H. M. M. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ.3/25, 29/9/2026
print
Τίτλος:
H. M. M. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ.3/25, 29/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

(Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ.3/25)

 

29 Σεπτεμβρίου, 2026

 

[ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/στές]

 

H. M. M.

 

Εφεσείων,

 

ν.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ

 

Εφεσίβλητης.

-------------------------

Γ. Βασιλόπουλος, για Ανδρέας Δημητρίου και Γεώργιος Βασιλόπουλος, για Εφεσείοντα.

Θ. Παπανικολάου (κα), για Κίτσιου Δημητρίου Παπανικολάου ΔΕΠΕ, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.

 

-------------------------

 

ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την Παπαγεωργίου, Δ.

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.: Με την υπό εξέταση Έφεση, ο Εφεσείων αμφισβητεί την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, στο εξής «το πρωτόδικο Δικαστήριο», ημερ.19.11.24, να απορρίψει την Προσφυγή 4544/23 και το αίτημα του Εφεσείοντα για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Μια σύντομη αναδρομή στα γεγονότα:

 

Ο Εφεσείων, υπήκοος Σομαλίας, υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 31.03.21, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Στις 16.10.23, πραγματοποιήθηκε σχετική συνέντευξη του από την Υπηρεσία Ασύλου. Στις 25.10.23, η αίτηση του απορρίφθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 07.11.23, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με σχετική αιτιολόγηση, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον Εφεσείοντα την ίδια μέρα. Εναντίον της απόφασης αυτής, στράφηκε ο Εφεσείων με την καταχώρηση της Προσφυγής, που, ως προαναφέρθηκε, αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας Έφεσης.

 

Ο Εφεσείων εναντιώνεται στην πρωτόδικη απόφαση με τέσσερις λόγους έφεσης, διατεινόμενος, με τον πρώτο λόγο έφεσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε λανθασμένα το άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, όσον αφορά την ισχύ της εξουσιοδότησης που είχε εκδοθεί από τον προηγούμενο Υπουργό Εσωτερικών, ενώ, με τον δεύτερο λόγο έφεσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε λανθασμένα απόσπασμα του συγγράμματος του Π.Δ. Δαγτόγλου «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο» για το ίδιο θέμα. Περαιτέρω, ισχυρίζεται, με τον τρίτο λόγο έφεσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη σχετικά με την ισχύ της εξουσιοδότησης και παρέβλεψε σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικράτειας, σύμφωνα με την οποία η απόφαση μεταβίβασης αρμοδιότητας παραμένει σε ισχύ μέχρι την ανάκληση της, εκτός και εάν το πρόσωπο που την εξέδωσε παύσει να υπάρχει. Τέλος, με τον τέταρτο λόγο έφεσης, ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο έκρινε λανθασμένα ότι η αρχή της συνέχειας της διοίκησης δικαιολογεί την επ’ αόριστον διατήρηση σε ισχύ εξουσιοδότησης που εκδόθηκε από τον προηγούμενο Υπουργό Εσωτερικών παρά τον διορισμό νέου Υπουργού Εσωτερικών.

 

Η Εφεσίβλητη, με το περίγραμμα της, ισχυρίζεται ότι ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε το σχετικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου και ότι κακώς ο Εφεσείων παραπέμπει σε ελληνική νομολογία αφού υπάρχει πλούσια ημεδαπή νομολογία επί του θέματος, στην οποία κάνει αναφορά. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε κανένα σφάλμα ως προς την ερμηνεία του συγγράμματος του Π.Δ. Δαγτόγλου, (βλ. ανωτέρω). Τέλος, ως προς τον ισχυρισμό του Εφεσείοντα που αναπτύσσεται στις παρ.Β18-19 και Γ6-10 του περιγράμματος του και που αφορά στον ισχυρισμό ότι η απόφαση επιστροφής εκδίδεται δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.105 και δεν υπάρχει σχετική εξουσιοδότηση, υποβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι δεν δύναται να τύχει εξέτασης, λόγω έλλειψης δικογράφησης, τόσο κατά την πρωτόδικη διαδικασία, όσο και κατά τους λόγους έφεσης.

 

Οι λόγοι έφεσης θα τύχουν από κοινού εξέτασης, λόγω της συνάφειας τους.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τα εξής σχετικά:

 

«ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Προέχει εξέταση του λόγου ακύρωσης που αφορά την εξουσιοδότηση (ημερομηνίας 09/06/22) που δόθηκε από τον τέως Υπουργό Εσωτερικών προς το πρόσωπο του κ. Α. Αγρότη, η οποία έχει παύσει κατά τον συνήγορο του Αιτητή να ισχύει από την 01/03/23 που ανέλαβε νέος Υπουργός Εσωτερικών και/ή η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω μη έγκυρης εξουσιοδότησης του αποφασίζοντος οργάνου αφού αυτή λήφθηκε στις 25/10/23 - στη βάση της εξουσιοδότησης ημερομηνίας 09/06/22. Διαφωνώ με την εν λόγω εισήγηση του συνηγόρου του Αιτητή υιοθετώντας πλήρως τα όσα λέχθηκαν στην Υπόθεση Αρ. 907/2015, ΞΑΝΘΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, ημερομηνίας 21/8/2018, ήτοι:

 

«Έχω δε την άποψη ότι αυτή η εξουσιοδότηση και/ή μεταβίβαση αρμοδιότητας συνέχισε να ισχύει και κατά τον ουσιώδη χρόνο, όταν δηλαδή η Γενική Διευθύντρια, στις 31.3.2015 ενέκρινε το προαναφερθέν σχέδιο επιστολής και, κατ' επέκταση, τη σύνθεση της οικείας Συμβουλευτικής Επιτροπής, εφόσον αυτή (η εξουσιοδότηση) ουδέποτε ανακλήθηκε. Μέχρι δε την ανάκλησή της, η συγκεκριμένη εξουσιοδότηση ισχύει, έστω και αν στο μεταξύ επήλθε αλλαγή στο πρόσωπο του προϊσταμένου της Υπηρεσίας και/ή του Τμήματος. Αυτού του είδους οι πράξεις, οι οποίες άπτονται άμεσα της φύσης και/ή της λειτουργίας των διοικητικών οργάνων της Διοίκησης, αντιμετωπί-ζονται διαχρονικά με γνώμονα την ομαλή λειτουργία της Διοίκησης και την αρχή της συνέχειας και συνέπειας που θα πρέπει να διέπει την εν λόγω λειτουργία, καθώς και την ασφάλεια δικαίου προς όφελος του διοικούμενου. Παραθέτω το ακόλουθο, άμεσα σχετικό και διαφωτιστικό, απόσπασμα από το Σύγγραμμα του Π. Δ. Δαγτόγλου, «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο», Τρίτη Έκδοση, 1992, σελ. 441, όπου ακολουθείται αυτή ακριβώς η προσέγγιση (η έμφαση προστέθηκε):

 

«Η αρμοδιότητα μπορεί να ανακαλείται οποτεδήποτε από το όργανο που τη μεταβίβασε. Μέχρι την ανάκλησή της, η μεταβίβαση αρμοδιότητας ισχύει, έστω και αν το όργανο που την εξέδωσε παύσει να υπάρχει.».

 

Επισημαίνω ότι την ίδια προσέγγιση επί του υπό συζήτηση θέματος ακολούθησε το Δικαστήριο τούτο και στην I. K. PRINT DIRECT LTD ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 381/2014, ημερ. 31.10.2016, ενώ σχετική είναι και η απόφαση που με παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος για τους καθ' ων η αίτηση στην Ανδρέας Παναγή κ.α. ν. Συμβουλίου Εφέσεων, Υποθ. Αρ. 1226/2014, ημερ. 11.3.2014, στην οποία τονίστηκε ότι η εκάστοτε διοικητική ενέργεια «δεν απεκδύεται το θεσμικό της μανδύα, παραμένουσα μόνο στα πρόσωπα που αποφασίζουν» καθώς και ότι τα φυσικά πρόσωπα, «όταν λαμβάνουν αποφάσεις, το πράττουν ως εντεταλμένοι εκ του Νόμου ιθύνοντες και όχι ως απλά πρόσωπα, ασύνδετα, άσχετα και έξω από το κρινόμενο κατά περίπτωση αντικείμενο.».

 

Κατά συνέπεια, δεν διακρίνω οτιδήποτε μεμπτό ως προς τη συγκρότηση της οικείας Συμβουλευτικής Επιτροπής και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αιτήτριας δεν έχουν έρεισμα. Συνακόλουθα, ο πρώτος εγειρόμενος λόγος ακύρωσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.»

 

[ο τονισμός δικός μου]

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση ημερομηνίας 25/10/23 λήφθηκε από τον κο Α. Αγρότη στη βάση ισχύουσας εξουσιοδότησης ημερομηνίας 09/06/22 που εντοπίζεται ως ερυθρό 60 του διοικητικού φακέλου (στο εξής «Δ.Φ.»). Με βάση αυτήν δόθηκε εξουσιοδότηση από τον τέως Υπουργό Εσωτερικών προς τον κο Αγρότη όπως εκτελεί τα καθήκοντα Προϊσταμένου, στα πλαίσια έκδοσης αποφάσεων επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας σε πλήρη σύμπνοια με το Άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000). Υπάρχει δηλαδή, ρητή διάταξη Νόμου που να επιτρέπει την μεταβίβαση της εξουσίας λήψης τέτοιων αποφάσεων σε οποιοδήποτε άλλο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου εκτός από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας αυτής (Βλέπε σχετικό Άρθρο 17(4) του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου 1999 έως 2020 (Ν.158(Ι)/1999), βλέπε επίσης Α.Ε. αρ. 2115,Ανδρούλλας Ζηνοβίου ν Κυπριακής Δημοκρατίας, (1997) 3 Α.Α.Δ 385). Δεδομένου του ότι η απόφαση η οποία λήφθηκε ήτο από εξουσιοδοτημένο από τον τότε Υπουργό Εσωτερικών πρόσωπο, δεδομένου του ότι επιτρέπεται η εκχώρηση αυτών των εξουσιών δυνάμει του πιο πάνω Άρθρου 2 του Ν.6(Ι)/2000 και λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω εξουσιοδότηση (που περιέχει ρητά τις εν λόγω αρμοδιότητες) δεν είχε ανακληθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο από το όργανο που τη μεταβίβασε - μέχρι την ανάκλησή της και/ή μέχρι την σύνταξη τυχόν νέας εξουσιοδότησης η μεταβίβαση αρμοδιότητας ισχύει. Εξάλλου, το όργανο που εξέδωσε την σχετική εξουσιοδότηση δηλαδή ο Υπουργός Εσωτερικών ήτο υπό την θεσμική του ιδιότητα ως Υπουργός - το ότι αναλήφθηκαν καθήκοντα από νέο Υπουργό Εσωτερικών η σχετική εξουσιοδότηση, ως ο ισχυρισμός του συνηγόρου του Αιτητή, δεν έπαυσε να υπάρχει και/ή να ισχύει. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε από εξουσιοδοτημένο και εν τέλει αρμόδιο πρόσωπο και σχετικοί ισχυρισμοί επί αυτού του σημείου απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Ούτε η απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας 1885/2012 που προσκόμισε ο συνήγορος του Αιτητή βοηθούν την περίπτωση του, σε σχέση με τον λόγο ακύρωσης που εγείρεται.».

 

Εξετάσαμε με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας. Η κρίση μας έχει ως εξής:

 

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, στην ερμηνεία του όρου «Προϊστάμενος» αναφέρεται ότι «σημαίνει αρμόδιο λειτουργό ο οποίος προΐσταται της Υπηρεσίας Ασύλου και περιλαμβάνει οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο λειτουργό της εν λόγω Υπηρεσίας που εξουσιοδοτείται από τον Υπουργό, για να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊστάμενου.».

 

Στο δε άρθρο 3(2) και (3) του περί Εκχωρήσεως της Ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ Τινός Νόμου, Ν.23/62, ως προς την εξουσία εκχωρήσεως της ενασκήσεως των εξουσιών των απορρεουσών εκ τινός Νόμου, προβλέπεται ότι-

 

«(2)Οσάκις δυνάμει Νόμου ή διοικητικής πράξεως γενομένης κατ’ εξουσιοδότησιν Νόμου Υπουργός τις ή Ανεξάρτητος τις Αξιωματούχος της Δημοκρατίας ή έτερα αρχή εν τη Δημοκρατία κέκτηται εξουσίαν ενασκήσεως οιανδήποτε εξουσιών απορρεουσών εκ τινος Νόμου, ο τοιούτος Υπουργός, Ανεξάρτητος Αξιωματούχος ή αρχή, εκτός εάν διά Νόμου ρητώς απαγορεύεται τούτο, δύναται να εξουσιοδοτήση εγγράφως οιονδήποτε πρόσωπον κατέχον αρμοδίαν τινά θέσιν εις αρμοδίαν υπηρεσίαν εμπίπτουσαν εντός της δικαιοδοσίας του τοιούτου Υπουργού, Ανεξαρτήτου Αξιωματούχου ή αρχής, όπως ενασκή τας τοιαύτας εξουσίας εκ μέρους του τοιούτου Υπουργού, Ανεξαρτήτου Αξιωματούχου ή αρχής, υπό τοιούτους όρους, εξαιρέσεις και επιφυλάξεις ως ο Υπουργός, Ανεξάρτητος Αξιωματούχος ή αρχή ήθελεν εν τη τοιαύτη εξουσιοδοτήσει καθορίσει.

(3)Από της ημερομηνίας οιασδήποτε αποφάσεως ληφθείσης δυνάμει του εδαφίου (1) ή εξουσιοδοτήσεως δοθείσης δυνάμει του εδαφίου (2) ή, αναλόγως της περιπτώσεως, από της ημερομηνίας της καθοριζομένης εν τη τοιαύτη αποφάσει ή εξουσιοδοτήσει, ο Υπουργός, ο Ανεξάρτητος Αξιωματούχος, ή έτερα αρχή ή το διά τοιαύτης πράξεως εξουσιοδοτηθέν πρόσωπον κέκτηται εξουσίαν ενασκήσεως των εξουσιών των απορρεουσών εκ τινος Νόμου, ως εν τοις ανωτέρω.».

 

 

Στην ΕΔΔΔΠ 4/22, Saleh ν. Δημοκρατίας, ημερ.23.06.22, το τότε Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στο άνω άρθρο 3(2) του Ν.23/1962, ανέφερε τα εξής:

 

«Είναι σαφές από την πιο πάνω νομοθετική πρόνοια ότι η εξουσία για την έκδοση διατάγματος κράτησης αιτητή διεθνούς προστασίας εναποτίθεται στον Υπουργό που, σύμφωνα με το ερμηνευτικό Άρθρο 2, σημαίνει τον Υπουργό Εσωτερικών.

 

Το Άρθρο 3(2) του περί Εκχωρήσεως της Ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τινός Νόμου, Νόμου του 1962 (Ν.23/1962), δίδει την εξουσία στον Υπουργό, να εξουσιοδοτήσει γραπτώς άλλο πρόσωπο που κατέχει αρμόδια θέση στην υπηρεσία, εντός της δικαιοδοσίας του Υπουργού, το οποίο θα ασκήσει τις εξουσίες του Υπουργού, όπως θα καθοριστούν στην εξουσιοδότηση.».

 

Στην παρούσα υπόθεση, ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο έστρεψε την προσοχή του στο ερ.60 του διοικητικού φακέλου, ήτοι στη σχετική γραπτή εξουσιοδότηση του αρμόδιου Υπουργού Εσωτερικών, ημερ.09.06.22, με τίτλο «Εξουσιοδότηση Υπουργού Εσωτερικών για άσκηση καθηκόντων Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου από άλλους αρμόδιους λειτουργούς της Υπηρεσίας, βάσει των περί Προσφύγων Νόμων, Ν.6(1)/2000, ως έχει τροποποιηθεί.» Ρητά εκεί αναφέρεται, επί λέξει, ότι ο Υπουργός Εσωτερικών εξουσιοδοτεί, μεταξύ άλλων, τον κ. Ανδρέα Αγρότη για να ασκεί «μέρος των εξουσιών ή να εκτελούν μέρος των καθηκόντων του Προϊστάμενου, που αφορούν στην έκδοση αποφάσεων επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας περιλαμβανομένων αποφάσεων αποκλεισμού (άρθρο 5), ανάκλησης (άρθρο 6Α), παραίτησης (άρθρο 6Β) και παύσης (άρθρο 6) καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αποφάσεων επί μεταγενέστερων αιτήσεων (άρθρο 16Δ), επανανοίγματος φακέλου (άρθρο 16Ε), τερματισμού δικαιώματος παραμονής (άρθρο 8) και έκδοση αποφάσεων επιστροφής (άρθρα 12Δ, 13, 18), αποφάσεων σχετικά με ασυνόδευτους ανηλίκους και παραπομπή αυτών στους αρμόδιους φορείς (άρθρο 10), αποφάσεων σχετικά με απαράδεκτες αιτήσεις (άρθρο 12Β (τετράκις), αποφάσεων σχετικά με εσωτερική μετεγκατάσταση (άρθρο 12Γ), αποφάσεων σχετικά με σιωπηρή απόσυρση αίτησης ή υπαναχώρηση από αυτή (άρθρο 16Γ), αποφάσεων σχετικά με ρητή απόσυρση αίτησης (άρθρο 16Ζ), αποφάσεων σχετικά με προσωρινή προστασία (άρθρο 20 – 20ΙΒ) και αποφάσεων σχετικά με την οικογενειακή ενότητα (άρθρο 25).

Η παρούσα εξουσιοδότηση αφορά αποφάσεις επί εκθέσεων/εισηγήσεων που υποβάλλονται από λειτουργούς ορισμένου χρόνου.».

 

Όπως προκύπτει, αυτή η εξουσιοδότηση ουδέποτε ανεκλήθη, γεγονός που δεν αμφισβητείται από καμία πλευρά των διαδίκων.

 

Αποτέλεσε εισήγηση του Εφεσείοντα ότι με δεδομένο ότι η εν λόγω εξουσιοδότηση είχε δοθεί σε προγενέστερο του ουσιώδους χρόνου στάδιο, από προηγούμενο Υπουργό και όχι από τον εν ενεργεία Υπουργό, αυτή δεν μπορούσε να ισχύει στην υπό εξέταση περίπτωση.

 

Η πιο πάνω προσέγγιση του συνήγορου του Εφεσείοντα δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Και εξηγούμε:

 

Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι μια διοικητική πράξη, για να είναι έγκυρη, πρέπει να προέρχεται από το αρμόδιο διοικητικό όργανο. Εφόσον δε ο Νόμος εναποθέτει συγκεκριμένη εξουσία σε συγκεκριμένο όργανο, αυτό οφείλει να την ασκήσει. Αν αυτή ασκηθεί από άλλο όργανο, η εκχώρηση σε αυτό της συγκεκριμένης εξουσίας από το προβλεπόμενο αρμόδιο όργανο είναι απαραίτητη, νοουμένου, βεβαίως, ότι κάτι τέτοιο επιτρέπεται εκ του Νόμου (βλ. Απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Αίτηση αρ.4/26 Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στην ΕΔΔ 34/25, ημερ.30.07.26). Όπως δε έχει υποδειχθεί στην Dolidze κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ.539, η απουσία εξουσιοδότησης προς το πρόσωπο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση οδηγεί σε ακύρωση της απόφασης λόγω αναρμοδιότητας του οργάνου.

 

Κρίνουμε ότι η πραγμάτευση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με το ζήτημα αυτό ήταν ορθή και εντός των αρχών της υφιστάμενης νομολογίας. Στην ΑΕ 47/14, Συμβούλιο Εφέσεων Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης κ.ά. ν. Παναγή κ.ά., ημερ.25.02.21, κρίθηκαν από το τότε Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην ΑΕ 37/14, Χατζηγεωργίου ν. Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ημερ.06.10.20, τα εξής σχετικά:

 

«Δεν αμφισβητείται το θεσμικά συνεχές ενός διοικητικού οργάνου.  Διαφορετική είναι η έννοια του «οργάνου» από αυτήν του «φορέα του οργάνου».  Όπως αναφέρεται στο Γενικό Διοικητικό Δίκαιο α΄, Δαγτόγλου, 1977, σελ. 211-212, και υιοθετήθηκε πρόσφατα στην Χατζηγεωργίου ν. Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ΑΕ 37/14, ημερ. 6.10.2020, ECLI:CY:AD:2020:C336, … «Όργανο, υπό νομική έννοια, είναι η οργανωτική μονάδα που αποτελεί αυτοτελές υποκείμενο αρμοδιοτήτων.  Από το όργανο πρέπει να διακρίνουμε σαφώς τον φορέα του οργάνου.  Ενώ το όργανο είναι μια οργανωτική μονάδα, ο φορεύς του οργάνου πάντοτε φυσικό πρόσωπο . το πρώτο είναι απρόσωπο και συνεχές, ενώ ο δεύτερος είναι προσωπικός, συγκεκριμένος και κατ΄ ανάγκην, χρονικώς περιορισμένος.»».

 

Η αρχή της συνέχειας του διοικητικού οργάνου επιβεβαιώθηκε ακολούθως και από την Ολομέλεια του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ΑΕ 27/16, Κασσέρα ν. Δημοκρατίας, ημερ.21.04.23.

 

Στην Κασσέρα (ανωτέρω), η Ολομέλεια του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέτασε τη θέση του εκεί Εφεσείοντα ότι η συγκρότηση της αφορώσας Συμβουλευτικής Επιτροπής έπασχε αφού δεν είχε καταρτιστεί από την αρμόδια αρχή κατά τις πρόνοιες των άρθρων 2 και 35Α(2)(η) του Ν.10/1996.

 

Είχε, στην εν λόγω περίπτωση, προσκομιστεί ως τεκμήριο, εκχώρηση, με την οποία ο αρμόδιος εκεί Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού εκχωρούσε προς τη Γενική Διευθύντρια του υπό αναφορά Υπουργείου, τις εξουσίες που του παρέχονταν βάσει του Ν.10/96. Ο Εφεσείων, με δεδομένο ότι η εξουσιοδότηση είχε δοθεί πολλά χρόνια πριν (από προηγούμενο Υπουργό και όχι από τον Υπουργό που ήταν εν ενεργεία κατά την επίδικη εκεί περίοδο πλήρωσης των θέσεων), υποστήριξε πως η εξουσιοδότηση δεν μπορούσε να ισχύει αφού η κάθε διαδικασία πλήρωσης θέσεων είναι ξεχωριστή και αυτόνομη.

 

Η Ολομέλεια, διαφωνώντας με τον Εφεσείοντα, τόνισε ότι η εξουσιοδότηση προσδιόριζε ότι είχε δοθεί για σκοπούς πλήρωσης κενών θέσεων και πως «δεν ήταν αναμενόμενο να παραχωρείται νέα εξουσιοδότηση κάθε φορά που διορίζεται νέος Υπουργός».

 

Η δικαστική προσέγγιση στην Κασσέρα (ανωτέρω), στην Παναγή (ανωτέρω), αλλά και στη νεότερη ΕΔΔ 84/16, Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου ν. Δημοκρατίας, ημερ.02.10.23, καλύπτουν, κρίνουμε, ευθέως (και δεσμευτικώς για το παρόν Δικαστήριο) και την εδώ επίδικη υπόθεση.

 

Στην τελευταία αυτή υπόθεση, τέθηκε, μεταξύ άλλων, λόγος έφεσης ότι «η επιστολή ημερομηνίας 9.12.2003 του τότε Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού προς «Γενικό Διευθυντή» με θέμα «εκχώρηση εξουσιών» που απορρέουν από το Νόμο», δεν κάλυπτε την εκεί διαδικασία πλήρωσης θέσεων «που άρχισε τον Δεκέμβρη του 2011 όταν ήταν άλλος τώρα ο Υπουργός.».

 

Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, απορρίπτοντας τον εν λόγω ισχυρισμό, έκρινε τα εξής σχετικά:

 

«Από όσα τέθηκαν στο Διοικητικό Δικαστήριο προκύπτει με καθαρότητα και επαρκή τεκμηρίωση ότι υπήρξε η αναγκαία έγκριση της αρμόδιας αρχής για νόμιμη συγκρότηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής κατά το Άρθρο 2 του Περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου 10/69 («ο Ν.10/69»).

Η εκχώρηση έγινε από τον τότε Υπουργό προς τον Γενικό Διευθυντή, δίχως να προσδιορίζεται το όνομα του τελευταίου, γεγονός που, και αυτό, πέραν της λογικής και ερμηνευτικής τάξης των πραγμάτων, δείχνει όχι μόνο την πρόθεση του τότε Υπουργού να εκχωρήσει την υπό συζήτηση αρμοδιότητα και εξουσία νομίμως προς τον Γενικό Διευθυντή, αλλά και το ότι η εκχώρηση συνέχιζε σε ισχύ χωρίς ανάγκη έκδοσης άλλης από τον νέο Υπουργό προς την Γενική Διευθύντρια.

Η πραγμάτευση του Διοικητικού Δικαστηρίου ήταν ορθή και εντός των αρχών της υφιστάμενης τότε νομολογίας (στην οποία παρέπεμψε το Διοικητικό Δικαστήριο), και που εξελικτικά - με αναφορά και στην Συμβούλιο Εφέσεων Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης και Άλλων ν. Παναγή και Άλλων, Α.Ε. 47/14, ημ. 25.2.21, ECLI:CY:AD:2021:C71, … (όπου υπογραμμίστηκε το «. θεσμικά συνεχές ενός διοικητικού οργάνου ...») - διευκρινίστηκε και επιβεβαιώθηκε από την Ολομέλεια στην Κασσέρα ν. Δημοκρατίας, …».

 

Τέλος, στη νεότερη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην ΕΔΔ 63/18, Δημοκρατία ν. Α.Η.Τ. Advances Heating Technologies, ημερ.11.01.24, όπου υπήρξε ισχυρισμός ότι ο εκεί Διευθυντής Τελωνείων που είχε δώσει την εξουσιοδότηση είχε αφυπηρετήσει και υπήρξε ισχυρισμός ότι «άγνωστο παρέμεινε κατά πόσο υπήρξε άλλη εξουσιοδότηση», κρίθηκε ότι, «το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλλε. Εξουσιοδότηση υπήρχε. Με αυτήν εξουσιοδοτήθηκε το πρόσωπο που υπέγραψε την σχετική επιστολή και με την οποία απαίτησε την καταβολή των πιο πάνω ποσών. Σε ακολουθία του λόγου τόσο της υπόθεσης Κασσέρα και όσο και της Φωτιάδου (ανωτέρω), δεν είναι αναμενόμενο να παραχωρείται νέα εξουσιοδότηση κάθε φορά που διορίζεται νέος διευθυντής. Περαιτέρω, δεν είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να ανακαλεί την εξουσιοδότηση για την οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω.».

 

Ομοίως, και σε σύμπνοια με το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίνουμε ότι στην παρούσα περίπτωση, η εξουσιοδότηση που δόθηκε από τον προηγούμενο Υπουργό Εσωτερικών ήταν καθόλα νόμιμη και σε ισχύ. Ουδέποτε δε αυτή ανακλήθηκε ή αναιρέθηκε. Όπως υποδεικνύεται στη νομολογία (ανωτέρω), η πράξη μεταβίβασης αρμοδιότητας δεν παύει να ισχύει με την (μεταγενέστερη) απώλεια της θέσης του Υπουργού για οποιοδήποτε λόγο (εκτός αν άλλως πως ορίζεται στην ίδια την πράξη) και, στα πλαίσια της αρχής της συνέχειας της διοίκησης, εξακολουθεί να ισχύει και να διέπει τη λειτουργία της διοίκησης, ανεξαρτήτως της όποιας αλλαγής Υπουργού. Η μεταβίβαση αρμοδιότητας διενεργείται σε θεσμικό επίπεδο, ήτοι ένεκα της ιδιότητας του Υπουργού και δεν είναι προσωπική.

 

Όπως αναφέρει και ο Α.Ι. Τάχος, στο σύγγραμμα του «Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο», 8η έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, στη σελ.445, «Όταν η εκχώρηση είναι προσωπική, η μεταβολή του προσώπου που είναι αποδέκτης την καθιστά ανίσχυρη, ενώ η μεταβολή του προσώπου του εκχωρήσαντος δεν την καθιστά ανίσχυρη εφόσον δεν την ανακαλέσει (βλ. και ΣΕ 194/1983).». Τούτο, σε αρμονία και με τα όσα αναφέρει και ο Π.Δ. Δαγτόγλου στο σύγγραμμα του «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο», 3η έκδοση, σελ.441 ότι «Η αρμοδιότητα μπορεί να ανακαλείται οποτεδήποτε από το όργανο που τη μεταβίβασε. Μέχρι την ανάκλησή της η μεταβίβαση αρμοδιότητας ισχύει, έστω και αν το όργανο που την εξέδωσε παύσει να υπάρχει.».

 

Η αναφορά στη νομολογία ανωτέρω, καταρρίπτει ευθέως και τον ισχυρισμό του Εφεσείοντα (τέταρτο λόγο έφεσης) πως «η αναφορά σε νομολογία του Συμβουλίου της Επικράτειας καθίσταται αναγκαία καθώς το Κυπριακό Δίκαιο και η Νομολογία δεν ασχολούνται με το συγκεκριμένο ζήτημα, ούτε έχει μέχρι σήμερα αποσαφηνιστεί νομολογιακά ή νομοθετικά η τύχη των εξουσιοδοτήσεων που δίδονται από πρόσωπα που παύουν να υφίστανται.».

 

Όπως λέχθηκε στην Πολ. Έφεση E94/19, Inversions Gestions I Estudis Internacional L., SLU, κ.ά. ν. Αναφορικά με τη S.A.R.E. Public Company Ltd, ημερ.19.01.22, «… κανένα νομοθέτημα άλλης χώρας δεν μπορεί να επηρεάζει την ισχύουσα νομική πραγματικότητα στη Δημοκρατία και … ενόψει της ύπαρξης ξεκάθαρων νομικών ρυθμίσεων για ένα ζήτημα στη Δημοκρατία δεν εξυπηρετεί η καταφυγή σε νομοθεσία άλλων κρατών. …».

 

Τέλος, παρατηρούμε ότι ο Εφεσείων, στο περίγραμμα του, αναπτύσσει και άλλους ισχυρισμούς, οι οποίοι όμως δεν αφορούν ζήτημα δημοσίας τάξης, δεν καλύπτονται από τους λόγους έφεσης, ούτε όμως και προβλήθηκαν μέσω του δικογράφου της Προσφυγής, κάτι που ορθώς εντόπισε και το πρωτόδικο Δικαστήριο και δεν τους εξέτασε. Συνεπώς, δεν θα τύχουν εξέτασης (βλ. ΕΔΔ 19/17, Δήμος Λευκωσίας ν. Κοινοπραξία Cybarco Ltd – A. Aristotelous Constructions Ltd, ημερ.31.10.23 και ΕΔΔ 155/21, Μαρία Κωνσταντίνου Μιλτιάδους ν. Δήμητρα Δημητρίου, ημερ.07.09.26).

 

Για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ουδείς εκ των λόγων έφεσης ευσταθεί και δεν παρέχεται πεδίο παρέμβασής μας στην πρωτόδικη απόφαση.

 

Η Έφεση απορρίπτεται με €2.000- έξοδα, πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει, υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντα.

 

Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Δ.

 

Ε. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο