ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
(Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 67/2024)
21 Οκτωβρίου, 2026
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, ΜΙΧΑΗΛ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ
1. ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
2. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Εφεσείουσα,
v.
1. ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ Ο ΕΠΗΡΕΑΖΌΜΕΝΟΣ ΠΡΩΗΝ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ
2. EVANISON DEVELOPERS LTD
Εφεσίβλητων.
--------------------
Αίτηση ημερομηνίας 27/7/2026 για επαναφορά της Έφεσης
Φ. Χριστοφίδης, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσείουσα.
Ν. Γεωργίου, για ΚΑΛΛΗΣ & ΚΑΛΛΗΣ Δ.Ε.Π.Ε., για τoυς Εφεσίβλητους.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕYΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Επιδιώκεται από την Εφεσείουσα Κυπριακή Δημοκρατία με την παρούσα Αίτηση, ο παραμερισμός της απόφασης απόρριψης της Έφεσης και της έκδοσης διαταγής επαναφοράς της στο στάδιο που βρισκόταν πριν απορριφθεί καθώς και η συνέχιση της εκδίκασης της. Επιζητείται επίσης η έκδοση διατάγματος, με το οποίο να δίδεται χρόνος μιας ημέρας για την καταχώρηση του περιγράμματος αγόρευσης της.
Η Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023, στον περί Εφέσεων (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2023 (6/2023), στον περί Εφέσεων (Προδικασία, Περιγράμματα Αγορεύσεων, Περιορισμός του Χρόνου των Προφορικών Αγορεύσεων και Συνοπτική Διαδικασία για την Απόρριψη Προδήλως Αβάσιμων Εφέσεων) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1996 (4/1996), στον Διαδικαστικό Κανονισμό του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 2023 (2/2023), στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Το Μέρος 41 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, υπό τον τίτλο «Εφέσεις» και ειδικότερα ο Κανονισμός 41.18, υποπαράγραφοι (1)(4) και (5) διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«(1) Αν ο εφεσείων παραλείψει να καταχωρίσει περίγραμμα αγόρευσης, η έφεση απορρίπτεται .
[…]
(4) Στο τέλος εκάστου μηνός, ο Πρωτοκολλητής του Εφετείου ετοιμάζει κατάλογο των εφέσεων στις οποίες οι διάδικοι παρέλειψαν να καταχωρίσουν περιγράμματα αγορεύσεων και θέτει τον κατάλογο ενώπιον του αρμοδίου Εφετείου, το οποίο επιλαμβάνεται του θέματος.
(5) Έφεση ή αντέφεση που απορρίπτεται, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, επαναφέρεται όταν αποδεικνύεται ότι η μη καταχώριση περιγράμματος αγόρευσης, οφείλεται σε λόγο πέραν των δυνάμεων του εφεσείοντα ή του εφεσιβλήτου ανάλογα με την περίπτωση, με αποτέλεσμα η μη επαναφορά της να ισοδυναμεί με αποστέρηση του δικαιώματος να ακουστούν».
Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Καρασαμάνη, δικηγόρου της Εφεσείουσας, ο οποίος δηλώνει τα ακόλουθα:
Στις 17/7/2026 ενημερώθηκε ότι το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε στις 14/7/2026 την Έφεση, λόγω μη καταχώρησης του περιγράμματος αγόρευσης της Εφεσείουσας. Κατά τον ενόρκως δηλούντα, ο λόγος της μη καταχώρησης του ήταν η αιφνίδια και τραγική απώλεια της μητέρας του στις 24/12/2025, γεγονός που τον ανάγκασε να απουσιάσει από την εργασία του από τις 18/12/2025 μέχρι την 8/1/2026. Παρά την επάνοδο του, σημειώνει, η περίοδος που ακολούθησε τους επόμενους μήνες ήταν ιδιαίτερα δύσκολη εφόσον εβρίσκετο σε βαρύ πένθος και συντριβή, είχε επηρεαστεί η καθημερινότητα του και η ψυχική και συναισθηματική του κατάσταση, ήταν σε περίοδο σύγχυσης ενώ καθημερινά επιδόθηκε σε μια επίπονη προσπάθεια αναδιοργάνωσης της εργασίας του και διαχείρισης του φόρτου εργασίας που συσσωρεύτηκε λόγω της απουσίας του.
Εξαιτίας της δυσμενούς κατάστασης και σύγχυσης στην οποία βρισκόταν δεν μπόρεσε να ερευνήσει ο ίδιος σε ποιο στάδιο βρισκόταν η υπόθεσή του, παρά μόνο αφού ενημερώθηκε στις 17/7/2026 για την απόρριψη της Έφεσης οπότε και αντέδρασε άμεσα ενημερώνοντας τον συνάδελφο του για καταχώρηση της παρούσας Αίτησης.
Παρά το γεγονός ότι η άλλη πλευρά δεν ενίσταται στην Αίτηση, το ίδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να διαγνώσει αν πρόκειται για κατάλληλη περίπτωση έγκρισης αιτήματος επαναφοράς Έφεσης.
Στην πρόσφατη απόφαση του του Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην Ντόκος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 95/21, ημερομηνίας 19/5/2026, αφού αναφέρθηκε στις αρχές που εφαρμόζονται σε περιπτώσεις του είδους, με ιδιαίτερη αναφορά στη Ρουβανίας Λτδ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 191 και Μιάρης κ.ά. ν. Λαική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (2009) 1 Α.Α.Δ. 435, υπό τα δεδομένα εκείνης της αίτησης ενέκρινε την αίτηση επαναφοράς, σημειώνοντας πως καταστάσεις που απολήγουν σε αποδυνάμωση του δικηγόρου στο βαθμό που να μην μπορεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του, μπορούν να οδηγήσουν σε έγκριση τέτοιων αιτήσεων, όταν αυτό σαφώς απαιτείται από τη δικαιοσύνη του πράγματος.
Μεταφέρονται τα όσα εκεί λέχθηκαν:
«Στη Ρουβανιάς Λτδ κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ.191, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε ασχοληθεί με το πανομοιότυπο του Κ.41.18, Κανονισμό 13(ε) του περί Εφέσεων (Προδικασία, Περιγράμματα Αγορεύσεων, Περιορισμός του Χρόνου των Προφορικών Αγορεύσεων και Συνοπτική Διαδικασία για την απόρριψη προδήλως Αβάσιμων Εφέσεων) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1996.
Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα:
«"Ο διάδικος δεν μπορεί κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No.2) Co. Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992:
Τhe court should not be astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded."
Το κριτήριο της επαναφοράς περικλείεται στη φράση "πέραν των δυνάμεων του εφεσείοντα ή αντεφεσείοντα". Εκφράζει με σαφήνεια την πρόθεση των συντακτών του Κανονισμού να περιορίσουν στο ελάχιστο το πεδίο άσκησης της δικαιοδοσίας για επαναφορά. Προφανώς γιατί διαφορετική αντιμετώπιση θα μπορούσε να δημιουργήσει επικίνδυνα ρήγματα στην εφαρμογή της αρχής της τελεσιδικίας. Τελευταία, στην Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Αγαθοκλή Παπαγεωργίου κ.ά. (2000) 3 Α.Α.Δ.151, κρίναμε ότι η λανθασμένη εκτίμηση των δικηγόρων που οδήγησε σε απόσυρση της έφεσης δεν αποτελούσε λόγο επαναφοράς.
Δεν μπορεί το λάθος που έγινε σε αυτή την περίπτωση, με οποιαδήποτε ερμηνευτική προσέγγιση, να θεωρηθεί σαν δικαιολογητικός λόγος για επαναφορά. Μια τέτοια ερμηνεία θα κακοποιούσε το καθαρό νόημα του κανονισμού. Η φράση δεν μπορεί παρά να σημαίνει εξαιρετικό, έκτακτο ή σπάνιο συμβάν ή περίσταση, που είναι απρόβλεπτο και εκτός ελέγχου. Ό,τι συνέβη εδώ δεν εμπίπτει στο κριτήριο επαναφοράς που έθεσε ο κανονισμός. Ούτε καν στο κριτήριο της Grand Metropolitan, ανωτέρω, στην περίπτωση που ίσχυε.»
Έχουμε μελετήσει τα δεδομένα της υπόθεσης σε συσχετισμό βεβαίως με τις αρχές που η Νομολογία έχει θέσει.
Κρίνουμε πως η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται ως προς τις περιστάσεις της από τα δεδομένα της Ρουβανιάς (ανωτέρω), καθώς και άλλων συναφών αυτής (Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ.72/21, 12.11.25).
Στην κρινόμενη υπόθεση, το δεσπόζον στοιχείο που αποτελεί την αιτία της παράλειψης να καταχωρηθεί εντός του οριζόμενου χρόνου ήταν η σοβαρή ασθένεια της μητέρας της δικηγόρου που είχε πολλαπλές συνέπειες στη δική της ζωή. Δεν έχουμε διαγνώσει έλλειψη σεβασμού προς τις δικαστικές διαδικασίες, ούτε αμέλεια ή έλλειψη προγραμματισμού.
Ισχύουν θεωρούμε, αυτά που λέχθησαν σε άλλες αυθεντίες στις οποίες τα πραγματικά τους περιστατικά ήταν τέτοια που οδήγησαν το Δικαστήριο στην αποδοχή αίτησης επαναφοράς έφεσης.
Στη Μιάρης κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (2009) 1 Α.Α.Δ.435, ενώ επισημάνθηκε πως η νομολογία δεν ευνοεί την εύκολη παροχή άδειας για επαναφορά έφεσης, τονίσθηκε πως καταστάσεις που απολήγουν σε τέτοια αποδυνάμωση του δικηγόρου που να μην μπορεί να ανταποκριθεί, στα καθήκοντά του, δύναται να οδηγήσουν σε έγκριση τέτοιων αιτήσεων, όταν αυτό σαφώς απαιτείται από τη δικαιοσύνη του πράγματος.
Στη Μανώλη ν. Ελευθερίου (2000) 1 Α.Α.Δ.2034 ακολουθήθηκε η ίδια προσέγγιση και αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Η σαφήνεια του νομικού πλαισίου μέσα στο οποίο καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει αίτημα για επαναφορά έφεσης δεν καθιστά πάντοτε χωρίς δυσκολία την άσκηση κρίσης αναφορικά με τι είναι που δικαιολογούν τα περιστατικά της συγκεκριμένης περίπτωσης. Η παρούσα περίπτωση μας έχει προβληματίσει ιδιαίτερα. Αποκλίναμε τελικά προς την άποψη ότι το πρόβλημα εδώ προέκυψε από αντικειμενικούς παράγοντες που αποδυνάμωσαν τον δικηγόρο του εφεσείοντος σε βαθμό που δεν μπορούσε να ανταποκριθεί σε ό,τι απαιτείτο, με αποτέλεσμα να μην καθίστατο πρακτικώς εφικτή η άσκηση των δικαιωμάτων του εφεσείοντος. Θεωρούμε λοιπόν πως μπορεί εν προκειμένω να συγχωρεθεί η παράλειψη».
Στη βάση των πιο πάνω και στην απουσία ένστασης της άλλης πλευράς, αλλά και έχοντας διαγνώσει απουσία έλλειψης σεβασμού στις δικαστικές διαδικασίες ή αμέλεια ή έλλειψη προγραμματισμού, θεωρούμε ότι δύναται να ασκήσουμε τη διακριτική μας εξουσία υπέρ της έγκρισης της αίτησης, αφού φαίνεται ότι ο αιφνίδιος θάνατος της μητέρας του δικηγόρου της Eφεσείουσας απέληξε σε αποδυνάμωση του, κατά τρόπο ώστε δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του.
Συνεπώς εκδίδονται διαταγές ως οι παράγραφοι Α – Δ της Αίτησης.
Ουδεμία διαταγή για έξοδα.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ – ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
Ε. ΜΙΧΑΗΛ - ΓΑΛΑΝΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο