ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α. v. O. A. M., Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ.73/2025, 25/9/2026
print
Τίτλος:
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ κ.α. v. O. A. M., Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ.73/2025, 25/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ

 

 (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ.73/2025)

 

25 Σεπτεμβρίου, 2026

 

[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ

1.   ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

2.   ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

3.   ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ

                                                                                             Εφεσείουσα,

v.

 

O. A. M.

 

 

                                                                                                         Εφεσίβλητoυ.

--------------------

Ρ. Χαραλάμπους (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσείουσα.

Γ. Βασιλόπουλος, για Γ. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο.

 

                                                    --------------------

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΕYΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, με απόφαση του ημερομηνίας 23/4/2025, έκανε αποδεκτή την Προσφυγή Αρ. 5/2025, η οποία είχε ως αντικείμενο την απόφαση της Εφεσείουσας να εκδώσει στις 27/1/2025 διάταγμα κράτησης εναντίον του Εφεσίβλητου.

 

Τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης συνοψίζονται σε συντομία ως ακολούθως:

 

Ο Eφεσίβλητος, υπήκοος Συρίας, εντοπίστηκε στις 18/11/2024 στις Βρετανικές βάσεις στην Κύπρο.  Στις 19/11/2024 συνελήφθη και μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας και στις 20/11/2024 εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα κράτησης δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 9ΣΤ(2)(ε) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (εφεξής «Ν.6(Ι)/2000»), το οποίο στη συνέχεια ακυρώθηκε.  Στις 9/1/2025 εκδόθηκαν εναντίον του Εφεσίβλητου διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105), τα οποία ακυρώθηκαν στη συνέχεια.  Στις 13/1/2025 εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης, το οποίο στη συνέχεια ακυρώθηκε, και διάταγμα απέλασης το οποίο ανεστάλη επειδή ο Εφεσίβλητος υπέβαλε στις 22/1/2025 αίτηση διεθνούς προστασίας.  Στις 27/1/2025 εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης δυνάμει του Ν.6(Ι)/2000, το οποίο αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο επελήφθη των προβαλλόμενων από τον Εφεσίβλητο λόγων ακύρωσης, απέρριψε καταρχάς την προδικαστική ένσταση που τέθηκε από την Εφεσείουσα περί εκπρόθεσμης καταχώρησης της Προσφυγής και διαπίστωσε ότι από τα ενώπιον του στοιχεία δεν προέκυπτε αυτά να αξιολογήθηκαν ορθά από τη διοίκηση, η οποία δεν προέβη σε εξατομικευμένη εξέταση προτού καταλήξει ότι ο Εφεσίβλητος αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και/ή ασφάλεια της Δημοκρατίας.  Συναφώς έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε χωρίς δέουσα έρευνα των περιστατικών της υπόθεσης και χωρίς να διαφαίνεται ποια ήταν η ακριβής αιτιολογική σκέψη της διοίκησης για την έκδοση του διατάγματος κράτησης.  Διαπίστωσε επίσης, ότι η διοίκηση δεν αξιολόγησε κατά πόσο ήταν εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα εναλλακτικά μέτρα, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας.  Κατέληξε δε ως ακολούθως:

 

«Επομένως, ενόψει της δικαιοδοσίας μου, προς εξέταση τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας του διατάγματος κράτησης, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση, δεν στοιχειοθετούνται οι βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 9 Στ (2) (ε) του Περί Προσφύγων Νόμου, για να μπορούσε να τεκμηριωθεί η κράτηση του αιτητή με οποιοδήποτε τρόπο. Ενόψει τούτου, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει σε οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση, πέραν από το να ακυρώσει το επίδικο διάταγμα κράτησης και να διατάξει την απόλυση του αιτητή.

Ενόψει των πιο πάνω λοιπόν, κρίνω ότι επιτυγχάνουν οι προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως ως έχουν αναλυθεί ανωτέρω και παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου λόγου ακυρώσεως που θέτει ο αιτητής στην γραπτή του αγόρευση.

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω και για τους λόγους που έχουν αναφερθεί, η προσφυγή επιτυγχάνει και διατάσσεται η άμεση απελευθέρωση του αιτητή».

 

 

Η πρωτόδικη κρίση βάλλεται με πέντε Λόγους Έφεσης:

Ισχυρίζεται η Εφεσείουσα, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε υπό πλάνη περί τον νόμο και τα πράγματα και/ή χωρίς δέουσα  αιτιολογία να αναλάβει δικαιοδοσία χωρίς την αυστηρότητα που η νομολογία επιτάσσει για τον υπολογισμό της ανατρεπτικής προθεσμίας για προσβολή μιας διοικητικής πράξης και απέτυχε να ερμηνεύσει το ζήτημα του εκπροθέσμου, το οποίο σύμφωνα με τη νομολογία, επιβάλλει αυστηρή ερμηνεία (Λόγος Έφεσης Αρ.1).  Εσφαλμένα, κατά την Εφεσείουσα, το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εύρημα ότι η νομική βάση του διατάγματος κράτησης εναντίον του Εφεσίβλητου δεν είναι σαφής (Λόγος Έφεσης Αρ.2) και εσφαλμένα έκρινε ότι το επίδικο διάταγμα κράτησης στερείτο αιτιολογίας, η οποία δεν μπορούσε να συμπληρωθεί από τον διοικητικό φάκελο (Λόγος Έφεσης Αρ.3).  Εσφαλμένα επίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η κράτηση του Εφεσίβλητου δεν είναι αναγκαίο και ανάλογο μέτρο (Λόγος Έφεσης Αρ.4) καθώς και ότι, κατά παράβαση του Άρθρου 11(3) και (4) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (εφεξής «Ν. 73(Ι)/2018») και του Κανονισμού 8 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (εφεξής «3/2019») το πρωτόδικο Δικαστήριο απέτυχε να ασκήσει την αρμοδιότητά του (Λόγος Έφεσης Αρ.5).

 

Έχουμε εξετάσει τα όσα προβάλλονται από τους ευπαιδεύτους συνηγόρους και των δύο πλευρών.

 

Εξετάζοντας κατά λογική προτεραιότητα τον Λόγο Έφεσης Αρ. 1 παρατηρούμε τα εξής:

Πρωτοδίκως ηγέρθη από την πλευρά της Εφεσείουσας Κυπριακής Δημοκρατίας, ότι η Προσφυγή είναι εκπρόθεσμη και συνακόλουθα ότι θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την πιο πάνω προδικαστική ένσταση με σκεπτικό στο οποίο θα αναφερθούμε αργότερα.

Προβάλλει σε σχέση με το προδικαστικό ζήτημα η ευπαίδευτη συνήγορος για την Εφεσείουσα, ότι η αμέλεια και η σκοπιμότητα της μη παραλαβής της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Εφεσίβλητο, ενώ έγινε προσπάθεια επίδοσης του διατάγματος από την Αστυνομία, εσφαλμένα έγινε αποδεκτή από το πρωτόδικο  Δικαστήριο ως υπεράσπιση για ελλιπή γνώση του επίδικου διατάγματος κράτησης.

 

Αντικρούοντας την πιο πάνω θέση, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εφεσίβλητο υπεραμύνεται της ορθότητας της πρωτόδικης Απόφασης υποδεικνύοντας ότι ορθώς κρίθηκε ως εμπρόθεσμη η καταχώρηση της Προσφυγής μετά από αξιολόγηση όλων των στοιχείων.

 

Έχουμε ανατρέξει στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης και έχουμε εντοπίσει στη σελίδα 177 την επιστολή κοινοποίησης του επίδικου διατάγματος κράτησης ημερομηνίας 27/1/2025, το οποίο είναι γραμμένο στην αγγλική γλώσσα. Στο κάτω μέρος της εν λόγω επιστολής υπάρχει ιδιόχειρη ενυπόγραφη σημείωση ημερομηνίας 27/1/2025 και ώρα 16:00 του Αστυφύλακα (αρ. Αστυφύλακα), στην οποία αναφέρεται σε σχέση με το επίδικο διάταγμα, ότι ο Εφεσίβλητος «Αρνήθηκε να το παραλάβει και υπογράψει χωρίς να αναφέρει το λόγο στην παρουσία μου».  Εντοπίζεται επίσης στη σελίδα 180 του διοικητικού φακέλου, κατάθεση του Αστυφύλακα (Αρ. Αστυφύλακα) ημερομηνίας 13/3/2025, στην  οποία αναφέρονται τα εξής:

«Η ώρα 1600 της ίδιας μέρας μετέβηκα στην πτέρυγα των αλλοδαπών κρατουμένων για να επιδώσω το διάταγμα κράτησης στον Σύριο κρατούμενο [..] . Φώναξα και τον συγκρατούμενο του [..] από την Συρία ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά την ελληνική και την αγγλική γλώσσα να του μεταφράζει αφού ο [.] δεν γνωρίζει πολύ καλά τα αγγλικά ούτε και τα ελληνικά. Του εξήγησα το περιεχόμενο του διατάγματος του [..] και ο [..] του το εξηγούσε στα Συριακά. Στο τέλος είπα του [.] αν θέλει να παραλάβει το διάταγμα ως επίσης και να το υπογράψει αλλά από ότι μου ανάφερε ο [..] που έκανε την μετάφραση, δεν ήθελε να το παραλάβει αλλά ούτε και υπογράψει. Παρόλο που δεν το υπόγραψε και δεν παρέλαβε ζήτησε να βγάλει φωτογραφία από το κινητό του το διάταγμα με σκοπό να το στείλει στον δικηγόρο όπως και έπραξε. [..]».

 

Διαπιστώνουμε επίσης, ότι ο Εφεσίβλητος κατόπιν άδειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου προσκόμισε μαρτυρία ημερομηνίας 20/3/2025, υπό μορφή ενόρκου δηλώσεως του προηγούμενου του δικηγόρου, στην οποία αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα σε σχέση με τον Εφεσίβλητο:

«[…] αρνήθηκε να παραλάβει το επίδικο διάταγμα ημερομηνίας 27-01-2025 γιατί ήτο σε γλώσσα μη αντιληπτή, ενώ σε επικοινωνία που είχε μαζί  μου, μου ανέφερε πως κάποιος αστυνομικός του πήγε κάποια έγγραφα και του έκανε με νόημα πως πρέπει να υπογράψει αυτά.  Ο Αιτητής που δεν ομιλεί την Ελληνική, είναι λογικό να μην μπορεί να αναφέρει σε γλώσσα κατανοητή γιατί δεν υπέγραφε το επίδικο διάταγμα […] Λόγω λοιπόν της παράνομης συμπεριφοράς των Καθ’ων η Αίτηση, όντας τότε ο δικηγόρος Αιτητή […]  απέστειλα ηλεκτρονικά μηνύματα με το τμήμα ώστε να μου κοινοποιηθούν τα έγγραφα και με τη βοήθεια των αδελφών του που βρίσκονται στην Κύπρο ως Αιτητές Ασύλου και μεταφραστή να του επεξηγηθεί τι αφορούσαν τα έγγραφα που δεν υπέγραφε».

 

Στην υπό αναφορά ένορκη δήλωση επισυνάπτεται ως Παράρτημα Β, αλληλογραφία του τότε δικηγόρου του Εφεσίβλητου ημερομηνίας 19/2/2025, προς την ΥΑΜ Λεμεσού, στην οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι ο Εφεσίβλητος κρατείται από τον Νοέμβριο του 2024 και ότι «Εκδόθηκαν νέα διατάγματα τον 1/25 και παρόλο που παρακαλούμε την αστυνομία στα κρατητήρια να τα δό(ω)σει στον πελάτη μου μέχρι σήμερα δεν του δόθηκαν για να μπορέσει να μας τα στείλει για να καταχωρήσουμε διοικητική προσφυγή[…]».

 

Όπως έχει αναφερθεί, το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε εμπροθέσμως καταχωρισθείσα την Προσφυγή, απορρίπτοντας την περί του αντιθέτου προδικαστική ένσταση της Δημοκρατίας ως ακολούθως:

«Εν πρώτοις, δε χωρεί αμφιβολία ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι το επίδικο διάταγμα κράτησης του αιτητή, εκδόθηκε στις 27/01/2025. Στην επιστολή κοινοποίησης του περιεχομένου του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης ημερ. 27/01/2025 (ερυθρό 177 στο Διοικητικό φάκελο) αναφέρονται τα εξής      (παραθέτω αυτολεξεί):

 

« Αρνήθηκε να το παραλάβει και υπογράψει χωρίς να αναφέρει τον λόγο στην παρουσία μου

Ημερ. 27/01/2025  Υπογραφή . ΧΧΧ, αριθμός αστυφύλακα ΧΧΧ».

 

Στο ερυθρό 189 [sic, 180] του Διοικητικού Φακέλου, εντοπίζεται η κατάθεση του αστυνομικού που προσπάθησε να παραδώσει το επίδικο διάταγμα κράτησης στον αιτητή, στην οποία καταγράφεται « [.] Η ώρα 1600 της ίδιας μέρας μετέβηκα στην πτέρυγα των αλλοδαπών κρατουμένων για να επιδώσω το διάταγμα κράτησης στον Σύριο κρατούμενο [..] . Φώναξα και τον συγκρατούμενο του [..] από την Συρία ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά την ελληνική και την αγγλική γλώσσα να του μεταφράζει αφού ο [.] δεν γνωρίζει πολύ καλά τα αγγλικά ούτε και τα ελληνικά. Του εξήγησα το περιεχόμενο του διατάγματος του [..] και ο [..] του το εξηγούσε στα Συριακά. Στο τέλος είπα του [.] αν θέλει να παραλάβει το διάταγμα ως επίσης και να το υπογράψει αλλά από ότι μου ανάφερε ο [..] που έκανε την μετάφραση, δεν ήθελε να το παραλάβει αλλά ούτε και υπογράψει. Παρόλο που δεν το υπόγραψε και δεν παρέλαβε ζήτησε να βγάλει φωτογραφία από το κινητό του το διάταγμα με σκοπό να το στείλει στον δικηγόρο όπως και έπραξε. [..]».

 

Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 και ειδικότερα από την κατάθεση του αστυνομικού ως έχει αναφερθεί ανωτέρω και γενικότερα από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, επιβεβαιώνουν πως ο αιτητής δεν ενημερώθηκε πλήρως για το περιεχόμενο του διατάγματος κράτησής του μιας και πέραν του γεγονότος ότι ο ίδιος δεν έχει εναποθέσει την υπογραφή παραλαβής του, ο αιτητής δεν έλαβε πλήρη γνώση για τους λόγους της κράτησης του και για τις δικαστικές διαδικασίες προσβολής του. Κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι ο αιτητής όχι μόνο δεν έλαβε την επιστολή από τον αστυφύλακα και δεν υπέγραψε την παραλαβή της, αλλά επίσης δεν εντοπίζεται να υπήρξε επίσημη μετάφραση του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου ούτως ώστε να κριθεί μετά βεβαιότητας ότι ο αιτητής έλαβε έστω γνώση σχετικά με τους λόγους της κράτησης του και τις δικαστικές διαδικασίες.

 

Ειδικότερα, ο ισχυρισμός των καθ΄ων η αίτηση ότι ο αιτητής κατανόησε το περιεχόμενο του διατάγματος κράτησης και τους λόγους που αναφέρονται στην επιστολή κοινοποίησης του επειδή ο αστυνομικός - ως γραπτώς καταγράφεται στην κατάθεση του- κάλεσε έναν ομοεθνή του αιτητή από την Συρία για να προβεί στην μετάφραση του εγγράφου στην μητρική γλώσσα του αιτητή, δεν τεκμαίρει και δεν οδηγεί αυταπόδεικτα σε  γνώση του αιτητή περί του περιεχομένου του διατάγματος κράτησης. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο, δεν μπορεί να διαπιστώσει με βεβαιότητα ότι όντως μεσολάβησε ορθώς η εν λόγω μετάφραση και έγινε αντιληπτή από τον αιτητή, σε γλώσσα κατανοητή από τον ίδιο, όπως επίσης και ότι έλαβε γνώση όλων των πληροφοριών που χρειαζόταν για να θεωρηθεί η γνώση του ως πλήρης, ενόψει και του γεγονότος ότι δεν ευρισκόταν εκεί κατάλληλος και προσοντούχος μεταφραστής, ως είθισται, που να προβεί στην εν λόγω ενέργεια. Οποιαδήποτε αντίθετη προσέγγιση θα ισοδυναμούσε με παραβίαση των βασικών δικαιωμάτων του αιτητή να λάβει έστω στοιχειωδώς γνώση του περιεχομένου του διατάγματος κράτησης και των συνεπειών αυτού. 

 

Ενόψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι ο αιτητής δεν είχε πλήρη γνώση της απόφασης, των λόγων κράτησης του αλλά και των χρονικών περιθωρίων εντός των οποίων όφειλε να καταχωρήσει προσφυγή, όπως προκύπτει από το διοικητικό φάκελο (Τεκμήριο 1).

 

 Το άρθρο 9ΣΤ (8) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, ως αναφέρεται ανωτέρω απαιτεί, να ενημερώνεται ο αιτητής σε γλώσσα που ο τελευταίος κατανοεί είτε εύλογα θεωρείται ότι κατανοεί΄ και επομένως καταλήγω ότι υφίσταται παραβίαση του εν λόγω άρθρου, μιας και δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που να καταδεικνύει το αντίθετο.

 

 

Αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε την 27/1/2025, ενώ η Προσφυγή κατεχωρήθη την 21/2/2025.  Το Άρθρο 12Α των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού  Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων (εφεξής «ο Ν. 73(Ι) του 2018»), ως αυτό το Άρθρο ίσχυε σε αυτές τις ημερομηνίες, καθορίζει στο εδάφιο (2) ως προθεσμία καταχώρησης 15 ημέρες από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος κράτησης το οποίο εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 9ΣΤ του Ν. 6(Ι)/2000.  Με αυτό ως δεδομένο, η δεκαπενθήμερη προθεσμία καταχώρησης της Προσφυγής κατά του επίδικου διατάγματος κράτησης αρχίζει από την ημερομηνία επίδοσης του, εν προκειμένω στον κρατούμενο και η προθεσμία καταχώρησης της Προσφυγής έληξε την 11/1/2025.

 

Για να κριθεί όμως καλή η επίδοση του επίδικου διατάγματος κράτησης στον Εφεσίβλητο, έπρεπε όχι μόνο να του επιδοθεί στις 27/1/2025, όπως επιχειρήθηκε, αλλά και η επίδοση να τηρεί τις απαιτήσεις του Άρθρου 9ΣΤ(8) του Ν. 6(Ι)/2000, το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο προέβλεπε τα εξής:

«(8) Ο Υπουργός ενημερώνει αμέσως και γραπτώς κάθε υπό κράτηση αιτητή, σε γλώσσα που ο τελευταίος είτε κατανοεί είτε εύλογα θεωρείται ότι κατανοεί, για τους λόγους κράτησης, για τις δικαστικές διαδικασίες που αναφέρονται στα εδάφιο (6) και (7) και για τη δυνατότητα αίτησης περί δωρεάν νομικής αρωγής και εκπροσώπησης στα πλαίσια αυτών των διαδικασιών σύμφωνα με τον περί Νομικής Αρωγής Νόμο.».

 

Η καλυπτική επιστολή ημερομηνίας 27/1/2025 διατυπώθηκε, όπως έχει αναφερθεί στην αγγλική γλώσσα, προφανώς σε προσπάθεια της διοίκησης να ενημερώσει τον Εφεσίβλητο σε γλώσσα την οποία κατανοεί ή εύλογα θεωρείται πως κατανοεί, προς συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Άρθρου 9ΣΤ(8).

 

Πλην όμως, στην προαναφερόμενη κατάθεση του ημερομηνίας 13/3/2025, ο Αστυφύλακας αναγνώρισε πως ο Εφεσίβλητος δεν γνωρίζει πολύ καλά την ελληνική και αγγλική, παραδεχόμενος κατ’ αυτό τον τρόπο ότι ούτε και η αγγλική διατύπωση της επιστολής ημερομηνίας 27/1/2025 ήταν επαρκής για να τηρήσει τη γλωσσική απαίτηση του εν λόγω Άρθρου.

 

Η προσπάθεια του Αστυφύλακα παροχής στον Εφεσίβλητο προφορικής μετάφρασης του περιεχομένου της επιστολής στην εθνική του γλώσσα από συγκρατούμενο του, κρίνουμε ότι παρείχε αυτή τη μετάφραση με επισφαλή τρόπο ο οποίος δεν πληροί τις ελάχιστες διαδικαστικές δικλείδες ασφαλείας και ο οποίος, συνεπώς, δεν στοιχειοθετεί καλή επίδοση.

 

Δηλαδή, το να χρησιμοποιήσει ο Αστυφύλακας ομοεθνή συγκρατούμενο του Εφεσίβλητου ως «μεταφραστή» δεν διασφάλισε με την απαιτούμενη επάρκεια ότι ο «μεταφράζων» όντως ενημέρωσε τον Εφεσίβλητο στην εθνική του γλώσσα ορθώς και πλήρως για το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 27/1/2025.

 

Στην απουσία τέτοιων δικλείδων ασφαλείας, η διοίκηση δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι τα λεγόμενα του συγκρατούμενου προς τον Εφεσίβλητο στην εθνική τους γλώσσα συνιστούσαν όντως ορθή ή/και πλήρη προφορική απόδοση της ενημερωτικής επιστολής ημερομηνίας 27/1/2025.  Γι’ αυτό τον λόγο, απορρίπτουμε τη θέση της Εφεσείουσας πως διενήργησε καλή επίδοση της καλυπτικής επιστολής και του επίδικου διατάγματος κράτησης στον Εφεσίβλητο κατά την 27/1/2025 ώστε η Προσφυγή να θεωρηθεί ως εκπρόθεσμη.

 

Έχοντας κρίνει την Προσφυγή εμπρόθεσμη, προχωρούμε στην εξέταση των Λόγων Έφεσης.

Με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 2 προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα προέβη σε εύρημα ότι δεν είναι σαφής η νομική βάση του επίδικου διατάγματος.

 

Παρατηρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ενώ αρχικά σημείωσε, ως διαπίστωση, ότι η διοίκηση όφειλε να εξειδικεύσει στο επίδικο διάταγμα κατά πόσο ο Εφεσίβλητος κρατείται για λόγους δημόσιας τάξης ή εθνικής ασφάλειας, ακολούθως έκρινε ότι «αυτό το γεγονός δεν μπορεί από μόνο του να στερήσει από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να προβεί σε περαιτέρω εξέταση, ανεξαρτήτως σε ποιες από τις δύο έννοιες βασίστηκε η Διοίκηση για να εκδώσει την προσβαλλόμενη πράξη».  Παρότι, δηλαδή, το πρωτόδικο Δικαστήριο προβληματίστηκε για το κατά πόσο η διοίκηση όντως εννοούσε αυτό το οποίο ανέφερε κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος κράτησης, ότι δηλαδή ο Εφεσίβλητος κρατείται για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας, εντούτοις προχώρησε και εξέτασε τα εκ της διοίκησης καταχωρηθέντα στοιχεία προς υποστήριξη του βάσιμου αυτής της διοικητικής κρίσης.

 

Συνεπώς, με αυτό το δεδομένο, θεωρούμε ότι η ενασχόληση του παρόντος Δικαστηρίου για το ζήτημα θα ήταν εντελώς ακαδημαϊκή.  Επομένως ο πιο πάνω Λόγος Έφεσης απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με τους Λόγους Έφεσης Αρ. 3 και 4, τους οποίους θεωρούμε συναφείς μεταξύ τους, αναφέρουμε τα ακόλουθα:

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι το επίδικο διάταγμα στερείτο αιτιολογίας (Λόγος Έφεσης Αρ.3) και ότι δεν ήταν αναγκαίο και ανάλογο μέτρο (Λόγος Έφεσης Αρ.4).  Συναφώς αναφέρθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο τα ακόλουθα:

«Συνακόλουθα, και ενόψει των ως έχουν αναφερθεί ανωτέρω, από όλα τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο, δεν προκύπτει ότι οι καθ΄ων η αίτηση, κατά το στάδιο αξιολόγησης κατά πόσο θα πρέπει να εκδοθεί το διάταγμα κράτησης, να αξιολόγησαν με τον δέοντα τρόπο την περίπτωση του αιτητή, για τους λόγους που θα αναφερθούν κατωτέρω.

Ως προκύπτει από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που έχει παραθέσει το Δικαστήριο, η Διοίκηση οφείλει προτού καταλήξει στην έκδοση του διατάγματος κράτησης, να προβεί σε εξατομικευμένη και ατομική αξιολόγηση της περίπτωσης του αιτητή για να διαπιστώσει ότι αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας και/ή κατά της εσωτερικής ή εξωτερικής ασφάλειας του οικείου κράτους μέλους. 

Για την κατάληξη μου, έλαβα υπόψη μου όλες τις νομολογιακές αρχές ως έχουν καθοριστεί και ως παρατίθενται κατωτέρω.

Ως εμφαίνεται από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ο αιτητής δεν τέλεσε οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα, πάρα μόνο υπήρξε υπόνοια και/ή υποψία και/ή πιθανότητα τέλεσης εγκληματικής ενέργειας από τον αιτητή κατά ομοεθνών του, χωρίς να αναφέρεται από πουθενά πως προέκυψε η εν λόγω υποψία - μιας και δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο το  ηχητικό μήνυμα - τι είδους εγκληματική ενέργεια ήτο αυτή και η σοβαρότητα της. Δεν εμφαίνεται η Διοίκηση να εξέτασε και να αξιολόγησε άλλες προσωπικές περιστάσεις του αιτητή μεταξύ των οποίων, το γεγονός ότι δεν εκκρεμεί ποινική διαδικασία εναντίον του αιτητή, όπως επίσης, το γεγονός ότι ο αιτητής είναι Σύριος, αιτητής ασύλου, χωρίς να έχει εξεταστεί η αίτηση του μέχρι στιγμής από την Διοίκηση.

Η Διοίκηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο αιτητής αποτελεί κίνδυνο για την δημόσια τάξη και/ή ασφάλεια, λόγω ύπαρξης ενός ηχητικού μηνύματος στο κινητό τηλέφωνο του αιτητή - το οποίο επαναλαμβάνω ουδέποτε παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο - ότι ο αιτητής επρόκειτο να τελέσει εγκληματική ενέργεια κατά ομοεθνών του. Ουσιαστικά τεκμηριώθηκε η επικινδυνότητα του αιτητή στην ύπαρξη υποψιών και/ή υπονοιών περί ενδεχόμενου τέλεσης συγκεκριμένης εγκληματικής ενέργειας, χωρίς να έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε σχετικό περί τούτου. Ουδέν άλλο στοιχείο εντοπίζεται από τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, ούτε εμφαίνεται να λήφθηκε υπόψη οποιοδήποτε άλλο νομικό και πραγματικό στοιχείο, πέραν της ύπαρξης πιθανότητας τέλεσης εγκληματικής ενέργειας κατά αόριστο και γενικό τρόπο, που ως αυτοτελή στοιχείο δεν αρκεί από μόνο του για να τεκμηριώσει η Διοίκηση την επικινδυνότητα με οποιοδήποτε τρόπο του αιτητή. Η απλή πιθανότητα ή υπόνοια ή υποψία, δεν μπορεί αυτόματα να οδηγεί στην διατύπωση τέτοιων συμπερασματικών κρίσεων.

Η Διοίκηση όφειλε και συνακόλουθα η συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση, να παρουσιάσει στο Δικαστήριο το απαραίτητο υλικό που είχαν στην κατοχή της οι αρμόδιες αρχές για να καταλήξουν στην εν λόγω κρίση, για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει εάν προέβησαν σε ορθή αξιολόγηση των γεγονότων και στοιχείων που είχαν ενώπιον τους. Δεν εντοπίζεται, από το ότι έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, οποιαδήποτε ειδική ουσιαστική εκτίμηση, πως ο αιτητής, στο σύνολο των προσωπικών του περιστάσεων και της όλης προσωπικότητας του, αποτελεί κίνδυνο για την δημόσια τάξη και ασφάλεια για να επιβάλλεται η κράτηση του.

Οι αρμόδιες αρχές όφειλαν να παρουσιάσουν περαιτέρω στοιχεία, για να τεκμηριώσουν την κατάληξη τους περί της επικινδυνότητας του αιτητή.

Ενόψει του γεγονότος ότι δεν εντοπίζεται να προέβη η Διοίκηση σε εξατομικευμένη εξέταση για να κρίνει την επικινδυνότητα του αιτητή, μιας και καμία άλλη προσωπική περίσταση του ιδίου λήφθηκε υπόψη, αλλά αρκέστηκε στο να καταλήξει και να συμπεράνει την επικινδυνότητα του μόνο στην ύπαρξη ενός ηχητικού υλικού το οποίο ουδέποτε παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο περί ύπαρξης της πιθανότητας τέλεσης εγκληματικής ενέργειας, κρίνω ότι γι΄αυτό το λόγο, έχει αθετήσει την υποχρέωση της προς εξατομικευμένη εξέταση και αδικαιολόγητα κατέληξε στην πιο πάνω εκτίμηση.

Κατ΄επέκταση, από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, δεν προκύπτει ότι ορθώς αξιολόγησε η Διοίκηση και προέβη σε εξατομικευμένη εξέταση προτού καταλήξει ότι ο αιτητής αποτελεί κίνδυνο την δημόσια τάξη και/ή ασφάλειας της Δημοκρατίας.

Ενόψει των όσων ανέφερα ανωτέρω, και με παραπομπή στα στοιχεία των διοικητικών φακέλων, προκύπτει ότι η απόφαση δεν λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα των περιστατικών της υπόθεσης, και επίσης, ενόψει των ως έχουν αναφερθεί, δεν διαφαίνεται ποια ήταν η ακριβής αιτιολογική σκέψη της διοίκησης για την έκδοση του διατάγματος κράτησης του Αιτητή.

 

[…]

 

Παρατηρώ επίσης ότι οι καθ΄ων η αίτηση πριν καταλήξουν στην έκδοση του διατάγματος κράτησης δεν αξιολόγησαν κατά πόσον ήταν εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα, λιγότερο περιοριστικά, εναλλακτικά μέτρα της κράτησης, μιας και δεν εντοπίζω καμία σχετική αναφορά στα γεγονότα, στάδιο το οποίο πρέπει να ενυπάρχει και να υφίσταται προς αξιολόγηση, προ της κατάληξης των καθ΄ων η αίτηση, στο κατά πόσο θα προβεί στην έκδοση του εκάστοτε διατάγματος κράτησης.

Οι καθ΄ων η αίτηση προτού καταλήξουν στην έκδοση του διατάγματος κράτησης δεν εφάρμοσαν την αρχή της αναγκαιότητας και αναλογικότητας, ως είχαν υποχρέωση ( βλ. σκέψεις 54, 56 και 61, απόφασης του ΔΕΕ, C - 601/15, ανωτέρω), αφού ουδεμία στάθμιση μεσολάβησε όσον αφορά αφενός του περιοριστικού μέτρου που επιβλήθηκε στον αιτητή ήτοι την κράτηση και κατά πόσο το εν λόγω μέτρο ήταν αναγκαίο και ανάλογο για την επίτευξη του σκοπού που επιδιωκόταν ήτοι την προστασία της δημόσιας τάξης και/ή ασφάλειας του κράτους, όπως επίσης, δεν αξιολόγησαν κατά πόσον ήταν εφικτό να εφαρμοστούν άλλα αποτελεσματικά μέτρα έναντι της κράτησης, στάδιο το οποίο πρέπει να ενυπάρχει και να υφίσταται προς αξιολόγηση, προ της κατάληξης των καθ΄ων η αίτηση, στο κατά πόσο θα προβεί στην έκδοση του εκάστοτε διατάγματος κράτησης.

Στη βάση των στοιχείων που βρίσκονταν ενώπιον των καθ' ων η αίτηση κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος κράτησης, όπως αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ ότι δεν τηρήθηκε η αρχή της αναλογικότητας, αφού δεν σταθμίστηκαν όλα τα ενώπιον της Διοίκησης δεδομένα για να αποφασιστεί η κράτηση του αιτητή και ενόψει της μη πλήρωσης καμίας εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 9 Στ (2) (ε) του Περί Προσφύγων Νόμου.

Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ ότι το μέτρο της κράτησης του αιτητή, δεν αξιολογήθηκε ορθώς από τους καθ' ων η αίτηση ως μέτρο ανάλογο, αναγκαίο και κατάλληλο προς την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.

Ενόψει των όσων ανέφερα ανωτέρω, και με παραπομπή στα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, προκύπτει ότι η απόφαση δεν λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα των περιστατικών της υπόθεσης και επίσης δεν διαφαίνεται ποια ήταν η αιτιολογική σκέψη της διοίκησης για την έκδοση του διατάγματος κράτησής του Αιτητή.

 

Παρατηρώ ότι η επίδικη πράξη δεν είναι πλήρως αιτιολογημένη καθότι  τόσο από το σύνολο των στοιχείων που υπάρχουν στο διοικητικό φάκελο όσο και από το περιεχόμενο του ίδιου του διατάγματος κράτησης υπάρχει μια σύντομη αιτιολόγηση, χωρίς να προκύπτουν γεγονότα που να δικαιολογούν την κράτηση και χωρίς στο ίδιο το διάταγμα να παρατίθενται οι ουσιαστικά πραγματικοί και νομικοί λόγοι στους οποίους βασίστηκε η έκδοση του ως απαιτεί η πρόνοια του άρθρο 9Στ εδάφιο 8 του Περί Προσφύγων Νόμου».

 

Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.  Διαπιστώνουμε από τον διοικητικό φάκελο ότι υπήρχαν τα αναγκαία εκείνα στοιχεία τα οποία συνιστούσαν επαρκή αιτιολόγηση για την έκδοση του επίδικου διατάγματος και τα οποία το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο παραθέτει στην Απόφαση του ως ακολούθως:

«Στο διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο εντοπίζω επίσης επιστολή ημερ. 20/11/2024 από την ΥΑΜ προς το ΤΑΠΜ, όπου γίνεται αναφορά στην εν λόγω σε προσωπικά στοιχεία του αιτητή, ήτοι το όνομα του, την ημερομηνία γέννησης του, την ημερομηνία άφιξης του στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ακολούθως, γίνεται αναφορά ότι μετά από ρηματική διακοίνωση ο αιτητής μαζί με άλλους τέσσερεις ομοεθνείς του οδηγήθηκαν στο Κέντρο Υποδοχής και Φιλοξενίας μεταναστών» Πουρνάρα», στην Κοκκινοτριμιθιά, αφού εξέφρασαν πρόθεση για υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας. Αναφέρεται επίσης ότι αμέσως μετά την παράδοση τους στις Κυπριακές Αρχές, λήφθηκε πληροφορία από αξιόπιστο συνεργάτη του τμήματος Τελωνείου και Μετανάστευσης των Βρετανικών Βάσεων, ότι στο κινητό τηλέφωνο του αιτητή, υπήρχε ηχητικό μήνυμα με το οποίο εξιστορούσε κάποια γεγονότα, μεταξύ των οποίων ότι, σκοπός της άφιξης του στην Κύπρο ήταν για να προβεί σε εγκληματική ενέργεια σε βάρος τριών (3) ομοεθνών του που βρίσκονται ήδη στο έδαφος τα Κυπριακής Δημοκρατίας.  Πρόσθετα καταγράφεται ότι την ίδια μέρα ο αιτητής συνελήφθη για να διαπιστωθεί κατά πόσο πρόκειται για απαγορευμένο μετανάστη και τέθηκε υπο κράτηση στα κρατητήρια της Ομορφίτας ενώ παράλληλα γίνεται εισήγηση για έκδοση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης ενόψει του ότι ο αιτητής αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια.

Εντοπίζεται επίσης κατάθεση αστυνομικού (ερυθρό 126 του Δ.Φ), όπου αναφέρεται ότι στις 19/11/24 ο αιτητής συνελήφθη για εξακρίβωση στοιχείων και ακολούθως μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό Ομορφίτας όπου και κρατείτον.

Εντοπίζω επίσης διάταγμα κράτησης του αιτητή ημερ. 20/11/2024 στη βάση του άρθρου 9 Στ (2) (ε) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο στην πορεία ακυρώθηκε από την Διοίκηση.

Ακολούθως, στο διοικητικό φάκελο εντοπίζεται επιστολή ημερ. 09/01/2025 από την ΥΑΜ προς την Διευθύντρια του ΤΑΠΜ, με την οποία αναφέρεται ότι ενόψει του ότι μέχρι και τις 09/01/2025, ο αιτητής δεν υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, εισηγείται την ακύρωση του σχετικού διατάγματος και έκδοσης διαταγμάτων κράτησης και απέλασης βάση του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεων Νόμου.

Ακολούθως, εκδόθηκαν νέα διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερ. 09/01/2025, τα οποία εξίσου ακυρώθηκαν στην πορεία λόγω έκδοσης νέων διαταγμάτων ημερ. 13/01/2025.

Εντοπίζεται επίσης στο διοικητικό φάκελο επιστολή ημερ. 23/01/2025 από την ΥΑΜ προς την Διευθύντρια του ΤΑΠΜ, στην οποία καταγράφεται ότι ενόψει του ότι ο αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 22/01/2025, εισηγείται την ακύρωση των προηγούμενων διαταγμάτων και έκδοσης νέων στη βάση του περί Προσφύγων Νόμου.

Τέλος, ως διαπιστώνω και πάλι, το προηγούμενο διάταγμα κράτησης ημερ. 13/01/2025 ακυρώθηκε λόγω έκδοσης νέου ημερομηνίας 27/01/2025, ενώ το διάταγμα απέλασης ημερ. 13/01/2025 ανεστάλη λόγω του αιτήματος ασύλου του αιτητή.

Κατά το στάδιο των διευκρινήσεων της παρούσας υπόθεσης, κατόπιν σχετικού ερωτήματος από το παρόν Δικαστήριο, προς την συνήγορο του Γενικού Εισαγγελέα, περί του αν είχε στην κατοχή της το ηχητικό μήνυμα στη βάση του οποίου ο αιτητής κρίθηκε επικίνδυνος και κατά πόσο θα προσκομιστεί στο Δικαστήριο το εν λόγω υλικό, η συνήγορος απάντησε αρνητικά. Πρόσθετα, το παρόν Δικαστήριο προέβη σε σχετικό ερώτημα προς την συνήγορο του Γενικού Εισαγγελέα, ποια είναι η εγκληματική ενέργεια στην οποία θα προέβαινε ο αιτητής σύμφωνα με την επιστολή της ΥΑΜ κατά ομοεθνών του, με την συνήγορο των καθ΄ων να δηλώνει ότι δεν γνωρίζει την εν λόγω πληροφορία, καθότι δεν της κοινοποιήθηκε από την αρμόδια αρχή».

 

 

Ούτε συμφωνούμε ότι επειδή ο Εφεσίβλητος δεν τέλεσε οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα, αλλά υπήρχε υπόνοια για πιθανότητα τέλεσης εγκληματικής ενέργειας ή ότι επειδή δεν κατατέθηκε το ηχητικό μήνυμα με το οποίο ο Εφεσίβλητος εξιστορούσε ότι σκοπός της άφιξης του ήταν να προβεί σε εγκληματική ενέργεια εναντίον ομοεθνών του, αναιτιολόγητα κρίθηκε ότι αποτελεί απειλή για τα συμφέροντα του κράτους.

Είναι πάγια η θέση της νομολογίας, ότι ακόμα και γενικές ενδείξεις μπορούν δικαιολογημένα να αιτιολογήσουν αρνητική απόφαση και η όποια αμφιβολία επενεργεί υπέρ της Δημοκρατίας, με το κυριαρχικό της δικαίωμα να ελέγχει ποιοι διακινούνται και διαμένουν στο έδαφος της.  Σχετική με το ζήτημα είναι η απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Mhammedi ν. Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 78/2019, ημερομηνίας 16/10/2024, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα:

«Το Διοικητικό Δικαστήριο θεώρησε πως παρότι στοιχεία για τον Εφεσείοντα εντοπίστηκαν σε βάση δεδομένων συνεργαζόμενης με την Δημοκρατία χώρας, ως υπόπτου για τρομοκρατική επιχειρησιακή δράση, ήταν επαρκές για να εκδοθεί το Διάταγμα.

 

Το Διοικητικό Δικαστήριο προσέθεσε - με παραπομπή (μεταξύ άλλων) στις Eddine ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 95, Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270, Moyo and Another v. Republic (1988) 3(B) C.L.R. 1203 και Ananda Marga Ltd v. Republic (1985) 3(D) C.L.R. 2583 - ότι οι πληροφορίες που τέθηκαν στη Διοίκηση, συγκροτούσαν ικανό βάθρο αιτιολόγησης της απόφασης, με την όποια αμφιβολία μπορούσε να σοβεί (και που έτσι κι αλλιώς δεν υποδείχθηκε πως υπήρχε εν τοις πράγμασι), να επενεργεί υπέρ του κράτους στο πλαίσιο του προεξάρχοντος κυριαρχικού του δικαιώματος να ελέγχει ποιοι διακινούνται και διαμένουν στο έδαφος του και κατ' επέκταση τα όποια συναφώς εκδοθέντα διατάγματα κράτησης (δέστε επίσης, Abdalla v. Δημοκρατία, Π.Ε. 96/20, ημ. 8.6.21, ECLI:CY:AD:2021:A233,  Bekefi και Άλλων ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 258, 267-268, Stoyanov v. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 718/12, ημ. 26.2.14, ECLI:CY:AD:2014:D151, ECLI:CY:AD:2014:D151, Rutili v. Ministre de l'Interieur [1975] EUECJ R-36/75 (28 October 1975)).

 

[…]

Αυτή η κατάσταση πραγμάτων, σε συνδυασμό και με το ότι το Διοικητικό Δικαστήριο - έχοντας εξετάσει (και) τα Έγγραφα - προσδιόρισε καταλλήλως τούς (ως εκ της φύσης και έντασης των στοιχείων που τους περιστοίχιζαν), δυνητικούς κινδύνους σχετικώς προς τη φερόμενη επιχειρησιακή τρομοκρατική δράση του Εφεσείοντα, διαφοροποιούν ουσιωδώς τα γεγονότα της παρούσας από εκείνα στην Hussein ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), όπου στη βάση των γεγονότων και εξατομικευμένων αναγκών της υπόθεσης, το Ανώτατο Δικαστήριο, με κατά νουν και την GM v. Orszagos Idegenrendeszeti Főigazgatosag and Others (ανωτέρω), απέληξε ως εκ της απουσίας περιγραφής «... έστω στη γενικότητας της, για τις επικαλούμενες ενδείξεις και μαρτυρία ...» (περί της δυνητικής επικινδυνότητας του εφεσείοντα για την εθνική ασφάλεια), πως η συνέχιση της κράτησης του κατέστη παράνομη, με συνεπόμενο την έκδοση εντάλματος Habeas Corpus.

[…]

Το Διοικητικό Δικαστήριο δεν παρέλειψε, και ευστόχως, να θυμίσει και υπογραμμίσει συναφώς τα περί ευρείας διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης (των Εφεσίβλητων) σε ζητήματα κρατικής ασφάλειας, υπογραμμίζοντας συν τω χρόνω και τα όρια της δικαστικής επέμβασης στα θέματα αυτά, τα οποία περιορίζονται κατά τη νομολογία, στον αντικειμενικό έλεγχο της νομιμότητας της αφορώσας απόφασης και όχι στην υποκειμενική υποκατάσταση της διοικητικής κρίσης για την επικινδυνότητα του αιτητή (Εφεσείοντα), δίχως εντούτοις να αποτρέπεται την ίδια στιγμή και η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου των συναφών πληροφοριών, όχι όμως η ουσιαστική εκτίμηση και αξιολόγηση τους ώστε να κριθεί το αν η απόφαση της Διοίκησης ήταν ενδεδειγμένη (Alabdalla ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 81/19, ημ. 20.7.21)».

 

 

Τα πιο πάνω συνηγορούν προς την αποδοχή της θέσης της Εφεσείουσας ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η κράτηση του Εφεσίβλητου δεν ήταν αναγκαίο ως ανάλογο μέτρο. 

Συνεπώς, για τους πιο πάνω λόγους γίνονται αποδεκτοί οι Λόγοι Έφεσης Αρ. 3 και 4.

 

Με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 5 προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέτυχε να ασκήσει την αρμοδιότητα που επιβάλει το Άρθρο 11(3) και (4) του Ν. 73(Ι)/2018, ο Κανονισμός 8 των σχετικών Κανονισμών (3/2019), αλλά και η νομολογία, αφού δεν άσκησε έλεγχο ορθότητας της διοικητικής ενέργειας.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ αναφέρθηκε στον ρόλο του για έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και ορθότητας του επίδικου διατάγματος, κατέληξε ότι δεν στοιχειοθετούνται οι βασικές προϋποθέσεις του Άρθρου 9ΣΤ(2)(ε) του Ν.6(Ι)/2000 για να μπορούσε να τεκμηριωθεί η κράτηση του Εφεσίβλητου και «Ενόψει τούτου, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει σε οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση, πέραν από το να ακυρώσει το επίδικο διάταγμα και να διατάξει την απόλυση του αιτητή».

 

Παραπέμπουμε στον ρυθμιστικό ρόλο και τις ευρείες εξουσίες του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας σε θέματα δικαιοδοσίας και απόδειξης.  Έχει επίσης νομοθετικά και νομολογιακά αποφασιστεί ο διττός ρόλος του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, το οποίο εξετάζει τόσο τη νομιμότητα όσο την ορθότητα της διοικητικής ενέργειας ως προς την κράτηση αιτούντος ασύλου δυνάμει του Άρθρου 9ΣΤ του Ν.6(Ι)/2000 (βλ. απόφαση Εφετείου, Δημοκρατία ν. Singh, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού  Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 1/2020, ημερομηνίας 19/12/2023 στην οποία υιοθετήθηκαν οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Εφέσεις κατά Αποφάσεων Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας στην Mondeke ν. Δημοκρατίας Αρ. 43/2021, ημερομηνίας 20/1/2022 και Janelidze ν. Δημοκρατίας Αρ. 17/2021, ημερομηνίας 21/9/2021).

 

Συνεπώς,  είχε τη δυνατότητα το πρωτόδικο Δικαστήριο να αντλήσει σχετική πληροφόρηση για ουσιαστικά ζητήματα τα οποία θα το οδηγούσαν στην άσκηση όχι μόνο ελέγχου νομιμότητας αλλά και ελέγχου ορθότητας του επίδικου διατάγματος, κάτι το οποίο δεν φαίνεται να έπραξε.

 

Συνεπώς, για τους πιο πάνω λόγους γίνεται αποδεκτός ο Λόγος Έφεσης Αρ. 5.

 

Υπό το φως των ανωτέρω η Έφεση γίνεται αποδεκτή.  Η πρωτόδικη Απόφαση περιλαμβανομένων των επιδικασθέντων εξόδων, παραμερίζεται.

Επιδικάζονται 2000 έξοδα υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον του Εφεσίβλητου. 

 

H υπόθεση παραπέμπεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο για να διενεργήσει έλεγχο ορθότητας επί του επίδικου διατάγματος κράτησης (βλ. Janelidze ν.  Δημοκρατίας, ανωτέρω).

 

 

 

Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ – ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.

 

 

        Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

 

                                             Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο