J. U. v. ΚYΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ YΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 8/2025, 13/1/2026
print
Τίτλος:
J. U. v. ΚYΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ YΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α., Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 8/2025, 13/1/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

             (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 8/2025(i-justice))

 

13 Iανουαρίου, 2026

 

[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

                                                       J. U.

                                                                                                                Εφεσείων,

v.

 

ΚYΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

1.    YΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

2.   ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

 

                                                                                                          Εφεσίβλητης.

 

--------------------

 Φ. Γέρου(κα), για τον Εφεσείοντα.

Φ. Χριστοφίδης, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.

 

                                              --------------------

 

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου   

   θα δοθεί από την υποφαινόμενη.

-----------------------------

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΕYΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Με απόφαση του ημερομηνίας 31/3/2025, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την Προσφυγή Αρ. 1314/2024 i-justice, που είχε ως αντικείμενο  την απόφαση της Εφεσίβλητης ημερομηνίας 19/8/2024, να κρίνει τον γάμο του Εφεσείοντα με τη Βουλγάρα σύζυγο του ως εικονικό και να απορρίψει, στις 2/9/2024, την αίτηση του για έκδοση δελτίου διαμονής του στην Κυπριακή Δημοκρατία ως διαζευγμένου συζύγου Ευρωπαίας πολίτου.

 

Τα πραγματικά γεγονότα της περίπτωσης καταγράφονται στην πρωτόδικη Απόφαση και παρατίθενται κατωτέρω σε συντομία, με έμφαση σε αυτά που ενδιαφέρουν προς επίλυση της διαφοράς.

 

Μετά την τέλεση στις 26/7/2018 γάμου με Βουλγάρα υπήκοο, ο Εφεσείων υπέβαλε στις 7/8/2018 «Αίτηση για έκδοση δελτίου διαμονής για μέλη της Οικογένειας πολίτη της Ένωσης που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους της Ένωσης», η οποία εγκρίθηκε στις 29/1/2019, με ισχύ μέχρι τις 29/1/2024.

 Στις 16/11/2021, η εκδοθείσα άδεια διαμονής ανακλήθηκε καθότι διαπιστώθηκε ότι ο Εφεσείων δεν συμβιώνει με τη σύζυγο του.  Εναντίον της πιο πάνω απόφασης ο Εφεσείων προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο, το οποίο με απόφαση του ημερομηνίας 30/6/2022 στην Προσφυγή Αρ. 1584/2021 ακύρωσε την απόφαση ημερομηνίας 16/11/2021.

 

 Εκκρεμούσης της διαδικασίας εκδίκασης της πιο πάνω Προσφυγής, ο Εφεσείων συνελήφθη στις 15/3/2022 από την Αστυνομία, για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία και εναντίον του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης, τα οποία στη συνέχεια, με απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 5/7/2022 στην Προσφυγή Αρ. 424/2022 (i-justice), ακυρώθηκαν.

 

Ήδη στις 6/12/2021, το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας κήρυξε λυμένο τον πολιτικό γάμο του Εφεσείοντα με την Ευρωπαία σύζυγο του που τελέστηκε στις 26/7/2018, λόγω «ισχυρού κλονισμού» και στις 15/3/2022 το διαζύγιο του Εφεσείοντα κατέστη αμετάκλητο και τελεσίδικο.  

 

Προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης ότι, στις 26/7/2022, η συνήγορος του Εφεσείοντα απέστειλε επιστολή προς το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, αιτούμενη όπως αφαιρεθούν τα στοιχεία του Εφεσείοντα από τον κατάλογο των αναζητούμενων  προσώπων (stop-list), λόγω της αναβίωσης της ισχύος του δελτίου διαμονής του Εφεσείοντα, ως αποτέλεσμα της έκδοσης των δύο αποφάσεων του Διοικητικού Δικαστηρίου. Πρόσθετα, η συνήγορος του Εφεσείοντα ενημέρωσε το αρμόδιο Τμήμα για τη λύση του γάμου του Εφεσείοντα με τη Βουλγάρα σύζυγο του. 

 

Παρατηρούμε ότι στην επιστολή υπάρχουν ιδιόχειρες σημειώσεις των αρμόδιων λειτουργών του Τμήματος για αφαίρεση των στοιχείων του Εφεσείοντα από το stop-list (σημείωση ημερομηνίας 1/8/2022) καθώς επίσης και για τις ενέργειες που έπονται της δικαστικής ακύρωσης μιας πράξης (σημείωση ημερομηνίας 2/8/2022).

 

Συναφώς, ο αρμόδιος λειτουργός αναφέρει  στη σημείωση του ημερομηνίας 2/8/2022 επί της επιστολής ημερομηνίας 26/7/2022 τα εξής:

«Η Δικαστική ακύρωση μιας πράξης, εξαφανίζει τόσο την πράξη όσο και την αιτιολογία επί της οποίας στηρίχθηκε η Διοίκηση για την έκδοση της απόφασης της.  Ως εκ τούτου, η Διοίκηση υποχρεούται να επαναφέρει τα πράγματα στη θέση που ήταν πριν από την έκδοση της ακυρωθείσας πράξης.  Η όποια νέα Διοικητική πράξη που εκδίδεται μετά από ακυρωτική απόφαση, πρέπει να ανάγεται στο χρόνο έκδοσης της παλαιάς, αφού η ακυρωτική απόφαση εξαλείφει, εν τη γενέσει της την προσβαλλόμενη Διοικητική πράξη και/ή απόφαση και επαναφέρει τα πράγματα στο πραγματικό και νομικό καθεστώς κατά το χρόνο έκδοσης της Διοικητικής πράξης που ακυρώθηκε».

 

Παρατηρούμε επίσης ότι, στις 18/8/2022 αφαιρέθηκαν τα στοιχεία του Εφεσείοντα από τον κατάλογο των απαγορευμένων προσώπων «λόγω δικαστικής απόφασης (1584/2021)».   Σημειώνεται επίσης ότι, ο Εφεσείων στις 6/9/2022 κατεχώρησε Προσφυγή (Αρ. 1715/2022) στο Διοικητικό Δικαστήριο για παράλειψη συμμόρφωσης της διοίκησης με το ακυρωτικό αποτέλεσμα της Προσφυγής Αρ. 1584/2021, η οποία απεσύρθη στις 25/11/2022 λόγω «της διευθέτησης της άδειας παραμονής» του Εφεσείοντα (σχετική είναι η επιστολή ημερομηνίας 12/4/2023 της Νομικής Υπηρεσίας προς τη Διευθύντρια Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης).

 

Στις 6/2/2023, ο Εφεσείων, ο οποίος όπως έχει αναφερθεί ήταν διαζευγμένος πλέον με την Ευρωπαία σύζυγο του, υπέβαλε «Αίτηση για έκδοση δελτίου διαμονής για μέλη οικογένειας πολίτη της Ένωσης που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους της Ένωσης».

Ακολούθησε στις 18/7/2024 η συνεδρία της Συμβουλευτικής Επιτροπής για τους εικονικούς γάμους, κατά την οποία αποφασίστηκε σε σχέση με τον γάμο του Εφεσείοντα, όπως γίνει σύσταση στη Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ότι «υπάρχουν επαρκή στοιχεία που τείνουν να καταδείξουν ότι ο γάμος είναι εικονικός.»  Ακολούθησε η έκδοση των επίδικων αποφάσεων.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιλαμβανόμενο των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης, απέρριψε τον ισχυρισμό του Εφεσείοντα περί παραβίασης του δεδικασμένου με το ακόλουθο σκεπτικό:

«Εν πρώτοις, ο ισχυρισμός περί παραβίασης του δεδικασμένου, επί του οποίου η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή επιχειρηματολόγησε εν εκτάσει, δεν μπορεί να ευσταθεί. Και τούτο, καθότι εν προκειμένω, πράγματι, δεν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις περί εφαρμογής του δεδικασμένου, εφόσον εκλείπει η ουσιώδης προϋπόθεση της ταύτισης επιδίκων θεμάτων. Όπως τονίστηκε στην Δημοκρατία ν. Κατερίνας Κοντογιώργη (2000) 3 Α.Α.Δ. 625, η εφαρμογή του κανόνα του δεδικασμένου προϋποθέτει (α) τελεσίδικη απόφαση, (β) ταύτιση διαδίκων, (γ) ταύτιση ιδιότητας διαδίκων και (δ) ταύτιση επιδίκων θεμάτων. Η τελευταία προϋπόθεση απουσιάζει από την εικόνα της υπό κρίση υπόθεσης, καθότι αντικείμενο στην προσφυγή αρ. 1584/2021 ήταν η απόφαση ακύρωσης/ανάκλησης της άδειας διαμονής του αιτητή ως συζύγου Ευρωπαίας πολίτη, ημερομηνίας 16.11.2021, επειδή είχε κριθεί ότι δεν υπήρχε συμβίωση μεταξύ του ζεύγους, ενώ στην παρούσα υπόθεση, αντικείμενο είναι η απόρριψη της αίτησης του αιτητή για έκδοση δελτίου διαμονής ως διαζευγμένου συζύγου Ευρωπαίας πολίτη, εφόσον είχε κριθεί ότι ο γάμος του ήταν εικονικός. Είναι σαφής η διαφορά μεταξύ των δυο περιπτώσεων, η οποία μάλιστα έγκειται, μεταξύ άλλων, και στην εφαρμογή διαφορετικών νομοθετικών διατάξεων, και η οποία αναπόφευκτα θεμελιώνει μη ταύτιση επιδίκων θεμάτων και, συνακόλουθα, μη ύπαρξη δεδικασμένου (βλ. Και Νέδη Παναγιώτου ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (1999) 3 Α.Α.Δ. 230, Γεωργίου ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 349 και Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-59, σελ. 297).»

Στη συνέχεια, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα σημειώνοντας ότι, ακόμα και αν δεν υφίστατο στην υπό κρίση υπόθεση η απουσία της βασικής προϋπόθεσης περί ταυτότητας διαφοράς και πάλι δεν εντοπίζεται παραβίαση του δεδικασμένου.  Παραθέτει δε στη συνέχεια το αιτιολογικό της διαπίστωσης του.  Καταλήγοντας, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντα περί ελλιπούς έρευνας και αιτιολογίας, περί εμφιολοχωρήσασας πλάνης, περί παραβίασης της αρχής της καλής πίστης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου καθώς επίσης και τον ισχυρισμό του Εφεσείοντα ότι η διοίκηση δεν έδρασε εντός ευλόγου χρόνου.

 

Με επτά Λόγους Έφεσης βάλλεται η πρωτόδικη κρίση.

 

Προβάλλει ο Εφεσείων ότι, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του για την ύπαρξη δεδικασμένου διαπιστώνοντας ότι εκλείπει η ταύτιση των επίδικων θεμάτων της παρούσας με την Προσφυγή Αρ. 1584/2021 (Λόγος Έφεσης Αρ.1). Κατά τον Εφεσείοντα εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν εντοπίζεται παραβίαση δεδικασμένου και ότι η Εφεσίβλητη συμμορφώθηκε με τα ευρήματα του Δικαστηρίου στη Προσφυγή Αρ. 1584/2021 (Λόγος Έφεσης Αρ.2).  Εσφαλμένα επίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η διοίκηση μπορούσε να στηριχθεί στο περιεχόμενο του Εντύπου ελέγχου γνησιότητας γάμου ημερομηνίας 16/12/2020 και ότι αυτό δεν συνιστά παράβαση δεδικασμένου (Λόγος Έφεσης Αρ. 3).  Πεπλανημένα και εσφαλμένα, κατά τον Εφεσείοντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υφίσταται νομική και πραγματική πλάνη κατά παράβαση του Άρθρου 46 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (N.158(Ι)/1999) (Λόγος Έφεσης Αρ.4) και ότι οι επίδικες αποφάσεις είναι δεόντως αιτιολογημένες (Λόγος Έφεσης Αρ. 5).  Προβάλλει επίσης ο Εφεσείων ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε τον ισχυρισμό του περί   ύπαρξης πλάνης περί το νόμο και περί τα πράγματα, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε ήδη εκδοθεί το διαζύγιο του (Λόγος Έφεσης Αρ. 6).  Προβάλλει επίσης ότι, εσφαλμένα και πεπλανημένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι η διοίκηση δεν έδρασε εντός ευλόγου χρόνου (Λόγος Έφεσης Αρ.7).

 

Η πλευρά της Εφεσίβλητης υπεραμύνεται της ορθότητας της πρωτόδικης Απόφασης και εισηγείται την απόρριψη των προβαλλόμενων Λόγων Έφεσης.

 

Έχουμε μελετήσει  τα όσα προβάλλονται από τους ευπαιδεύτους συνήγορους και των δύο πλευρών σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου. 

 

Αναφορικά με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 1 παρατηρούμε τα εξής:

Όπως έχει καταγραφεί ανωτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του Εφεσείοντα περί ύπαρξης δεδικασμένου, επειδή αντικείμενο της Προσφυγής Αρ. 1584/2021 ήταν η ακύρωση/ανάκληση της άδειας διαμονής του Εφεσείοντα ως συζύγου Ευρωπαίας πολίτη, καθότι δεν υπήρχε συμβίωση του ζεύγους, ενώ η παρούσα έχει ως αντικείμενο την απόρριψη της αίτησης του Εφεσείοντα για έκδοση δελτίου διαμονής ως διαζευγμένου συζύγου Ευρωπαίας πολίτη, εφόσον κρίθηκε ότι ο γάμος του είναι εικονικός.  Συνεπώς πρόκειται για περιπτώσεις με διαφορετικό αντικείμενο.  Πρόσθετα, πρόκειται για περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζονται διαφορετικές νομοθετικές ρυθμίσεις, με τα επίδικα θέματα να μην ταυτίζονται.

 

Καταρχάς διαπιστώνουμε ότι και οι δύο αιτήσεις, τόσο η αρχική αίτηση για έκδοση δελτίου διαμονής, το οποίο στη συνέχεια ανακλήθηκε και αποτέλεσε το αντικείμενο της Προσφυγής Αρ. 1584/2021 όσο και η επίδικη αίτηση για έκδοση δελτίου διαμονής στον Εφεσείοντα ως διαζευγμένου έχουν ως κοινό υπόβαθρο το έντυπο του Υπουργείου Εσωτερικών, Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (ΜΕU2A, σελ. 235 και 283 στον διοικητικό φάκελο), το οποίο εδράζεται στον περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και Ορισμένων Υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμο του 2007 (Ν.7(Ι)/2007).  Συνεπώς και οι δύο περιπτώσεις έχουν ως αντικείμενο, το κατά πόσο ο Εφεσείων πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από τον Ν.7(Ι)/2007, έτσι ώστε να διατηρηθεί το εκδοθέν δελτίο διαμονής του (Προσφυγή Αρ. 1584/2021) ή να εκδοθεί προς όφελος του δελτίο διαμονής ως μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, ο οποίος είναι πλέον διαζευγμένος.

 

Εν προκειμένω αυτό που επεσυνέβη, σύμφωνα με το προαναφερθέν ιστορικό της περίπτωσης, ήταν ότι η αρχικώς εγκριθείσα αίτηση του Εφεσείοντα για έκδοση δελτίου διαμονής ως συζύγου Ευρωπαίας πολίτη ανακλήθηκε, κατ’ επίκληση διατάξεων του Ν.7(Ι)/2007 διότι αμφιβάλλουσα η διοίκηση για το κατά πόσο υφίσταται διαρκής σχέση του ζεύγους διαπίστωσε κατόπιν διερεύνησης, ότι ο Εφεσείων δεν συμβίωνε με την Ευρωπαία σύζυγο του, καταγράφοντας τις διαπιστώσεις της σε σχετικό Έντυπο ελέγχου γνησιότητας γάμου, το οποίο φέρει ημερομηνία 16/12/2020.  Το περιεχόμενο του πιο πάνω Εντύπου, με την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Προσφυγή Αρ. 1584/2021 κρίθηκε ότι περιλαμβάνει ζητήματα, ως προς τη συμβίωση του ζεύγους, τα οποία έχριζαν διερεύνησης. 

 

Αυτό που διαπιστώνεται από τις επακόλουθες της δικαστικής απόφασης ενέργειες της διοίκησης, όπως τις έχουμε εντοπίσει στον διοικητικό φάκελο και περιγράψει ανωτέρω, είναι ότι η διοίκηση συμμορφώθηκε με το ακυρωτικό αποτέλεσμα της Προσφυγής Αρ. 1584/2021 και αφαίρεσε από το stop-list τα στοιχεία του Εφεσείοντα.  Ακολούθως, ως είχε καθήκον, προχώρησε σε επανεξέταση (σχετικό είναι επίσης το σημείωμα του αρμόδιου λειτουργού ημερομηνίας 2/8/2022 – ανωτέρω), απορρίπτοντας την αίτηση του Εφεσείοντα για έκδοση δελτίου διαμονής, κατ’ επίκληση και πάλιν διατάξεων του Ν.7(Ι)/2007.

 

Αναφορικά με το καθήκον της διοίκησης να προβαίνει σε επανεξέταση σε κάθε περίπτωση ακυρωτικής απόφασης σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Κυριακίδης ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 629:

«[…] θεωρούμε ότι σε κάθε περίπτωση ακυρωτικής απόφασης αποτελεί καθήκον της Διοίκησης να προβαίνει σε επανεξέταση - ή, όταν διαπιστώνεται λόγος, σε επαναδιερεύνηση (βλ. Ναζίρης ν. Ρ.Ι.Κ(2007) 3 Α.Α.Δ. 38) - για αποκατάσταση  της τρωθείσας νομιμότητας, όπως αυτή διαπιστώνεται στην αναθεωρητική ακυρωτική απόφαση. Πρόκειται, κατά την άποψή μας, για καθήκον που τονίζεται από διαχρονικά σταθερή και σαφή νομολογία (βλ. Εγγλεζάκη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα (1992) 1(A) Α.Α.Δ. 697, η οποία παραπέμπει στην προγενέστερη επί του θέματος νομολογία, καθώς και στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου (1999) 1(Α) Α.Α.Δ. 342), το οποίο η νομολογία δεν φαίνεται να αναγνωρίζει ότι υποχωρεί ακόμα και στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να γίνει φυσική (in natura) αποκατάσταση των πραγμάτων στην προτέρα τους κατάσταση».

 

(βλ. επίσης Μιχαλάκης Μεττής Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 9/2013, ημερομηνίας 9/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:C173, Κοινοπραξία A.D.T. – ΩΜΕΓΑ Α.Τ.Ε. κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 42/2015, ημερομηνίας 12/1/2022, ECLI:CY:AD:2022:C4).

 

Αναφορικά δε με τις αρχές που διέπουν τη συμμόρφωση της διοίκησης προς δεδικασμένο ακυρωτικής απόφασης, σημειώνεται ότι αυτές έχουν κωδικοποιηθεί στα Άρθρα 57-59 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999) και έχουν επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Έλενας Κακουλλή, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 109(Α)/2020, ημερομηνίας 6/3/2025, στην οποία έγινε επίσης μνεία στην απόφαση αρ. 404/2024 του Συμβουλίου της Επικρατείας, Τμήμα Γ, της οποίας απόσπασμα παρατίθεται (με δική μας έμφαση):

«Άξια μνείας και εξίσου διαφωτιστική, η απόφαση αρ. 404/2024 του ΣτΕ Τμήμα Γ, όπου επανατονίστηκαν οι ανωτέρω αρχές με το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Οι αποφάσεις της Ολομέλειας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από το Συμβούλιο». Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η ακύρωση διοικητικής πράξης επανεφέρει την υπόθεση στον χρόνο έκδοσής της. Η νέα πράξη που εκδίδει η Διοίκηση ανατρέχει αναγκαίως στον χρόνο εκείνο και διέπεται κατ΄ αρχήν από το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε τότε και όχι από το ισχύον κατά τον χρόνο κατά τον οποίο λαμβάνουν χώρα οι ενέργειες συμμόρφωσης προς την ακυρωτική απόφαση. Περαιτέρω, η Διοίκηση, μετά την έκδοση ακυρωτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, υποχρεούται να συμμορφωθεί προς αυτήν και μάλιστα όχι μόνο να θεωρήσει ως ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στον νομικό κόσμο την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, αλλά να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση της νομικής κατάστασης που προέκυψε αμέσως ή εμμέσως από την ακυρωθείσα πράξη, ανακαλώντας ή τροποποιώντας τις σχετικές στο μεταξύ εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδοντας άλλες με αναδρομική ισχύ για να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση, στην οποία θα ευρίσκονταν, αν εξ υπαρχής δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη. Το ειδικότερο περιεχόμενο και η έκταση των υποχρεώσεων της Διοίκησης προσδιορίζονται από το αντικείμενο της απαγγελόμενης ακύρωσης, δηλαδή από το είδος και τη φύση της ακυρούμενης πράξης, καθώς και από την κρίση ή τις κρίσεις για τα ζητήματα που εξέτασε και για τα οποία αποφάνθηκε το Δικαστήριο στο αιτιολογικό της απόφασής του, δημιουργώντας δεδικασμένο ως προς αυτά στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΣτΕ 2378/2018, 276/2016, 4958/2014, 3433/2010, 748/2009 κ.ά.). Τέλος, η Διοίκηση, επανερχόμενη στην υπόθεση μετά την έκδοση ακυρωτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, υποχρεούται να επαναλάβει τη διαδικασία από το σημείο στο οποίο διαπιστώθηκε η πλημμέλεια, η οποία οδήγησε στην ακύρωση της διοικητικής πράξης (ΣτΕ 2378/2018, 1183/2001).».

 

 

 

Σημαντική είναι επίσης η εξής αναφορά στη Νικόλας Νικολάου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 7/2017, ημερομηνίας 29/9/2023:

«Στη δε Νεοπτολέμου ν. Δημοκρατίας ΑΕ15/2015 ημ. 4.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:C417η Ολομέλεια τόνισε εμφαντικά τις ίδιες αρχές, αναφέροντας τα ακόλουθα:

«Ως προς το εύρος εξέτασης σε περίπτωση ακυρωτικής Απόφασης και τη διαδικασία επανεξέτασης, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Πίλλα, Αναθεωρητική Έφεση αρ. 51/2011, ημερ. 22/12/2016:

 

«Σύμφωνα με τη νομολογία, η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται με τα αποφασισθέντα από την ακυρωτική απόφαση και να μην επαναλαμβάνει τη νομική πλημμέλεια της ακυρωθείσας πράξης - (βλ. Δημοκρατία ν. Υψαρίδη & άλλου (Αρ. 1) (1993) 3 Α.Α.Δ. 280 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 517). Το ακυρωτικό δεδικασμένο καλύπτει μόνο όσα σημεία κρίνονται από το δικαστήριο, δηλαδή το λόγο για τον οποίο η πράξη ακυρώνεται. Η διοίκηση είναι δεσμευμένη σε σχέση με τα αποφασισθέντα και δεν μπορεί να επαναλάβει ό,τι έχει, ήδη, κριθεί ως νομικά πλημμελές.

 

Η διαδικασία της επανεξέτασης απολήγει σε νέα διοικητική απόφαση και το διοικητικό όργανο δεσμεύεται να συμμορφωθεί με το δεδικασμένο της ακυρωτικής απόφασης, ενώ στα υπόλοιπα σημεία του υπό συζήτηση θέματος διατηρεί ελεύθερη κρίση (Αργυρού ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 639, Χατζηλουκά ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 643 και Κ.Ο.Α. ν. Σάββα (2001) 3 Α.Α.Δ. 1110).»

 

 

Επομένως, είναι πάγια η θέση της νομολογίας ότι αποτελεί καθήκον της διοίκησης, κατ’ επιταγή του Άρθρου 146.5 του Συντάγματος, σε ενεργό συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του ακυρωτικού Δικαστηρίου.  Εν προκειμένω, η πιο πάνω υποχρέωση της διοίκησης προσδιορίζεται από το είδος και τη φύση της ακυρουμένης από το Διοικητικό Δικαστήριο πράξης με την Προσφυγή Αρ. 1584/2021 και από το αιτιολογικό της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Αναδεικνύεται δε ως διοικητικής φύσεως ζήτημα, η διατήρηση και/ή έκδοση του δελτίου διαμονής του Εφεσείοντα ως συζύγου Ευρωπαίας πολίτη, ανεξαρτήτως αν είναι ή όχι διαζευγμένος.  Αυτό το διοικητικής φύσεως ζήτημα, το ήδη κριθέν από το Διοικητικό Δικαστήριο, αποτελεί μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο, για το οποίο η διοίκηση είναι δεσμευμένη, χωρίς να της επιτρέπεται να επαναλάβει ότι έχει ήδη κριθεί ως νομικά πλημμελές. 

 

Επί του ιδίου ζητήματος αξιοσημείωτη είναι η εξής αναφορά στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικράτειας 1929-1959, σελ. 281 (με δική μας έμφαση):

«Κατά το άρθρον 50 του Ν. 3713/28, οι αποφάσεις της Ολομέλειας του Σ. Ε. ακυρωτικαί τε και απορριπτικαί, ως και των τμημάτων, αποτελούσι μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένον ισχύον εν πάση ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής υποθέσει ή διαφορά, καθ’ ην προέχει το υπό του Σ.Ε. κριθέν διοικητικής φύσεως ζήτημα[…].

   Η Διοίκησις υποχρεούται απαγγελθείσης υπό του Σ. Ε. της ακυρώσεως πράξεως τινός, να συμμορφωθή προς το περιεχόμενον της αποφάσεως αναλόγως των εκάστοτε περιστάσεων, διά θετικής ενεργείας ή ν’ απόσχη από πάσης ενεργείας αντιτιθέμενης προς τα υπό του Σ. Ε. κριθέντα […]».

 

 

Κατά συνέπεια, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε στην κρίση του ότι εν προκειμένω δεν υπάρχει «ταύτιση επιδίκων θεμάτων» και συνακόλουθα μη ύπαρξη δεδικασμένου.

 

Επομένως γίνεται αποδεκτός ο Λόγος Έφεσης Αρ. 1.

 

To πρωτόδικο Δικαστήριο, παρά την κατάληξή του ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο, εξέτασε το ζήτημα της παραβίασης του δεδικασμένου, ισχυρισμό τον οποίο απέρριψε, κρίνοντας ότι από το σύνολο των ενώπιον του στοιχείων προκύπτει ότι η διοίκηση συμμορφώθηκε με τα ευρήματα της Προσφυγής Αρ. 1584/2021 και διερεύνησε όλα τα δεδομένα της περίπτωσης τα οποία τέθηκαν ενώπιον της.  Αυτή η κρίση αποτελεί τον Λόγο Έφεσης Αρ. 2 αλλά και των υπολοίπων Λόγων Έφεσης (πλην του Λόγου Έφεσης Αρ. 7, ο οποίος όμως λόγω της  κατάληξης μας επί των υπολοίπων λόγων έφεσης δεν χρειάζεται να μας απασχολήσει), οι οποίοι λόγω της συνάφειας τους θα τύχουν ενιαίας εξέτασης.

 

Κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο, η διοίκηση συμμορφώθηκε με τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην Προσφυγή Αρ. 1584/2021, εφόσον παρέπεμψε την περίπτωση στη Συμβουλευτική Επιτροπή για εικονικούς γάμους, ενώπιον της οποίας είχε τεθεί το σύνολο των στοιχείων του ουσιώδους χρόνου. 

 

Συναφώς αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο τα εξής:

«Αυτό ακριβώς όμως έπραξαν οι καθ' ων η αίτηση κατά την επανεξέταση, προς συμμόρφωση με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, εφόσον πράγματι παρέπεμψαν την υπόθεση του αιτητή και της Ευρωπαίας συζύγου του στην Συμβουλευτική Επιτροπή για εικονικούς γάμους. Προκύπτει δε ότι ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής είχε τεθεί το σύνολο των στοιχείων που είχαν τεθεί και ενώπιον του αποφασίζοντος οργάνου κατά τον ουσιώδη χρόνο, περιλαμβανομένων των Σημειωμάτων, ημερομηνίας 30.7.2024 και 29.7.2024, προς τη Διευθύντρια του Τμήματος αναφορικά με τις συστάσεις της Συμβουλευτικής Επιτροπής για τους Εικονικούς Γάμους σε σχέση με το γάμο και του αιτητή, των πρακτικών της σχετικής συνεδρίας της Συμβουλευτικής Επιτροπής, ημερομηνίας 18.7.2024, καθώς και της έκθεσης γεγονότων αναφορικά με τον διενεργηθέντα έλεγχο σε σχέση με τη γνησιότητα του γάμου του αιτητή. Σημειώνεται συναφώς ότι στις 28.11.2020  διενεργήθηκε επιτόπιος έλεγχος από μέλη της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) στη δηλωθείσα διεύθυνση διαμονής του ζεύγους, όπου δεν εντοπίστηκε κανένα πρόσωπο, στις 12.12.2020 διενεργήθηκαν ξεχωριστές προσωπικές συνεντεύξεις σε αιτητή και στη σύζυγό του, ενώ στις 6.12.2021 εκδόθηκε διαζύγιο μεταξύ του αιτητή και της Βουλγάρας υπηκόου.

 

Κατά τη διενέργεια της επανεξέτασης, οι καθ' ων η αίτηση παρέπεμψαν την υπόθεση στη Συμβουλευτική Επιτροπή για εικονικούς γάμους, σε συμμόρφωση με τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Η δε Συμβουλευτική Επιτροπή, στη βάση της υπ' αυτής διενεργηθείσας έρευνας και των ενώπιον της τεθέντων, κατέληξε σε συγκεκριμένα συμπεράσματα, ένα εκ των οποίων ήταν και η διαπίστωση περί μη συμβίωσης του ζεύγους, τα οποία κατεδείκνυαν ότι ο γάμος ήταν εικονικός. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για κώλυμα λόγω δεδικασμένου των καθ' ων η αίτηση να εκδόσουν απόφαση με ίδιο περιεχόμενο με την αρχική. Και τούτο καθότι, οι δυο αποφάσεις δεν έχουν επουδενί το ίδιο αποτέλεσμα: με την πρώτη κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν συμβίωνε με τη σύζυγό του […].

 

 

Εν προκειμένω, η αρχική απόφαση της Διοίκησης, ημερομηνίας 16.11.2021, αφορούσε στην ανάκληση του δελτίου διαμονής του αιτητή στη Δημοκρατία, καθότι διαπιστώθηκε ότι αυτός δεν συμβίωνε με τη σύζυγό του, ενώ στην υπό εξέταση περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση συνίσταται στην απόρριψη της αίτησης του αιτητή για έκδοση δελτίου διαμονής ως διαζευγμένου συζύγου Ευρωπαίας πολίτη, μετά από τη διαπίστωση της Συμβουλευτικής Επιτροπής για εικονικούς γάμους περί της εικονικότητας του γάμου του αιτητή. Ειδικότερα, η Συμβουλευτική Επιτροπή διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, και κατ' εφαρμογή του άρθρου 7Α(3) του Κεφ. 105, ότι το ζεύγος δεν συζούσε κάτω από την ίδια στέγη, υπήρχαν ενδείξεις ότι ο ένας ή/και οι δυο σύζυγοι είχαν συνάψει εικονικό γάμο στο παρελθόν, καθώς και ενδείξεις περί σύναψης εικονικού γάμου λόγω προβλημάτων σε ό,τι αφορά την άδεια διαμονής τους στη Δημοκρατία, καθώς και ότι υπήρξαν αντιφατικές δηλώσεις μεταξύ των συζύγων». 

 

 

Έχουμε ανατρέξει στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και έχουμε εντοπίσει τα στοιχεία που τέθηκαν τόσο ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής για τους εικονικούς γάμους όσο και της Διευθύντριας του αρμοδίου Τμήματος.  Ειδικότερα, μέσω των Σημειωμάτων με ημερομηνίες 29/7/2024 και 30/7/2024 αντίστοιχα, στα οποία αναφέρεται το πρωτόδικο Δικαστήριο, απλά ενημερώνονται οι αρμόδιοι λειτουργοί για τη συνεδρία που πραγματοποίησε η Συμβουλευτική Επιτροπή για τους εικονικούς γάμους στις 18/7/2024.  Απομένει επομένως να εξεταστεί η νομιμότητα των ενεργειών της Συμβουλευτικής Επιτροπής, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από τα τηρηθέντα πρακτικά.  Συναφώς αναφέρεται ότι, μετά την παράθεση του ιστορικού της περίπτωσης, υπό τον τίτλο «Διερεύνηση», γίνεται η εξής παραπομπή: «Πρώτος Έλεγχος Γνησιότητας Γάμου – Εγχειρίδιο Ευρωπαικής Επιτροπής (Ερ. 309-303)».

 

Πρόκειται για τις αναφορές οι οποίες περιέχονται  στο Έντυπο ελέγχου γνησιότητας γάμου, για το οποίο το Διοικητικό Δικαστήριο στην Προσφυγή Αρ. 1584/2021 είχε διαπιστώσει ότι περιλαμβάνει ζητήματα ως προς τη συμβίωση του ζεύγους τα οποία έχριζαν διερεύνησης. Αναφέρεται σχετικά στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην πιο πάνω Προσφυγή:

«Στην εξεταζόμενη υπόθεση, από το περιεχόμενο του εντύπου ελέγχου γνησιότητας του γάμου προκύπτουν ζητήματα, όπως ανωτέρω ενδεικτικά έχουν καταγραφεί, τα όποια έχριζαν διερεύνησης ως προς τη συμβίωση του ζεύγους και κατ' επέκταση της γνησιότητας του γάμου».

 

Είχε επίσης προηγουμένως σημειώσει το Διοικητικό Δικαστήριο και τα ακόλουθα:

«Δεν έχω πεισθεί ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν συλλέξει και διερευνήσει με επάρκεια όλα τα ουσιώδη στοιχεία, τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα.  Δεν προκύπτει επίσης να διερευνήθηκε με επάρκεια το θέμα της γνησιότητας του γάμου του αιτητή.  Εφόσον υπήρχαν αμφιβολίες, ως προς την συμβίωση του ζεύγους, οι καθ' ων η αίτηση όφειλαν να παραπέμψουν την περίπτωση στην Συμβουλευτική Επιτροπή για εικονικούς γάμους, δυνάμει του άρθρου 7Α και 7Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105)».

 

 

Είχε δε καταλήξει το Διοικητικό Δικαστήριο ότι «οι καθ’ων η αίτηση δεν προέβησαν σε δέουσα και επαρκή έρευνα όλων των ουσιωδών στοιχείων, κατά τρόπο ώστε να μην αποκλείεται η ύπαρξη πλάνης στο συλλογισμό της διοίκησης».

 

Το περιεχόμενο του πιο πάνω Εντύπου αποτέλεσε, όπως προκύπτει από το σχετικό πρακτικό, το μοναδικό δεδομένο επί του οποίου η Συμβουλευτική Επιτροπή διαμόρφωσε την κρίση της, ότι «Το ζεύγος δεν συζεί κάτω από την ίδια στέγη», στοιχείο το οποίο, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 7Α(3)(α) του Κεφ. 105, τείνει να καταδείξει ότι ο γάμος είναι εικονικός.  Συνεπώς διαπιστώνεται ότι η διοίκηση, κατά παράβαση του δεδικασμένου στήριξε την πιο πάνω κρίση της στο περιεχόμενο του ήδη κριθέντος ως νομικά πλημμελούς από το ακυρωτικό Δικαστήριο, Εντύπου και κατ’ επέκταση, κατά παράβαση του δεδικασμένου δεν προέβη σε δέουσα και επαρκή έρευνα όλων των ουσιωδών στοιχείων (περιλαμβανομένου και του γεγονότος ότι είχε ήδη εκδοθεί διαζύγιο από το Οικογενειακό Δικαστήριο λόγω «ισχυρού κλονισμού» του γάμου) κατά τρόπο ώστε να μην αποκλείεται το ενδεχόμενο πλάνης.

 

Προς ολοκλήρωση του σκεπτικού μας διαπιστώνουμε ότι, στον διοικητικό φάκελο υπάρχει έντυπο υπό τον τίτλο «ΕΝΤΥΠΟ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ(Σ) ΕΠΙΤΡΟΠΗ(Σ) για ΕΙΚΟΝΙΚΟΥΣ ΓΑΜΟΥΣ», στο οποίο καταγράφεται το «Ιστορικό αλλοδαπού». 

 

 

Στο Έντυπο γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, σε «Παράνομη Παραμονή» του Εφεσείοντα κατά τη χρονική περίοδο «16/11/21-05/02/23».  Υπενθυμίζεται ότι στις 29/1/2019  είχε παραχωρηθεί στον Εφεσείοντα άδεια διαμονής μέχρι τις 29/1/2024.  Η άδεια ανακλήθηκε στις 16/11/2021 και αποτέλεσε το αντικείμενο της Προσφυγής Αρ. 1584/2021, με επιτυχή για τον Εφεσείοντα κατάληξη.  Συνεπώς, μετά την ακύρωση της ανάκλησης αναβίωσε η εκδοθείσα από τις 29/1/2019 άδεια διαμονής του Εφεσείοντα (γι’ αυτό και τα στοιχεία του Εφεσείοντα αφαιρέθηκαν από το stop-list). Επομένως, κατά παράβαση του δεδικασμένου θεωρήθηκε η πιο πάνω χρονική περίοδος (δηλαδή από την ημερομηνία ανάκλησης της άδειας -16/11/2021- μέχρι την προηγούμενη ημερομηνία της αίτησης του Εφεσείοντα ως διαζευγμένου-5/2/2023), ως παράνομη παραμονή του στην Κυπριακή Δημοκρατία.  Δεν χρειάζεται όμως να επεκταθούμε περισσότερο.

 

Υπό το φως των όσων έχουν εκτεθεί, διαπιστώνουμε ότι εν προκειμένω έχει παραβιαστεί δεδικασμένο ακυρωτικής απόφασης.  Κατ’ επέκταση διαπιστώνεται πλημμελής διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της περίπτωσης.  Επομένως γίνονται αποδεκτοί οι συναφείς Λόγοι Έφεσης.

 

Η Έφεση γίνεται αποδεκτή.  Η πρωτόδικη Απόφαση παραμερίζεται. Επιδικάζονται 3500 (πλέον Φ.Π.Α.) υπέρ του Εφεσείοντα και εναντίον της Εφεσίβλητης.

                                                         Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π. 

                                                                                   

                                                          Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

                                                         Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο