ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 145/2022)
27 Οκτωβρίου, 2026
[ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΧΡΗΣΤΟΣ Γ. ΧΡΥΣΙΚΟΣ Εφεσείων,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
1. ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
Εφεσίβλητης.
-------------------
Ο Εφεσείων εμφανίζεται αυτοπροσώπως.
Π. Κωνσταντίνου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρο για την Εφεσίβλητη.
---------------------
ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον υποφαινόμενο.
---------------------
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΕΡΑΦΕΙΜ., Δ.: Με απόφαση του ημερομηνίας 22.11.2022, το πρωτόδικο Δικαστήριο απόρριψε την Προσφυγή Αρ. 305/2021 (εφεξής η «Προσφυγή», καταχωρηθείσα στις 23.3.2021), την οποία ο Εφεσείων είχε ασκήσει, επιδιώκοντας την ακύρωση απόφασης της Εφεσίβλητης, η οποία του κοινοποιήθηκε με σχετική επιστολή ημερομηνίας 16.3.2021 (εφεξής η «προσβαλλόμενη απόφαση»).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση είχε απορριφθεί ιεραρχική προσφυγή του Εφεσείοντα προς την Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων εναντίον απόφασης της Αν. Διευθύντριας Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερομηνίας 28.12.2020, ζητώντας όπως του καταβληθεί ως υπόλοιπο (ζητηθέν, μη καταβληθέν και οφειλόμενο, κατά τον Εφεσείοντα) ποσό ανεργιακού επιδόματος ύψους €1985,15.
Σημειώνεται ότι, ο Εφεσείων περιόρισε στην Προσφυγή την πιο πάνω αξίωση του στο συνολικό ποσό των €671,35 (βλ. αιτούμενη θεραπεία Α της Προσφυγής).
Σημειώνεται, επίσης, ότι, με την θεραπεία Β της Προσφυγής του ο Εφεσείων προσέβαλε ξεχωριστά το συνημμένο στην πιο πάνω επιστολή ημερομηνίας 16.3.2021 έντυπο ημερομηνίας 28.12.2020 (βλ. ανωτέρω), ενώ με την θεραπεία Γ αυτής αξίωσε δικαστική απόφαση καταβολής του προαναφερόμενου διεκδικούμενου ποσού των €671,35. Υποβληθείσες προδικαστικές ενστάσεις ως προς τις αιτούμενες θεραπείες Β και Γ απορρίφθηκαν με το ακόλουθο σκεπτικό:
«Οι καθ' ων η αίτηση εγείρουν τρεις προδικαστικές ενστάσεις των οποίων η εξέταση έχει προτεραιότητα. Εισηγούνται ότι δεν δύναται ο αιτητής να προσβάλλει με μία προσφυγή δύο διοικητικές πράξεις, ότι η πράξη ημερομηνίας 28.12.2020 προσβάλλεται εκπρόθεσμα και ότι ατελέσφορα αιτείται ο αιτητής την καταβολή συγκεκριμένου ποσού αφού το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει ποσό.
Οι προδικαστικές ενστάσεις απορρίπτονται αφού αυτό που αιτείται ο αιτητής είναι τον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης ημερομηνίας 16.3.2021 στην οποία γίνεται αναφορά στην απόφαση της 28.12.2020 και όχι τον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης 28.12.2020 μεμονωμένα. Ούτε θεωρώ ότι αυτό που ζητεί ο αιτητής είναι να επιδικάσει το παρόν Δικαστήριο συγκεκριμένο ποσό αλλά να ελέγξει τη νομιμότητα της απόφασης να μην του καταβληθεί το σύνολο του ποσού που αυτός ζήτησε με την επιστολή του ημερομηνίας 12.1.2021.»
Δεν υπήρξε Αντέφεση επί της απόρριψης των προδικαστικών ενστάσεων και, ως εκ τούτου, αυτές δεν θα μας απασχολήσουν.
Με τρεις λόγους Έφεσης ο Εφεσείων προσβάλλει την ορθότητα της πρωτόδικης κρίσης.
Με τον πρώτο λόγο Έφεσης, βάλλει κατά της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να επιτρέψει, κατά την ενώπιον του δικαστική διαδικασία, την εκπρόθεσμη καταχώριση της Ένστασης από την πλευρά της Εφεσίβλητης, κατά παράβαση, ως ο Εφεσείων ισχυρίζεται, των προβλεπομένων στον Κανονισμό 4(β) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 2016 (εφεξής «οι Κανονισμοί») ως κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ίσχυαν, χαρακτηρίζοντας αυτή την απόφαση ως εσφαλμένη, πρόδηλα μεροληπτική, παράτυπη και αδικαιολόγητη.
Με τον δεύτερο λόγο Έφεσης, ο Εφεσείων στρέφεται εναντίον της αναφοράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου (χαρακτηρίζοντας αυτήν επίσης ως εσφαλμένη και πρόδηλα μεροληπτική), ότι, το εβδομαδιαίο επίδομα ανεργίας του υπολογίστηκε στο ποσό των €100,26, σε αντίθεση με το τι έχει αυτός ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατ’ ισχυρισμό του, αποδείξει, ήτοι ότι το εν λόγω εβδομαδιαίο επίδομα του ανερχόταν σε €124.80.
Τέλος, με τον τρίτο λόγο Έφεσης του, ο Εφεσείων, μη αποφεύγοντας και πάλι αναφορές περί παράνομου, προπαρασκευασμένου και μεροληπτικού τρόπου ενέργειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στρέφεται εναντίον της κατάληξης του ότι, δεν εντοπίζει κάποιο σφάλμα ή παρανομία στην προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνακόλουθη αυτού του συμπεράσματος απόρριψη της Προσφυγής.
Μελετήσαμε τα ενώπιον μας στοιχεία και τοποθετήσεις, γραπτές και προφορικές, των διαδίκων. Τα δεδομένα της παρούσης δεν επιβάλλουν την καταγραφή έκαστου επιχειρήματος των διαδίκων.
Όπως, συναφώς, αναφέρθηκε και στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου (ενεργούντος ως τριτοβάθμιου) ημερομηνίας 21.2.2024 στην Αίτηση Αρ. 9/23:
«Έχουμε υπόψη το σύνολο των επιχειρημάτων της κάθε πλευράς και το υλικό που τέθηκε ενώπιον μας, την πρωτόδικη απόφαση και την απόφαση του Εφετείου, περιλαμβανομένης της απόφασης του διαφωνήσαντος δικαστή. Δεν απαιτείται όμως να ενδιατρίψουμε πέραν των όσων απαιτούνται για τις ανάγκες της απόφασης. Όπως αναφέρθηκε στην Οδυσσέα ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 490:
«Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση, που μπορεί να έχει στη θεώρηση των επιδίκων θεμάτων.»
Η αρχή αυτή έχει επανειλημμένα τονιστεί (Βλ. μεταξύ άλλων, Νίκος Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 179/22, ημερ. 8.2.2023, Λ.Γ.Γ. (L.G) ν. Π.Γ., Έφεση Αρ. 2/23 (i-justice), ημερ. 21.6.2023, Sokolowski v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 52/19, ημερ. 23.6.2022, ECLI:CY:AD:2022:B267, , Ειρηναίος Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 61/2020, ημερ. 14.7.2022), ECLI:CY:AD:2022:B304»
Καταρχάς, ως γενικότερο σχόλιο που διατρέχει και τους τρεις λόγους Έφεσης:
Ισχυρισμοί περί μεροληψίας και προκατασκευασμένων αποφάσεων του εκδικάζοντος δικαστή είναι ιδιαιτέρως σοβαροί και οφείλουν να συνοδεύονται από επαρκή τεκμηρίωση. Η οποία ελλείπει, κρίνουμε, παντελώς στην παρούσα περίπτωση και, συνεπώς, τέτοιοι ισχυρισμοί απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Κατά τα λοιπά, κρίνουμε ότι, ουδείς εκ των λόγων Έφεσης ευσταθεί.
Αναλυτικότερα:
Όσον αφορά στον πρώτο λόγο Έφεσης (βλ. ανωτέρω), αποτελεί γεγονός ότι η Εφεσίβλητη, κατά την πρωτόδικη διαδικασία, όφειλε να καταχωρήσει την Ένσταση της εντός του χρονικού πλαισίου των 45 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης σ’ αυτήν της Προσφυγής (βλ. Κανονισμό 4(β) των Κανονισμών). Δεν έπραξε τούτο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε, στις 24.9.2021, οδηγίες για καταχώρηση της Ένστασης μέχρι τις 14.10.2021 (με ρήτρα μη συμμόρφωσης), καθώς και περαιτέρω οδηγίες για καταχώρηση εκ μέρους του Εφεσείοντα συμπληρωματικής (ως προς την αγόρευση την οποία ο Εφεσείων είχε ήδη αυτόβουλα καταχωρήσει στις 25.5.2021) γραπτής αγόρευσης. Η Ένσταση, ως διαπιστώθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, καταχωρήθηκε στις 28.9.2021, ήτοι εντός της δοθείσας από το πρωτόδικο Δικαστήριο προθεσμίας και η δίκη περατώθηκε, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, με την καταχώριση των αγορεύσεων των διαδίκων, την προσκόμιση του διοικητικού φακέλου, τη διεξαγωγή των διευκρινήσεων και, τέλος, με την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, εντός συνολικά περίπου 18 μηνών.
Αναμφίβολα, η δικονομική πρόνοια του Κανονισμού 4(β) των Κανονισμών για καταχώρηση Ένστασης εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, τέθηκε για να τηρείται από τους οφείλοντες καταχώρηση τέτοιου δικονομικού διαβήματος διαδίκους και είναι, ως προς αυτούς και όχι το Δικαστήριο, περιοριστικής φύσεως (βλ. Π. Δ. Δαγτόγλου «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», 6η Έκδοση, πλαγιάριθμος 288, σελ. 247»). Δεν καθορίζει όμως η συγκεκριμένη κανονιστική πρόνοια (ούτε η νομολογία) τις συνέπειες (αυτοδικαίως επερχόμενες ή άλλως πως) μη τήρησης της εν λόγω δικονομικά προβλεπόμενης προθεσμίας, ούτε τέτοιες απαντώνται σε οποιοδήποτε άλλο μέρος των Κανονισμών σε σχέση ειδικά με αυτή την περίπτωση. Εν τη απουσία, λοιπόν, ρητής πρόβλεψης τέτοιων ρητών και δεσμευτικών συνεπειών, αυτός που καλείται να λάβει τις κατάλληλες οδηγίες σε περίπτωση μη τήρησης δικονομικής κανονιστικής πρόβλεψης και έχοντας υπόψη τις συγκεκριμένες περιστάσεις και ανάγκες της υπόθεσης, είναι το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκδικάζεται η υπόθεση, στο οποίο ανήκει και η πρωτοβουλία για την πρόοδο της δίκης (βλ. Δαγτόγλου, ανωτέρω, πλαγιάριθμος 283 έπ.,σελ. 243, Κ. Παρασκευά «Κυπριακό Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», σελ. 109, πλαγ.14 έπ.). Αυτό, στη βάση των προβλεπομένων στον Διαδικαστικό Κανονισμό του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962 Κανονισμό, (αυτών εφαρμοζόμενων στη διοικητική δίκη δυνάμει του Κανονισμού 2 των Κανονισμών), ιδιαίτερα στη βάση των εκεί Κανονισμών 10.2 και 19, οι οποίοι ομιλούν αφ’ εαυτών και έχουν ως εξής:
«10 (2) Κατά την διάρκειαν της τοιαύτης ακροάσεως το Δικαστήριον ή Δικαστής δύναται να εκδώση τοιαύτας οδηγίας αναφορικώς προς περαιτέρω εγγράφους προτάσεις, λεπτομερεας, αποκάλυψιν ή επιθεώρησιν εγγράφων, αποδεικτικά μέσα, συμπεριλαμβανομένων ενόρκων ομολογιών αποδεικνυουσών τα γεγονότα εφ' ων βασίζεται έκαστος διάδικος, επιθεώρησιν του επιδίκου μέρους, διαδικασίαν συμφώνως προς την παράγραφον 2 του Άρθρου 134, ημερομηνίαν δημοσίας ακροάσεως, καταχώρησιν και ανταλλαγήν μεταξύ των διαδίκων εγγράφου επιχειρηματολογίας εντός καθοριζομένων χρονικών ορίων ως και την διάρκειαν τυχόν μεταγενεστέρων αγορεύσεων ή οιασδήποτε άλλας οδηγίας σχετικός τυχόν μεταγενεστέρων αγορεύσεων ή οιασδήποτε άλλας οδηγίας σχετικώς προς την διαδικασίαν της υποθέσεως ως ήθελε κρίνει αναγκαίον.»
[.]
19. Καθ' οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας το Δικαστήριον ή Δικαστής δύναται να εκδώση τοιαύτας οδηγίας, αι οποίαι απαιτούνται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.»
Συνεπώς, δικονομικά ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε οδηγίες στις 24.9.2021, ως προαναφέρθηκε, για καταχώρηση της Ένστασης της Εφεσίβλητης μέχρι τις 14.10.2021, θέτοντας την τεθείσα προθεσμία και υπό ρήτρα συμμόρφωσης. Οι δε, συγκεκριμένες οδηγίες του, με βάση τα ενώπιον του εκείνη τη στιγμή δεδομένα, βρίσκονται, κρίνουμε, σε αρμονία, αναλογία και ισορροπία με βασικές εκφάνσεις της δίκαιης δίκης (βλ. Κ. Παρασκευά, ανωτέρω, σελ. 115, πλαγιάριθμοι 32-34), ως αυτές οφείλουν να λαμβάνονται υπόψη για έκδοση σχετικών οδηγιών, όπως αυτές της ταχείας και ορθής απονομής της δικαιοσύνης και της εύλογης διάρκειας της δίκης (βλ. Κ. Παρασκευά, ανωτέρω, σελ. 118, πλαγιάριθμος 44 έπ και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), της ισότητας των όπλων για τους διαδίκους (βλ. Κ. Παρασκευά, ανωτέρω, σελ. 118, πλαγιάριθμοί 41-43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), αλλά και της παροχής της ευκαιρίας σε διάδικο να ακουστεί (βλ. και Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ζήνας Πουλλή (2001) 3 ΑΑΔ 1060).’Εδρασε έτσι, κρίνουμε, το πρωτόδικο Δικαστήριο προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος της Δικαιοσύνης.
Συνεπώς, με βάση τα προαναφερόμενα, ο πρώτος λόγος Έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Όσον αφορά στο δεύτερο και τρίτο λόγο Έφεσης, αφενός παρατηρούμε ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς, καταρχάς, παρέθεσε στην απόφαση του τον υπολογισμό, στον οποίο προέβη η Εφεσίβλητη στην επίδικη απόφαση σε σχέση με το εβδομαδιαίο επίδομα ανεργίας που αναγνωρίστηκε στον Εφεσείοντα (€100,26) και, συνεπώς, τίποτε το μεπτό, ως εκ της παράθεσης αυτού του (αληθούς) γεγονότος και μόνον στην απόφαση του.
Ο Εφεσείων διατείνεται, βεβαίως, ότι ο υπολογισμός αυτός ήταν λανθασμένος και λανθασμένα έγινε αποδεκτός ως ορθός από το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού το εν λόγω εβδομαδιαίο επίδομα ανερχόταν, κατά τους υπολογισμούς του, σε €124.80, λάθος το οποίο επεξηγεί, κατά τη θέση του, και το διεκδικούμενο οφειλόμενο ποσό προς αυτόν ύψους €671,35 (βλ. ανωτέρω).
Η θέση αυτή του Εφεσείοντα δεν μας βρίσκει σύμφωνους.
Έχουμε μελετήσει τις αναλυτικές επεξηγήσεις που παρέθεσε η Εφεσίβλητη για την απόφαση της στο διοικητικό φάκελο, Τεκμήριο 1 στην Προσφυγή (βλ., ενδεικτικά, εκεί ερ.6) και στο κείμενο της ίδιας της κοινοποίησης της προσβαλλόμενης απόφασης με την επιστολή ημερομηνίας 16.3.2021 (βλ. ανωτέρω) και διεξήλθαμε και τα έγγραφα που επισύναψε ο Εφεσείων στην Προσφυγή του, συμπεριλαμβανομένης της αλληλογραφίας του με την Εφεσίβλητη.
Δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε σφάλμα ή παρανομία, είτε στη νομική πρόνοια, η οποία στην περίπτωση εφαρμόστηκε, ούτε στην υπαγωγή των αντικειμενικών δεδομένων του Εφεσείοντα σ’ αυτήν, συμπεριλαμβανομένων και των εβδομάδων που ο τελευταίος εδικαιούτο επίδομα, ούτε στον καθορισμό του ύψους του ποσού που ο Εφεσίων εβδομαδιαία εδικαιούτο, ούτε στη χρήση και εφαρμογή, στην παρούσα περίπτωση, του προβλεπόμενου νομοθετικά αλγόριθμου προς εξεύρεση του δικαιούμενου από τον Εφεσείοντα ποσού, ο οποίος παρατίθεται και στην επιστολή ημερομηνίας 16.3.2021 (βλ. ανωτέρω). Κατά τα λοιπά, βεβαίως, τα δικαστήρια κατά την άσκηση της αναθεωρητικής τους δικαιοδοσίας δεν υπεισέρχονται, κατά κανόνα, σε ζητήματα ελέγχου του αποτελέσματος μαθηματικών υπολογισμών της διοίκησης (βλ., ενδεικτικά LOGICOM PUBLIC LIMITED ν. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ κ.α (2014) 3 Α.Α.Δ. 16).
Συνεπώς, με βάση τα προαναφερθέντα, ούτε ο δεύτερος και τρίτος λόγος Έφεσης ευσταθούν και απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Ως εκ των ανωτέρω, η Έφεση απορρίπτεται στο σύνολο της.
Η πρωτόδικη απόφαση και, κατ΄επέκταση, η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη επικυρώνονται.
Για σκοπούς επιμέτρησης των εξόδων της Έφεσης, λαμβάνουμε υπόψη το γεγονός ότι ο Εφεσείων χειρίστηκε μόνος του την υπόθεση του, την αξία και τη φύση του αντικειμένου της διοικητικής διαφοράς, αλλά και, γενικότερα, τις περιστάσεις της παρούσας περίπτωσης. Επιδικάζουμε, στη, βάση των πιο πάνω, μειωμένα έξοδα ύψους €500 εναντίον του Εφεσείοντα και υπέρ της Εφεσίβλητης, στο πλαίσιο και της πάγιας νομολογίας ότι τα έξοδα, κατά κανόνα, ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης (βλ., μεταξύ άλλων, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας (1999) 3 ΑΑΔ 23).
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Δ.
Ε. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο