ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ v. ΑΡΧΗΣ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 110/2022, 25/9/2026
print
Τίτλος:
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ v. ΑΡΧΗΣ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 110/2022, 25/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 110/2022)

 

25 Σεπτεμβρίου, 2026

 

[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ

ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ

 

                                                                             Εφεσείουσα/Αντεφεσίβλητη,

   v.

 

ΑΡΧΗΣ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ

 

 

                             Εφεσίβλητης/Αντεφεσείουσας.

-------------------

Σ. Χαραλάμπους (κα). Ανώτερη Δικηγόρο της Δημοκρατίας, γιa Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο για την Εφεσείουσα/ Αντεφεσίβλητη.

Α. Κουντουρή (κα) και Ι. Μιχαήλ (κα), για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρους για την Εφεσίβλητη/Αντεφεσείουσα.

 

 

--------------------

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Σεραφείμ, Δ.:

---------------------

 

     ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΣΕΡΑΦΕΙΜ., Δ.: Η παρούσα Έφεση στρέφεται εναντίον της ακυρωτικής απόφασης ημερομηνίας 28.6.2022 στην Προσφυγή Αρ. 329/2018, την οποία είχε ασκήσει η Εφεσίβλητη/Αντεφεσείουσα εναντίον απόφασης της Εφεσείουσας/Αντεφεσίβλητης να απορρίψει το αίτημα αναθεώρησης της εκ των Υστέρων Βεβαίωσης Άλλης Τελωνειακής Οφειλής με Αρ. 104/2017 ημερομηνίας 21.3.2017 (εφεξής η «Οφειλή»), το οποίο η Εφεσίβλητη/Αντεφεσείουσα είχε υποβάλει και να επαναβεβαιώσει την οφειλή από την Εφεσείουσα.

 

Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας περίπτωσης, ως προβάλλουν μέσα από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, έχουν ως ακολούθως:

 

Με επιστολή του ημερομηνίας 30.4.2004 το Τμήμα Τελωνείων παραχώρησε στον Γενικό Διευθυντή της Αρχής Λιμένων Κύπρου, κατόπιν σχετικού αιτήματος της τελευταίας, άδεια για τη λειτουργία ιδιωτικής προσωρινής αποθήκης στο λιμάνι Λεμεσού (εφεξής η «άδεια» και η «αποθήκη», αντίστοιχα). Αυτή, υπό την προϋπόθεση συμμόρφωσης με την τελωνειακή νομοθεσία και, ιδιαίτερα, με το περί Όρων και Προϋποθέσεων για έγκριση Αποθηκών Προσωρινής Εναπόθεσης η Διαχείριση των Οποίων Ανατίθεται σε Φυσικά ή Νομικά Πρόσωπα Διάταγμα του 2004, Κ.Δ.Π. 434/2004.

 

Μεταξύ των όρων χορήγησης της άδειας, συμπεριλαμβανόταν και ο όρος 4, σύμφωνα με τον οποίο «Τα εμπορεύματα σε προσωρινή εναπόθεση δεν επιτρέπεται να μετακινηθούν ή απομακρυνθούν από τον χώρο που είχαν αρχικά τοποθετηθεί χωρίς την άδεια του Διευθυντή. Επί των εμπορευμάτων αυτών είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και ύστερα από άδεια του Διευθυντή η εξέταση ή η λήψη δειγμάτων των εμπορευμάτων αυτών, με σκοπό να τους δοθεί τελωνειακός προορισμός.».

 

Σύμφωνα δε, με τον όρο 9 της χορηγηθείσας άδειας «Θα καταβάλλετε χωρίς καθυστέρηση όλους τους δασμούς, φόρους και οποιεσδήποτε άλλες επιβαρύνσεις, εφόσον κληθείτε προς τούτο από το Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, που οφείλονται για τα εμπορεύματα που δεν δίνονται ικανοποιητικές εξηγήσεις για την τύχη τους, σύμφωνα με τις συναφείς κοινοτικές και εθνικές διατάξεις.».

 

Στις 5.1.2005 αφίχθηκε στο λιμάνι Λεμεσού και εναποτέθηκε στην ιδιωτική αποθήκη συγκεκριμένο αυτοκίνητο.

 

Στις 11.9.2009, Ανώτερος Τελωνειακός Λειτουργός, με επιστολή του προς τον Διευθυντή λιμανιού Λεμεσού ημερομηνίας 19.11.2009, τον πληροφόρησε ότι δεν κατείχε οποιαδήποτε έγγραφα που να αποδεικνύουν την τελωνειακή διευθέτηση διαφόρων εμπορευμάτων, περιλαμβανομένου του υπό αναφορά αυτοκινήτου και ζήτησε όπως προσκομιστούν αποδεικτικά στοιχεία για την ενδεχόμενη ταυτοποίηση του.

 

Με επιστολή ημερομηνίας 25.11.2009, η Εφεσίβλητη/Αντεφεσείουσα, πληροφόρησε τον οικείο Ανώτερο Τελωνειακό Λειτουργό Λεμεσού, μεταξύ άλλων, ότι το εν λόγω αυτοκίνητο είχε παραδοθεί στις 7.1.2005 σε κάποιον Ivan Potter, επισυνάπτοντας προς τούτο κάποια παραστατικά έγγραφα, που κατά την Εφεσίβλητη/Αντεφεσείουσα, δικαιολογούσαν την πιο πάνω παράδοση.

 

Για διάστημα ετών δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντίδραση της Εφεσείουσας/Αντεφεσίβλητης στην πιο πάνω επιστολή της Εφεσίβλητης/ Αντεφεσείουσας.

 

 

Με επιστολή ημερομηνίας 7.1.2013 της Εφεσίβλητης/Αντεφεσείουσας, ζητήθηκε η έγκριση του Τμήματος Τελωνείων για απόσυρση και καταστροφή των Φακέλων Εισαγωγής Πλοίων και των Εντύπων Γραφείου Εξαγωγών για το έτος 2005, έτος στο οποίο, ως προαναφέρθηκε, η Εφεσίβλητη/Αντεφεσείουσα είχε πληροφορήσει ότι παρέδωσε το προαναφερόμενο αυτοκίνητο (βλ. ανωτέρω). Με επιστολή του ημερομηνίας 7.2.2013, ο Ανώτερος Τελωνειακός Λειτουργός Λεμεσού, εκ παραδρομής, ως δηλώνεται στην πρωτόδικη Ένσταση της Εφεσείουσας/Αντεφεσίβλητης, έδωσε την έγκριση του για καταστροφή των πρωτότυπων εγγράφων που αφορούσαν την εν λόγω χρονική περίοδο, καθότι είχαν παρέλθει επτά (7) έτη, σύμφωνα με τις πρόνοιες της κείμενης νομοθεσίας.

 

Ακολούθησε έρευνα του Τμήματος Τελωνείων, στη βάση της οποίας το Τμήμα Τελωνείων κατέληξε ότι, το εν λόγω αυτοκίνητο παραδόθηκε από την αποθήκη της Εφεσίβλητης/Αντεφεσείουσας χωρίς την εκ των προτέρων έγγραφη έγκριση/άδεια του Τμήματος Τελωνείων και την πρόσδοση τελωνειακού προορισμού σε αυτό και κατ’ επέκταση τη μη νομότυπη διευθέτηση του αυτοκινήτου. Ως εκ τούτου, εκδόθηκε η οφειλή προς την Εφεσίβλητη/Αντεφεσείουσα, με την οποία απαιτήθηκε η καταβολή φόρων κατανάλωσης ύψους €74.494,34, Φ.Π.Α. ύψους €11.333,79 πλέον χρηματική επιβάρυνση ύψους €8.582,82 πλέον νόμιμος τόκος. Με επιστολή του ημερομηνίας 6.4.2017 προς την Εφεσίβλητη/Αντεφεσείουσα, το Τμήμα Τελωνείων απαίτησε την καταβολή της οφειλής ή την προσκόμιση σχετικής τραπεζικής εγγυητικής επιστολής προς διασφάλιση της είσπραξης της.

 

Με επιστολή της ημερομηνίας 26.5.2017, η Εφεσίβλητη/Αντεφεσείουσα ζήτησε την αναθεώρηση της εν λόγω απόφασης, προβάλλοντας τους ισχυρισμούς της περί τούτου.

 

Στα πλαίσια του εν λόγω αιτήματος αναθεώρησης της οφειλής, λήφθηκαν καταθέσεις διαφόρων προσώπων, μεταξύ αυτών και υπευθύνων λειτουργών της Αρχής Λιμένων Κύπρου, οι οποίοι υποστήριξαν το νόμιμο και/ή δικαιολογημένο της αποδέσμευσης και/ή παράδοσης του προαναφερόμενου αυτοκινήτου.

 

Κατάθεση λήφθηκε και από τον κατονομαζόμενο από την Εφεσίβλητη/ Αντεφεσείουσα ως παραλήπτη του αυτοκινήτου, ο οποίος ανέφερε ότι, ουδέποτε κατείχε το αυτοκίνητο, είτε στην Αγγλία, είτε στην Κύπρο και ότι ουδέποτε το παρέλαβε από το λιμάνι Λεμεσού.

 

Με απαντητική του επιστολή προς την Εφεσίβλητη/Αντεφεσείουσα ημερομηνίας 18.12.2017, το Τμήμα Τελωνείων παρέθεσε τα γεγονότα και πληροφόρησε την Εφεσίβλητη/Αντεφεσείουσα ότι η οφειλή δεν δύναται να διαφοροποιηθεί, απορρίπτοντας, έτσι, το υποβληθέν αίτημα αναθεώρησης.

Εναντίον της εν λόγω απόφασης, η Εφεσίβλητη/Αντεφεσείουσα, καταχώρησε, επιτυχώς, ως προαναφέρθηκε, την Προσφυγή Αρ. 329/2018.

 

Η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν η ακόλουθη:

 

«Οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλουν οι αιτητές συνοψίζονται σε κατάχρηση εξουσίας και παραβίαση του Άρθρου 103 του Κανονισμού (ΕΕ) για τη θέσπιση του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα Αρ. 952/2013, παραβίαση του Άρθρου 44 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου, Ν. 94(Ι)/2004 και του Άρθρου 24 του περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου, Ν. 91(Ι)/2004, εμφιλοχώρηση ουσιώδους πλάνης, έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας και παραβίαση της αρχής της καλής πίστης.

 

Η διαπιστωμένη παράβαση για σκοπούς του καθ' ου η αίτηση φαίνεται να τοποθετείται χρονικά στις 7.11.2005 όταν το όχημα παραδόθηκε στον ιδιοκτήτη προτού δοθεί τελωνειακός προορισμός. Η εκ των υστέρων βεβαίωση εκδόθηκε στις 21.3.2017 δηλαδή, μετά την πάροδο σχεδόν δώδεκα ετών.

 

Το Άρθρο 44 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου, Ν. 94(Ι)/2004, προνοεί:

 

«44.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), η βεβαίωση σύμφωνα με την τελωνειακή ή την άλλη νομοθεσία δεν εκδίδεται μετά την πάροδο έξι ετών από την ημερομηνία γένεσης της άλλης τελωνειακής οφειλής.

 

(2) Αν έχει απολεσθεί οποιοδήποτε ποσό άλλης τελωνειακής οφειλής ως αποτέλεσμα δόλου, ή εσκεμμένης παράλειψης του υπόχρεου προσώπου τότε δύναται να εκδοθεί βεβαίωση ως αν η αναφορά σε έξι έτη στο εδάφιο (1) ήταν αναφορά σε δώδεκα έτη.»

 

Στην επιστολή του καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 21.3.2017 γίνεται αναφορά σε «εσκεμμένη παράλειψη» των αιτητών αναφορά η οποία έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται η έκδοση της εκ των υστέρων βεβαίωσης εμπρόθεσμη για σκοπούς εφαρμογής του Άρθρου 44.

 

Όπως καταγράφεται στην επιστολή του καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 18.12.2017 και είναι παραδεκτό από τους αιτητές ως επίσης καταγράφεται στην επιστολή τους ημερομηνίας 26.5.2017 επί του διατακτικού παράδοσης που είχε εκδοθεί από τη ναυτιλιακή εταιρεία και αφορούσε το συγκεκριμένο όχημα υπάρχει η χειρόγραφη σημείωση λειτουργού του καθ' ου η αίτηση "You may accept and issue C104 for 3 months". Όπως επίσης φαίνεται να αναγνωρίζει ο καθ' ου η αίτηση και αναφέρει στην ως άνω επιστολή του, η σημείωση αυτή απευθύνεται σε άλλους λειτουργούς του καθ' ου η αίτηση. Εντούτοις, όπως και πάλι προκύπτει από την επιστολή ημερομηνίας 18.12.2017, το αναφερόμενο έντυπο ουδέποτε υποβλήθηκε από τους αιτητές. Οι αιτητές αναφέρουν σε σχέση με αυτό ότι εξέλαβαν την αναφορά αυτή ως έγκριση για 3 μήνες.

 

Στους αιτητές είχε παραχωρηθεί άδεια λειτουργίας ιδιωτικής προσωρινής αποθήκης. Το Άρθρο 34(4) του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα σε σχέση με μετακίνηση:

 

«(4) Τα εµπορεύµατα που τελούν σε κατάσταση προσωρινής εναπόθεσης επιτρέπεται να µετακινηθούν ή αποµακρυνθούν από τον τόπο που είχαν αρχικά τοποθετηθεί ή αποθηκευτεί, µόνο µε άδεια του Διευθυντή»

 

Η άδεια αυτή προφανώς δόθηκε με τη σημείωση του τελωνειακού λειτουργού υπό την αίρεση, όμως, της έκδοσης του εντύπου C104. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής των αιτητών και της κατάθεσης που έδωσαν λειτουργοί της, φαίνεται να παραδέχονται ότι δεν υποβλήθηκε τέτοιο έντυπο. Η υποβολή της κατάλληλης διασάφησης, όμως, προκύπτει από το λεκτικό του Άρθρου 39(1) του Νόμου να είναι υποχρέωση του αιτούντα ειδικού καθεστώτος: «Σε περίπτωση που υποβληθεί διασάφηση [.]». Συνεπώς, εσφαλμένα θεώρησαν οι αιτητές ότι η άδεια τους είχε δοθεί χωρίς οι ίδιοι να χρειάζεται να προβούν στα κατάλληλα διαβήματα.

 

Το Άρθρο 48(2) του Νόμου προνοεί σε σχέση με την εκ των υστέρων βεβαίωση τα πιο κάτω:

 

«48. (2) Σε περίπτωση που οποιοδήποτε πρόσωπο αμελεί ή αρνείται ή παραλείπει να εφαρμόσει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και λόγω της αμέλειας ή άρνησης ή παράλειψής του προκύπτει ποσό οφειλόμενο, τότε ο Διευθυντής δύναται ασκώντας κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την κρίση του να βεβαιώσει το οφειλόμενο ποσό και το κοινοποιεί στο πρόσωπο αυτό.

(3) Σε περίπτωση που λόγω υποβολής στο Τμήμα Τελωνείων από οποιοδήποτε πρόσωπο οποιασδήποτε δήλωσης ή γνωστοποίησης ή πιστοποιητικού ή οποιασδήποτε άλλης φύσης εγγράφου, δεν καταβλήθηκε το πλήρες ποσό που οφείλετο, με βάση την τελωνειακή ή την άλλη νομοθεσία, ή επιστράφηκε ή παραχωρήθηκε έκπτωση ή αποδόθηκε ποσό μεγαλύτερο εκείνου που σύμφωνα με την τελωνειακή ή την άλλη νομοθεσία προβλέπετο, το οφειλόμενο ποσό ή το ποσό που επιστράφηκε αχρεώστητα ή που παραχωρήθηκε ως έκπτωση, βεβαιώνεται και κοινοποιείται στο πρόσωπο αυτό.

(4) Όταν οποιοδήποτε ποσό έχει βεβαιωθεί και κοινοποιηθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο σύμφωνα με τα πιο πάνω εδάφια, τότε το ποσό της βεβαίωσης θεωρείται, χωρίς να θίγονται οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις του παρόντος Νόμου, ως ποσό οφειλόμενο από το πρόσωπο αυτό και δύναται να ανακτηθεί ανάλογα, εκτός αν αποσυρθεί η σχετική βεβαίωση ή αναθεωρηθεί το σχετικό ποσό.»

 

Τα πιο πάνω, επιτρέπουν την έκδοση της βεβαίωσης σύμφωνα με το Άρθρο 44(1) του Νόμου, εντός έξι ετών. Για να επεκταθεί, όμως, η έκδοση τέτοιας βεβαίωσης σε περίοδο δώδεκα ετών είναι απαραίτητο όπως ενυπάρχει δόλος ή εσκεμμένη παράλειψη από πλευράς του υπόχρεου προσώπου.

 

Από τα στοιχεία που είχε ενώπιόν του ο καθ' ου η αίτηση δεν θεωρώ ότι η κατάληξή του σε εσκεμμένη παράλειψη από πλευράς των αιτητών είναι εύλογη.

 

Παράλειψη πράγματι υπήρχε και, όπως ανέφερα και πιο πάνω, εσφαλμένα θεώρησαν οι αιτητές ότι τους δόθηκε η άδεια μετακίνησης του οχήματος εντούτοις, δεν προκύπτει από πουθενά ότι το σφάλμα αυτό έγινε εσκεμμένα έτσι ώστε να δικαιολογεί την επιβολή εκ των υστέρων βεβαίωσης δώδεκα έτη μετά.

 

Σε ότι αφορά στην αναφορά των αιτητών περί παράβασης του Άρθρου 103 του Κανονισμού Κανονισμού (ΕΕ) για τη θέσπιση του Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα Αρ. 952/2013, συμφωνώ με την εισήγηση του καθ' ου η αίτηση ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής εφόσον αναφέρεται σε τελωνειακή οφειλή και όχι σε άλλη τελωνειακή οφειλή ως είναι η περίπτωση στην υπό κρίση υπόθεση.

 

Για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω, καταλήγω ότι η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται.

 

Επιδικάζονται €1700 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση.»

 

 

Ένας είναι ο λόγος Έφεσης που δικογραφεί η Εφεσείουσα/Αντεφεσίβλητη, ο οποίος συνοδεύεται από εκτενή αιτιολόγηση και αυτός έχει ως εξής:

 

«Εσφαλμένα και/ή υπό πλάνη το σεβαστό πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι Από τα στοιχεία που είχε ενώπιόν του ο καθ' ου η αίτηση δεν θεωρώ ότι η κατάληξή του σε εσκεμμένη παράλειψη από πλευράς των αιτητών είναι εύλογη.

 

Παράλειψη πράγματι υπήρχε και, όπως ανέφερα και πιο πάνω, εσφαλμένα θεώρησαν οι αιτητές ότι τους δόθηκε η άδεια μετακίνησης του οχήματος εντούτοις, δεν προκύπτει από πουθενά ότι το σφάλμα αυτό έγινε εσκεμμένα έτσι ώστε να δικαιολογεί την επιβολή εκ των υστέρων βεβαίωσης δώδεκα έτη μετά.»

 

 

Στην αιτιολογία του πιο πάνω λόγου Έφεσης, η Εφεσείουσα/Αντεφεσίβλητη υποστηρίζει, ουσιαστικά, ότι η διαπιστωθείσα και από το πρωτόδικο Δικαστήριο παράλειψη, ήτοι χωρίς να δοθεί προηγουμένως τελωνειακός προορισμός στο αυτοκίνητο από το Τελωνείο, ήταν εσκεμμένη. Κατά την Εφεσείουσα/ Αντεφεσίβλητη «οι Εφεσείοντες/ Καθ’ ων η αίτηση εύλογα θεώρησαν την παράλειψη της Εφεσίβλητης/Αιτούσας εσκεμμένη, εφόσον το όχημα παραδόθηκε κατά παράβαση της τελωνειακής και άλλης τελωνειακής νομοθεσίας, χωρίς έγκριση, σε πρόσωπο άγνωστο με σκοπό να αποφευχθεί η καταβολή των αναλογούντων ποσών.». Στηρίζει δε τα πιο πάνω υποστηρίζοντας ότι, οι σχετικές οδηγίες του αρμόδιου τελωνειακού λειτουργού επί του διατακτικού παράδοσης δεν δύνανται επουδενί λόγο να θεωρηθούν ως οδηγίες αποδέσμευσης του αυτοκινήτου και παράδοσης του, η Εφεσίβλητη/Αντεφεσείουσα δεν είχε εκδώσει το προβλεπόμενο έντυπο Τελ. 104, αλλά και στην κατάθεση του κατονομαζόμενου από την Εφεσίβλητη/ Αντεφεσείουσα προσώπου ως αυτό που παρέλαβε το αυτοκίνητο, το οοίο αρνείται τέτοια παραλαβή.

 

Στον αντίποδα, η Εφεσίβλητη/ Αντεφεσείουσα προβάλλει τρεις λόγους Αντέφεσης, συνοπτικά τους ακόλουθους:

 

 

Με τον πρώτο λόγο Αντέφεσης, η Εφεσίβλητη/ Αντεφεσείουσα στρέφεται εναντίον του μέρους της πρωτόδικης απόφασης, με το οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε, εν πάση περιπτώσει, αποφανθεί ότι, υπήρχε παράλειψη εκ μέρους της. Στηρίζει δε τον εν λόγω ισχυρισμό της στο ότι, τα σχετικά με τον εκτελωνισμό του επίδικου οχήματος αποδεικτικά έγγραφα και, ιδιαίτερα, το Διατακτικό Παράδοσης, καταστράφηκαν μετά από έγκριση που δόθηκε εκ μέρους της Εφεσείουσας/Αντεφεσίβλητης και έστω και αν αυτό έγινε «εκ παραδρομής» εκ μέρους της Εφεσείουσας/Αντεφεσίβλητης, ως αυτή διατείνεται «[.] η εν λόγω εσωτερική παράλειψη ή  λάθος της Διοίκησης, δεν μπορεί να καταλογιστεί ως παράλειψη τήρησης αποδεικτικών στοιχείων εις βάρος της Εφεσίβλητης/αιτήτριας ούτε από τους Εφεσείοντες/ Καθ’ ων η Αίτηση ούτε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο.».

 

Επικουρικά, η Εφεσίβλητη/Αντεφεσείουσα υποστηρίζει και ότι, εν πάση περιπτώσει, η φρασεολογία στο Διατακτικό Παράδοσης ήταν τέτοια, η οποία εύλογα μπορούσε να θεωρηθεί ως οδηγία για αποδέσμευση του αυτοκινήτου.

 

Με τον δεύτερο λόγο Αντέφεσης, η Εφεσίβλητη/Αντεφεσείουσα στρέφεται εναντίον του μέρους της πρωτόδικης απόφασης, με το οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν παραβιάστηκε το Άρθρο 103 του Κανονισμού (ΕΕ) για τη θέσπιση του Τελωνειακού Κώδικα Αρ. 952/2013, διότι αυτό αναφέρεται σε τελωνειακή οφειλή και όχι σε «άλλη τελωνειακή οφειλή», ως η παρούσα περίπτωση.

 

Τέλος, με τον τρίτο λόγο Αντέφεσης, η Εφεσίβλητη/Αντεφεσείουσα υποστηρίζει ότι, εσφαλμένα δεν εξετάστηκαν οι λόγοι ακυρώσεως που ήγειρε πρωτόδικα, ήτοι περί ελλιπούς και/ή μη επαρκούς έρευνας αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά παράδοσης του επίδικου οχήματος, περί κατάχρησης και/ή υπέρβασης εξουσίας, περί ανεπαρκούς και/ή ελλιπούς και/ή παράνομης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξης, περί καταχρηστικής επιβολής της οφειλής, περί έλλειψης δέουσας έρευνας και περί παραβίασης των αρχών της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου προς τη διοίκηση.

 

Μελετήσαμε τα ανωτέρω με ιδιαίτερη προσοχή.

Είναι τέτοιο το περιεχόμενο τόσο του λόγου Έφεσης, όσο και του πρώτου λόγου Αντέφεσης, ώστε ενδείκνυται αυτοί να εξεταστούν μαζί.

 

Εξηγούμε: Για να υπάρχει «εσκεμμένη παράλειψη» εκ μέρους της Εφεσίβλητης/ Αντεφεσείουσας, ως υποστηρίζει η πλευρά της Εφεσείουσας/Αντεφεσίβλητης, πρέπει το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί διαπίστωσης «παράλειψης» εκ μέρους της Εφεσίβλητης/Αντεφεσείουσας να είναι δικαιολογημένο.

 

Φρονούμε, με δεδομένο τον σεβασμό μας στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι, δεν αποτυπώθηκε στην πρωτόδικη απόφαση (βλ. ανωτέρω) η απαραίτητη για το δευτεροβάθμιο έλεγχο δικαστική του σκέψη, τόσο σε σχέση με το εύρημα του περί «παράλειψης» της Εφεσίβλητης/ Αντεφεσείουσας, όσο και για το εύρημα του ότι τέτοια δεν ήταν «εσκεμμένη», με αποτέλεσμα τα εν λόγω ευρήματα να στερούνται της απαιτούμενης δικαστικής τεκμηρίωσης.

 

Ειδικότερα, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν φαίνεται να κατέγραψε τη σκέψη του σε σχέση με το βασικό επιχείρημα της Εφεσίβλητης/Αντεφεσείουσας ότι με την επιστολή του ημερομηνίας 7.2.2013 ο Ανώτερος Τελωνειακός Λειτουργός Λεμεσού, έστω εκ παραδρομής, ως δηλώνεται στην πρωτόδικη Ένσταση της Εφεσείουσας/Αντεφεσίβλητης, έδωσε την έγκριση του για καταστροφή των πρωτότυπων εγγράφων που αφορούσαν την εν λόγω χρονική περίοδο που αφορούσε τον επίδικο εκτελωνισμό, στερώντας, ενδεχομένως, έτσι από την Εφεσίβλητη/Αντεφεσείουσα να προσκομίσει τέτοια, αν είχε και, ιδιαίτερα, αν ορθώς πρέπει να φέρει, στη βάση και των λοιπών στοιχείων που εξασφαλίστηκαν (βλ. ανωτέρω στα γεγονότα) το βάρος απόδειξης περί ύπαρξης τέτοιας παράλειψης λόγω απουσίας εγγράφων, σταθμίζοντας, ενδεχομένως και κατά πόσο, με την επιστολή της Εφεσίβλητης/Αντεφεσείουσας ημερομηνίας 25.11.2009 (βλ. ανωτέρω στα γεγονότα), προσκομίστηκαν ή μη όλα τα στοιχεία που τότε της ζητήθηκαν. Αυτό, κατ’ επέκταση και σε συνδυασμό και με λόγους ακύρωσης που, ως προβάλλεται με τον τρίτο λόγο Αντέφεσης, δεν φαίνεται να προηγήθηκε η εξέταση τους (λ.χ. παραβίαση καλής πίστης, χρηστής διοίκησης) υπό το πρίσμα κατά πόσο ήταν εξαρχής επιτρεπτή η εκ νέου εξέταση και η επιβολή της οφειλής, ενόψει ακριβώς  της έγκρισης που χορηγήθηκε στην Εφεσείουσα/Αντεφεσίβλητη για καταστροφή των εν λόγω εγγράφων (των όποιων εγγράφων κατ’ ισχυρισμό διατηρούνταν από την τελευταία) και του διαρρεύσαντος χρόνου μέχρι την επιβολή της οφειλής.

 

Ούτε για την πρωτόδικη κρίση ότι η πρωτοδίκως κριθείσα «παράλειψη» δεν ήταν «εσκεμμένη» θεωρούμε ότι δόθηκε επαρκής αιτιολόγηση, αφού ελλείπει, κατά την οπτική μας, η αιτιολογική απόδειξη ενασχόλησης και στάθμισης των βασικών επιχειρημάτων της Εφεσείουσας/Αντεφεσίβλητης και η κατάληξη επ’ αυτών, συμπεριλαμβανομένης, χωρίς περιορισμό, της αξιολόγησης της μαρτυρίας του υποδεικνυόμενου από την Εφεσίβλητη/Αντεφεσείουσα ως αποδέκτη του αυτοκινήτου, ότι ουδέποτε είχε στη κατοχή του ή παρέλαβε το επίδικο αυτοκίνητο (βλ. πιο πάνω στα γεγονότα), σε συνδυασμό με τα επί τέτοιας μαρτυρίας συναφώς ισχυριζόμενα από την Εφεσείουσα/Αντεφεσίβλητη με τους λόγους ακυρώσεως της.

 

Τέτοια απουσία αιτιολόγησης δικαστικών ευρημάτων οδηγεί αυτή, σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, σε ακυρότητα, στην ολότητα της, ως μη έγκυρη.

 

Δεν επιβάλλεται, βέβαια, όπως τα δικαστήρια απαντούν σε κάθε επιχείρημα που τίθεται ενώπιον τους, εκτός και αν κρίνεται κάτι τέτοιο αναγκαίο. Όπως επεξηγήθηκε συναφώς και στην απόφαση ημερομηνίας 10.4.2025 του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση Αρ. Ε258/2016 ΤΑΣΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ κ.ά. v. ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (ΟΣΕΛ) ΛΤΔ.:

 

«Όσο δε αφορά τη θέση των Εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και αναιτιολόγητα παρέλειψε να ασχοληθεί με το πιο πάνω θέμα και τις θέσεις που οι Εφεσείοντες είχαν στην επιχειρηματολογία τους προωθήσει, αρκεί να υπομνήσουμε ότι το Δικαστήριο δεν είναι υπόχρεο να εξετάζει κάθε εισήγηση και κάθε επιχείρημα που τίθεται ενώπιόν του, εκτός και αν κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα (2010) 1 Α.Α.Δ. 1238, 1260, ότι «. τα δικαστήρια δεν έχουν καμιά υποχρέωση να απαντούν σε κάθε επιχείρημα που τίθεται ενώπιον τους, εκτός κι αν κρίνουν ότι κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο» (βλ., επίσης, Μακαρούνα ν. Μιχαήλ και Άλλων (2014) 1(Α) Α.Α.Δ. 851, 859). Πέραν τούτου, για να υπάρξει ανατροπή θα πρέπει η παράλειψη να είναι ουσιώδης (βλ. Ευαγγελίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2015) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2549, 2557).»

 

 

Με δεδομένα τα ανωτέρω, όμως, η μη υποχρέωση απάντησης σε κάθε επιχείρημα που προβλήθηκε δεν αναιρεί την υποχρέωση του δικαστηρίου, όπως παρέχει το σκεπτικό του για την κρίση του επί ουσιωδών ζητημάτων, ως κρίνουμε είναι αυτά που εγέρθηκαν και δεν απαντήθηκαν με αιτιολογημένο σκεπτικό, ως επεξηγήθηκε ανωτέρω.

 

Το σκεπτικό του Δικαστηρίου είναι συστατικό στοιχείο έγκυρης δικαστικής απόφασης (βλ. Καραγιώργη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 92).

 

Ως τονίστηκε και στην απόφαση ημερομηνίας 7.11.2023 του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 64/2017 GUO SHUYING v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ:

 

«Συναφώς υπενθυμίζουμε ότι, κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η αιτιολόγηση μιας δικαστικής απόφασης αποτελεί συστατικό στοιχείο της ίδιας της δικαστικής λειτουργίας. Συνιστά απαρέγκλιτο καθήκον των δικαστικών Αρχών και αντίστοιχο δικαίωμα του διαδίκου να γνωρίζει το λόγο, το σκεπτικό της κατάληξης του Δικαστηρίου, το οποίο είναι συστατικό στοιχείο έγκυρης δικαστικής απόφασης. Η αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλεται μόνο από το΄Αρθρο 30.2 του Συντάγματος ως απαραίτητο στοιχείο για την εγκυρότητα της δικαστικής απόφασης, αλλά αποτελεί θεμελιακό κανόνα της δικαστικής διαδικασίας και θεσμικό φραγμό κατά του ανέλεγκτου, ως και εχέγγυο για τη σύννομη άσκηση της δικαστικής εξουσίας (Βλ. Καραγιώργη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 92, Δρουσιώτης ν. Ιερωνυμίδης (1990) 1 Α.Α.Δ. 1026, Βασιλείου κ.ά. ν. Μενελάου κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 1125, Καννάουρου κ.ά. ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35, Εταιρεία Παφίτης & Ιορδάνους Κοντράκτορς Λτδ κ.ά. ν. Α.Ν. Στασής Εστέϊτς Κο. Λτδ (1998) 1 Α.Α.Δ. 916 και Alnaser v. Δημοκρατίας, Ποιν.εφ. 81/20, ημερ. 21.7.20).

 

Στην προκείμενη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ως ανωτέρω, χωρίς ωστόσο να παραθέσει το λόγο, το σκεπτικό που το οδήγησε στην κατάληξη του. Η γενική και αόριστη αναφορά του στις γραπτές αγορεύσεις των διαδίκων και στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, χωρίς καμιά απολύτως σύνδεση ή και συγκεκριμενοποίηση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, εκείνων των στοιχείων που στοιχειοθετούσαν την ως άνω κατάληξη του, πολύ περισσότερο λόγω των αντιφατικών στοιχείων που υποδείχθηκαν από την Εφεσείουσα ότι εμπεριέχοντο στο διοικητικό φάκελο, δεν συνιστά κατά την κρίση μας, αιτιολόγηση της πρωτόδικης δικαστικής απόφασης.

 

Κατ΄ακολουθία των πιο πάνω, κρίνουμε ότι η  πρωτόδικη απόφαση στερείται του σκεπτικού της κατάληξης του Δικαστηρίου, ως αναγκαίο και άκρως απαραίτητο συστατικό στοιχείο της εγκυρότητας της. Συνεπώς, αυτή δεν είναι αιτιολογημένη και αφίσταται των εχέγγυων της δίκαιης δίκης, όπως καθορίζεται στο ΄Αρθρο 30.2 του Συντάγματος, εφόσον δεν διαγιγνώσκεται το σκεπτικό του Δικαστηρίου ως προς την απλή διατύπωση της θέσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας, χωρίς πλάνη περί τα πράγματα, εντός της ορθής άσκησης της διακριτικής ευχέρειας της Εφεσίβλητης, ότι είναι πλήρως αιτιολογημένη και καλόπιστη.»

 

 

Λέχθηκε και στην απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.5.2024 στην Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 7/2019 CONSTANTINOU BROS HOTELS PLC v. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΡ. 7/2019 (με δική μας υπογράμμιση):

 

«Στη βάση όλων των πιο πάνω, το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο, η υπό κρίση κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, συνιστά την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα αιτιολόγηση της δικαστικής του απόφασης.

 

Συναφώς υπενθυμίζουμε ότι, κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η αιτιολόγηση μιας δικαστικής απόφασης αποτελεί συστατικό στοιχείο της ίδιας της δικαστικής λειτουργίας. Συνιστά απαρέγκλιτο καθήκον των δικαστικών Αρχών και αντίστοιχο δικαίωμα του διαδίκου να γνωρίζει το λόγο, το σκεπτικό της κατάληξης του Δικαστηρίου, το οποίο είναι συστατικό στοιχείο έγκυρης δικαστικής απόφασης. Η αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλεται μόνο από το΄Αρθρο 30.2. του Συντάγματος ως απαραίτητο στοιχείο για την εγκυρότητα της δικαστικής απόφασης, αλλά αποτελεί θεμελιακό κανόνα της δικαστικής διαδικασίας και θεσμικό φραγμό κατά του ανέλεγκτου, ως και εχέγγυο για τη σύννομη άσκηση της δικαστικής εξουσίας (Βλ. Καραγιώργη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 92, Δρουσιώτης ν. Ιερωνυμίδης (1990) 1 Α.Α.Δ. 1026, Βασιλείου κ.ά. ν. Μενελάου κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 1125, Καννάουρου κ.ά. ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35, Εταιρεία Παφίτης & Ιορδάνους Κοντράκτορς Λτδ κ.ά. ν. Α.Ν. Στασής Εστέϊτς Κο. Λτδ (1998) 1 Α.Α.Δ. 916 και Alnaser v. Δημοκρατίας, Ποιν.εφ. 81/20, ημερ. 21.7.20).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ως ανωτέρω, χωρίς ωστόσο να παραθέσει το λόγο, το σκεπτικό που το οδήγησε στην κατάληξη του περί ανυπαρξίας νομικής πλάνης. Το γεγονός ότι ικανοποιήθηκε για την επάρκεια της έρευνας που διεξήγαγαν οι Εφεσίβλητοι, ως και της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδόλως οδηγεί, άνευ ετέρου, στο συμπέρασμα ότι αυτοί ερμήνευσαν και εφάρμοσαν ορθά το Άρθρο 130 του Νόμου, στη βάση του οποίου επέβαλαν το επίδικο διοικητικό πρόστιμο. Η συνοπτική, γενική και αόριστη αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην επιχειρηματολογία των Εφεσειόντων, όπως προέβαλλε μέσω της γραπτής τους αγόρευσης, χωρίς καμιά απολύτως ενασχόληση με αυτήν και χωρίς κατ' επέκταση, να παραθέσει την απαραίτητη νομική ανάλυση και σκέψη, από την οποία να προκύπτει η διαφωνία του με αυτήν και συνεπώς η απόρριψη της, όπως προκύπτει από την κατάληξη του, δεν συνιστά κατά την κρίση μας, αιτιολόγηση της πρωτόδικης απόφασης.

 

Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, κρίνουμε ότι η πρωτόδικη απόφαση στερείται του σκεπτικού της κατάληξης του Δικαστηρίου, ως αναγκαίο και άκρως απαραίτητο συστατικό στοιχείο της εγκυρότητας της. Συνεπώς, αυτή δεν είναι αιτιολογημένη και αφίσταται των εχέγγυων της δίκαιης δίκης, όπως καθορίζεται στο Άρθρο 30.2 του  Συντάγματος, εφόσον δεν διαγιγνώσκεται το σκεπτικό του Δικαστηρίου, ως προς την απλή, αλλά ατεκμηρίωτη διατύπωση της θέσης ότι οι Εφεσίβλητοι δεν ενήργησαν υπό νομική πλάνη.

 

Για όλα τα πιο πάνω, η Έφεση επιτυγχάνει.»

 

Συνεπώς, με βάση τα προαναφερθέντα, τόσο η Έφεση, ως προς τον μοναδικό λόγο Έφεσης που προβλήθηκε, όσο και η Αντέφεση, ως προς τον πρώτο και, εν μέρει, ως προς τον τρίτο λόγο Έφεσης στο βαθμό που επεξηγήθηκε ανωτέρω, επιτυγχάνουν.

 

Ενόψει του πιο πάνω αποτελέσματος, παρέλκει η εξέταση οποιωνδήποτε άλλων ζητημάτων εγέρθηκαν.

 

Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται στο σύνολο της, συμπεριλαμβανομένης και της πρωτόδικης διαταγής για έξοδα.

 

Η υπόθεση επιστρέφεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο (ενώπιον άλλου Δικαστή) προς λήψη νέας απόφασης επί της Προσφυγής Αρ. 329/2018 λαμβανομένου υπόψη και των ανωτέρω αποφασισθέντων.

Ενόψει της επιτυχίας τόσο της Έφεσης, όσο και της Αντέφεσης, κρίνουμε ότι κάθε πλευρά πρέπει να επωμισθεί τα έξοδα της ενώπιον μας.

 

 

    ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.

 

 

    Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

 

                                                       Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο