Κ. Ε. v. KΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2024, 11/2/2026
print
Τίτλος:
Κ. Ε. v. KΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2024, 11/2/2026

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2024)

 

11 Φεβρουαρίου, 2026

 

    [ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

                                                                Κ. Ε.

                                                                                Εφεσείων,                                      

                                                                  v.

 

               KΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ

 

                                                                                                                   Εφεσίβλητης.

 

--------------------

Σ. Νικολάου (κα), για Δ. Α. ΠΑΥΛΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντα.

Χ. Δημητρίου (κα), για ΚΙΤΣΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ Δ.Ε.Π.Ε, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.

--------------------

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.

-----------------------------

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.:  Η παρούσα Έφεση στρέφεται εναντίον της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας ημερομηνίας 29/01/2024 στην Προσφυγή Αρ. 4869/2022, με την οποία επικυρώθηκε η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία απέρριψε την αίτηση του Εφεσείοντα για διεθνή προστασία.

 

Τα πραγματικά γεγονότα της περίπτωσης είναι σε συντομία τα ακόλουθα:

 

Ο Εφεσείων κατάγεται από τη Νιγηρία και στις 29/03/2021 υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας.  Μετά το πέρας της συνέντευξης που πραγματοποιήθηκε στις 27/1/2022, η αίτηση του απερρίφθη. Την απορριπτική απόφαση πληροφορήθηκε ο Εφεσείων στις 29/07/2022.  Ο Εφεσείων στη συνέχεια προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, το οποίο επικύρωσε την πιο πάνω απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Η πρωτόδικη Απόφαση βάλλεται με ένα Λόγο Έφεσης.

 

Ισχυρίζεται ο Εφεσείων, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι η Εφεσίβλητη ακολούθησε σωστά τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματος του.  Επίσης, ότι δεν εξέτασε κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε βασιζόμενη σε λανθασμένα κριτήρια και/ή χωρίς δέουσα έρευνα.  Περαιτέρω, κατά τον  Εφεσείοντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι δεν τυγχάνει του δικαιώματος της συμπληρωματικής προστασίας εφόσον η ζωή του βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο λόγω της στοχοποίησης του από την Κυβέρνηση της Νιγηρίας.

 

Επιχειρηματολογώντας υπέρ των θέσεων του, ο Εφεσείων υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με πηγές και πληροφορίες από Διεθνείς Οργανισμούς, το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, η Νιγηρία, η οποία είναι η χώρα καταγωγής του Εφεσείοντα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ασφαλής χώρα και κατ’ επέκταση εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν στοιχειοθετούνται τα κριτήρια του Άρθρου 19(2) των περί Προσφύγων Νόμων, ώστε να δικαιούται συμπληρωματική προστασία.  Παραπέμπει επίσης ο Εφεσείων στο εγχειρίδιο «Asylum and the European Convention on Human Rights των Νuala Mole and Cathrine Meredith», σύμφωνα με το οποίο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει αποφασίσει σε πολλές περιπτώσεις, ότι κατά τη διαδικασία απομάκρυνσης πρέπει να διασφαλίζεται από τις εθνικές αρμόδιες αρχές ότι δεν θα εκτίθεται ο αιτών άσυλο σε μεταχείριση που απαγορεύεται από το Άρθρο 3 της Σύμβασης.

 

 

Η πλευρά της Εφεσίβλητης εγείρει καταρχάς προδικαστική ένσταση ότι ο Εφεσείων απέτυχε να συγκεκριμενοποιήσει τους λόγους ακύρωσης και δεν τους προώθησε δεόντως πρωτοδίκως.  Επίσης, ότι προωθεί ισχυρισμούς που αφορούν στον έλεγχο ορθότητας που έχει δικαιοδοσία να ασκεί το πρωτόδικο Δικαστήριο βάσει των προνοιών του Άρθρου 11(3) των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 (Ν.73(Ι)/2018) ενώ ουδέποτε αξίωσε με την Προσφυγή του έκδοση νέας απόφασης μετά από έλεγχο ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.  Επί της ουσίας των ισχυρισμών του Εφεσείοντα, η Εφεσίβλητη υπεραμύνεται της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης.

 

Έχουμε εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις και προέχει η εγερθείσα από την Εφεσίβλητη πιο πάνω προδικαστική ένσταση.  Για τα ίδια ζητήματα είχαμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε στη M.C.L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 74/2024, ημερομηνίας 5/11/2025 και κρίναμε ότι αυτά δεν ευσταθούσαν με το ακόλουθο σκεπτικό και κατάληξη, τα οποία υιοθετούνται για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης:

«Είναι η κρίση μας ότι ουδέν από αυτά ευσταθεί και είναι απορριπτέα.

 

Συγκεκριμένα, όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, είναι μεν, ορθό, ότι με                   δεδομένη την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί της ουσίας της                   αίτησης του Εφεσείοντος, η ενασχόληση μας με ζητήματα που άπτονται λόγων ακυρώσεως της εκκαλούμενης διοικητικής απόφασης, θα ήταν, κατά κανόνα, αλυσιτελής (βλ. απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 20.3.2025 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 135/2023 DEVI PRASAD SIWAKOTI v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ).               Ωστόσο, όσον αφορά την παρούσα περίπτωση είναι, κατά την κρίση μας σαφές, τόσο από την ειδοποίηση Έφεσης όσο και το περίγραμμα                        αγόρευσης του Εφεσείοντος ότι, οι λόγοι Εφέσεως τους οποίους προβάλλει ο Εφεσείων στρέφονται κατά της ουσιαστικής κρίσης του πρωτόδικου                  Δικαστηρίου ότι ο Εφεσείων δεν δικαιούται διεθνούς προστασίας και δεν άπτονται πλημμελειών της διαδικασίας παραγωγής ή του αποτελέσματος της προσβληθείσας με την Προσφυγή διοικητικής απόφασης με σκοπό την ακύρωση αυτής. Συνεπώς, δεν τίθεται βάσιμα οποιοδήποτε κώλυμα εξέτασης τους, στο πλαίσιο, βεβαίως, που η νομολογία έχει                             καθορίσει (ενδεικτικά, βλ. Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 95/2023 BOLARNINWA EMMANUEL JOHNSON v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 27.2.2025).

 

Όσον αφορά στο δεύτερο ζήτημα, η απάντηση είναι ότι ο έλεγχος                       ουσίας/ορθότητας διενεργείται από το πρωτόδικο Δικαστήριο δεσμίως,                 χωρίς να χρειάζεται να ζητείται ως ειδική θεραπεία στο δικόγραφο της προσφυγής που καταχωρείται ενώπιον του, εφόσον με το δικόγραφο               προσβάλλεται η διοικητική πράξη δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας του προσφεύγοντος. Ως αποφασίστηκε από το               Εφετείο δια της απόφασης ημερομηνίας 11.2.2025 στην  Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 107/2023 ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ                  ΑΣΥΛΟΥ v. QBT:

 

«Η Εφεσείουσα (πρωτόδικα, η Καθ' ης η αίτηση) προβάλλει την πρωτόδικη απόφαση ημερ. 9.8.2023 ως εσφαλμένη, για τους ακόλουθους λόγους:

 

(α) λανθασμένα, πεπλανημένα, αναιτιολόγητα και σε παράβαση του     Άρθρου 30(2) του Συντάγματος, το πρωτόδικο Δικαστήριο          χορήγησε στην Εφεσίβλητη καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας             χωρίς αυτή να έχει ζητήσει με τα δικόγραφά της τέτοια θεραπεία, καθότι ζήτησε με την πρωτόδικη Αίτηση ακύρωσής της μόνο έλεγχο νομιμότητας της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης (πρώτος λόγος έφεσης).

 

(β) [.]

 

   (γ) [.]

 

Καταρχάς, απορρίπτεται ο πρώτος λόγος έφεσης περί έλλειψης                     δικαιοδοσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου να χορηγήσει καθεστώς             συμπληρωματικής προστασίας, λόγω ελλιπούς δικογράφησης. 

 

Εν πρώτοις, παρατηρούμε έλλειψη συνάφειας μεταξύ του πρώτου λόγου έφεσης και της αιτιολογίας του. Ενώ, δηλαδή, ο πρώτος λόγος έφεσης              υπονοεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο χορήγησε θεραπεία την οποία η              πρωτόδικη Αίτηση ακύρωσης δεν ζήτησε, η αιτιολογία αναφέρεται σε            απουσία ή/και μη εξειδίκευση λόγου ακύρωσης και, εν συνεχεία, βάλλει κατά της συναφούς πρωτόδικης κρίσης επί της ουσίας της. Είναι μόνο στο περίγραμμά της που η Εφεσείουσα επικαλείται την ελλιπή δικογράφηση της χορηγηθείσας θεραπείας και αυτό δεν αρκεί.

 

Παρότι αυτή η έλλειψη συνάφειας αρκεί προς απόρριψη του πρώτου λόγου έφεσης, διότι τον καθιστά εν τοις πράγμασι αναιτιολόγητο, θεωρούμε                  επιπρόσθετα ότι είναι και επί της ουσίας του απορριπτέος, με το εξής               σκεπτικό:

 

Κατά το εδάφιο (3) του Άρθρου 11 του Νόμου 73(Ι) του 2018, το πρωτόδικο Δικαστήριο προβαίνει σε έλεγχο νομιμότητας και                              ορθότητας/ουσίας απόφασης που αναφέρεται στο εδάφιο (4) του ίδιου Άρθρου. Το δε Άρθρο 11(4)(γ) του Νόμου 73(Ι) του 2018 (μεταξύ               άλλων) αναφέρει, ως υποκείμενη στον προρρηθέντα δικαστικό έλεγχο,  δυσμενή απόφαση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου επί αίτησης διεθνούς προστασίας, περιλαμβανομένης απόφασης με την οποία αίτηση κρίνεται αβάσιμη όσον αφορά το καθεστώς πρόσφυγα ή/και το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Εν προκειμένω, η πρωτόδικη Αίτηση ακύρωσης ζητούσε την ακύρωση της απορριπτικής διοικητικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου (ως προς τη μη χορήγηση τόσο του καθεστώτος πρόσφυγα (κατά την αιτηθείσα              θεραπεία Α) όσο και του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας (κατά την αιτηθείσα ( θεραπεία Β) και επιπρόσθετα «Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει κατάλληλη υπό τις                             περιστάσεις.». (κατά την αιτηθείσα θεραπεία Γ).

Παρότι οι εν προκειμένω αιτούμενες θεραπείες δεν ζητούν ειδικώς και      ρητώς τη διενέργεια δικαστικού ελέγχου ορθότητας/ουσίας επί της               προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης, εκτιμούμε ότι το πρωτόδικο           Δικαστήριο δεν κωλύετο από του να διενεργήσει έλεγχο ορθότητας/ουσίας επί της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης, λόγω του ότι τελεί υπό δέσμια εξουσία να διενεργεί τέτοιο έλεγχο κατ' επιταγήν του Άρθρου 11(3) και (4) του Νόμου 73(Ι) του 2018, ως ερμηνεύεται νομολογιακά.

 

Συγκεκριμένα, η από πλευράς μας τυχόν υιοθέτηση της προσέγγισης την οποία προτείνει η Εφεσείουσα θα προσέκρουε στη νομολογία του                    Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου κατά την οποία, σε τέτοιου είδους υποθέσεις, ο έλεγχος τον οποίο διενεργεί το πρωτόδικο Δικαστήριο βάσει του Άρθρου 11 του Νόμου 73(Ι) του 2018 δεν περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας, αλλά επεκτείνεται και στην εξέταση της ορθότητας της                υπόθεσης (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 26/2020 Δημοκρατία ν. Singh, απόφαση ημερ. 10.9.2024).

 

Αφού, λοιπόν, το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέχει εκ του Νόμου υποχρέωση για διενέργεια ελέγχου ορθότητας/ ουσίας κάθε διοικητικής απόφασης ή πράξης η οποία αναφέρεται στο Άρθρο 11(4) του Νόμου 73(Ι) του 2018, όπως είναι η ενώπιόν μας επίδικη, κρίνουμε ότι αυτός ο έλεγχος διενεργείται ανεξαρτήτως του αν ζητήθηκε ειδικά και ρητά ως θεραπεία στην πρωτόδικη Αίτηση ακύρωσης.

 

Δεδομένου ότι το Άρθρο 11(3) και (4) του Νόμου 73(Ι) του 2018               (μεταξύ άλλων) ενσωματώνει (ως υποδηλοί το προοίμιο του Νόμου) το               Άρθρο 46.3 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού                     Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013              σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L180, 29.6.2013, σελ.60), εκτιμούμε ότι η ως άνω προσέγγιση συνάδει και με τη νομολογία του Δικαστηρίου της               Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «το ΔΕΕ») ως προς την ερμηνεία του                  τελευταίου αυτού Άρθρου.

 

Συγκεκριμένα, με την απόφασή του ημερ. 29.7.2019 στην                    Υπόθεση C-556/17 Τorubarov, το ΔΕΕ αποφάνθηκε ότι το αρμόδιο        εθνικό Δικαστήριο (το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην κυπριακή δικαιοταξία) πραγματοποιεί πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσων και των νομικών ζητημάτων και ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των          αναγκών διεθνούς προστασίας (σκέψη 51)».

 

 

Για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτεται η προδικαστική ένσταση της Εφεσείουσας. 

 

Επί της ουσίας, το παράπονο του Εφεσείοντα εστιάζεται στο ότι, κατά την αντίληψή του, η χώρα καταγωγής του δεν είναι ασφαλής χώρα σύμφωνα με πηγές πληροφόρησης που παραθέτει κατά τρόπο γενικό και αόριστο.

 

Καταρχάς, σε σχέση με την πρωτόδικη κρίση ότι η Νιγηρία είναι ασφαλής χώρα για τον Εφεσείοντα, κρίνουμε ότι ο Λόγος Έφεσης είναι δικονομικά απαράδεκτος, καθότι η αιτιολογία του δεν αφορά αυτήν την πτυχή του.

 

Κατά τη νομολογία, τα συστατικά στοιχεία των λόγων έφεσης συντίθενται,  από τον προσδιορισμό του λάθους και από τους λόγους που στοιχειοθετούν το σφάλμα.   Ελλείψει αυτών, ο λόγος έφεσης είναι ατελής και απορρίπτεται ως αναιτιολόγητος (βλ. Δημητριάδου ν. Δημοκρατίας,

Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 178/2020,  ημερομηνίας 12.6.2025, Μάρκου ν. Kuzichava Μάρκου, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 22/2019, ημερομηνίας 24.6.2021, ECLI:CY:DOD:2021:16).

 

Εν πάση δε περιπτώσει κρίνουμε ότι και επί της ουσίας της αυτή η πτυχή του Λόγου Έφεσης είναι αβάσιμη.  Ειδικότερα για το ζήτημα της ασφάλειας, καθώς  επίσης και για τις προσωπικές περιστάσεις του Εφεσείοντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο εκτός από τα όσα αναφέρθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, σημειώνει ότι «προέβη σε αυτοτελή έρευνα εξωτερικών πηγών πληροφόρησης προς αξιολόγηση των όσων ισχυρίστηκε» ο Εφεσείων.   Από δε έγκυρες και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης κατέληξε πως, σε ότι αφορά τον Εφεσείοντα, δεν υπάρχουν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν δίωξη στο πρόσωπο του.  Παρατήρησε επίσης, ότι ο Εφεσείων δεν κατέβαλε την δέουσα επιμέλεια ώστε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του με πληρότητα και ούτε προσκόμισε στο Δικαστήριο περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία ώστε να αποδείξει δίωξη του.  Συναφώς ανέφερε τα εξής:

«Όσον αφορά στην εσωτερική  αξιοπιστία παρατηρώ ότι ο Αιτητής δεν κατέβαλε την δέουσα επιμέλεια ώστε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του  με πληρότητα και σαφήνεια κατά τη διαδικασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου αλλά ούτε και προσκόμισε στο Δικαστήριο περισσότερες πληροφορίες και/ή αποδεικτικά στοιχεία ώστε να αποδείξει δίωξη στο πρόσωπό του. Η αφήγησή του κρίνεται ως γενικόλογη, χωρίς τον απαιτούμενο βαθμό επάρκειας πληροφοριών, τέτοια που να αντανακλά γνήσια εξιστόρηση βιωματικών γεγονότων.

 

[…]

 

Όσον αφορά στο σκέλος της εξωτερικής αξιοπιστίας, σημειώνεται επίσης ότι κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν κατατέθηκε, ούτε στο πλαίσιο της διοικητικής αλλά ούτε και της παρούσας διαδικασίας, καίτοι ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι θα προέβαινε στην καταχώρηση αποδείξεων των απειλών που δέχτηκε και είχε νομική εκπροσώπηση. Τέτοιου είδους στοιχεία ενδεικτικά θα μπορούσαν να είναι αποδεικτικά του «παγώματος» του τραπεζικού του λογαριασμού,  αποδεικτικά των -κατ’ ισχυρισμόν- γραπτών μνημάτων που δέχτηκε μέσω Whatsapp, αποδεικτικό του λογαριασμού του στο twitter και της επίμαχης ανάρτησης που ήταν η αιτία να στοχοποιηθεί κ.ο.κ.  Ελλείψει επαρκών στοιχείων προς ανατροπή των ευρημάτων του αρμόδιου λειτουργού των Καθ’ ων η Αίτηση, συμφωνώ με την κατάληξη του σύμφωνα με την οποίαν απορρίφθηκε ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, ο λειτουργός έκρινε ότι, επί τη βάσει του αποδεδειγμένου ουσιώδους πραγματικού περιστατικού που προέκυψε από τις δηλώσεις του Αιτητή, δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να υποβληθεί σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στην πολιτεία Edo της   Νιγηρίας.

 

Ακολούθως, ο λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του νομοθετικού πλαισίου για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και αυτό της συμπληρωματικής προστασίας, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του Αιτητή σε οιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ως αναφέρεται στην έκθεση εισήγηση, βάσει των ισχυρισμών του Αιτητή, του προσωπικού του προφίλ και της αξιολόγησης κινδύνου, δεν τεκμηριώνεται φόβος δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (από τούδε και στο εξής, «η Οδηγία») και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν δικαιούται το καθεστώς του πρόσφυγα.

 

Επιπλέον, κρίθηκε ότι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσει ευλόγως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στη Νιγηρία δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός παρέπεμψε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στην πολιτεία Edo της Νιγηρίας, τις οποίες παρέθεσε κατά το στάδιο της αξιολόγησης κινδύνου, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, υπό την έννοια της σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, o λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται ούτε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι έγινε δέουσα έρευνα πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης, η αιτιολόγηση της οποίας συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ως ανωτέρω αναλύεται […]

 

Πέραν των ανωτέρω, κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, ο Αιτητής δεν ανέφερε ενώπιον μου οποιονδήποτε λόγο που να καταδεικνύει ότι έχει γνήσιο αίτημα διεθνούς προστασίας ή ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε παράνομα και/ή λανθασμένα.  Το βάρος απόδειξης του αιτήματός του βαραίνει αρχικά τον ίδιο τον Αιτητή (Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου). Με βάση το προσωπικό του προφίλ υπό το φως των ισχυρισμών που ο ίδιος προώθησε, κρίνω ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του Αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που δικαιολογούν την θεμελίωση δικαιολογημένου φόβου δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3 (1) του Περί Προσφύγων Νόμου.  Επίσης, κρίνω ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα του δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως η εν λόγω έννοια ορίζεται στο άρθρο 19(2) του Περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ειδικότερα, εκ των όσων παρατέθηκαν ανωτέρω, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του άρθρου 19(2) (α) και (β) του περί  Προσφύγων Νόμου, καθότι ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, δεν τεκμηριώνεται από τους ισχυρισμούς του Αιτητή παρελθούσα δίωξη, ούτε στοχοποίησή του από οποιονδήποτε κρατικό ή μη κρατικό δρώντα. Προκειμένου δε να εφαρμοστούν οι πρόνοιες των συγκεκριμένων άρθρων και να υπαχθεί αιτητής σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει αυτών, απαιτείται υψηλός βαθμός εξατομίκευσης των περιστάσεων που σχετίζονται με τον επικαλούμενο φόβο.[1] Στην παρούσα υπόθεση δεν διαπιστώνω να συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις.

 

[…]

 

Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπό του πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή της παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951».

 

 

Εν προκειμένω, από τα όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο με αναφορά σε συγκεκριμένες επίκαιρες πηγές πληροφόρησης οι οποίες καταγράφονται αναλυτικά στο κείμενο της πρωτόδικης Απόφασης (συμπεριλαμβανομένων και των υποσημειώσεων), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Εφεσείων, επιστρέφοντας στη χώρα καταγωγής του, δεν διατρέχει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.  Τα όσα ο Εφεσείων παραθέτει στο περίγραμμα αγόρευσης του από σχετικές πηγές πληροφόρησης, δεν θα  μπορούσαν λόγω της γενικότητας και αοριστίας τους, να οδηγήσουν σε θεμελίωση ενδεχόμενου πλάνης και ανατροπή των συμπερασμάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου. 

 

Ούτε επίσης με την πτυχή του Λόγου Έφεσης περί μη δέουσας διοικητικής έρευνας συμφωνούμε.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αντίθετα με τα όσα ο Εφεσείων υποβάλλει, αναφέρεται ρητά στον συγκεκριμένο λόγο ακύρωσης (σελ. 8) και ρητά τον απορρίπτει (σελ. 24).  Επιπλέον, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε, στο πλαίσιο ελέγχου ορθότητας το οποίο διενεργεί, το ίδιο τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντα κρίνοντας τον αναξιόπιστο, όπως τον είχε κρίνει και η  Υπηρεσία Ασύλου. 

 

 

Είχαμε την ευκαιρία να υποδείξουμε στην ότι MBYE JALLOW ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 3/2022, ημερομηνίας 30/09/24, ότι η εφετειακή παρέμβαση θα ενδείκνυτο μόνο αν ο Εφεσείων απεδείκνυε επιτυχώς (που δεν το πράττει) πιθανότητα ουσιώδους πλάνης του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Συνεπώς, εφόσον ο Εφεσείων, ο οποίος είχε το βάρος απόδειξης της αξίωσης του να του παραχωρηθεί το καθεστώς διεθνούς προστασίας, δεν ανέφερε οτιδήποτε που να τεκμηριώνει την αίτηση του για διεθνή προστασία και δεν υπέβαλε οτιδήποτε ικανό να οδηγήσει σε αμφισβήτηση τις διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν απέδειξε αλλά ούτε πιθανολόγησε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο εξέτασε την περίπτωση στην ουσία της, υπέπεσε σε πλάνη σε σχέση με τα πραγματικά δεδομένα της περίπτωσης, δεν χωρεί εφετειακή παρέμβαση. 

 

Στη Sharmaake ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 36/2021, ημερομηνίας 16/9/2025, σημειώσαμε τα ακόλουθα σχετικά τα οποία τυγχάνουν εφαρμογής και εν προκειμένω:

 

«Υπενθυμίζεται ότι, ο αιτητής ασύλου, εδώ ο Εφεσείων, φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του (βλ. Άρθρο 16 (2)(α) και (18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(1)/2000). Εναπόκειτο στον Εφεσείοντα να τεκμηριώσει την αίτησή του και ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι ισχυρισμοί του Εφεσείοντα δεν ήταν επαρκείς ως προς τούτο. Επειδή η Υπηρεσία Ασύλου εξετάζει εξατομικευμένα έκαστη αίτηση διεθνούς προστασίας, δεν αναιρείται η υποχρέωση του αιτητή να τεκμηριώσει την αίτησή του ούτε η δυνατότητα της Υπηρεσίας Ασύλου ή του πρωτόδικου Δικαστηρίου να την κρίνει αβάσιμη, το δε Εφετείο δεν παρεμβαίνει εκτός αν ο προσφεύγων καταδείξει νομικό σφάλμα (βλ. απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 18.7.2024 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίουυ Διεθνούς Προστασίας Αρ. 64/2023 Ο.Ε. ν. Δημοκρατίας), που δεν παρατηρείται εν προκειμένω.

[…]

Υπενθυμίζουμε, συναφώς, ότι η στάθμιση των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν δύναται να αναψηλαφείται από το Εφετείο εκτός, ίσως, σε περίπτωση ακραία αυθαίρετων συμπερασμάτων και, εν πάση περιπτώσει, όχι εύλογων (βλ. απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 29.5.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 56/2024 YOUSSOUF TOURE v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ) που δεν είναι, κρίνουμε, η παρούσα περίπτωση. Ως έχει πλειστάκις αναφερθεί, το Εφετείο δεν συνιστά δικαστήριο ελέγχου ουσίας της διοικητικής ή της πρωτόδικης απόφασης (βλ. απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 29.11.2024 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 65/2023 SOMADINA VICTOR ΕJIKEME ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ) αλλά μόνο νομιμότητας (βλ. και Άρθρο 13 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018)».

 

 

 

Κατά συνέπεια, ορθά κατά τη διενέργεια του ελέγχου ορθότητας το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε το υλικό, το οποίο είχε ενώπιον του και που το οδήγησε σε υιοθέτηση των διαπιστώσεων της Υπηρεσίας Ασύλου.  Πρόσθετα, τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατόπιν δικής του αξιολόγησης στα πλαίσια της ενώπιον του διαδικασίας, κρίνονται εύλογα κατά τρόπο που δεν αφήνεται περιθώριο για εφετειακή παρέμβαση.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, ο Λόγος Έφεσης κρίνεται ανεδαφικός.

 

Για τους πιο πάνω λόγους, η Έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.  Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.  Επιδικάζονται €2000 έξοδα εναντίον του Εφεσείοντα και υπέρ της Εφεσίβλητης.

 

 

 

 

 

                                         Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π. 

                                                                                   

                                          Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

                                           Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο