ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΗΣ ΛΟΓΙΣΤΡΙΑΣ v. ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΜΑΚΡΙΔΗ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 92/2023, 18/2/2026
print
Τίτλος:
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΗΣ ΛΟΓΙΣΤΡΙΑΣ v. ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΜΑΚΡΙΔΗ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 92/2023, 18/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

                          (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.  92/2023)

 

18 Φεβρουαρίου, 2026

 

[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΗΣ ΛΟΓΙΣΤΡΙΑΣ

                                                                                             Εφεσείουσα,

v.

 

                                              ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΜΑΚΡΙΔΗ

                                                                                                         Εφεσίβλητου.

 

--------------------

 

Ε. Συμεωνίδου (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσείουσα.

Κ. Μελάς, για ΜΑΡΚΙΔΗ, ΜΑΡΚΙΔΗ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσίβλητο.

                                              --------------------

 

 

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.

 

 

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΕYΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.:  Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με απόφαση του ημερομηνίας 13/6/2023, έκανε αποδεκτή την Προσφυγή Αρ. 288/2017 που ο Εφεσίβλητος είχε καταχωρήσει εναντίον της απόφασης της Εφεσείουσας ημερομηνίας 9/2/2017, να απορρίψει το αίτημα του για καταβολή των ποσών των συντάξεων του που ελάμβανε για τη θητεία του ως Βουλευτής και για την υπηρεσία του ως κρατικός υπάλληλος, το ύψος των οποίων επηρεάστηκε συνεπεία της θέσπισης του περί Συντάξεων Κρατικών Αξιωματούχων (Γενικές Αρχές) Νόμου του 2011 (Ν. 88(Ι)2011), ως τροποποιήθηκε με τον Ν. 182(Ι)/2012  ο οποίος όμως είχε κηρυχθεί αντισυνταγματικός.

 

Σύμφωνα με τα πραγματικά γεγονότα της περίπτωσης, ο  Εφεσίβλητος αφυπηρέτησε από τη θέση Εκτελεστικού Μηχανικού στις 29/5/1991 και από τις 30/5/1991 μέχρι τις 6/6/2001 υπηρέτησε ως Βουλευτής.  Ο Εφεσίβλητος λάμβανε δύο συντάξεις από το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας.  Σύνταξη ως πρώην δημόσιος υπάλληλος και σύνταξη ως πρώην Βουλευτής.

 

Κατ’ εφαρμογή των προνοιών του περί Συντάξεων Κρατικών Αξιωματούχων (Γενικές Αρχές) (Τροποποιητικού) (Αρ.2) Νόμου του 2012 (Ν. 182(Ι)/2012), το Γενικό Λογιστήριο προχώρησε σε περιορισμό των συντάξεων του Εφεσίβλητου αναδρομικά από 1/1/2013, ημερομηνία έναρξης ισχύος του υπό αναφορά τροποποιητικού Νόμου.

 

Με επιστολή του ημερομηνίας 28/11/2016, ο  Εφεσίβλητος υπέβαλε αίτημα προς τη Γενική Λογίστρια της Δημοκρατίας, όπως του καταβληθούν αναδρομικά όλα τα οφειλόμενα ποσά των συντάξεων του, αίτημα το οποίο απερρίφθη στις 9/2/2017 και εναντίον της απόφασης αυτής ο Εφεσίβλητος προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο, το οποίο επικαλούμενο τα νομολογηθέντα στη Λύρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθέσεις  Αρ. 99/2015, ημερομηνίας 28/6/2019 έκανε αποδεκτή την Προσφυγή του Εφεσίβλητου.

 

Κατά την ημερομηνία κατά την οποία η Έφεση ορίστηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, υπήρξε δήλωση από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Εφεσίβλητο, ότι ενόψει της απόφασης του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στη Δημοκρατία ν. Λύρας κ.ά., Εφέσεις κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 143/2019, 23/2020 και 166/2020, ημερομηνίας 8/10/2025, αποδέχεται τον παραμερισμό της πρωτόδικης Απόφασης.

 

Παρά την πιο πάνω δήλωση, η διαδικασία διερεύνησης της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων έχει εξεταστικό χαρακτήρα και ανήκει στο ίδιο το Δικαστήριο, με τους διαδίκους να διαδραματίζουν υποβοηθητικό ρόλο στην ανίχνευση των γεγονότων και διαπίστωση των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της νομιμότητας (βλ. Μιχαήλ ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (1991) 4 Γ Α.Α.Δ. 1756). 

 

Συνεπώς, προχωρούμε στην εξέταση της υπόθεσης και έχοντας μελετήσει όλα τα σχετικά, διαπιστώνουμε τα ακόλουθα:

 

Σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης της πρωτόδικης Απόφασης, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση στην Δημοκρατία ν. Λύρας κ.ά (ανωτέρω). Κρίθηκε ότι οι ασκηθείσες εκεί προσφυγές ήταν εκπρόθεσμες και ως εκ τούτου μη παραδεκτές, διότι ενώ οι προσφεύγοντες ενομιμοποιούντο να προσβάλλουν την αναστολή (εκεί) της μηνιαίας τους σύνταξης κατ’ εφαρμογή των προνοιών του Άρθρου 3(β) του Ν. 88(Ι)/2011, δεν το έπραξαν.  Μεταφέρεται σχετικό απόσπασμα:

«Μη αποκλίνοντας από την ανωτέρω απόφαση, τονίζουμε πως, το Γενικό Λογιστήριο, μετά την έκδοση της απόφασης στην Κουτσελίνη-Ιωαννίδου, συμμορφούμενο με την ακυρωτική απόφαση, προχώρησε στην καταβολή των συντάξεων, αναδρομικά, για τους αιτητές στην Κουτσελίνη-Ιωαννίδου, και, από την ημερομηνία της απόφασης, για όλους τους υπόλοιπους επηρεαζόμενους αξιωματούχους. Δεν υπήρχε, συνεπώς, θέμα για  οποιασδήποτε «επανεξέταση και ανάκλησης πράξεως που εκδόθηκε κατ' εφαρμογήν ανίσχυρης διάταξης, όμοιας με την ακυρωθείσα», γιατί, απλώς, η διοικητική απόφαση αναστολής καταβολής των συντάξεων, που στηρίχθηκε σε κριθείσα ως αντισυνταγματική διάταξη, κατέστη ανίσχυρη έναντι πάντων, από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης.  Η μεταγενέστερη άρνηση αναδρομικής αποκατάστασης των αιτητών δεν συνιστούσε «πράξη εκδοθείσα, κατ' εφαρμογή, ανίσχυρης νομοθετικής πρόνοιας», ούτε, ασφαλώς, και επρόκειτο για πράξη όμοια με την ακυρωθείσα στην Κουτσελίνη-Ιωαννίδου.

 

Η απόφαση Κουτσελίνη-Ιωαννίδου, η οποία προέκυψε μετά από προσφυγή μερικών εκ των επηρεαζόμενων αξιωματούχων, δεν αποτελεί νέο στοιχείο, υπό την έννοια της διεξαγωγής νέας έρευνας για έκδοση νέας διοικητικής πράξης, η οποία, υπό προϋποθέσεις, παρατείνει την προθεσμία άσκησης του ένδικου μέσου της αίτησης ακυρώσεως.  Ούτε μπορεί να αποδοθεί στη Διοίκηση παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, καθώς, σύμφωνα με τα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929 - 1959, σελ. 243, αυτή «δύναται να υπάρξει μόνον οσάκις δια σαφούς διατάξεως η Διοίκησις υποχρεούται εις συγκεκριμένην ενέργεια προς ρύθμισιν ωρισμένης σχέσεως.  Της ενεργείας μη επιβαλλομένης ρητώς υπό του νόμου και συνεπώς μη ούσης υποχρεωτικής δια την Διοίκησιν, η παράλειψις της Διοικήσεως ίνα ενεργήση, και η εκ της παραλείψεως τεκμαιρομένη άρνησις δεν συνιστούν εκτελεστάς πράξεις, άλλως τεκμαίρεται ότι η ενέργεια ανήκει εις την διακριτική ευχέρειαν της διοικήσεως, εντός της σφαίρας της οποίας δεν είναι νοητή παράλειψις οφειλομένης ενεργείας.»

 

Συνεπώς, ούτε και υπό αυτή τη θεώρηση είναι δυνατόν να προσμετρηθεί η προθεσμία καταχώρησης προσφυγής, με αφετηρία την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης Κουτσελίνη-Ιωαννίδου (ανωτέρω).

 

Κρίνεται, επομένως, πως οι ασκηθείσες προσφυγές ήταν εκπρόθεσμες και, ως εκ τούτου, μη παραδεκτές».

 

Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας διαπιστώνουμε ότι το πιο πάνω δεσμευτικό προηγούμενο καλύπτει και την παρούσα περίπτωση.  Συνεπώς για τους ίδιους πιο πάνω λόγους γίνονται αποδεκτοί οι Λόγοι Έφεσης. 

 

Η Έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη Απόφαση, περιλαμβανομένης της διαταγής για έξοδα, παραμερίζεται.  Η επίδικη διοικητική απόφαση επικυρώνεται.   Επιδικάζονται 1500 ευρώ, ως κατ’ έφεση έξοδα υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον του Εφεσίβλητου.

 

 

                                         Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π. 

                                                                                   

                                         Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

                                          Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο