ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 96/2022)
17 Φεβρουαρίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Εφεσείων,
v.
THE PERFORMING RIGHT SOCIETY LTD
Εφεσίβλητης.
--------------------
Α. Παπαμιχαήλ (κα) & Σ. Παφίτης, για Α. & Α. Κ. ΑΙΜΙΛΙΑΝΙΔΗΣ, Κ. ΚΑΤΣΑΡΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντα.
Π. Μαυρής, για ΕΛΕΝΗ ΒΡΑΧΙΜΗ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε, για Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Δικαστή Δ. Λυσάνδρου.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.: Ο Δήμος Λευκωσίας (εφεξής «ο Δήμος») επέβαλε στην Εφεσίβλητη τέλος (όπως ο ίδιος ο Δήμος το ονομάζει στις αποφάσεις του με τις οποίες απέρριψε τις όποιες γραπτές παραστάσεις της Εφεσίβλητης) επαγγελματικής άδειας για τα έτη 2015, 2017, 2018 και 2019, ύψους 500 ευρώ. Οι ειδοποιήσεις επιβολής ανέγραφαν ως λεπτομέρειες «ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΑΔΕΙΑ»/PROFESSIONAL PERMIT» και εν συνεχεία συγκεκριμένη διεύθυνση, όχι πάντοτε την ίδια. Επίσης οι ειδοποιήσεις παρέθεταν τη δήλωση «ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΣΥΝΕΠΑΓΕΤΑΙ ΠΡΟΣΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ».
Η Εφεσίβλητη προσέβαλε τις ειδοποιήσεις για τα έτη 2015, 2018 και 2019 διά των διακριτών Προσφυγών Αρ. 95/2016, 123/2019 και 1852/2019, αντίστοιχα.
Επίσης, με την Προσφυγή Αρ. 433/2018, η Εφεσίβλητη προσέβαλε, όχι την αρχική ειδοποίηση επιβολής τέλους για το 2017, αλλά τη μεταγενέστερη ειδοποίηση η οποία αύξησε το τέλος κατά 550 ευρώ, δηλώνοντας στις λεπτομέρειες: «ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΙΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΑΔΕΙΑ/PROFESSIONAL PERMIT […]».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε τη συνεκδίκαση όλων των Προσφυγών. Ο Δήμος προέταξε προδικαστικές ενστάσεις περί του εκπροθέσμου των Προσφυγών και περί προσβολής μη εκτελεστής διοικητικής πράξης όσον αφορά την Προσφυγή Αρ. 433/2018.
Με την εφεσιβαλλόμενη απόφασή του ημερομηνίας 10.5.2022, το πρωτόδικο Δικαστήριο καταρχάς απέρριψε την Προσφυγή Αρ. 433/2018 ως εκπρόθεσμη, αποσυνενώνοντάς την από τις υπόλοιπες και απορρίπτοντάς την ως απαράδεκτη.
Η προσβαλλόμενη κρίση αναφορικά με την Προσφυγή Αρ. 433/2018 δεν αμφισβητείται ενώπιόν μας με την παρούσα Έφεση.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε την περί εκπρόθεσμου προδικαστική ένσταση του Δήμου για τις Προσφυγές Αρ. 123/2019 και 1852/2019, ενώ δεν αποφάνθηκε συναφώς για την Προσφυγή Αρ. 95/2016. Στην Προσφυγή Αρ. 123/2019, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε αυτή την προδικαστική ένσταση, λαμβάνοντας υπόψη ότι, μετά την ειδοποίηση ημερ. 27.9.2018, η Εφεσίβλητη υπέβαλε ένσταση ημερ. 10.10.2018 η οποία απορρίφθηκε με επιστολή ημερ. 19.11.2018, οπότε έκρινε ότι το αιτητικό της Προσφυγής εκ λάθους αναφερόταν στην πράξη 27.9.2018 αντί σε αυτήν της 19.11.2018.
Στην Προσφυγή Αρ. 1852/2019, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την περί εκπροθέσμου προδικαστική ένσταση με το σκεπτικό ότι-
(α) η προσβαλλόμενη ειδοποίηση έφερε ημερ. 26.9.2019·
(β) παρότι το δικόγραφο της Προσφυγής αναφέρεται στην άσκηση ένστασης ημερ. 7.11.2019 από την Εφεσίβλητη, κάτι τέτοιο δεν τεκμηριώνεται από τα συνημμένα στο εν λόγω δικόγραφο έγγραφα ούτε από τον διοικητικό φάκελο·
(γ) η καταχώρηση της Προσφυγής έγινε στις 20.12.2019, ήτοι 85 μέρες μετά την ημερομηνία της ειδοποίησης, όμως -άνευ στοιχείου στον διοικητικό φάκελο ως προς την ημερομηνία ταχυδρόμησης της ειδοποίησης- το διαρρεύσαν διάστημα για ταχυδρόμηση και παραλαβή του καθιστούσε την Προσφυγή εμπρόθεσμη.
Εν συνεχεία, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε από κοινού την νομιμότητα των προσβαλλόμενων πράξεων και στις τρεις εναπομείνασες Προσφυγές και την έκρινε πάσχουσα, υπό την έννοια ότι αυτές οι πράξεις εκδόθηκαν υπό καθεστώς πλάνης, με αποτέλεσμα να αποδεχτεί τις τρεις Προσφυγές και να ακυρώσει αυτές τις πράξεις. Το πρωτόδικο σκεπτικό αρχικά αναφέρθηκε στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, που ήταν τα -κατά τον ουσιώδη χρόνο εφαρμοστέα- Άρθρα 104 - 107 των περί Δήμων Νόμων (εφεξής «ο Νόμος 111 του 1985»)[1] και τελικώς ανέπτυξε το σκεπτικό του ως εξής:
«Από τις πιο πάνω πρόνοιες συνάγεται ότι ετήσια δικαιώματα επιβάλλονται από τον δήμο εκείνο εντός των δημοτικών ορίων του οποίου νομικό πρόσωπο ασκεί επιχείρηση ή επάγγελμα. Ο όρος «έδρα» που αναφέρεται στο Άρθρο 105 δεν ορίζεται στον Νόμο εντούτοις, έχω την άποψη ότι δεν μπορεί να σημαίνει κάτι διαφορετικό από το εγγεγραμμένο γραφείο ενός νομικού προσώπου.
Συνεπώς, τα ετήσια δικαιώματα καταβάλλονται, πρωτίστως, εκεί όπου ασκείται η επιχείρηση και σε περίπτωση όπου το εγγεγραμμένο γραφείο ενός νομικού προσώπου διαφέρει από τον τόπο άσκησης της επιχείρησης, τότε καταβάλλονται στον δήμο όπου βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο εκτός εάν η επιχείρηση ασκείται μόνιμα ή για περίοδο που υπερβαίνει τις δεκαπέντε εργάσιμες μέρες κατά τη διάρκεια ενός έτους σε άλλο δήμο στην οποία περίπτωση τα δικαιώματα καταβάλλονται στον άλλο δήμο.
Στις υπό κρίση υποθέσεις, ο καθ' ου η αίτηση φαίνεται να στήριξε τις αποφάσεις του στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου των αιτητών. Εντούτοις, οι αιτητές έφεραν σε γνώση του καθ' ου η αίτηση το γεγονός ότι η επιχείρησή τους δεν ασκείτο στα ίδια δημοτικά όρια εντός του οποίου βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο αλλά σε άλλα δημοτικά όρια. Ο καθ' ου η αίτηση δεν διερεύνησε περαιτέρω τους ισχυρισμούς των αιτητών θεωρώντας πεπλανημένα ότι ούτως ή άλλως οφείλουν να καταβάλουν τα ετήσια δικαιώματα στον δήμο του εγγεγραμμένου τους γραφείου ενώ, όπως εξήγησα πιο πάνω, κάτι τέτοιο δεν ισχύει σύμφωνα με το Άρθρο 105 του Νόμου.».
Ο Δήμος εφεσιβάλλει την πρωτόδικη κρίση, προβάλλοντας τους εξής λόγους έφεσης:
(α) η εφεσιβαλλόμενη απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη (πρώτος λόγος έφεσης)·
(β) το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε την Προσφυγή Αρ. 123/2019 εμπρόθεσμη, εσφαλμένα κρίνοντας ότι προσβάλλει άλλη διοικητική πράξη από αυτήν την οποία προσβάλλει ρητά (δεύτερος λόγος έφεσης)·
(γ) το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα το Άρθρο 105 του Νόμου 111 του 1985 και εσφαλμένα κατέληξε ότι ο Δήμος δεν εφάρμοσε τις πρόνοιες του εν λόγω Άρθρου (τρίτος λόγος έφεσης)·
(δ) το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αγνόησε τη θέση του Δήμου πως η Εφεσίβλητη δραστηριοποιείτο εντός των δημοτικών του ορίων, με αποτέλεσμα να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες πράξεις (τέταρτος λόγος έφεσης).
Η Εφεσίβλητη εγείρει προδικαστική ένσταση προβάλλοντας την έφεση ως δικονομικά απαράδεκτη, καθότι θεωρεί ότι έπρεπε να καταχωριστούν τρεις διακριτές εφέσεις αντί μια.
Κρίνουμε, καταρχάς, την προδικαστική ένσταση αβάσιμη και απορριπτέα, για τους εξής λόγους:
Είναι η ίδια η Εφεσίβλητη, με διαδοχικές αιτήσεις συνεκδίκασης ημερ. 6.9.2019 και 10.8.2020, που εξασφάλισε τη συνεκδίκαση των Προσφυγών της, προβάλλοντας ταυτοσημία διαδίκων και κοινά νομικά και πραγματικά σημεία. Οι αιτήσεις εγκρίθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο και ευλόγως αυτό οδήγησε στην έκδοση μιας κοινής απόφασης.
Ουδεμία δικονομική παρατυπία εντοπίζουμε ως προς την καταχώρηση μιας κοινής έφεσης από πλευράς Δήμου, ακριβώς λόγω προηγηθείσας συνεκδίκασης και της έκδοσης μιας κοινής απόφασης.
Παραπέμπουμε στη νομολογία κατά την οποία είναι άνομο διάδικος να προβάλλει κατ’ έφεση αντίθετες θέσεις από αυτές τις οποίες προέταξε πρωτόδικα (Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού κ.ά. ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου κ.ά. (2017) 3 Α.Α.Δ. 174).
Η δε νομολογία (Πολιτική Έφεση Αρ. 62/18 Θεοδώρου ν. Μαλλούπα κ.ά., απόφαση Εφετείου ημερ. 5.4.2024) την οποία η Εφεσίβλητη μας υπέβαλε ως δικαστικό προηγούμενο διαφοροποιείται από τα ενώπιόν μας επίδικα γεγονότα διότι-
(α) οι διάδικοι στις εκεί τέσσερις συνεκδικασθείσες πρωτόδικες αγωγές δεν ήταν όλοι οι ίδιοι και
(β) μετά τη συνεκδίκαση, το πρωτόδικο Επαρχιακό Δικαστήριο αποσύνδεσε τις τέσσερις αγωγές και εξέδωσε ξεχωριστή απόφαση σε έκαστη.
Εν συνεχεία, θα μας απασχολήσει το εμπρόθεσμο των Προσφυγών Αρ. 95/2016, 123/2019 και 1852/2019 οι οποίες αφορούν την παρούσα έφεση, μια και το θέμα αυτό, πέραν του ότι συνιστά αντικείμενο του δεύτερου λόγου έφεσης, συνιστά και θέμα δημόσιας τάξης αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο και κατ’ έφεση (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 87/18 Παπαριστοδήμου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 30.1.2024).
Αρχίζοντας από τα γεγονότα της Προσφυγής Αρ. 123/2019, παρατηρούμε ότι ο Δήμος εξέδωσε στις 27.9.2018 ειδοποίηση επιβολής τέλους η οποία (μεταξύ άλλων) ανέγραφε «ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΕΝΣΤΑΣΕΩΝ Η 9η ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2018». Η Εφεσίβλητη αντέδρασε με επιστολή της προς τον Δήμο ημερ. 10.10.2018. Αυτή η τελευταία επιστολή αντιμετωπίστηκε από τον Δήμο ως ένσταση κατά της αρχικής ειδοποίησης, την οποία ένσταση ο Δήμος απέρριψε με επιστολή του ημερ. 19.11.2018. Παρά την απάντηση του Δήμου επί της ένστασης, η Εφεσίβλητη καταχώρησε την Προσφυγή Αρ. 123/2019, ECLI:CY:AD:2019:D349 στις 31.1.2019 με την οποία ρητά προσέβαλε την ειδοποίηση επιβολής ημερ. 27.9.2018 και όχι την απαντητική επιστολή ημερ. 19.11.2018 του Δήμου επί της ένστασης.
Στην Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 121/21 Μαρκουλή κ.ά. ν. Δημοκρατίας, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 4.2.2026, λέχθηκε ότι το δικόγραφο μιας Προσφυγής εξετάζεται σφαιρικά για να διαπιστωθεί η διοικητική πράξη την οποία προσβάλλει, η οποία δυνατόν να θεωρηθεί -κατόπιν τέτοιας σφαιρικής επισκόπησης- ότι είναι άλλη από αυτήν που φαίνεται ότι προσβάλλει, με αποτέλεσμα αυτή καθ’ αυτή η διατύπωση του αιτητικού να μην είναι καθοριστική ως προς τούτο.
Υπό το φως της άνωθεν νομολογίας, κρίνουμε -εξετάζοντας σφαιρικά το δικόγραφο της Προσφυγής Αρ. 123/2019- ότι η πράξη η οποία προσβάλλεται είναι η ρητώς δηλωθείσα στο αιτητικό της, ήτοι η ειδοποίηση επιβολής ημερ. 27.9.2018, καθότι δεν υπάρχει κάτι στο δικόγραφο που να οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα.
Αυτό το συμπέρασμα επιβεβαιώνεται και από την επιχειρηματολογία της Εφεσίβλητης ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την οποία η Προσφυγή Αρ. 123/2019 ήταν εμπρόθεσμη ως προς την προσβολή της ειδοποίησης ημερ. 27.9.2018, αφού δεν υπήρχε απόδειξη ως προς την ακριβή ημερομηνία κοινοποίησής της προς την ίδια (παράγραφος 3 τόσο της αρχικής όσο και της απαντητικής αγόρευσης της Εφεσίβλητης πρωτόδικα).
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνεται εσφαλμένη η πρωτόδικη κρίση κατά την οποία η αναφορά της αιτούμενης θεραπείας στην ειδοποίηση επιβολής ημερ. 19.11.2018 ήταν εκ λάθους το οποίο το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο μπορούσε να διορθώσει (και δη αυτεπαγγέλτως), με το να θεωρήσει ότι η Προσφυγή Αρ. 123/2019 προσβάλλει την απάντηση ημερ. 19.11.2018 του Δήμου επί της ένστασης της Εφεσίβλητης.
Η Προσφυγή Αρ. 123/2019 ήταν όντως εκπρόθεσμη, διότι η επιστολή ημερ. 10.10.2018 της Εφεσίβλητης προς τη Δημοκρατία καταδεικνύει ότι η Εφεσίβλητη είχε γνώση περί της προσβληθείσας ειδοποίησης επιβολής ημερ. 27.9.2018 τουλάχιστον από την 10.10.2018, με αποτέλεσμα η Προσφυγή να είναι εκπρόθεσμη ως καταχωρισθείσα (την 31.1.2019) τουλάχιστον 113 ημέρες μετά την 10.10.2018.
Στρεφόμενοι στην Προσφυγή Αρ. 95/2016, παρατηρούμε ότι η Προσφυγή καταχωρίστηκε την 22.1.2016 προσβάλλοντας την ειδοποίηση επιβολής ημερ. 10.11.2015. Προφανώς, η Προσφυγή Αρ. 95/2016 είναι εμπρόθεσμη σε σχέση με την προσβαλλόμενη ειδοποίηση επιβολής ημερ. 10.11.2015, αφού μεσολαβούν λιγότερες από 75 ημέρες. Εντούτοις, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η προσβαλλόμενη ειδοποίηση επιβολής διατήρησε την εκτελεστότητά της κατά τον χρόνο καταχώρησης της Προσφυγής Αρ. 95/2016, θέμα το οποίο είναι δημόσιας τάξης αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο και κάτ’ έφεση (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 88/23 Δημοκρατία ν. Ευγενίου κ.ά., απόφαση Εφετείου ημερ. 29.5.2024), με δεδομένο ότι μετά από την έκδοση της ειδοποίησης επιβολής ημερ. 10.11.2015, η Εφεσίβλητη υπέβαλε ένσταση.
Συγκεκριμένα, κατά τα γεγονότα που αφορούν την Προσφυγή Αρ. 95/2016, στάληκε (για το έτος 2015) στην Εφεσίβλητη ειδοποίηση επιβολής ημερ. 10.11.2015 η οποία ανέγραφε «ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΑΔΕΙΑ/PROFESSIONAL PERMIT [Α.] 37, ΑΓΙΟΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΕΣ». Σε αντίθεση με την ειδοποίηση επιβολής η οποία προσβλήθηκε στο πλαίσιο της Προσφυγής Αρ. 123/2019, στην ειδοποίηση επιβολής ημερ. 10.11.2015 η οποία προσβάλλεται στην Προσφυγή Αρ. 95/2016 ο Δήμος δεν πρόσθεσε τη φράση «ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΕΝΣΤΑΣΕΩΝ Η [τάδε ημερομηνία]», διά της οποίας να χορηγούσε στη Εφεσίβλητη δικαίωμα ένστασης, αυτοδεσμευόμενος (ο Δήμος) ότι θα εξετάσει τέτοια ένσταση αν τυχόν του υποβληθεί.
Παρά ταύτα, η Εφεσίβλητη αντέδρασε στην ειδοποίηση επιβολής ημερ. 10.11.2015 με επιστολή της ημερ. 17.11.2015 την οποία ο Δήμος εξέλαβε ως ένσταση, απορρίπτοντάς την με επιστολή του ημερ. 2.12.2015 (η οποία αναφέρεται σε «ένσταση» της Εφεσίβλητης).
Όταν ένσταση υποβάλλεται βάσει δικαιώματος χορηγούμενου στον διοικούμενο μέσω νομοθετικής διάταξης, τότε η απόφαση της Διοίκησης επί της ένστασης είναι πάντα εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία ενσωματώνει την προηγηθείσα διοικητική πράξη την συνιστώσα το αντικείμενο της ένστασης, με αποτέλεσμα η τελευταία να έχει απολέσει την εκτελεστότητά της (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 52/18 Μιλτιάδου ν. Δημοκρατίας, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 15.3.2024).
Συναφώς, ο Νόμος 111 του 1985 δεν αναφερόταν σε ένσταση, αφενός, ούτε η επιστολή ημερ. 17.11.2015 της Εφεσίβλητης ή η απορριπτική απόφαση ημερ. 2.12.2015 του Δήμου, αφετέρου, ανέφεραν οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη ως βάση της εκ της Εφεσίβλητης υποβληθείσας ένστασης.
Δεδομένου τούτου, θεωρούμε εφαρμοστέα τη νομολογία (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 9/2022 UNITY MANAGERS (CYPRUS) LTD ν. Δήμου Λευκωσίας, απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερ. 12.11.2025), κατά την οποία η απόφαση δήμου (επί ένστασης κατά ειδοποίησης επιβολής) καθίσταται η νέα εκτελεστή διοικητική πράξη (προς υποκατάσταση της ειδοποίησης επιβολής η οποία απώλεσε την εκτελεστότητά της) μόνο αν στο πλαίσιο της ένστασης ο δήμος εξέτασε νέα ουσιώδη στοιχεία.
Εν προκειμένω, με την ένστασή της ημερ. 17.11.2015 η Εφεσίβλητη προέβαλε τη θέση ότι μεταφέρθηκε εδώ και ένα χρόνο στην Έγκωμη, ενώ ο Δήμος απέρριψε την ένσταση με τον εντός του διοικητικού φακέλου εξής δηλωθέντα λόγο: «ΘΑ ΠΛΗΡΩΣΕΙ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΕΙΣΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΝΥΚΤΕΡΙΝΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΓΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΝΤΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΟΡΙΩΝ Λ/ΣΙΑΣ».
Με άλλα λόγια, ο καταγραφείς στον διοικητικό φάκελο λόγος για τον οποίο ο Δήμος απέρριψε την ένσταση δεικνύει ότι δεν εξέδωσε την ειδοποίηση επιβολής κατά της Εφεσίβλητης επειδή θεώρησε ότι η τελευταία είχε την έδρα ή το εγγεγραμμένο γραφείο της στον Δήμο, αλλά επειδή δραστηριοποιείτο επιχειρηματικά εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λευκωσίας. Αφού ήταν αυτή η διοικητική αντίληψη, κρίνουμε πως το ότι η Εφεσίβλητη μετέφερε τα γραφεία της εκτός του Δήμου δεν ήταν ουσιώδες στοιχείο (ακόμα και αν ήταν νέο) σε σχέση με τον λόγο για τον οποίο εκδόθηκε σε βάρος της η ειδοποίηση επιβολής ημερ. 10.11.2015.
Ως αποτέλεσμα, η ειδοποίηση επιβολής ημερ. 10.11.2015 παρέμεινε η εκτελεστή διοικητική πράξη επί του θέματος, παρά την απορριπτική απάντηση ημερ. 2.12.2015 του Δήμου επί της ένστασης. Συνάγεται ότι ορθά η Προσφυγή Αρ. 95/2016 στράφηκε (εμπρόθεσμα) κατά της ειδοποίησης επιβολής ημερ. 10.11.2015.
Όσον αφορά την Προσφυγή Αρ. 1852/2019, η επίδικη ειδοποίηση επιβολής (αφορούσα το έτος 2019) εκδόθηκε την 26.9.2019 με στοιχεία «ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΑΔΕΙΑ/PROFESSIONAL PERMIT [Δ.] 15 ΟΜΕΡΙΕ.».
Στην πρωτόδικη αίτηση ακύρωσής της, η οποία καταχωρίστηκε την 20.12.2019 και προσβάλλει την ειδοποίηση επιβολής ημερ. 26.9.2019, αναφέρεται ότι η Εφεσίβλητη υπέβαλε στον Δήμο ένσταση ημερ. 7.11.2019, όμως αυτό αντικρούεται από την πρωτόδικη ένσταση του Δήμου και ούτε ο προσαχθείς στο Δικαστήριο διοικητικός φάκελος παραθέτει τέτοια ένσταση ή διοικητικές ενέργειες επί τέτοιας ένστασης.
Συμφωνούμε με την πρωτόδικη κρίση πως, παρά τη μεσολάβηση 85 ημερών από τις 26.9.2019 μέχρι την 20.12.2019, η Προσφυγή Αρ. 1852/2019 πρέπει να θεωρηθεί εμπρόθεσμη, αφού ο διοικητικός φάκελος δεν αποδεικνύει πότε ακριβώς ταχυδρομήθηκε από τον Δήμο στην Εφεσίβλητη (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 79/2022 Κυριάκου ν. Δημοκρατίας, απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερ. 28.1.2026).
Συνάγεται ότι στις Προσφυγές Αρ. 95/2016 και 1852/2019, δέον να εξεταστεί η νομιμότητα των προσβαλλόμενων ειδοποιήσεων επιβολής. Κατά την έκδοση της πράξης που προσβάλλεται σε έκαστη εκ των Προσφυγών Αρ. 95/2016 και 1852/2019, οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις, ήταν τα Άρθρα 104 και 105 του Νόμου 111 του 1985 ως παρατίθενται στον τροποποιητικό Νόμο 217(Ι) του 2012 (ο οποίος δημοσιεύτηκε και τέθηκε σε ισχύ κατά την 28.12.2012) προς αντικατάσταση της παλαιότερης εκδοχής των ίδιων Άρθρων.
Πάρα ταύτα, σε αμφότερες τις Προσφυγές Αρ. 95/2016 και 1852/2019, η Εφεσίβλητη επιχειρηματολόγησε πλάνη του Δήμου στη βάση της παλαιότερης εκδοχής των Άρθρων 104 και 105.
Αφ’ εαυτού, αυτό καθιστούσε θνησιγενή τον εκ της Εφεσίβλητης προβληθέντα λόγο ακύρωσης, αφού οι προσβαλλόμενες πράξεις καλύπτονται από τεκμήριο νομιμότητας, οπότε εναπόκειτο στην Εφεσίβλητη να αποδείξει παρανομία και όχι στον Δήμο να αποδείξει τη νομιμότητά τους (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 36/2021 Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, απόφαση Εφετείου ημερ. 15.10.2024).
Αντί όμως το πρωτόδικο Δικαστήριο να απορρίψει τον περί πλάνης λόγο ακύρωσης για τον προαναφερόμενο λόγο, τον εξέτασε στη βάση της εκδοχής των Άρθρων 104 και 105 η οποία ήταν εφαρμοστέα κατά τον ουσιώδη χρόνο, παραγνωρίζοντας ότι η πλάνη δεν συνιστά θέμα δημόσιας τάξης οπότε δεν είχε την ευχέρεια παρά να αξιολογήσει τον λόγο ακύρωσης ως ακριβώς του προβλήθηκε, χωρίς να τον αναπλάσει για να τον κρίνει αποδεκτό.
Ακόμα και αν το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διέπραττε το άνωθεν σφάλμα, και πάλι δεν θα συμφωνούσαμε με την από πλευράς του ερμηνεία των -εφαρμοστέων κατά τον ουσιώδη χρόνο- Άρθρων 104 και 105, τα οποία έχουν ως εξής:
|
«Επιβολή δικαιωμάτων σε νομικά πρόσωπα για την άσκηση επιχειρήσεων κτλ. Τρίτος Πίνακας.
Ετήσια δικαιώματα. |
104. Το συμβούλιο επιβάλλει σε νομικά πρόσωπα τα οποία ασκούν οποιαδήποτε επιχείρηση, βιομηχανία, βιοτεχνία, εργασία, εμπόριο, επιτήδευμα ή επάγγελμα, εντός των δημοτικών ορίων, ετήσια δικαιώματα σύμφωνα με τον Τρίτο Πίνακα.
105. Σε νομικά πρόσωπα τα οποία έχουν την έδρα τους σε δημοτικά όρια οποιουδήποτε δήμου και στα οποία επιβάλλονται ετήσια δικαιώματα με βάση το άρθρο 104, δεν επιβάλλονται ετήσια δικαιώματα σε άλλο δήμο, εκτός εάν έχουν μόνιμο τόπο εργασίας ή παραμένουν για σκοπούς άσκησης ή διεξαγωγής της επιχείρησης, της εργασίας, του επιτηδεύματος ή του επαγγέλματός τους, εντός των δημοτικών ορίων οποιουδήποτε άλλου δήμου, για περίοδο που υπερβαίνει τις δεκαπέντε εργάσιμες μέρες, κατά τη διάρκεια του έτους χωρίς οι ημέρες αυτές απαραίτητα να είναι συνεχείς.».
|
Ως αναγνωρίζει ρητά το Άρθρο 105, το Άρθρο 104 είναι η βάση για την εκ δήμου επιβολή ετήσιων δικαιωμάτων.
Κατά την νομολογία, το Άρθρο 104 αφορά την επιβολή δικαιωμάτων σε σχέση με την άσκηση οποιασδήποτε επιχείρησης, υπό τύπο «επαγγελματικής άδειας» (Ποινική Έφεση Αρ. 11/20 Δήμος Αγίου Δομετίου ν. Λέσχης Ιπποδρομιών Λευκωσίας, απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 21.7.2020).
Το Άρθρο 104 από μόνο του επιτρέπει σε οποιοδήποτε δήμο να επιβάλει ετήσια δικαιώματα σε οντότητα η οποία δραστηριοποιείται εντός των δημοτικών του ορίων. Αυτό σημαίνει ότι οντότητα η οποία δραστηριοποιείται κατά τον τρόπο τον οποίο προβλέπει το Άρθρο 104 σε περισσότερους του ενός δήμου, υπόκειται καταρχάς σε ετήσια δικαιώματα από κάθε δήμο στον οποίο αυτός δραστηριοποιείται.
Όμως, το Άρθρο 105 θέτει τον εξής περιορισμό όσον αφορά την επιβολή τέτοιων δικαιωμάτων:
Με εξαίρεση τον δήμο στον οποίο το νομικό πρόσωπο έχει την έδρα του και ο οποίος επιβάλλει τέτοια δικαιώματα, άλλος δήμος δεν δικαιούται να επιβάλει εκ παραλλήλου τέτοια ετήσια δικαιώματα στο ίδιο νομικό πρόσωπο εκτός αν πληρούται η εξής προϋπόθεση:
το νομικό πρόσωπο έχει -στα δημοτικά όρια του έτερου δήμου- μόνιμο τόπο εργασίας ή παραμένει για σκοπούς άσκησης ή διεξαγωγής της επιχείρησης, της εργασίας, του επιτηδεύματος ή του επαγγέλματός του, για περίοδο υπερβαίνουσα τις 15 εργάσιμες ημέρες κατ’ έτος χωρίς απαραίτητα αυτές οι μέρες να είναι συνεχείς.
Στη βάση της άνωθεν ερμηνείας, δεν συμφωνούμε με το πρωτόδικο σκεπτικό πως ετήσια δικαιώματα επιβάλλονται μόνο από ένα δήμο, τον δήμο όπου η επιχείρηση έχει την έδρα της ή το δήμο όπου η επιχείρηση δραστηριοποιείται.
Ως προαναφέρθηκε, τα ετήσια δικαιώματα μπορούν να επιβληθούν για το ίδιο έτος από περισσότερους του ενός δήμους, αρκεί να πληρούται η προρρηθείσα προϋπόθεση των 15 ημερών για έκαστο δήμο ο οποίος δε συνιστά την έδρα του νομικού προσώπου.
Με αυτό ως δεδoμένο, για να καταδείξει παρανομία (στη βάση του ότι δραστηριοποιήθηκε για χρονικό διάστημα μη υπερβαίνον τις 15 ημέρες εντός του Δήμου για το έτος για το οποίο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη ειδοποίηση επιβολής), η Εφεσίβλητη έπρεπε να επιχειρηματολογήσει βάσιμα πως δεν δραστηριοποιήθηκε στον Δήμο για περίοδο πέραν των 15 ημερών, όσον αφορά τα έτη για τα οποία ο Δήμος της κοινοποίησε τις επίδικες ειδοποιήσεις, και όχι απλά να επιχειρηματολογήσει (στο πλαίσιο των επίδικων γεγονότων της Προσφυγής Αρ. 95/2016 με την επιστολή της ημερ. 17.11.2015 προς τον Δήμο) ότι μετακόμισε στην Έγκωμη. Επίσης, την περί μεταφοράς της Εφεσίβλητης στην Έγκωμη το πρωτόδικο Δικαστήριο την προσέγγισε εσφαλμένα, θεωρώντας ότι «οι αιτητές έφεραν σε γνώση του καθ’ ου η αίτηση το γεγονός ότι η επιχείρησή τους δεν ασκείτο στα ίδια δημοτικά όρια εντός του οποίου βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο αλλά σε άλλα δημοτικά όρια.».
Μάλιστα δε, το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι η Εφεσίβλητη έφερε σε γνώση του Δήμου τα ανωτέρω και σε σχέση με την ειδοποίηση επιβολής η οποία προσβλήθηκε διά της Προσφυγής Αρ. 1852/2019, παραγνωρίζοντας το δικό του συμπέρασμα πως η Εφεσίβλητη δεν όχλησε τον Δήμο διά της υποβολής ένστασης στο πλαίσιο των επίδικων γεγονότων της τελευταίας Προσφυγής.
Υπό το φως των ανωτέρω, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνονται επιτυχείς, επιτυγχάνοντας την ανατροπή της εφεσιβαλλόμενης απόφασης, άνευ χρείας άλλου τινός.
Καταληκτική κρίση του Δικαστηρίου:
Η έφεση επιτυγχάνει και παραμερίζεται η εφεσιβαλλόμενη απόφαση ημερ. 10.5.2022 (περιλαμβανομένης της διαταγής για έξοδα) στις συνεκδικασθείσες Προσφυγές Αρ. 95/2016, 123/2019 και 1852/2019. Η εφεσιβαλλόμενη απόφαση παραμένει αλώβητη σε σχέση με την υπό του πρωτόδικου Δικαστηρίου απόρριψη της Προσφυγής Αρ. 433/2018 η οποία, ως προαναφέρθηκε, δεν εφεσιβλήθηκε.
Επιδικάζεται το ποσό των 3000 ευρώ (επιπλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει), ως κατ’ έφεση έξοδα, υπέρ του Εφεσείοντα και κατά της Εφεσίβλητης.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
[1] Ο Νόμος 111 του 1985, ως τροποποιήθηκε, καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον περί Δήμων Νόμο του 2022 (Νόμο 52(Ι) του 2022) ως τροποποιήθηκε, μετά τον ουσιώδη χρόνο και για τις τρεις εναπομείνασες Προσφυγές Αρ. 95/2016, 123/2019 και 1852/2019.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο