ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΖΙΗΝΙ RAMADAN DIMILIZADE, ΑΛΛΩΣ DIMILLILER κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΩΣ ΚΗΔΕΜΟΝΑ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 53/2022, 30/4/2026
print
Τίτλος:
ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΖΙΗΝΙ RAMADAN DIMILIZADE, ΑΛΛΩΣ DIMILLILER κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΩΣ ΚΗΔΕΜΟΝΑ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 53/2022, 30/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

                        (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου  Αρ. 53/2022)

 

30 Απριλίου, 2026

 

[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

1. ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΖΙΗΝΙ RAMADAN DIMILIZADE, ΑΛΛΩΣ DIMILLILER ΤΕΩΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟ

2. IΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ DERVISE DIMILIZADE ΤΕΩΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟ

3. FEHRAN ZIHNI RAMADAN, ΑΛΛΩΣ FERHAN ORHAN HASSAN KAYIA ΕΚ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

4. DERVISE ORHAN KAHYA NEE FIKRI, ΕΞ ΗΠΑ

 

                                                                                                     Εφεσείοντες,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΩΣ ΚΗΔΕΜΟΝΑ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ

 

                                                                                                     Εφεσίβλητης.

-------------------

Μ. Χριστοφή (κα), δικηγόρος για ΗΛΙΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για Εφεσείοντες.

Ν. Νικολάου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο για την Εφεσίβλητη.

-------------------

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Σεραφείμ, Δ.:

---------------------

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΣΕΡΑΦΕΙΜ., Δ.: Τα ουσιώδη γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης συνοψίσθηκαν στο κείμενο της πρωτόδικης (απορριπτικής) απόφασης ημερομηνίας 15.2.2022 στην Προσφυγή (των Εφεσειόντων) Αρ. 1406/2018 (εφεξής η «Προσφυγή»). Παραθέτουμε εκ νέου αυτούσιες τις σχετικές αναφορές:

 

«Ο αιτητής Ιωάννης Παπάς (αρ. 1 και 2 στην παρούσα) είναι ο, δυνάμει σχετικών δικαστικών διαταγμάτων στις Αιτήσεις Διαχείρισης Αρ. 148/2004 και 149/2004 αντίστοιχα, διαχειριστής της περιουσίας των αποβιωσάντων Τουρκοκύπριων συζύγων Zihni Ramadan Dimilizade, άλλως Dimilliler και Dervise Dimilizade («οι αποβιώσαντες»), οι οποίοι κατοικούσαν στην Πάφο μέχρι το έτος 1974, οπότε και, συνεπεία της Τουρκικής εισβολής, μετακόμισαν σε περιοχή, η οποία δεν βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η αιτήτρια αρ. 3 είναι θυγατέρα των αποβιωσάντων, Τουρκοκύπρια, η οποία κατοικούσε στο χωριό Επισκοπή της Λεμεσού και ακολούθως επίσης μετακόμισε, κατά το έτος 1975, σε περιοχή που δεν βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Δημοκρατίας, ενώ η αιτήτρια αρ. 4 είναι θυγατέρα της αιτήτριας αρ. 3 και εγγονή των αποβιωσάντων, η οποία αναχώρησε από την Κύπρο περί το έτος 1969 και κατοικεί μόνιμα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

 

Κατά το έτος 2012, υποβλήθηκα  αιτήματα πώλησης της περιουσίας των πιο πάνω Τουρκοκυπρίων. Επρόκειτο για περιουσία των αποβιώσαντων, με κληρονόμους την αιτήτριες αρ. 3 και 4, καθώς και για περιουσία των εν λόγω αιτητριών αρ. 3 και 4. Συγκεκριμένα, προσκομίστηκαν στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου τρία πωλητήρια έγγραφα για πώληση μεγάλης έκτασης και αξίας Τουρκοκυπριακής περιουσίας στην Επαρχία Πάφου, που βρίσκεται στα χωρία Τίμη, Μανδριά, Πόλη Πάφου, ενορία Άγιος Θεόδωρος και στην Επισκοπή της Επαρχίας Λεμεσού. Συγκεκριμένα, υποβλήθηκε αίτηση για αγορά 125 τεμαχίων γης, με συνολική τιμή πώλησης €11.800.000 και αγοραία αξία, όπως είχε εκτιμηθεί από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας €58.631.600. Ως αγοράστρια και στα τρία πωλητήρια έγγραφα αναφέρεται η Ελληνοκυπριακή εταιρεία ROOLANE HOLDINGS LTD, με εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο τον αιτητή αρ.1 και 2. Ας σημειωθεί ότι η αιτήτρια αρ. 4 ήταν αρχικά η διαχειρίστρια της περιουσίας των αποβιώσαντων, όμως περί τα μέσα του έτους 2012, μετά από κοινού αίτηση στο Δικαστήριο, της εν λόγω αιτήτριας και του αιτητή αρ. 1 και 2, στα πλαίσια των προαναφερθεισών Διαχειρίσεων Αρ. 148/04 και 149/04, αντικαταστάθηκε η πρώτη με τον δεύτερο, ο οποίος διορίστηκε και ενεργούσε πλέον ως Διαχειριστής της υπό πώληση περιουσίας, ενώ εξουσιοδότηση προς τον εν λόγω αιτητή, ως πληρεξούσιο, υπάρχει και για τα κτήματα της αιτήτριας αρ. 4 και της μητέρας της, αιτήτριας αρ. 3.

 

Τα αιτήματα αγοραπωλησίας των υπό αναφορά περιουσιών τέθηκαν ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών, ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών («ο Κηδεμόνας»), με δύο υπηρεσιακά σημειώματα, ημερομηνίας 30.9.2013 και 4.7.2016, αντίστοιχα, ο οποίος, στη βάση των ενώπιον του τεθέντων πληροφοριών, αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να δοθεί η συγκατάθεσή του για αποδοχή των δηλώσεων μεταβίβασης και των πωλητηρίων εγγράφων για κατάθεση, αλλ' ούτε και ήταν δυνατή η διαβούλευση με τους κληρονόμους για φιλικό διακανονισμό σχετικά με τις Τουρκοκυπριακές περιουσίες που είχαν χρησιμοποιηθεί για έργα δημόσιας ωφελείας (οι λόγοι απόρριψης των υποβληθέντων αιτημάτων εκτίθενται αναλυτικά στην ένσταση των καθ' ων η αίτηση). Συναφώς, ως αναφέρεται και στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση, μεγάλο μέρος της υπό αναφορά Τουρκοκυπριακής περιουσίας επηρεάζεται από συνοικισμούς αυτοστέγασης στη Κοινότητα Τίμης, καθώς και από άλλα έργα δημόσιας ωφέλειας, όπως τη δημιουργία αρδευτικού καναλιού, δρόμων, του Αεροδρομίου Πάφου και την Αεροπορική Βάση Παπανδρέου.

 

Ο αιτητής αρ. 1 και 2, ως διαχειριστής και εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της αγοράστριας εταιρείας ROOLANE HOLDINGS LTD, έλαβε γνώση της απόφασης του Κηδεμόνα με σχετική επιστολή ημερομηνίας 19.7.2016. Όπως αναφερόταν στην εν λόγω επιστολή, από διερεύνηση που είχε γίνει, διαπιστώθηκε πως οι αποβιώσαντες διέμεναν από το 1974 μέχρι και την ημερομηνία θανάτου τους στις κατεχόμενες περιοχές, όπου τους είχαν παραχωρηθεί Ελληνοκυπριακές περιουσίες, οι δε γονείς της αιτήτριας 4 και κληρονόμου, ήτοι και η αιτήτρια αρ. 3, αμέσως μετά το 1974 είχαν εγκατασταθεί στις κατεχόμενες περιοχές όπου επίσης τους παραχωρήθηκαν μεγάλης έκτασης Ελληνοκυπριακές περιουσίες.

 

Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των αιτητών και της καθ' ης η αίτηση, για την οποία γίνεται εκτενής αναφορά κατωτέρω, και, τελικά, στις 14.9.2018, καταχωρήθηκε η υπό εξέταση προσφυγή.»

 

Η αιτούμενη θεραπεία (Α) της Προσφυγής έχει ως εξής:

 

«Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση της Καθ' ης η Αίτηση ημερομηνίας 3 Ιουλίου 2018 και η οποία παρελήφθη στις 12 Ιουλίου 2018 (αντίγραφο της οποία επισυνάπτεται ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α) και η οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει «...ότι τα υπό αναφοράν ακίνητα βρίσκονται υπό την κηδεμονία του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών...», είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος».

 

Όπως, κατά την κρίση μας και αφού μελετήσαμε την σχετική αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων, ορθά αντιλήφθηκε την αιτούμενη θεραπεία το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του (εκεί σελ. 9 έπ., η υπογράμμιση δική μας):

 

«Σύμφωνα και με το προεκτεθέν λεκτικό του αιτητικού της προσφυγής, οι αιτητές προσβάλλουν ως άκυρη, παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος την πράξη και/ή «δήλωση και/ή απόφαση» (βλ. και νομικό σημείο 14 της αίτησης ακυρώσεως) της καθ' ης η αίτηση που περιέχεται σε επιστολή της ημερομηνίας 3.7.2018 και σύμφωνα με την οποία «τα υπό αναφορά ακίνητα βρίσκονται υπό την κηδεμονία του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών.». Αυτό δηλαδή που επί της ουσίας αμφισβητούν οι αιτητές είναι την απόφαση και/ή τη δυνατότητα του Κηδεμόνα να διαχειρίζεται την περιουσία και/ή τα ακίνητά τους δυνάμει των διατάξεων του Νόμου, ζητώντας ουσιαστικά την άρση της επέμβασης του Κηδεμόνα στα εν λόγω ακίνητα, καθότι μια τέτοια επέμβαση, σύμφωνα πάντα με τους αιτητές, παραβιάζει και το δικαίωμά τους στην ιδιοκτησία. Το περιεχόμενο του αιτήματος των αιτητών, εξάλλου, προκύπτει και από την επιστολή του δικηγόρου τους προς τον Κηδεμόνα, ημερομηνίας 30.8.2017 [.]»

 

Για σκοπούς πληρότητας, αναφέρουμε ότι έναυσμα για το πιο πάνω αίτημα των Εφεσειόντων, πέραν της μη παροχής έγκρισης των σχετικών αγοραπωλητηρίων εγγράφων από τον Κηδεμόνα (βλ. ανωτέρω στα γεγονότα), αποτέλεσε η εκ μέρους της Εφεσίβλητης παροχή άδειας χρήσης και/ή μίσθωσης των ακινήτων των Εφεσειόντων σε τρίτους.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε, καταρχάς, τις δύο προδικαστικές ενστάσεις επί του παραδεκτού που ήγειρε ενώπιον του η πλευρά της Εφεσίβλητης.

 

Συγκεκριμένα, με την πρώτη, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι το Διοικητικό Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας να επιληφθεί της Προσφυγής, καθότι αυτή αφορά σε διαφορά αστικής φύσεως, εμπίπτουσα στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Αυτός ο ισχυρισμός τέθηκε, κατ’ επίκληση και των προβλεπόμενων στο Άρθρο 6Α (1), (2) του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέµατα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόµου, Ν.139/1991 (εφεξής «ο Νόμος»), ως τροποποιήθηκε μέχρι το χρονικό σημείο της έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης, το οποίο έχει ως εξής:

 

«6Α.(1) Η παραβίαση δικαιώµατος που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Σύµβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων και των Θεµελιωδών Ελευθεριών ή και τα Πρωτόκολλά της που κυρώθηκαν από τη Δηµοκρατία λόγω της εφαρµογής πρόνοιας του παρόντος Νόµου, είναι αγώγιµη.

 

(2) Πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι λόγω της εφαρµογής πρόνοιας του παρόντος Νόµου στη δική του περίπτωση παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωµα που κατοχυρώνει η πιο πάνω Σύµβαση ή και τα Πρωτόκολλά της, δικαιούται, εάν απορριφθεί σχετικό αίτηµά του στον Υπουργό, να προσφύγει στο επαρχιακό δικαστήριο µε αγωγή κατά της Δηµοκρατίας και του Κηδεµόνα για την κατ' ισχυρισµόν παραβίαση και να αξιώσει για την παραβίαση τις θεραπείες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο:[.]».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την πιο πάνω προδικαστική ένσταση, με το εξής σκεπτικό (οι υπογραμμίσεις είναι του κειμένου):

 

«Είναι γεγονός ότι από την πιο διατύπωση των εδαφίων (1) και (2) δεν προκύπτει η απαγόρευση καταχώρησης προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, αποτελεί δε δικαίωμα του εκάστοτε αιτητή η προσφυγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο με αγωγή, εφόσον όμως τηρούνται οι υπό του εν λόγω εδαφίου (2) προβλεπόμενες προϋποθέσεις, ήτοι ο ισχυρισμός για παραβίαση οποιουδήποτε δικαιώματος που κατοχυρώνεται στην Ε.Σ.Δ.Α. ή και τα Πρωτόκολλά της και η υποβολή και απόρριψη σχετικού αιτήματος από τον Κηδεμόνα. Όπως, εξάλλου, ανέφερε και η κα Ουστά στην Mehmet, ανωτέρω, προς υποστήριξη της σχετικής επιχειρηματολογίας της, ως ρητά αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου, «το καθοριστικό στοιχείο, σε τέτοια περίπτωση, είναι το περιεχόμενο του αιτήματος που υποβάλλεται» στον Κηδεμόνα.

 

Εν προκειμένω, σύμφωνα πάντα με τα ενώπιον μου τεθέντα στοιχεία, οι αιτητές είχαν αποταθεί επανειλημμένα με τις προαναφερθείσες επιστολές τους στον Κηδεμόνα, θέτοντας μεν ευθέως ζήτημα παραβίασης των περιουσιακών και/ή ιδιοκτησιακών τους δικαιωμάτων, λόγω της μη δυνατότητας διαχείρισης των περιουσιών τους και της υπό του Κηδεμόνα παραχώρησης άδειας χρήσης των εν λόγω περιουσιών σε τρίτα πρόσωπα, χωρίς την συγκατάθεσή τους, αλλά χωρίς να εγείρουν ισχυρισμό περί παραβίασης δικαιώματος που κατοχυρώνεται συγκεκριμένα στην Ε.Σ.Δ.Α. ή και τα Πρωτόκολλά της, ως επιτάσσει το εδάφιο (2) του άρθρου 6Α του Νόμου. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι λόγω της εφαρµογής πρόνοιας του παρόντος Νόµου στη δική του περίπτωση παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωµα που κατοχυρώνει η πιο πάνω Σύµβαση ή και τα Πρωτόκολλά της, δικαιούται, εάν απορριφθεί σχετικό αίτηµά του στον Υπουργό, να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο µε αγωγή κατά της Δηµοκρατίας και του Κηδεµόνα για την κατ' ισχυρισµόν παραβίαση. Αυτό που προκύπτει από το αμέσως πιο πάνω λεκτικό είναι ότι της δυνατότητας έγερσης αγωγής θα πρέπει να έχει προηγηθεί η απόρριψη σχετικού αιτήματος και θεωρώ πως η επιλογή του νομοθέτη να προσδιορίσει το αίτημα ως «σχετικό» δεν είναι τυχαία, αλλά συνδέεται ευθέως και θα πρέπει να διαβάζεται με τα αμέσως προηγούμενα στο εν λόγω εδάφιο, ήτοι να πρόκειται για αίτημα που σχετίζεται με τον ισχυρισμό περί παραβίασης οποιουδήποτε δικαιώματος που κατοχυρώνει η Ε.Σ.Δ.Α. ή και τα Πρωτόκολλά της. Αυτή εξάλλου η ερμηνευτική προσέγγιση ενισχύεται και από την απόφαση στην Mehmet, ανωτέρω, όπου το Δικαστήριο επεσήμανε ότι στην εκεί καταχωρηθείσα προσφυγή, όπως και στην έφεση που ακολούθησε, περιέχετο ισχυρισμός ότι η δυνάμει του Νόμου, άσκηση της κηδεμονίας των κτημάτων από τον Κηδεμόνα παραβίαζε το Άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., «σε συνέπεια με το προαναφερθέν αίτημα» του αιτητή. Στη δε επιστολή που περιέχετο το εν λόγω «προαναφερθέν αίτημα», όπως ρητά αναφέρθηκε στην ίδια απόφαση του Εφετείου, πράγματι υφίστατο ισχυρισμός ότι ο αιτητής, «...έχει τη δυνατότητα, ό ίδιος, προσωπικά, να εκμεταλλεύεται και να διαχειρίζεται την περιουσία του ελεύθερα, «άνευ οιουδήποτε προσκόμματος ή ειδικής άδειας ή συγκαταθέσεως» από μέρους του Κηδεμόνα ή άλλης αρχής, «ώστε ο περιορισμός αυτός να προκαλεί δυσμενή και αδικαιολόγητη διάκριση εις βάρος του έναντι των άλλων Κυπρίων Πολιτών, κατά παράβαση του άρθρου 28 του Συντάγματος ως επίσης και κατά παράβαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας όπως αυτό προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτόκολλου Ευρωπαϊκής Συνθήκης Περί Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων».

 

Αντίθετα, στην υπό κρίση περίπτωση δεν περιλήφθηκε τέτοιος ισχυρισμός και, γενικότερα, στο αίτημα των αιτητών που τέθηκε ενώπιον του Κηδεμόνα και απορρίφθηκε, δεν έγινε αναφορά σε παραβίαση της Ε.Σ.Δ.Α. και/ή των Πρωτοκόλλων της, αλλά αναφορά, γενικότερα, σε παραβίαση τους ιδιοκτησιακού τους δικαιώματος και/ή του δικαιώματός τους σε περιουσία. Είναι σε αυτό που διαφέρει η παρούσα από την Mehmet, ανωτέρω, η οποία, με παραπομπή και σε άλλες αποφάσεις, καθιστά σαφές ότι είναι απαραίτητη η αυστηρή τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 6Α(2) του Νόμου, προκειμένου να είναι επιτρεπτή η προσφυγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου με την έγερση αγωγής.

 

Άμεσα σχετικό με τα αμέσως πιο πάνω, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Mehmet, ανωτέρω (η υπογράμμιση έχει προστεθεί):

 

«Σε δύο πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έχει λεχθεί ότι η πρόνοια του άρθρου 6Α(2) είναι δικαιοδοτικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση xxx Χακκή v. Aρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 320/2012, 11.12.2019, ECLI:CY:AD:2019:A524, τονίστηκαν τα εξής:-

 

«Πασιφανώς, η πιο πάνω πρόνοια έχει ως σκοπό την προώθηση, δικαστικώς, του δικαιώματος που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 6Α και καθιστά αγώγιμη την παραβίαση δικαιώματος που κατοχυρώνει η Σύμβαση ή και τα Πρωτόκολλά της. Η τήρηση της διαδικασίας η οποία προβλέπεται στο εδάφιο (2) που ακολουθεί και αφορά στην υποβολή σχετικού αιτήματος στον Υπουργό Εσωτερικών και στην απόρριψη αυτού, αποτελεί προϋπόθεση, για να είναι επιτρεπτή προσφυγή ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου, με την έγερση της κατάλληλης αγωγής προς τον πιο πάνω σκοπό. Σε περίπτωση μη τήρησης της διαδικασίας αυτής, το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται, ουσιαστικά, εξουσίας να επιλαμβάνεται τέτοιας αγωγής».

 

Στην υπόθεση xxx Masar v. Kυπριακής Δημοκρατίας κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε200/2014, 30.12.2020, ECLI:CY:AD:2020:D455, υπογραμμίστηκε ότι η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται «ειδικά» στο εδάφιο (2) του άρθρου 6Α, δηλαδή η υποβολή σχετικού αιτήματος στον Υπουργό Εσωτερικών και η απόρριψή του, συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση, προκειμένου να είναι επιτρεπτή η προσφυγή ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου, με την έγερση της κατάλληλης αγωγής, προς τον πιο πάνω σκοπό. Υποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι, σε περίπτωση μη τήρησης της συγκεκριμένης διαδικασίας, το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται εξουσίας να επιληφθεί τέτοιας αγωγής.

 

Aυτό που, κατά κύριο λόγο, αξίωνε ο εφεσείων με το αρχικό αίτημα και τα δικαστικά διαβήματα που ακολούθησαν την απόρριψή του ήταν η άρση της επέμβασης του Κηδεμόνα στα κτήματα, επέμβαση η οποία, κατά την άποψή του, παραβιάζει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Οι πρόνοιες του άρθρου 6Α εισήχθησαν στο Νόμο στις 7.5.2010, με τον περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) (Τροποποιητικό) Νόμο του 2010, (Ν. 39(Ι)/2010). Αποσκοπούν, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, στη δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος και στην παροχή δυνατότητας, υπό τη μορφή ενός εσωτερικού ένδικου μέσου, για την εξέταση, σε εθνικό επίπεδο, με βάση τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, (Ε.Δ.Α.Δ.), ισχυρισμών για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αξιώσεων αποζημίωσης, πριν ή αντί προσφυγής στο Ε.Δ.Α.Δ. Συνεπώς, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου η επίκληση παραβίασης δικαιώματος κατοχυρωμένου στην Ε.Σ.Δ.Α. από την εφαρμογή του Νόμου θεμελιώνει αγώγιμο δικαίωμα, η εξέταση του συγκεκριμένου ισχυρισμού μπορεί να γίνει μόνο στα πλαίσια αγωγής. Συνακόλουθα, το Επαρχιακό Δικαστήριο κέκτηται αποκλειστική δικαιοδοσία επί του συγκεκριμένου θέματος.».

 

Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, παρατηρείται ότι οι απαιτήσεις του άρθρου 6Α(2) έχουν τηρηθεί, με την υποβολή του αιτήματος ημερομηνίας 17.5.2011 προς τον Κηδεμόνα και την απόρριψή του στις 16.10.2012. Επίσης, παρατηρείται ότι, στην προσφυγή, όπως και στην έφεση, σε συνέπεια με το προαναφερθέν αίτημα, περιέχεται ισχυρισμός ότι η, δυνάμει του Νόμου, άσκηση της κηδεμονίας των κτημάτων από τον Κηδεμόνα παραβιάζει το Άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που αφορά στο δικαίωμα σεβασμού της περιουσίας, ώστε να επιβεβαιώνεται η δημιουργία του προαναφερθέντος αγώγιμου δικαιώματος, για τη διάγνωση του οποίου αποκλειστική δικαιοδοσία έχει, βάσει του Νόμου, το Επαρχιακό Δικαστήριο.».

 

Συνεπώς, ενόψει των πιο πάνω, και εφόσον στην υπό κρίση περίπτωση οι προϋποθέσεις της, δικαιοδοτικού χαρακτήρα, πρόνοιας του άρθρου 6Α(2) του Νόμου δεν πληρούνται, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αποκλειστική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να έχει έρεισμα η εισήγηση ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας.

 

Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση δεν ευσταθεί και, συνεπώς, αυτή απορρίπτεται.»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε, ακολούθως, τη δεύτερη προδικαστική ένσταση, ήτοι ότι η Προσφυγή στρέφεται κατά μη εκτελεστής διοικητικής πράξης και/ή κατά πράξης βεβαιωτικής και/ή πληροφοριακού χαρακτήρα, υποκείμενη ωσαύτως σε απόρριψη ως απαράδεκτη. Κατέληξε στην αποδοχή της εν λόγω προδικαστικής έντασης με ιδιαίτερα αναλυτικό σκεπτικό, κρίνοντας, τελικώς, ότι:

 

«Ενόψει των όσων έχω προαναφέρει, και υπό το φως της προεκτεθείσας νομολογίας επί του θέματος, κρίνω ότι και η προσβαλλόμενη δια της παρούσας προσφυγής πράξη και/ή απόφαση της καθ' ης η αίτηση, ήτοι «ότι τα υπό αναφοράν ακίνητα βρίσκονται υπό την κηδεμονία του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών», συνιστά πράξη βεβαιωτικού χαρακτήρα, ήτοι βεβαιωτική της ήδη από 6.6.2018 δοθείσας απάντησης της καθ' ης η αίτηση προς την πλευρά των αιτητών, επί του ιδίου ακριβώς ζητήματος και με πανομοιότυπο περιεχόμενο, στερούμενη ωσαύτως εκτελεστότητας, εφόσον δεν προκύπτει να τέθηκαν ενώπιον της καθ' ης η αίτηση και να λήφθηκαν υπόψη για την απάντηση που περιέχεται στην επίδικη επιστολή, νέα, ουσιώδη, στοιχεία, τα οποία δεν υπήρχαν πριν από την λήψη της απόφασής τους, που περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 6.6.2018 (βλ. Χαράλαμπος Μιχαήλ, ανωτέρω και Ζίττης, ανωτέρω).»

 

Ως εκ της πιο πάνω κατάληξης, η Προσφυγή απορρίφθηκε ως μη παραδεκτή.

 

Οι Εφεσείοντες καταχώρησαν την παρούσα Έφεση προβάλλοντας τους εξής τρεις λόγους Έφεσης:

 

Με τον πρώτο και δεύτερο λόγο Έφεσης, οι οποίοι έτυχαν κοινής ανάπτυξης στο περίγραμμα αγόρευσης των Εφεσειόντων, οι Εφεσείοντες στρέφονται εναντίον του ευρήματος του  πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η προσβαλλόμενη πράξη ήταν βεβαιωτική προηγούμενης εκτελεστής ημερομηνίας 6.6.2018 (ανωτέρω) και πληροφοριακού χαρακτήρα.

 

Με τον τρίτο λόγο Έφεσης τους, οι Εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, με την απόφαση του, παραβίασε το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και/ή το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και/ή το δικαίωμα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη και/ή την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης και/ή η απόφαση του ήταν αδικαιολόγητη και αναιτιολόγητη, όλα αυτά κατ’ επίκληση των Άρθρων 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ΕΣΔΑ») και/ή του Άρθρου 30 του Συντάγματος και/ή του Άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Αν και δεν ασκήθηκε Αντέφεση εκ μέρους της Εφεσίβλητης σε σχέση με την απόρριψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο της πρώτης προδικαστικής ένστασης που προβλήθηκε σε σχέση με το παραδεκτό της Προσφυγής (ανωτέρω), το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ορθό και σκόπιμο, όπως δοθούν οδηγίες για καταχώρηση συμπληρωματικών περιγραμμάτων αγόρευσης ως προς το ζήτημα, κατά πόσο η περίπτωση εμπίπτει στην (αποκλειστική) δικαιοδοσία των επαρχιακών δικαστηρίων και όχι στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου, κατ΄εφαρμογή των διατάξεων του προαναφερθέντος Άρθρο 6Α (1),(2) του Νόμου και/ή της νομολογίας. Αυτό, έχοντας υπόψη την πάγια νομολογία ότι, η δικαιοδοσία αποτελεί ζήτημα, το οποίο εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια (βλ. ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ v. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ (2002) 3 Α.Α.Δ. 314 και πολλές μεταγενέστερες).

 

Μελετήσαμε τις εκατέρωθεν θέσεις, ως αυτές αναπτύχθηκαν στα περιγράμματα και συμπληρωματικά περιγράμματα αγορεύσεων των διαδίκων καθώς και προφορικά κατά την ακρόαση της Έφεσης, αυτές υπό το πρίσμα του πραγματικού υλικού της υπόθεσης, ως αυτό αναδύεται από τους κατατεθέντες πρωτόδικα διοικητικούς φακέλους.

 

Κρίνουμε ότι δεν απαιτείται, στην παρούσα περίπτωση η επανάληψη της πλήρους επιχειρηματολογίας των μερών προς υποστήριξη των θέσεων τους (βλ. απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.1.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 96/20 ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΠΑΦΟΥ (Ο.ΣΥ.ΠΑ.) ΛΤΔ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ, ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΩΝ).

 

Κεντρικός άξονας των διαπιστώσεων του πρωτόδικου Δικαστηρίου (ανωτέρω), οι οποίες το οδήγησαν στην απόρριψη της πρώτης προβληθείσας προδικαστικής ένστασης, ήταν η ανάγνωση τόσο του λεκτικού του Άρθρου 6Α (1),(2) του Νόμου (ανωτέρω), όσο και των αποφασισθέντων στην απόφαση «Mehmet» (απόφαση ημερομηνίας 1.11.2021 στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 3/2015 Mehmet v. Υπουργού Εσωτερικών, ως Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών) με τρόπο ώστε να υφίσταται εκ του νόμου ή/και νομολογιακά προϋπόθεση και/ή υποχρέωση ρητής επίκλησης εκ μέρους του επηρεαζόμενου του σχετικού Άρθρου ή Άρθρων της ΕΣΔΑ, τα οποία κατοχυρώνουν το ισχυριζόμενο ως επηρεαζόμενο δικαίωμα, προϋπόθεση η οποία στην παρούσα περίπτωση δεν έχει τηρηθεί, λόγω επίκλησης από τους Εφεσείοντες με το αίτημα τους, επηρεασμού γενικότερα και μόνο του δικαιώματος ιδιοκτησίας τους. 

 

Δεν ασπαζόμαστε την πιο πάνω πρωτόδικη προσέγγιση.

 

Η γραμματική ερμηνεία, σύμφωνα με τη νομολογία, συνιστά τον βασικό κανόνα ερμηνείας και μόνο όπου αυτή δεν είναι ξεκάθαρη (που στην παρούσα περίπτωση, κρίνουμε, είναι) το Δικαστήριο προχωρά να εξετάσει το σκοπό του Νομοθέτη (ενδεικτικά, βλ. απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.1.2024 στην Έφεση κατά απόφασης Διοικηιτκού Δικαστηρίου Αρ. 69/2018 PRETORIAN ENTERPRISES LTD v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ – ΤΜΗΜΑ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΤΑΞΙΑΣ και απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.5.2014 στην Αίτηση 1/24 αναφορικά με την απόφαση του Εφετείου στην Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 66/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΓΕΛΑΔΟΤΡΟΦΩΝ (ΠΟΑ) ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ v. Δημοκρατίας).

 

Το λεκτικό του Άρθρου 6Α (1),(2) του Νόμου, λοιπόν, κατ’ εφαρμογή των κανόνων της γραμματικής ερμηνείας, δεν υποστηρίζει την πρωτόδικη θεώρηση επί του θέματος.

 

Αυτό που το λεκτικό της διάταξης 6Α(2)  του Νόμου απαιτεί είναι την επίκληση από τον ενδιαφερόμενο δικαιώματος του, το οποίο να κατοχυρώνεται από την ΕΣΔΑ Πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι λόγω της εφαρµογής πρόνοιας του παρόντος Νόµου στη δική του περίπτωση παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωµα που κατοχυρώνει η πιο πάνω Σύµβαση ή και τα Πρωτόκολλά της) και σε αυτή την περίπτωση τέτοια επίκληση έλαβε χώρα από τους Εφεσείοντες, αφού επικαλέστηκαν, δια σχετικού αιτήματος τους στον Υπουργό-Κηδεμόνα, επηρεασμό του ιδιοκτησιακού τους δικαιώματος, λόγω του ότι τα ακίνητα τους τελούσαν υπό τη διαχείριση του βάσει του Νόμου, δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται (και) από το (Πρώτο) Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, εκεί Άρθρο 1. Κοντολογίς, το νομοθετικώς ζητούμενο και προαπαιτούμενο δεν είναι ο ρητός προσδιορισμός και/ή η κατονομασία από τον ενδιαφερόμενο και η επίκληση από αυτόν, σε προηγούμενο σχετικό αίτημα του προς τον Κηδεμόνα, του συγκεκριμένου Άρθρου της ΕΣΔΑ, αλλά η επίκληση του σχετικού προστατευόμενου από την ΕΣΔΑ δικαιώματος, στην περίπτωση αυτού της ιδιοκτησίας.

 

Ούτε, με κάθε σεβασμό στην πρωτόδικη προσέγγιση, θεωρούμε, ότι η απόφαση «Mehmet» έχει ερμηνεύσει το Άρθρο 6Α του Νόμου, κατά τον τρόπο το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέλαβε.

 

Αντιθέτως, θεωρούμε ότι στην εν λόγω απόφαση τονίστηκε ως προϋπόθεση η επίκληση παραβίασης ανθρώπινου δικαιώματος, ήτοι της ιδιοκτησίας, προστατευόμενου από την ΕΣΔΑ και τα Πρωτόκολλα της, ως η δική μας οπτική επί του θέματος (ανωτέρω) και η προηγούμενη υποβολή σχετικού αιτήματος σε σχέση με αυτό το (προστατευόμενο από την ΕΣΔΑ) δικαίωμα, ενώ τονίζουμε εμφαντικά ότι ρητή επίκληση έγινε στην εν λόγω απόφαση και στα αποφασισθέντα στην Ahmet κ.ά. v. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 135, η οποία επικροτήθηκε και τα λεχθέντα της οποίας βρίσκουν εφαρμογή και στην παρούσα περίπτωση.

 

Προσθέτως, ξεκαθάρισε με την «Mehmet» ότι, η δικαιοδοσία των επαρχιακών δικαστηρίων είναι, σε τέτοια περίπτωση, αποκλειστική.

 

Παραθέτουμε το καθ’ ημάς σχετικό κρίσιμο απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση, σε σχέση με τα ανωτέρω, με δικές μας υπογραμμίσεις:

 

«Aυτό που, κατά κύριο λόγο, αξίωνε ο εφεσείων με το αρχικό αίτημα και τα δικαστικά διαβήματα που ακολούθησαν την απόρριψή του ήταν η άρση της επέμβασης του Κηδεμόνα στα κτήματα, επέμβαση η οποία, κατά την άποψή του, παραβιάζει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Οι πρόνοιες του άρθρου 6Α εισήχθησαν στο Νόμο στις 7.5.2010, με τον περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και ΄Αλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) (Τροποποιητικό) Νόμο του 2010, (Ν. 39(Ι)/2010). Αποσκοπούν, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, στη δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος και στην παροχή δυνατότητας, υπό τη μορφή ενός εσωτερικού ένδικου μέσου, για την εξέταση, σε εθνικό επίπεδο, με βάση τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, (Ε.Δ.Α.Δ.), ισχυρισμών για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αξιώσεων αποζημίωσης, πριν ή αντί προσφυγής στο Ε.Δ.Α.Δ. Συνεπώς, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου η επίκληση παραβίασης δικαιώματος κατοχυρωμένου στην Ε.Σ.Δ.Α. από την εφαρμογή του Νόμου θεμελιώνει αγώγιμο δικαίωμα, η εξέταση του συγκεκριμένου ισχυρισμού μπορεί να γίνει μόνο στα πλαίσια αγωγής. Συνακόλουθα, το Επαρχιακό Δικαστήριο κέκτηται αποκλειστική δικαιοδοσία επί του συγκεκριμένου θέματος.

 

Πρόκειται για ειδική δικαιοδοσία, (βλ. xxx Masar v. Kυπριακής Δημοκρατίας κ.ά., ανωτέρω), η οποία συμβαδίζει με το νομολογιακό αξίωμα ότι οι διαφορές αναφορικά με το κατά πόσον υπάρχει παράνομη επέμβαση του Κηδεμόνα εμπίπτουν στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου, (βλ. Ahmet κ.ά. v. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 135).΄Οπως ήταν η περίπτωση στην τελευταία υπόθεση, έτσι και στην παρούσα, η διαχείριση της περιουσίας του εφεσείοντος από τον Κηδεμόνα δεν ήταν αποτέλεσμα άσκησης διακριτικής εξουσίας, αλλά ήταν αποτέλεσμα εφαρμογής του Νόμου και, δη, του άρθρου 5 αυτού, το οποίο παρέχει στον Κηδεμόνα, για σκοπούς άσκησης της αρμοδιότητάς του, όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας. Σε συμφωνία δε με την κατάληξη της Ολομέλειας στην Ahmet κ.ά. v. Δημοκρατίας, ανωτέρω, εφόσον προσδιορίζεται ως επίδικο ζήτημα το κατά πόσον υπάρχει, συγχρόνως, παράνομη επέμβαση από τον Κηδεμόνα, το θέμα εμπίπτει στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου και, κατά πάγια νομολογία, το Ανώτατο Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας

 

Σημειώνουμε, για σκοπούς πληρότητας, ότι πρωτόδικα δικογραφήθηκαν και προωθήθηκαν ισχυρισμοί περί παραβίασης σχετικών άρθρων της ΕΣΔΑ σε σχέση με την ιδιοκτησία των Εφεσειόντων.

 

Με βάση τα ανωτέρω, κρίνουμε ότι τόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο, όσο και, κατ’ ακολουθία, το Διοικητικό Εφετείο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει την παρούσα περίπτωση, για την οποία η ορθή δικαιοδοσία ανήκει αποκλειστικά στα κατά τόπον αρμόδια επαρχιακά δικαστήρια δια της καταχώρησης αγωγής.

 

Υπό αυτό το πρίσμα, τόσο η Προσφυγή, όσο και η παρούσα Έφεση κρίνονται ως μη παραδεκτές, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας τόσο του Διοικητικού Δικαστηρίου, όσο και του Διοικητικού Εφετείου περί του θέματος.

 

Ως εκ του ανωτέρω αποτελέσματος, δεν απαιτείται η εξέταση της ορθότητας της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου, σε σχέση με το εύρημα του περί απαράδεκτης προσβολής βεβαιωτικής πράξης προηγούμενης εκτελεστής ή άλλου συναφούς ζητήματος.

 

Για τους πιο πάνω λόγους, η Έφεση απορρίπτεται, με μειωμένα, ωστόσο, έξοδα ύψους €2000 εναντίον των Εφεσειόντων και υπέρ της Εφεσίβλητης, ενόψει του ότι η Εφεσίβλητη δεν άσκησε Αντέφεση και το θέμα εξετάστηκε, τελικώς, αυτεπάγγελτα από το Διοικητικό Εφετείο, κατόπιν και των γραπτών τοποθετήσεων των διαδίκων.

 

 

    Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.

 

      Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

 Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο