ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 49/2024)
18 Φεβρουαρίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
C. J. A.
Εφεσείων,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ
Εφεσίβλητης.
-------------------
Σ. Νικολάου (κα), δικηγόρος, για ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Α. ΠΑΥΛΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντα.
Χρ. Δημητρίου (κα), δικηγόρος για ΚΙΤΣΙΟΥ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ Δ.Ε.Π.Ε., για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο για την Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Σεραφείμ, Δ.:
---------------------
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.: Με την ως άνω Έφεση επιζητείται η ανατροπή της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας ημερομηνίας 27.3.2024, με την οποία απορρίφθηκε η Προσφυγή Αρ. 2420/2023 (εφεξής η «Προσφυγή»), την οποία άσκησε ο Εφεσείων, υπήκοος Νιγηρίας, εναντίον απόφασης της Εφεσίβλητης ημερομηνίας 12.7.2023, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του για παροχή διεθνούς προστασίας.
Τα ουσιώδη γεγονότα, τα οποία δεν τελούν υπό αμφισβήτηση, συνοψίζονται ως ακολούθως:
Ο Εφεσείων υπέβαλε, στις 17.11.2021, αίτηση χορήγησης διεθνούς προστασίας, αφού προηγουμένως εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω των κατεχόμενων εδαφών.
Στις 13.06.2023 έλαβε χώρα συνέντευξη του Εφεσείοντα από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος, στις 22/06/2023 υπέβαλε σχετική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με εισήγηση όπως απορριφθεί η αίτηση του Εφεσείοντα.
Στις 27.06.2023 εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, υιοθετώντας την προαναφερθείσα εισήγηση, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Εφεσείοντα και εξέδωσε απόφαση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Η επιστολή ημερομηνίας 12.7.2023 αναφορικά με την απορριπτική της αιτήσεως του Εφεσείοντα απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, με την αιτιολόγηση αυτής κοινοποιήθηκε αυθημερόν στον Εφεσείοντα.
Ακολούθησε η εκ μέρους του Εφεσείοντα καταχώριση της Προσφυγής, με ανεπιτυχές γι’ αυτόν, ως προαναφέρθηκε, αποτέλεσμα και την άσκηση εκ μέρους του της παρούσας Έφεσης.
Οι λόγοι Εφέσεως έχουν αυτούσιοι ως εξής (διατηρήθηκε η γραμματική, συντακτικό και ορθογραφία τους):
«1ος ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ
Η απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου να απορρίψει την Προσφυγή του Εφεσείοντα ήταν καταχρηστική.
Αιτιολογία 1ου Λόγου Έφεσης
Σύμφωνα με την απόφαση ημερομηνίας 27.3.2024, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή καταχρηστικά αποφάσισε να απορρίψει την Προσφυγή του Εφεσείοντα.
Συγκεκριμένα το Δικαστήριο απέρριψε την Αίτηση αφού έκρινε ότι οι λόγοι προσφυγής που κατέγραψε ο Αιτητής κατά το εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας είναι αλυσιτελείς, γενικοί και δεν εξειδικεύονται επαρκώς. Επιπλέον το Δικαστήριο λανθασμένα έκρινε πως η κατάσταση στην χώρα του Αιτητή είναι ασφαλής.
2ος ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ
Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατάκρινε και κατέληξε στη σελίδα 4 της Πρωτόδικης Απόφασης ότι:
«Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε επαρκής ή δέουσα έρευνα κρίνω ότι δεν ευσταθεί και απορρίπτεται για τους λόγους που αναφέρονται πιο κάτω.»
Αιτιολογία 2ου Λόγου Έφεσης
Έχοντας υπόψη τις διατάξεις του Νόμου καθώς επίσης όπως αυτό αναφέρεται στην υπόθεση Αρ. 5846/2013, η Έντιμη Δικαστής κ. Ψαρά κάνει αναφορά στο σύγγραμμα του Α.Ν. Λοΐζου «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας» εκθ. 2002 στο οποίο ο συγγραφέας αποτυπώνοντας την κυπριακή νομολογία σε σχέση με την έννοια ως δέουσας έρευνας αναφέρει στις σελίδες 356-357 τα ακόλουθα:
«(ε) Έλλειψη δέουσας έρευνας: Ο λόγος αυτός ακύρωσης συνδέεται με το λόγο πλάνης περί τα πράγματα αλλά στην Κυπριακή νομολογία έτυχε μεταχείρισης και ως ανεξάρτητου λόγου ακύρωσης. Συνδέεται επίσης και με την αιτιολογία διοικητικής πράξης. Η διοίκηση έχει καθήκον να προβεί στη δέουσα έρευνα για την εξακρίβωση των πραγματικών γεγονότων να ερμηνεύσει, όπου τούτο είναι αναγκαίο, τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες και να τις εφαρμόσει στα γεγονότα και να αποφασίσει. Η έρευνα μπορεί να διεξαχθεί είτε από το ίδιο το αρμόδιο διοικητικό όργανο είτε μέσω άλλου προσώπου ή Αρχής ή Οργάνου. Η τελική όμως εκτίμηση των γεγονότων, η εφαρμογή σε αυτά του νόμου και η λήψη της τελικής απόφασης είναι καθήκον του αρμόδιου οργάνου. Λόγω ελλιπούς έρευνας διαπιστώνεται πλάνη περί τα πράγματα ως προς την κρινόμενη απόφαση, το τεκμήριο της νομιμότητας των ευρημάτων της διοίκησης εξασθενεί αν ο Αιτητής επιτύχει να θέσει ως πιθανή την ύπαρξη πλάνης περί τα πράγματα. Αν δημιουργηθούν αμφιβολίες στο Δικαστή αναφορικά με την ορθότητα των ευρημάτων της διοίκησης, η διοικητική πράξη μπορεί να ακυρωθεί αν το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έγινε η δέουσα έρευνα. Η διεξαγωγή της δέουσας έρευνας πρέπει να συνάγεται από τα στοιχεία του φακέλου. Εξάλλου, η παρουσίαση στοιχείων από έναν Αιτητή τα οποία δεν ήσαν ενώπιον της διοίκησης κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη προς αντίκρουση του ισχυρισμού του.»
Καθήκον, που στην προκειμένη περίπτωση, ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι δεν έπραξαν οι Καθ' ων η Αίτηση και το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι οι Καθ' ων προχώρησαν στην δέουσα έρευνα που απαιτείται από τη νομοθεσία με το άρθρο 45 του Περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου 1999 158(1)/1999 άρθρο 45 για την εγκυρότητα της απόφασης του Διοικητικού οργάνου. Επιπρόσθετα το διοικητικό όργανο, η Υπηρεσία Ασύλου, δεν έχει προβεί στην αιτιολόγηση της δέουσας έρευνας όπως απαιτείται από τον Νόμο.
Η έλλειψη δέουσας και επαρκούς έρευνας από τους Εφεσίβλητους/ Καθ'ων η Αίτηση φαίνεται από τη διαδικασία ότι έχει να κάνει με την τυπική συμπλήρωση του τυποποιημένου εντύπου παρά την διεξαγωγή του διαλόγου ως η διαδικασία και ο Νόμος ορίζει, με σκοπό ο Αιτητής να παραθέσει τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει την επίδικη Αίτηση. Όσον αφορά τη διαδικασία της συνέντευξης ο ρόλος του μεταφραστή όσο και του αρμόδιου λειτουργού είναι σημαντικός και από αυτούς εξαρτάται το πώς θα μεταφέρει ο αιτητής την θέση του. Με γνώμονα πιο πάνω θα πρέπει η Υπηρεσία Ασύλου να εξετάζει όλα τα δεδομένα που έχει ενώπιον της και παράλληλα να καθοδηγούνται από ανεξάρτητες αξιόπιστες και αντικειμενικές πηγές προτού καταλήξει στην απόφαση της.
Επιπρόσθετα το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε και/ή αποφάσισε ότι οι Καθ'ων η Αίτηση προχώρησαν σε δέουσα έρευνα και σε επαρκή αιτιολόγηση της απόφασης τους όπως αυτή ορίζεται από τον περί Προσφύγων Νόμο και το Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθήκοντος των Προσφύγων για τις διαδικασίες των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες.
Έχοντας υπόψη την διάταξη του Νόμου καθώς επίσης όπως αυτό αναφέρεταιστην υπόθεση Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Εφόρου Μηχανοκίνητων Οχημάτων (1998) 3 Α.Α.Δ. 270.
«Το κατά πόσο μια Διοικητική πράξη είναι αιτιολογημένη ή όχι εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά της (βλ. Πισσάς ν. Δημοκρατίας (1974) 3 Α.Α.Δ. 476).
Η αιτιολογία δεν πρέπει να περιορίζεται σε γενικούς χαρακτηρισμούς που μπορούν να εφαρμοσθούν σε κάθε περίπτωση και δεν πρέπει να επαναλαμβάνει τις διατάξεις του Νόμου. Η επανάληψη των γενικών όρων του Νόμου ισοδυναμεί με ανύπαρκτη αιτιολογία. «Καθιστά αναιτιολόγητον την πράξιν αιτιολογία αόριστος καθισώσα αδύνατον τον δικαστικόν αυτής έλεγχον, μη εκθέτουσα τα γεγονότα, εξ ων εμορφωθή, η κρίσης της Διοικήσεως, η δυνάμενη να εφαρμοσθή εις πάσαν περίπτωσιν» (βλ. Πορίσματα Νομολογίας σελ. 186-187, Πιπερίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 134, 141 και Κυριακίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας 1995 3 Α.Α.Δ. 298)».
(Η υπογράμμιση είναι δική μας).
Με βάση την νομολογία όπως αυτή παρατέθηκε πιο πάνω επίδικη Διοικητική πράξη δεν είναι αιτιολογημένη.
Επιπρόσθετα, το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα παρέλειψε να σχολιάσει την Απόφαση τα οποία ο Αιτητής προέβαλε μέσω της αγόρευσης του ότι οι Καθ'ων η Αίτηση γενικά και αόριστα καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν ανήκει στην κατηγορία προσώπων την οποία ο Νόμος προστατεύει. Κατέληξαν δε στο συμπέρασμα αυτό χωρίς να εξηγήσουν και ποια γεγονότα ήταν αυτά που τους καθοδήγησαν.»
Μελετήσαμε δεόντως τα ενώπιον μας έγγραφα, ήτοι την ειδοποίηση Έφεσης, τα περιγράμματα αγορεύσεων των διαδίκων, το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου της πρωτόδικης υπόθεσης, την πρωτόδικη απόφαση, καθώς και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης.
Η απόφαση μας έχει ως ακολούθως:
Καταρχάς, παρατηρούμε ότι στο περίγραμμα αγόρευσης του Εφεσείοντα επαναλήφθηκαν κατά λέξη οι πιο πάνω λόγοι Εφέσεως και η αιτιολογία τους, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω επεξήγηση, παραμένοντας, έτσι οι λόγοι Εφέσεως, κατά την κρίση μας, πλήρως γενικόλογοι και ασαφείς, αφού δεν επεξηγείται συγκεκριμένα το όποιο κατ' ισχυρισμό σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σημειώνεται, βέβαια, ότι στο περίγραμμα αγόρευσης του ο Εφεσείων καταγράφει αδόκιμα διάφορα υπό τους τίτλους «ΓΕΓΟΝΟΤΑ» και «ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ» με καμία, όμως, διασύνδεση με τους δικογραφημένους λόγους Εφέσεως, εν πολλοίς και καθ’ υπέρβαση και ασχέτως των δικογραφημένων ισχυρισμών (π.χ. εγείρεται ζήτημα περί παραβίασης του ευεργετήματος της αμφιβολίας ή παραβίασης της δίκαιης δίκης, ζητήματα που ουδόλως δικογραφήθηκαν, βλ. ανωτέρω). Το Δικαστήριο, όμως, δεν δύναται να εικάζει ποιες αναφορές αφορούν ποιους λόγους Εφέσεως και δεν δύναται να εξετάζει ζητήματα που εκφεύγουν του πλαισίου αυτών (βλ. απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.9.2023 στην Έφεση Αρ. 7/2017 κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου ΝΙΚΟΛΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ), ούτε, βεβαίως, επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας μέσω τέτοιων αναφορών (βλ. απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 1.2.2022 στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 33/2015 Χατζηγεωργίου v. Δήμου Πόλεως Χρυσοχούς, απόφαση ημερομηνίας 1.2.2022).
Ως είχαμε ήδη την ευκαιρία να υποδείξουμε και στην απόφαση ημερομηνίας 18.3.2025 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 155/2023 ARISTOTE BONSANGE MAMBULU v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ:
«Κατά τη νομολογία, ο λόγος έφεσης δέον να προσδιορίζει το κατ' ισχυρισμό πρωτόδικο λάθος και η αιτιολογία του να το επεξηγεί.
Ως λέχθηκε στην PANAYIOTIS GEORGHIOU (CATERING) LTD ν. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ.323:
«Η ειδοποίηση έφεσης προσδιορίζει τα επίδικα θέματα της έφεσης. Ο προσδιορισμός τους ρυθμίζεται υπό την αίρεση των ιδιαιτεροτήτων της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας. Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν ως προς τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων στις αναθεωρητικές όπως και στις πολιτικές εφέσεις. (Βλέπε μεταξύ άλλων Lefkos Georghiades (1972) 3 C.L.R. 594 και G. A. P. Estates v. Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ. 449.) Ο προσδιορισμός τους διέπεται από τη Δ.35 θ.4. Λόγος έφεσης συντίθεται από (α) τον προσδιορισμό του σφάλματος που καθιστά την πρωτόδικη απόφαση ή μέρος της, εσφαλμένη και (β) τους λόγους που στοιχειοθετούν το σφάλμα. Χωρίς το ένα ή το άλλο σκέλος, ο λόγος έφεσης είναι ατελής. Το επίδικο θέμα της έφεσης είναι το βάσιμο του σφάλματος που προβάλλεται από τον εφεσείοντα κρινόμενο υπό το πρίσμα των λόγων που προσδιορίζονται προς θεμελίωσή του.
Σειρά αποφάσεων του Εφετείου και της Ολομέλειας διαγράφουν τις επιπτώσεις που συνεπάγεται η παρέκκλιση από τις διατάξεις της Δ.35 θ.4, (πριν την τροποποίηση) στη στοιχειοθέτηση λόγου έφεσης. Ο λόγος είναι άκυρος. Όπου το σύνολο των λόγων έφεσης οι οποίοι τίθενται είναι άκυροι η έφεση στην ολότητά της καθίσταται άκυρη. (Βλέπε μεταξύ άλλων Kyriakides v. Kyriakides (1969) 1 C.L.R. 373. Omiros Courtis and Another (No. 1) v. Panos K. Iasonides (1972) 1 C.L.R. 56, Τύμβιος και Άλλοι v. Λιβέρα (1991) 1 Α.Α.Δ. 615. "Αλήθεια" v. Κύρρη (1992) 1 Α.Α.Δ. 130. Δημοκρατία v. Κόμμα Φιλελευθέρων (1993) 3 A.A.Δ. 585, Χ"Κυριάκου v. Δημοκρατίας (1994) 3 A.A.Δ. 301.».
Όσον αφορά, συγκεκριμένα, τον πρώτο λόγο Εφέσεως, κρίνουμε ότι είναι δικονομικά απαράδεκτος διότι δηλώνει, άνευ ετέρου, ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι καταχρηστική (απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ημερομηνίας 11.2.2026 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 39/2024 U.C.E. v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου), καθιστώντας τον εν λόγω λόγο Έφεσης ανεπίδεκτο δικαστικής εξέτασης. Εξετάσαμε, έστω εκ του περισσού, το ζήτημα της δικαστικής κρίσης περί γενικότητας και αοριστίας των λόγων ακυρώσεως, ως αυτοί δικογραφήθηκαν στην Προσφυγή, αλλά και παρατέθηκαν στη γραπτή αγόρευση για τον Εφεσείοντα.
Κρίνουμε ότι, οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ήτοι ότι οι λόγοι ακυρώσεως δεν συνάδουν με την ισχύουσα νομολογία, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς επικαλέσθηκε (βλ. σελ. 3 και 4 της πρωτόδικης απόφασης), είναι εύστοχες, αφού οι λόγοι ακυρώσεως στο δικόγραφο της Προσφυγής δεν ήταν επαρκώς εξειδικευμένοι και αιτιολογημένοι και ούτε αναπτύχθηκαν δεόντως.
Πρόσθετα, ισχύουν και εδώ τα ακόλουθα τα οποία λέχθηκαν στην U.C.E. v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου ανωτέρω:
«Κατά δεύτερον, ναι μεν το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε εισαγωγικά ότι οι λόγοι ακύρωσης, ως παρατίθενται στην πρωτόδικη αίτηση ακύρωσης είναι υπέρ το δέον γενικοί και αόριστοι, αλλά εν υνεχεία δήλωσε ότι «Τα όσα αναφέρω επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση» (σελ. 4 της εφεσιβαλλόμενης απόφασης), προχωρώντας να εξετάσει και απορρίψει συγκεκριμένους λόγους ακύρωσης, αφορούντες την ανεπάρκεια της διοικητικής έρευνας και της αιτιολογίας της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου και το εύλογο της διοικητικής κρίσης.».
Περαιτέρω, όσον αφορά στον ισχυρισμό υπό τον πρώτο λόγο Έφεσης ότι, λανθασμένα κρίθηκε η χώρα καταγωγής ως ασφαλής από το πρωτόδικο Δικαστήριο, και πάλιν εξετάζοντας το ζήτημα εκ του περισσού, αφού τίποτε άλλο δεν αναφέρεται πέραν της απλής αναφοράς περί λάθους, εντοπίζουμε, από το περιεχόμενο της πρωτόδικής απόφασης, ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αναλυτικά στις σελ. 14 έως και 20 της απόφασης του, καταλήγοντας εύλογα, στη βάση έγκυρων και επικαιροποιημένων πηγών πληροφόρησης, οι οποίες ρητώς κατονομάστηκαν στην δικαστική απόφαση (βλ. υποσημειώσεις σελίδα 16-18 αυτής), σε εύρημα περί ασφαλούς χώρας καταγωγής.
Ουδεμία συγκεκριμένη αμφισβήτηση της εγκυρότητας και ορθότητας των εν λόγω πηγών πληροφόρησης, ως απαιτείται, δεν υπήρξε, παρατηρούμε, από την πλευρά του Εφεσείοντα.
Συνεπώς, για όλους τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ο πρώτος λόγος Έφεσης απορρίπτεται.
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο Έφεσης και ισχυόντων όσων προαναφέρθηκαν ανωτέρω, παρατηρούμε αναλυτικά και/ ή επιπρόσθετα ότι η αιτιολογία του εν λόγω λόγου Έφεσης εξαντλείται, ως επί το πλείστον στη γενικόλογη αναφορά περί έλλειψης δέουσας έρευνας της διοίκησης και αιτιολογίας, με παράθεση μεν, νομολογίας επί του θέματος, χωρίς δε όμως οποιαδήποτε υπαγωγή των γεγονότων της περίπτωσης στο πλαίσιο της νομολογίας της οποίας γίνεται επίκληση και χωρίς οποιασδήποτε, πολλώ μάλλον σαφούς υπόδειξης του σφάλματος της διοίκησης ή του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Ως υποδείχθηκε πλειστάκις σε σειρά αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου, με δεδομένο τον έλεγχο ουσίας τον οποίο έχει καθήκον να διενεργεί και διενήργησε στην παρούσα υπόθεση, ως διαφαίνεται από την πρωτόδικη απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο, οποιεσδήποτε αυτοτελείς αιτιάσεις για πλημμέλειες της διοίκησης κατά τον έλεγχο του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην ακυρωτική του διάσταση και όχι υπό λόγο Έφεσης σε σχέση με την δικαστική κρίση ουσίας, κρίνονται αλυσιτελείς. Ως επισημάνθηκε σχετικά και στην απόφαση του Εφετείου (αναθεωρητική δικαιοδοσία) ημερομηνίας 20.3.2025 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 135/2023 DEVI PRASAD SIWAKOTI v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ:
«Ιδιαιτέρως ως προς τον Λόγο Έφεσης Αρ. 2, διαπιστώνουμε ότι οι πρωτοδίκως προβληθέντες λόγοι ακύρωσης στους οποίους ο Εφεσείων εστιάζει, αφορούν κατ' ισχυρισμόν πλημμέλειες της Υπηρεσίας Ασύλου. Δεδομένου ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο διενήργησε έλεγχο ορθότητας/ ουσίας, υποκαθιστώντας την κρίση της Διοίκησης με τη δική του, ο Λόγος Έφεσης είναι αλυσιτελής, καθότι κρίσιμο πλέον ζήτημα είναι η ορθότητα της επί της ουσίας κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κρίση στην οποία, ως προαναφέραμε, δεν υφίσταται περιθώριο παρέμβασής μας (βλ. κατ' αναλογία Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 9/2023 Mehedi ν. Δημοκρατίας, απόφαση Εφετείου ημερ. 30.10.2024).»
Εν πάση περιπτώσει, εξετάζοντας έστω και πάλιν εκ του περισσού το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης, βρίσκουμε ότι, η αναλυτικά αιτιολογημένη κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί διεξαγωγής δέουσας έρευνας από την Εφεσίβλητη και παροχής δέουσας αιτιολόγησης στην παρούσα περίπτωση, όπως και το καταληκτικό συμπέρασμα του επί της ουσίας ότι, ο Εφεσείων δεν πληροί τις προϋποθέσεις για χορήγηση σ' αυτόν καθεστώτος ασύλου ή- επικουρικά- συμπληρωματικής προστασίας είναι ορθή, αφού, ιδιαίτερα, η απόρριψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο του βασικού ισχυρισμού του Εφεσείοντα περί κινδύνου γι’ αυτόν -σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του- από τον θείο του για περιουσιακές διαφορές, είναι, κρίνουμε, εύλογη, ορθή και δεόντως τεκμηριωμένη, ώστε να μην επιτρέπει οποιαδήποτε επέμβαση μας. Ομοίως και το πρωτόδικα εύρημα περί ασφαλούς χώρας καταγωγής.
Υπενθυμίζουμε και πάλιν ότι, το Διοικητικό Εφετείο προβαίνει σε έλεγχο νομιμότητας της πρωτόδικης απόφασης και όχι (δεύτερο) δικαστικό έλεγχο ουσίας της υπόθεσης (βλ. επί παραδείγματι Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 64/2023 Ο.Ε. ν. Δημοκρατίας, απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 18.7.2024).
Για τους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω, οι λόγοι Εφέσεως αποτυγχάνουν.
Η Έφεση απορρίπτεται, με έξοδα ύψους €2000 υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντα.
Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο