ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 127/2022)
23 Σεπτεμβρίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
Εφεσείων,
v.
ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
Εφεσίβλητης.
--------------------
Α. Χρίστου (κα), για ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ & ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντα.
Ε. Λοιζΐδου (κα), για Α. Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Δικαστή Δ. Λυσάνδρου.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.: Κατά το 2015, το Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου (πρωτόδικα καθ’ ου η αίτηση και ενώπιον μας ο Εφεσείων, εφεξής «το Πανεπιστήμιο»), εξέλεξε την Εφεσίβλητη στη θέση Αναπληρώτριας Καθηγήτριας.
Με επιστολή της ημερ. 10.9.2018, η Εφεσίβλητη ζήτησε από το Πανεπιστήμιο να αναγνωρίσει (αναδρομικά από την ημέρα του διορισμού της) την προϋπηρεσία της στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς της Ελλάδας, για μισθοδοτικούς και άλλους σκοπούς.
Το αίτημα απορρίφθηκε από το Συμβούλιο του Πανεπιστημίου περί την 16.11.2018, η δε απορριπτική απόφαση περιήλθε σε γνώση της Εφεσίβλητης περί την 7.1.2019, οπότε και την προσέβαλε διά της Προσφυγής Αρ. 416/2019.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε την Προσφυγή ακυρώνοντας την προσβαλλόμενη απορριπτική απόφαση, με το εξής σκεπτικό:
Καταρχάς, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τις προδικαστικές ενστάσεις του Πανεπιστημίου περί του ότι, αφενός, η προσβαλλόμενη πράξη στερείτο εκτελεστού χαρακτήρα και, αφετέρου, η Εφεσίβλητη στερείτο εννόμου συμφέροντος.
Επί της ουσίας της υπόθεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απορριπτική απόφαση ήταν παράνομη ως ασύμβατη με το υπερέχον δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτό, διότι η εν λόγω απόφαση καταστρατηγούσε την εκ του εν λόγω δικαίου απαγόρευση των διακρίσεων (εν προκειμένω, των έμμεσων). Κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο, το Πανεπιστήμιο όφειλε να λάβει υπόψη -κατά τον καθορισμό επαγγελματικών προνομίων (όπως ο μισθός και η υπηρεσιακή αρχαιότητα) της Εφεσίβλητης (ως εργοδοτούμενής του) την προϋπηρεσία της σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό τους ίδιους όρους με τους οποίους λαμβάνει υπόψη την συγκρίσιμη υπηρεσία η οποία λαμβάνει χώρα στην ημεδαπή.
Το Πανεπιστήμιο βάλλει κατά της εφεσιβαλλόμενης απόφασης, με τους εξής λόγους έφεσης:
Πρώτος και Δεύτερος Λόγος Έφεσης:
Ο πρώτος λόγος έφεσης αιτιάται το πρωτόδικο Δικαστήριο διότι έκρινε την προσβαλλόμενη πράξη εκτελεστή ενώ ο δεύτερος λόγος έφεσης το αιτιάται διότι έκρινε πως η Εφεσίβλητη είχε έννομο συμφέρον.
Συναφώς, παρατηρούμε ότι το αίτημα ημερ. 10.9.2018 της Εφεσίβλητης για αναδρομική αναγνώριση της προϋπηρεσίας της έγινε «για μισθοδοτικούς και άλλους σκοπούς (όπως συνταξιοδοτικούς, ταμείου πρόνοιας κ.ά.)».
Ομοίως, το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 7.1.2019 του Πανεπιστημίου, με το οποίο η Εφεσίβλητη ενημερώθηκε για την απόρριψη του αιτήματός της, ρητά αναγνωρίζει ότι το αίτημα υποβλήθηκε για τους άνωθεν σκοπούς.
Εντούτοις, παρατηρούμε ότι η αιτούμενη θεραπεία στην πρωτόδικη Aίτηση Aκύρωσης αιτιάται ως παράνομη την εκ του Πανεπιστημίου απόρριψη του αιτήματός της «για σκοπούς ένταξης και/ή τοποθέτησης της στην ορθή και δίκαια μισθολογική κλίμακα».
Συνάγεται ότι η Εφεσίβλητη περιόρισε το αντικείμενο της Προσφυγής της στην μισθοδοτική πτυχή του αιτήματός της.
Επειδή η εκτελεστότητα της προσβαλλόμενης πράξης συναρτάται με την ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος, υπό την έννοια ότι η πράξη είναι εκτελεστή (και, άρα, προσβλητέα βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος) όταν επηρεάζει το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντα, θα εξετάσουμε την ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος το οποίο -αν κριθεί ότι υπάρχει- συνεπάγεται και την εκτελεστότητα της προσβαλλόμενης πράξης.
Η ύπαρξη έννομου συμφέροντος από πλευράς της Εφεσίβλητης για προώθηση της Προσφυγής, ομού με τη συνεπαγόμενη εκτελεστότητα της προσβαλλόμενης πράξης, συνιστά θέμα δημοσίας τάξης αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο τόσο πρωτοβαθμίως όσο και δευτεροβαθμίως, οπότε θα εξεταστεί ως τέτοιο χωρίς να περιοριστούμε στη διατύπωση του πρώτου και δεύτερου λόγου έφεσης.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την προδικαστική ένσταση του Πανεπιστημίου περί έλλειψης έννομου συμφέροντος της Εφεσίβλητης (η οποία ένσταση βασιζόταν στο γεγονός ότι η Εφεσίβλητη αποδέχτηκε τον διορισμό της στο Πανεπιστήμιο ανεπιφύλακτα) με διττό σκεπτικό.
Κατά πρώτον, διότι η Εφεσίβλητη βάσισε το απορριφθέν αίτημά της στο κοινοτικό κεκτημένο από το οποίο η Εφεσίβλητη αντλεί θεμελιώδες απαλλοτρίωτο ανθρώπινο δικαίωμα από το οποίο δεν χωρεί ρητή ή σιωπηρή παραίτηση. Κατά δεύτερον, διότι η Εφεσίβλητη βάσισε το απορριφθέν αίτημά της και σε εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών η οποία εκδόθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο του διορισμού της στο Πανεπιστήμιο.
Όσον αφορά την εγκύκλιο, παρατηρούμε ότι τόσο αυτή, όσο και η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου[1] την οποία επικαλείται, αναφέρεται σε μισθοδοτική τοποθέτηση προσώπου, με βάση την προϋπηρεσία του (μεταξύ άλλων) σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά τον διορισμό του στη δημόσια υπηρεσία στην Κύπρο.
Σημειώνουμε την τοποθέτηση ημερ. 1.11.2018 των νομικών συμβούλων του Πανεπιστημίου πως η εγκύκλιος δεν ήταν εφαρμοστέα επί των επίδικων γεγονότων, διότι το Πανεπιστήμιο δεν συγκαταλέγεται στη δημόσια υπηρεσία.
Παρατηρούμε πως τελικώς το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε την Προσφυγή στη βάση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ουδόλως στη βάση της εγκυκλίου, οπότε παρέλκει η ενασχόλησή μας με την τελευταία.
Ως εν παρόδω σχόλιο όμως, συμφωνούμε με τη θέση πως η εγκύκλιος αυτή καθ’ αυτή δεν αφορά την Εφεσίβλητη διότι δεν είναι μέλος της δημόσιας υπηρεσίας οπότε δεν εντάσσεται στο πεδίο εφαρμογής της (εξ ου και η εγκύκλιος δεν έχει ως παραλήπτη το Πανεπιστήμιο).
Προχωρούμε να εξετάσουμε κατά πόσο η Προσφυγή είναι παραδεκτή στη βάση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Εφεσίβλητη βάσισε το επίδικο αίτημά της στο Άρθρο 45 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «το Άρθρο 45 ΣΛΕΕ») και το Άρθρο 7 του Κανονισμού (ΕΕ) Αρ. 492/2011[2] (εφεξής «το Άρθρο 7 του Κανονισμού»). Αυτό καταδεικνύεται, καταρχάς, από τη διατύπωση του αιτήματός της ημερ. 10.9.2018 το οποίο επικαλείτο το «κοινοτικό κεκτημένο» και, εν συνεχεία, από τους λόγους ακύρωσης τους οποίους προωθεί, οι οποίοι ερείδονται στις άνω διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Κατά τη νομολογία, η δικαστική κρίση περί ύπαρξης εννόμου συμφέροντος για το παραδεκτό Προσφυγής προσμετρά ως σχετικό παράγοντα και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 79/17 GOLDEN TELEMEDIA LTD ν. Δήμου Στροβόλου, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 4.3.2024).
Εν προκειμένω, το Πανεπιστήμιο βασίζει την (περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος) θέση του κυρίως σε δύο υποθέσεις των οποίων τα γεγονότα προσομοιάζουν με αυτά της παρούσας, όπου δηλαδή ο εκάστοτε προσφεύγων υπέβαλε στη Διοίκηση, μετά την εκ μέρους του ανεπιφύλακτη αποδοχή του διορισμού του σε δημόσια αρχή, αίτημα αναγνώρισης της προϋπηρεσίας του σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η μια υπόθεση είναι η Δημοκρατία ν. Θεοδώρου (2013) 3 Α.Α.Δ. 373 όπου κρίθηκε ότι η απορριπτική του αιτήματος διοικητική απόφαση (με το σκεπτικό ότι η σχετική προϋπηρεσία αποκτήθηκε προ της προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση) δεν ήταν εκτελεστή πράξη, αλλά εκφράζουσα διοικητική πρόθεση.
Εντούτοις, στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 38/17 Δημοκρατία ν. Μιχαήλ κ.ά., απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 6.3.2024, κρίθηκε[3] ότι η Δημοκρατία ν. Θεοδώρου ανωτέρω δεν είναι σχετικό προηγούμενο όταν η προϋπηρεσία του προσφεύγοντα σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης έλαβε χώρα μετά την προσχώρηση της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οπότε και τίθεται θέμα εφαρμογής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Aκολουθούμε τον δεσμευτικό δικαστικό λόγο της Δημοκρατίας ν. Μιχαήλ κ.ά. aνωτέρω, ως προς το ότι η Δημοκρατία ν. Θεοδώρου ανωτέρω διαφοροποιείται και στα δεδομένα της ενώπιόν μας υπόθεσης, διότι η Εφεσίβλητη επικαλέστηκε την προϋπηρεσία της σε ελληνικό πανεπιστήμιο η οποία έληξε την 31.8.2015[4], δηλαδή, αμέσως πριν την εργοδότησή της στο Πανεπιστήμιο και έντεκα έτη μετά την προσχώρηση της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιπλέον, η Εφεσίβλητη αιτήθηκε την αναγνώριση της προϋπηρεσίας της ως δικαίωμα αρυόμενο (μεταξύ άλλων) από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η δεύτερη ομοιάζουσα υπόθεση στην οποία το Πανεπιστήμιο βασίζει την (περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος) προδικαστική του ένσταση είναι η Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 129/2018 Ζαντή ν. Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου μέσω Διοικούσας Επιτροπής, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 14.2.2024[5] (στην εν λόγω υπόθεση, ο καθ’ ου η αίτηση/εφεσίβλητος ήταν το ενώπιόν μας Πανεπιστήμιο). Και στην άνωθεν υπόθεση (όπως και στην παρούσα) η εφεσείουσα Ζαντή είχε αποδεχτεί ανεπιφύλακτα τον διορισμό της και τη μισθολογική της τοποθέτηση στο Πανεπιστήμιο. Μεταγενέστερα, η Ζαντή αιτήθηκε τη μισθολογική αναβάθμισή της λόγω της προϋπηρεσίας της σε ελληνικό πανεπιστήμιο. Τόσο πρωτόδικα (Προσφυγή Αρ. 850/2015) όσο και κατ’ έφεση, κρίθηκε ότι η ανεπιφύλακτη αποδοχή του διορισμού της αποστερούσε από την Ζαντή να αιτείται αναψηλάφιση της μισθοδοτικής της τοποθέτησης, ένεκα δε τούτου η απορριπτική (του αιτήματος της Ζαντή) απόφαση του Πανεπιστημίου ήταν βεβαιωτική της -κατά τον διορισμό της- μισθολογικής τοποθέτησης, στερείτο δηλαδή εκτελεστού χαρακτήρα, διότι η προϋπηρεσία της στην Ελλάδα ήταν γνωστή στο Πανεπιστήμιο κατά τον διορισμό και τη μισθολογική τοποθέτησή της.
Αν η δεσμευτική -για το Διοικητικό Εφετείο- νομολογία περιοριζόταν στη Ζαντή ν. Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου ανωτέρω, η κρίση μας θα ήταν ότι η Εφεσίβλητη στερείται εννόμου συμφέροντος. Εντούτοις, για σκοπούς εξέτασης του εννόμου συμφέροντος της Εφεσίβλητης, δέον να ληφθεί υπόψη ο δικαστικός λόγος της Δημοκρατίας ν. Μιχαήλ κ.ά. ανωτέρω ο ο οποίος είναι νεότερος (έστω και κατά 21 ημέρες) από τον δικαστικό λόγο της Ζαντή ν. Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου (οι δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου απαγγέλθηκαν από διαφορετικές τριμέλειες αυτού).
Στη Δημοκρατία ν. Μιχαήλ κ.ά. ανωτέρω, οι εκεί εφεσίβλητοι επικαλέστηκαν δικαστικώς το Άρθρο 45 ΣΛΕΕ για να προβάλουν ως παράνομη την εκ της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (εφεξής «η ΕΔΥ») απόρριψη των αιτημάτων τους για αναγνώριση της προϋπηρεσίας τους σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (προϋπηρεσία η οποία έλαβε χώρα μετά την προσχώρηση της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση).
Αμφότεροι οι εκεί εφεσίβλητοι αποδέχτηκαν τον διορισμό τους στη δημόσια υπηρεσία και είναι μεταγενέστερα που υπέβαλαν τα αιτήματά τους, ο ένας για σκοπούς αναβάθμισης της αρχαιότητάς του και ο άλλος για σκοπούς προαγωγής και μισθολογικής ανέλιξης.
Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε τη θέση της καθ’ης η αίτηση/εφεσείουσας πως οι απορριπτικές των αιτημάτων αποφάσεις της ΕΔΥ στερούντο εκτελεστού χαρακτήρα επειδή κατ’ ισχυρισμόν εξέφραζαν πρόθεση και όχι βούληση, υπό την έννοια ότι όντως εκτελεστή πράξη θα ήταν αυτή με την οποία θα απορριπτόταν αίτηση των εκεί εφεσίβλητων για προαγωγή.
Ως προαναφέρθηκε, ουσιώδης παράγοντας στην κρίση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ήταν η ενώπιόν του επίκληση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποφαινόμενο τα εξής (η υπογράμμιση δική μας):
«Δικό μας καθήκον ήταν να κρίνουμε τις εφέσεις αποφασίζοντας ειδικότερα κατά πόσον το εθνικό δίκαιο επί του προκειμένου συνάδει με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, περιλαμβανομένης της σταθερής νομολογίας του ΔΕΕ, όπου δεσπόζει, επαναλαμβάνουμε καταληκτικά χάριν τονισμού, η ανάγκη αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας της ελευθερίας διακίνησης των εργαζομένων εντός της Ένωσης με αποκλεισμό κάθε διάκρισης, έστω και έμμεσης.
[.]
Βρίσκει πλήρη εφαρμογή εν προκειμένω η Petrakis Panayides v. Republic (Public Service Commission) (1973) 3 CLR 378, όπου αναγνωρίστηκε ότι απόφαση η οποία επάγεται βλάβη στην υπηρεσιακή κατάσταση του αιτητή τον νομιμοποιεί να προσφύγει. Και εκτελεστές διοικητικές πράξεις είναι και εκδόθηκαν κατά παράβαση του ευρωπαϊκού κεκτημένου.
Για το μισθολογικό ζήτημα, μας έχει λεχθεί από πλευράς Δημοκρατίας χωρίς να αμφισβητηθεί ότι τούτο έχει διευθετηθεί και συνεπώς οι εφέσεις και οι προσφυγές ως προς το ζήτημα αυτό κατέστησαν άνευ αντικειμένου.».
Παρότι η απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου εστίασε στο απορριφθέν αίτημα του ενός εφεσίβλητου για αναβάθμιση της αρχαιότητας, αφού το αίτημα του άλλου εφεσίβλητου για μισθολογική αναβάθμιση διευθετήθηκε (όπερ σημαίνει ότι η Διοίκηση αποδέχτηκε να αναβαθμίσει μισθολογικά τον εκεί ενδιαφερόμενο αιτητή/εφεσίβλητο δύο χρονιά μετά τον διορισμό του στη δημόσια υπηρεσία, στη βάση της προϋπηρεσίας του σε άλλο κράτος μέλος και των δικαιωμάτων τα οποία υπέχει λόγω αυτής της προϋπηρεσίας στη βάση του Άρθρου 45 ΣΛΕΕ), το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο είχε προηγουμένως την ευκαιρία να αποφανθεί ότι η νομολογία του ΔΕΕ η οποία ερμηνεύει ότι το Άρθρο 45 ΣΛΕΕ και το Άρθρο 7 του Κανονισμού, καλύπτει την αναγνώριση της προϋπηρεσίας για σκοπούς υπολογισμού των μισθολογικών όρων απασχόλησης, και όχι μόνο.
Υπό το φως των ανωτέρω κρίνουμε ότι η ενώπιόν μας απορριπτική (του επίδικου αιτήματος) απόφαση του Πανεπιστημίου (στον βαθμό και εμβέλεια που βάλλεται με την Προσφυγή) και εκτελεστό χαρακτήρα έχει και η Εφεσίβλητη έχει έννομο συμφέρον να την προσβάλλει, παρά την ανεπιφύλακτη αποδοχή του διορισμού της, κατ’ εφαρμογή της δεσμευτικής απόφασης Δημοκρατία κ.ά. ν. Μιχαήλ, ανωτέρω.
Τρίτος Λόγος Έφεσης:
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, υιοθετώντας το σκεπτικό προηγηθείσας απόφασής του ημερ. 7.4.2017 στις συνεκδικασθείσες Προσφυγές Αρ. 5731/2013 και 6730/2013 κ.ά. Μιχαήλ κ.ά. ν. Δημοκρατίας (πρόκειται για τη δικαστική απόφαση η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στη Δημοκρατία μέσω ΕΔΥ ν. Μιχαήλ κ.ά., ανωτέρω) αποφάνθηκε ότι η προσβαλλόμενη απορριπτική απόφαση του Πανεπιστημίου ήταν παράνομη και ακυρωτέα διότι, με το να μην αναγνωρίσει τη συναφή προϋπηρεσία της Εφεσίβλητης σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (την Ελλάδα), παραβίασε την Αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων (όχι μόνο των άμεσων αλλά και των έμμεσων) η οποία απαγόρευση ερείδεται και απορρέει από το Άρθρο 45 της ΣΛΕΕ, το οποίο Άρθρο διασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία εργαζομένων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και από το Άρθρο 7 του Κανονισμού.
Η παράνομη έμμεση διάκριση, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο διέγνωσε σε βάρος της Εφεσίβλητης, συνίστατο στο ότι η προϋπηρεσία της Εφεσίβλητης στην Ελλάδα έπρεπε να ληφθεί υπόψη και να τύχει χειρισμού από το Πανεπιστήμιο με τον ίδιο τρόπο που το Πανεπιστήμιο αντιμετωπίζει την συγκρίσιμη προϋπηρεσία η οποία αποκομίζεται εντός Κύπρου.
Το Πανεπιστήμιο υποστηρίζει ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο βασίστηκε στο δικαστικό προηγούμενο της Μιχαήλ κ.ά. ν. Δημοκρατίας ανωτέρω διότι-
(α) η Μιχαήλ κ.ά. ν. Δημοκρατίας ανωτέρω βασίζεται σε διαφορετικά δεδομένα από αυτά της παρούσας υπόθεσης, αφού η εν λόγω υπόθεση αφορούσε τη δημόσια υπηρεσία ενώ η παρούσα υπόθεση το Πανεπιστήμιο που είναι οργανισμός δημοσίου δικαίου, και
(β) το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε τη θέση την οποία το Πανεπιστήμιο προέβαλε ενώπιόν του, πως η προϋπηρεσία της Εφεσίβλητης στην Ελλάδα ήδη λήφθηκε υπόψη από το Πανεπιστήμιο κατά τον διορισμό της από το τελευταίο, μάλιστα δε η αιτιολογία του τρίτου λόγου έφεσης αναφέρει ότι αυτό έγινε κατά τη διαδικασία προαγωγής της Εφεσίβλητης από τη θέση Επίκουρου Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς στη θέση Αναπληρωτή Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο.
Για τους εξής λόγους, κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται η θέση του Πανεπιστημίου πως η Εφεσίβλητη δεν νομιμοποιείται να επικαλεστεί το εκ του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαίωμά της (έναντι του Πανεπιστημίου) προς αναγνώριση της προϋπηρεσίας της σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επειδή το Πανεπιστήμιο συνιστά, όχι «δημόσια υπηρεσία» εν τη εννοία των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων, αλλά νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου:
Το ίδιο το Πανεπιστήμιο, κατά την από πλευράς του απόρριψη του επίδικου αιτήματος της Εφεσίβλητης, όχι μόνο δεν απέρριψε το αίτημα για αυτόν τον λόγο, αλλά υιοθέτησε προσέγγιση που κείται εκ διαμέτρου αντίθετα σε αυτόν.
Συγκεκριμένα, το πρακτικό ημερ. 16.11.2018 του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου αναφέρει τη θέση πως «εάν το σχετικό αίτημα [της Εφεσίβλητης] υποβαλλόταν νόμιμα [δηλαδή, κατά τον χρόνο πρόσληψής της] θα εξεταζόταν η δυνατότητα αναγνώρισης της προϋπηρεσίας της σε άλλο Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα.».
Άρα, η ενώπιόν μας επιχειρηματολογία του Πανεπιστημίου δεν συμβαδίζει με τη δική του δοθείσα αιτιολογία για απόρριψη του επίδικου αιτήματος, αιτιολογία που υπονοεί ότι, αν το αίτημα υποβαλλόταν νόμιμα (κατά τη θεώρηση του ίδιου Πανεπιστημίου που το θεώρησε παράνομο), θα το εξέταζε.
Αυτή η μεταβολή απόψεων ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι δικονομικά επιτρεπτή, όπως δεικνύει η νομολογία κατά την οποία οι συνήγοροι των διοικητικών αρχών δεν μπορούν να μεταβάλλουν την εκ της Διοίκησης αιτιολογία της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης με το να τη συμπληρώνουν (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 167/2020 Παπαχρυσοστόμου ν. Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 13.3.2026).
Πέραν τούτου, το ίδιο το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεικνύει ότι το Άρθρο 45 ΣΛΕΕ τυγχάνει εφαρμογής και από το Πανεπιστήμιο.
Συγκεκριμένα:
Το Άρθρο 45 ΣΛΕΕ διασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία εργαζομένων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συγκαταλέγεται στις διατάξεις της Συνθήκης οι οποίες (μεταξύ άλλων) αποσκοπούν στο να αποτρέψουν τη δυσμενέστερη μεταχείριση εργαζομένου ο οποίος, αφότου έκανε χρήση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, έχει εργαστεί σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη, χωρίς να υπάρχει αντικειμενικός δικαιολογητικός λόγος, έναντι του εργαζομένου που έχει διανύσει όλο τον εργασιακό του βίο σε ένα μόνο κράτος μέλος (απόφαση ΔΕΕ ημερ. 21.1.2016 στην Υπόθεση C-515/14 Επιτροπή ν. Κύπρου, σκέψη 42).
Ο τρόπος αποφυγής της απογορευθείσας διάκρισης είναι η προσμέτρηση (σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ισχύουν στο κράτος μέλος όπου γίνεται η πρόσληψη) της παρόμοιας δραστηριότητας του υποψήφιου στον δημόσιο τομέα άλλου κράτους μέλους (απόφαση τότε Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ημερ. 25.10.2006 στην Υπόθεση C-371/04 Επιτροπή ν. Ιταλίας, σκέψεις 16-18).
Είναι χαρακτηριστική η αναφορά της Επιτροπής ν. Ιταλίας ανωτέρω στο ότι η υποχρέωση της απαγόρευσης των διακρίσεων επιβάλλεται σε «δημόσιο οργανισμό», έννοια στην οποία κρίνουμε ότι ευλόγως εμπίπτει το Πανεπιστήμιο ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Αυτή η αναφορά συνάδει με τη νομολογία του ΔΕΕ κατά την οποία οι νομικές υποχρεώσεις τις οποίες το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβάλλει στα κράτη μέλη δεν αφορούν μόνο τον κεντρικό πυρήνα του Δημοσίου, αλλά όλες τις οντότητες που εμπίπτουν στη σφαίρα του Δημοσίου. Αυτό προκύπτει από την εκ του ΔΕΕ διασταλτική ερμηνεία του «κράτους μέλους» ώστε να καλύπτει οποιαδήποτε δημόσια αρχή (απόφαση ΔΕΕ ημερ. 19.12.2019 στην Υπόθεση C-752/18 Deutsche Umwelthilfe, σκέψη 55), περιλαμβανομένων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (απόφαση ΔΕΕ ημερ. 25.3.2021 στην Υπόθεση C501/18 Balgarska Narodna Banka, σκέψη 71).
Συνάγεται ότι το Πανεπιστήμιο εμπίπτει στις οντότητες οι οποίες οφείλουν να ενεργούν κατά τρόπο συμβατό με την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων που απορρέει από το Άρθρο 45 ΣΛΕΕ και το Άρθρο 7 του Κανονισμού, έναντι οποιουδήποτε υπήκοου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (περιλαμβανομένου και Κύπριου: Επιτροπή ν. Κύπρου ανωτέρω, σκέψη 45). Ως διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το προαναφερόμενο Άρθρο 45 ΣΛΕΕ και Άρθρο 7 του Κανονισμού έχουν υπερέχουσα ισχύ βάσει του Άρθρου 1Α του Συντάγματος, όπερ σημαίνει ότι η συμμόρφωση του Πανεπιστημίου με αυτά τα δύο Άρθρα συνιστά συνταγματική επιταγή.
Ως κρίθηκε στη Δημοκρατία μέσω ΕΔΥ ν. Μιχαήλ κ.ά. ανωτέρω, νομιμοποιείται η εκ υπαλλήλου επίκληση των δικαιωμάτων του, που αντλούνται από το Άρθρο 45 ΣΛΕΕ και το Άρθρο 7 του Κανονισμού, και μετά τον διορισμό του από δημόσια αρχή.
Στρεφόμενοι στην έτερη αιτιολογία του τρίτου λόγου έφεσης, περί του ότι το Πανεπιστήμιο έλαβε ήδη υπόψη την προϋπηρεσία της Εφεσίβλητης, την οποία αφορούσε το επίδικο αίτημά της, όταν την προήγαγε από τη θέση Επίκουρου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Πειραιώς στη θέση Αναπληρωτή Καθηγητή του Ανοικτού Πανεπιστημίου Λευκωσίας:
Πρώτον, ο Εφεσείων είναι νομικά διακριτό ακαδημαϊκό ίδρυμα από το Πανεπιστήμιο Πειραιώς, οπότε η μετακίνηση της Εφεσίβλητης από το ένα πανεπιστήμιο στο άλλο συνεπαγόταν την εργοδότησή της υπό νέο εργοδότη και όχι προαγωγή.
Δεύτερον, η προϋπηρεσία της Εφεσίβλητης στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς ήταν μεν σε γνώση του Πανεπιστημίου όταν την προσελάμβανε κατά το 2015[6], αλλά ουδέν στοιχείο υπάρχει στον ενώπιόν μας διοικητικό φάκελο, ούτε και το Πανεπιστήμιο μας παράπεμψε σε τέτοιο στοιχείο, ως προς το ότι η Εφεσίβλητη τοποθετήθηκε σε υψηλότερη μισθοδοτική κλίμακα λόγω της προϋπηρεσίας της.
Τα συναφή στοιχεία του διοικητικού φακέλου περιορίζονται στα εξής:
Το (περί διορισμού/εκλογής της Εφεσίβλητης) πρακτικό ημερ. 3.7.2015 απλά αναφέρει τη μισθολογική της τοποθέτηση στην κλίμακα Α14, 1η βαθμίδα, η οποία βαθμίδα τεκμαίρεται ότι είναι η χαμηλότερη εντός της Κλίμακας Α14-Α15 η οποία ήταν η προβλεπόμενη για τη θέση Αναπληρωτή Καθηγητή στη σχετική προκήρυξη της 14.11.2014).
Επίσης, η τοποθέτηση της Εφεσίβλητης στη μισθολογική κλίμακα Α14, 1η βαθμίδα, τυγχάνει αναφοράς -άνευ περαιτέρω διευκρινήσεων- και στην επιστολή ημερ. 23.7.2015 με την οποία το Πανεπιστήμιο ενημέρωσε την Εφεσίβλητη για τον διορισμό της.
Τρίτον, η θέση του Πανεπιστημίου, πως έλαβε υπόψη την προϋπηρεσία της Εφεσίβλητης στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς για τη μισθοδοτική της κατάταξη στη νέα της εργασία, τελεί σε ευθεία αντίφαση με την αναφερθείσα θέση του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου, ως καταγράφηκε στο πρακτικό της συνεδρίας του ημερ. 16.11.2018, πως θα εξέταζε το επίδικο αίτημα της Εφεσίβλητης για μισθολογική της αναβάθμιση λόγω της προϋπηρεσίας της αν το αίτημα υποβαλλόταν κατά τον χρόνο της έναρξης της εργοδότησής της στο Πανεπιστήμιο.
Υπό το φως των ανωτέρω, ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Καταληκτική κρίση του Δικαστηρίου:
Η έφεση απορρίπτεται.
Επιδικάζεται το ποσό των 3000 ευρώ (επιπλέον Φ.Π.Α.), ως κατ’ έφεση έξοδα, υπέρ της Εφεσίβλητης και κατά του Εφεσείοντα.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
[1] Δημοσιεύτηκε ως δημοσίευση υπ’ αρ. 503 στην Επίσημη Εφημερίδα υπ’ αρ. 4442 της 15.5.2015, Παράρτημα Τέταρτο, Μέρος Ι.
[2] Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 492/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης (Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, L 141, 27.5.2011, σελ.1) ως τροποποιήθηκε.
[3] Η εκάστοτε αναφορά μας στο σκεπτικό της Δημοκρατίας ν. Μιχαήλ κ.ά ανωτέρω εννοεί το σκεπτικό της πλειοψηφικής απόφασης, αφού υπήρξε και διακριτό σκεπτικό το οποίο κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα με την πλειοψηφία.
[4] Ως δηλώνει στο επίδικο αίτημα της ημερ. 10.9.2018.
[5] Βασίζεται και επικαλείται (μεταξύ άλλων) την Κύρου ν. Πανεπιστημίου Κύπρου (2017) 3 Α.Α.Δ. 217.
[6] Σχετική είναι η έκθεση ημερ. 11.6.2015 του Εκλεκτορικού Σώματος η οποία επισυνάπτεται στα πρακτικά ημερ. 3.7.2015 της Διοικούσας Επιτροπής η οποία αποφάσισε την εκλογή της Εφεσείουσας στη θέση Αναπληρώτριας Καθηγήτριας στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών και Διοίκησης.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο