφαλμένο ή μη της υπό του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου εκδοθείσας  απόφασης. Ούτε και άπτεται του κατά πόσο το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο εναρμονίζεται ή όχι με την κρίση του Εφετείου. Εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του επίμαχου ΄Αρθρου, αντικριζόμενου, ως ήδη λέχθηκε, υπό το πρίσμα της συνταγματικής υπόστασης του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.»

         

          Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση, το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις  παροχής άδειας με βάση το Άρθρο 9(2)(γ) του Ν. 33/1964, νοουμένου ότι έχει καταδειχθεί εκ μέρους της Αιτήτριας η  ανάγκη ορθής ερμηνείας των Άρθρων 4 και 10 του Ν. 52/1980 (ανωτέρω).

 

          Έχουμε υπόψη τα επιχειρήματα των δύο πλευρών, την πρωτόδικη απόφαση, ως και την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου.

 

          Συμφωνούμε με την εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήτριας πως στο Άρθρο 10 του Ν. 52/1980 ανωτέρω, δίδεται ένας μη εξαντλητικός ορισμός του όρου «διάθεσις ιδιοκτησίας».  Συνεπώς, εγείρεται ενώπιον μας ζήτημα καθαρά ερμηνείας του εν λόγω Άρθρου,  ώστε να αποφασιστεί κατά πόσο η μη συμμετοχή μετόχου στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου μιας εταιρείας που είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης ιδιοκτησίας, συνιστά διάθεση ιδιοκτησίας, εντός της έννοιας της φράσης αυτής στο συγκεκριμένο Άρθρο, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Τούτο, έχοντας συγχρόνως κατά νου, ότι θα πρέπει να αποφασισθεί,  με βάση πάντοτε τις καλά καθιερωμένες αρχές ερμηνείας των φορολογικών νόμων, οι οποίες απαιτούν, όπως ορθά επισημαίνει η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας, ότι ένας φορολογικός νόμος θα πρέπει:

 

(i)           Να είναι συμβατός με το Άρθρο 24.2 του Συντάγματος, δηλαδή πρέπει να προβλέπει ρητά την επιβολή του φόρου.

(ii)         Να ερμηνεύεται στενά και αυστηρά σύμφωνα με το απλό, γραμματικό νόημα των λέξεων, εκτός εάν αυτό βρίσκεται σε αντίθεση ή ασυμφωνία με οποιαδήποτε πρόθεση ή δηλωμένο σκοπό του νόμου ή αν το νόημα αυτό θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα.

(iii)        Σε περίπτωση που κατά την εφαρμογή που προκύπτει αμφιβολία, να αποφασίζεται προς όφελος του φορολογουμένου.

 

          Επισημαίνουμε  ότι το ίδιο  το Άρθρο 10 του Ν.52/1980 αποτελεί ερμηνευτική διάταξη του όρου «διάθεσις ιδιοκτησίας», ως και το γεγονός ότι ο Έφορος Φορολογίας επέβαλε την επίδικη φορολογία, την οποία επικύρωσε στη συνέχεια το Εφοριακό Συμβούλιο,  κατόπιν ερμηνείας εκ μέρους του, του  εν λόγω άρθρου.  Περαιτέρω,  τόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο, όσο και το Διοικητικό Εφετείο, κατέληξαν ως ανωτέρω, κατόπιν ερμηνείας των επίδικων άρθρων.  Συνεπώς, καταλήγουμε πως υπάρχει ανάγκη ορθής ερμηνείας των Άρθρων 4 και 10 και Ν.52/1980 (ανωτέρω), ώστε να αποσαφηνιστεί σε τρίτο και τελευταίο βαθμό, κατά πόσο εντός της έννοιας «διάθεσις ιδιοκτησίας» του Άρθρου 10 του Ν.52/1980 περιλαμβάνεται και η μη συμμετοχή μετόχου στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου μιας εταιρείας που είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης ιδιοκτησίας.

 

          Η αντίθετη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου  του Ενδιαφερόμενου Μέρους δεν μας βρίσκει σύμφωνους.  Το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση δεν αφορά υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης στο Νόμο, εφόσον τέτοια περίπτωση δεν καλύπτεται από ρητή πρόνοια του Νόμου.  Είναι γι’ αυτό το λόγο που είναι αναγκαία η ορθή ερμηνεία του Άρθρου 10 του Ν.52/1980, εφόσον η εφαρμογή του στα περιστατικά της υπόθεσης, προϋποθέτει οπωσδήποτε την ερμηνεία του, ώστε να αποσαφηνισθεί ότι πράγματι τέτοια περίπτωση εμπίπτει ή όχι στις πρόνοιες του άρθρου αυτού.

 

          Σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Αίτηση 9/2023, Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας επί της Έφεσης Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 86/2019 μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Δ/ντη Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, Εφεσείουσας και Domoplex Ltd, Εφεσίβλητης, ημερ. 21.2.2024 στην οποία  είχε χορηγηθεί άδεια για ορθή ερμηνεία του Άρθρου 4(1) του περί Φορολογίας Ακινήτων Ιδιοκτησίας Νόμων του 1980 εώς 2020, προκειμένου να αποφασισθεί κατά πόσο ό όρος «Ιδιοκτήτης» στο Άρθρο 4(1) του Νόμου 24/1980, περιλαμβάνει και τον μισθωτή εμπραγμάτου δικαιώματος το οποίο αποκτήθηκε με εγγραφή μίσθωσης επί κρατικής ακίνητης ιδιοκτησίας σύμφωνα με το Άρθρο 65Β στο ΜΕΡΟΣ ΙV (Εγγραφή Μισθώσεων) του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 και συνεπακόλουθα κατά πόσον υπόκειται σε φορολογία ακίνητης ιδιοκτησίας ως «ιδιοκτήτης» του εμπραγμάτου τούτου δικαιώματος.

 

Για όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι προκύπτει ανάγκη ορθής ερμηνείας του όρου «διάθεσις ιδιοκτησίας» στα Άρθρα 4 και 10 του Ν. 52/1980 και συνεπώς πληρείται η προϋπόθεση παροχής άδειας του Άρθρου 9(2)(γ) του Ν. 33/1964

 

          Κατ’ ακολουθία τούτου, θα παραχωρούσαμε την αιτηθείσα άδεια.

 

                                                                   ΣΤ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ, Δ.

 

 

                                                                   Μ. ΚΑΛΛΙΓΕΡΟΥ, Δ.

 

/Α.Λ.Ο.

 



[1] «9(2) Από την 1η Ιουλίου, 2023, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο -

[ ... ] 

(γ) αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό βάσει αίτησης, η οποία υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή οιονδήποτε των διαδίκων, κατόπιν αδείας παραχωρουμένης υπό του ιδίου και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας αναθεωρητικής εφέσεως επί νομικών θεμάτων προκυπτόντων την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, τα οποία συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή με ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων δευτεροβάθμιας αναθεωρητικής δικαιοδοσίας:

Νοείται ότι, η συμφώνως των πιο πάνω, υποβαλλομένη αίτηση δέον να προσδιορίζει σαφώς τα προκύπτοντα από την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου νομικά θέματα, ως και τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία τα υποστηρίζοντα αυτήν, προκειμένου το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσο θα παραχωρήσει ή όχι την απαιτούμενη άδεια:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε τέτοια περίπτωση, η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου αντικαθίσταται από την απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου·»

 

 

[2]   «9.-(1) Το προϊόν της διάθεσης ιδιοκτησίας είναι το ποσό το οποίο δηλώνεται από τους συμβαλλομένους:

 

Νοείται ότι σε περίπτωση αμφισβήτησης της δήλωσης από το Διευθυντή, ο τελευταίος δικαιούται, το αργότερο μέσα σε έξι μήνες από την ημερομηνία της δήλωσης, να προβεί σε έρευνα και αν αποδεδειγμένα διαπιστωθεί ότι η δήλωση ήταν ψευδής έχει δικαίωμα να απαιτήσει την καταβολή φόρου πάνω στη διαφορά μεταξύ του ποσού της δήλωσης και του ποσού της αποδειχθείσας διάθεσης της ιδιοκτησίας και τόκο προς 9% από την ημέρα της καταβολής του φόρου με βάση τη δήλωση των συμβαλλομένων:

      

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση διάθεσης μετοχών εταιρείας, το προϊόν της διάθεσης της ιδιοκτησίας υπολογίζεται αποκλειστικά με βάση την ακίνητη ιδιοκτησία.»

 

[3] «(2) Από την 1η Ιουλίου 2023, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έχει-

[...]

 (γ) αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό βάσει αίτησης, η οποία υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή οιονδήποτε των διαδίκων, κατόπιν αδείας παραχωρουμένης υπό του ιδίου και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας αναθεωρητικής εφέσεως επί νομικών θεμάτων προκυπτόντων από την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, τα οποία συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή με ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων δευτεροβάθμιας αναθεωρητικής δικαιοδοσίας [...]».

[4] «[...] 4. Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, και τηρουμένων των εν τω παρόντι Νόμω εμπεριεχομένων εξαιρέσεων επί παντός κέρδους λόγω διαθέσεως ιδιοκτησίας, επιβάλλεται και καταβάλλεται φόρος κατά συντελεστήν είκοσι τοις εκατόν επί του τοιούτου κέρδους.

[...]

10. Διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου διάθεσις ιδιοκτησίας περιλαμβάνει πώλησιν, συμφωνίαν πωλήσεως, ανταλλαγήν, μίσθωσιν, ήτις ενεγράφη συμφώνως προς τας διατάξεις του εκάστοτε εν ισχύι περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και δωρεάν ιδιοκτησίας ως και εγκατάλειψιν χρήσεως ή εκμεταλλεύσεως οιουδήποτε σχετικού δικαιώματος, αλλά δεν περιλαμβάνει – (α) μεταβίβασιν αιτία θανάτου· [...]».

[5] Αναφορικά με την Αίτηση των Δικηγόρων του Παγκύπριου Οργανισμού Αγελαδοτρόφων (ΠΟΑ) Δημόσια Λίμιτεδ, Αίτηση 1/24, ημ. 23.5.24.

[6] «2. Ουδεμία τοιαύτη συνεισφορά διά καταβολής φόρου, τέλους ή εισφοράς οιασδήποτε φύσεως επιβάλλεται, ειμή διά νόμου ή κατ’ εξουσιοδότησιν νόμου».

[7] Το Άρθρο 9(1) του Ν.52/80, όπως παρατίθεται στην Corby Holdings Ltd (ανωτέρω), περιλάμβανε τη δεύτερη επιφύλαξη: «Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση διάθεσης μετοχών εταιρείας, το προϊόν της διάθεσης της ιδιοκτησίας υπολογίζεται αποκλειστικά με βάση την ακίνητη ιδιοκτησία».

[8] Δέστε Αναφορικά με την Αίτηση του Δικηγόρου για την Εφεσείουσα στην Έφεση Ε.Δ.Δ. 42/19 (Ροτσίδου), Αίτηση 3/23, ημ. 20.11.23, ECLI:CY:AD:2023:D33 · Αναφορικά με την Αίτηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, Αίτηση 2/23, ημ. 31.1.24 · Αναφορικά με την Αίτηση της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, εφεσείουσας στην Ε.Δ.Δ. 31/22, Αίτηση 1/26, ημ. 4.3.26 · και Αναφορικά με την Αίτηση των Κωνσταντή Καντούνα και Μαρίνας Καντούνα, εφεσειόντων στις Εφέσεις κατά Αποφάσεων Διοικητικού Δικαστηρίου 153/20 και 84/22, Αίτηση 8/26, ημ. 30.9.26.

[9] Δέστε Αναφορικά με την Αίτηση του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών, εφεσίβλητου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου 196/19, Αίτηση 2/26, ημ. 26.3.26· και Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου 34/25 μεταξύ Simranpreet Singh και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Τμήματος Μετανάστευσης του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Αίτηση 6/26, ημ. 6.5.26.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο