ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου
Αρ.45/26 i-Justice)
8 Οκτωβρίου, 2026.
[ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/στές]
HASSAN ELSAYED ABOUELFADL HASSAN
Εφεσείων,
ν.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
1. ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ,
2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Εφεσίβλητης.
Μ. Μαυρονικόλας, για Λάνα Αλ Τάχερ και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντα.
Ν. Κουρσάρης, για Ν. Κουρσάρης Δ.Ε.Π.Ε., για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Εφεσίβλητη.
-------------------------
ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την Παπαγεωργίου, Δ.
-------------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.: Με τρεις λόγους Έφεσης, αξιώνεται η ακύρωση της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου, ημερ. 10.07.26, με την οποία απορρίφθηκε η Προσφυγή Αρ. 647/26(Κ) του Εφεσείοντα, εφεξής «η Προσφυγή», για ακύρωση της απόφασης των Εφεσιβλήτων, ημερ. 15.06.26, με την οποία ο Εφεσείων πληροφορήθηκε ότι κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης και εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης ίδιας ημερομηνίας.
Παραθέτουμε το ιστορικό της υπόθεσης, ως καταγράφεται πρωτοδίκως:
«Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, ο αιτητής αφίχθηκε για πρώτη φορά στη χώρα το 2013 με εξαήμερη άδεια επισκέπτη. Στις 29.10.2014 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας η οποία απορρίφθηκε τον Φεβρουάριο του 2015. Στις 10.4.2018 ο αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση η οποία, αφού εξετάστηκε, απορρίφθηκε στις 12.4.2018 και ο αιτητής ενημερώθηκε μέσω επιστολής ημερομηνίας 18.4.2018. Στις 18.9.2020 υπέβαλε δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση η οποία εγκρίθηκε στις 11.1.2024. Με επιστολή ημερομηνίας 22.2.2024 κλήθηκε ο αιτητής σε συνέντευξη αλλά επειδή ο αιτητής δεν παρουσιάστηκε, η διαδικασία διακόπηκε στις 19.3.2024 και ο αιτητής ενημερώθηκε με επιστολή ημερομηνίας 8.4.2024. Στις 6.2.2026 ο αιτητής καταχώρησε την προσφυγή αρ. 218/2026 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας κατά παράλειψης της διοίκησης να απαντήσει στις αιτήσεις του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας ημερομηνίας 29.10.2014 και 18.9.2020 της οποίας η εκδίκαση εκκρεμεί.»
Προέβαλε πρωτοδίκως ο Εφεσείων ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδόθηκαν παράνομα, εφόσον ο ίδιος ουδέποτε έλαβε γνώση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί των αιτήσεών του και, συνεπώς, κατέχει ακόμη το καθεστώς Αιτητή Ασύλου. Περαιτέρω, προέβαλε ότι η Δημοκρατία δεν εξέτασε την επιλογή επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και ότι η Διοίκηση ενήργησε κακόπιστα και υπό πλάνη.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης, έκρινε ότι ο Εφεσείων έλαβε γνώση περί της απόρριψης της αίτησής του, ημερ. 29.10.14. Τούτο, καθότι, ως ανέφερε το Δικαστήριο, ως προς την πρώτη αυτή αίτησή του υπήρχε τεκμήριο στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης ότι αυτός έλαβε την επιστολή απόρριψης της αίτησής του, ημερ. 11.02.15, στις 12.02.15, ενώ ως προς τη μεταγενέστερη αίτησή του, ημερ. 10.04.18, το Δικαστήριο ανέφερε ότι τεκμαίρεται ότι ο Εφεσείων έλαβε γνώση της απορριπτικής απόφασης, ημερ. 12.04.18, από το γεγονός ότι ο ίδιος καταχώρησε και δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση στις 18.09.20.
Η δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση του Εφεσείοντα, ημερ. 18.09.20, για επανάνοιγμα του φακέλου, εγκρίθηκε αρχικά προς περαιτέρω εξέταση στις 11.01.24. Οι δε προσπάθειες τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον Εφεσείοντα στο τηλέφωνο που ο ίδιος είχε δηλώσει (ερ. 56 και 72 σχετικού φακέλου) απέβησαν άκαρπες. Ταυτόχρονα, ο Εφεσείων κλήθηκε σε συνέντευξη, μέσω επιστολής, ημερ. 22.02.24, που στάλθηκε στη διεύθυνση που αυτός δήλωσε, αλλά δεν παρουσιάστηκε. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η διαδικασία να διακοπεί, και στάλθηκε επιστολή, ημερ. 08.04.24, ενημέρωσης στον Εφεσείοντα ότι η αίτηση του θεωρείται αποσυρθείσα (implicit withdrawal) (ερ. 95-98 του σχετικού φακέλου).
Στις 06.02.26, ο Εφεσείων καταχώρησε Προσφυγή στο Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας εναντίον της παράλειψης απάντησης της Διοίκησης στο αίτημά του, ημερ. 29.10.14 (πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία) και στο αίτημά του, ημερ. 18.09.20 (δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση του).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε εκτενώς με τη θέση του Εφεσείοντα ότι αυτός ουδέποτε έλαβε γνώση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί των εν λόγω αιτήσεων του και συνεπώς κατέχει ακόμα το καθεστώς αιτητή ασύλου.
Ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο τα εξής σχετικά:
«Στον διοικητικό φάκελο της Υπηρεσίας Ασύλου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2, εντοπίζεται η επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 11.2.2015 με την οποία πληροφορείται ο αιτητής για την απόρριψη της αίτησης που υπέβαλε στις 29.10.2014 με τη χειρόγραφη σημείωση στο κάτω μέρος και υπογραφή "Received by hand on 12/2/2015" (βλ. ερ. 39). Συνεπώς, έλαβε γνώση ο αιτητής περί της απόρριψης της αίτησής του.
Το ότι έλαβε γνώση προκύπτει, εξάλλου, και από το γεγονός ότι ο ίδιος καταχώρησε μεταγενέστερη αίτηση στις 10.4.2018. Σε σχέση με την επιστολή ημερομηνίας 18.4.2018 με την οποία πληροφορείται ο αιτητής για την απόρριψη της εν λόγω αίτησης, εντοπίζεται χειρόγραφη σημείωση επί της επιστολής «Αντίγραφο αποστάλθηκε στις Κεντρικές Φυλακές για υπηρεσιακή χρήση μόνο. Να υπογραφεί από τον αλλοδαπό για παραλαβή και αντίγραφο να επιστραφεί στην Υπηρεσία Ασύλου» (βλ. ερ. 48). Υπογεγραμμένη από τον αιτητή επιστολή δεν εντοπίζεται στον διοικητικό φάκελο εν πάση περιπτώσει, όμως, τεκμαίρεται η λήψη γνώσης της απόρριψης από την υποβολή από τον αιτητή δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης στις 18.9.2020.
Στη δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής στις 18.9.2020 καταγράφει ο ίδιος τη διεύθυνσή του (βλ. Τεκμήριο 2, ερ.56). Είναι σε αυτή τη διεύθυνση που δήλωσε ο αιτητής που αποστάλθηκε τόσο η επιστολή ημερομηνίας 22.2.2024 με την οποία καλείτο σε συνέντευξη ο αιτητής (βλ. ερ. 77) όσο και η επιστολή ημερομηνίας 8.4.2024 με την οποία πληροφορείται ότι η δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση θεωρείται ως αποσυρθείσα (βλ. ερ. 95). Και οι δύο αυτές επιστολές επιστράφηκαν στον αποστολέα ως αζήτητες. Επιπρόσθετα, εντοπίζεται ως ερυθρό 72 έντυπο όπου καταγράφεται ότι στις 8.2.2024 έγιναν προσπάθειες τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον αιτητή για να επιβεβαιωθεί η διευθέτηση της συνέντευξης με τη σημείωση "No answer".
Με βάση τα πιο πάνω, για σκοπούς ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων που προσβάλλονται στην υπό κρίση προσφυγή, δεν προκύπτει οτιδήποτε που να τεκμηριώνει τη θέση του αιτητή ότι κατά τον χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων ήταν αιτητής ασύλου.».
Ως προς την εισήγηση του Εφεσείοντα ότι η Διοίκηση δεν εξέτασε την επιβολή εναλλακτικών της κράτησης του μέτρων και ότι ενήργησε κακόπιστα και υπό πλάνη, το Διοικητικό Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σχετικά:
«Στην επιστολή ημερομηνίας 8.4.2024 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απόφαση επιστροφής δίδοντας ταυτόχρονα στον αιτητή το δικαίωμα οικειοθελούς αποχώρησης εντός επτά ημερών. Στην έκθεση ημερομηνίας 15.6.2026 από την Αστυνομία προς την καθ' ης η αίτηση 2 καταγράφεται ότι:
«Εν συνέχεια υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση η οποία έγινε δεκτή στις 11/01/2024 και στις 18/03/2024 έγινε σιωπηρή απόσυρση (Implict Withdrawal). Έκτοτε δεν έπραξε κάτι να διευθέτηση την παραμονή του και συνεχίζει να διαμένει παράνομα. Έγινε έλεγχος στο σύστημα Διαδραστικής της Αστυνομίας και δεν εντοπίζεται να εκκρεμεί οτιδήποτε εναντίον του. Η απαντητική επιστολή του εστάλη στις 8/4/2024.
2.Την 15/06/2026 και περί ώρα 1035 ο αλλοδαπός εντοπίσθηκε στον δρόμο στη Πλατεία Ελευθέριας στη Λευκωσία από μέλη του υποσταθμού Λήδρας. Αφού ελέγχθηκαν τα στοιχεία του μέσω της ΥΑ&Μ Λευκωσίας διαπιστώθηκε ότι αυτός βρίσκεται παράνομα στη Δημοκρατία. Την ίδια μέρα και ώρα 1055 ο αναφερόμενος αλλοδαπός συνελήφθηκε από τον Αστ. 3847 για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας. Αυτός μεταφέρθηκε και κρατείται στο ΧΩΚΑΜ Λίμνες. Ο αλλοδαπός πληροφορήθηκε για τα δικαιώματα που έχει και απορρέουν από το Νόμο 163(1)/2005.
3.Κατόπιν προφορικής συνέντευξης που έγινε στον αλλοδαπό, αυτός ανάφερε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στην χώρα του.
4.Εν όψει των πιο πάνω γίνεται εισήγηση όπως εναντίον του, εκδοθούν διατάγματα κράτησης και απέλασης, καθότι υπάρχει πιθανότητα διαφυγής του, για να απελαθεί στην χώρα του, αφού αυτός δεν συναινεί στον επαναπατρισμό του, γεγονός που υποδηλώνει πρόθεση μη συμμόρφωσης σε ενδεχόμενη απόφαση επιστροφής. Δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών πέραν την κράτησης, μέτρων και δεν παραβιάζεται η αρχή της επαναπροώθησης.»
Με τα πιο πάνω δεδομένα, οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν ορθά και νόμιμα. Ο αιτητής λόγω της παράνομης παραμονής του στη χώρα αποτελεί σύμφωνα με το Άρθρο 6(1)(κ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 απαγορευμένο μετανάστη και συνεπώς οι καθ' ων η αίτηση ασκώντας τις εξουσίες τους στη βάση του Άρθρου 14 εξέδωσαν το διάταγμα απέλασης και στη βάση του Άρθρου 18ΠΣΤ(1)(α) το διάταγμα κράτησης εφόσον έκριναν λόγω της άρνησης του αιτητή να επαναπατριστεί, ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής.»
Με τον πρώτο λόγο έφεσης, ο Εφεσείων ισχυρίζεται ότι-
«το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί τον Νόμο και/ή τα γεγονότα της υπόθεσης επειδή … η Διοίκηση δεν κατόρθωσε να επιτύχει πραγματική επίδοση των σχετικών εγγράφων». Εισηγείται ότι, «Στην προκειμένη περίπτωση, το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι, σε σχέση με την απόφαση επί της μεταγενέστερης αίτησης του 2018, δεν εντοπίζεται στον διοικητικό φάκελο υπογεγραμμένη επιστολή παραλαβής από τον Εφεσείοντα, αλλά παρά ταύτα καταλήγει ότι η γνώση «τεκμαίρεται» από την υποβολή δεύτερης μεταγενέστερης αίτησης το 2020. Πρόσθετα, οι επιστολές του 2024 που επιστράφηκαν ως αζήτητες και η ανεπιτυχής τηλεφωνική επικοινωνία ("Νo answer'") δεν μπορούν να λειτουργήσουν υπέρ της Διοίκησης ως αποδεικτικά στοιχεία γνώσης του διοικούμενου. Αντιθέτως, επιβεβαιώνουν ότι η επικοινωνία με τον Εφεσεiοντα δεν ολοκληρώθηκε επιτυχώς και ότι η Διοίκηση δεν κατόρθωσε να επιτύχει πραγματική επίδοση των σχετικών εγγράφων, και ως εκ τούτου τον θεωρούσαν αιτητή ασύλου. Κατά συνέπεια, η κρίση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσείων είχε απωλέσει την ιδιότητα του αιτητή διεθνούς προστασίας στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων περί κοινοποίησης των διοικητικών πράξεων, πλημμέλεια η οποία επηρέασε άμεσα τη νομιμότητα της ανακήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη και της έκδοσης των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης. Ως εκ τούτου, η εφεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω πλάνης περί το Νόμο και πρέπει να παραμερισθεί.».
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, ο Εφεσείων ισχυρίζεται ότι η αιτιολογία των Εφεσιβλήτων ως προς τη διαπίστωση ότι είχε απωλέσει την ιδιότητα του αιτητή διεθνούς προστασίας κατά τον χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων διοικητικών πράξεων, είναι «ανεπαρκής, αντιφατική και πλημμελής». Τούτο διότι, κατά την εισήγησή του, «η αιτιολογία περιορίζεται στην αναφορά ορισμένων εγγράφων του διοικητικού φακέλου και στη συναγωγή συμπερασμάτων από μεταγενέστερες ενέργειες του Εφεσείοντος, χωρίς να εξηγείται με ποιον ακριβώς τρόπο οι ενέργειες αυτές αποδεικνύουν ότι όλες οι προηγούμενες απορριπτικές αποφάσεις είχαν κοινοποιηθεί εγκύρως και είχαν καταστεί εκτελεστές έναντι αυτού. Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αξιολόγησε τη νομική σημασία του γεγονότος ότι ο Εφεσείων είχε ήδη καταχωρήσει την Προσφυγή υπ’ αριθ.218/2026, με αντικείμενο την παράλειψη της Διοίκησης να αποφανθεί επί των αιτήσεων του διεθνούς προστασίας, η οποία κατά τον χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων πράξεων εξακολουθούσε να εκκρεμεί ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας».
Οι λόγοι αυτοί κρίνονται συναφείς και ως εκ τούτου, θα τύχουν κοινής εξέτασης. Η κρίση μας είναι ότι αυτοί είναι αβάσιμοι, με το εξής σκεπτικό:
Πρώτον, ο Εφεσείων, με την Προσφυγή του, βάλλει κατά της απόφασης της Διοίκησης, ημερ. 15.06.26, με την οποία πληροφορήθηκε ότι ανακηρύσσεται απαγορευμένος μετανάστης και των σχετικών διαταγμάτων κράτησης και απέλασής του, ίδιας ημερομηνίας.
Η απόφαση αυτή, όπως ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο και όπως εμφαίνεται και από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, επιδόθηκε στον ίδιο τον Εφεσείοντα αυθημερόν και προσωπικώς, γεγονός που δεν αμφισβητείται.
Όπως επίσης δεν αμφισβητείται – αλλά και δεν σχολιάζεται καν από τον Εφεσείοντα – η παραλαβή της επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερ. 11.02.15, με την οποία απερρίφθη η πρώτη αίτησή του για παροχή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, αφού σ’ αυτήν φαίνεται από το ερ. 39 του σχετικού φακέλου (Τεκ. 2 στην πρωτόδικη διαδικασία) χειρόγραφη σημείωση και υπογραφή «Received by hand on 12/2/15». Πρόκειται για άμεση, έγγραφη και αδιάσειστη απόδειξη ιδιόχειρης παραλαβής και επίδοσης της επίδικης απόφασης.
Ως προς τις μεταγενέστερες αιτήσεις του, ημερ. 10.04.18 και 18.09.20 για επανάνοιγμα του φακέλου, η μεν πρώτη απορριπτική απόφαση στάλθηκε στις Κεντρικές Φυλακές, όπου κρατείτο ο Εφεσείων (ερ. 48-49 σχετικού φακέλου), η δε δεύτερη στάλθηκε στη διεύθυνση που ο ίδιος είχε δηλώσει ως τελευταία διεύθυνση του (ερ. 56-58 και 74 σχετικού φακέλου), χωρίς οποιαδήποτε άλλη επικαιροποίηση αλλαγής διεύθυνσης εκ μέρους του.
Παρατηρούμε επίσης ότι η επιστολή, ημερ. 08.04.24, με την οποία ο Εφεσείων ενημερώθηκε ότι οι αιτήσεις του, ημερ. 29.10.14 και 18.09.20 απερρίφθησαν[1], στάλθηκε στη διεύθυνση που ο ίδιος δήλωσε. Με την επιστολή αυτή, ο Εφεσείων ενημερώθηκε ότι εκδόθηκε εναντίον του απόφαση επιστροφής και του δόθηκε επτά ημερών περιθώριο οικειοθελούς αποχώρησης.
Όπως είναι παγίως νομολογημένο, η παράλειψη διοικούμενου να διατηρεί ενήμερη τη Διοίκηση ως προς τη δηλωθείσα διεύθυνση του ή να παραλαμβάνει την αλληλογραφία του, δεν δύναται να λειτουργεί υπέρ του, ούτε να μετακυλήσει στη Διοίκηση συνέπειες που ο ίδιος προκάλεσε.
Στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 63/20, Γεώργιος Ιακώβου και Κυπριακή Δημοκρατία, ημερ. 24.01.25, επαναβεβαιώθηκε η πάγια θέση της νομολογίας επί του ζητήματος της επίδοσης μιας επιστολής, ως ακολούθως:
«Ερχόμενοι στην εξέταση στην ουσία των λόγων έφεσης, σχετική επί του συγκεκριμένου ζητήματος είναι και η απόφαση στη Δημοκρατία v. Μ.Ε Λεωφορεία Αμμοχώστου Λτδ, Ε.Δ.Δ 57/2018, ημερ. 9.2.2024, όπου επισημάνθηκαν τα ακόλουθα:
«Το άρθρο 2 του Κεφ. 1 εναποθέτει το βάρος απόδειξης της μη λήψης της επιστολής στον παραλήπτη (Βλ. Katsiantonis v. Frantzeskou (1981) 1 C.L.R. 566). Η δε φράση «με τη συνηθισμένη πορεία του ταχυδρομείου», που αναφέρεται σε αυτό, σημαίνει τη λήψη της επιστολής σε 2 με 3 ημέρες, ενώ δεν επιβάλλεται η αποστολή με ασφαλισμένο ταχυδρομείο (Βλ. Θεμιστοκλέους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ. 415 και Napa Mermaid Hotel and Suites Ltd v. Δήμου Αγίας Νάπας, Υπόθεση αρ.6435/2013, ημερ. 18.12.2015, ECLI:CY:AD:2015:D846 )…
Στην Theodorou v. The Abbot of Kykko Monstery (1965) 1 C.L.R. 9, 18, επισημαίνεται ότι, υφίσταται τεκμήριο ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσης της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Επισημάνθηκε επίσης ότι, αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή, η οποία φέρει την ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε τεκμαίρεται ότι έφθασε στον προορισμό της (βλ. Ανδρέου v. P & D Crystal Line Co Ltd Πολ. Εφ. 10498 ημερ. 15.10.2001).
Σύμφωνα με τη νομολογία, εναπόκειται σε ένα αιτητή να αποδείξει ότι παρέλαβε εκπρόθεσμα ή καθόλου τη διοικητική πράξη. Εκείνος που προβάλλει τον ισχυρισμό θα πρέπει να τον τεκμηριώσει (βλ. Πατάτας ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 248 και HadjiGavriel v. Republic (1986) 3(A) C.L.R 52)».
Σχετική επίσης είναι και Παφίτης v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Ε.Δ.Δ 84/2017, ημερ. 6.3.2024».
Όπως περαιτέρω λέχθηκε στην Έφεση Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 38/25, S.M. v. Δημοκρατίας, ημερ. 27.02.26-
«Πρόσφατα, είχαμε την ευκαιρία να υποδείξουμε στη Χριστάκης Κυριάκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.79/2022, ημερ. 28.01.26, ότι αν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπάρχει αποδεικτικό υλικό που να φανερώνει την αποστολή της επίμαχης επιστολής, σε συγκεκριμένη ημερομηνία και στη σωστή διεύθυνση, τότε τεκμαίρεται ότι αυτή έχει παραδοθεί στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Την ευθύνη δε τέτοιας απόδειξης, φέρει ο διάδικος ο οποίος επικαλείται τέτοιο ισχυρισμό και πρέπει να προκύπτει από το υλικό του διοικητικού φακέλου.
Εν προκειμένω, υπό τα δεδομένα της περίπτωσης, ότι δηλαδή υπάρχει ρητή και υπογεγραμμένη καταγραφή ότι η επιστολή ημερομηνίας 13.12.23 στάλθηκε ταχυδρομικώς στη σωστή διεύθυνση που ο ίδιος ο Εφεσείων δήλωσε και σε συγκεκριμένη ημερομηνία, κρίνουμε ότι δεν έχει ανατραπεί το τεκμήριο της παράδοσης και λήψης της επιστολής από τον Εφεσείοντα, η οποία τεκμαίρεται ότι έφθασε στο προορισμό της. Κατά συνέπεια απορρίπτεται ο Λόγος Έφεσης Αρ.2.»
Στην προκείμενη περίπτωση, η διεύθυνση ήταν αυτή που ο ίδιος ο Εφεσείων είχε δηλώσει και η επιστολή, ημερ. 08.04.24, στάλθηκε με συστημένο ταχυδρομείο. Αυτό σημαίνει ότι ο παραλήπτης της λαμβάνει, στη δηλωθείσα διεύθυνση, ειδοποίηση άφιξης συστημένης επιστολής, προκειμένου να παρουσιαστεί στο ταχυδρομείο για την παραλαβή της. Παρατηρούμε ότι στο ερ.97-98 του σχετικού διοικητικού φακέλου, περιέχεται η καρτέλα του ταχυδρομείου, ημερ. 18.04.24, με την οποία η επιστολή, ημερ. 08.04.24 επιστράφηκε ως «αζήτητη». Επομένως, η επιστολή αυτή, η οποία κατατέθηκε στο ταχυδρομείο και αποστάλθηκε στην ορθή δηλωθείσα διεύθυνση προς τον Εφεσείοντα, ουσιαστικά δεν αναζητήθηκε από τον ίδιο τον Εφεσείοντα, ως καταγράφει η ένδειξη «αζήτητη».
Λαμβανομένου υπόψη πως δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα της διεύθυνσης, αλλά ούτε και προσκομίστηκε μαρτυρία πως ο Εφεσείων δεν έλαβε ειδοποίηση άφιξης συστημένης επιστολής, διαπιστώνεται ότι ο Εφεσείων έλαβε την ειδοποίηση άφιξης συστημένης επιστολής και αδιαφόρησε, εκδηλώνοντας, το λιγότερο, αμέλεια η αδιαφορία για την τύχη της (Οδυσσέως ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 481). Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, δεν κάμφθηκε το τεκμήριο λήψης γνώσης της άνω επιστολής, ημερ. 08.04.24.
Δεν έχει, συνεπώς, αποσείσει ο Εφεσείων το σχετικό βάρος απόδειξης ως όφειλε, δεδομένου και ότι σύμφωνα με τη θεωρία της κατανομής του βάρους απόδειξης, ο κάθε διάδικος φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του (βλ. Πατάτας ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 248, Α.Ε. 49/12 Σάββα ν. Δημοκρατίας, ημερ. 07.02.18 και Σκουρής «Το βάρος Απόδειξης στη Διοικητική Δίκη» (1981), σελ. 20). Συνεπώς, το τεκμήριο της νομιμότητας υπέρ των πράξεων της Διοίκησης δεν έχει ανατραπεί, με αποτέλεσμα ο Εφεσείων, έχοντας ενημερωθεί δεόντως ότι απώλεσε το καθεστώς αιτητή ασύλου και ότι τερματίστηκε το δικαίωμα παραμονής του στη Δημοκρατία, δεόντως κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης μετά την εκπνοή της προθεσμίας οικειοθελούς αποχώρησης.
Ως προς τον ισχυρισμό που αναπτύσσεται στον δεύτερο λόγο έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε το γεγονός ότι ο Εφεσείων καταχώρησε την Προσφυγή με Αρ. 218/26 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας με αντικείμενο την ισχυριζόμενη «παράλειψη» της Διοίκησης να αποφανθεί επί των αιτήσεων του για διεθνή προστασία, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς και καθηκόντως ασχολήθηκε με την επίδικη πράξη που αφορούσε την κήρυξη του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη, καθώς και με την απόφαση έκδοσης των σχετικών διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, ημερ. 15.06.26 και ορθώς περιορίστηκε στον έλεγχο που ήταν αναγκαίος στο πλαίσιο εξέτασης του ζητήματος που εγέρθηκε σε σχέση με την κοινοποίηση των επίδικων ενώπιον του αποφάσεων, κρίση η οποία ήταν, ως αποφανθήκαμε ανωτέρω, ορθή. Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, ο πρώτος και δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης, ο Εφεσείων ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, αναφορικά με την επιβολή της κράτησης και παρέλειψε να εξετάσει ουσιαστικά εάν η Διοίκηση είχε συμμορφωθεί με την υποχρέωσή της να αξιολογήσει την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα της κράτησής του, καθώς και τη δυνατότητα επιβολής ηπιότερων εναλλακτικών μέτρων.
Κρίνουμε ορθό το σκεπτικό και την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, όπως καταγράφεται ανωτέρω, για τους ακόλουθους λόγους:
Σύμφωνα με το άρθρο 18ΠΣΤ(1) του Κεφ. 105, η έκδοση διαταγμάτων κράτησης είναι δυνατή «εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπεται να εφαρμοστούν άλλα επαρκή αλλά λιγότερο αναγκαστικά μέτρα [.]». Αυτή η προϋπόθεση συνιστά έκφανση της Αρχής της Αναλογικότητας.
Στην επίδικη απόφαση κράτησης, ημερ. 15.06.26, ρητώς αναφέρεται ότι ο Εφεσείων αρνείται να επαναπατριστεί, καθώς και το γεγονός της μη συμμόρφωσής του σε προηγούμενη απόφαση επιστροφής, αλλά και ότι δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων. Επίσης, ρητώς αναφέρεται ότι από την 01.05.24, ο Εφεσείων παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία, χωρίς να έχει πράξει οτιδήποτε, για περίοδο δύο ετών, προς νομιμοποίηση της παραμονής του.
Βάσει των στοιχείων του σχετικού διοικητικού φακέλου, η αναφορά του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης σε προηγούμενη απόφαση επιστροφής (προηγούμενη, έναντι του προσβαλλόμενου διατάγματος απέλασης, ημερ. 15.06.26), ευλόγως τεκμαίρεται ότι εννοεί την απορριπτική διοικητική απόφαση, ημερ. 08.04.24, η οποία, όχι μόνο απορρίπτει την αίτηση, ημερ. 29.10.14 και 18.09.20, του Εφεσείοντα για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, αλλά τερματίζει το δικαίωμα διαμονής του και τον καλεί να αναχωρήσει οικειοθελώς από την Κύπρο εντός επτά ημερών.
Στον διοικητικό φάκελο εντοπίζεται σημείωμα, ημερ. 15.06.26 (κ. 37-38 σχετικού φακέλου) της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Αστυνομίας, εφεξής «η ΥΑΜ», προς τη Διευθύντρια, η οποία το υπογράφει χειρόγραφα την ίδια ημερομηνία.
Με το εν λόγω σημείωμα υποβάλλεται εισήγηση στη Διευθύντρια για την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων κράτησης και απέλασης.
Στο εν λόγω σημείωμα, η ΥΑΜ παρέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«3. Κατόπιν προφορικής συνέντευξης που έγινε στον αλλοδαπό, αυτός ανάφερε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του.
4. Εν όψει των πιο πάνω γίνεται εισήγηση όπως εναντίον του αλλοδαπού, εκδοθούν διατάγματα κράτησης και απέλασης, καθότι υπάρχει πιθανότητα διαφυγής του, για να απελαθεί στην χώρα του, αφού αυτός δεν συναινεί στον επαναπατρισμό του, γεγονός που υποδηλώνει πρόθεση μη συμμόρφωσης σε ενδεχόμενη απόφαση επιστροφής. Δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών πέραν της κράτησης, μέτρων και δεν παραβιάζεται η αρχή της επαναπροώθησης.».
Τα ανωτέρω καταδεικνύουν ότι η ΥΑΜ, αφενός, ασχολήθηκε με τη δυνατότητα εφαρμογής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και, αφετέρου, για τους λόγους που αναφέρονται, έκρινε ότι αυτή η δυνατότητα δεν υφίστατο.
Η Διευθύντρια κατά την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης, υιοθέτησε ως δική της αιτιολογία πλέον και την προρρηθείσα εισήγηση της ΥΑΜ προς έκδοση του διατάγματος κράτησης (βλ. ρητή αναφορά του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης: «ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ θεώρησα ότι είναι αναγκαίο η/ο HASSAN ELSAYED ABOUELFADL HASSAN, να παραμείνει υπό κράτηση, καθότι διαπιστώθηκε ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής σύμφωνα με το Άρθρο 18ΠΣΤ(1)(Α), του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (1952-2025) και το Άρθρο 15(1)(α) της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαίκής Ένωσης. Δεδομένης της άρνησης για επαναπατρισμό του/της και της μη συμμόρφωσης σε προηγούμενη απόφαση επιστροφής, δεν υπάρχει περιθώριο εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.»).
Στη βάση των πιο πάνω, κρίνουμε αβάσιμη τη θέση του Εφεσείοντα πως το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης εκδόθηκε κατά παράβαση της Αρχής της Αναλογικότητας.
Εν κατακλείδι, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, κρίνουμε ότι δεν παρουσιάστηκε κανένα ικανό στοιχείο που να καθιστά την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου τρωτή ή να κατατείνει στο ότι η κράτηση του Εφεσείοντα υπερβαίνει τα όρια του αναγκαίου και ανάλογου υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ώστε να χρειάζεται η παρέμβασή μας. Ο λόγος κράτησης αναφέρετο στην ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση και η αιτιολογία συμπληρώνεται και από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου (βλ. ανωτέρω), όπως ήταν και η -ορθή- διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Συνεπώς, και αυτός ο λόγος έφεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Έφεση απορρίπτεται και οι προσβαλλόμενες αποφάσεις επικυρώνονται, με έξοδα €2.000-, πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει, εναντίον του Εφεσείοντα και υπέρ της Εφεσίβλητης.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Δ.
Ε. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ.
[1]Ως προς την πρώτη απορριπτική επιστολή, ημερ. 29.10.14, αυτή δόθηκε ιδιοχείρως στον Εφεσείοντα στις 12.02.15, ως αναφέρθηκε ανωτέρω.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο