E. O. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 10/2024, 24/9/2026
print
Τίτλος:
E. O. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 10/2024, 24/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ                                                                             

(Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 10/2024)

 

24 Σεπτεμβρίου 2026

 

[ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 E. O.

                                                                             Εφεσείων,

                                                               v.

 

 ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ

 

 

Εφεσίβλητης.

 

Δ. Παυλίδης, για Δημήτριος Α. Παυλίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντα

Α. Φιλίππου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Κωμοδρόμο, Δ.:

 

Ο Εφεσείων, υπήκοος Νιγηρίας, καταχώρησε αρχικά αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, όπως απορρίφθηκε στη συνέχεια από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας (ΔΔΔΠ) και η προσφυγή αρ. 3396/2021, που είχε καταχωρήσει ο Εφεσείων κατά της εν λόγω απόφασης.

 

Εν συνεχεία, την 31.1.2022, ο Εφεσείων υπέβαλε αίτηση για επανάνοιγμα του φακέλου του, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη από την Υπηρεσία Ασύλου, στις 20.3.2022. Κατ’ αυτής της απόφασης, ο Εφεσείων καταχώρησε την προσφυγή αρ. 2908/2022, την οποία το ΔΔΔΠ απέρριψε, με απόφασή του ημερομηνίας 19.1.2024, κρίνοντας ότι η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη ήταν ορθή και σύννομη. Αυτή η απόφαση του ΔΔΔΠ, βάλλεται με την υπό κρίση Έφεση.

 

Ο ένας και μοναδικός λόγος έφεσης που περιέχεται στην Ειδοποίηση Εφεσείοντα, έχει αυτολεξεί ως εξής:

 

«1ος ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ

         

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε και/ή αποφάσισε ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση ακολούθησαν σωστά τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματος του Αιτητή. Περαιτέρω, το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε καθόλου στην Απόφαση του σε σχέση με την επαρκή έρευνα περί των γεγονότων της υπόθεσης ούτε εξέτασε κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση και/ή πράξη των Καθ’ ων η Αίτηση λήφθηκε βασιζόμενη σε λανθασμένα κριτήρια και/ή χωρίς τη δέουσα έρευνα.

 

  

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ 1ου ΛΟΓΟΥ ΕΦΕΣΗΣ

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εξέτασε τον ισχυρισμό του Αιτητή για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση.

Συγκεκριμένα, από το λεκτικό της απόφασης, το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν φαίνεται να εξέτασε τον ισχυρισμό που προέβαλε ο Αιτητής στην Γραπτή του Αγόρευση βάσει του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας σε σχέση με το αίτημα του και τους λόγους που παραθέτει για να στηρίξει τη νομιμότητα της υποβολής του αιτήματος αυτού.».

 

 

Επί της ουσίας, με τον προεκτεθέντα λόγο Έφεσης, ο Εφεσείων ισχυρίζεται ότι υπήρξε εσφαλμένη η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου τόσο αναφορικά με τη διενέργεια της δέουσας έρευνας εκ μέρους της Εφεσίβλητης πριν από τη λήψη της απορριπτικής απόφασής της, ημερομηνίας 20.3.2022, όσο και σε σχέση με την επάρκεια της δοθείσας αιτιολογίας της εν λόγω απόφασης.

 

Παρατηρούμε, ωστόσο, ότι στο περίγραμμα αγόρευσής του, ο Εφεσείων αδόκιμα, και εν πολλοίς καθ’ υπέρβαση και ασχέτως των δικογραφημένων θέσεων, αναπτύσσει σειρά ισχυρισμών, οι οποίοι ουδόλως συνδέονται με τον προεκτεθέντα δικογραφημένο λόγο Έφεσης. Έχει, όμως, κατ’ επανάληψη νομολογηθεί ότι το Διοικητικό Εφετείο δεν δύναται να εικάζει ποιες αναφορές αφορούν σε ποιους λόγους Εφέσεως και δεν δύναται να εξετάζει ζητήματα που εκφεύγουν του πλαισίου των δικογραφημένων λόγων Έφεσης (Νικόλας Νικολάου v. Δημοκρατίας, ΕΔΔ 7/2017, ημερ. 29.9.2023, U.J.E. ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔΔΠ 59/2023, ημερ. 26.3.2026). Ούτε, βεβαίως, επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας μέσω τέτοιων αναφορών (Χατζηγεωργίου v. Δήμου Πόλεως Χρυσοχούς, Α.Ε. 33/2015, ημερ. 1.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:C40).

 

Κατά συνέπεια, το περίγραμμα αγόρευσης του Εφεσείοντα λαμβάνεται υπόψη και θα εξεταστεί στο βαθμό και στην εμβέλεια που αφορά στο πιο πάνω δικογραφημένο ζήτημα και όχι στο βαθμό που επεκτείνεται επί άλλων μη δικογραφημένων ισχυρισμών.

 

Εντός του πιο πάνω πλαισίου, εξετάσαμε τη βασιμότητα του  προεκτεθέντα λόγου Έφεσης, κατόπιν μελέτης των περιγραμμάτων αγόρευσης των διαδίκων, της πρωτόδικης απόφασης και του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης.

 

Κρίνεται σκόπιμο να υπομνησθεί εξ’ αρχής ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»), μια μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται σε δύο στάδια: σε πρώτο στάδιο, εξετάζεται το παραδεκτό της, το οποίο προϋποθέτει η μεταγενέστερη αίτηση να παραθέτει νέα στοιχεία ή πορίσματα (έναντι αυτών που προέκυψαν κατά την εξέταση προγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας) σχετικά με την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας στον αιτούντα. Εάν η προϋπόθεση του παραδεκτού δεν πληρούται, η Υπηρεσία Ασύλου απορρίπτει την μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη, χωρίς να διεξαγάγει συνέντευξη του αιτούντος. Εάν, αντιθέτως, η προϋπόθεση του παραδεκτού πληρούται, τότε και μόνον η Υπηρεσία Ασύλου προχωρεί στην εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης επί της ουσίας της.

 

Στην δε περίπτωση, όπως την εδώ εξεταζόμενη, που η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε τη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη, χωρίς να την εξετάσει επί της ουσίας της, το πρωτόδικο Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο το κατά πόσον ορθά η Υπηρεσία Ασύλου έκρινε ως απαράδεκτο το αίτημα του αιτούντα για επανάνοιγμα της υπόθεσής του  (Obi v. Δημοκρατίας, ΕΔΔΔΠ Αρ. 156/2023, ημερ. 10.6.2025,  W.D.A.M.D. ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔΔΠ Αρ. 78/2024, ημερ. 11.2.2026). Επ’ αυτού του ζητήματος, αναφέρθηκαν τα εξής στην πρωτόδικη κρίση:

 

«Ο αιτητής αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου υπέβαλε την προσφυγή υπ' αριθμόν 3396/21 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας. Η προσφυγή του αιτητή απορρίφθηκε στις 3/11/2021. Στη συνέχεια, ο αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερο αίτημα στις 31/1/2022. Ο αιτητής δεν κατέγραψε το λόγο για τον οποίο υπέβαλε το αίτημα στην Υπηρεσία Ασύλου και επιπρόσθετα δεν κατέγραψε τους λόγους για τους οποίους δεν δύναται να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του. 

 

Στις 18/03/2022 η αρμόδια λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγήθηκε την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης, καθώς ο αιτητής δεν πρόβαλε κανένα νέο στοιχείο. Ο αρμόδιος λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσία Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη του μεταγενέστερου αιτήματος του αιτητή για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας την 20/03/2022. Η απορριπτική απόφαση επί της μεταγενέστερης αίτησης για παροχή διεθνούς προστασίας παρελήφθη από τον αιτητή στις 04/05/2022. Ο αιτητής αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου υπέβαλε την υπό εξέταση προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας.

 

Ο αιτητής δεν υπέβαλε οποιοδήποτε νέο στοιχείο στη μεταγενέστερη αίτησή του. Η  υποβολή μεταγενέστερης αίτησης βάσει του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου (Ν.6(ι)/2000), δεν συνεπάγεται αυτόματα το επανάνοιγμα του φακέλου του και επανεξέταση της αίτησης του. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι ορθώς η αρμόδια αρχή απέρριψε τη μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή ως απαράδεκτη, καθώς πράγματι δεν παρουσίασε κανένα νέο στοιχείο στην μεταγενέστερη αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας.  Επομένως, δεν γίνεται αντιληπτός ο λόγος για τον οποίο ο αιτητής αμφισβητεί την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Από το άρθρο 16 Δ και το άρθρο 12Βτετράκις (2) (δ), του Ν. 6 (Ι)/2000, προκύπτει πως η μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται ως ένα νέο αίτημα, αλλά ως ένα μεταγενέστερο διάβημα στα πλαίσια της αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μία συγκριτική εξέταση της προγενέστερης και μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή, προκειμένου να διαφανεί εάν από την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματος προβάλλονται στοιχεία ή ισχυρισμοί για πρώτη φορά ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, τα οποία χρήζουν διερεύνησης και τα οποία δεν έλαβαν υπόψη τους κατά την έκδοση της απόφασης επί της αρχικής αίτησης.

 

Επιπρόσθετα, εάν καταλήξει ότι υπάρχουν νέα στοιχεία, θα πρέπει να διαπιστώσει εάν τα εν λόγω στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και να επιβεβαιώσει ότι ο Αιτητής χωρίς δική του υπαιτιότητα δεν υπέβαλε τα στοιχεία αυτά κατά την προηγούμενη διαδικασία. Συνεπώς, ο σκοπός της προκαταρτικής έρευνας η οποία κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι ο έλεγχος του κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται από το άρθρο 16Δ, του Ν.6(Ι) 2000 και οι οποίες θα δικαιολογούσαν επανάνοιγμα του φακέλου του Αιτητή και όχι την εις βάθος, ή την εξ' υπαρχής και επί της ουσίας έρευνα των ισχυρισμών του Αιτητή.

 

Ο αιτητής δεν υπέβαλε οποιοδήποτε νέο στοιχείο ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ούτε κατέγραψε το λόγο για τον οποίο αιτήθηκε το επανάνοιγμα του φακέλου του. Παρόλα αυτά η Υπηρεσία Ασύλου εξέτασε όλα τα στοιχεία που υπάρχουν στον διοικητικό φάκελο που αφορά τον αιτητή και ορθά αποφάσισε πως το μεταγενέστερο αίτημά του είναι απαράδεκτο.».

 

Η πρωτόδικη κρίση είναι ορθή. Από τη στιγμή που, πράγματι, κανένα νέο στοιχείο δεν υποβλήθηκε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου δια της μεταγενέστερης αίτησης του Εφεσείοντα, αλλ’ ούτε και καταγράφηκε οτιδήποτε στην εν λόγω αίτηση αναφορικά με τον λόγο που ο Εφεσείων αιτήθηκε το επανάνοιγμα του φακέλου του, η Υπηρεσία Ασύλου ορθά απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη: πρόκειται επί της ουσίας για μια αίτηση κενή περιεχομένου. Επιπρόσθετα δε, ως ορθώς επεσήμανε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, προκύπτει εξάλλου και από τα ενώπιον μας τεθέντα, της επίδικης κρίσης είχε προηγηθεί η υπό της Υπηρεσίας Ασύλου εξέταση όλων των στοιχείων της περίπτωσης: στις 18.3.2022, υποβλήθηκε σημείωμα από την αρμόδια λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία και εισηγήθηκε την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης, καθώς ο Εφεσείων δεν είχε προβάλει κανένα νέο στοιχείο. Στο εν λόγω σημείωμα, παρατίθεται και το μεταναστευτικό ιστορικό του Εφεσείοντα. Ακολούθως, η δια του υπό αναφορά σημειώματος υποβληθείσα εισήγηση εγκρίθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό, που εκτελούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος, με απόφασή του ημερομηνίας 20.3.2022, απέρριψε την μεταγενέστερη αίτηση του Εφεσείοντα ως απαράδεκτη.

 

Λαμβανομένου υπόψη του προεκτεθέντος πραγματικού και νομικού πλαισίου της υπό κρίση περίπτωσης, δεν υφίστατο ανάγκη για οποιαδήποτε άλλη ενέργεια εκ μέρους της Εφεσίβλητης και, συνακόλουθα, κρίνουμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι είχε διενεργηθεί η δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα εκ μέρους της Διοίκησης.

 

Περαιτέρω, ορθή κρίνεται η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και αναφορικά με την επάρκεια της αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου. Τόσο στην επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου προς τον αιτητή, ημερομηνίας 23.4.2022, όπου και περιέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, όσο και στο προηγηθέν υπηρεσιακό σημείωμα, ημερομηνίας 18.3.2022, παρατίθενται με την απαιτούμενη σαφήνεια και κατά τρόπο που να καθίσταται ευχερής η διενέργεια του απαραίτητου δικαστικού ελέγχου (ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ 49/2019, ημερ. 23.10.2023, Στέφανος Φράγκου v. Δημοκρατίας, (1998) 3 Α.Α.Δ. 270), οι πραγματικοί λόγοι και η νομική βάση (άρθρα 12Βτετράκις(2)(δ) και 16Δ(3)(δ) του Νόμου), που στοιχειοθετούν την επίδικη απορριπτική κρίση. Όπως δε ορθώς επεσήμανε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, η αιτιολογία της απόφασης της Εφεσίβλητης συμπληρώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου (Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, Ε.Δ.Δ. 38/2016, ημερ. 1.7.2022).

 

Κατά συνέπεια, στη βάση όλων των πιο πάνω, ο λόγος Έφεσης δεν ευσταθεί.

 

Η Έφεση απορρίπτεται, με έξοδα ύψους €2000 υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντα.

 

Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

                                                                                        Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Δ.

 

Ε. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο