ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 78/2024)
11 Φεβρουαρίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
W. D. A. M. D.
Εφεσείων,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ
Εφεσίβλητης.
--------------------
Ν. Χαραλαμπίδου (κα), για Ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντα.
Χ. Δημητρίου (κα), εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Δικαστή Δ. Λυσάνδρου.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.: Ο Εφεσείων καταχώρησε τόσο αίτηση διεθνούς προστασίας όσο και μεταγενέστερη αίτηση, οι οποίες απορρίφθηκαν από τις αρμόδιες διοικητικές και δικαστικές αρχές.
Εν συνεχεία, ο Εφεσείων καταχώρησε (δεύτερη) μεταγενέστερη αίτηση (εφεξής «η επίδικη μεταγενέστερη αίτηση») η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου ως απαράδεκτη.
Ο Εφεσείων καταχώρησε την Προσφυγή Αρ. 5553/2022 κατά της τελευταίας απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε, ομογνωμώντας με την προσβαλλόμενη διοικητική κρίση.
Συγκεκριμένα, το πρωτόδικο σκεπτικό είχε ως εξής:
Ο Εφεσείων προώθησε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεόντως δικογραφημένους λόγους ακύρωσης περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας.
Σύμφωνα με τα Άρθρα 12Βτετράκις και 16Δ των περί Προσφύγων Νόμων (ο Νόμος 6(Ι) του 2000, ως τροποποιήθηκε, εφεξής «ο Νόμος») μια μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται σε δύο στάδια:
Σε πρώτο στάδιο, εξετάζεται το παραδεκτό της, το οποίο προϋποθέτει η μεταγενέστερη αίτηση να παραθέτει νέα στοιχεία ή πορίσματα (έναντι αυτών που προέκυψαν κατά την εξέταση προγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας) σε σχέση με την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας στον Αιτητή.
Εάν η προϋπόθεση του παραδεκτού δεν πληρούται, τότε η Υπηρεσία Ασύλου απορρίπτει την μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη χωρίς να διεξαγάγει συνέντευξη του Αιτητή. Εάν, αντιθέτως, η προϋπόθεση του παραδεκτού πληρούται, τότε και μόνον η Υπηρεσία Ασύλου εξετάζει την μεταγενέστερη αίτηση επί της ουσίας της.
Στη δε περίπτωση, όπως την προκείμενη, που η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε τη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη, χωρίς να την εξετάσει επί της ουσίας της, το πρωτόδικο Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ορθά η Υπηρεσία Ασύλου έκρινε ως απαράδεκτο το αίτημα του Αιτητή για επανάνοιγμα της υπόθεσής του. Κατά τη γνώμη μας, είναι ορθή η πρωτόδικη κρίση επί του σημείου τούτου (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 156/2023 Obi v. Δημοκρατίας, απόφαση Εφετείου ημερ. 10.6.2025).
Σε αυτό το δικαιοδοτικό πλαίσιο, το πρωτόδικο Δικαστήριο συμφώνησε με την Υπηρεσία Ασύλου πως η επίδικη μεταγενέστερη αίτηση δεν έγειρε οποιοδήποτε νέο στοιχείο, εν συγκρίσει με τα στοιχεία που προβλήθηκαν στο πλαίσιο των προηγηθεισών αιτήσεων διεθνούς προστασίας τις οποίες ο Εφεσείων υπέβαλε.
Αυτό, διότι όλες οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας του Εφεσείοντα βασίστηκαν στον ισχυρισμό του περί φόβου δίωξής του στη χώρα καταγωγής του (Αίγυπτο) από μουσουλμάνους που επιθυμούν να τον εκδικηθούν, επειδή (Χριστιανός όντας ο ίδιος) σε διαμάχη μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων κτύπησε κάποιο Μουσουλμάνο, ο οποίος εν συνεχεία απεβίωσε.
Επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι η Αίγυπτος χαρακτηρίστηκε ως ασφαλής χώρα καταγωγής από συναφές διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών (Κ.Δ.Π. 191/2024).
Με την παρούσα έφεση, ο Εφεσείων ζητεί τον παραμερισμό της εφεσιβαλλόμενης απόφασης και δικαστικό διάταγμα για την επί της ουσίας εξέταση της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης από την Υπηρεσία Ασύλου, προβάλλοντας τους εξής λόγους έφεσης:
(α) εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ορθή την προσβαλλόμενη πράξη της Υπηρεσίας Ασύλου να απορρίψει τη (δεύτερη) μεταγενέστερη αίτηση του Εφεσείοντα στο προκαταρκτικό στάδιο του παραδεκτού, χωρίς να επανανοίξει τον φάκελό του και να εξετάσει τα νέα στοιχεία που αυτός επικαλέστηκε επί της ουσίας τους (πρώτος λόγος έφεσης)·
(β) εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι τα νέα στοιχεία και γεγονότα, τα οποία ο Εφεσείων επικαλέστηκε στην επίδικη μεταγενέστερη αίτησή του, δεν αποτελούν νέα στοιχεία ή πορίσματα, ώστε να χρήζει περαιτέρω εξέτασης ή/και επί της ουσίας εξέτασης η αίτησή του (δεύτερος λόγος έφεσης)·
(γ) εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο Εφεσείων δεν προέβαλε ισχυρισμούς ή στοιχεία που αφορούσαν προσωπικά τον ίδιο και οι οποίοι να ανατρέπουν το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας καταγωγής (τρίτος λόγος έφεσης).
Ο πρώτος και δεύτερος λόγος έφεσης αλληλοπεριχωρούνται οπότε θα τους εξετάσουμε από κοινού. Για τους εξής δε λόγους, τους κρίνουμε αβάσιμους και τους απορρίπτουμε:
Ο Εφεσείων υπέβαλε την επίδικη μεταγενέστερη αίτησή του στις 25.5.2022, αναγράφοντας τον λόγο υποβολής της στην Αραβική. Αυτός ο λόγος παρατίθεται σε εκ μεταφραστή υπογεγραμμένη μετάφραση στην Αγγλική ημερ. 30.5.2022 ως εξής:
«Ι have revenge problem between me and muslim I cannot go back».
Στο ενδοϋπηρεσιακό σημείωμα/εισήγηση ημερ. 10.6.2022 (που υιοθετήθηκε ενυπογράφως από πρόσωπο ασκών χρέη Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου) αναφέρονται συναφώς τα εξής:
«Με την δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση ασύλου την οποία συμπλήρωσε στις 25/05/2022, ισχυρίστηκε ότι αντιμετωπίζει πρόβλημα εκδίκησης μεταξύ του ιδίου και κάποιων μουσουλμάνων (Π.Β.Ερυθ.96). Στην αρχική του συνέντευξη ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε την χώρα του λόγω του ότι σκότωσε κάποιον Μουσουλμάνο, ισχυρισμός ο οποίος απορρίφθηκε. Ο ΑΑ ανέφερε τους εν λόγω ισχυρισμούς στην αρχική του συνέντευξη εξετάστηκαν κατ ουσία και απορρίφθηκαν, συνεπώς δεν αποτελούν νέα στοιχεία.
Λόγω του ότι δεν ανέφερε οποιοδήποτε νέο στοιχείο στην μεταγενέστερη αίτηση του, με βάση το άρθρο 16(Δ) των Περί Προσφύγων Νόμων 2000-2020, εισηγούμαι όπως η μεταγενέστερη αίτηση του κριθεί απαράδεκτη.».
Κρίνουμε ότι τα αναφερθέντα στην ενδοϋπηρεσιακή εισήγηση ημερ. 10.6.2022 επιβεβαιώνονται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Συγκεκριμένα, στις 10.9.2012 η Υπηρεσία Ασύλου διεξήγαγε προσωπική συνέντευξη του Εφεσείοντα επί τη ευκαιρία υποβολής της πρώτης αίτησης διεθνούς προστασίας αυτού στις 20.8.2012. Στο πλαίσιο της συνέντευξης, ο Εφεσείων ανέφερε τον ισχυρισμό του πως -σε διαμάχη μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων κατά το 2007- χτύπησε κάποιον ο οποίος απεβίωσε, οπότε τον αναζητούν ώστε να τον εκδικηθούν.
Στην ενδοϋπηρεσιακή έκθεση-εισήγηση ημερ. 11.9.2012 (η οποία εγκρίθηκε ενυπογράφως στις 12.9.2012) αναφέρθηκε (μεταξύ άλλων) ο άνωθεν ισχυρισμός ως εξής, ο οποίος χαρακτηρίστηκε ως αναξιόπιστος:
«Ο Α.Α. ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω του γεγονότος ότι, είχε σκοτώσει ένα Μουσουλμάνο μετά από διαπληκτισμό μεταξύ Μουσουλμάνων και Χριστιανών με αποτέλεσμα να τον αναζητούν για λόγους εκδίκησης (ερ. 33,35 Χ). Ερωτηθείς για το πότε έλαβε χώρα το περιστατικό ανάφερε το Νοέμβριο του 2007 (ερ. 35 Χ) καθώς επίσης και ότι έκτοτε τον αναζητούσαν.».
Εν συνεχεία, η αιτιολόγηση (Ερυθρό 46 του διοικητικού φακέλου) της απόρριψης της πρώτης αίτησης διεθνούς προστασίας αναφέρει ότι για την απόρριψη της αίτησης λήφθηκε (μεταξύ άλλων) υπόψη «το γεγονός ότι, ο ισχυριζόμενος φόβος δίωξης σας, ότι αν επιστρέψετε θα σας αναμένουν τα άτομα με τα οποία διαπληκτιστήκατε λόγω θρησκευτικών διαφορών, κρίθηκε αναξιόπιστος».
Τέλος, ο άνωθεν ισχυρισμός αναφέρεται στην απόφαση ημερ. 12.11.2012 της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων η οποία -στο πλαίσιο της διοικητικής προσφυγής την οποία καταχώρησε ενώπιόν της ο Εφεσείων - ομογνώμησε με την Υπηρεσία Ασύλου ως προς την απόρριψη του κατ’ ισχυρισμόν φόβου δίωξης του Εφεσείοντα, κρίνοντάς τον ομοίως αναξιόπιστο.
Συνάγεται εκ των ανωτέρω πως ορθά η Υπηρεσία Ασύλου και, εν συνεχεία, το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσαν πως η επίδικη μεταγενέστερη αίτηση βασίζεται σε λόγο ο οποίος υποβλήθηκε, εξετάστηκε και απορρίφθηκε στο πλαίσιο προηγηθείσας αίτησης διεθνούς προστασίας του Εφεσείοντα, με αποτέλεσμα να ενεργοποιείται σε βάρος του η επιφύλαξη του Άρθρου 16Δ(3)(α) του Νόμου, κατά την οποία:
«Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.».
Στο κάτω-κάτω, ήταν πρωτόδικα η θέση των συνηγόρων του Εφεσείοντα πως ο τελευταίος επικαλείτο τον ίδιο φόβο δίωξης τόσο στην αρχική αίτηση διεθνούς προστασίας την οποία υπέβαλε όσο και σε κάθε μεταγενέστερη αίτησή του, αυτή δε η θέση αναφέρεται στην εφεσιβαλλόμενη απόφαση (σελ.7), η δε πρωτόδικη αγόρευση του Εφεσείοντα (σελ. 3) όντως προέταξε τα εκ του Εφεσείοντα δηλωθέντα στην συνέντευξή του ως τη βάση για τον κατ’ ισχυρισμό φόβο δίωξής του. Στο ίδιο μήκος κύματος, η πρωτόδικη απαντητική αγόρευση του Εφεσείοντα (σελ. 5) προβάλλει ότι τόσο η αρχική αίτηση διεθνούς προστασίας όσο και οι μεταγενέστερες αιτήσεις ερείδονται στον ισχυρισμό του Εφεσείοντα για φόβο δίωξής του από Μουσουλμάνους στην Αίγυπτο.
Με, δεδομένο, λοιπόν, ότι όντως η επίδικη μεταγενέστερη αίτηση του Εφεσείοντα δεν υποστηριζόταν από νέα στοιχεία ή πορίσματα και -κατά νομοθετική επιταγή- έχρηζε απόρριψης ένεκα τούτου, θεωρούμε κατά προέκταση ότι και ο τρίτος λόγος έφεσης είναι απορριπτέος αφού δεν υπήρχε οτιδήποτε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου που να μπορούσε να εξεταστεί κατά τρόπο παραδεκτό από αυτό ώστε να ανατραπεί το μαχητό τεκμήριο το οποίο απορρέει από την Κ.Δ.Π. 191/2024 περί του ότι η Αίγυπτος είναι για τον Εφεσείοντα ασφαλής χώρα καταγωγής.
Συν τοις άλλοις, παρατηρούμε ότι ο Εφεσείων προτάσσει στο ενώπιόν μας περίγραμμά του (για τον τρίτο λόγο έφεσης) αιτιολογία άλλην από αυτήν την οποία παραθέτει στο δικόγραφο της έφεσης.
Ενώ, δηλαδή, το δικόγραφο της έφεσης προβάλλει ως πρωτόδικο σφάλμα, αφενός, τη μη αναγνώριση των στοιχείων της μεταγενέστερης αίτησης ως νέων και, αφετέρου, την αναγνώριση της Αιγύπτου ως ασφαλούς για τον ίδιο, το περίγραμμα για πρώτη φορά προβάλλει την εκ του πρωτόδικου Δικαστηρίου εσφαλμένη άσκηση της δικαιοδοσίας του, αφού αυτή προεκτείνεται -πέραν του ελέγχου νομιμότητας- και σε έλεγχο ορθότητας.
Κατά τη νομολογία, είναι δικονομικά απαράδεκτο το περίγραμμα της αγόρευσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου να προεκτείνεται σε θέματα πέραν της δημοσίας τάξεως και των δικογραφηθέντων στο δικόγραφο της έφεσης (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 178/2020 Δημητριάδου ν. Δημοκρατίας, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 12.6.2025), οπότε παρέλκει η ενασχόλησή μας με αυτό το θέμα.
Καταληκτική κρίση του Δικαστηρίου:
Η έφεση απορρίπτεται.
Επιδικάζεται το ποσό των 2000 ευρώ, ως κατ’ έφεση έξοδα, υπέρ της Εφεσίβλητης και κατά του Εφεσείοντα.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο