ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 117/2022)
23 Σεπτεμβρίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
R. M. R.
Εφεσείουσα,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
Εφεσίβλητης.
-------------------
Χ. Θ. Χριστάκη, για ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ Θ. ΧΡΙΣΤΑΚΗ Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι για Εφεσείουσα.
Π. Κωνσταντίνου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο για την Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Σεραφείμ, Δ.:
---------------------
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΕΡΑΦΕΙΜ., Δ.: Η υπό κρίση Έφεση ασκήθηκε εναντίον απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.6.2022 (εφεξής η «πρωτόδικη απόφαση») στην Προσφυγή Αρ. 610/2018 (εφεξής η «Προσφυγή»), με την οποία επικυρώθηκε η απόφαση της Εφεσίβλητης όπως απορρίψει αίτηση της Εφεσείουσας για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας.
Τα κρίσιμα για την υπόθεση γεγονότα καταγράφηκαν στην πρωτόδικη απόφαση. Τα παραθέτουμε ως καταγράφηκαν αυτούσια:
«Η αιτήτρια είναι Ουκρανή υπήκοος. Αφίχθηκε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία το έτος 2000 για να εργαστεί ως σερβιτόρα στη Λεμεσό. Τον Μάρτιο του 2001 τέλεσε πολιτικό γάμο με ελληνοκύπριο κατά 35 χρόνια μεγαλύτερο. Μετά από εξετάσεις που έγιναν για τη γνησιότητα του γάμου της, εναντίον της εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης και στις 25.10.2001 απελάθηκε στη χώρα της. Ένα μήνα μετά την απέλασή της, εκδόθηκε διαζύγιο από τον πρώτο της σύζυγο.
Στις 8.3.2003 επέστρεψε ξανά στην Κύπρο, προκειμένου να διαμείνει με τον δεύτερο ελληνοκύπριο σύζυγο της, 42 χρόνια μεγαλύτερο της, με τον οποίο τέλεσε γάμο στην Ουκρανία τον Μάιο του 2002. Ο δεύτερος της σύζυγος απεβίωσε τον Απρίλιο του 2009. Τον Μάρτιο του 2011 τέλεσε και τρίτο γάμο με ελληνοκύπριο κατά 29 χρόνια μεγαλύτερο. Η αιτήτρια εργάζεται σε αρτοποιείο με μηνιαίο μισθό €800, ο σύζυγος της είναι συνταξιούχος και λαμβάνει μηνιαία σύνταξη €425. Διαμένουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία.
Στις 7.12.2012 (όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 3 σελίδωση 127 του ψηφιοποιημένου αντιγράφου διοικητικού φακέλου) η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση, δηλώνοντας και τα στοιχεία του ελληνοκύπριου συζύγου της. Λήφθηκαν οι απόψεις της ΚΥΠ ημερομηνίας 22.4.2014, σύμφωνα με τις οποίες δεν υπήρχε οποιοδήποτε στοιχείο εναντίον της από πλευράς ασφάλειας, όπως επίσης και οι απόψεις της Interpol, ημερομηνίας 23.4.2014, με αρνητικό περιεχόμενο.
Στο Έντυπο καταγραφής στοιχείων και πληροφοριών κατά το στάδιο της συνέντευξης της αιτήτριας, ημερομηνίας 12.1.2017, γίνεται από την Λειτουργό καταγραφή των προσωπικών στοιχείων της αιτήτριας, της σχέσης της με την Κύπρο, της οικονομικής της κατάστασης, καθώς επίσης καταγράφονται και οι απαντήσεις της σε σχέση με γενικά θέματα γνώσεων που σχετίζονται με την Κυπριακή Δημοκρατία. Ετοιμάστηκε σχετικό σημείωμα προς τον Υπουργό Εσωτερικών ημερομηνίας 19.1.2017, στο οποίο γινόταν απορριπτική εισήγηση.
Ο Υπουργός Εσωτερικών αποφάσισε την απόρριψη της υποβληθείσας αιτήσεως και γνωστοποίησε στην αιτήτρια την προσβαλλόμενη απόφαση, ημερομηνίας 5.3.2018, η οποία συνιστά το αντικείμενο της υπό εκδίκαση προσφυγής. Μεταφέρω αυτούσιο το περιεχόμενό της:-
«Έχω οδηγίες ν' αναφερθώ στην αίτηση σας για απόκτηση της Κυπριακής Υπηκοότητας με πολιτογράφηση (τύπος Μ. 127) και να σας πληροφορήσω ότι το αίτημά σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και απορρίφθηκε.
2. Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του, συμπεριλαμβανομένων και των απόψεων και εισηγήσεων άλλων εμπλεκομένων υπηρεσιών κρίθηκε σκόπιμο, τουλάχιστον στο παρόν στάδιο να απορρίψει το αίτημά σας. Για ενημέρωσή σας αναφέρω επιπρόσθετα ότι ο κ. Υπουργός έλαβε σοβαρά υπόψη της μεγάλη διάρκεια παράνομης παραμονής σας στη Δημοκρατία που υπερβαίνει τα 21/2 χρόνια καθώς επίσης και το γεγονός ότι απελαθήκατε από την Κύπρο και είχατε καταστεί απαγορευμένη Μετανάστρια.
3. Για τους πιο πάνω λόγους και εκ των πραγμάτων η αίτηση σας δεν μπορούσε να έχει θετική κατάληξη.»».
Η παρούσα Έφεση περιλαμβάνει συνολικά δεκατρείς λόγους Έφεσης.
Με τον πρώτο, η Εφεσείουσα διατείνεται ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εξέτασε αυτεπάγγελτα την απουσία έγγραφης καταχώρισης λήψης της επίδικης απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών επί του επίδικου αιτήματος της Εφεσείουσας/Αιτήτριας και/ή εσφαλμένα απέρριψε την προσφυγή αντί να την κάνει δεκτή και να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω της ανυπαρξίας και/ή απουσίας και/ή μη προσκόμισης έγγραφης απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών επί του επίδικου αιτήματος.».
Με τον δεύτερο λόγο Έφεσης η Εφεσείουσα υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο «εσφαλμένα και πεπλανημένα έκρινε και/ή θεώρησε ότι η επιστολή του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Eσωτερικών ημερ. 05/03/2018 αποτελούσε την προσβαλλόμενη απόφαση ενώ αυτή απλά αποτελούσε τη γνωστοποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών.»
Ο τρίτος λόγος Έφεσης συνίσταται στον ισχυρισμό ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, χωρίς ή με ελαττωματική αιτιολογία του περιεχομένου της επιστολής ημερομηνίας 05.03.2018 έκρινε στη σελ. 10 της απόφασης του ότι «Από το σώμα της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει πως ο λόγος απόρριψης της υποβληθείσας αιτήσεως πολιτογράφησης, δεν ήταν ούτε η εικονικότητα των γάμων της, ούτε και οι απόψεις και θέσεις της ΥΑΜ Λεμεσού σε σχέση με το χαρακτήρα της και τα όσα θεωρεί η ίδια πως της αποδίδονταν. Η αίτηση απερρίφθη, όπως καταγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω της μεγάλης διάρκειας παράνομης παραμονής της στη Δημοκρατία, ήτοι για περίοδο που υπερβαίνει τα 2,5 χρόνια.»
Με τον τέταρτο, αλλά και με τον πέμπτο λόγο Έφεσης, η Εφεσείουσα υποστηρίζει το εσφαλμένο της πρωτόδικης κρίσης ότι «Οι θέσεις που προβάλλει η αιτήτρια πως εσφαλμένα λήφθηκαν υπόψη από τον Υπουργό Εσωτερικών ατεκμηρίωτες θέσεις και εικασίες για ύπαρξη ευκαιριακών γάμων της με ελληνοκύπριους, θα πρέπει να απορριφθούν, καθότι αυτά τα ζητήματα δεν απασχόλησαν την διοίκηση κατά την εξέταση της επίδικης αιτήσεως.»
Με τον έκτο λόγο Έφεσης εισηγείται ως εσφαλμένη την πρωτόδικη κρίση ότι «Αυτό που κρίθηκε ως βαρύνον στοιχείο υπέρ της απόρριψης της αιτήσεως, είναι η ύπαρξη παράνομης παραμονής της αιτήτριας στη Δημοκρατία.»
Με τον έβδομο λόγο Έφεσης, η Εφεσείουσα προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τον ισχυρισμό της περί έλλειψης δέουσας έρευνας και (ελαττωματικής) αιτιολογίας, καθώς και πλάνης και κακής άσκησης της διακριτικής ευχέρειας της Εφεσίβλητης και, συναφώς, εσφαλμένα έκρινε ότι «Δεν έχει αποδειχθεί ότι οι καθ' ων η αίτηση ενήργησαν υπό πλάνη ή με κακή πίστη, η τεκμηρίωση της οποίας βαρύνει την ίδια την αιτήτρια. Το τεκμήριο της καλόπιστης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας παραμένει έγκυρο μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου.».
Με τον όγδοο λόγο Έφεσης η Εφεσείουσα υποστηρίζει ότι δεν εξετάστηκε ο λόγος ακύρωσης περί έλλειψης νόμιμης, σαφούς, επαρκούς και δέουσας αιτιολογίας.
Με τον ένατο λόγο Έφεσης, η Εφεσείουσα υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο τελώντας υπό πλάνη και με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό της Εφεσείουσας ότι «Από 10/05/2002 μέχρι και 09/12/2010 παρέμενε νόμιμα στη Δημοκρατία και/ή ότι η επιστολή των Εφεσίβλητων/Καθ’ ων η αίτηση ημερ. 09/12/2010 ήρε την όποια παρανομία του χρόνου παραμονής της κατά το παρελθόν στη Δημοκρατία και/ή εσφαλμένα και πεπλανημένα έκρινε ότι το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής ήταν απλώς ενημερωτικό και συμβουλευτικό προς ύπαρξη υποχρέωσης εκ μέρους της για διευθέτηση της παραμονής της.»
Με τον δέκατο λόγο Έφεσης, η Εφεσείουσα στρέφεται εναντίον της απόρριψης του ισχυρισμού της περί παραβίασης του δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης.
Με τον ενδέκατο λόγο Έφεσης, στρέφεται εναντίον του πρωτόδικου ευρήματος ότι «Ως προς τους ισχυρισμούς περί παράβασης της αρχής της καλής πίστης, αυτοί παραμένουν ατεκμηρίωτοι από πλευράς της αιτήτριας, αφού προκύπτει πως η διοίκηση ασκώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια που είχε, κατά την εξέταση της επίδικης αιτήσεως, έλαβε υπόψη της στοιχεία που η αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει.».
Με τον δωδέκατο λόγο Έφεσης υποστηρίζει ως εσφαλμένη την πρωτόδικη κρίση ότι «Κρίνω, στη βάση των ενώπιον μου γεγονότων, ότι παρέχεται επαρκές πραγματικό έρεισμα για την απορριπτική απόφαση, η εκτίμηση της διοίκησης, κρίνεται και εύλογη και επιτρεπτή, υπό το φως των ενώπιον της γεγονότων και δεν διαπιστώνω έλλειψη καλής πίστης εκ μέρους του Υπουργού Εσωτερικών.».
Τέλος, με τον δέκατο τρίτο λόγο Έφεσης της, η Εφεσείουσα υποστηρίζει ότι «αναιτιολόγητα και αντινομικά το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει και να αποφανθεί επί του ισχυρισμού της Εφεσείουσας/Αιτήτριας περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας.».
Εξετάσαμε όλους τους πιο πάνω λόγους Έφεσης με προσοχή.
Όσον αφορά στον πρώτο λόγο Έφεσης, κρίνουμε ότι αυτός δεν ευσταθεί. Το εσωτερικό σημείωμα ημερομηνίας 19.1.2017 (βλ. ανωτέρω στα γεγονότα), το οποίο αποτελεί μέρος του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, απευθύνεται στον Υπουργό Εσωτερικών και δίπλα από αυτή την αναφορά υπάρχει η χειρόγραφη σημείωση «Απόρριψη» και η υπογραφή. Σημειώνεται, προς επίρρωση ότι, από το σύνολο των ενώπιον μας στοιχείων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κοινοποιήθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 19.1.2017 προς την Εφεσείουσα, στην οποία επιστολή ρητώς αναφέρεται ότι το αίτημα της Εφεσείουσας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών (και απορρίφθηκε). Αυτό έχει κριθεί νομολογιακά ότι επαρκεί ως τεκμήριο ότι το αρμόδιο όργανο, εδώ ο Υπουργός Εσωτερικών, έχει ασκήσει με αυτό τον τρόπο την αποφασιστική του αρμοδιότητα (βλ. απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.9.2023 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 18/2017 VARSIK MKRTCHYAN v. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ).
Στο δε Άρθρο 17(8) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/1999 αναφέρονται τα εξής:
«(8) Δε συνιστά αποχή από άσκηση αρμοδιότητας η υιοθέτηση ενός σημειώματος ή μιας πρότασης που υποβάλλεται από υφιστάμενο υπάλληλο ή όργανο στο αρμόδιο διοικητικό όργανο, αν το σημείωμα ή η πρόταση περιέχει συγκεκριμένη εισήγηση και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας προκύπτει ότι το αρμόδιο όργανο άσκησε ουσιαστικά την αποφασιστική του αρμοδιότητα.»
Εξετάσαμε κατόπιν, τον δεύτερο έως και τον πέμπτο λόγο Έφεσης από κοινού.
Καταρχάς, το πρωτόδικο Δικαστήριο ρητώς -και ορθώς- σημείωσε στην παράθεση των γεγονότων της υπόθεσης ότι, «Ο Υπουργός Εσωτερικών αποφάσισε την απόρριψη της υποβληθείσας αιτήσεως και γνωστοποίησε στην αιτήτρια την προσβαλλόμενη απόφαση, ημερομηνίας 5.3.2018, η οποία συνιστά το αντικείμενο της υπό εκδίκαση προσφυγής» (η υπογράμμιση δική μας.) Αυτό βεβαίως, δεν αλλοιώνει το γεγονός ότι, η απόφαση απόρριψης που εμπεριέχεται στην πληροφοριακή επιστολή ημερομηνίας 19.1.2017 προς την Εφεσείουσα, λήφθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών (βλ. ανωτέρω), δια της υιοθέτησης της εισήγησης του χειρόγραφου σημειώματος ημερομηνίας 19.1.2017 (βλ. ανωτέρω). Όπως κρίθηκε και στη Σβανάς ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 576 αυτό που έχει πρωταρχική σημασία δεν είναι η ταυτότητα του προσώπου ή οργάνου που υπογράφει την επιστολή με την οποία πληροφορήθηκε ο Εφεσείων για την απόρριψη της αίτησής του, αλλά η ταυτότητα του προσώπου ή οργάνου που έλαβε την σχετική απόφαση και, στην παρούσα περίπτωση, αυτός είναι ο Υπουργός Εσωτερικών.
Ωστόσο, είναι γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφερόμενο, ακολούθως, στην αιτιολογία της απόφασης, έκρινε ότι το «σώμα» της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ουσιαστικά η επιστολή ημερομηνίας 19.1.2017, από την οποία εξήγαγε κατ’ ερμηνεία και την αιτιολογία της. Ως προαναφέρθηκε, αυτή δεν ήταν η επίδικη απόφαση, αλλά μόνο η επιστολή γνωστοποίησης τέτοιας.
Θα συμφωνήσουμε με τη θέση της Εφεσείουσας ότι, η αιτιολογία της επίδικης απόφασης δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι αυτή ή, έστω, μόνο αυτή, η οποία εμπεριέχεται στην επιστολή γνωστοποίησης. Ως σαφώς επεξηγήθηκε στην απόφαση του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου ANGELA SIOMINA ΗΡΩΑ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2005) 3 Α.Α.Δ. 307, ο δικαστικός έλεγχος λαμβάνει υπόψη την αιτιολογία που συνοδεύει την απόφαση (και από το σύνολο του διοικητικού φακέλου) όχι την εξήγηση που δίδεται για την απόφαση με την επιστολή γνωστοποίησης (βλ. και απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.12.2025 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 124/2021 MAHMOUT EL HUSSEINI EL SAYED EL WAN EL DIB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ).
Ως προαναφέρθηκε, ο Υπουργός Εσωτερικών, έθεσε τη λέξη «απόρριψη» επί του εσωτερικού σημειώματος ημερομηνίας 19.1.2017. Στο ίδιο σημείωμα εντοπίζεται και η χειρόγραφη σημείωση «Λόγω του ιστορικού της να απορριφθεί». Στο δε ιστορικό της Εφεσείουσας, ως αυτό αποτυπώνεται στο εσωτερικό σημείωμα ημερομηνίας 19.1.2017, περιλαμβάνονται σωρεία στοιχείων και κρίσεων, όσον αφορά τις ενέργειες και δραστηριότητες της στην Κύπρο, καθώς και κρίσεις σε σχέση με τη γνησιότητα των γάμων, τους οποίους συνήψε, ότι η Εφεσείουσα εκδιδόταν έναντι αμοιβής κ.λ.π.. Δεν ήταν μόνο το ζήτημα της παράνομης παραμονής της Εφεσείουσας στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Συνάγεται ότι αφού η αίτηση της Εφεσείουσας για πολιτογράφηση απορρίφθηκε «λόγω του ιστορικού της» η αιτιολογία που περιλήφθηκε στην επιστολή ημερομηνίας 19.1.2017 με την οποία γνωστοποιήθηκε η επίδικη απόφαση, δεν αντανακλά την αιτιολογία της επίδικης απόφασης, ως αυτή προκύπτει από το σώμα της επίδικης απόφασης, που είναι κατ’ εξοχήν το κατ’ υιοθέτηση σημείωμα ημερομηνίας 19.1.2017 από τον Υπουργό Εσωτερικών και όλα όσα εκεί αναφέρθηκαν. Η συμφωνία του Υπουργού με την απορριπτική εισήγηση της λειτουργού, ως αυτή αποτυπώνεται στο σχετικό σημείωμα δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά την εκ μέρους του Υπουργού υιοθέτηση της αιτιολογίας, χωρίς οποιαδήποτε διαφωνία ή διαφοροποίηση (βλ. σχετικά Νικόλας Τζιωνής και Κυπριακής Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 689).
Ως εκ τούτου, θεωρούμε, με κάθε σεβασμό, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε ως προς το τι συνιστά τόσο την επίδικη απόφαση, όσο και την αιτιολογία της και, κατ’ επέκταση, έκρινε την παρούσα περίπτωση σε λάθος πραγματική βάση.
Για τους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω, ο δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγος Έφεσης γίνονται αποδεκτοί.
Ως εκ των ανωτέρω, παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος.
Η πρωτόδικη απόφαση, συμπεριλαμβανομένης της πρωτόδικης διαταγής εξόδων, παραμερίζεται.
Η υπόθεση επιστρέφεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο προς λήψη νέας απόφασης στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων και πάντοτε εντός του ευρύτατου πλαισίου διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης προς εξέταση τέτοιων αιτημάτων πολιτογράφησης, ως αυτό έχει σχετικά προσφάτως επεξηγηθεί και από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (βλ., ενδεικτικά, Hamdan v. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ.141/2018, απόφαση ημερομηνίας 6.3.2024, Rahimzadeh ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 119/2020, απόφαση ημερομηνίας 25.2.2025, ΑRAKELIAN, ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ Ε.Δ.Δ. 130/20, απόφαση ημερομηνίας 10.3.2025).
Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον της Εφεσίβλητης ύψους €3000 πλέον Φ.Π.Α.
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο