ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 157/2022)
29 Σεπτεμβρίου, 2026
[ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Εφεσείουσα,
v.
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΡΥΣΑΦΙΝΗ
Εφεσίβλητου.
Μ. Κοτσώνη (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσείουσα
Χ. Χριστάκη, για Χριστάκης Θ. Χριστάκη Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσίβλητο
Ν. Κλεάνθους (κα), για Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης Δ.Ε.Π.Ε., για Ενδιαφερόμενο Μέρος
ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Κωμοδρόμο, Δ.:
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Δ.: Με τρεις λόγους Έφεσης που προωθεί δια του περιγράμματος της αγόρευσής της, η Εφεσείουσα βάλλει κατά της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 24.11.2022, στην Προσφυγή Αρ. 1186/2019, με την οποία ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη προαγωγής του Ενδιαφερόμενου Μέρους (Ε.Μ.) Λένιας Ορφανίδου στη μόνιμη θέση Διευθυντή Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού («η επίδικη θέση») από 15.6.2019, αντί και/ή στη θέση του Εφεσίβλητου. Η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (Ε.Δ.Υ.) είχε δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 28.6.2019. Της εν λόγω απόφασης, είχε προηγηθεί ενώπιον της Ε.Δ.Υ. προφορική εξέταση των υποψηφίων, στις 5.6.2019 και 6.6.2019, όπου κλήθηκε και παρίστατο ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών («ο Γενικός Διευθυντής»). Μετά το πέρας της προφορικής εξέτασης, στη συνεδρία της, ημερομηνίας 6.6.2019, η Ε.Δ.Υ. έκρινε το Ε.Μ. ως το πλέον κατάλληλο για προαγωγή πρόσωπο και αποφάσισε να του προσφέρει προαγωγή στην επίδικη θέση.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε εν πρώτοις ορθό τον ισχυρισμό του Εφεσίβλητου περί αναρμοδιότητας του Γενικού Διευθυντή να αξιολογεί την απόδοση των υποψηφίων στην προφορική συνέντευξη, καθότι τούτο, ως αναφέρεται στην πρωτόδικη κρίση, δεν προβλέπεται από το άρθρο 34(9) του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Ν.1/1990), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»). Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει-
«(9) Στη συνέχεια η Επιτροπή, αφού λάβει δεόντως υπόψη της την έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, το περιεχόμενο όλων των αιτήσεων που υποβλήθηκαν, το περιεχόμενο των Προσωπικών Φακέλων και των Φακέλων των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων όλων των υποψηφίων οι οποίοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι, τις συστάσεις του Προϊστάμενου του οικείου Τμήματος και την απόδοση των υποψηφίων κατά την προφορική εξέταση, προβαίνει στην επιλογή του καταλληλότερου υποψηφίου:».
Με τον πρώτο λόγο Έφεσης που προωθεί, η Εφεσίβλητη αμφισβητεί την πιο πάνω κρίση, προβάλλοντας ότι-
«Λανθασμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο και κατ' αντίθεση με την επικρατούσα νομολογία έκρινε/αποφάσισε ότι ο Γενικός Διευθυντής δεν κέκτηται αρμοδιότητας να αξιολογεί την απόδοση των υποψηφίων κατά την προφορική συνέντευξη ενώπιον της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας.».
Όπως αναγράφεται στο πρακτικό της συνεδρίας της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 6.6.2019, κατά τη διάρκεια της προφορικής εξέτασης των υποψηφίων, παρίστατο ο Γενικός Διευθυντής, «προκειμένου να βοηθήσει την Επιτροπή στην αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων στην ενώπιον της προφορική εξέταση». Τόσο ο Γενικός Διευθυντής όσο και η Ε.Δ.Υ. υπέβαλαν ερωτήσεις στους υποψηφίους, ενώ μετά το πέρας της προφορικής εξέτασης, ο Γενικός Διευθυντής «με αποκλειστικό σκοπό να υποβοηθήσει την Επιτροπή στην αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων στην ενώπιον της προφορική εξέταση, αξιολόγησε την απόδοση των υποψηφίων σε αυτήν». Ακολούθως, ως επίσης αναφέρεται στο σχετικό πρακτικό, αυτός διατύπωσε τη σύστασή του, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία των αιτήσεων των υποψηφίων, το περιεχόμενο των Προσωπικών Φακέλων και των Φακέλων των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων όσων υποψηφίων ήσαν δημόσιοι υπάλληλοι. Στη συνέχεια, ο Γενικός Διευθυντής αποχώρησε από τη συνεδρία.
Εν προκειμένω, έχοντας εξετάσει το πρακτικό της συνεδρίας ημερομηνίας 6.6.2019, παρατηρούμε ότι η υπό του Γενικού Διευθυντή δοθείσα σύσταση ουδόλως διαμορφώθηκε και στη βάση της διενεργηθείσας προφορικής εξέτασης των υποψηφίων: στα στοιχεία που αυτός έλαβε υπόψη του, προκειμένου να προβεί στη σύστασή του υπέρ του Ε.Μ., ξεκάθαρα δεν περιλαμβάνεται και η απόδοση των υποψηφίων στην προφορική συνέντευξη.
Ταυτόχρονα, διαπιστώνουμε ότι ο ρόλος που επιτέλεσε ο Γενικός Διευθυντής, κατά τη διενέργεια της προφορικής εξέτασης ενώπιον της Ε.Δ.Υ., ήταν καθαρά καθοδηγητικός, συμβουλευτικός, αλλά και υποβοηθητικός του έργου της Επιτροπής, όπως άλλωστε ρητά αναφέρεται και στο σχετικό πρακτικό. Η όποια αξιολόγηση διενεργήθηκε εκ μέρους του Γενικού Διευθυντή, αναφορικά με την απόδοση ενός εκάστου των υποψηφίων κατά την προφορική εξέταση, ήταν απλώς βοηθητική, για τη διαμόρφωση άποψης από την Ε.Δ.Υ.. Έχει βεβαίως νομολογηθεί ότι δεν επιτρέπεται στον Διευθυντή να χρησιμοποιεί τη συνέντευξη για να αξιολογήσει τους υποψηφίους και να καταλήξει στη σύστασή του (Καφά ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 12). Ωστόσο, δεν εντοπίζουμε να συνέβη κάτι τέτοιο στην υπό εξέταση περίπτωση.
Όπως και, γενικότερα, δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε μεμπτό στην συμμετοχή του Γενικού Διευθυντή στην προαγωγική διαδικασία. Αντίθετα, σύννομα και εντός των πλαισίων που θέτει η ημεδαπή νομολογία, ο Γενικός Διευθυντής, δια της υποβολής ερωτήσεων στους υποψηφίους, παρέσχε βοήθεια στην Ε.Δ.Υ., η οποία είναι και το μόνο όργανο που δύναται, σύμφωνα με το Νόμο, να βασίζεται στην προφορική εξέταση και να αξιολογεί τους υποψηφίους ανάλογα. Πράγματι, έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η εκτίμηση του Διευθυντή ενός Τμήματος για την απόδοση των υποψηφίων δεν αποτελεί κριτήριο επιλογής, αλλά βοήθημα για τη μόρφωση κρίσης από το διοικητικό όργανο, εν προκειμένω την Ε.Δ.Υ. Αναφορά μπορεί να γίνει στην πιο πρόσφατη, και δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο, νομολογία του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου (βλ. Κωνσταντίνος Κοτζάπασιη κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 98/2020 και 111/2020, ημερ. 10.7.2025, Σάββας Χαραλαμπίδης ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 85/2017, ημερ. 14.12.2023, Δημήτριος Χατζηκωστή ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 72/2017, ημερ. 14.11.2023), όπου τονίστηκε ότι είναι επιτρεπτό για τον Διευθυντή, ως Προϊστάμενο του Τμήματος, στο οποίο υπάγονται οι κενές θέσεις, να προβαίνει σε αξιολόγηση της προφορικής εξέτασης και δύναται να διατυπώνει τις απόψεις του, οι οποίες δεν αποτελούν ξεχωριστό στοιχείο κρίσης. Στην Κοτζάπασιη κ.α., ανωτέρω, αποτυπώθηκε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο η πιο πάνω προσέγγιση. Είπε συναφώς το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο:
«Ο Διευθυντής, με βάση τα πρακτικά της συνεδρίας, αξιολόγησε την απόδοση των υποψηφίων στην προφορική εξέταση για σκοπούς υποβοήθησης της Επιτροπής, προσφέροντας τις ειδικές του γνώσεις, ενέργεια που αναγνωρίζεται από τη νομολογία αλλά και τη νομοθεσία, περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990, ως έχει τροποποιηθεί, άρθρο 34Α(7), ως θεμιτή. Η παρουσία του Διευθυντή είχε ως σκοπό να διασφαλίσει ότι κατά τη διαδικασία της επιλογής, η Επιτροπή, ως διορίζον όργανο, ελάμβανε καθοδήγηση από κάποιο που ήταν σε θέση, λόγω ειδικών γνώσεων για τη φύση της θέσης, να περιγράψει τα προτερήματα που χρειάζονταν για την επιτυχή εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονταν στο σχέδιο υπηρεσίας (βλ. Ιωάννου και Α.Η.Κ. (1988) 3 Α.Α.Δ. 624, Δημοκρατία και Ασσιώτη (2010) 3 Α.Α.Δ. 395 και Παπά και Φραντζή και Δημοκρατία (ανωτέρω)).»
Ενόψει λοιπόν των πιο πάνω και δη υπό το φως της πιο πρόσφατης και δεσμευτικής προεκτεθείσας νομολογίας επί του υπό συζήτηση θέματος, οι πιο πάνω διαπιστώσεις μας δεν μπορούν να αναιρεθούν από την υπό του συνηγόρου του Εφεσίβλητου εκτενή αναφορά σε παλαιότερη νομολογία επί του ιδίου θέματος (Καφά, ανωτέρω -βλ. και σχολιασμό αυτής της απόφασης στην Σάββας Χαραλαμπίδης, ανωτέρω-, Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας κ.α. ν. Ανδρέα Χριστοφόρου κ.α. (2006) 3 Α.Α.Δ. 785, Αλίκη Στυλιανού ν. Δημοκρατίας (2015) 3 Α.Α.Δ. 426, στην οποία, εν πάση περιπτώσει, μεμπτή κρίθηκε όχι η υπό του Διευθυντή αξιολόγηση της προφορικής συνέντευξης των υποψηφίων και η καταγραφή της βαθμολογίας, αλλά η επακόλουθη χρησιμοποίηση αυτής για τη διαμόρφωση της σύστασής του).
Περαιτέρω δε, ούτε και η υπό του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορά στο προεκτεθέν άρθρο 34(9) του Νόμου μπορεί να αναιρέσει τις πιο πάνω διαπιστώσεις, εφόσον αυτό που προβλέπεται στην συγκεκριμένη διάταξη, είναι τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη της η Ε.Δ.Υ., όπερ και αυτή έπραξε εν προκειμένω, για την επιλογή του καταλληλότερου υποψηφίου, περιλαμβανομένης και της σύστασης του Γενικού Διευθυντή, η οποία, επαναλαμβάνουμε, δεν διαμορφώθηκε και στη βάση της απόδοσης των υποψηφίων στην προφορική εξέταση.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος Έφεσης κρίνεται βάσιμος, εφόσον εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι αναρμόδια ο Γενικός Διευθυντής προέβη σε αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων στην ενώπιον της Ε.Δ.Υ. προφορική εξέταση.
Σε άρρηκτη διασύνδεση με τον πρώτο λόγο Έφεσης, βρίσκεται ο τρίτος λόγος Έφεσης, με τον οποίο η Εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι-
«Λανθασμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε/αποφάσισε ότι η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας ενδεχομένως να έχει πλανηθεί στην έκφραση της κρίσης της κατά την επιλογή, ένεκα του γεγονότος ότι ο Αιτητής και το Ενδιαφερόμενο Μέρος αξιολογήθηκαν ακριβώς κατά τον ίδιο τρόπο από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας και το Γενικό Διευθυντή, κρίση που εν πάση περιπτώσει εκφράστηκε χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος λόγος ακύρωσης από τον Αιτητή, για εξέταση.».
Έχουμε ήδη παραθέσει, κατά την εξέταση του πρώτου λόγου Έφεσης, το πλαίσιο εντός του οποίου, σύννομα κρίνουμε, ενήργησαν ο Γενικός Διευθυντής και η Ε.Δ.Υ. κατά την επίδικη προαγωγική διαδικασία. Εντός των δικών τους αρμοδιοτήτων, του ρόλου τους, ως αυτός έχει καταδειχθεί ανωτέρω, και συμφώνως των διατάξεων του Νόμου και δη του άρθρου 34[1] αυτού, αλλά και της ημεδαπής νομολογίας (Κοτζάπασιη κ.α., ανωτέρω, Σάββας Χαραλαμπίδης, ανωτέρω), ο Γενικός Διευθυντής και η Ε.Δ.Υ. προέβησαν στην αξιολόγηση των υποψηφίων, περιλαμβανομένης βεβαίως και της διενέργειας της προφορικής εξέτασης. Το γεγονός ότι, πράγματι, ο Εφεσίβλητος και το Ε.Μ. «αξιολογήθηκαν ακριβώς κατά τον ίδιο τρόπο» από την Ε.Δ.Υ. και τον Γενικό Διευθυντή, δηλαδή, όπως το αντιλαμβανόμαστε, με την ίδια βαθμολογία απόδοσης στην προφορική εξέταση, δεν οδηγεί άνευ ετέρου στο συμπέρασμα ότι εμφιλοχώρησε πλάνη στην κρίση της Ε.Δ.Υ.. Αντιθέτως, ήταν εντός της ευχέρειας που παρέχεται στον Γενικό Διευθυντή και την Ε.Δ.Υ. η υπ’ αυτών αξιολόγηση Εφεσίβλητου και Ε.Μ. ως «Πάρα Πολύ Καλού» και «Εξαίρετης», αντίστοιχα, και δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε στοιχείο που βάσιμα θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει την πρωτόδικη κρίση περί ενδεχόμενου εμφιλοχώρησης πλάνης.
Ως εκ των πιο πάνω, κρίνουμε βάσιμο και τον τρίτο λόγο Έφεσης.
Τέλος, με τον δεύτερο λόγο Έφεσης, η Εφεσείουσα προβάλλει ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο «επιλήφθηκε, παρόλο που δεν τέθηκε ως λόγος ακυρότητας και έκρινε/αποφάσισε, ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε για πλήρωση της θέσης Διευθυντή Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού ήταν λανθασμένη επειδή δεν συστάθηκε Συμβουλευτική Επιτροπή.». Συναφώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η υπό της Εφεσίβλητης ακολουθηθείσα διαδικασία «δεν φαίνεται να είναι αυτή που προνοείται στον Νόμο για θέσεις πρώτου διορισμού και προαγωγής αφού δεν συστάθηκε συμβουλευτική επιτροπή».
Με κάθε σεβασμό, δεν συμφωνούμε με την πρωτόδικη κρίση.
Εν πρώτοις, πράγματι το συγκεκριμένο ζήτημα δεν είχε τεθεί ως λόγος ακύρωσης ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και, συνακόλουθα, δεδομένου βεβαίως ότι το ζήτημα αυτό δεν αφορά σε θέμα δημοσίας τάξεως που θα μπορούσε να εξεταστεί και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, εσφαλμένα έτυχε εξέτασης από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Εν πάση όμως περιπτώσει, και επί της ουσίας, η πρωτόδικη δικαστική κρίση είναι εσφαλμένη. Το λεκτικό του άρθρου 32(1) του Νόμου είναι σαφές, ούτως ώστε να μην επιδέχεται πολλαπλής ερμηνείας. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη:
«Τηρουµένων των διατάξεων του εδαφίου (2), συνιστώνται οι ακόλουθες Συµβουλευτικές Επιτροπές για να συµβουλεύουν την Επιτροπή σε σχέση µε την πλήρωση κενών θέσεων Πρώτου Διορισµού ή Πρώτου Διορισµού και Προαγωγής, αφού εξαιρεθούν οι περιπτώσεις πλήρωσης των θέσεων Προϊσταµένων Τµηµάτων.» (η υπογράμμιση δική μας).
Κατ’ εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης, ορθά εν προκειμένω δεν συστάθηκε συμβουλευτική επιτροπή, εφόσον η πλήρωση της επίδικης θέσης, η οποία βεβαίως και συνιστά θέση Προϊστάμενου Τμήματος, ρητά εξαιρείται από την υποχρέωση σύστασης Συμβουλευτικής Επιτροπής.
Επί του υπό συζήτηση ζητήματος, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εφεσίβλητο ισχυρίστηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση επειδή δεν είχε συστηθεί Συμβουλευτική Επιτροπή και ούτε το συγκεκριμένο ζήτημα αποτέλεσε μέρος της πρωτόδικης ακυρωτικής δικαστικής κρίσης. Τα όσα δε σχετικά αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση, δεν αποτελούν στοιχείο που στήριξε την απόφαση, αλλά δευτερεύον σχόλιο, ήτοι «καθαρό obiter dictum, δηλαδή για μία παρατήρηση η οποία δεν αποτέλεσε το ratio decidendi της υπόθεσης και δεν στηρίχθηκε επ’ αυτού η ακύρωση της προαγωγής του Ε/Μ.».
Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω προσέγγιση. Είναι σαφές από το λεκτικό της πρωτόδικης απόφασης, ότι αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου πως συνιστά αυτοτελή λόγο ακύρωσης της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης και η «μη τήρηση της διαδικασίας ως προνοείται στον Νόμο», αυτή δε η διαπίστωση συνδέεται με το προηγηθέν εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν φαίνεται να είναι αυτή που προνοείται στον Νόμο για θέσεις πρώτου διορισμού και προαγωγής αφού δεν συστάθηκε συμβουλευτική επιτροπή». Πρόκειται σαφώς για λειτουργικό εύρημα (operative finding), ήτοι εύρημα το οποίο επενεργεί στη γένεση της δέσμευσης και στοιχειοθετεί και δεσμεύει το διοικητικό όργανο να το λάβει ως δεδομένο κατά την επανεξέταση (Βαρνάβας Πασιουλή ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 123/16, ημερ. 9.10.2023, Σάββας Χατζηνεοκλέους ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου κ.α., Ε.Δ.Δ. 117/20, ημερ. 18.7.2025).
Ως εκ των πιο πάνω, και αυτός ο λόγος Έφεσης κρίνεται βάσιμος.
Η Έφεση γίνεται αποδεκτή. Η πρωτόδικη απόφαση, περιλαμβανομένης της διαταγής για έξοδα, παραμερίζεται. Η Προσφυγή Αρ. 1186/2019 επιστρέφεται στο Διοικητικό Δικαστήριο για την εξέταση των λόγων ακύρωσης που δεν έτυχαν πρωτόδικης δικαστικής κρίσης (Πασιουλή, ανωτέρω).
Επιδικάζονται €2000 ως κατ’ έφεση έξοδα υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον του Εφεσίβλητου.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Δ.
Ε. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δ.
[1] Στο εν λόγω άρθρο προβλέπεται η διαδικασία για την πλήρωση θέσεων Πρώτου ∆ιορισµού και Προαγωγής.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο