ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 64/2022)
30 Σεπτεμβρίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ MALTA LINES LTD AND KAPNOS AIRPORT SHUTTLE LIMITED (MLKP)
Εφεσείoυσα,
v.
KYΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ, ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΩΝ
Εφεσίβλητης.
--------------------
Μ. Χριστοφή (κα), για Η. ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείουσα.
Σ. Χατζηστεφάνου (κα), εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.
Α. Παπαμιχαήλ (κα) & Α. Αυξεντίου, για Α. Κ. ΑΙΜΙΛΙΑΝΙΔΗΣ & Κ. ΚΑΤΣΑΡΟΣ, για Ενδιαφερόμενο Μέρος.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Δικαστή Δ. Λυσάνδρου.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.: Η παρούσα υπόθεση αφορά την -κατόπιν δεύτερης επανεξέτασης- κατακύρωση (υπέρ της εταιρείας «Υπεραστικά Λεωφορεία Κύπρου (Υ.ΛΕ.ΚΥ) Λτδ», εφεξής «το ΕΜ»), δημόσιου διαγωνισμού για την παροχή υπηρεσιών υπεραστικών δημόσιων επιβατικών μεταφορών με λεωφορεία μεταξύ πόλεων της Κύπρου (εφεξής «ο επίδικος δημόσιος διαγωνισμός»).
Συγκεκριμένα, ο προκηρυχθείς διαγωνισμός 1/2019 αφορούσε έξι συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών δημόσιων συγκοινωνιών και η επίδικη σύμβαση ήταν μια εξ αυτών.
Αρχικά, ο επίδικος δημόσιος διαγωνισμός κατακυρώθηκε υπέρ της «ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑΣ ΜALTA LINES LTD AND KAPNOS AIRPORT SHUTTLE LIMITED (MLKP)» (πρωτόδικα η προσφεύγουσα και ενώπιόν μας η Εφεσείουσα) με απόφαση ημερ. 28.11.2019 του Συμβουλίου Προσφορών του οικείου Υπουργείου, εντούτοις η εν λόγω απόφαση ακυρώθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, με απόφασή του ημερ. 27.4.2020 στο πλαίσιο της Προσφυγής Αρ. 1792/2019.
Στην Προσφυγή Aρ. 1792/2019, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι όροι 6.2.3 και 8.3.1.6(Ι) του επίδικου δημόσιου διαγωνισμού ήταν ουσιώδεις και ότι η Διοίκηση αποδέχτηκε την προσφορά της Εφεσείουσας σε παράβαση αυτών των όρων, χωρίς η Διοίκηση να ερευνήσει επαρκώς τη συμβατότητα αυτής της προσφοράς με τους άνω όρους. Κατά της άνωθεν δικαστικής απόφασης η Εφεσείουσα καταχώρησε την Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 87/20 ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΜALTA LINES LTD AND KAPNOS AIRPORT SHUTTLE LIMITED (MLKP) ν. ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΑ ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ ΚΥΠΡΟΥ (Υ.ΛΕ.ΚΥ.) ΛΤΔ την οποία το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (με απόφασή του ημερ. 16.6.2025) απέρριψε ως αλυσιτελή.
Την ακυρωτική απόφαση ημερ. 27.4.2020 του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην Προσφυγή Αρ. 1792/2019 ακολούθησε (η πρώτη) επανεξέταση, όπου η Διοίκηση (με απόφασή της ημερ. 17.9.2020) κατακύρωσε τον επίδικο δημόσιο διαγωνισμό υπέρ του ΕΜ, κρίνοντας ότι η προσφορά της Εφεσείουσας ήταν ασύμβατη με άλλον όρο από αυτούς οι οποίοι εξετάστηκαν στο πλαίσιο της Προσφυγής Αρ. 1792/2019, ήτοι τον όρο 8.3.2.1.
Η Εφεσείουσα προσέβαλε την νομιμότητα της εκτελεστής διοικητικής πράξης ημερ. 17.9.2020 διά της Προσφυγής Αρ. 892/2020 στο πλαίσιο της οποίας το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι-
(α) η Διοίκηση εδύνατο κατά την (πρώτη) επανεξέταση, να αξιολογήσει την συμβατότητα της προσφοράς της Εφεσείουσας με τον όρο 8.3.2.1, χωρίς αυτό να συνιστά παράβαση των περί επανεξέτασης νομικών αρχών ή του δεδικασμένου της Προσφυγής Αρ. 1792/2019,
(β) πλην όμως, εμφιλοχώρησε παρανομία στη διοικητική κρίση λόγω αντιφατικής στάσης, διότι η Διοίκηση -από τη μία- έκρινε την προσφορά της Εφεσείουσας ως μη συμβατή με τον όρο 8.3.2.1 ακολουθώντας τα νομολογηθέντα στην απόφαση ημερ. 7.4.2020 του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί της Προσφυγής Αρ. 1788/2019 Μ.Ε. ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ ν. Δημοκρατίας (συνεκδικασθείσας με την Προσφυγή Αρ. 102/2020 ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ ΛΑΡΝΑΚΟΣ «ΖΗΝΩΝΑΣ ΛΤΔ» ν. Δημοκρατίας), ενώ -από την άλλη- αμφισβήτησε την ορθότητα αυτών των νομολογηθέντων (τα οποία συνιστούσαν συναφές δικαστικό προηγούμενο, καίτοι όχι δεδικασμένο) διά της Έφεσης Αρ. 77/2020.
Λόγω της διαπιστωθείσας διοικητικής αντίφασης, η οποία στοιχειοθετούσε πιθανολόγηση ουσιώδους πλάνης από πλευράς της Διοίκησης, το πρωτόδικο Δικαστήριο (με απόφασή του ημερ. 16.2.2021) ακύρωσε το αποτέλεσμα της πρώτης επανεξέτασης. Η δικαστική απόφαση ημερ. 16.2.2021 τελεσιδίκησε ως αναφέρει η απόφαση 16.6.2025 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου επί της Έφεσης Αρ. 87/20 ανωτέρω.
Παρεμπιπτόντως, η απόφαση ημερ. 7.4.2020 του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί της προαναφερόμενης Προσφυγής Αρ. 1788/2019 επικυρώθηκε διά της απόφασης ημερ. 14.4.2025 επί της Έφεσης κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 76/2020 ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ MALTA LINES LIMITED AND KAPNOS AIRPORT SHUTTLE (MKLP) ν. Μ.Ε. ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ..
Παρότι η Διοίκηση απέσυρε την Έφεση της Αρ. 77/2020 κατά της πρωτόδικης απόφασης στην Προσφυγή Αρ. 1788/2019, η προρρηθείσα Έφεση Αρ. 76/2020 καταχωρήθηκε από την Εφεσείουσα ως ενδιαφερόμενο μέρος, η κατακύρωση υπέρ του οποίου ακυρώθηκε στην Προσφυγή Αρ. 1788/2019.
Την ακυρωτική δικαστική απόφαση ημερ. 16.2.2021 στην Προσφυγή Αρ. 892/2020 ακολούθησε (δεύτερη) διοικητική επανεξέταση η οποία (περί την 20.9.2021) κατακύρωσε τον επίδικο δημόσιο διαγωνισμό υπέρ του ΕΜ με το σκεπτικό ότι η προσφορά της Εφεσείουσας δεν πληροί τον όρο 8.3.2.1.
Η Εφεσείουσα προσέβαλε τη νομιμότητα του αποτελέσματος της δεύτερης επανεξέτασης διά της Προσφυγής Αρ. 1117/2021 την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε διά της εφεσιβαλλόμενης απόφασης ημερ. 2.3.2022, με το εξής σκεπτικό:
(α) η Εφεσείουσα είχε το αναγκαίο έννομο συμφέρον να προσβάλει τον αποκλεισμό της από τον επίδικο δημόσιο διαγωνισμό,
(β) η Διοίκηση, στο πλαίσιο της δεύτερης επανεξέτασης, συμμορφώθηκε με το δεδικασμένο της Προσφυγής Αρ. 892/2020, διότι απέσυρε την Έφεση Αρ. 77/2020,
(γ) η Διοίκηση είχε το δικαίωμα να εξετάσει -στο πλαίσιο της δεύτερης επανεξέτασης- τη συμβατότητα της προσφοράς της Εφεσείουσας με τον όρο 8.3.2.1, ως προκύπτει και από το δεδικασμένο της Προσφυγής Αρ. 892/2020.
(δ) το δεδικασμένο της Προσφυγής Αρ. 892/2020 δεν κάλυπτε ευθέως την εκ της Διοίκησης ερμηνεία και εφαρμογή του όρου 8.3.2.1, ερμηνεία και εφαρμογή την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ορθή, ακολουθώντας τα νομολογηθέντα της Προσφυγής Αρ. 1788/2019 (η οποία είχε εκδικαστεί από την ίδια Δικαστή η οποία εξέδωσε την εφεσιβαλλόμενη απόφαση),
(ε) το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τις αιτιάσεις της Εφεσείουσας περί αντιφατικής συμπεριφοράς της Διοίκησης, επικροτώντας το γεγονός ότι η Διοίκηση -κατά τη δεύτερη επανεξέταση- υιοθέτησε ενιαίο μέτρο κρίσης,
(στ) το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε, ως αλυσιτελείς και άνευ εννόμου συμφέροντος, προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης αφορούντες την κατακύρωση άλλης σύμβασης στο πλαίσιο του διαγωνισμού 1/2019 και το κατά πόσο το ΕΜ το ίδιο πληρούσε ή μη ουσιώδεις όρους.
Η Εφεσείουσα προβάλλει, κατά της εφεσιβαλλόμενης απόφασης, τους ακόλουθους λόγους έφεσης:
Πρώτος Λόγος Έφεσης:
Κατά τον πρώτο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο εκδίκασε την Προσφυγή Αρ. 1117/2021 σε παράβαση των αρχών της δικαστικής αμεροληψίας και, κατά προέκταση, του δικαιώματος της Εφεσείουσας σε δίκαιη δίκη, διότι η ίδια δικαστής είχε δικάσει την Προσφυγή Αρ. 1788/2019 τα νομολογηθέντα της οποίας ακολούθησε στο πλαίσιο της εφεσιβαλλόμενης απόφασης.
Ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Η Εφεσείουσα ήταν διάδικος στην Προσφυγή Αρ. 1788/2019, ως δεικνύει το κείμενο της συναφούς δικαστικής απόφασης ημερ. 7.4.2020, οπότε γνώριζε άμεσα ποια φυσική δικαστής την δίκασε.
Οπότε, όταν η Προσφυγή Αρ. 1117/2021 ανατέθηκε στην ίδια Δικαστή, όφειλε να θέσει ζήτημα αμεροληψίας ενώπιον της Δικαστού με την πρώτη δυνατή ευκαιρία διαφορετικά το προς τούτο δικαίωμά της θεωρείται εγκαταλειφθέν (Ένσταση Αρ. 2/2025 της Ντόριας Βαρωσιώτου αναφορικά με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου ημερ. 27.6.2025, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 12.9.2025).
Κρίνουμε ότι η Εφεσείουσα δεν έπραξε τα δικονομικώς δέοντα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, για τους εξής λόγους:
Τόσο στο εφετήριο έγγραφο όσο και στο περίγραμμά της, η Εφεσείουσα υποστηρίζει ότι έθεσε το ζήτημα στο πρωτόδικο Δικαστήριο πριν την εξέταση μονομερούς αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, αλλά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν θεώρησε ότι υπήρχε ζήτημα εξαίρεσης και η ίδια η Εφεσείουσα δεν επέμεινε.
Με κάθε σεβασμό, στο πλαίσιο της υποχρέωσής της να αποδείξει το βάσιμο της έφεσής της, η άνωθεν αναφορά είναι ελλιπής -ως γενική και αόριστη- καθότι όφειλε τουλάχιστον να μας παραπέμψει σε συγκεκριμένο δικαστικό πρακτικό.
Ακόμα όμως και αν το έπραττε, η παραδοχή της ότι δεν επέμεινε στο θέμα συνιστά την αχίλλειο πτέρνα του όλου λόγου έφεσης.
Η Εφεσείουσα είχε την ευκαιρία να εγείρει τέτοιο θέμα με δικονομικά παραδεκτό τρόπο ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ώστε να διατηρήσει το δικαίωμά της να το εγείρει και κατ’ έφεση, πλην όμως εγκατέλειψε οικειοθελώς αυτήν την ευκαιρία. Κρίνουμε την αιτίαση της Εφεσείουσας αβάσιμη, όχι μόνο για τους άνωθεν δικονομικούς λόγους, αλλά και επί της ουσίας της. Η Προσφυγή Αρ. 1117/2021 είχε ως αντικείμενο τη νομιμότητα μιας διακριτής διοικητικής πράξης από αυτήν η οποία ήταν το αντικείμενο της Προσφυγής Αρ. 1788/2019 και, ως εκ τούτου, ουδείς λόγος φαίνεται να προκύπτει ως δικαιολογών την αυτοεξαίρεση της Δικαστού από την εκδίκαση της τελευταίας Προσφυγής.
Δεύτερος και Τρίτος Λόγος Έφεσης:
Κατά τον δεύτερο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα-
(α) κατέληξε ότι, στην Προσφυγή Αρ. 892/2020, διαπιστώθηκε διοικητική πλάνη η οποία συνίστατο μόνο στο γεγονός ότι η ίδια η Διοίκηση ενώ, αφενός, αποφάσισε να εφαρμόσει στη διαδικασία επανεξέτασης την ερμηνεία που είχε δώσει το Δικαστήριο στον όρο 8.3.2.1 στα πλαίσια της Προσφυγής Αρ. 1788/2019 αφετέρου, άσκησε την Έφεση 77/2020 (αμφισβητώντας την ορθότητα της δικαστικής απόφασης),
(β) κατέληξε ότι η διοικητική πλάνη, που διαπιστώθηκε δικαστικώς στην Προσφυγή Αρ. 892/2020, εστιάζεται στην αντιφατική συμπεριφορά της Διοίκησης σε σχέση με την υιοθέτηση της ερμηνείας που έδωσε το Δικαστήριο στην Προσφυγή Αρ. 1788/2019, και την ταυτόχρονη αμφισβήτηση της εν λόγω ερμηνείας μέσω της Έφεσης Αρ. 77/2020,
(γ) απέρριψε την εισήγηση της Εφεσείουσας ότι η διοικητική πλάνη την οποία διαπίστωσε το Δικαστήριο στην Προσφυγή Αρ. 892/2020 αφορούσε, μεταξύ άλλων, την ερμηνεία του όρου 8.3.2.1 και κατ’ επέκταση τη διοικητική κρίση περί του ότι η Εφεσείουσα δεν πληροί τον εν λόγω όρο,
(δ) απέρριψε την άνω εισήγηση της Εφεσείουσας για το λόγο ότι το Δικαστήριο στην Προσφυγή Αρ. 892/2020 αποδέχτηκε το δικαίωμα της Διοίκησης να εξετάσει συμμόρφωση με τον όρο 8.3.2.1 στο στάδιο της επανεξέτασης.
Κατά τον συναφή τρίτο λόγο έφεσης, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η εκ της Διοίκησης απόσυρση της Έφεσης Αρ. 77/2020 συνιστούσε συμμόρφωση με το δεδικασμένο της Προσφυγής Αρ. 892/2020.
Ο δεύτερος και ο τρίτος έφεσης λόγος κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται, για τους εξής λόγους:
Κρίνουμε ότι η θέση της Εφεσείουσας δεν αποδίδει ορθά το δικαστικό προηγούμενο το οποίο απορρέει από την Προσφυγή Αρ. 892/2020.
Συναφώς, κρίνουμε ότι ορθή είναι η πρωτόδικη κρίση, κατά την οποία η δικαστικώς διαπιστωθείσα πιθανολόγηση πλάνης στο πλαίσιο της Προσφυγής Αρ. 892/2020 αφορά μόνο την αντιφατική στάση της Διοίκησης, αφενός, να επικαλείται τον όρο 8.3.2.1 ως ερμηνεύτηκε στην Προσφυγή Αρ. 1788/2019 και, αφετέρου, να εφεσιβάλλει τη δικαστική απόφαση στην τελευταία αυτή Προσφυγή. Συνεπώς, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η εκ της Διοίκησης απόσυρση της Έφεσης Αρ. 77/2010 συνιστούσε τερματισμό της δικαστικώς διαπιστωθείσας αντίφασης, σε συμμόρφωση με το δεδικασμένο της Προσφυγής Αρ. 892/2020.
Κατά τα άλλα, το πρωτόδικο Δικαστήριο στην Προσφυγή Αρ. 892/2020 και έκρινε νόμιμη την απόφαση της Διοίκησης να εξετάσει τη συμβατότητα της προσφοράς της Εφεσείουσας με τον όρο 8.3.2.1 και ουδόλως διαπίστωσε πιθανολόγηση πλάνης ως προς τη διοικητική κρίση περί του ότι η προσφορά της Εφεσείουσας δεν πληροί τον άνωθεν όρο.
Παραπέμπουμε στο σχετικό απόσπασμα της δικαστικής απόφασης επί της Προσφυγής Αρ. 892/2020:
«Ερώτημα αποτελεί, κατά πόσο το δεδικασμένο της απόφασης στην Προσφυγή Αρ. 1792/2019 (supra) επεκτείνεται και στο ζήτημα της πλήρωσης του όρου 8.3.2.1. του Μέρους Α των εγγράφων του επίδικου διαγωνισμού από την αιτήτρια, ως σιωπηρώς (ή εξυπακουόμενα) και καταφατικά αποφασίστηκε υπέρ της αιτήτριας, ως η αιτήτρια υποστηρίζει. Ως αναφέρεται και στο άρθρο 59 (2) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158 (Ι)/1999, με δικές μου υπογραμμίσεις:
«(2) Κατά την επανεξέταση, η διοίκηση δεσμεύεται από το διατακτικό της δικαστικής απόφασης και από τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου για την ύπαρξη ορισμένων νομικών και πραγματικών καταστάσεων που υφίσταντο κατά το χρόνο της έκδοσης της πράξης στις οποίες στηρίχτηκε το διατακτικό της απόφασης.»
Κρίνω, έχοντας μελετήσει την απόφαση στην Προσφυγή Αρ. 1792/2019 (supra), ότι, το ζήτημα της πλήρωσης ή μη του όρου 8.3.2.1. του Μέρους Α των εγγράφων του επίδικου διαγωνισμού από την αιτήτρια, είχε μεν τεθεί, αλλά δεν είχε αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το οποίο αν και προέβη σε μνεία αυτού του ισχυρισμού στην απόφαση του, τον άφησε σαφώς αναπάντητο, ενόψει, προφανώς, της ακύρωσης της εκεί προσβαλλόμενης απόφασης, κατόπιν αποδοχής της βασιμότητας άλλου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος προβλήθηκε (βλ. ανωτέρω στα γεγονότα). Συνεπώς, δεν παράχθηκε δεδικασμένο επί τούτου του ζητήματος στην απόφαση στην Προσφυγή Αρ. 1792/2019 (supra).
Με δεδομένο, τώρα, ότι το άνω ζήτημα της πλήρωσης του όρου 8.3.2.1. του Μέρους Α των εγγράφων του επίδικου διαγωνισμού από την αιτήτρια δεν έτυχε εξέτασης και απόφασης από το Δικαστήριο στην απόφαση στην Προσφυγή Αρ. 1792/2019 (supra) τίθεται, περαιτέρω, το ζήτημα, κατά πόσο η καθ' ης η αίτηση επιτρεπόταν να το επαναδιερευνήσει και αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις.
[…]
Η καθ' ης η αίτηση επικαλέστηκε τα σχετικώς αποφασισθέντα στην Προσφυγή Αρ. 1788/2019 (supra) ως λόγο για επαναδιερεύνηση και αναψηλάφιση της προηγούμενης θέσης της για την επίδικη σύμβαση, σε σχέση με το κατά πόσο η αιτήτρια πληρούσε τον όρο 8.3.2.1. του Μέρους Α των εγγράφων του επίδικου διαγωνισμού και την ανάγκη για συνοπτική για τον επίδικο διαγωνισμό και ομοιόμορφη αντιμετώπιση και τοποθέτηση επί του ζητήματος (βλ. ανωτέρω θέσεις της καθ' ης η αίτηση), στα πλαίσια εφαρμογής της χρηστής διοίκησης και καλής πίστης. Θα συμφωνήσω με την καθ' ης η αίτηση, έχοντας υπόψη την ανωτέρω νομολογία ότι, αφ' ενός υπάρχει η δυνατότητα επαναδιερεύνησης του ζητήματος, κρίνοντας ότι, τα αποφασισθέντα στην Προσφυγή Αρ. 1788/2019 (supra) συνιστούν επαρκή και δόκιμο λόγο για επαναδιερεύνηση, με τη διευκρίνηση εκ νέου, ότι, τα αποφασισθέντα στην Προσφυγή Αρ. 1788/2019 (supra) δεν αποτελούν δεδικασμένο για την καθ' ης η αίτηση, αφορούν όμως, στον ίδιο επίδικο διαγωνισμό (αν και για άλλη σύμβαση από την επίδικη) και συγκρίσιμα δεδομένα σε σχέση με την προσφορά της αιτήτριας. Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται ότι, τα σχετικώς αποφασισθέντα στην απόφαση στην Προσφυγή Αρ. 1767/2019 (supra) και στην απόφαση στην Προσφυγή 1779/2019 (supra) δεν προσφέρουν ο,τιδήποτε ουσιαστικό, στα πλαίσια διερεύνησης της ουσίας του ζητήματος, αφού στις εν λόγω αποφάσεις αποφασίστηκε ότι, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν δύναται να εξεταστεί από το Δικαστήριο για τους λόγους που αναφέρθηκαν στις εν λόγω αποφάσεις. Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, η καθ' ης η αίτηση είχε τη διακριτική ευχέρεια να επανεξετάσει το όλο ζήτημα, ενόψει των αποφασισθέντων και στην Προσφυγή Αρ. 1788/2019 (supra), στα πλαίσια εφαρμογής της χρηστής διοίκησης και καλής πίστης δια της αναζήτησης και καθορισμού ομοιόμορφης στάσης της διοίκησης στον επίδικο διαγωνισμό.
Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, κρίνω, καταρχήν, ότι, η καθ' ης η αίτηση δεν έχει υπερβεί τα πλαίσια και ούτε έχει παραβεί τις αρχές επανεξέτασης ή οποιοδήποτε δεδικασμένο, διότι αποφάσισε, κατά την επίδικη επανεξέταση, να επαναδιερευνήσει το θέμα, κατά πόσο η αιτήτρια πληρούσε ή μή τον όρο 8.3.2.1. του Μέρους Α των εγγράφων του επίδικου διαγωνισμού.».
Τέταρτος Λόγος Έφεσης:
Κατά τον τέταρτο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο (εσφαλμένα, αναιτιολόγητα και χωρίς να μελετήσει επαρκώς την επιχειρηματολογία της Εφεσείουσας και τα γεγονότα της Προσφυγής Αρ. 1117/2021), έκρινε ότι το γεγονός ότι έστω και στο στάδιο της επανεξέτασης η Διοίκηση αποφάσισε να ακολουθήσει και εφαρμόσει ένα ενιαίο -και κατ’ επέκταση δίκαιο- τρόπο αξιολόγησης που ήταν προς όφελος της διαδικασίας και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η εισήγηση ότι θα έπρεπε να επιτραπεί να συνεχίζεται η συγκεχυμένη και αποσπασματική αξιολόγηση που είχε προηγηθεί. Επιπλέον, ότι ουδεμία πλάνη ή έλλειψη έρευνας ή αιτιολογίας εντοπίστηκε.
Ο τέταρτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Ως προαναφέρθηκε, το δεδικασμένο της Προσφυγής Αρ. 892/2020 επέτρεψε στη Διοίκηση να εξετάσει τη συμβατότητα της προσφοράς της Εφεσείουσας με τον όρο 8.3.2.1.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο υιοθέτησε το σκεπτικό της Προσφυγής Αρ. 1788/2019, το οποίο -ως προαναφέρθηκε- επικυρώθηκε στην Έφεση Αρ. 76/2020, κατά το οποίο σκεπτικό η προσφορά της Εφεσείουσας δεν πληρούσε τον όρο 8.3.2.1.
Κρίνουμε ότι η πρωτόδικη κρίση είναι ορθή καθότι, αφενός, η επίδικη προσφορά της Εφεσείουσας ήταν πανομοιότυπη με την προσφορά η οποία ήταν επίδικη στην Προσφυγή Αρ. 1788/2019 και στην επακόλουθη Έφεση Αρ. 76/2020, και αφετέρου, ίσχυε ο όρος 8.3.2.1 για την κατακύρωση αμφότερων των συμβάσεων στο πλαίσιο του διαγωνισμού 1/2019.
Συγκεκριμένα, ως διασαφηνίστηκε στην Έφεση Αρ. 76/2020 (η οποία αφορούσε μιαν εκ των συμβάσεων του διαγωνισμού 1/2019 και δη τη σύμβαση για την Αμμόχωστο) ο όρος 8.3.2.1. απαιτεί όπως η προσφορά του προσφοροδότη συνοδεύεται από Σχέδιο Μετάβασης και Υλοποίησης (εφεξής «το Σχέδιο») το οποίο να έχει συνταχθεί από έμπειρο ελεγκτικό οίκο. Με επιστολή ημερ. 7.4.2020 προς το Υπουργείο Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων, η οποία στάληκε εκ μέρους της Εφεσείουσας, διασαφηνίζεται ότι συγκεκριμένη ισπανική εταιρεία (Ιnin) συνέταξε το Σχέδιο το οποίο συνοδεύει την προσφορά της Εφεσείουσας τόσο για τη σύμβαση «Ε» της Αμμοχώστου όσο και για την σύμβαση «F» η οποία αφορούσε τις υπεραστικές συγκοινωνίες και η οποία είναι η επίδικη ενώπιόν μας.
Το ότι η Inin συνέταξε το Σχέδιο το οποίο συνοδεύει την ενώπιόν μας επίδικη προσφορά της Εφεσείουσας ήταν παραδεκτό γεγονός και από την Εφεσείουσα, στο πλαίσιο της ενώπιόν μας ακρόασης.
Στην Έφεση Αρ. 76/2020, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι το Σχέδιο το οποίο αφορούσε την εκεί προσφορά της Εφεσείουσας δεν πληρούσε τον όρο 8.3.2.1., μεταξύ άλλων επειδή η Inin δεν συνιστά ελεγκτικό οίκο αλλά μελετητές/συμβούλους (consulting firm).
Δεδομένου ότι ο όρος 8.3.2.1. απαιτεί την εκπόνηση Σχεδίου από έμπειρο ελεγκτικό οίκο, το δεσμευτικό προηγούμενο της Έφεσης Αρ. 76/2020 καταδεικνύει ότι η Inin δεν είναι καν ελεγκτικός οίκος, όπερ σημαίνει ότι παρέλκει η χρεία διερεύνησης για το κατά πόσο ήταν έμπειρος τέτοιος οίκος.
Ως λέχθηκε στην Έφεση Αρ. 76/2020, η οποία -για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης- δεν συνιστά δεδικασμένο αλλά συνιστά δικαστικό προηγούμενο (δεσμευτικό για το Διοικητικό Εφετείο), ο όρος 8.3.2.1 συνιστά κατ’ ουσία διάταξη νόμου δεσμεύουσα τόσο τη Διοίκηση όσο και τους διαγωνιζόμενους.
Συνάγεται ότι προέχει η τήρηση της Αρχής της Νομιμότητας η οποία δικαιολογεί τόσο την ενασχόληση της Διοίκησης με το κατά πόσο η προσφορά της Εφεσείουσας ήταν συμβατή με τον όρο 8.3.2.1 (αυτό δικαιολογείται και από το δεδικασμένο το οποίο απορρέει από την Προσφυγή Αρ. 892/2020) όσο και τη διοικητική κρίση για το ότι η προσφορά της Εφεσείουσας δεν ήταν συμβατή με αυτό τον όρο.
Η μη τήρηση της Αρχής της Νομιμότητας και, κατά προέκταση, του όρου 8.3.2.1, δεν επιτρέπεται με δικαιολογία την αρχή της μη αντιφατικής συμπεριφοράς (ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ (2011) 3 Α.Α.Δ. 461· Αχιλλέως κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2014) 3 Α.Α.Δ. 32· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 32/2021 STAROIL LTD κ.ά. ν. Δημοκρατίας, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 18.3.2026).
Άρα, είναι άνευ σημασίας το επιχείρημα της Εφεσείουσας πως άλλες πανομοιότυπες προσφορές της για την κατακύρωση άλλων συμβάσεων στο πλαίσιο του διαγωνισμού 1/2019 κρίθηκαν από τη Διοίκηση ως συμβατές με τον όρο 8.3.2.1.
Η άνωθεν διοικητική κρίση, εφόσον δεν προσβλήθηκε δικαστικά ή δεν ανακλήθηκε από την ίδια τη Διοίκηση ως παράνομη, καλύπτεται μεν από το μαχητό τεκμήριο νομιμότητας αλλά δεν καθιστά αφ’ εαυτής παράνομη (για τους λόγους που επεξηγήθηκαν) την περί αντιθέτου διοικητική κρίση στην παρούσα υπόθεση.
Ως λέχθηκε στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 68/2021 Χριστοδούλου ν. Κεντρικής Επιτροπής Παραλιών, απόφαση Εφετείου ημερ. 30.4.2025, η παράβαση όρου του δημόσιου διαγωνισμού δεν επιτρέπεται επειδή η Διοίκηση την αποδέχτηκε σε άλλον δημόσιο διαγωνισμό.
Πέμπτος και Έβδομος Λόγος Έφεσης:
Κατά τον πέμπτο λόγο έφεσης-
(α) το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι, σε σχέση «με τους δύο εναπομείναντες λόγους ακύρωσής που προβάλλουν οι αιτητές και αφορούν στην επαρχία Πάφου (και Λεμεσού) και το κατά πόσο το ενδιαφερόμενο μέρος πληρούσε ή μη ουσιώδεις όρους, ο πρώτος δεν σχετίζεται με την υπό κρίση προσβαλλόμενη απόφαση και ο δεύτερος προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον και αλυσιτελώς δεδομένου ότι η εξέτασή του δεν θα ωφελούσε με οποιονδήποτε τρόπο τους αιτητές οι οποίοι εν πάση περιπτώσει δεν συμμορφώθηκαν με ουσιώδεις όρους», είναι εσφαλμένο και/ή επιδερμικό και/ή αναιτιολόγητο·
(β) η απουσία αιτιολογίας της δικαστικής κρίσης για απόρριψη των οικείων λόγων ακύρωσης, ισοδυναμεί με παραβίαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος και του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, η δε πρωτόδικη απόφαση με τη λακωνικότητά της ουσιαστικά καταλήγει σε άρνηση δικαιοσύνης και σε αυθαίρετη απόρριψη της πρωτόδικης αίτησης ακύρωσης της Εφεσείουσας.
Με τον έβδομο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παραβίασε το δικαίωμά της για δίκαιη δίκη, επειδή παρέλειψε να εξετάσει λόγους ακύρωσης τους οποίους αυτή προέβαλε ενωπιόν του και κατέληξε σε απορριπτική της Προσφυγής Αρ. 1117/2021 απόφαση η οποία είναι αναιτιολόγητη.
Ο πέμπτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Η Εφεσείουσα διατείνεται ότι, για δύο άλλες από τις έξι συμβάσεις του διαγωνισμού 1/2019, ο δημόσιος διαγωνισμός επαναπροκηρύχθηκε με αναδιατυπωμένο τον επίμαχο όρο 8.3.2.1. Συγκεκριμένα, ενώ κατά την αρχική διατύπωση του όρου, το Σχέδιο, το οποίο έπρεπε να αποτελεί μέρος της προσφοράς της Εφεσείουσας, επιβαλλόταν να είναι συνταγμένο από «έμπειρο ελεγκτικό οίκο», μετά την αναδιατύπωση του όρου, το Σχέδιο θα έπρεπε να συνταχθεί από ανεξάρτητο (έναντι του προσφοροδότη) πρόσωπο παρέχον επιχειρηματικές συμβουλευτικές υπηρεσίες τα τελευταία πέντε έτη.
Κατά την Εφεσείουσα, η επαναδιατύπωση του όρου διασαφηνίζει το σκοπούμενο νόημα της αρχικής διατύπωσης, καθιστώντας την προσφορά της συμβατή με τον όρο 8.3.2.1.
Με κάθε σεβασμό, κρίνουμε ότι δεν είναι πειστική η άνωθεν επιχειρηματολογία της Εφεσείουσας, για τους εξής λόγους:
Μπορεί ο όρος 8.3.2.1 να αναδιατυπώθηκε για τους σκοπούς άλλων συμβάσεων για τις οποίες προκηρύχθηκε ο διαγωνισμός 1/2019, όχι όμως για τους σκοπούς της επίδικης σύμβασης.
Συνάγεται ότι ο όρος 8.3.2.1 συνέχισε -για τους σκοπούς της επίδικης σύμβασης- να απαιτεί την εκπόνηση του Σχεδίου από «έμπειρο ελεγκτικό οίκο». Η Εφεσείουσα επιχειρηματολόγησε ενώπιον του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου (στο πλαίσιο της Έφεσης Αρ. 76/2020) πως αυτή η διατύπωση περιλαμβάνει πάροχους συμβουλευτικών εταιρειών ή/και μελετητές/συμβούλους.
Πλην όμως, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε αυτή τη θέση, αποδίδοντας στον επίμαχο όρο την γραμματική του ερμηνεία κατά τρόπο ώστε να απαιτείται η σύνταξη του Σχεδίου από Ελεγκτικό Οίκο (και δη έμπειρο) και ουδέναν άλλον.
Το δεσμευτικό δικαστικό προηγούμενο της Έφεσης Αρ. 76/2020 ως προς την ερμηνεία του «έμπειρου ελεγκτικού οίκου» καθιστά αδύνατη την ερμηνεία της αρχικής διατύπωσης του όρου 8.3.2.1 (η οποία είναι εφαρμοστέα για την επίδικη σύμβαση) κατά τρόπο ταυτόσημο με την αναδιατύπωση του όρου η οποία είναι εφαρμοστέα για τους σκοπούς άλλων συμβάσεων του διαγωνισμού 1/2019.
Ως δε υποδείχθηκε ήδη, δεν είναι δυνατό -κατ’ επίκληση της μη αντιφατικής συμπεριφοράς- να μην εφαρμοστεί (ή να αλλοιωθεί ερμηνευτικά, προσθέτουμε) όρος ο οποίος -για τους σκοπούς του επίδικου δημόσιου διαγωνισμού- είναι κανονιστικής φύσης, δηλαδή έχει τον χαρακτήρα νομοθετικής επιταγής.
Είναι δε σημαντικό να σημειωθεί ότι το Σχέδιο, το οποίο η Εφεσείουσα υπέβαλε διά της ενώπιόν μας επίδικης προσφοράς της, εκπονήθηκε δια της εμπλοκής συγκεκριμένης ισπανικής εταιρείας (Inin) η οποία κρίθηκε στην Έφεση Αρ. 76/2020 ότι δεν συνιστά ελεγκτικό οίκο αλλά μελετητές/συμβούλους, με αποτέλεσμα η προσφορά της να μην πληροί τον όρο 8.3.2.1.
Στρεφόμενοι στο κατά πόσο το ΕΜ πληρούσε ή όχι ουσιώδεις όρους του επίδικου δημόσιου διαγωνισμού και στο κατά πόσο είναι ορθή η πρωτόδικη κρίση πως η εξέταση του εν λόγω λόγου ακύρωσης δεν θα ωφελούσε την Εφεσείουσα, παρατηρούμε τα εξής:
Η Εφεσείουσα προβάλλει ότι το εκ του ΕΜ υποβληθέν Σχέδιο, στο πλαίσιο της προσφοράς του, επίσης δεν συντάχθηκε από ανεξάρτητο ελεγκτικό οίκο (σελ. 62 κ.ε. του περιγράμματός της), αυτό δε τον λόγο ακύρωσης τον παρέθεσε στην πρωτόδικη αίτηση ακύρωσής της και τον ανέπτυξε διά της πρωτόδικης αγόρευσής της (σελ. 58 κ.ε.).
Κατά τη νομολογία, όταν ο αποκλεισμός του προσφεύγοντος από δημόσιο διαγωνισμό είναι νόμιμος, η νομιμότητα της κατακύρωσης του διαγωνισμού στο ενδιαφερόμενο μέρος δεν εξετάζεται εκτός για να κριθεί λόγος ακύρωσης περί του ότι και η προσφορά του ενδιαφερόμενου μέρους πάσχει από την ίδια παρανομία για την οποία η Διοίκηση απέκλεισε νόμιμα τον προσφεύγοντα (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 19/17 Δήμος Λευκωσίας ν. ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ CYBARCO LTD – A. ARISTOTELOUS CONSTRUCTIONS LTD, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 31.10.2023· συνεκδικασθείσες Εφέσεις κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 13/2024 και Αρ. 14/2024 i-justice, Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. NEWCYTECH BUSINESS SOLUTIONS LTD, απόφαση Εφετείου ημερ. 18.7.2024).
Συναφώς, η Εφεσείουσα προβάλλει ενώπιόν μας ότι υπάρχει όφελος για αυτήν από την εξέταση τέτοιου λόγου ακύρωσης, ο οποίος αφορά τη φερόμενη μη συμμόρφωση του ΕΜ με ουσιώδη όρο του διαγωνισμού, ήτοι να ακυρωθεί ο διαγωνισμός και να επαναπροκηρυχθεί, ενδεχόμενο που είναι προδήλως προς όφελός της.
Κρίνουμε ότι είναι σχετική η Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 12/20 ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (Ο.Σ.Ε.Λ.) ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Δημοκρατίας, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 14.4.2025 η οποία φαίνεται να αφορά τον ίδιο δημόσιο διαγωνισμό 1/2019 αλλά σύμβαση άλλη από την επίδικη η οποία κατακυρώθηκε στην ενώπιόν μας Εφεσείουσα. Όταν ο εκεί προσφεύγων/εφεσείων προέβαλε ότι η προσφορά της ενώπιόν μας Εφεσείουσας παρέβη ουσιώδη όρο του διαγωνισμού, η Διοίκηση και η ενώπιόν μας Εφεσείουσα προώθησαν τη θέση (η οποία υιοθετήθηκε πρωτόδικα και κατ’ έφεση) ότι ο προσφεύγων/εφεσείων στερείται εννόμου συμφέροντος να προβάλει τον συγκεκριμένο λόγο ακύρωσης διότι και η δική του προσφορά δεν πληροί τον συγκεκριμένο ουσιώδη όρο, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον νυν επίδικο (ήτοι, τον όρο 8.3.2.1 ο οποίος απαιτεί πως το Σχέδιο συντάσσεται από ελεγκτικό οίκο). Ως αποφάνθηκε συγκεκριμένα το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο:
«Συνεπώς, ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο οδηγήθηκε στη διαπίστωση έλλειψης εννόμου συμφέροντος, αφού εάν γινόταν δεκτός θα οδηγούσε στην απόρριψη και της προσφοράς των Εφεσειόντων και δεν θα ήταν ωφέλιμος γι’ αυτούς (Βλ. Δημοκρατία ν. Χριστάκης Αγαθαγγέλου Λτδ (2006) 3 Α.Α.Δ. 17 και Δημοκρατία ν. Είκοσι κ.α., Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 218/19, ημερ. 15.11.24).
Δεδομένης της ταυτοσημίας του επίδικου ουσιώδους όρου στην ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (Ο.Σ.Ε.Λ.) ν. Δημοκρατίας ανωτέρω και στην ενώπιόν μας υπόθεση, κρίνουμε ότι η πρώτη υπόθεση συνιστά δεσμευτικό για εμάς δικαστικό προηγούμενο με βάση το οποίο απορρίπτουμε τον πέμπτο λόγο έφεσης.
Παρατηρούμε δε με ενδιαφέρον ότι η ενώπιόν μας Εφεσείουσα προέβαλε στην ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (Ο.Σ.Ε.Λ.) ν. Δημοκρατίας εκ διαμέτρου αντίθετη θέση (εκεί ήταν Ενδιαφερόμενο Μέρος).
Και δεν συμφωνούμε με τη θέση της Εφεσείουσας ότι η ενώπιόν μας πρωτόδικη κρίση ήταν αναιτιολόγητη σε έκταση που έθιξε το δικαίωμά της για δίκαιη δίκη. Η πρωτόδικη κρίση ήταν λακωνική (ως προς την άνευ έννομου συμφέροντος προβολή λόγου ακύρωσης) ομοιάζουσα προς τούτο με την αντίστοιχη κρίση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (Ο.Σ.Ε.Λ.) ν. Δημοκρατίας ανωτέρω, αλλά σαφής και αιτιολογημένη. Δεδομένου ότι υπάρχει στην εφεσιβαλλόμενη απόφαση τέτοια δικαστική κρίση (και δη αιτιολογημένη, έστω συνοπτικά) εσφαλμένα η Εφεσείουσα παραπονείται για το αντίθετο.
Και ο έβδομος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Καταρχάς, η Εφεσείουσα δεν διευκρινίζει ποιους λόγους ακύρωσης προέβαλε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και δεν εξετάστηκαν, με αποτέλεσμα ο λόγος έφεσης να παραμένει αόριστος, αποτυγχάνοντας έτσι να τον στοιχειοθετήσει.
Ως δε έχει προαναφερθεί, η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν να επικεντρωθεί στον πυρήνα της υπόθεσης που συνίστατο στην ασυμβατότητα της προσφοράς της Εφεσείουσας με ουσιώδη όρο του επίδικου δημόσιου διαγωνισμού (τον όρο 8.3.2.1).
Πράττοντας τούτο, αιτιολόγησε επαρκώς τη διαπίστωσή του για τη ασυμβατότητα της προσφοράς με τον επίδικο όρο, με το να παραπέμψει στα κριθέντα της Προσφυγής Αρ. 1788/2019 (και ορθώς, αφού το επίδικο θέμα ήταν ταυτόσημο) η ορθότητα των οποίων επικυρώθηκε στην Έφεση Αρ. 76/2020 ως προαναφέρθηκε.
Η δε θέση της Εφεσείουσας πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν αμερόληπτο έναντί της επειδή δεν αυτοεξαιρέθηκε από την εκδίκαση της υπόθεσης έχει ήδη κριθεί απορριπτέα στο πλαίσιο προηγηθέντος λόγου έφεσης.
Έκτος Λόγος Έφεσης:
H Εφεσείουσα προβάλλει ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προχώρησε να εξετάσει, ενώ προηγείτο μάλιστα άλλων λόγων ακύρωσης τους οποίους εξέτασε, τον λόγο ακύρωσης που αφορούσε (α) την εσφαλμένη αιτιολογία της μειοψηφίας της Επιτροπής Αξιολόγησης και κύρια (β) την αναιτιολόγητη απόφαση του Γενικού Διευθυντή, ο οποίος υιοθέτησε σχεδόν μονολεκτικά την απόφαση της μειοψηφίας της Επιτροπής Αξιολόγησης, ενώ όφειλε να τεκμηριώσει την θέση του εφόσον ήταν αντίθετη από αυτή της πλειοψηφίας της Επιτροπής Αξιολόγησης.
Πρόσθετα, ότι η πρωτόδικη απόφαση πάσχει και πρέπει να ακυρωθεί και για τον λόγο ότι δεν εξετάστηκε η θέση της Εφεσείουσας πως η απόφαση του Συμβουλίου Προσφορών ήταν αναιτιολόγητη και αντιφατική, σε παράβαση του δικαιώματος της Εφεσείουσας για δίκαιη δίκη.
Για να γίνει κατανοητός ο έκτος λόγος έφεσης διευκρινίζονται ακολούθως τα συναφή εκ των επίδικων γεγονότων:
Στο πλαίσιο της δεύτερης επανεξέτασης η οποία ακολούθησε το ακυρωτικό αποτέλεσμα της Προσφυγής Αρ. 892/2020, η Επιτροπή Αξιολόγησης εισηγήθηκε (κατά πλειοψηφία) στο Συμβούλιο Προσφορών την κατακύρωση του επίδικου δημόσιου διαγωνισμού στην Εφεσείουσα. Η εισηγητική έκθεση Ιουλίου του 2021 υποβλήθηκε στο Συμβούλιο Προσφορών μέσω του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων (εφεξής «ο Γενικός Διευθυντής») ο οποίος -ως Προϊστάμενος της Αναθέτουσας Αρχής- τοποθετήθηκε επί του θέματος προκρίνοντας ως ορθότερη τη θέση της μειοψηφίας.
Κατά τη συνεδρία του ημερ. 9.9.2021, το Συμβούλιο Προσφορών ομογνώμησε με τη μειοψηφική απόφαση της Επιτροπής και του Γενικού Διευθυντή, κατακυρώνοντας τον επίδικο δημόσιο διαγωνισμό στο ΕΜ αντί στην Εφεσείουσα.
Ο έκτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Καταρχάς, η Εφεσείουσα καταφέρεται κατά της μειοψηφικής θέσης της Επιτροπής Αξιολόγησης (ήτοι, αυτής του μέλους [Γ.Ν.]) προφανώς διότι ο Γενικός Διευθυντής και το Συμβούλιο Προσφορών ομογνώμησαν με τη θέση της μειοψηφίας.
Με αυτόν τον τρόπο, παραγνωρίζει η Εφεσείουσα ότι και έτερο μέλος της Επιτροπής Αξιολόγησης (ήτοι, ο [Α.Σ.]) αποφάνθηκε ότι στο πλαίσιο της δεύτερης επανεξέτασης χωρούσε επαναξιολόγηση της συμβατότητας των Σχεδίων, τα οποία είχαν υποβάλει η Εφεσείουσα και το ΕΜ, με τον επίδικο όρο 8.3.2.1. Η διαφορά στην τοποθέτηση του μέλους [Α.Σ.] και του μέλους [Γ.Ν.] είναι ότι ο πρώτος έκρινε τα Σχέδια της Εφεσείουσας και του ΕΜ ως συμβατά με τον επίδικο όρο, ενώ ο [Γ.Ν.] έκρινε ως συμβατό το Σχέδιο του ΕΜ αλλά όχι αυτό της Εφεσείουσας.
Ως προς το νόμιμο της επαναξιολόγησης, λοιπόν, της συμβατότητας του Σχεδίου της Εφεσείουσας με τον επίδικο όρο 8.3.2.1, συντάσσεται και έτερο μέλος της Επιτροπής Αξιολόγησης, γεγονός που καταδεικνύει το ανυπόστατο της θέσης της Εφεσείουσας πως ο Α.Σ. αποφάνθηκε ότι η προρρηθείσα επαναξιολόγηση δεν μπορούσε να λάβει χώρα (σελ. 24 πρωτόδικης αγόρευσης της Εφεσείουσας και σελ. 40 του ενώπιόν μας περιγράμματός της).
Η Εφεσείουσα καταλήγει (αδόκιμα) να επιδοκιμάζει και αποδοκιμάζει παράλληλα ως προς τούτο, διότι προβάλλει (σελ. 43-44 και 105-111 περιγράμματός της) ως νόμιμο το σκεπτικό του μέλους [Α.Σ.] που το οδήγησε στο συμπέρασμα πως το Σχέδιο της πληρούσε τον επίδικο όρο 8.3.2.1, παραγνωρίζοντας πως αυτό το συμπέρασμα είναι προϊόν της πρότερης κρίσης του [Α.Σ.] πως είναι δόκιμο να επαναξιολογήσει το θέμα στο πλαίσιο της δεύτερης επανεξέτασης.
Το δε πιο σημαντικό (ως προς το νόμιμο της επαναξιολόγησης της συμβατότητας του Σχεδίου της Εφεσείουσας με τον επίδικο όρο 8.3.2.1) είναι η δικαστική κρίση επί της Προσφυγής Αρ. 892/2020 (εκ της οποίας απορρέει δεδικασμένο για τον σκοπό εξέτασης της παρούσας υπόθεσης), κατά την οποία ήταν νόμιμη αυτή η επαναξιολόγηση, κατ’ ακολουθίαν των κριθέντων στην Προσφυγή Αρ. 1788/2019 (ως ορθά έκρινε και το πρωτόδικο Δικαστήριο).
Προχωρώντας στην εξέταση του νόμιμου του αποτελέσματος αυτής της επαναξιολόγησης, που συνίστατο στην απόρριψη της προσφοράς της Εφεσείουσας λόγω ασυμβατότητας του Σχεδίου της με τον επίδικο όρο 8.2.2.1:
Διαφωνούμε με τη θέση της Εφεσείουσας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει την αιτίαση αυτή για εσφαλμένη αιτιολογία της μειοψηφικής θέσης της Επιτροπής Αξιολόγησης και για το αναιτιολόγητο της απόφασης του Γενικού Διευθυντή να συνταχθεί με αυτήν.
Αυτό, διότι το Διοικητικό Εφετείο επισκοπεί την εφεσιβαλλόμενη απόφαση σφαιρικά και όχι αποσπασματικά (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 97/2024 Δημοκρατία ν. C.A., απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερ. 10.9.2025). Εν προκειμένω, η εφεσιβαλλόμενη απόφαση (σελ.3) αναφέρεται ρητά στα κατ’ ισχυρισμόν μεμπτά της μειοψηφικής θέσης της Επιτροπής Αξιολόγησης και αυτής του Γενικού Διευθυντή.
Όταν, λοιπόν, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε ως νόμιμη την ταυτόσημη κρίση του μειοψηφούντος μέλους [Γ.Ν.] της Επιτροπής Αξιολόγησης και του Γενικού Διευθυντή υιοθετώντας το σκεπτικό της Προσφυγής Αρ. 1788/2019, εμμέσως πλην σαφώς απάντησε και στις συναφείς αιτιάσεις της Εφεσείουσας ως το πρωτόδικο Δικαστήριο τις κατέγραψε προηγουμένως.
Συμφωνούμε με το πρωτόδικο σκεπτικό, για τους εξής λόγους:
Με γραπτή του τοποθέτηση ημερ. 12.8.2021 επί του πορίσματος της Επιτροπής Αξιολόγησης, ο Γενικός Διευθυντής δήλωσε ότι δεν συμφωνεί με την εισήγησή της (προφανώς, ως διαμορφώθηκε από την τοποθέτηση της πλειοψηφίας, ήτοι των μελών [Α.Σ] και [Β.Ζ.], για κατακύρωση του επίδικου δημόσιου διαγωνισμού στην Εφεσείουσα) προσθέτοντας τα εξής σχόλια:
«Έχω μελετήσει προσεκτικά την Έκθεση αξιολόγησης και τις εκφρασθείσες θέσεις του κάθε μέλους της Επιτροπής και αφού έλαβα υπόψη τις σχετικές αποφάσεις, κρίνω ότι η ορθότερη και πλέον τεκμηριωμένη θέση είναι αυτή του μέλους κ. [Γ. Ν.] με την οποία και συμφωνώ.».
Το άνω σχόλιο αιτιολογεί την κρίση του Γενικού Διευθυντή κατά τρόπο που το νόμιμο της κρίσης του εξαρτάται από το νόμιμο της κρίσης του μειοψηφούντος μέλους [Γ.Ν.].
Συγκεκριμένα, το μέλος της μειοψηφίας [Γ.Ν.] εξέφρασε την άποψη ότι η ισπανική εταιρεία Inin η οποία υπέγραψε το Σχέδιο της Εφεσείουσας δεν είναι ελεγκτικός οίκος, με αποτέλεσμα να μην πληρούται ο επίδικος όρος 8.3.2.1, παραπέμποντας στο σκεπτικό το οποίο ήδη κατέγραψε περί τούτου στο πρακτικό ημερ. 8.7.2020 της Επιτροπής Αξιολόγησης[1].
Η αιτιολογία του σκεπτικού του μέλους [Γ.Ν.] παρατίθεται και στην έκθεση της Επιτροπής Αξιολόγησης του Σεπτεμβρίου του 2020 για την εκπόνηση της οποίας έλαβαν χώρα συνεδρίες της Επιτροπής Αξιολόγησης περιλαμβανομένης της προαναφερθείσας ημερ. 8.7.2020.
Σε αυτήν την αιτιολογία επεξηγείται ότι η ισπανική εταιρεία Inin, η οποία εκπόνησε το Σχέδιο της Εφεσείουσας, δεν συνιστά ελεγκτικό οίκο οπότε δεν πληροί τον επίδικο όρο 8.3.2.1, διότι επιστολογραφία της Εφεσείουσας καθιστά παραδεκτό ότι η επίμαχη εταιρεία δεν συνιστά «audit firm» για τους σκοπούς της συναφούς με τους ελεγκτές Οδηγίας 2006/43/ΕΚ[2] και του ημεδαπού περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμου 42(Ι) του 2009, οπότε και δεν μπορεί να λειτουργεί νόμιμα ως ελεγκτικός οίκος. Με άλλα λόγια, το μέλος [Γ.Ν.] υιοθέτησε τη θέση πως αυτό που απαιτεί ο επίδικος όρος 8.3.2.1 είναι την εκπόνηση του απαιτητέου Σχεδίου από (έμπειρο) ελεγκτικό οίκο ο οποίος να πληροί τις προϋποθέσεις για να θεωρείται κατά νόμον ως ελεγκτικός οίκος.
Κρίνουμε ότι η (διά της παραπομπής) αιτιολογία της θέσης του μέλους [Γ.Ν.] είναι επαρκής, καθιστώντας δεόντως αιτιολογημένη την απόφαση του Γενικού Διευθυντή να υιοθετήσει αυτή τη θέση. Παρότι, κατά τον χρόνο που το μέλος [Γ.Ν.] εξέφρασε την άνω άποψη (ήτοι, τον Σεπτέμβρη του 2020), ο Νόμος 42(Ι) του 2009 και οι τροποποιητικοί αυτού νόμοι είχαν ήδη αντικατασταθεί -ως εναρμονιστικοί με την Οδηγία 2006/43/ΕΚ- από τον περί Ελεγκτών Νόμο 53(Ι) του 2017, θεωρούμε ότι αυτό δεν είναι ουσιώδες σφάλμα το οποίο να επηρεάζει το νόμιμο και την επάρκεια της άνωθεν αιτιολογίας.
Ως προς δε το εύλογο και βάσιμο αυτής της θέσης, δεν έχουμε παρά να παραπέμψουμε στην ομόγνωμη κρίση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο της Έφεσης Αρ. 76/2020 η οποία επικυρώνει αυτή τη θέση.
Να σημειωθεί ότι -με το άνωθεν σκεπτικό του- το μέλος της Επιτροπής Αξιολόγησης [Γ.Ν.] εξέφρασε τη θέση ότι το Σχέδιο της Εφεσείουσας δεν πληροί τον επίδικο όρο 8.3.2.1, όχι μόνο για τους σκοπούς της ενώπιόν μας επίδικης σύμβασης «F»/Υπεραστική, αλλά και για τους σκοπούς της σύμβασης «Ε»/Αμμοχώστου η οποία ήταν η επίδικη στην Έφεση Αρ. 76/2020.
Με το να τοποθετηθεί το πρωτόδικο Δικαστήριο γενικά επί του θέματος (κρίνοντας το θέμα με τον ίδιο τρόπο όπως και εμείς) ουσιαστικά κάλυψε και τις αιτιάσεις της Εφεσείουσας για τις διαδικαστικές πλημμέλειες τις οποίες προβάλλει με τον έκτο λόγο έφεσης.
Πόσω μάλλον που το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρεται συγκεκριμένα (σελ. 18 εφεσιβαλλόμενης απόφασης) -προς επεξήγηση της κρίσης του- στα πεπραγμένα της Επιτροπής Αξιολόγησης, απορρίπτοντας στην ουσία τις συναφείς αιτιάσεις της Εφεσείουσας.
Συνάγεται ότι εσφαλμένα ο έκτος λόγος έφεσης αιτιάται το πρωτόδικο Δικαστήριο για έλλειψη κρίσης ενώ αυτή υπάρχει (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 83/2022 Σκυλλουριώτης ν. Διευθυντή Αδειοδότησης της Ανάπτυξης του Επαρχιακού Οργανισμού Αυτοδιοίκησης Λευκωσίας, απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερ. 23.6.2026).
Όγδοος Λόγος Έφεσης:
Με τον όγδοο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα προβάλλει ότι η εκ του πρωτόδικου Δικαστηρίου απόρριψη της Προσφυγής Αρ. 1117/2021 συνεπάγεται παράβαση του εκ του Άρθρου 23 του Συντάγματος δικαιώματος ιδιοκτησίας το οποίο απολαύει λόγω της επαγγελματικής και οικονομικής ζημιάς που συνεπάγεται για αυτήν η απώλεια της επίδικης σύμβασης.
Ο όγδοος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Ως έχει ήδη διαπιστωθεί, νόμιμα η Διοίκηση έκρινε -κατά την κατακύρωση της επίδικης προσφοράς στο ΕΜ- ότι η προσφορά της Εφεσείουσας ήταν ασύμβατη με ουσιώδη όρο του επίδικου δημόσιου διαγωνισμού (τον όρο 8.3.2.1).
Συνεπώς η απόρριψη της Προσφυγής Αρ. 1117/2021 ήταν ορθή. Ακολούθως, το ίδιο ισχύει και για το αιτιατό των επιπτώσεων αυτής της απόρριψης.
Αλυσιτελώς δε η Εφεσείουσα προβάλλει ότι η απόρριψη της Προσφυγής Αρ. 1117/2021 συνεπάγεται κόστος και για τη Διοίκηση, υπό την έννοια ότι η αποδεχόμενη προσφορά του ΕΜ ήταν ακριβότερη, διότι δεν νοείται η εκ της Διοίκησης αποδοχή φθηνότερης προσφοράς που είναι όμως ασύμβατη με ουσιώδους όρους του επίδικου δημόσιου διαγωνισμού. Αν η Διοίκηση επιθυμούσε να έχει περιθώριο φθηνότερης προσφοράς η οποία δεν πληροί τον όρο 8.3.2.1, μπορούσε να μην τον περιλάβει στους ουσιώδους όρους του επίδικου δημόσιου διαγωνισμού.
Τέλος, το εκ της Εφεσείουσας επαναφερόμενο θέμα του, περί του ότι και η προσφορά του ΕΜ είναι παράτυπη διότι και εκείνη δεν πληροί τον επίδικο όρο 8.3.2.1 έχει ήδη κριθεί στο πλαίσιο προγενέστερου λόγου έφεσης κατά τρόπο απορριπτικό.
Καταληκτική κρίση του Δικαστηρίου:
Η έφεση απορρίπτεται.
Επικυρώνεται η νομιμότητα της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης και η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης ημερ. 2.3.2022 επί της Προσφυγής Αρ. 1117/2021.
Επιδικάζεται το ποσό των 3000 ευρώ, ως κατ’ έφεση έξοδα, υπέρ της Εφεσίβλητης και κατά της Εφεσείουσας.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
[1] Οι διοικητικοί φακέλοι παραθέτουν την πρόσκληση των μελών της για τη συνεδρία της 8.7.2020 παρότι δεν εντοπίζεται το σχετικό πρακτικό
[2] Πρόκειται για την Οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετησίων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου (Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 157, 9.6.2006, σ.87) ως τροποποιήθηκε.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο