ΑΡΧΗ ΨΗΦΙΑΚΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ v. ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΥΓΕΙΑΣ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 8/2023, 22/10/2026
print
Τίτλος:
ΑΡΧΗ ΨΗΦΙΑΚΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ v. ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΥΓΕΙΑΣ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 8/2023, 22/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ                                                                             

(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 8/2023 (i-Justice))

 

22 Οκτωβρίου, 2026

 

[ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

  ΑΡΧΗ ΨΗΦΙΑΚΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

                                                                             Εφεσείουσα,

                                                               v.

 

    ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

 

 

Εφεσίβλητου.

 

Ν. Κλεάνθους (κα), για Χρίστο Μ. Τριανταφυλλίδη, για Εφεσείουσα

Μ. Πανταζή (κα), για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσίβλητο

 

 

ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Κωμοδρόμο, Δ.:

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Δ.: Με τρεις λόγους Έφεσης, η Εφεσείουσα βάλλει κατά της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 6.2.2023, στην Προσφυγή Αρ. 1493/2022 (i-Justice), με την οποία ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση απόρριψης της ένστασης του Εφεσίβλητου, ημερομηνίας 16.5.2022, κατά της προηγηθείσας απόφασης επιβολής σε αυτόν τέλους χρηματοδότησης για το έτος 2022, ύψους €1.054.725. Το εν λόγω, επίδικο, τέλος είχε επιβληθεί από την Εφεσείουσα, Αρχή Ψηφιακής Ασφάλειας («η Αρχή»), και συγκεκριμένα από τον Επίτροπο Επικοινωνιών, ο οποίος είναι, σύμφωνα με τον περί Ασφάλειας Δικτύων και Συστημάτων Πληροφοριών Νόμο (Ν. 89(Ι)/2020), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»), ο επικεφαλής της Αρχής και εθνική αρχή για την ασφάλεια δικτύων και συστημάτων πληροφοριών και γνωστοποιήθηκε στον Εφεσίβλητο δι’ επιστολής ημερομηνίας 14.12.2021.

 

Προηγουμένως, με την περί Ορισμού του Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας ως Φορέα Εκμετάλλευσης Βασικών Υπηρεσιών Απόφαση του 2021, ημερομηνίας 8.11.2021, ο Επίτροπος Επικοινωνιών είχε ορίσει τον Εφεσίβλητο ως φορέα εκμετάλλευσης βασικών υπηρεσιών για τον τομέα της υγείας για την υπηρεσία “Health Insurances Services (General Healthcare System)”, με επίπεδο κρισιμότητας «Πολύ Υψηλό». Ο Εφεσίβλητος έλαβε γνώση αυτής της απόφασης δι’ επιστολής της Εφεσείουσας, ημερομηνίας 10.11.2021.

 

Με επιστολή της προς τον Εφεσίβλητο, ημερομηνίας 14.12.2021, η Εφεσείουσα επέβαλε στον Εφεσίβλητο τέλος χρηματοδότησης για το έτος 2022, το οποίο, σύμφωνα με το σχετικό τιμολόγιο που επισυναπτόταν στην επιστολή,  ανερχόταν στο ποσό των €1.054.725.

 

Ο Εφεσίβλητος αντέδρασε, υποβάλλοντας ένσταση κατά της πιο πάνω απόφασης, αρχικά δι’ ηλεκτρονικού μηνύματος, ημερομηνίας 23.12.2021 και στη συνέχεια μέσω των δικηγόρων του, στις 3.5.2022, και πάλι δι’ ηλεκτρονικού μηνύματος, στο οποίο εξειδικεύονταν τα όσα εν είδει ενστάσεως αναφέρονταν στο αρχικό ηλεκτρονικό μήνυμά του. 

 

Η ένσταση απορρίφθηκε με την επίδικη απόφαση της Εφεσείουσας, ημερομηνίας 16.5.2022. Στην εν λόγω απόφαση, αναφέρονταν και τα εξής:

 

«Στον όρο «κρατικοί φορείς» εντάσσονται τα Υπουργεία και τα Τμήματα τους καθώς και όλες τις Κυβερνητικές υπηρεσίες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα δεν εντάσσονται στην κατηγορία «κρατικοί φορείς» και σύμφωνα με την παράγραφο (4) του Κανονισμού 5 των περί Ασφάλειας Δικτύων και Συστημάτων Πληροφοριών (Τέλη) Κανονισμών του 2020 (Κ.Δ.Π. 359/2020), οι φορείς υποβάλλουν στον Επίτροπο, ακριβή, σαφή και ενημερωμένα στοιχεία πιστοποιημένα από ανεξάρτητο εγκεκριμένο ελεγκτή ως προς το ύψος των ακαθάριστων ετήσιων εσόδων το αργότερο μέχρι την 30η Αυγούστου του έτους χ-1, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τον τρόπο υπολογισμού των τελών (βλ. και Παράρτημα Κανονισμών) Το γεγονός ότι τα ακαθάριστα ετήσια έσοδα προέρχονται, μεταξύ άλλων, από εισφορές που πληρώνονται για σκοπούς του γενικού σχεδίου υγείας, δεν αναιρεί ούτε τον χαρακτηρισμό του ΟΑΥ ως Φορέα Εκμετάλλευσης Βασικών Υπηρεσιών για τον Τομέα της Υγείας με επίπεδο κρισιμότητας Πολύ Υψηλό, ούτε τις νομικές και οικονομικές υποχρεώσεις που υπέχει βάσει αυτού του χαρακτηρισμού.

 

Συναφώς, σας εφίσταται η προσοχή στην επιστολή μας ημερομηνίας 19 Ιανουαρίου 2022 (επισυνάπτεται για εύκολη αναφορά), στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφερόταν ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 8(4) των Κανονισμών μετά την πάροδο της προθεσμίας της 13ης Iανoυαρίoυ 2022, στο οφειλόμενο ποσό προστίθενται αυτομάτως τόκοι υπερημερίας σύμφωνα με τον περί Ενιαίου Δημοσίου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμο. Σημειώστε δε ότι σύμφωνα με την επιφύλαξη του Κανονισμού 5(7)(γ) των Κανονισμών το τέλος καθίσταται καταβλητέο, έστω και αν υποβληθούν παραστάσεις. Όσον αφορά τον χρόνο καταβολής των Τελών για το έτος 2022, αυτά έπρεπε να είχαν πληρωθεί το αργότερο μέχρι την 13η Iανoυαρίoυ 2022, σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 3 της Απόφασης περί Καθορισμού Χρόνου Καταβολής των Τελών για το έτος 2022 (Κ.Δ.Π. 511/2021).

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο ΟAY θα πρέπει να προβεί σε άμεση εξόφληση του τέλους χρηματοδότησης για το έτος 2022. Λαμβάνοντας υπόψη τον Κανονισμό 10 των προαναφερόμενων Κανονισμών, σε περίπτωση παράλειψης καταβολής του καθορισμένου ετήσιου τέλους εντός της προθεσμίας σύμφωνα με τον Κανονισμό 8, ο Επίτροπος δύναται να επιβάλει στο φορέα (εν προκειμένω, φορέας είναι ο ΟΑΥ) διοικητικό πρόστιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 του Νόμου 89(Ι)/2000 καθώς και της περί Συλλογής Πληροφοριών και Επιβολής Διοικητικού Προστίμου Απόφασης του 2021 (Κ.Δ.Π. 251/2021).».

 

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ακύρωσε την πιο πάνω απόφαση, εντοπίζοντας, όπως το αντιλαμβανόμαστε, εμφιλοχώρηση πλάνης ως προς την υπό της Εφεσείουσας ερμηνεία και εφαρμογή της οικείας πρωτογενούς και δευτερογενούς νομοθεσίας, καθώς και ως προς τον υπολογισμό του επιβληθέντος προς τον Εφεσίβλητο τέλους χρηματοδότησης για το έτος 2022, αλλά και έλλειψη επαρκούς αιτιολόγησης της φύσης του εν λόγω τέλους ως ανταποδοτικού. Ειδικότερα, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από το πρωτόδικο Δικαστήριο:

 

«Παρατηρώ ότι στους Κανονισμούς 5 και 7 δεν γίνεται καμία αναφορά στον όρο «κρατικός φορέας» ως γίνεται στο Παράρτημα των Κανονισμών. Ο όρος αυτός δεν συναντάται ούτε στον Νόμο. Είναι σημαντική, όμως, η διάκριση μεταξύ των δύο όρων αφού ανάλογα με το πού κατατάσσεται ένας φορέας, διαφοροποιείται και η μέθοδος υπολογισμού των επιβαλλόμενων τελών.

 

Η καθ' ης η αίτηση με απόφασή της ημερομηνίας 8.11.2021 όρισε τους αιτητές «ως Φορέα Εκμετάλλευσης Βασικών Υπηρεσιών για τον Τομέα της Υγείας, για τις υπηρεσίες που ορίζονται στο Παράρτημα της παρούσας Απόφασης». Η υπηρεσία που καταγράφεται στο παράρτημα της απόφασης είναι "Health Insurance Services (General Healthcare System)" και η υποδομή που υποστηρίζει την υπηρεσία καταγράφεται ως "Integrated Information System (accessible by HIO, Medical staff, pharmacies, patients, call-centre operators)".

 

Ο ορισμός του φορέα εκμετάλλευσης βασικών υπηρεσιών δίδεται στο Άρθρο 2 του Νόμου και σημαίνει:

 

«τη δημόσια ή ιδιωτική οντότητα είδους που αναφέρεται σε Απόφαση που εκδίδει η Αρχή και η οποία οντότητα πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 27»

 

Συνεπώς, ο όρος «κρατικός φορέας» στον οποίο γίνεται αναφορά στο Παράρτημα των Κανονισμών δεν μπορεί να σημαίνει κάτι διαφορετικό από τον όρο «δημόσια οντότητα» που συναντάται στο Άρθρο 2 του Νόμου.

 

Οι αιτητές αποτελούν, σύμφωνα με το Άρθρο 3 του περί Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμου, Ν. 89(Ι)/2001, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Στο Άρθρο 2Α του Νόμου καθορίζεται ο σκοπός του Νόμου και των αιτητών και είναι ο εξής:

 

«2Α. Σκοπός του παρόντος Νόµου είναι η εισαγωγή γενικού συστήµατος υγείας στη Δηµοκρατία ως σύστηµα κοινωνικής ασφάλισης για παροχές υγείας και η εγκαθίδρυση Οργανισµού Ασφάλισης Υγείας («ο Οργανισµός») για την εφαρµογή, παρακολούθηση και διαχείριση του Συστήµατος, ώστε να προάγεται η κοινωνική αλληλεγγύη, η ισότιµη πρόσβαση και η αποδοτική χρήση των πόρων.»

 

Ως σκοπός των αιτητών ορίζεται σύμφωνα με το Άρθρο 4(1) του Νόμου η εφαρμογή του γενικού συστήματος υγείας.

 

Στους νόμους που ρυθμίζουν τα διάφορα ζητήματα των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (βλ., μεταξύ άλλων, Ν. 115/1990, 155/1990) δίδεται ο εξής ορισμός:

 

««Νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου» σηµαίνει νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου ή άλλο οργανισµό δηµοσίου δικαίου, που ιδρύεται προς το δηµόσιο συµφέρον δυνάµει νόµου ·»

 

Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι για σκοπούς εφαρμογής του περί Ασφάλειας Δικτύων και Συστημάτων Πληροφοριών Νόμου και των σχετικών με αυτόν Κανονισμών, οι αιτητές αποτελούν δημόσια οντότητα και προάγουν σκοπό δημοσίου συμφέροντος.

 

Συνεπώς, η μεταχείρισή τους για σκοπούς υπολογισμού των τελών στη βάση του Παραρτήματος των Κανονισμών θα έπρεπε να είχε γίνει ως κρατικού φορέα άρα στη βάση των πραγματικών δαπανών  των αιτητών και όχι στη βάση των ακαθάριστων εσόδων των αιτητών. Το ζήτημα αυτό είχε περιληφθεί ως λόγος ένστασης στην ένσταση που υπέβαλαν οι αιτητές αλλά όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η καθ' ης η αίτηση υπό πλάνη και χωρίς να αντιπαραβάλει τις πρόνοιες του ιδίου του Νόμου ο οποίος διαχωρίζει τις οντότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του σε δημόσιες και ιδιωτικές, αρκέστηκε στο να καταλήξει ότι στον όρο ««κρατικοί φορείς» εντάσσονται τα Υπουργεία και τα Τμήματα τους καθώς και όλες οι κυβερνητικές υπηρεσίες της Κυπριακής Δημοκρατίας» αλλά όχι τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

 

Εντοπίζεται, επιπρόσθετα, ακόμα ένα σφάλμα στην απόφαση της καθ' ης η αίτηση και αφορά στο έτος που λήφθηκε υπόψη. Στην επιστολή της καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 14.12.2021 που συνοδεύει το τιμολόγιο επιβολής τέλους για το έτος 2022 αναφέρεται ότι ο υπολογισμός βασίζεται σε στοιχεία που αφορούν τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα των αιτητών για το 2019. Όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, το έτος που λαμβάνεται υπόψη είναι το υπό αναφορά έτος πλην 2. Δηλαδή, για το έτος 2022 αυτό που λαμβάνεται υπόψη είναι το έτος 2020 και όχι ως εσφαλμένα έλαβε υπόψη της η καθ' ης η αίτηση το έτος 2019.

 

Σε ότι αφορά στην εισήγηση των αιτητών για την ανάγκη ανταποδοτικότητας τέλους που επιβάλλεται, η εισήγηση είναι ορθή και δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, το τέλος που επιβάλλεται να εκφεύγει των προνοιών του Νόμου. Όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, ο σκοπός της καθ' ης η αίτηση είναι σύμφωνα με το Άρθρο 6(1) η  ασφάλεια των δικτύων και συστημάτων πληροφοριών και ο συντονισμός της υλοποίησης της στρατηγικής κυβερνοασφάλειας. Συνεπώς, το όποιο τέλος επιβάλλεται δεν μπορεί παρά να καλύπτει μόνο όσα είναι απαραίτητα για την επιτέλεση του πιο πάνω σκοπού.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση δεν τέθηκε τίποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιτρέπει τον έλεγχο του κατά πόσο το επιβληθέν τέλος ικανοποιεί τις πιο πάνω παραμέτρους το οποίο, ούτως ή άλλως, υπολογίστηκε εσφαλμένα για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί.».

 

Με τον πρώτο λόγο Έφεσης, η Εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι o όρος «κρατικός φορέας» δεν μπορεί να σημαίνει κάτι διαφορετικό από τον όρο «δημόσια οντότητα», με αποτέλεσμα να θεωρήσει ότι, επειδή ο Εφεσίβλητος είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, θα έπρεπε, για σκοπούς υπολογισμού των τελών, να τύχει μεταχείρισης ως «κρατικός φορέας», στη βάση των πραγματικών δαπανών. Κατά τη σχετική εισήγηση, παρόλο που κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχε στην οικεία νομοθεσία ερμηνεία του όρου «κρατικός φορέας», o νομοθέτης, στο Παράρτημα των περί Ασφάλειας Δικτύων και Συστημάτων Πληροφοριών (Τέλη) Κανονισμών του 2020 (Κ.Δ.Π. 359/2020), όπου και προβλέπεται η μεθοδολογία υπολογισμού των τελών, επέλεξε τον όρο «κρατικός φορέας» και όχι τον όρο «δημόσια οντότητα», προκειμένου να προσδιορίσει ότι για τον υπολογισμό του τέλους που επιβάλλεται στον εν λόγω φορέα, λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές του δαπάνες αντί τα ετήσια ακαθάριστα έσοδα. Αν o όρος «κρατικός φορέας», συνεχίζει η πλευρά της Εφεσείουσας, είχε, σύμφωνα με την Κ.Δ.Π. 359/2020, την ίδια σημασία με τον όρο «δημόσια οντότητα», o νομοθέτης θα χρησιμοποιούσε τον όρο «δημόσια οντότητα» και στην Κ.Δ.Π. 359/2020. Συνεπώς, υποβάλλει η ευπαίδευτη συνήγορος της Εφεσείουσας, υπάρχουν Φορείς Εκμετάλλευσης Βασικών Υπηρεσιών, που, ναι μεν είναι δημόσιες οντότητες, σε αντιδιαστολή με τις ιδιωτικές για σκοπούς του ορισμού του «φορέα εκμετάλλευσης βασικών υπηρεσιών», ως προβλέπεται στο άρθρο 3 του Νόμου, αλλά δεν είναι κρατικοί φορείς. Η δημόσια οντότητα έχει πιο ευρεία έννοια από αυτήν του κρατικού φορέα. Ως εκ τούτου, καταλήγει η πλευρά της Εφεσείουσας, η υπό του νομοθέτη επιλογή και μόνον της φράσης «κρατικός φορέας», ως αυτή περιέχεται στο Παράρτημα της Κ.Δ.Π. 359/2020, καταδεικνύει ότι δεν είναι και δεν μπορούν όλες οι δημόσιες οντότητες να είναι κρατικοί φορείς.

 

Με τον δεύτερο λόγο Έφεσης, η Εφεσείουσα προβάλλει ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε σφάλμα στην απόφασή της ως προς το έτος που λήφθηκε υπόψη για τον υπολογισμό του επίδικου τέλους χρηματοδότησης για το έτος 2022 και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα η Αρχή έλαβε υπόψη στοιχεία που αφορούσαν τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα του Εφεσίβλητου για το έτος 2019. Και τούτο, καθότι, σύμφωνα με τον Κανονισμό 5 της Κ.Δ.Π. 359/2020, παρέχεται στον Επίτροπο Επικοινωνιών η δυνατότητα να υπολογίζει το πληρωτέο τέλος, λαμβάνοντας υπόψη ιστορικά και επικουρικά στοιχεία σχετικά με τα έσοδα του φορέα και για έτη και/ή και για χρονική περίοδο άλλην από την προβλεπόμενη[1]. Εν προκειμένω, από τη στιγμή που ο Εφεσίβλητος, με την επιστολή του ημερομηνίας 13.12.2021, είχε αναφέρει ότι τα ελεγμένα αποτελέσματα του έτους 2020 δεν ήσαν διαθέσιμα και έθεσε τα ελεγμένα αποτελέσματα για το έτος 2019, προκειμένου αυτά να ληφθούν υπόψη από την Εφεσείουσα, ορθά o Επίτροπος Επικοινωνιών έλαβε υπόψη, σύμφωνα με τον Κανονισμό 5, τα στοιχεία του έτους 2019, ως αυτά δόθηκαν από τον Εφεσίβλητο, αντί τα στοιχεία του 2020, τα οποία ο ίδιος ο Εφεσίβλητος είχε αναφέρει ότι δεν ήσαν διαθέσιμα.

 

Τέλος, με τον τρίτο λόγο Έφεσης, η Εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε τεθεί τίποτε ενώπιόν του, που να του επιτρέπει τον έλεγχο του κατά πόσον το επίδικο τέλος δεν εκφεύγει των προνοιών του Νόμου και είναι πράγματι ανταποδοτικό και/ή ανταποκρίνεται στην ανάγκη ανταποδοτικότητας.

 

Έχουμε εξετάσει με τη δέουσα προσοχή το σύνολο των ενώπιόν μας τεθέντων, κατόπιν μελέτης των περιγραμμάτων αγόρευσης των διαδίκων, της πρωτόδικης απόφασης, αλλά και του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης.

 

Ξεκινώντας από τον πρώτο λόγο Έφεσης, είναι γεγονός ότι στο κείμενο του Νόμου, δεν περιέχεται ορισμός του όρου «κρατικός φορέας», ούτε και συναντάται ο όρος αυτός στο Νόμο. Αντίθετα, στην Κ.Δ.Π. 359/2020 και δη στο Παράρτημα αυτής, στο οποίο παραπέμπουν οι Κανονισμοί 5 και 7 και όπου και προβλέπεται η μεθοδολογία προσδιορισμού του ύψους των τελών, γίνεται ρητή αναφορά σε «κρατικούς φορείς», οι «πραγματικές δαπάνες» των οποίων λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό του ετήσιου τέλους. Κρίνεται σκόπιμη η αυτολεξεί παράθεση του κειμένου του εν λόγω Παραρτήματος με τίτλο «ΤΕΛΗ ΓΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ» (η υπογράμμιση και ο τονισμός δικά μας):

 

«Προσδιορισμός Ύψους Τελών

 

Το ετήσιο τέλος για το έτος Χ ανά φορέα, ως ποσοστό του προϋπολογισμού εσόδων που αφορούν την Αρχή, αντιστοιχεί στο λόγο του σταθμισμένου κύκλου εργασιών (συνολικά ελεγμένα ακαθάριστα ετήσια έσοδα στους τομείς και υποτομείς που ορίζονται από το Νόμο,- στην περίπτωση παροχέων δικτύων ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών μόνο από υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών), ή των πραγματικών δαπανών (για κρατικούς φορείς) του κάθε φορέα για το έτος Χ-2, έναντι του σταθμισμένου κύκλου εργασιών ή των πραγματικών δαπανών (για κρατικούς φορείς) του συνόλου των φορέων που καθορίζονται ως φορείς κρίσιμων υποδομών πληροφοριών, φορείς εκμετάλλευσης βασικών υπηρεσιών, παροχείς ηλεκτρονικών επικοινωνιών και παροχείς ψηφιακών υπηρεσιών στην Δημοκρατία για την ίδια περίοδο, με ελάχιστο ετήσιο διοικητικό τέλος τα οκτακόσια πενήντα ευρώ (€850) (βλ. πιο κάτω πίνακα).

 

Οι φορείς κρίσιμων υποδομών πληροφοριών και οι φορείς εκμετάλλευσης βασικών υπηρεσιών καθορίζονται ως τέτοιοι με συγκεκριμένο επίπεδο κρισιμότητας. Οι παροχείς ηλεκτρονικών επικοινωνιών οι οποίοι δεν βρίσκονται στον κατάλογο με τους φορείς κρίσιμων υποδομών πληροφοριών ή οι παροχείς ψηφιακών υπηρεσιών οι οποίοι δεν βρίσκονται στον κατάλογο με τους φορείς κρίσιμων υποδομών πληροφοριών ή με τους φορείς εκμετάλλευσης βασικών υπηρεσιών, καταβάλουν το ελάχιστο διοικητικό τέλος των οκτακόσια πενήντα ευρώ (€850).».

 

Επί της ουσίας, σύμφωνα με τα αμέσως ανωτέρω προβλεπόμενα, υφίστανται δυο διακριτές βάσεις υπολογισμού του επιβλητέου ετήσιου τέλους: αφενός, ο κύκλος εργασιών και, αφετέρου, οι πραγματικές δαπάνες, εφόσον πρόκειται για κρατικούς φορείς. Η εν λόγω διάκριση, όπως ορθά επισήμανε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, είναι όντως ουσιώδους σημασίας, εφόσον, ανάλογα με το που κατατάσσεται ένας φορέας, διαφοροποιείται και η μέθοδος υπολογισμού των επιβαλλόμενων προς αυτόν τελών. 

 

Ως έχει ήδη λεχθεί πιο πάνω, με Απόφασή του, ημερομηνίας 8.11.2021, ο Επίτροπος Επικοινωνιών είχε ορίσει τον Εφεσίβλητο ως φορέα εκμετάλλευσης βασικών υπηρεσιών για τον τομέα της υγείας για την υπηρεσία “Health Insurances Services (General Healthcare System)”, με επίπεδο κρισιμότητας «Πολύ Υψηλό». Ο δε ορισμός του όρου «φορέας εκμετάλλευσης βασικών υπηρεσιών» προβλέπεται στο άρθρο 2 του Νόμου και σημαίνει «τη δηµόσια ή ιδιωτική οντότητα είδους που αναφέρεται σε Απόφαση που εκδίδει η Αρχή και η οποία οντότητα πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 27·».

 

Περαιτέρω, δεν αμφισβητείται ότι ο Εφεσίβλητος αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, που ιδρύθηκε δυνάμει του περί Γενικού Συστήµατος Υγείας Νόµου (Ν.89(Ι)/2001)[2] και σκοπός του οποίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 4 του εν λόγω Νόμου, η εφαρµογή γενικού συστήµατος υγείας. Σύμφωνα δε με το άρθρο 2Α του υπό αναφορά Νόμου, ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, -

 

««2Α. Σκοπός του παρόντος Νόµου είναι η εισαγωγή γενικού συστήµατος υγείας στη Δηµοκρατία ως σύστηµα κοινωνικής ασφάλισης για παροχές υγείας και η εγκαθίδρυση Οργανισµού Ασφάλισης Υγείας («ο Οργανισµός») για την εφαρµογή, παρακολούθηση και διαχείριση του Συστήµατος, ώστε να προάγεται η κοινωνική αλληλεγγύη, η ισότιµη πρόσβαση και η αποδοτική χρήση των πόρων.»

 

Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω, είναι σαφές ότι ο Εφεσίβλητος, για τους σκοπούς εφαρμογής του Νόμου, αποτελεί δημόσια οντότητα και προάγει σκοπό δημοσίου συμφέροντος.

 

Επιπρόσθετα, και σε άμεση συνάρτηση με τα πιο πάνω, δεν αμφισβητείται ότι ο ετήσιος προϋπολογισμός του Εφεσίβλητου υποβάλλεται στη Βουλή των Αντιπροσώπων προς έγκριση, ως συμβαίνει με κάθε κρατικό οργανισμό, σύμφωνα με τον περί της Δημοσιονομικής Ευθύνης και του Δημοσιονομικού Πλαισίου Νόμο (Ν.20(Ι)/2014), ως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου και τους εκεί προβλεπόμενους ορισμούς, ««Νοµικό Πρόσωπο Δηµοσίου Δικαίου» σηµαίνει Νοµικό Πρόσωπο Δηµοσίου Δικαίου ή άλλο οργανισµό δηµοσίου δικαίου, που ιδρύθηκε προς το δηµόσιο συµφέρον, δυνάµει νόµου και στο οποίο η Δηµοκρατία ασκεί άµεσα ή έµµεσα καθοριστική επιρροή, διορίζοντας περισσότερα από τα µισά µέλη του διοικητικού, διευθυντικού ή εποπτικού οργάνου του·», ενώ ««κρατικός οργανισµός» σηµαίνει Νοµικό Πρόσωπο Δηµόσιου Δικαίου, συµπεριλαµβανοµένων των Ρυθµιστικών Εποπτικών Αρχών, εκτός από την Κεντρική Τράπεζα, τις Αρχές Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τις οντότητες Γενικής Κυβέρνησης·».

 

Έτι περαιτέρω, υπέρ της φύσης του Εφεσίβλητου ως κρατικού φορέα συνηγορεί και ο διορισμός των μελών του από το Υπουργικό Συμβούλιο: σύμφωνα με το άρθρο 5(3) του Νόμου 89(Ι)/2001, ο Πρόεδρος και τα διοριζόµενα µέλη του Εφεσίβλητου διορίζονται από το Υπουργικό Συµβούλιο, µε όρους που καθορίζονται από το Υπουργικό Συµβούλιο στην πράξη του διορισµού τους.

 

Υπ’ αυτά τα δεδομένα, συμφωνούμε με την πρωτόδικη κρίση ότι ο όρος «κρατικός φορέας», στον οποίο γίνεται αναφορά στο Παράρτημα της Κ.Δ.Π. 359/2020, δεν μπορεί να σημαίνει κάτι διαφορετικό από τον όρο «δημόσια οντότητα» που συναντάται στο άρθρο 3 του Νόμου (ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι εσφαλμένα στην πρωτόδικη απόφαση γίνεται αναφορά στο άρθρο 2 του Νόμου).

 

Διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση, πέραν του ότι θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τις πιο πάνω διαπιστώσεις και θα συνιστούσε υπέρβαση του Νόμου, στον οποίο τέτοιος όρος δεν συναντάται, αναπόφευκτα θα απέληγε και σε παράλογα αποτελέσματα, εφόσον, εν τοις πράγμασι, ο Εφεσίβλητος δεν θα μπορούσε να υπαχθεί σε καμία από τις υπό του προεκτεθέντος Παραρτήματος της Κ.Δ.Π. 359/2020 προβλεπόμενες κατηγορίες υπολογισμού και επιβολής τέλους και, συνακόλουθα, δεν θα μπορούσε να τού επιβληθεί οποιοδήποτε τέλος, δεδομένου ότι αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που επιτελεί δημόσια αποστολή και δεν λειτουργεί με σκοπό την πραγματοποίηση εμπορικού κύκλου εργασιών. Συνεπώς, η μη συμπερίληψή του στην εννοιολογική εμβέλεια του «κρατικού φορέα», θα καθιστούσε αδύνατη την επιβολή σε αυτόν οποιουδήποτε τέλους.

 

Μάλιστα, και προς επίρρωση της πιο πάνω διαπίστωσής μας, κρίνουμε ότι κάθε άλλο παρά άσχετη θα μπορούσε να θεωρηθεί η, μεταγενέστερη του ουσιώδους χρόνου, τροποποίηση του Νόμου, με τον περί Ασφάλειας Δικτύων και Συστηµάτων Πληροφοριών (Τροποποιητικό) Νόµο του 2025 (Ν.60(Ι)/2025): με το άρθρο 5 του εν λόγω Νόμου, τροποποιείται το άρθρο 3 του Νόμου, δια της ρητής προσθήκης, στους εκεί προβλεπόμενους ορισμούς, του ορισμού του όρου «κρατικός φορέας» ως ακολούθως:

 

««κρατικός φορέας» ή «κεντρική κυβέρνηση» σημαίνει τα Υπουργεία, τα Υφυπουργεία, τα τμήματα τους, τις υπηρεσίες τους, τις διευθύνσεις τους, τους φορείς συνταγματικών εξουσιών και υπηρεσιών, τις ανεξάρτητες υπηρεσίες και τις βασικές ή/και σηµαντικές οντότητες που περιλαµβάνονται στον προϋπολογισµό της Δηµοκρατίας·».

 

 

Δια της εν λόγω τροποποίησης, πέραν της συμπλήρωσης ενός κενού που προδήλως υφίστατο, ως άλλωστε και ο ίδιος ο νομοθέτης αναγνώρισε, αποκαλύπτεται και η πρόθεση του νομοθέτη να περιλάβει στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου, αλλά και στην εννοιολογική εμβέλεια του «κρατικού φορέα», «βασικές ή/και σηµαντικές οντότητες που περιλαµβάνονται στον προϋπολογισµό της Δηµοκρατίας», όπως είναι και ο Εφεσίβλητος.

 

Τα πιο πάνω, βεβαίως, βρίσκονται σε συμβατότητα και με τους κανόνες ερμηνείας των νόμων και των κανονισμών. Κατά πάγια νομολογία, οι εν λόγω κανόνες καθιερώνουν τη γραμματική ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία οι νόμοι θα πρέπει να ερμηνεύονται με βάση το πραγματικό και/ή φυσικό και κατά κυριολεξία νόημα των λέξεων (PRETORIAN ENTERPRISES LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 69/2018, ημερ. 11.1.2024, Δήμος Γαλατάκης Λτδ ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 78, Ghalanos Distributors Ltd v. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 528, Γυμναστικός Σύλλογος «Τα Ολύμπια» ν. Δήμου Λεμεσού, Ε.Δ.Δ. 95/2019, ημερ. 05.06.24), εκτός εάν αυτό βρίσκεται σε αντίθεση ή ασυμφωνία με οποιαδήποτε ρητή πρόθεση ή δηλωμένο σκοπό του νόμου ή οδηγεί σε αποτέλεσμα παράλογο, οπότε, σε τέτοια περίπτωση, και προς εξυπηρέτηση της λειτουργικότητας των νόμων, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το αντικείμενο και ο σκοπός του Νόμου (Cyprus General Bonded & Transit Stores v. Δημοκρατίας (1993) 4 Α.Α.Δ. 2546, Haris Theodorides v. The Central Bank of Cyprus (1985) 3 C.L.R., 721, 722). Παρομοίως, και στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που έχουν προεκτεθεί, δεν μπορεί παρά να ληφθεί υπόψη και ο σκοπός του νομοθέτη και η εξυπηρέτηση της λειτουργικότητας των νόμων, αλλά και η αποφυγή κατάληξης σε παράλογα αποτελέσματα.

 

Κατά συνέπεια και κατ’ εφαρμογή των πιο πάνω, κρίνουμε ορθή την υπό του πρωτόδικου Δικαστηρίου κρίση ότι «ο όρος «κρατικός φορέας» στον οποίο γίνεται αναφορά στο Παράρτημα των Κανονισμών δεν μπορεί να σημαίνει κάτι διαφορετικό από τον όρο «δημόσια οντότητα» που συναντάται στο Άρθρο 2 του Νόμου» (ως έχουμε ήδη υποδείξει, η ορθή αναφορά είναι το άρθρο 3 του Νόμου). Συνακόλουθα, ορθή είναι και η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η μεταχείριση του Εφεσίβλητου, για σκοπούς υπολογισμού των τελών στη βάση του Παραρτήματος της Κ.Δ.Π. 359/2020, θα έπρεπε να είχε γίνει ως κρατικού φορέα, ήτοι να είχε λάβει χώρα στη βάση των πραγματικών δαπανών του Εφεσίβλητου, και όχι στη βάση των ακαθάριστων εσόδων του, ως εσφαλμένα έπραξε η Εφεσείουσα.

 

Ως εκ των πιο πάνω, ο πρώτος λόγος Έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται. Αν και αυτή δε η κρίση μας σφραγίζει άνευ ετέρου και την τύχη της υπό κρίση Έφεσης, εντούτοις, κρίνουμε σκόπιμο να επισημάνουμε τη βασιμότητα του δεύτερου λόγου Έφεσης. Η εξέταση και διατύπωση άποψης επί του συγκεκριμένου λόγου Έφεσης θα συνιστούσε, υπό άλλες συνθήκες, ακαδημαϊκό εγχείρημα και, όπως είναι νομολογημένο, το Εφετείο δεν ασχολείται, ούτε και εξετάζει ακαδημαϊκά θέματα (Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Ανδρούλλας Θεοφάνους, Ε.Δ.Δ. 28/2017, ημερ. 5.10.2023, Δημοκρατία ν. S.O., Υποθ. Αρ. 28/2025 i-Justice, ημερ. 24.6.2026, Βαττής ν. Αυξεντίου κ.α. (Αρ. 1) (2014) 1(Α) Α.Α.Δ. 68). Ωστόσο, δεδομένης της επικύρωσης της πρωτόδικης διαπίστωσης περί εσφαλμένης και/ή πεπλανημένης ερμηνείας και εφαρμογής του οικείου νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου και, συνακόλουθα, περί βάσιμου λόγου ακύρωσης, που αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε επανεξέταση εκ μέρους της Διοίκησης, στη βάση των στοιχείων του ουσιώδους χρόνου, κρίνουμε σκόπιμο να επισημάνουμε και τα εξής, σε σχέση με τον δεύτερο λόγο Έφεσης:

 

Η Εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε σφάλμα στην απόφασή της ως προς το έτος που λήφθηκε υπόψη για τον υπολογισμό του επίδικου τέλους χρηματοδότησης για το έτος 2022 και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα η Αρχή έλαβε υπόψη της στοιχεία που αφορούσαν τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα του Εφεσίβλητου για το έτος 2019 και όχι αυτά του 2020.

Ο Κανονισμός 5 της Κ.Δ.Π. 359/2020, με πλαγιότιτλο «Γενικές αρχές υπολογισμού των τελών», παρέχει στον Επίτροπο Επικοινωνιών τη δυνατότητα να υπολογίζει το πληρωτέο τέλος, λαμβάνοντας υπόψη ιστορικά και επικουρικά στοιχεία σχετικά με τα έσοδα του φορέα και για έτη και/ή και για χρονική περίοδο άλλην από την προβλεπόμενη. Σύμφωνα με τον εν λόγω Κανονισμό, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει-

 

«(3) Τα πιστοποιημένα από ανεξάρτητο εγκεκριμένο ελεγκτή τέλη για το έτος αναφοράς (έτος x), εισπράττονται τον Δεκέμβριο του έτους x-1, στη βάση των ακαθάριστων ετήσιων εσόδων του έτους x-2.

 

(4) Οι φορείς υποβάλλουν στον Επίτροπο, ακριβή, σαφή και ενημερωμένα στοιχεία πιστοποιημένα από ανεξάρτητο εγκεκριμένο ελεγκτή ως προς το ύψος των ακαθάριστων ετήσιων εσόδων το αργότερο μέχρι την 30η Αυγούστου του έτους x-1.

 

(5) Σε περίπτωση που φορέας παραλείψει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις της παραγράφου (3), ο Επίτροπος υπολογίζει το πληρωτέο τέλος σύμφωνα με τις πρόνοιες του Παραρτήματος, λαμβάνοντας υπόψη ιστορικά και επικουρικά στοιχεία σχετικά με τα έσοδα του φορέα.».

 

 

Εν προκειμένω, από τη στιγμή που ο ίδιος ο Εφεσίβλητος, με την επιστολή του προς τον Επίτροπο Επικοινωνιών, ημερομηνίας 13.12.2021 (παράρτημα 8 στο δικόγραφο της ένστασης), είχε αναφέρει ότι τα ελεγμένα αποτελέσματα του έτους 2020 δεν ήσαν διαθέσιμα κατά τον ουσιώδη χρόνο και έθεσε τα ελεγμένα αποτελέσματα για το έτος 2019, προκειμένου αυτά να ληφθούν υπόψη από την Εφεσείουσα, ορθά o Επίτροπος έλαβε υπόψη, σύμφωνα με τον Κανονισμό 5(3), τα στοιχεία του έτους 2019, αντί τα στοιχεία του 2020, ως επικουρικά στοιχεία, άμεσα σχετικά με τα έσοδα του Εφεσίβλητου, τα οποία, βεβαίως, στη βάση και των όσων σχετικών έχουμε αναφέρει κατά την εξέταση του πρώτου λόγου Έφεσης, έπρεπε να είχαν προσδιοριστεί σύμφωνα με το προεκτεθέν Παράρτημα, ως έσοδα κρατικού φορέα.

 

Ως εκ των πιο πάνω, διαπιστώνεται σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση και ο δεύτερος λόγος Έφεσης κρίνεται βάσιμος. Ωστόσο, δεδομένων των όσων έχουμε προαναφέρει και δη λόγω της κατάληξής μας επί του πρώτου λόγου Έφεσης, η υπό εξέταση Έφεση δεν μπορεί να επιτύχει. Παρέλκει δε η εξέταση του εναπομείναντα τρίτου λόγου Έφεσης, η κρίση μας επί του οποίου θα συνιστούσε, επί της ουσίας και ενόψει της επιτυχίας του πρώτου λόγου Έφεσης, ακαδημαϊκό εγχείρημα (βλ. και ΚΙΣΑ-ΚΙΝΗΣΗ ΓΙΑ ΙΣΟΤΗΤΑ, ΣΤΗΡΙΞΗ, ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΜΟ ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 80/2021, ημερ. 27.10.2025).

 

Η Έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα ύψους €3000 πλέον Φ.Π.Α., υπέρ του Εφεσίβλητου και εναντίον της Εφεσείουσας. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

                                                                                  Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Δ.

 

Ε. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δ.



[1] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 5(3), «Τα πιστοποιημένα από ανεξάρτητο εγκεκριμένο ελεγκτή τέλη για το έτος αναφοράς (έτος x), εισπράττονται τον Δεκέμβριο του έτους x-1, στη βάση των ακαθάριστων ετήσιων εσόδων του έτους x-2.».

[2] Σύμφωνα με το άρθρο 3 του εν λόγω Νόμου, «Ιδρύεται Οργανισµός µε την επωνυµία «Οργανισµός Ασφάλισης Υγείας», ο οποίος αποτελεί νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο