ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 72/2024)
30 Σεπτεμβρίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, ΜΙΧΑΗΛ-ΓΑΛΑΝΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
M. C. O.
Εφεσείων,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ
Εφεσίβλητης,
--------------------
Π. Πιερίδης, για ΠΙΕΡΙΔΗΣ & ΠΙΕΡΙΔΗΣ, για Εφεσείοντα.
Κ. Μιχαηλίδου (κα), για ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ & ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε., για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Δικαστή Δ. Λυσάνδρου.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.: Ο (εκ Νιγηρίας) Εφεσείων υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας η οποία απορρίφθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου.
Ο Εφεσείων προσέβαλε την απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου διά της Προσφυγής Αρ. 1105/2023 την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε (διά της εφεσιβαλλόμενης απόφασής του ημερ. 14.6.2024), ομογνωμόντας με την Υπηρεσία Ασύλου πως ο Εφεσείων δεν χρήζει καμίας εκ των δύο πτυχών διεθνούς προστασίας, ήτοι ούτε ασύλου βάσει των κριτηρίων του Άρθρου 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (εφεξής «οι περί Προσφύγων Νόμοι») ούτε συμπληρωματική προστασία βάσει των κριτηρίων του Άρθρου 19 των ίδιων Νόμων.
Ο Εφεσείων βάλλει κατά της εφεσιβαλλόμενης απόφασης διά των ακόλουθων λόγων έφεσης:
Πρώτος Λόγος Έφεσης:
Κατά τον πρώτο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εκτιμήσει ορθά τα ενώπιόν του στοιχεία και κατέληξε σε λανθασμένα συμπεράσματα, η δε εφεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας που αποτελεί λόγο ανατροπής της. Αυτό, διότι-
(α) εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ότι ο Εφεσείων ήταν αξιόπιστος·
(β) το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε ότι ο Εφεσείων εδικαιούτο το ευεργέτημα της αμφιβολίας·
(γ) το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι ο Εφεσείων δεν τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια και συνοχή (σελ. 8 εφεσιβαλλόμενης απόφασης)·
(δ) το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε λανθασμένα τη νομολογία και έκρινε τον Εφεσείοντα αναξιόπιστο στη βάση του ότι οι απαντήσεις του δεν περιείχαν το προσωπικό βιωματικό στοιχείο (σελ. 8 εφεσιβαλλόμενης απόφασης).
Ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Καταρχάς, είναι δικονομικά απαράδεκτη η αιτίαση του λόγου έφεσης, περί του ότι η εφεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη, καθότι ουδεμία εξήγηση παρατίθεται στην αιτιολογία του λόγου έφεσης που να υποστηρίζει αυτή την αιτίαση (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2024 Κ.Ε. ν. Δημοκρατίας, απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερ. 11.2.2026).
Εν πάση όμως περιπτώσει και εν παρόδω, κρίνουμε την εφεσιβαλλόμενη απόφαση επαρκώς αιτιολογημένη. Συγκεκριμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, διενεργώντας έλεγχο ορθότητας, έκρινε-
(α) πως ο Εφεσείων δεν έχρηζε ασύλου καθότι έκρινε αβάσιμο τον φόβο δίωξης τον οποίο προέβαλε (απόπειρα φόνου σε βάρος του), διότι, αφενός, έκρινε τον Εφεσείοντα αναξιόπιστο ως προς το αληθές του ισχυρισμού του και, αφετέρου, δεν φαίνεται να αναζήτησε προστασία από τις αρχές της χώρας καταγωγής του·
(β) πως ο Εφεσείων δεν έχρηζε συμπληρωματικής προστασίας, διότι, αφενός, επικαιροποιημένη δικαστική έρευνα κατέδειξε ότι (στην πολιτεία τελευταίας διαμονής του Εφεσείοντα στη χώρα καταγωγής του) δεν υφίσταντο συνθήκες αδιάκριτης βίας ώστε ο Εφεσείων να τεθεί σε κίνδυνο απλά και μόνο λόγω της επιστροφής του εκεί και, αφετέρου, ο Υπουργός Εσωτερικών χαρακτήρισε την Νιγηρία ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας διά της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης 191/2024.
Τα άνωθεν πρωτόδικα ευρήματα όχι μόνο καθιστούν την εφεσιβαλλόμενη απόφαση επαρκώς αιτιολογημένη αλλά καταρρίπτουν και το λοιπό σκέλος του πρώτου λόγου έφεσης το οποίο ψέγει την πρωτόδικη κρίση ως εσφαλμένη.
Συγκεκριμένα, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κινήθηκε εντός του εύρους της δικαιοδοσίας του (η οποία προεκτείνεται σε έλεγχο ορθότητας) με το να μην πιστέψει την εξιστόρηση με την οποία ο Εφεσείων επιχείρησε να στοιχειοθετήσει φόβο δίωξης. Και, αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον Εφεσείοντα ως αναξιόπιστο, ευλόγως δεν τον πίστωσε με το ευεργέτημα της αμφιβολίας, το οποίο προϋποθέτει την αξιολόγηση του αιτητή διεθνούς προστασίας ως αξιόπιστου (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 119/2024 J.M. ν. Δημοκρατίας, απόφαση Διοικητικού Εφετείου, ημερ. 16.7.2026).
Το γενικόλογο περίγραμμα του Εφεσείοντα ουδέν συγκεκριμένο προβάλλει το οποίο να δύναται εύλογα να θέσει εν αμφιβόλω την πρωτόδικη κρίση, ώστε να δικαιολογείται ο από πλευράς μας παραμερισμός της. Το Διοικητικό Εφετείο, αφενός, δεν συνιστά δικαστήριο ελέγχου ορθότητας ώστε να υποκαταστήσει την πρωτόδικη κρίση με τη δική του (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 71/2024 Μ.Ν.Κ. ν. Δημοκρατίας, απόφαση Διοικητικού Εφετείου ημερ. 1.7.2026) και, αφετέρου, (σε σχέση με τον έλεγχο νομιμότητας τον οποίο διενεργεί) εναποθέτει στον Εφεσείοντα το βάρος να αποδείξει τον λόγο έφεσής του (Μ.Ν.Κ. ν. Δημοκρατία, ανωτέρω), βάρος το οποίο κρίνουμε ότι ο Εφεσείων δεν απέσεισε εν προκειμένω.
Περαιτέρω λεπτομέρειες προς τούτο καταγράφονται πιο κάτω, στο πλαίσιο εξέτασης του δεύτερου λόγου έφεσης.
Δεύτερος Λόγος Έφεσης:
Κατά τον δεύτερο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε ότι έγινε επαρκής και/ή δέουσα έρευνα από τους Καθ’ων η αίτηση/Εφεσίβλητους. Αυτό διότι-
(α) ο Εφεσείων απάντησε όλες τις ερωτήσεις που τέθηκαν σε αυτόν·
(β) ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου είναι υποχρεωμένος κατά τη συνέντευξη να κατευθύνει ορθά τον αιτητή διεθνούς προστασίας ώστε να αντλήσει από αυτόν όλες τις πληροφορίες που χρειάζονται ώστε να εξετάσει την αίτησή του·
(γ) ο λειτουργός δεν προέβηκε σε ανάλυση/αξιολόγηση των ισχυρισμών του Εφεσείοντα ως προς την εξωτερική τους αξιοπιστία, ούτε προέβηκε σε σχετική αξιολόγηση κινδύνου με βάση τα όσα είχε κάνει αποδεκτά στην εισήγησή του·
(δ) πληθώρα εξωτερικών πηγών πιστοποιούν τα λεγόμενα του Εφεσείοντα, και την αδιάκριτη βία στον τόπο καταγωγής του.
Ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται, για τους εξής λόγους:
Άπαξ το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε έλεγχο ορθότητας, είναι αλυσιτελής λόγος έφεσης ο οποίος αφορά φερόμενες διαδικαστικές πλημμέλειες ως προς την έρευνα ή τη συνέντευξη. Η έγερση τέτοιων διαδικαστικών πλημμελειών ενώπιόν μας θα είχε νόημα αν επηρέαζαν την ορθότητα του πρωτόδικου σκεπτικού, υπό την έννοια ότι το τελευταίο βασίστηκε και υιοθέτησε σκεπτικό της Υπηρεσίας Ασύλου το οποίο είναι προϊόν διαδικαστικής πλημμέλειας (Μ.Ν.Κ. ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω).
Κρίνουμε ότι ο Εφεσείων δεν αποδεικνύει κάτι τέτοιο -ως οφείλει- λόγω της γενικολογίας με την οποία εμφωρείται το ενώπιόν μας περίγραμμά του. Ουδέν συγκεκριμένο ο Εφεσείων υποδεικνύει (με δικονομικά επιτρεπτό τρόπο) που θα έπρεπε να λάβει χώρα, ώστε να τεκμηριώσει επαρκώς τη φερόμενη παράλειψη (αρχικά) της Υπηρεσίας Ασύλου και (κατόπιν) του πρωτόδικου Δικαστηρίου να διεξάγει επαρκή έρευνα στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας του Εφεσείοντα.
Αυτή η παράλειψη του Εφεσείοντα καθιστά αβάσιμο τον δεύτερο λόγο έφεσης, διότι προσκρούει στη νομολογία κατά την οποία η αιτίαση περί ανεπαρκούς έρευνας δέον να υποδεικνύει τι θα έπρεπε να διενεργηθεί το οποίο δεν διενεργήθηκε (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 61/2022 Nyemb ν. Δημοκρατία, απόφαση Εφετείου ημερ. 30.10.2024).
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα προέβαλε προφορικώς ενώπιόν μας ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου δεν υπέβαλε επαρκείς ερωτήσεις στον Εφεσείοντα κατά τη συνέντευξη, σχετικά με τον τραυματισμό του συνεπεία της φερόμενης απόπειρας πόνου.
Η συγκεκριμένη αιτίαση, όμως, δεν τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, συνεπώς, δεν δύναται να απασχολήσει το Διοικητικό Εφετείο κατ’ έφεση (βλ. Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 165/2021 Μ.Α. & C.A. ENTERTAINMENT LIMITED v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, απόφαση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ημερ. 26.5.2026).
Τηρουμένων των πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι η Διοίκηση προέβη σε δέουσα έρευνα υποβάλλοντας στον Εφεσείοντα ανοικτού και κλειστού κύκλου ερωτήσεις και καταγράφοντας τις απαντήσεις του Εφεσείοντα. Όπως επίσης ορθά επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, σύμφωνα με το Άρθρο 18(5) των περί Προσφύγων Νόμων, είναι ο αιτητής διεθνούς προστασίας που φέρει το βάρος της τεκμηρίωσης της αίτησής του.
Ακόμα και αν όντως η περί απόπειρας φόνου εξιστόρηση του Εφεσείοντα έπρεπε να γίνει πιστευτή (για παράδειγμα μέσω της εξακρίβωσης σωματικών τραυμάτων που τείνουν προς επαλήθευση τέτοιου ισχυρισμού), ο Εφεσείων ουδεμία εξήγηση έδωσε, είτε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου είτε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς τον λόγο για τον οποίο αναζήτησε προστασία στην Κύπρο αντί από τις αρχές της χώρας καταγωγής του.
Παραπέμπουμε προς τούτο, στον περί φόβου δίωξης κριτήριο του Άρθρου 3 των περί Προσφύγων Νόμων το οποίο, σε συγκερασμό με τα Άρθρα 3Α και 3Β των ίδιων Νόμων, υπονοεί ότι φόβος δίωξης δικαιολογεί την παροχή ασύλου αν ο αιτητής δεν απολαύει αποτελεσματικής προστασίας στη χώρα του.
Εξ ου και -κατά τη νομολογία (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 5/2019 Μ.Μ.R. ν. Δημοκρατίας, απόφαση Εφετείου ημερ. 4.10.2023)- βαίνει εναντίον του αιτητή διεθνούς προστασίας η από πλευράς του απουσία ένδειξης ως προς το γιατί δεν μπορεί στη χώρα προέλευσής του να τύχει επαρκούς προστασίας έναντι ιδιωτών οι οποίοι φέρονται να τον διώκουν. Ακόμα και αν οι αδυναμίες που χαρακτηρίζουν την προώθηση της αίτησής του για διεθνή προστασία δικαιολογούνταν στο στάδιο της Υπηρεσίας Ασύλου όπου ο Εφεσείων εκπροσωπούσε εαυτόν, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα γιατί αυτές οι αδυναμίες δεν θεραπεύτηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου όπου ο Εφεσείων εκπροσωπείτο και συνεπικουρείτο από δικηγόρο.
Τυχόν εκ μέρους μας αποδοχή της αιτίασης του Εφεσείοντα θα σήμαινε ότι τα εν Νιγηρία θύματα ποινικά κολάσιμων πράξεων που διακυβεύουν τη ζωή ή τη σωματική τους ακεραιότητα νομιμοποιούνται να μετοικήσουν στη Δημοκρατία αντί να ζητούν προστασία από νιγηριανές αρχές.
Περαιτέρω, ο Εφεσείων ισχυρίζεται (στο πλαίσιο της αιτιολογίας του δεύτερου λόγου έφεσης) πως «πληθώρα εξωτερικών πηγών» πιστοποιούν τα λεγόμενά του και την αδιάκριτη βία στον τόπο καταγωγής του, χωρίς όμως το περίγραμμα να παραπέμπει σε τέτοιες πηγές με αποτέλεσμα να μην τίθεται εν αμφιβόλω (ώστε να δικαιολογείται η επέμβασή μας) η πρωτόδικη κρίση.
Τρίτος Λόγος Έφεσης:
Κατά τον τρίτο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι ο Εφεσείων δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης και ότι η περίπτωσή του δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για χορήγηση σε αυτόν του καθεστώτος του πρόσφυγα βάσει του Άρθρου 3 των περί Προσφύγων Νόμων και/ή το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας βάσει του Άρθρου 19 των εν λόγω Νόμων. Αυτό, διότι-
(α) το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε και/ή παραγκώνισε τον ισχυρισμό του Εφεσείοντα περί κινδύνου της ζωής του και ατομικής του δίωξης· η προσβαλλόμενη απόφαση υπόκειται σε ακύρωση ενόψει της μη εξακρίβωσης των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων, αφού δεν έγινε η δέουσα έρευνα από την Υπηρεσία Ασύλου και ούτε ζητήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο η εξακρίβωση ή μη των ισχυρισμών του Εφεσείοντα·
(β) εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ότι ο Εφεσείων κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή και ατομική δίωξη λόγω του ψηλού επιπέδου αδιάκριτης βίας στο Λάγος βάσει του Άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. (σελ. 12 εφεσιβαλλόμενης απόφασης).
Κρίνουμε ότι τα από πλευράς μας προηγηθέντα στο πλαίσιο προηγούμενων λόγων έφεσης καταδεικνύουν ως αβάσιμο και απορριπτέο τον τρίτο λόγο έφεσης, χωρίς χρεία επανάληψής τους.
Καταληκτική κρίση του Δικαστηρίου:
Η έφεση απορρίπτεται.
Επιδικάζεται το ποσό των 2000 ευρώ, ως κατ’ έφεση έξοδα, υπέρ της Εφεσίβλητης και κατά του Εφεσείοντα.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ – ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
Ε. ΜΙΧΑΗΛ-ΓΑΛΑΝΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο