ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 38/2022)
11 Φεβρουαρίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ
Εφεσείουσα,
v.
I. AND G. ELECTRICAL SERVICES LTD
Εφεσίβλητης.
--------------------
Δ. Μ. Εργατούδη (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσείουσα.
Χ. Χριστάκης & Στ. Μεστάνας, Χ. Θ. ΧΡΙΣΤΑΚΗ Δ.Ε.Π.Ε, για την Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕYΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Με απόφαση του ημερομηνίας 31/1/2022, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε αποδεκτή την Προσφυγή Αρ. 1441/2019, η οποία στρεφόταν εναντίον της απόφασης της Εφεσείουσας ημερομηνίας 19/7/2019 να απορρίψει την ιεραρχική προσφυγή της Εφεσίβλητης κατά της απόφασης του Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών να κατακυρώσει τον Διαγωνισμό αρ. 18.008.Π.ΗΜΥ στο ενδιαφερόμενο μέρος.
Τα πραγματικά γεγονότα της περίπτωσης καταγράφονται λεπτομερώς στην πρωτόδικη Απόφαση και συνοπτικά έχουν ως ακολούθως:
Στις 23/3/2018 προκηρύχθηκε μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος σύναψης δημοσίων συμβάσεων (e-procurement), ο Διαγωνισμός για την «Προμήθεια», Εγκατάσταση, Συντήρηση και Λειτουργική Υποστήριξη για πέντε (5) έτη, Συσκευών Φόρτισης Ηλεκτρικών Οχημάτων σε διάφορα σημεία του Οδικού Δικτύου της Κύπρου (εφεξής «ο Διαγωνισμός»). Τελευταία ημερομηνία υποβολής των προσφορών ορίστηκε η 22/6/2018 και ώρα 9:00. Η προσφορά της Εφεσίβλητης υπεβλήθη εκτός του ηλεκτρονικού συστήματος υποβολής των προσφορών και αφού δόθηκαν οι αναγκαίες διευκρινίσεις από τον εκπρόσωπο του Γενικού Λογιστηρίου, έγινε αποδεκτή για αξιολόγηση από την Επιτροπή Αξιολόγησης, η οποία τελικά αποφάσισε την κατακύρωση του Διαγωνισμού στην Εφεσίβλητη. Το Συμβούλιο Προσφορών ακολούθως ζήτησε επανεξέταση του θέματος από την Επιτροπή Αξιολόγησης, η οποία στη συνεδρία της στις 27/11/2018 αποφάσισε ότι η προσφορά της Εφεσίβλητης δεν ήταν αποδεκτή καθότι είχε υποβληθεί μετά την προβλεπόμενη στα Έγγραφα του Διαγωνισμού προθεσμία και εισηγήθηκε τον αποκλεισμό της προσφοράς της Εφεσίβλητης. Η πιο πάνω εισήγηση έγινε αποδεκτή από το Συμβούλιο Προσφορών στη συνεδρία του ημερομηνίας 29/11/2018, το οποίο αποφάσισε την απόρριψη της προσφοράς της Εφεσίβλητης και την ανάθεση του Διαγωνισμού στο ενδιαφερόμενο μέρος.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς της Εφεσίβλητης και σημείωσε ότι «είχαν οι αιτητές το δικαίωμα να ακουστούν και να υποβάλουν τις θέσεις τους ενώπιον της Αναθέτουσας Αρχής πριν από τη λήψη της απόφασης απόρριψης της προσφοράς τους, ιδιαίτερα από τη στιγμή που κρίθηκε ότι λόγω των δικών τους λαθών και/ή ενεργειών, η εν λόγω προσφορά δεν υποβλήθηκε έγκαιρα και/ή επιτυχώς και, συνακόλουθα, απορρίφθηκε».
Κατέληξε δε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού προηγουμένως καταγράφει τους λόγους που τον οδήγησαν στη κρίση του, ως ακολούθως:
«Ως εκ των πιο πάνω, διαπιστώνεται παραβίαση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης των αιτητών, εσφαλμένα δε η καθ' ης η αίτηση έκρινε ότι δεν υπήρξε παράλειψη της Αναθέτουσας Αρχής να καλέσει τους αιτητές να ακουστούν πριν από την απόρριψη της προσφοράς τους, απορρίπτοντας τον σχετικό ενώπιον της προβληθέντα ισχυρισμό. Επομένως, ο συγκεκριμένος εγειρόμενος λόγος ακύρωσης ευσταθεί».
Η Εφεσείουσα Κυπριακή Δημοκρατία εφεσιβάλλει την πρωτόδικη κρίση με πέντε Λόγους Έφεσης.
Προβάλλει ότι, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης (Λόγος Έφεσης Αρ.1) και ότι είχε το δικαίωμα η Εφεσίβλητη να ακουστεί και να υποβάλει τις θέσεις της ενώπιον της Αναθέτουσας Αρχής πριν από την απόρριψη της προσφοράς της (Λόγος Έφεσης Αρ.2). Ισχυρίζεται επίσης η Εφεσείουσα ότι, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι με τα όσα είχαν τεθεί ενώπιον της Αναθέτουσας Αρχής με την επιστολή του Γενικού Λογιστηρίου ημερομηνίας 2/8/2018, δεν παρασχέθηκε στην Εφεσίβλητη το δικαίωμα ακρόασης (Λόγος Έφεσης Αρ.3). Επίσης ότι, λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο διαφώνησε με τη θέση της Εφεσείουσας ότι με την επιστολή ημερομηνίας 28/11/2018 η Εφεσίβλητη είχε ασκήσει το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης (Λόγος Έφεσης Αρ.4) και λανθασμένα έκρινε ότι το δικαίωμα της Εφεσίβλητης εμπίπτει εντός της εμβέλειας του Άρθρου 43 του Ν.158(Ι)/1999 δεδομένης της διαπίστωσης της διοίκησης περί υπαιτιότητας της Εφεσίβλητης (Λόγος Έφεσης Αρ.5).
Όλοι οι προβαλλόμενοι Λόγοι Έφεσης έχουν ως κοινό υπόβαθρο το δικαίωμα σε ακρόαση και επομένως λόγω της συνάφειας τους θα τύχουν ενιαίας εξέτασης.
Αποτελεί πραγματικό γεγονός, το οποίο εξάλλου σημειώνεται και στην πρωτόδικη Απόφαση, ότι η προσφορά της Εφεσίβλητης δεν υποβλήθηκε στην ιστοσελίδα του ηλεκτρονικού συστήματος υποβολής των προσφορών μέχρι την 09:00 της 22/6/2018, όπως προβλέπουν οι όροι του Διαγωνισμού.
Αποτελεί όμως επίσης πραγματικό δεδομένο, ότι η Εφεσείουσα στο προοίμιο της απόφασης της ημερομηνίας 19/7/2019, αφού σημείωσε ότι:
«Είναι καλά νομολογημένο ότι ο όρος σε σχέση με τον χρόνο και τόπο υποβολής των προσφορών είναι ουσιώδης, εφόσον η τήρηση του είναι αποφασιστικής σημασίας για την απόφαση κατακύρωσης δημόσιου διαγωνισμού και ότι η μη συμμόρφωση σε αυτόν οδηγεί σε απόρριψη της προσφοράς»,
υπέδειξε ότι, υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης, η διαπίστωση αυτή δεν οδηγεί την ιεραρχική προσφυγή της Εφεσίβλητης σε απόρριψη και θα πρέπει να εξεταστεί ο λόγος για τον οποίο η προσφορά της Εφεσίβλητης δεν υποβλήθηκε εμπρόθεσμα.
Μεταφέρονται τα όσα η Εφεσείουσα σημείωσε σχετικά:
«Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, προχωρούμε να εξετάσουμε τα ζητήματα που εδώ προκύπτουν με πρώτο το κατά πόσο η προσφορά των Αιτητών υποβλήθηκε σύμφωνα με τους όρους του διαγωνισμού. Το γεγονός ότι η προσφορά των Αιτητών δεν υποβλήθηκε στην ιστοσελίδα του ηλεκτρονικού συστήματος υποβολής των προσφορών μέχρι την 09.00 της 22.6.2018, όπως οι όροι του διαγωνισμού προβλέπουν, είναι αδιαμφισβήτητο. Κατά την αποσφράγιση των προσφορών, όπως καταγράφεται στο σχετικό έντυπο, αποσφραγίστηκαν μόνο έξι προσφορές. Η διαπίστωση όμως αυτή, δεδομένης της θέσης των Αιτητών, των γεγονότων όπως αυτά προκύπτουν από το διοικητικό φάκελο και συγκεκριμένα από την επιστολή του Γενικού Λογιστηρίου ημερ. 2.8.2018, την προφορική τοποθέτηση του λειτουργού του Γενικού Λογιστηρίου και όσων ακολούθησαν δεν οδηγεί την προσφυγή σε απόρριψη. Θα πρέπει να εξεταστεί ο λόγος γιατί η προσφορά των Αιτητών δεν υποβλήθηκε εμπρόθεσμα μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος ιδιαίτερα ενόψει των επιστολών του Γενικού Λογιστηρίου. Μεταξύ της πρώτης επιστολής του Γενικού Λογιστηρίου ημερ. 2.8.2018 και της δεύτερης ημερ. 21.11.2018, σύμφωνα με τους Αιτητές, υπάρχει διαφοροποίηση της θέσης του διαχειριστή του συστήματος ως προς το ζητούμενο, δηλαδή τον λόγο της μη εμπρόθεσμης υποβολής της προσφοράς των Αιτητών στο σύστημα».
Είναι μέσα σε αυτά τα πλαίσια που η Εφεσείουσα, αφού αξιολόγησε τα όσα τέθηκαν ενώπιον της, έκρινε σε σχέση με την απόρριψη της προσφοράς της Εφεσίβλητης ότι, «τόσο η έρευνα που οδήγησε στη λήψη της απόφασης όσο και η αιτιολογία ικανοποιούν τις απαιτήσεις της νομολογίας».
Στην λεπτομερή ανάλυση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε πως προέκυπτε ότι αποδόθηκε ευθύνη και υπαιτιότητα στην Εφεσίβλητη για τη μη έγκαιρη υποβολή της προσφοράς της από τα ακόλουθα:
(α) Την επιστολή του Γενικού Λογιστηρίου ημερομηνίας 2/8/2018 προς την Αναθέτουσα Αρχή, στην οποία εκφράστηκε η άποψη ότι η Εφεσίβλητη νομιζόμενη ότι η όλη διαδικασία θα ολοκληρωθεί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα διέκοψε με την παρεμβολή της τη διαδικασία, με αποτέλεσμα η προσφορά να μην υποβληθεί επιτυχώς στο σύστημα.
(β) Την επιστολή του Γενικού Λογιστηρίου προς το Συμβούλιο Προσφορών ημερομηνίας 21/11/2018, σύμφωνα με την οποία, η διακοπή στην υποβολή της προσφοράς οφείλεται σε ενέργειες του προσφοροδότη.
(γ) Το πρακτικό του Συμβουλίου Προσφορών ημερομηνίας 22/11/2018, στο οποίο καταγράφονται τα όσα ο εκπρόσωπος του Γενικού Λογιστηρίου αναφέρει. Ότι δηλαδή ο προσφέρων επιχείρησε δύο φορές να ανεβάσει την προσφορά του στο σύστημα ανεπιτυχώς από δικά του λάθη ή/και προβλήματα.
Μετά από αυτή τη διαπίστωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο απασχόλησε το κατά πόσο δόθηκε η δυνατότητα στην Εφεσίβλητη, εφόσον ξεκάθαρα της αποδίδεται ευθύνη και υπαιτιότητα, να ακουστεί και να θέσει τις θέσεις της ενώπιον της Αναθέτουσας Αρχής. Συναφώς, έκανε αναφορά στα όσα η Εφεσείουσα ανέφερε στην επίδικη απόφαση της και ειδικότερα στις ακόλουθες επιστολές, στις οποίες η Εφεσείουσα είχε αναφερθεί ως δεικνύουσες την άσκηση από την Εφεσίβλητη του δικαιώματος ακρόασης:
(α) Την επιστολή του Γενικού Λογιστηρίου προς την Αναθέτουσα Αρχή ημερομηνίας 2/8/2018, στην οποία περιλήφθηκαν οι θέσεις της Εφεσίβλητης, όπως αυτές είχαν εκτεθεί σε ηλεκτρονικό μήνυμα της Εφεσίβλητης ημερομηνίας 22/6/2018.
(β) Την επιστολή της Εφεσίβλητης ημερομηνίας 28/11/2018 την οποία η Εφεσίβλητη απέστειλε προς την Αναθέτουσα Αρχή.
Εξετάζοντας το περιεχόμενο των πιο πάνω επιστολών, το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρασχέθηκε στην Εφεσίβλητη το δικαίωμα ακρόασης και αποδέχθηκε το συναφή ισχυρισμό της Εφεσίβλητης, ότι υπήρξε παράλειψη της Αναθέτουσας Αρχής να την καλέσει να ακουστεί.
Αναδεικνύεται ως επίμαχο ζήτημα, το κατά πόσο υπό τα δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης, θα έπρεπε να παρασχεθεί στην Εφεσίβλητη το δικαίωμα ακρόασης.
Όπως έχει αναφερθεί, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η προσφορά της Εφεσίβλητης δεν υπεβλήθη στην ιστοσελίδα του ηλεκτρονικού συστήματος την καθορισθείσα στους όρους του Διαγωνισμού προθεσμία και εναντίον της απόφασης αυτής η Εφεσίβλητη άσκησε ιεραρχική προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών. Σύμφωνα με τη νομολογία, η εξέταση ιεραρχικής προσφυγής δεν λειτουργεί ως έφεση αλλά ως νέα διερεύνηση όλων των δεδομένων η οποία καταλήγει σε ανεξάρτητα συμπεράσματα από αυτά του εκδόσαντος διοικητικού οργάνου. Εκτελεστή δε διοικητική πράξη αναθέτουσας αρχής, με την προσβολή της ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, ενσωματώνεται σε αυτή και τελική πλέον είναι η απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών.
Απόλυτα σχετικό επ’ αυτού είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 3/2020, ημερ. 28/1/2022:
«Η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών δεν αποτελεί Αναθεωρητικό Δικαστήριο. Οι αποφάσεις της συνιστούν διοικητικές πράξεις και ως τέτοιες υπόκεινται, σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.104(Ι)/2010, σε αναθεωρητικό έλεγχο, μέσω προσφυγής, στο Διοικητικό Δικαστήριο. Στην Ιωαννίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 75, αναφέρεται ότι:
«Η νομολογία αποκαλύπτει ότι η εξέταση της ιεραρχικής προσφυγής δεν λειτουργεί ως έφεση αλλά ως νέα διερεύνηση όλων των δεδομένων από το ιεραρχικά ανώτερο όργανο, ώστε να εξεταστούν όλα εξ υπαρχής, να διορθωθούν τα όποια λάθη ή παραλείψεις έγιναν ενδεχομένως από το διοικητικό όργανο και να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα (βλ.Tsouloftas v. Republic (1983) 3 C.L.R. 431, Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων Πάφου (ΑΔΕΠΑ) Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 837)».
Εκτελεστή διοικητική πράξη αναθέτουσας αρχής, με την προσβολή της ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής, χάνει την εκτελεστότητα της (Δημοσθένους) και ενσωματώνεται στην τελική απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών (Έπαυλις Κομήτης Λτδ ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 342)».
Ανατρέχοντας στα πρακτικά που οδήγησαν στην έκδοση της επίδικης απόφασης, διαπιστώνουμε ότι κατά τη συνεδρία της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών ημερομηνίας 11/6/2019 οι δύο πλευρές ανέπτυξαν τις θέσεις τους προφορικά σε σχέση με τον αποκλεισμό της Εφεσίβλητης από τον Διαγωνισμό, αφού προηγουμένως είχαν υποβάλει και γραπτώς τις θέσεις τους.
Κατά δε την επακολουθήσασα (και προσβαλλόμενη) τελική απόφαση της Εφεσείουσας ημερομηνίας 19/7/2019, καταγράφονται τα όσα ισχυρίστηκαν και οι δύο πλευρές επί του ζητήματος της αποτυχίας της Εφεσίβλητης να υποβάλει την προσφορά της, με επίρριψη ευθυνών η μια πλευρά στην άλλη.
Συνεπώς η Εφεσίβλητη, ασκώντας το δικαίωμα καταχώρησης ιεραρχικής προσφυγής, έθεσε ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, η οποία εν προκειμένω ασκεί την αποφασιστική αρμοδιότητα, τις θέσεις της τόσο προφορικά όσο και γραπτά για όσα της απεδίδοντο από την Αναθέτουσα Αρχή, σε σχέση με τη μη έγκαιρη υποβολή της προσφοράς της και εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η Εφεσίβλητη στερήθηκε του δικαιώματος ακρόασης.
Για το ζήτημα αυτό, στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Five Oceans Food Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 80/2017, ημερομηνίας 10/01/2024, η οποία αφορούσε απόρριψη αιτήματος αναθεώρησης απόφασης του Αναπληρωτή Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων για επιβολή τελωνειακής οφειλής, δεν έγινε αποδεκτός συναφής με τον εδώ εγέρθεντα ισχυρισμό ως ακολούθως:
«Παραπονούνται οι Εφεσείοντες στον λόγο έφεσης 3 ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα τους για ακρόαση αφού οι Εφεσίβλητοι υποχρεούνταν, ως διατείνονται, πριν εκδώσουν την προσβαλλόμενη απόφαση να τους καλούσαν σε ακρόαση μια και κατείχαν μαρτυρία πως δεν καταστρέφουν τα επιστραφέντα προϊόντα αλλά τα μεταπωλούν.
Μήτε και αυτή η θέση ευσταθεί.
Οι Εφεσείοντες, ως καλώς αποφάνθηκε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, είχαν δικαίωμα υποβολής αίτησης αναθεώρησης της Βεβαίωσης Οφειλής, δυνάμει του Άρθρου 112 του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου Ν.94(Ι)/04, αλλά και του Άρθρου 139, Ν.91(Ι)/04.
Αυτό και έπραξαν οι Εφεσείοντες την 17.10.14.
Έτσι, ποσώς στερήθηκαν του δικαιώματος ακρόασης.»
Σχετικά είναι επίσης και τα όσα αποφασίστηκαν επί του θέματος στην Ο Lykos Services and Security System – Private Investigators Ltd κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 1/2016, ημερομηνίας 20/7/2021, η οποία υιοθετήθηκε μεταγενέστερα από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στη Marinos Demetriou Jewellery Limited ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 58/2020, ημερομηνίας 4/2/2025:
«Οι εφεσείουσες είχαν το δικαίωμα μέσω της ιεραρχικής προσφυγής που άσκησαν να εκθέσουν, απαντήσουν και αναπτύξουν τις θέσεις τους, πράγμα το οποίο και έπραξαν.
Η εκκαλούμενη δε απόφαση, εκδόθηκε αφού ακούστηκαν μέσω της προσφυγής τους οι εφεσείουσες».
Τέλος, αξιοσημείωτη είναι η παραπομπή στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Papouis Dairies Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 79/2018, ημερομηνίας 15/3/2024, στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας ΣτΕ 4447/12. Μεταφέρεται σχετικό απόσπασμα (με δική μας έμφαση):
«Αναφορικώς προς τη συζητούμενη πτυχή, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας ανέφερε στην ΣτΕ 4447/12 και τούτα τα κατ' αναλογίαν σχετικά προς τα υπό ανάλυση, τα οποία ασπαζόμαστε ως προς τις αρχές που εκφράζουν:
« [...] 7. Επειδή, το Σύνταγμα στο άρθρο 20 παράγραφος 2 ορίζει ότι «2. Το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερόμενου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η άσκηση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος της προηγουμένης ακροάσεως - το οποίο προβλέπεται πλέον και στο άρθρο 6 του μη διέποντος την επίδικη περίπτωση Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας Ν. 2690/1999, Α΄ 45 - αποβλέπει στην παροχή της δυνατότητος στον διοικούμενο, τον οποίον αφορά η δυσμενής διοικητική πράξη να προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, ούτως ώστε να επηρεάσει τη λήψη από το όργανο αυτό της σχετικής αποφάσεως ύστερα από διαφορετική εμφάνιση ή εκτίμηση του πραγματικού υλικού, και τούτο, ανεξαρτήτως του αν παρέχεται στον διοικούμενο αυτό η δυνατότητα να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή κατά της διοικητικής πράξεως. Συνεπώς, για το λυσιτελές της προβολής από τον διοικούμενο λόγου ακυρώσεως περί μη τηρήσεως του δικαιώματος προηγουμένης ακροάσεως πριν την έκδοση της δυσμενούς γι' αυτόν πράξεως απαιτείται και παράλληλη αναφορά και των ισχυρισμών που αυτός θα προέβαλε ενώπιον της Διοικήσεως αν είχε κληθεί. Εξάλλου, όταν βάσει της συγκεκριμένης ειδικής νομοθεσίας που διέπει την έκδοση της δυσμενούς διοικητικής πράξεως προβλέπονται, πέραν της αρχικής προηγουμένης ακροάσεως, και ένα ή περισσότερα στάδια ενδικοφανούς διαδικασίας ενώπιον ανωτέρων οργάνων η μη τήρηση του προβλεπομένου τύπου της προηγουμένης ακροάσεως κατά την διαδικασία εκδόσεως της αρχικής πράξεως καλύπτεται, εφόσον ο ενδιαφερόμενος ασκήσει την ή τις ενδικοφανείς προσφυγές και προβάλει τους κρίσιμους, κατ' αυτόν, ισχυρισμούς που δεν προέβαλε πριν την έκδοση της αρχικής πράξεως. Στην περίπτωση, μάλιστα αυτή, θα πρέπει να θεωρηθεί ως εκτελεστή διοικητική πράξη η τελικώς εκδιδομένη, μετά την άσκηση από τον ενδιαφερόμενο της ή των ενδικοφανών προσφυγών, διότι ως οριστική διοικητική πράξη είναι η τελικώς εκδιδομένη μετά την εξάντληση της ενδικοφανούς διαδικασίας».
Υπό το φως των ανωτέρω, η Έφεση γίνεται αποδεκτή. Η πρωτόδικη Απόφαση (μαζί με τα έξοδα της) παραμερίζεται. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €3500 υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον της Εφεσίβλητης.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο