|
Προσφυγή Αρ. 10/2026
|
Μεταξύ:
JCC PAYMENT SYSTEMS LTD
Αιτητών
ν.
ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΟΓΙΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Αναθέτουσας Αρχής
Αναθεωρητική Αρχή
Προσφορών: Ανδρούλα Πούγιουρου, Πρόεδρος
Κάριν Γεωργιάδου, Μέλος
Ανδρέας Καρύδης, Μέλος
Πάρις Κωνσταντινίδης, Μέλος
Χριστίνα Σαββίδου, Μέλος
Αιτητές: JCC PAYMENT SYSTEMS LTD
Αντιπροσωπεύθηκαν από:
1. Μαρία Αντωνίου, Δικηγόρο διά Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ
2. Έλενα Δαμιανού, Δικηγόρο διά Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ
3. Μάρκο Σιαρλή, Γενικό Διευθυντή Αιτήτριας Εταιρείας
4. Χριστίνα Ταλιώτη, Οικονομική Διευθύντρια Αιτήτριας Εταιρείας
Αναθέτουσα Αρχή: ΓΕΝΙΚΟ ΛΟΓΙΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Αντιπροσωπεύθηκε από:
1. Μαρία Κελεπέσιη, Δικηγόρο της Δημοκρατίας
2. Χρύσανθο Παπαχρυσάνθου, Εκπρόσωπο Αναθέτουσας Αρχής
Ημερομηνία έκδοσης Απόφασης: 15 Ιουλίου 2026
ΑΠΟΦΑΣΗ
Αντικείμενο της παρούσας Προσφυγής, η οποία καταχωρήθηκε από την εταιρεία JCC PAYMENT SYSTEMS LTD (στο εξής «οι Αιτητές») είναι η απόφαση του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας (στο εξής «η Αναθέτουσα Αρχή») ημερ. 20.03.2026 να απορρίψει την προσφορά των Αιτητών και να αναθέσει το Διαγωνισμό με αρ. ΓΛ 1/22 και τίτλο «Παροχή Υπηρεσιών Διεκπεραίωσης Ηλεκτρονικών Συναλλαγών του Δημοσίου» (στο εξής «ο Διαγωνισμός») στην εταιρεία VivaBank Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία (Viva Bank A.E.) (στο εξής «ο Επιτυχών Προσφοροδότης») ως καθολική διάδοχος της Viva Payments Services S.A. για το Τμήμα 1 και το Τμήμα 2, για το ποσό των €3.921.273,72 και €172.942,88 αντίστοιχα, αντί στους Αιτητές.
Από το ιστορικό του Διαγωνισμού που αφορά σε παροχή υπηρεσιών διεκπεραίωσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών του Δημοσίου μέσω καρτών (Τμήμα 1) και Account Payment Initiation (Τμήμα 2), όπως αυτό διαγράφεται από την Έκθεση Γεγονότων και συμπληρώνεται από τους Διοικητικούς Φακέλους, η διαδικασία δεν διεξήχθηκε ομαλά, για τους λόγους που θα αναφέρουμε πιο κάτω, με αποτέλεσμα ενώ ο Διαγωνισμός προκηρύχθηκε στις 07.01.2022, για να ολοκληρωθεί χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια περίπου, με την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο Διαγωνισμός ήταν ανοικτός με κριτήριο ανάθεσης την πλέον συμφέρουσα από οικονομικής άποψης προσφορά βάσει τιμής, ανά Τμήμα. Η διάρκεια εκτέλεσης της σύμβασης καθορίστηκε σε 67 μήνες, που αναλύεται ως ακολούθως:
- Ένα (1) μήνα για την τεχνική προετοιμασία της διασύνδεσης με το Payment Gateway (PGW) «Αριάδνη»
- Τέσσερεις (4) μέχρι έξι (6) μήνες για τη διασύνδεση με το PGW «Αριάδνη».
Η παροχή υπηρεσιών διεκπεραίωσης ηλεκτρονικών συναλλαγών:
- Για τριάντα έξι (36) μήνες από την ημερομηνία έναρξης της υλοποίησης του αντικειμένου της Σύμβασης.
Προνοείτο επίσης δικαίωμα ανανέωσης (1η ανανέωση) για δώδεκα (12) μήνες, και περαιτέρω δικαίωμα ανανέωσης (2η ανανέωση) για ακόμα δώδεκα (12) μήνες.
Πριν την καταληκτική ημερομηνία υποβολής προσφορών, είχαν εκδοθεί τρία (3) Διορθωτικά Έγγραφα στις 20.01.2022, 10.02.2022 και 17.02.2022. Η αποσφράγιση των προσφορών έγινε στις 21.03.2022, αμέσως μετά την εκπνοή της προθεσμίας υποβολής τους. Υποβλήθηκαν εμπρόθεσμα προσφορές από τρείς (3) Οικονομικούς Φορείς, δηλ. για το Τμήμα 1 από τους JCC Payment Systems Ltd, Six Payment Services (Europe) S.A και Viva Payments Services S.A., ενώ για το Τμήμα 2 από τους JCC Payment Systems Ltd και Viva Payments Services S.A.
Κατά τη συνεδρία του ημερ. 12.07.2022, το Συμβούλιο Προσφορών της Αναθέτουσας Αρχής, αφού μελέτησε όλα τα στοιχεία που είχε ενώπιον του, υιοθετώντας την εισήγηση της Επιτροπής Αξιολόγησης απέρριψε την προσφορά της εταιρείας Worldline Financial Services (Europe) S.A, και αποφάσισε όπως κατακυρώσει τα Τμήματα 1 και 2 του Διαγωνισμού στην Viva Payments Services S.A. για το ποσό των €3.921.273,72 και €172.942,88 αντίστοιχα, η προσφορά της οποίας είχε αναδειχθεί ως η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη βάσει τιμής ανά Τμήμα. Κατά της απόφασης κατακύρωσης του Διαγωνισμού καταχωρήθηκε στις 25.07.2022 από πλευράς JCC Payment Systems Ltd η Προσφυγή με αρ. 18/2022 ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών (στο εξής «η ΑΑΠ»), η οποία με την απόφασή της ημερ. 22.11.2022 ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση για το λόγο ότι μέλος του Συμβουλίου Προσφορών είχε διοριστεί στην Επιτροπή Αξιολόγησης.
Ως αποτέλεσμα, η Αναθέτουσα Αρχή προχώρησε στο διορισμό της Επιτροπής Αξιολόγησης προς αντικατάσταση του επηρεαζόμενου μέλους (καθώς και σε παύση του από το Συμβούλιο Προσφορών), η οποία μετά την αξιολόγηση των προσφορών υπέβαλε στη συνέχεια στις 16.02.2023 την Έκθεση Αξιολόγησής της στο Συμβούλιο Προσφορών του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας για λήψη απόφασης. Κατά τη συνεδρία του ημερ. 24.02.2023, το Συμβούλιο Προσφορών προχώρησε εκ νέου στην κατακύρωση του Διαγωνισμού στην Viva Payments Services S.A., υιοθετώντας την εισήγηση της Επιτροπής Αξιολόγησης.
Ακολούθησε στις 15.03.2023 η καταχώριση της Προσφυγής με αρ. 12/2023 ενώπιον της ΑΑΠ από πλευράς JCC Payment Systems Ltd κατά της νέας απόφασης του Συμβουλίου Προσφορών, η οποία επίσης είχε επιτυχή κατάληξη με την απόφαση της ΑΑΠ ημερ. 10.07.2023, για το λόγο ότι ο διορισμός της Επιτροπής Αξιολόγησης έγινε μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των προσφορών.
Ενόψει της εξέλιξης αυτής, ο Γενικός Λογιστής της Δημοκρατίας έδωσε οδηγίες όπως οι προσφορές που υποβλήθηκαν στα πλαίσια του υπό αναφορά Διαγωνισμού, εξεταστούν εξ’ υπαρχής από την αρχική Επιτροπή Αξιολόγησης, που είχε συσταθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 9(1) των περί του Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων Προμηθειών, Έργων και Υπηρεσιών (Γενικών) Κανονισμών του 2007 (ΚΔΠ 201/2007), πριν από το άνοιγμα των προσφορών εφόσον δεν ίσχυε πλέον το κώλυμα που οδήγησε στην επιτυχία της Προσφυγής με αρ. 18/2022 ενώπιον της ΑΑΠ, δηλαδή δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε λόγος ασυμβίβαστου αναφορικά με τη σύνθεση της Επιτροπής Αξιολόγησης και του Συμβουλίου Προσφορών.
Κατά τη συνεδρία του ημερ. 15.05.2024 το Συμβούλιο Προσφορών προχώρησε με απόφασή του στην κατακύρωση του Διαγωνισμού εκ νέου προς την Viva Payments Services S.A., υιοθετώντας την εισήγηση της Επιτροπής Αξιολόγησης. Ακολούθησε νέα Προσφυγή, η υπ’ αρ. 26/2024 ενώπιον της ΑΑΠ, στις 04.06.2024 από πλευράς της JCC Payment Systems Ltd, η οποία είχε επιτυχή κατάληξη με την απόφαση της ΑΑΠ ημερ. 02.10.2024.
Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω τρεις ακυρωτικές αποφάσεις της ΑΑΠ, το Γενικό Λογιστήριο αποτάθηκε στη Νομική Υπηρεσία για λήψη συμβουλής και στη συνέχεια προέβη σε διορισμό νέας Επιτροπής Αξιολόγησης, προς τον σκοπό της εξ υπαρχής αξιολόγησης των προσφορών.
Κατά τις πέντε συνεδρίες της Επιτροπής Αξιολόγησης, διενεργήθηκε στη βάση των αποφασισθέντων στις πιο πάνω Προσφυγές ο έλεγχος των προϋποθέσεων και δικαιολογητικών συμμετοχής των υποβληθεισών προσφορών που ήταν σε ισχύ, καθώς και η αξιολόγηση των Τεχνικών Προσφορών. Με τη διαπίστωση της Επιτροπής Αξιολόγησης ότι οι δυο προσφορές, δηλ. των Αιτητών και της Viva Payments Services S.A., πληρούσαν κατ’ αρχάς τις προϋποθέσεις συμμετοχής και όλες τις τεχνικές απαιτήσεις των Εγγράφων του Διαγωνισμού αναλόγως του Τμήματος για το οποίο αφορούσε η προσφορά, προχώρησε στην επόμενη φάση της αξιολόγησης, αυτή της οικονομικής, ετοιμάζοντας τον εξής Πίνακα:
|
Α/Α |
ΤΜΗΜΑ |
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ |
|
|
JCC PAYMENT SYSTEMS LTD |
VIVA PAYMENTS SERVICES S.A |
||
|
1. |
Χρήση καρτών (Τμήμα 1) |
€4.447.630,06 |
€3.921.273,72 |
|
2. |
Account Payment Initiation (Τμήμα 2) |
€522.821,53 |
€172.942,88 |
Η Επιτροπή Αξιολόγησης ετοίμασε στη συνέχεια την Έκθεσή της, την οποία υπέβαλε στο Συμβούλιο Προσφορών στις 19.06.2025, για λήψη απόφασης.
Το Συμβούλιο Προσφορών κατά τη συνεδρία του ημερ. 20.06.2025, αφού μελέτησε όλα τα στοιχεία που είχε ενώπιον του, αποφάσισε όπως αναβάλει τη λήψη απόφασης και να ζητήσει Συμπληρωματική Έκθεση Αξιολόγησης προκειμένου η Επιτροπή Αξιολόγησης να ζητήσει από τον οικονομικό φορέα JCC Payment Systems Ltd (Αιτητές) τα απαιτούμενα στοιχεία που αφορούν στο Έντυπο 3 και δη τον ετήσιο κύκλο εργασιών του για τα έτη 2018, 2019 και 2020. Οι Αιτητές συμμορφώθηκαν στις 25.06.2025 με την υποβολή των στοιχείων που ζητήθηκαν, τα οποία, κατά τη συνεδρία της ημερ. 07.07.2025 η Επιτροπή Αξιολόγησης, αφού μελέτησε, ετοίμασε Συμπληρωματική Έκθεση Αξιολόγησης, την οποία προώθησε στη συνέχεια στο Γενικό Λογιστή για έγκριση και υποβολή της στο Συμβούλιο Προσφορών. Ο Γενικός Λογιστής, μελετώντας τη Συμπληρωματική Έκθεση Αξιολόγησης σε συνάρτηση με την αρχική Έκθεση και λαμβάνοντας υπόψη την ανάλυση αξίας και κόστους συναλλαγών του Κράτους για την περίοδο Μαΐου και Ιουνίου 2025, υπέδειξε την ανάγκη για την εκ νέου αξιολόγηση των σε ισχύ προσφορών με σκοπό να διαπιστωθεί η βιωσιμότητά τους σε σχέση με τα σημερινά δεδομένα και κατά πόσο συντρέχουν λόγοι ακύρωσης της διαγωνιστικής διαδικασίας δεδομένου και του αιτήματος των Αιτητών, υφιστάμενου παρόχου των υπηρεσιών διεκπεραίωσης ηλεκτρονικών συναλλαγών του Δημοσίου από το 2010 δυνάμει συμβάσεων, για αλλαγή τιμολογιακής πολιτικής της αρχικής Σύμβασης.
Ενόψει των οδηγιών του Γενικού Λογιστή, ο Συντονιστής της Επιτροπής Αξιολόγησης και Συντονιστής της υφιστάμενης Σύμβασης παροχής υπηρεσιών, προχώρησε στην ετοιμασία σχετικής νέας ανάλυσης του τρέχοντα όγκου και του τρέχοντος μείγματος συναλλαγών του Κράτους με κάρτες, με σκοπό να προωθηθεί στους δυο προσφοροδότες προς επιβεβαίωση κατά πόσο η οικονομική προσφορά τους στον υπό αναφορά Διαγωνισμό παραμένει σε ισχύ λαμβανομένων υπόψη των σημερινών δεδομένων και υφιστάμενων χρεώσεων και κόστα τα οποία επωμίζονται.
Μέσω Σημειώματός του, ο Συντονιστής της Επιτροπής Αξιολόγησης ενημέρωσε το Γενικό Λογιστή για το αποτέλεσμα της αξιολόγησης, οπότε ο τελευταίος στις 07.08.2025 έδωσε την έγκρισή του για να προχωρήσει η υποβολή της Συμπληρωματικής Έκθεσης Αξιολόγησης ημερομηνίας 07.07.2025 στο Συμβούλιο Προσφορών για λήψη απόφασης.
Κατά τη συνεδρία του ημερ. 08.08.2025, το Συμβούλιο Προσφορών, αφού μελέτησε όλα τα νέα στοιχεία και δεδομένα που είχε ενώπιον του, αποφάσισε όπως αναθέσει τα Τμήματα 1 και 2 του Διαγωνισμού στον Επιτυχόντα Προσφοροδότη, του οποίου η προσφορά είχε αναδειχθεί ως η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη βάσει τιμής ανά Τμήμα.
Κατά της απόφασης αυτής, καταχωρήθηκε από πλευράς Αιτητών η Προσφυγή αρ. 23/2025 ενώπιον της ΑΑΠ, η οποία με την απόφασή της ημερ. 03.11.2025 ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση μετά τη διαπίστωση ότι η Αναθέτουσα Αρχή δεν προέβη στη δέουσα έρευνα αναφορικά με την εταιρική μεταβολή του Επιτυχόντα Προσφοροδότη (Viva Payments Services S.A.), ο οποίος είχε απορροφηθεί μέσω καθολικής διαδοχής από την εταιρεία VivaBank Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία. Συγκεκριμένα σύμφωνα με την απόφαση της ΑΑΠ, η έλλειψη ρητής αναφοράς και αξιολόγησης στην Έκθεση Αξιολόγησης και στη συνέχεια στην απόφαση του Συμβουλίου Προσφορών για το θέμα της απορρόφησης από τον Επιτυχόντα Προσφοροδότη της Viva Payments Services S.A. καθιστούσε την έρευνα ελλιπή ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, εξ ου και η ΑΑΠ ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Ως αποτέλεσμα της ακυρωτικής απόφασης της ΑΑΠ ακολούθησαν τρεις συνεδρίες της Επιτροπής Αξιολόγησης προς μελέτη της διαδοχής της Viva Payments Services S.A. από τη VivaΒank Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία, στα πλαίσια των οποίων αναζητήθηκαν διευκρινίσεις οι οποίες παρασχέθηκαν μέσω επιστολών και αποδεικτικών εγγράφων.
Συγκεκριμένα, η Επιτροπή προχώρησε αρχικά σε επιθεώρηση του υφιστάμενου Διοικητικού Φακέλου και, προκειμένου να διαλευκανθούν οι επιπτώσεις της απορρόφησης, απέστειλε επίσημο αίτημα για διευκρινίσεις προς τη VivaBank Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία στις 09.01.2026, η οποία ανταποκρίθηκε στις 15.01.2026, προσκομίζοντας όλα τα απαραίτητα αποδεικτικά έγγραφα. Από τον έλεγχο προέκυψε ότι η Viva Payments Services S.A. απορροφήθηκε καθολικά από τη VivaΒank Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία στις 31.01.2025, γεγονός που πιστοποιείτο από σχετικές ανακοινώσεις του Γ.Ε.ΜΗ., οπότε η τελευταία υποκαταστάθηκε αυτοδίκαια στο σύνολο των δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και έννομων σχέσεων της Viva Payments Services S.A., συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής στον παρόντα Διαγωνισμό.
Η Επιτροπή Αξιολόγησης, με τη διαπίστωση ότι η μεταβολή δεν επέφερε αλλαγές στην τεχνική ή οικονομική προσφορά η οποία παρέμεινε αμετάβλητη και σε ισχύ, και την επιβεβαίωση ότι η VivaΒank Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία διαθέτει τις απαιτούμενες άδειες λειτουργίας και επάρκειας για την εκτέλεση του έργου και ότι διασφαλίστηκε η κανονιστική συμμόρφωση μέσω της υποβολής του Εντύπου 6 για τα εργασιακά θέματα, ετοίμασε τη δεύτερη Συμπληρωματική της Έκθεση Αξιολόγησης, που υπέβαλε στη συνέχεια στο Συμβούλιο Προσφορών στις 18.03.2026 για λήψη απόφασης.
Το Συμβούλιο Προσφορών, αφού μελέτησε όλα τα νέα στοιχεία και δεδομένα που είχε ενώπιον του, κατά τη συνεδρία του ημερ. 20.03.2026, αποφάσισε όπως αναθέσει τα Τμήματα 1 και 2 του Διαγωνισμού στη VivaBank Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία ως την καθολική διάδοχο της Viva Payments Services S.A., η προσφορά της οποίας είχε αναδειχθεί ως η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά βάσει τιμής ανά Τμήμα.
Με τη γνωστοποίηση της απόφασης αυτής στους Αιτητές με την επιστολή της Αναθέτουσας Αρχής ημερ. 08.04.2026, καταχωρήθηκε από πλευράς Αιτητών η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Προσφυγή με την οποία βάλλουν κατά της κατακύρωσης του Διαγωνισμού στον Επιτυχόντα Προσφοροδότη προβάλλοντας δέκα (10) λόγους ακύρωσης.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη γραπτή αγόρευση της δικηγόρου τους, οι Αιτητές εισηγούνται ότι ο Επιτυχών Προσφοροδότης δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του όρου 6.1.1, παράγρ. Β1 και Β2 του Μέρους Α των Εγγράφων του Διαγωνισμού (πρώτος λόγος), υπήρξε παραβίαση από πλευράς Αναθέτουσας Αρχής του Κανονισμού 9(1) της ΚΔΠ 201/2007 (δεύτερος λόγος), των Κανονισμών 9(4), 20(1) και 20(4) της ΚΔΠ 201/2007 (τρίτος λόγος), του άρθρου 69 του περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2016 (Ν. 73(I)/2016) (τέταρτος λόγος), των αρχών της δεσμευτικότητας των αποφάσεων της ΑΑΠ και της χρηστής διοίκησης (πέμπτος λόγος), των αρχών της ισότητας, της απαγόρευσης διακρίσεων και της διαφάνειας (έκτος λόγος), η Εισήγηση της Επιτροπής Αξιολόγησης είναι προϊόν πλάνης περί τα πράγματα και έλλειψης δέουσας έρευνας (έβδομος λόγος), η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας (όγδοος λόγος), μη ορθή συμπλήρωση του Εντύπου 3 από πλευράς Επιτυχόντα Προσφοροδότη (ένατος λόγος) και τέλος, δήλωση αναληθών στοιχείων από πλευράς Επιτυχόντα Προσφοροδότη στο Έντυπο 8 (δέκατος λόγος).
Από την άλλη η Αναθέτουσα Αρχή, μέσω της γραπτής αγόρευσης της δικηγόρου της, υποστήριξε πλήρως την προσβαλλόμενη απόφαση σε όλες τις πτυχές της, δίνοντας τη δική της εκδοχή ως προς τα εγερθέντα θέματα από πλευράς Αιτητών, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία.
Ιδιαίτερη αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις των μερών, τις οποίες είχαν την ευκαιρία να αναπτύξουν και προφορικά κατά την ακρόαση μέσω των δικηγόρων τους, θα γίνει αμέσως κατωτέρω με τη σειρά που υποβλήθηκαν με τη γραπτή αγόρευση της δικηγόρου των Αιτητών και ακολούθησε και η δικηγόρος της Αναθέτουσας Αρχής.
Συγκεκριμένα, οι Αιτητές με τον πρώτο λόγο ακύρωσης, στον οποίον έδωσε έμφαση η δικηγόρος των Αιτητών κατά την ακρόαση, εισηγούνται ότι ο Επιτυχών Προσφοροδότης δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις συμμετοχής του Μέρους Α των Εγγράφων του Διαγωνισμού, δηλ. τον όρο 6.1.1, παράγρ. Β1 και Β2, που προβλέπει όπως οι προσφοροδότες θα πρέπει να έχουν ασκήσει το δικαίωμα εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στην Κύπρο εφόσον ο Επιτυχών Προσφοροδότης δεν άσκησε το δικαίωμα αυτό, όρο που πληρούσε η Viva Payments Services S.A. στη βάση του Διοικητικού Φακέλου. Θα έπρεπε, κατά την άποψή τους, παραπέμποντας σε νομολογία (βλ. υπόθεση ΕΑΔΗΣΥ - 4ο Κλιμάκιο 1064/2023 της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΔΗΣΥ) της Ελληνικής Δημοκρατίας κ.ά.), η Αναθέτουσα Αρχή ενόψει της νέας νομικής οντότητας που προέκυψε μετά τη συγχώνευση και απορρόφηση της Viva Payments Services S.A. από τον Επιτυχόντα Προσφοροδότη να προβεί σε in concreto εξέταση όλων των στοιχείων προκειμένου να διαπιστωθεί αφενός αν ο διάδοχος πληροί τις προϋποθέσεις συμμετοχής και τα κριτήρια καταλληλότητας και επάρκειας της προκήρυξης και αφετέρου αν η μεταβολή στο πρόσωπο του προσφοροδότη αφορά σε μόνο τυπικά και όχι ουσιαστικά στοιχεία της προσφοράς.
Αντίθετη ήταν η προσέγγιση της Αναθέτουσας Αρχής, η οποία προβάλλει ότι η ερμηνεία που εισηγούνται οι Αιτητές για τον όρο 6.1.1, παράγρ. Β1 και Β2, είναι λανθασμένη λόγω αντίθεσής της τόσο με την Κυπριακή εναρμονιστική νομοθεσία, δηλ. τον περί της Παροχής και Χρήσης Υπηρεσιών Πληρωμών και Πρόσβασης στα Συστήματα Πληρωμών Νόμο του 2018 (Ν. 31(Ι)/2018) και τον Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο του 1997 (Ν. 66(Ι)/1997), όσο και με την Ευρωπαϊκή νομοθεσία και την ΣΛΕΕ (Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Τονίζει ότι ο ίδιος ο όρος 6.1.1, παράγρ. Β1 και Β2, παραπέμπει για σκοπούς ερμηνείας του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και πληρωμών στον Ν. 31(Ι)/2018.
Είναι ισχυρισμός της ότι η Οδηγία 2015/2366 που είναι σύμφωνη με τον Ν. 31(Ι)/2018 (άρθρο 29) σε σχέση με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά προνοεί ρητά μέσω των άρθρων 11 (παρ. 9) και 28 (παρ. 1) για τη δυνατότητα των ιδρυμάτων πληρωμών να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών είτε ασκώντας το δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης είτε το δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
Συνεχίζει ότι σύμφωνα με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ, οι διατάξεις της οποίας ενσωματώθηκαν στην Κυπριακή Νομοθεσία με το Ν. 66(Ι)/1997, καθώς και την Οδηγία 2015/2366 που ενσωματώθηκε στην Κυπριακή Νομοθεσία με το Ν. 31(Ι)/2018 που συνάδουν με τις θεμελιώδεις ελευθερίες της ΣΛΕΕ, πιστωτικό ίδρυμα / ίδρυμα πληρωμών κράτους-μέλους δύναται να παρέχει τις υπηρεσίες του είτε στο πλαίσιο της άσκησης του δικαιώματος της ελεύθερης εγκατάστασης είτε της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Προβάλλει ότι περιορισμός του δικαιώματος συμμετοχής με τον τρόπο που ερμηνεύουν οι Αιτητές τον όρο 6.1.1, παράγρ. Β1 και Β2, αντιστρατεύεται τις πρόνοιες του ίδιου του όρου και περιορίζει τη δυνατότητα συμμετοχής ενδιαφερομένων οικονομικών φορέων στο Διαγωνισμό και συνακόλουθα παραβιάζει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Καταλήγοντας υποστηρίζει ότι, στη βάση της Συμπληρωματικής Έκθεσης Αξιολόγησης, η Επιτροπή Αξιολόγησης διερεύνησε κατά πόσο ο Επιτυχών Προσφοροδότης πληρούσε τις προϋποθέσεις συμμετοχής, με θετική κατάληξη σημειώνοντας ότι ο Επιτυχών Προσφοροδότης ως καθολικός διάδοχος διαθέτει τις απαιτούμενες άδειες, δηλ. άδεια από την Κεντρική Τράπεζα για παροχή υπηρεσιών πληρωμών στη Δημοκρατία ως πιστωτικό ίδρυμα χωρίς να έχει υποχρέωση εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών μέσω υποκαταστήματος. Παραπέμπει δε στα σχετικά αποδεικτικά που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα 3, όπου ο Επιτυχών Προσφοροδότης περιλαμβάνεται στον Πίνακα Πιστωτικών Ιδρυμάτων κατά Χώρα Προέλευσης που γνωστοποίησαν ενδιαφέρον στην Κεντρική Τράπεζα για Παροχή Υπηρεσιών στη Δημοκρατία χωρίς εγκατάσταση. Επιβεβαιώνεται δε, συνεχίζει, και από την παράγραφο 2.5 της Έκθεσης Αξιολόγησης. Τονίζει, τέλος, ότι η Αναθέτουσα Αρχή εφάρμοσε τον σχετικό όρο του Διαγωνισμού σύμφωνα με την Εθνική και Ευρωπαϊκή Νομοθεσία, όπως προνοούσε ο ίδιος ο όρος.
Εξετάσαμε τις εκατέρωθεν εισηγήσεις ως προς τον πρώτο λόγο ακύρωσης υπό το φως της νομοθεσίας και νομολογίας που μας παρέπεμψαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως εξάγονται από τους Διοικητικούς Φακέλους στους οποίους έχουμε ανατρέξει.
Στο στάδιο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε αυτούσιο τον όρο 6.1.1, παράγρ. Β1 και Β2 του Μέρους Α των Εγγράφων του Διαγωνισμού, που κατ’ ισχυρισμό δεν πληρούσε ο Επιτυχών Προσφοροδότης, για σκοπούς καλύτερης παρακολούθησης:
«6.1 Δικαιούμενοι Συμμετοχής
1. Α. […]
Β1. Για τη παροχή υπηρεσιών διεκπεραίωσης ηλεκτρονικών συναλλαγών του Δημοσίου που πραγματοποιούνται μέσω καρτών (Τμήμα 1), δικαίωμα συμμετοχής στο διαγωνισμό έχουν ιδρύματα πληρωμών και πιστωτικά ιδρύματα (τράπεζες) στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή από αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους της ΕΕ, τα οποία έχουν ασκήσει το δικαίωμα εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών πληρωμών που τους παρέχεται από τις πρόνοιες των περί της Παροχής και Χρήσης Υπηρεσιών Πληρωμών και Πρόσβασης στα Συστήματα Πληρωμών Νόμων του 2018 και 2019.
Β2. Για τη παροχή υπηρεσιών διεκπεραίωσης ηλεκτρονικών συναλλαγών του Δημοσίου που πραγματοποιούνται μέσω Account Payment Initiation (Τμήμα 2), δικαίωμα συμμετοχής στο διαγωνισμό έχουν ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, ιδρύματα πληρωμών καθώς και πιστωτικά ιδρύματα (τράπεζες), στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή από αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους της ΕΕ, τα οποία έχουν ασκήσει το δικαίωμα εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών πληρωμών που τους παρέχεται από τις πρόνοιες των περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμων του 2012 και 2018.
2. […]
[…].».
Είναι φανερό από το λεκτικό του όρου ότι η αναφορά σε άσκηση του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ιδρύματος πληρωμών / πιστωτικού ιδρύματος συναρτάται άμεσα με τις πρόνοιες του Ν. 31(Ι)/2018, ειδικότερα με το άρθρο 29 αυτού που προβλέπει τα εξής:
«Αίτηση άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών
29.-(1) Κάθε ίδρυμα πληρωμών που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα και επιθυμεί να παράσχει υπηρεσίες πληρωμών για πρώτη φορά σε κράτος μέλος άλλο από τη Δημοκρατία, είτε ασκώντας το δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης είτε το δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, παρέχει στην Κεντρική Τράπεζα τις ακόλουθες πληροφορίες:
(α) Την επωνυμία, τη διεύθυνση και κατά περίπτωση τον αριθμό άδειας του ιδρύματος πληρωμών‧
[…]
(12) Στην περίπτωση που η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή κράτους μέλους υποδοχής, λαμβάνει από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης τις πληροφορίες σύμφωνα με το Άρθρο 28, παράγραφος 2, εδάφιο (2) της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, τις αξιολογεί και παρέχει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης σχετικά στοιχεία όσον αφορά την προβλεπόμενη παροχή υπηρεσιών πληρωμών από το οικείο ίδρυμα πληρωμών στο πλαίσιο της άσκησης του δικαιώματος της ελεύθερης εγκατάστασης ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εντός μηνός από την παραλαβή των πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης.
(13) Η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή κράτους μέλους υποδοχής, ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης για τυχόν εύλογες ανησυχίες της όσον αφορά την προβλεπόμενη πρόθεση ορισμού αντιπροσώπου ή την ίδρυση υποκαταστήματος, ιδίως σε σχέση με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας κατά την έννοια του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου και της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849.
(14) O αντιπρόσωπος ή το υποκατάστημα δικαιούται να αρχίσει να ασκεί δραστηριότητες στη Δημοκρατία από την καταχώριση στο μητρώο που διατηρεί η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης, σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτού που ενσωματώνει το Άρθρο 14 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366.».
Οι ίδιες πρόνοιες για το δικαίωμα των ιδρυμάτων πληρωμών να επιλέξουν τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών τους σε άλλο κράτος-μέλος, προβλέπονται και για τα πιστωτικά ιδρύματα με το άρθρο 33 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, οι διατάξεις της οποίας ενσωματώθηκαν στην εθνική νομοθεσία με τον Ν. 66(Ι)/1997, του οποίου το άρθρο 10(Α)(1) και το Παράρτημα IV προβλέπουν τα εξής:
«Ελευθερία εγκατάστασης και παροχή υπηρεσιών από πιστωτικό ίδρυμα, ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που είναι θυγατρικό πιστωτικού ιδρύματος, με έδρα άλλο κράτος-μέλος
10Α.- (1) Οι δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του Παραρτήματος IV δύναται να ασκούνται στη Δημοκρατία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 35 και του Άρθρου 39, παράγραφοι 1 και 2, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, καθώς και του εδαφίου (4) του άρθρου 6, της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) και των εδαφίων (4) και (5) του άρθρου 10Α, του εδαφίου (4) και της παραγράφου (α) του εδαφίου (5) του άρθρου 10Δ, του εδαφίου (1) του άρθρου 10ΣΤ, του άρθρου 51, των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου 52 και των εδαφίων (1) έως (5) του άρθρου 53 του παρόντος Νόμου, είτε μέσω της εγκατάστασης υποκαταστήματος είτε μέσω της παροχής υπηρεσιών, από κάθε πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους- μέλους, εφόσον οι δραστηριότητες αυτές καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας του και εφόσον η αρμόδια αρχή του άλλου κράτους-μέλους γνωστοποιήσει προς την Κεντρική Τράπεζα, σε περίπτωση υποκαταστήματος, τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Άρθρο 35, παράγραφος 2, στοιχεία β), γ) και δ), της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ καθώς και την πληροφόρηση που αναφέρεται στο Άρθρο 35, παράγραφος 3, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, και σε περίπτωση ελεύθερης παροχής υπηρεσιών τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Άρθρο 39, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ.».
[…]
« ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΠΟΥ ΥΠΟΚΕΙΝΤΑΙ ΣΕ
ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ
1. […]
[…]
4. Υπηρεσίες πληρωμών, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί της Παροχής και Χρήσης Υπηρεσιών Πληρωμών και Πρόσβασης στα Συστήματα Πληρωμών Νόμου του 2018 [Σ.Σ: δηλαδή του Ν. 31(Ι)/2018].
5. […]».
Συνεπώς η ερμηνεία που μπορεί να δοθεί στο δικαίωμα εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών πληρωμών που προνοεί ο όρος 6.1.1, παράγρ. Β1 και Β2, θα πρέπει να συνάδει με τις πρόνοιες του Ν. 31(Ι)/2018 ενόψει της σαφούς αναφοράς στον όρο ότι το δικαίωμα αυτό είναι εκείνο που παρέχεται από τον περί της Παροχής και Χρήσης Υπηρεσιών Πληρωμών και Πρόσβασης στα Συστήματα Πληρωμών Νόμο του 2018, δηλ. τον Ν. 31(Ι)/2018, που σύμφωνα με το άρθρο 29 αυτού δεν απαιτείται σωρευτικά η άσκηση του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών πληρωμών, αλλά διαζευκτικά.
Δεν συμφωνούμε με την ερμηνεία που δίνεται στον όρο από πλευράς Αιτητών, δηλ. ο προσφοροδότης για να δικαιούται να συμμετάσχει στο Διαγωνισμό θα πρέπει να έχει ασκήσει το δικαίωμα εγκατάστασης αλλά και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στην Κύπρο, δίνοντας έμφαση στο «και», εφόσον με την προτεινόμενη ερμηνεία δίνεται απόλυτη και δογματική προσήλωση στις λέξεις που είναι ανεπίτρεπτο στη βάση της νομολογίας προς εξεύρεση της αληθινής βούλησης του συντάξαντα τον όρο.
Στην υπόθεση Logicom Solutions Ltd -v- Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 23/2018, ημερ. 11.01.2024, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο τόνισε τα εξής ως προς την ερμηνεία όρων Διαγωνισμού:
«Όπου επιχειρείται η ερμηνεία όρου διαγωνισμού, όπως και στην περίπτωση όπου επιχειρείται ερμηνεία όρων της σύμβασης, το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο του διαγωνισμού ή και της σύμβασης, ανάλογα με την περίπτωση, στον μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. Αmethyst Distributors v. Ιεράς Μονής Κύκκου (2011) 1 Α.Α.Δ 199). Σκοπός είναι η εξεύρεση της πραγματικής πρόθεσης του συντάξαντα των όρων του διαγωνισμού ή των συμβαλλομένων.
Αποτελεί βασική ερμηνευτική αρχή ότι όπου το λεκτικό του όρου του διαγωνισμού είναι καθαρό και σαφές, πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την αληθινή βούληση του συντάξαντα. Όπως έχει υποδειχθεί στην Αντωνίου v. Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου Κοφίνου (2001) 3 Α.Α.Δ 164 το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να αναζητήσει το νόημα των όρων του διαγωνισμού χωρίς απόλυτη και δογματική προσήλωση στις λέξεις. Αλλά, να δώσει «.ερμηνεία - όπου γεννιέται αμφιβολία και υπάρχουν ανοικτές δύο ερμηνείες- η οποία συνάδει με την λογική».».
Είναι γνωστή η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) ότι δεν μπορούν να τίθενται περιορισμοί στις διαδικασίες δημοσίων συμβάσεων που παραβιάζουν τις θεμελιώδεις αρχές των άρθρων 49 και 56 της ΣΛΕΕ (βλ. υπόθεση Commission -v- Italy, C-360/89 και Contse SA, C-234/03).
Στο σημείο αυτό, ενόψει των εισηγήσεων των Αιτητών, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στη 2η Συμπληρωματική Έκθεση Αξιολόγησης όπου αναφέρονται τα εξής ως προς τον τρόπο που η Επιτροπή Αξιολόγησης προσέγγισε το θέμα της απορρόφησης κατ’ αρχάς της Viva Payments Services S.A. και στη συνέχεια πλήρωσης των προϋποθέσεων συμμετοχής από τον Επιτυχόντα Προσφοροδότη:
«Η όλη διαδικασία καθολικής διαδοχής της VIVA PAYMENTS από τη VIVABANK Α.Ε. καταγράφεται στο Σχέδιο Σύμβασης Συγχώνευσης ημερομηνίας 31 Ιουλίου 2024, το οποίο περιλαμβάνεται ως μέρος της Ανακοίνωσης της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου υπ' αριθ. 3549553/31.01.2025.
Τα βασικά σημεία του εν λόγω Σχεδίου:
· Απορροφώσα Εταιρεία (Καθολικός Διάδοχος):«VIVABANK ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (ήτοι VIVABANK Α.Ε.).
· Απορροφώμενη Εταιρεία (Προσφέρουσα): «VIVA ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (ήτοι VIVA PAYMENTS).
· Κοινός Μέτοχος: Και οι δύο εταιρείες ανήκαν κατά 100% στη «Viva Wallet Ανώνυμη Εταιρεία Συμμετοχών και Ανάπτυξης Λογισμικού» κατά τον ουσιώδη χρόνο της απορρόφησης.
· Καθολική Διαδοχή: Με την ολοκλήρωση της συγχώνευσης, η VIVABANK Α.Ε. υποκαθίσταται αυτοδίκαια σε όλα τα δικαιώματα, υποχρεώσεις, έννομες σχέσεις και διοικητικές άδειες της VIVA PAYMENTS.
· Λύση Εταιρείας: Η VIVA PAYMENTS λύεται αυτοδίκαια χωρίς να τεθεί υπό εκκαθάριση και παύει να υπάρχει.
· Συνέχεια Συμβάσεων: Όλες οι συμφωνίες και δικαιοπραξίες της VIVA PAYMENTS με τρίτους μετά την Ημερομηνία Ισολογισμού Μετασχηματισμού (30/6/2024) συνεχίζονται από τη VIVABANK Α.Ε. με τους ίδιους ακριβώς όρους.
Η εφαρμογή του συγκεκριμένου Σχεδίου επιβεβαιώθηκε μέσω απαντητικής επιστολής της VIVABANK Α.Ε. ημερομηνίας 15/1/26 και το σχετικό έγγραφο του ΓΕΜΗ το οποίο επιβεβαιώνει ότι το εν λόγω Σχέδιο είναι το τελικό και νομικά δεσμευτικό κείμενο που οδήγησε στην ολοκλήρωση της απορρόφησης της VIVA PAYMENTS από τη VIVABANK.
Συνοψίζοντας το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, και την ανακοίνωση του Υπουργείου Ανάπτυξης (Γ.Ε.ΜΗ. 3549553) ημερομηνίας 31/1/25, η VIVABANK Α.Ε. ορίζεται “αυτοδίκαια και χωρίς καμία άλλη διατύπωση, ως καθολική διάδοχος, στο σύνολο της περιουσίας της Απορροφωμένης (ενεργητικό και παθητικό) σύμφωνα με το νόμο, ως αποκλειστική κυρία, νομέας, κάτοχος και δικαιούχος στο σύνολο της περιουσίας της Απορροφωμένης, δηλαδή σε όλα τα δικαιώματα, απαιτήσεις, αξιώσεις, υποχρεώσεις, άϋλα αγαθά και γενικά σε όλες τις έννομες σχέσεις της Απορροφωμένης από οποιαδήποτε αιτία και εάν απορρέουν συμπεριλαμβανομένων διοικητικών αδειών ή εγκρίσεων που έχουν εκδοθεί υπέρ της Απορροφωμένης, και παντός εν γένει περιουσιακού της στοιχείου, καθώς και οποιουδήποτε άλλου περιουσιακού στοιχείου, ακόμη και αν δεν κατονομάζεται ειδικά, ούτε περιγράφεται με ακρίβεια στον Ισολογισμό Μετασχηματισμού ή στο παρόν Σχέδιο Σύμβασης Συγχώνευσης, είτε από παράλειψη είτε από παραδρομή και με την επιφύλαξη των ιδιαιτέρων διατυπώσεων που απαιτούνται για τη μεταβίβαση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων.”
Συνεπώς η VIVABANK ορίζεται ως καθολική διάδοχος σε όλες τις έννομες σχέσεις της Απορροφωμένης, συμπεριλαμβανομένης και της συμμετοχής στον παρόντα διαγωνισμό, διατηρώντας την ισχύ της προσφοράς.
Επιπρόσθετα, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και ιδίως από την επιστολή της VIVABANK Α.Ε. ημερομηνίας 15/01/2026 (Παράρτημα 3), προκύπτει ότι:
• δεν έχει επέλθει καμία τεχνική ή λειτουργική τροποποίηση της υποβληθείσας προσφοράς,
• το Έντυπο 8 – Λειτουργικών και Τεχνικών Απαιτήσεων, καθώς και το συνοδευτικό Annex 1, εξακολουθούν να ισχύουν ως υποβλήθηκαν,
• η οικονομική προσφορά παραμένει σε ισχύ (επιστολή CEO της VIVABANK Α.Ε. ημερομηνίας 25/7/25 – βλέπε Παράρτημα 2), και
• η VIVABANK Α.Ε. δηλώνει ότι η απορρόφηση της Viva Payments δεν είχε καμία απολύτως επίπτωση στη λειτουργία των υπηρεσιών πληρωμών, αλλά μόνο τον εμπλουτισμό των παρεχόμενων υπηρεσιών πληρωμών (αντικείμενο του διαγωνισμού) και με πιστωτικά προϊόντα παρεχόμενα από τραπεζικά ιδρύματα.
Περαιτέρω, στην ίδια επιστολή επιβεβαίωσε ότι ο κλάδος υπηρεσιών πληρωμών που αφορά τον παρόντα διαγωνισμό απορροφήθηκε αυτούσιος, χωρίς διακοπή της επιχειρησιακής λειτουργίας ή απώλεια της συσσωρευμένης εμπειρίας.
Περαιτέρω, από τον έλεγχο των προσκομισθέντων στοιχείων και επαναξιολόγηση των δεδομένων προκύπτει ότι η VIVABANK Α.Ε., ως καθολικός διάδοχος:
• πληροί τα κριτήρια οικονομικής και χρηματοοικονομικής επάρκειας που προβλέπονται στα έγγραφα του διαγωνισμού δεδομένου ότι ο προσφέροντας έχει απορροφηθεί πλήρως χωρίς αυτό να επιφέρει καμία επίπτωση/αλλαγή στη λειτουργία και όγκο/έσοδα των υπηρεσιών πληρωμών, και συνεπώς οι απαιτήσεις στο Έντυπο 3 καλύπτονται πλήρως.
• διαθέτει τις απαιτούμενες άδειες για την παροχή των υπηρεσιών πληρωμών στην Κυπριακή Δημοκρατία (άδεια από Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως πιστωτικό ίδρυμα χωρίς να έχει υποχρέωση εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών μέσω υποκαταστήματος). Τα σχετικά αποδεικτικά περιλαμβάνονται στο Παράρτημα 3, όπου συγκεκριμένα η VIVABANK Α.Ε. περιλαμβάνεται στον Πίνακα Πιστωτικών Ιδρυμάτων κατά Χώρα Προέλευσης που γνωστοποίησαν ενδιαφέρον στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου Για Παροχή Υπηρεσιών στη Δημοκρατία Χωρίς Εγκατάσταση.
[...]
2.5 Έλεγχος Προϋποθέσεων Συμμετοχής
Με βάση τα έγγραφα που υπέβαλε ο προσφέρων και τις απαιτήσεις με βάση τα έγγραφα του διαγωνισμού, προκύπτει ότι η VIVABANK Α.Ε. (λόγω απορρόφησης VIVA PAYMENTS) πληροί στο σύνολό της τις προϋποθέσεις συμμετοχής στον διαγωνισμό ως πιο κάτω.
Τεκμηρίωση Πλήρωσης Προϋποθέσεων Συμμετοχής
- Νομική Διαδοχή και Ισχύς Προσφοράς: Από την Ανακοίνωση του Γ.Ε.ΜΗ. (31/01/2025) και το Σχέδιο Σύμβασης Συγχώνευσης, όπως έχει ήδη αναλυθεί πιο πάνω, προκύπτει ότι η εταιρεία «VIVA PAYMENTS» απορροφήθηκε από τη «VIVABANK Α.Ε.», και ως καθολικός διάδοχος υποκαθιστά την απορροφώμενη εταιρεία σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, συμπεριλαμβανομένης της υποβληθείσας προσφοράς στον διαγωνισμό ΓΛ1/2022. Η εγκυρότητα της προσφοράς παραμένει αμετάβλητη (όπως επιβεβαιώνεται και στην απαντητική επιστολή της εταιρείας ημερομηνίας 15/01/2026).
- Εγγύηση Συμμετοχής (Έντυπο 1): Η VIVABANK Α.Ε. έχει καταθέσει την απαιτούμενη εγγυητική επιστολή, η οποία καλύπτει τις απαιτήσεις του διαγωνισμού για τα αντίστοιχα τμήματα (Τμήμα 1: €100.000, Τμήμα 2: €50.000).
- Χώρα Εγκατάστασης & Στοιχεία Σύστασης: Η VIVABANK Α.Ε. είναι νομίμως συστημένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία στην Ελλάδα (Αρ. Γ.Ε.ΜΗ.: 5372901000). Η αρχική της σύσταση χρονολογείται από τις 14/08/2003, ενώ υποβλήθηκαν τα σχετικά αποσπάσματα Γ.Ε.ΜΗ. και το ΦΕΚ ίδρυσης που τεκμηριώνουν σήμερα τη νομική της υπόσταση (βλέπε Παράρτημα 3).
- Άδειες Λειτουργίας (Τμήμα 1 & 2): Η VIVABANK Α.Ε. διαθέτει άδεια λειτουργίας για την παροχή των αιτούμενων υπηρεσιών. Συγκεκριμένα:
Α) Τραπεζική Άδεια: Κατέχει άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος (ΦΕΚ 166/2003).
Β) Διασυνοριακή Παροχή Υπηρεσιών (Passporting): Σύμφωνα με τον πίνακα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (Επικαιροποίηση 12/12/2025), η VIVABANK Α.Ε. είναι εγγεγραμμένη στα πιστωτικά ιδρύματα που παρέχουν υπηρεσίες στην Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς εγκατάσταση (Freedom to Provide Services), καλύπτοντας τις δραστηριότητες πληρωμών που απαιτούνται από τα έγγραφα του διαγωνισμού (Δραστηριότητες: 1,2,4,6,15).
Συγκεκριμένα, έχει γνωστοποιήσει νομίμως στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου την παροχή υπηρεσιών πληρωμών χωρίς εγκατάσταση, άρα δεν έχει υποχρέωση εγγραφής στον Έφορο Εταιριών της Κύπρου ως αλλοδαπή εταιρεία για να προσφέρει τις υπηρεσίες της μέσω υποκαταστήματος.
- Προστασία Εργαζομένων (Έντυπο 6):
[...].».
Η Επιτροπή Αξιολόγησης καταλήγει δε στην 2η Συμπληρωματική Έκθεση Αξιολόγησής της στα εξής που καταγράφουμε αυτούσια:
«Κατόπιν των ανωτέρω και εκ του συνόλου των εγγράφων/αποδεικτικών που συνελέχθησαν και προσκομίσθηκαν, η Επιτροπή Αξιολόγησης κρίνει ότι η εταιρική μεταβολή του προσφέροντα:
[…] Δεν θίγει την αρχή της ίσης μεταχείρισης και του ανταγωνισμού, καθώς η αξιολόγηση εδράζεται σε αντικειμενικά κριτήρια που ίσχυαν για όλους τους συμμετέχοντες πριν την καθολική διαδοχή. Η ενδεχόμενη ενίσχυση των δυνατοτήτων λόγω της απορρόφησης από τραπεζικό ίδρυμα δεν μεταφράζεται σε βαθμολογικό πλεονέκτημα, διότι το κριτήριο ανάθεσης είναι η πλέον συμφέρουσα από οικονομικής άποψης τιμή και τα κριτήρια επάρκειας είναι ελάχιστες απαιτήσεις που είτε πληρούνται είτε όχι. Τέλος, η οικονομική και τεχνική προσφορά της VIVABANK A.E. παραμένει ίδια με την αρχική της VIVA PAYMENTS (επιστολές 25/7/2025 και 15/1/2026), διασφαλίζοντας την ίση μεταχείριση των συμμετεχόντων.».
Ενόψει των πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι η εισήγηση των Αιτητών ότι δεν εξετάστηκε από πλευράς Αναθέτουσας Αρχής κατά πόσο ο Επιτυχών Προσφοροδότης πληρούσε τις προϋποθέσεις συμμετοχής δεν ευσταθεί. Αντίθετα από τη 2η Συμπληρωματική Έκθεση Αξιολόγησης είναι φανερό ότι η Επιτροπή εξέτασε αρχικά το θέμα της απορρόφησης της Viva Payments Services S.A. από τον Επιτυχόντα Προσφοροδότη και τις συνέπειες αυτής και στη συνέχεια εξέτασε κατά πόσο πληρούντο οι προϋποθέσεις συμμετοχής από τον Επιτυχόντα Προσφοροδότη και κατέληξε καταφατικά.
Βρίσκουμε την κρίση αυτή της Επιτροπής Αξιολόγησης να μην ενέχει οτιδήποτε το μεμπτό αλλά ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας από πλευράς της. Είναι δε δεόντως αιτιολογημένη και ευλόγως επιτρεπτή στη βάση των ενώπιον της δεδομένων.
Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος ακύρωσης θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ατεκμηρίωτος.
Με το δεύτερο λόγο ακύρωσης προβάλλεται θέμα παραβίασης από πλευράς Αναθέτουσας Αρχής του Κανονισμού 9(1) της ΚΔΠ 201/2007, εφόσον διορίστηκε νέα Επιτροπή Αξιολόγησης στις 24.03.2025, δηλ. μετά το άνοιγμα των προσφορών που έγινε στις 23.01.2022, κατά την τρίτη επανεξέταση, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας. Η Επιτροπή αυτή ετοίμασε τόσο την αρχική Έκθεση Αξιολόγησης ημερ. 17.06.2025 όσο και τη Συμπληρωματική ημερ. 07.07.2025.
Η παραβίαση του Κανονισμού 9(1) με το διορισμό της Επιτροπής Αξιολόγησης μετά το άνοιγμα των προσφορών, προσθέτουν ότι είχε δυσμενείς επιπτώσεις για τους Αιτητές, στην βάση του πρώτου λόγου ακύρωσης που αφορά στη μη πλήρωση από πλευράς Viva Payments Services S.A. των παραγράφων Β1 και Β2 του όρου 6.1.1, παραπέμποντας προς υποστήριξη της εισήγησής τους στην υπόθεση JCC Payment Systems Limited -v- Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 12/2023 ενώπιον της ΑΑΠ, ημερ. 10.07.2023. Αυτή η συμπεριφορά, κατά την άποψή τους, παραβιάζει ευθέως και απόλυτα την αρχή της ασφάλειας δικαίου και του κράτους δικαίου.
Προς αντίκρουση του συγκεκριμένου λόγου ακύρωσης, η Αναθέτουσα Αρχή προτάσσει τη συνάφειά του με τον πρώτο λόγο ακύρωσης, εφόσον προϋποθέτει τη μη πλήρωση από πλευράς Επιτυχόντα Προσφοροδότη των παραγράφων Β1 και Β2 του όρου 6.1.1 του Μέρους Α των Εγγράφων του Διαγωνισμού. Με παραπομπή σε νομολογία (βλ. Χατζηγεωργίου -v- Δημοκρατίας (1999) 3 ΑΑΔ 23, Σκίτσας & Παρασκευάς Ξυλουργικές Επιχειρήσεις Λτδ -v- Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπ. Αρ. 654/2002, ημερ. 31.12.2023 κ.ά.) ισχυρίζεται ότι στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται θέμα δυσμενών επιπτώσεων σε βάρος των Αιτητών για τους λόγους που εισηγούνται οι ίδιοι, εφόσον ο πρώτος λόγος ακύρωσης που αφορά στη μη πληρότητα του Επιτυχόντα Προσφοροδότη της προϋπόθεσης του όρου 6.1.1 δεν ευσταθεί.
Εξετάσαμε την εισήγηση αυτή των Αιτητών, η οποία δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Από τα επιχειρήματα των Αιτητών προς υποστήριξή της, είναι φανερή η συνάφειά της με τον πρώτο λόγο ακύρωσης που έχει απορριφθεί για τους λόγους που αναφέρουμε ανωτέρω και δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε. Απλά σημειώνουμε ότι άσχετα με το ουσιώδες ή όχι του τύπου που δεν τηρήθηκε, εφόσον η παραβίασή του δεν επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις τότε θεωρείται επουσιώδης (βλ. Παπαλουκάς κ.ά. -v- Επιτρ. Σιτηρών Κύπρου (1998) 3 ΑΑΔ 656, 663). Στην παρούσα περίπτωση, με την απόρριψη της εισήγησης για παραβίαση του όρου 6.1.1, παράγρ. Β1 και Β2, επί της οποίας οι Αιτητές στηρίζουν την εισήγησή τους ότι επέφερε δυσμενείς επιπτώσεις στους ίδιους, δεν τίθεται θέμα παραβίασης ουσιώδους τυπικής διάταξης και δη του Κανονισμού 9(1) της ΚΔΠ 201/2009 με αποτέλεσμα την ακυρότητα της διαδικασίας.
Ενόψει της διαπίστωσής μας αυτής δεν τίθεται επίσης θέμα παραβίασης των αρχών της ασφάλειας δικαίου ή του κράτους δικαίου, όπως εισηγούνται οι Αιτητές.
Με τον τρίτο λόγο ακύρωσης, οι Αιτητές παραπονούνται ότι με την ανάθεση της αξιολόγησης του Εντύπου 8 σε ένα μόνο Ιδιώτη Σύμβουλο και μάλιστα για μέρος της αξιολόγησης, υπήρξε παραβίαση των προνοιών των Κανονισμών 9(4), 20(1) και 20(4) της ΚΔΠ 201/2007.
Συγκεκριμένα, εισηγούνται ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 9(4) δεν φαίνεται να παρέχεται στην Επιτροπή Αξιολόγησης η δυνατότητα ανάθεσης σε έναν και μόνο ιδιώτη σύμβουλο, εδώ στην κα Θερούλα Λουκά, της αξιολόγησης του Εντύπου 8, και αυτό προκύπτει, κατά την άποψή τους, από το ίδιο το λεκτικό του Κανονισμού, που προνοεί για ιδιώτες συμβούλους ή μελετητές. Η ανάθεση ειδικής έρευνας και υποβολής εκθέσεων σε εξειδικευμένα τεχνικά θέματα, προσθέτουν, επιτρέπεται μόνο στη βάση του Κανονισμού 20(1) της ΚΔΠ 201/2007 που προνοεί για διορισμό από τα Συμβούλια Προσφορών ad-hoc τριμελείς τεχνικές επιτροπές. Καταλήγοντας, ισχυρίζονται ότι εφόσον η Επιτροπή Αξιολόγησης έκρινε ότι το αντικείμενο του Διαγωνισμού αφορούσε σε πολύπλοκο και εξειδικευμένο τεχνικό θέμα, όφειλε να ενημερώσει το Συμβούλιο Προσφορών, το οποίο να συστήσει ειδική ad-hoc τριμελή τουλάχιστον τεχνική επιτροπή που θα υπέβαλλε σχετική Έκθεση. Καταλογίζουν επίσης στην Επιτροπή Αξιολόγησης ότι ουδέποτε κάλεσε την κα Λουκά για παροχή συμβουλών ή επεξηγήσεων στη βάση του Κανονισμού 20(4).
Από την άλλη, η Αναθέτουσα Αρχή παραπέμποντας στους Κανονισμούς 9(4), 20(1) και 20(4) της ΚΔΠ 201/2007, εισηγείται ότι ο Κανονισμός 9(4) αναφέρεται γενικά σε «αξιολόγηση προσφορών» οπότε είναι επιτρεπτή η ανάθεση μέρους της αξιολόγησης των προσφορών, όπως είναι επιτρεπτή και η ανάθεση σε έναν μόνο ιδιώτη σύμβουλο η αξιολόγηση αυτή. Παραπέμπει δε στον περί Ερμηνείας Νόμο που προβλέπει «λέξεις στον ενικό περιλαμβάνουν τον πληθυντικό και λέξεις στον πληθυντικό περιλαμβάνουν τον ενικό». Σ’ ό,τι αφορά στην κατ’ ισχυρισμό παραβίαση των Κανονισμών 20(1) και 20(4), σε συνάρτηση με τον 9(4), ισχυρίζεται ότι είναι αυτόνομοι εφόσον ο 20(1) αναφέρεται σε εξουσία που δίνεται στα Συμβούλια Προσφορών να συστήνουν ad-hoc τριμελείς τεχνικές επιτροπές, ο 9(4) προνοεί ότι η Επιτροπή Αξιολόγησης ελέγχει την Έκθεση Αξιολόγησης του ιδιώτη συμβούλου, και ο 20(4) αναφέρεται σε εξουσία που δίνεται στα Συμβούλια Προσφορών και στις Επιτροπές Αξιολόγησης να καλούν σε συνεδρίες τους οποιονδήποτε για παροχή συμβουλών.
Εξετάζοντας τον τρίτο λόγο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Κατ' αρχάς, σημειώνουμε ότι το άρθρο 2 του περί Ερμηνείας Νόμου, ΚΕΦ. 1, καθορίζει ότι «λέξεις στον ενικό περιλαμβάνουν τον πληθυντικό και λέξεις στον πληθυντικό περιλαμβάνουν τον ενικό». Συνεπώς, ενόψει απουσίας σχετικής απαγορευτικής πρόνοιας στους Κανονισμούς ή στους όρους του Διαγωνισμού, είναι δυνατή η ανάθεση σε έναν μόνο ιδιώτη σύμβουλο η αξιολόγηση της τεχνικής προσφοράς, όπως έγινε εδώ, στη βάση του Κανονισμού 9(4) της ΚΔΠ 201/2007, που προβλέπει τα εξής:
« Τμήμα 3 – Επιτροπές Αξιολόγησης
9.- (1) […]
(2) […]
(3) […]
(4) Στις περιπτώσεις που η αξιολόγηση προσφορών ανατίθεται σε ιδιώτες συμβούλους ή σε μελετητές, η Επιτροπή Αξιολόγησης ελέγχει την έκθεση αξιολόγησης των ιδιωτών συμβούλων ή μελετητών ως προς την ορθότητά της σε σχέση με τα έγγραφα του διαγωνισμού και τις προσφορές που λήφθηκαν και προβαίνει στις ενέργειες που αναφέρονται στην παράγραφο (2), υποπαράγραφος (α) ή (β), ανάλογα με την περίπτωση.».
Επίσης, η απουσία αναφοράς στον Κανονισμό 9(4) ότι η αξιολόγηση των προσφορών που ανατίθεται στους ιδιώτες συμβούλους αφορά στη συνολική αξιολόγηση των προσφορών ώστε να περιλαμβάνει και την οικονομική, η εισήγηση των Αιτητών δεν ευσταθεί.
Με τον τέταρτο λόγο ακύρωσης προβάλλεται από πλευράς Αιτητών θέμα ασυνήθιστα χαμηλής προσφοράς του Επιτυχόντα Προσφοροδότη για το οποίο δεν ζήτησε εξηγήσεις σύμφωνα με το άρθρο 69 του Ν. 73(Ι)/2016, σε συνάρτηση με ισχυρισμούς για έλλειψη αιτιολογίας, έρευνας και χρήση εξωγενών παραγόντων.
Είναι η θέση τους ότι σε όλες τις διαδικασίες των Προσφυγών που καταχώρησαν ενώπιον της ΑΑΠ, οι Αιτητές έθεταν θέμα ασυνήθιστα χαμηλής προσφοράς του Επιτυχόντα Προσφοροδότη. Παραπέμπει δε στο ιστορικό της διαδικασίας του Διαγωνισμού από την αρχική μέχρι την τελευταία επανεξέταση προς απόδειξη των ισχυρισμών τους αυτών, δίνοντας έμφαση στην πρώτη επανεξέταση όπου τέθηκε θέμα ασυνήθιστα χαμηλής προσφοράς και ενεργοποιήθηκε η διαδικασία του άρθρου 69 ενώ στη δεύτερη επανεξέταση δεν αναζητήθηκαν διευκρινίσεις και ούτε στην τρίτη. Η Επιτροπή Αξιολόγησης, επισημαίνουν ότι, χρησιμοποιεί κάθε φορά και διαφορετική αιτιολογία για να καταλήξει ότι η προσφορά του Επιτυχόντα Προσφοροδότη δεν είναι ασυνήθιστα χαμηλή. Το Συμβούλιο Προσφορών, κατά την άποψή τους, είχε καθήκον ως το αποφασίζον όργανο να ελέγξει την κατάληξη της Επιτροπής Αξιολόγησης και την αιτιολογία της, που δεν έπραξε έτσι. Παραπέμπει δε σε νομολογία (βλ. Logicom Public Ltd -v- Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.ά. (2014) 3 ΑΑΔ 16 κ.ά.) και στο σύγγραμμα Δημητρίου Γ. Ράικου, «ΔΙΚΑΙΟ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ», Β' έκδ., προς υποστήριξη των εισηγήσεών τους.
Αντίθετη ήταν η προσέγγιση της Αναθέτουσας Αρχής, η οποία παραπέμποντας στην νομολογία του ΔΕΕ (βλ. C-669/20 Veridos, C-568/13 Data Medical Service κ.ά.), σε Κυπριακή Νομολογία (βλ. Logicom Public Ltd -v- Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών (ανωτέρω) κ.ά.) και στο σύγγραμμα του Δημητρίου Γ. Ράικου, «ΔΙΚΑΙΟ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ», Γ' έκδ., τονίζει ότι στην παρούσα περίπτωση τα αρμοδίως εμπλεκόμενα αποφασιστικά όργανα ουδεμία αμφιβολία είχαν ως προς την προσφορά του Επιτυχόντα Προσφοροδότη, ώστε να αναζητήσουν εξηγήσεις στη βάση του άρθρου 69 του Ν. 73(I)/2016. Η δε Επιτροπή Αξιολόγησης στην Έκθεσή της ημερ. 17.06.2025 καταγράφει ότι δεν συνέτρεχαν λόγοι ενεργοποίησης της διαδικασίας εξέτασης των προσφορών ως ασυνήθιστα χαμηλών και ότι δεν κρινόταν αναγκαίο να ζητηθούν διευκρινίσεις. Ούτε δε από τους Διοικητικούς Φακέλους διαφαίνεται οποιοδήποτε στοιχείο ότι η προσφορά του Επιτυχόντα Προσφοροδότη ήταν ασυνήθιστα χαμηλή.
Σ’ ό,τι αφορά το Συμβούλιο Προσφορών, προσθέτει, από τα πρακτικά των συνεδριάσεων του ημερ. 08.08.2025 και 20.03.2026, φαίνεται ότι αποφάσισε να υιοθετήσει την Εισήγηση της Επιτροπής Αξιολόγησης, κατόπιν συζήτησης και ανταλλαγής απόψεων και λαμβάνοντας υπόψη τα συνολικά δεδομένα.
Στο στάδιο αυτό, για σκοπούς εξέτασης του συγκεκριμένου λόγου ακύρωσης, κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε το νομικό πλαίσιο σ’ ό,τι αφορά τις ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές.
Το άρθρο 69 του Ν.73(Ι)/2016 το οποίο μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη το άρθρο 69 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ πραγματεύεται για τις ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές και προβλέπει τα εξής:
«Ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές
69.-(1) Όταν οι προσφορές φαίνονται ασυνήθιστα χαμηλές σε σχέση με τα έργα, τις προμήθειες ή τις υπηρεσίες, οι αναθέτουσες αρχές απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να εξηγήσουν την τιμή ή το κόστος που προτείνουν στην προσφορά.
(2) Οι εξηγήσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) μπορούν να αφορούν ιδίως:
(α) Τα οικονομικά χαρακτηριστικά της μεθόδου κατασκευής, της διαδικασίας παρασκευής ή των παρεχόμενων υπηρεσιών·
(β) τις επιλεγείσες τεχνικές λύσεις ή τις εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες που διαθέτει ο προσφέρων για την παροχή των προϊόντων ή των υπηρεσιών ή για την εκτέλεση του έργου·
(γ) την πρωτοτυπία του έργου, των προμηθειών ή των υπηρεσιών που προτείνονται από τον προσφέροντα·
(δ) τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις του εδαφίου (3) του άρθρου 4·
(ε) τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις του άρθρου 71
(στ) το ενδεχόμενο χορήγησης κρατικής ενίσχυσης στον προσφέροντα.
(3) (α) Η αναθέτουσα αρχή αξιολογεί τις παρεχόμενες πληροφορίες, σε συνεννόηση με τον προσφέροντα.
(β) Η αναθέτουσα αρχή δύναται να απορρίψει την προσφορά μόνο εάν τα παρεχόμενα στοιχεία δεν εξηγούν κατά τρόπο ικανοποιητικό το χαμηλό επίπεδο της τιμής ή του κόστους που προτείνεται, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που αναφέρονται στο εδάφιο (2).
(γ) Η αναθέτουσα αρχή απορρίπτει την προσφορά, εάν διαπιστώσει ότι η προσφορά είναι ασυνήθιστα χαμηλή, διότι δεν συμμορφώνεται με τις ισχύουσες υποχρεώσεις του εδαφίου (3) του άρθρου 4.
(4) Εάν η αναθέτουσα αρχή διαπιστώνει ότι μια προσφορά είναι ασυνήθιστα χαμηλή λόγω χορήγησης κρατικής ενίσχυσης στον προσφέροντα, η προσφορά μπορεί να απορρίπτεται αποκλειστικά για αυτόν τον λόγο μόνο μετά από διαβούλευση με τον προσφέροντα και εφόσον αυτός δεν είναι σε θέση να αποδείξει, εντός εύλογης προθεσμίας την οποία ορίζει η αναθέτουσα αρχή, ότι η εν λόγω ενίσχυση είναι σύμφωνη με την εσωτερική αγορά κατά την έννοια του Άρθρου 107 της ΣΛΕΕ. Σε περίπτωση όπου η αναθέτουσα αρχή απορρίπτει προσφορά υπό τις συνθήκες αυτές, ενημερώνει σχετικώς την Αρμόδια Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων, η οποία ενημερώνει την Επιτροπή.».
Πρόνοια για ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές υπάρχει και στα Έγγραφα του Διαγωνισμού με τον όρο 9.4.4 του Μέρους Α: Οδηγίες προς Οικονομικούς Φορείς που προνοεί τα εξής:
«9.4 Αξιολόγηση Οικονομικών Προσφορών
1. […]
2. […]
3. […]
4. Εάν μια Οικονομική Προσφορά θεωρηθεί ασυνήθιστα χαμηλή, η Αναθέτουσα Αρχή οφείλει να ζητήσει γραπτώς εξηγήσεις από τον Προσφέροντα σχετικά με την τιμή της προσφοράς του. Οι εξηγήσεις αυτές θα δίνονται εγγράφως, εντός δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία που θα ζητηθούν. Οι εξηγήσεις αφορούν τη σύνθεση της Προσφοράς κατά τα οριζόμενα στις πρόνοιες του άρθρου 69 του Ν.73(Ι)/2016. Το Αρμόδιο Όργανο εξετάζει τις παρεχόμενες πληροφορίες και αποφασίζει σχετικά με την αποδοχή ή την απόρριψη της Προσφοράς.».
Στο σύγγραμμα του Δημήτριου Γ. Ράικου, «ΔΙΚΑΙΟ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ», 2022, Δ΄ Εκδ. αναφέρονται τα εξής στις σελίδες 555, 556, 558, 561, 562 ως προς το ζήτημα των ασυνήθιστα χαμηλών προσφορών:
«4. Οι ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές
Η έννοια της ασυνήθιστα χαμηλής προσφοράς («abnormally low offer») δεν δίνεται ρητά από τις διατάξεις των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις, αλλά αναφέρεται σε μια προσφορά για την οποία, ενόψει των ευνοϊκών όρων που περιέχει, δημιουργούνται αμφιβολίες για τη σοβαρότητα ή τη φερεγγυότητα της, δηλαδή για τη δυνατότητα του προσφέροντος οικονομικού φορέα να εκτελέσει τη σύμβαση σύμφωνα με τους προσφερόμενους όρους.
Η οδηγία 2014/24/ΕΕ, - όπως και η προηγούμενη οδηγία 2004/18/ΕΚ – δεν απαγορεύει την υποβολή χαμηλών προσφορών, αλλά θεσπίζει ορισμένες διατάξεις για τις ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές, φαινόμενο συχνό στις δημόσιες συμβάσεις, ιδίως στις συμβάσεις δημοσίων έργων, που είχε ως αποτέλεσμα μετά την ανάθεση του έργου ο ανάδοχος να μην είναι σε θέση να εκτελέσει το έργο σύμφωνα με τις αρχικές τιμές και να προσφεύγει σε τεχνητή αύξηση του εργολαβικού ανταλλάγματος, μέσω των διατάξεων για νέες και πρόσθετες εργασίες, με τελικό δυσμενές επακόλουθο αυτής της αύξησης, τη διαμόρφωση του τελικού κόστους σε επίπεδα που δεν είχαν προβλεφθεί από τον προϋπολογισμό του δημόσιου φορέα.
Κατά τα αναφερόμενα στην 103η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2014/24/ΕΕ, οι προσφορές που φαίνονται αφύσικα χαμηλές σε σχέση με τα έργα, τα αγαθά ή τις υπηρεσίες ενδέχεται να βασίζονται σε τεχνικά, οικονομικά ή νομικά αβάσιμες παραδοχές ή πρακτικές. Σε περίπτωση που ο προσφέρων δεν μπορεί να παράσχει ικανοποιητική εξήγηση, η αναθέτουσα αρχή θα πρέπει να δικαιούται να απορρίψει την προσφορά. Η απόρριψη θα πρέπει να είναι υποχρεωτική σε περιπτώσεις όπου η αναθέτουσα αρχή έχει διαπιστώσει ότι η ασυνήθιστα χαμηλή τιμή ή το ασυνήθιστα χαμηλό κόστος που προτείνεται είναι αποτέλεσμα της μη συμμόρφωσης με υποχρεωτική ενωσιακή νομοθεσία ή συμβατή προς αυτή εθνική νομοθεσία στους τομείς του κοινωνικού, εργατικού ή περιβαλλοντικού δικαίου, ή με διατάξεις του διεθνούς εργατικού δικαίου».
[…]
«Ο βασικός κανόνας που θεσπίζουν οι διατάξεις αυτές, συνοψίζεται στο ότι το ενωσιακό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων απαγορεύει τον αυτόματο αποκλεισμό από τους διαγωνισμούς για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων, προσφορών που κρίνονται ασυνήθιστα χαμηλές, δίχως δηλαδή την προηγούμενη πρόσκληση του προσφέροντος να εκθέτει γραπτά τις απόψεις του για το ζήτημα αυτό.»
[…]
«Κατά την νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, η αναθέτουσα αρχή έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, κατ’ εκτίμηση ιδίως της απόκλισης της οικονομικής προσφοράς κάθε διαγωνιζόμενου από την προϋπολογισθείσα δαπάνη, αλλά και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποβληθείσες προσφορές, να χαρακτηρίσει συγκεκριμένη οικονομική προσφορά ως ασυνήθιστα χαμηλή, υποχρεούμενη, όμως, στην περίπτωση αυτή να καλέσει προς παροχή των αναγκαίων διευκρινίσεων εκείνους από τους διαγωνιζόμενους, των οποίων την οικονομική προσφορά κρίνει ως ασυνήθιστα χαμηλή. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, η άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας της αναθέτουσας αρχής δεν εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου, αλλά υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο ως προς την υπέρβαση των άκρων ορίων της».
Η «ασυνήθιστα χαμηλή προσφορά» υπήρξε αντικείμενο εξέτασης και σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Logicom Public Limited -v- Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών (ανωτέρω), αναφέρθησαν τα εξής στη σελίδα 21 για το θέμα:
«Το προοίμιο της Οδηγίας δεν ρίχνει φως στο πως η αρμόδια αρχή θα πρέπει να προσεγγίσει τις εξηγήσεις που προσφέρονται από τον προσφοροδότη της υπό διερεύνηση προσφοράς. Ωστόσο, υποδεικνύεται στη νομολογία του ΔΕΕ και του Πρωτοδικείου ότι ο προσφοροδότης που κρίνεται ότι υπέβαλε ασυνήθιστα χαμηλή προσφορά πρέπει με τις διευκρινίσεις που παρέχει να ικανοποιήσει την Αναθέτουσα Αρχή ότι η προσφορά είναι, όπως αναφέρεται στο αγγλικό κείμενο των αποφάσεων «genuine» (γνήσια) (Βλ. Lombardini (ανωτέρω) και Fratelli Costanzo SpA [1989] ECR 1839), ή «reliable and serious» (αξιόπιστη και σοβαρή) (Βλ. Renco SpA, Case T-4/01 ημερ. 25.2.2003 και TQ3 Travel Solutions Belgium SA, Case Y-148/04 ημερ. 6.7.2005) ή ότι είναι «genuine» and viable» (γνήσια και σοβαρή). Βλ. C-147/06 και C-148/06 SECAP SpA και Santorso Soc. Coop. arl ημερ. 15.5.2008). Τα δε κριτήρια που δύνανται να ληφθούν υπόψη στον προσδιορισμό της οικονομικά πλέον συμφέρουσας προσφοράς δεν απαριθμούνται περιοριστικά».
Στην δε απόφαση του ΔΕΕ της 15ης Σεπτεμβρίου 2012 στην υπόθεση C-669/20 (ανωτέρω) τονίστηκε ότι «σε περίπτωση υπονοιών ότι μια προσφορά είναι ασυνήθιστα χαμηλή, οφείλουν να εξακριβώνουν αν όντως συντρέχει τέτοια περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία της προκήρυξης του Διαγωνισμού και των Εγγράφων της Σύμβασης…» αναζητώντας διευκρινίσεις.
Στην απόφαση τέλος του ΔΕΕ της 19ης Οκτωβρίου 2017 στην υπόθεση C-198/16P, Agriconsulting Europe SA κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφέρθηκαν τα εξής:
«50. Συναφώς το άρθρο 139, παράγραφος 1, του κανονισμού 2342/2002 προβλέπει ότι, εάν, για συγκεκριμένη σύμβαση, οι προσφορές φαίνονται υπερβολικά χαμηλές, η αναθέτουσα αρχή πριν τις απορρίψει γι’ αυτόν και μόνο το λόγο, ζητεί εγγράφως τις διευκρινίσεις που αυτή θεωρεί ενδεδειγμένες σχετικά με τα στοιχεία της προσφοράς και επαληθεύει, με την αυτοπρόσωπη παράσταση των προσφερόντων, τα στοιχεία αυτά λαμβάνοντας υπόψη και την παρεχόμενη από αυτούς τεκμηρίωση.
51. Ως εκ τούτου, η εν λόγω διάταξη επιβάλλει στην αναθέτουσα αρχή, πρώτον, να εντοπίσει τις ύποπτες προσφορές, δεύτερον, να παράσχει στους διαγωνιζόμενους τη δυνατότητα να αποδείξουν τη σοβαρότητα των προσφορών τους, ζητώντας τους τις διευκρινίσεις που αυτή κρίνει σκόπιμες, τρίτον, να εκτιμήσει τη λυσιτέλεια των εξηγήσεων που παρείχαν οι ενδιαφερόμενοι και, τέταρτον, να αποφασίσει σχετικά με το αν θα δεχθεί ή αν θα απορρίψει τις εν λόγω προσφορές (βλ. κατ’ αναλογία, απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2001, Lombardini και Mantovani C-285/99 και C-286/99, EU: C: 2001:640, σκέψη 55).»
Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ ακόμη και εάν πρόκειται για μια μηδενική οικονομική προσφορά η Αναθέτουσα Αρχή θα πρέπει να απαιτήσει εξηγήσεις από τον προσφοροδότη και να την αξιολογήσει προτού την απορρίψει (βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2020, Τx-Fin-Lex d.o.o, C-367/19).
Στην παρούσα περίπτωση η εκτιμώμενη αξία του έργου σύμφωνα με τα Έγγραφα του Διαγωνισμού ανέρχετο σε €5.000.000,00 κατ' έτος, όπου σύμφωνα με την Έκθεση Αξιολόγησης ημερ.17.06.2025, η απόκλιση της προσφοράς του Επιτυχόντα Προσφοροδότη ανέρχετο σε ποσοστό 21,57%, κάτω από την εκτιμώμενη αξία, ενώ των Αιτητών σε 11,05%. Ο υπολογισμός αυτός βεβαίως αμφισβητείται από τους Αιτητές, οι οποίοι καθορίζουν τη διαφορά σε 0,6% της προσφοράς των Αιτητών και 18,1% του Επιτυχόντα Προσφοροδότη, στη βάση δικών τους υπολογισμών και συλλογισμών.
Από το λεκτικό του άρθρου 69 καθίσταται σαφές ότι η υποχρέωση της Αναθέτουσας Αρχής αναζήτησης εξηγήσεων από τον προσφοροδότη για την τιμή της προσφοράς του, περιορίζεται στην περίπτωση που θεωρήσει την προσφορά ως ασυνήθιστα χαμηλή. Τότε μόνο μπορεί να απορρίψει την προσφορά αν τα παρεχόμενα στοιχεία δεν εξηγούν ικανοποιητικά το χαμηλό επίπεδο της τιμής της προσφοράς. Στην παρούσα περίπτωση η Επιτροπή Αξιολόγησης είχε επισημάνει την απόκλιση των δύο προσφορών από την εκτιμώμενη αξία. Παρά ταύτα, κατέληξε ότι δεν υφίσταται περιθώριο αμφισβήτησης της λογικότητας οποιασδήποτε επιμέρους χρέωσης. Κατέγραψε δε την αιτιολογία της στην Έκθεσή της. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την Έκθεση Αξιολόγησης ημερ. 17.06.2025, που είναι επίσης ενδεικτικό και του τρόπου σύγκρισης των τιμών των προσφορών με την εκτιμώμενη αξία, για σκοπούς καλύτερης παρακολούθησης:
«Επισημαίνεται ότι τα δυο Τμήματα της προσφοράς αφορούν το ένα και το αυτό μέγεθος μιας συνολικής αγοράς όπου η χρήση του ενός Τμήματος για την μια πληρωμή αποκλείει αυτόματα την χρήση του άλλου. Ως εκ τούτου, αυτόματα η εκτίμηση των €5.000.000 μπορεί να αναφέρεται και είναι συγκρίσιμη με το σύνολο του Τμήματος 1, το οποίο αποτελεί τη δυνητικά μεγαλύτερη δυνατή αξία που μπορεί να έχει ο διαγωνισμός.
Συνεπώς η σύγκριση των οικονομικών προσφορών έγινε για το Τμήμα 1 όπου οι οικονομικές προσφορές είναι χαμηλότερες σε σύγκριση με την εκτιμώμενη αξία των €5.000.000 και για τους δύο οικονομικούς φορείς. Συγκεκριμένα, η απόκλιση της προσφοράς του ΟΦ – JCC PAYMENT SYSTEMS LTD σε σχέση με την εκτιμώμενη αξία ανέρχεται σε 11,05% ενώ η προσφορά του ΟΦ – VIVA PAYMENTS SERVICES S.A. έχει απόκλιση ύψους 21,57%. Η διαφορά μεταξύ των δύο προσφορών σε σχέση με την εκτιμώμενη αξία είναι 10,5%.
Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης των οικονομικών προσφορών ανά Τμήμα, φαίνονται αναλυτικά στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 8.
Η Επιτροπή Αξιολόγησης μελέτησε επιστάμενα όλες τις πτυχές των οικονομικών προσφορών (συμπεριλαμβανομένων των καταγραφόμενων στις προσφορές χρεώσεις στο παράρτημα του Εντύπου 9Α) και κατέληξε ότι δεν υφίσταται περιθώριο αμφισβήτηση της λογικότητας οποιασδήποτε επιμέρους χρέωσης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η Επιτροπή Αξιολόγησης θεώρησε ότι δεν συντρέχουν λόγοι για ενεργοποίηση της διαδικασίας εξέτασης των προσφορών ως ασυνήθιστα χαμηλές. Για την κατάληξη της στο πιο κάτω συμπέρασμα, έλαβε υπόψη της τους ακόλουθους λόγους:
· Το μέγεθος/δεσπόζουσα θέση στη αγορά και η σοβαρότητα των οικονομικών φορέων που δραστηριοποιούνται στον εν λόγω τομέα (όπως και η σχέση τους με τα Συστήματα Καρτών – VISA / MasterCard) δημιουργούν εξ αντικειμένου επαρκέστατη γνώση τόσο της αγοράς και των απαιτήσεων της σύμβασης, όσο και των σχετικών κινδύνων, γεγονός που δεν προκαλεί οποιαδήποτε ανησυχία ως προς τη πρόθεση και το βάσιμο της υποβολής των συγκεκριμένων προσφερόμενων τιμών, με τις οποίες δεσμεύονται.
· Κρίνεται επιπλέον ότι, για τη διαμόρφωση του ύψους των χρεώσεων είναι δυνατό να υπεισέρχονται διάφοροι παράγοντες, που ανάγονται στη σφαίρα δραστηριοποίησης / εμπορική δράση του κάθε προσφέροντα, όπως η διάρθρωση του οικονομικού τους μοντέλου, οι τυχόν οικονομίες κλίμακας ή / και ειδικές συμφωνίες που μπορεί να υπάρχουν, οι υφιστάμενοι πόροι και η σχετική πολιτική χρεώσεων τους, οι επί μέρους ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες δραστηριοποιούνται, και ενδεχομένως τα μερίδια αγοράς τα οποία κατέχουν.
· Οι εν λόγω αποκλίσεις προκύπτουν, σε σχέση με την εκτιμώμενη αξία η οποία βασίστηκε και στις χρεώσεις του υφιστάμενου παρόχου, οι οποίες καθορίστηκαν το 2015 υπό καθεστώς μονοπωλίου, ενώ ο συγκεκριμένος τομέας των ηλεκτρονικών πληρωμών είναι κατά τα τελευταία έτη προοδευτικά αναπτυσσόμενος, και σήμερα έχει καταστεί ανταγωνιστικός.
Τέλος, λαμβανόμενης υπόψης και της φύσης του αντικειμένου της σύμβασης, οι εν λόγω οικονομικές προσφορές δεν δημιουργούν καμία ανησυχία ως προς την δυνατότητα των φορέων να εκτελέσουν το αντικείμενο της σύμβασης και ως εκ τούτου δεν κρίνεται ότι υφίσταται λόγος αμφισβήτησης οποιωνδήποτε πτυχών των οικονομικών προσφορών.».
Σύμφωνα με το πιο πάνω απόσπασμα, δεν ετίθετο θέμα από πλευράς Αναθέτουσας Αρχής ενεργοποίησης της διαδικασίας εξέτασης των προσφορών ως ασυνήθιστα χαμηλών ώστε να κρινόταν αναγκαίο να ζητηθούν εξηγήσεις.
Το δε Συμβούλιο Προσφορών, υιοθετώντας την εισήγηση της Επιτροπής Αξιολόγησης, αποφάσισε την ανάθεση της Σύμβασης στον Επιτυχόντα Προσφοροδότη. Δεν βρίσκουμε η υιοθέτηση της εισήγησης κατ’ αρχάς της Επιτροπής Αξιολόγησης από το Συμβούλιο Προσφορών να ενέχει οτιδήποτε το μεμπτό, το οποίο για να αποφασίσει σημειώνουμε ότι μελέτησε όλα τα ενώπιον του στοιχεία, όπως εξάγεται από την έρευνά μας στους Διοικητικούς Φακέλους και ιδιαίτερα των πρακτικών των συνεδριάσεών του.
Περαιτέρω η εισήγηση των Αιτητών, που στην ουσία καλείται η ΑΑΠ να προβεί στις δικές της μετρήσεις και υπολογισμούς ως προς το ακριβές ποσοστό της διαφοράς της τιμής της προσφοράς του Επιτυχόντα Προσφοροδότη και εκείνης των Αιτητών κάτω από την εκτιμώμενη αξία είτε προς στοιχειοθέτηση εισήγησης για ασυνήθιστα χαμηλή προσφορά είτε ύπαρξη πλάνης, είναι αμιγώς τεχνικό θέμα για το οποίο η κρίση της διοίκησης είναι ανέλεγκτη.
Έχει αποφασιστεί κατ’ επανάληψη, ότι η κρίση της διοίκησης επί θεμάτων τεχνικής φύσης ή ειδικών γνώσεων «χαρακτηρίζεται ως ανέλεγκτος» εφόσον δεν συντρέχει πλάνη περί τα πράγματα, κακή χρήση διακριτικής εξουσίας ή δεν προκύπτει έλλειψη αιτιολογίας (βλ. Ράφτης -v- Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 ΑΑΔ 345 και Ρ.Ι.Κ. -v- Κεντρικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ (2017) 3 ΑΑΔ 353).
Η εξουσία του δικαστηρίου περιορίζεται σε έλεγχο της νομιμότητας της διοικητικής πράξης, ως εύλογα επιτρεπτής υπό τις περιστάσεις, και δεν επεκτείνεται στην ουσιαστική κρίση του διοικητικού οργάνου, έστω και εάν το ίδιο θα μπορούσε εύλογα να καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα (βλ. Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών -v- Π.Κ. Ιωάννου & Υιοί Λτδ κ.ά. (2016) 3 ΑΑΔ 727 και First Elements Euroconsultants Ltd -v- Δημοκρατίας (2017) 3(Β) ΑΑΔ 936). Στην τελευταία υπόθεση τονίστηκαν τα εξής για το θέμα στη σελίδα 944:
«Η αξιολόγηση του υλικού όμως, όχι μόνο δεν υποχρεώνει το διοικητικό Δικαστή να λάβει θέση επί των τεχνικών διχογνωμιών, αλλά, όπως σχολιάζεται στο σύγγραμμα της καθηγήτριας Ευαγγελίας Κουτούπα-Ρεγκάκου, Αόριστες και Τεχνικές Έννοιες στο Δημόσιο Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 1997, σ. 116: «…δεν είναι και σε θέση να προβαίνει σε ιδίαν κρίση. Λόγω συνεπώς του προβαδίσματος της διοίκησης σε ειδικές τεχνικές γνώσεις, ο δικαστής θεωρεί τις τεχνικές κρίσεις καταρχήν αποδεκτές. Ο στόχος αυτού του δικαστικού αυτοπεριορισμού είναι να μην παρεμποδίζεται η διαδικασία έγκρισης τεχνικών εγκαταστάσεων αφενός και αφετέρου να μην καθίσταται ο διοικητικός δικαστής ιεραρχικός προϊστάμενος της εγκρίνουσας διοικητικής αρχής.».
Ούτε και βεβαίως το δικαστήριο υποκαθιστά τις αποφάσεις της διοίκησης ή προβαίνει σε επανεκτίμηση πρωτογενών γεγονότων, εφόσον κρίνει ότι η έρευνα ήταν επαρκής (βλ. Χατζηαράπης -v- Δημοκρατίας (1999) 3 ΑΑΔ 64, 69).
Όπως τονίστηκε στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία -v- Iceline (Cyprus) Ltd, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 103/17, ημερ. 22.04.2024, το Διοικητικό Δικαστήριο δεν μπορεί να επέμβει με δικές του πράξεις και υπολογισμούς σε ζητήματα τεχνικά, αλλά ελέγχει αν όντως πραγματοποιήθηκε ο έλεγχος των εμπειρογνωμόνων που κατέληξε στα συμπεράσματα της Αναθέτουσας Αρχής, καθώς και αν καταγράφηκαν τα στοιχεία που κατέληξαν στο συμπέρασμα του ελέγχου αυτού και αν η καταγραφή τους αποτελεί μέρος του Διοικητικού Φακέλου.
Καταλήγοντας βρίσκουμε ότι η Επιτροπή Αξιολόγησης εφόσον έκρινε ότι δεν ετίθετο θέμα ασυνήθιστα χαμηλής προσφοράς για τους λόγους που αναφέρει στην Έκθεση Αξιολόγησης, το σχετικό απόσπασμα της οποίας καταγράφουμε ανωτέρω, η μη ενεργοποίηση κατά τη δεύτερη και τρίτη επανεξέταση των προνοιών του άρθρου 69 του Ν. 73(1)/2016 και του όρου 9.4.4 του Μέρους Α των Εγγράφων του Διαγωνισμού δεν ενέχει οτιδήποτε το μεμπτό. Είναι άνευ σημασίας δε αν κατά την πρώτη επανεξέταση φάνηκε ως ασυνήθιστα χαμηλή, εξ ου και ζητήθηκαν εξηγήσεις.
Ενόψει των πιο πάνω, ο τέταρτος λόγος ακύρωσης δεν μπορεί να πετύχει.
Με τον πέμπτο λόγο ακύρωσης που είναι συναφής με τον τέταρτο, εφόσον αναφέρεται επίσης στην ασυνήθιστα χαμηλή προσφορά του Επιτυχόντα Προσφοροδότη όπου τα επιχειρήματα προς υποστήριξή τους συμπλέκονται, προβάλλεται από πλευράς Αιτητών θέμα παραβίασης της αρχής της δεσμευτικότητας των αποφάσεων της ΑΑΠ για τις Αναθέτουσες Αρχές και παραβίασης της αρχής της χρηστής διοίκησης.
Συγκεκριμένα, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι ενώ υπήρξε διαφοροποίηση της Επιτροπής Αξιολόγησης στον τρόπο αντιμετώπισης της προσφοράς του Επιτυχόντα Προσφοροδότη, εφόσον αρχικά την έκρινε ως ασυνήθιστα χαμηλή, στα πλαίσια της δεύτερης και τρίτης επανεξέτασης στη συνέχεια διαφοροποίησε τη θέση της χωρίς να δώσει καμία αιτιολογία για την μεταστροφή της αυτή, κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, της συνέπειας και της καλής πίστης αλλά και της νομολογίας (βλ. Tasmi Trading Co. -v- Republic (1988) 3(B) CLR 782, Tamassos Tobacco Suppliers and Co. -v- Δημοκρατίας (1992) 3 ΑΑΔ 60 κ.ά.).
Από την άλλη η Αναθέτουσα Αρχή προβάλλει ότι ουδέποτε έκρινε ως ασυνήθιστα χαμηλή την προσφορά του Επιτυχόντα Προσφοροδότη. Απλά, συνεχίζει, στα πλαίσια της προηγούμενης απόφασης του Συμβουλίου Προσφορών ενεργοποιήθηκε μεν η διαδικασία του άρθρου 69 του Ν. 73(Ι)/2016 αλλά αποφασίστηκε, μετά τη λήψη των θέσεων του Επιτυχόντα Προσφοροδότη, ότι δεν τίθετο θέμα ασυνήθιστα χαμηλής προσφοράς που να οδηγούσε στην απόρριψη της προσφοράς. Συνεπώς, κατά την άποψή της, δεν υπάρχει καμία απόκλιση από προηγούμενη κρίση της.
Εξετάσαμε την εισήγηση αυτή των Αιτητών η οποία δεν μας βρίσκει σύμφωνους.
Από το περιεχόμενο των Διοικητικών Φακέλων διαφαίνεται ότι ουδέποτε η Επιτροπή Αξιολόγησης έκρινε ασυνήθιστα χαμηλή την προσφορά του Επιτυχόντα Προσφοροδότη μετά την παροχή εξηγήσεων ώστε να τίθετο θέμα απόρριψης της προσφοράς του. Οπότε δεν μπορούμε να μιλούμε για μεταστροφή των θέσεων της χωρίς μάλιστα αιτιολογία, ως η εισήγηση των Αιτητών. Με την Έκθεση Αξιολόγησής της ημερ. 17.06.2025, η Επιτροπή δίνει σαφείς λόγους γιατί δεν θεώρησε την προσφορά του Επιτυχόντα Προσφοροδότη ως ασυνήθιστα χαμηλή, ώστε να καθίσταται επιτακτική για την ίδια η αναζήτηση εξηγήσεων.
Με τον έκτο λόγο ακύρωσης οι Αιτητές παραπονούνται ότι η Αναθέτουσα Αρχή έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση κάτω από λανθασμένα κριτήρια και/ή λανθασμένη βάση σύγκρισης κατά παράβαση των αρχών της ισότητας, της απαγόρευσης των διακρίσεων και της διαφάνειας. Εξηγούν ότι αν η Αναθέτουσα Αρχή χρησιμοποιούσε την ορθή βάση σύγκρισης θα κατέληγε στο δεδομένο ότι μόνο η προσφορά του Επιτυχόντα Προσφοροδότη παρουσίαζε σημαντική απόκλιση από την εκτιμώμενη αξία. Αντίθετα η Αναθέτουσα Αρχή προέβη σε σύγκριση μόνο με το Τμήμα 1 του Διαγωνισμού αγνοώντας τα ποσά για το Τμήμα 2, γεγονός που δεν γνωστοποίησε στους Αιτητές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης να γίνει υπό καθεστώς πλάνης θεωρώντας ότι και οι δύο προσφορές παρουσίαζαν σημαντική απόκλιση από την εκτιμώμενη αξία της Σύμβασης, ενώ στην πραγματικότητα αν λαμβάνοντο υπόψη τα ποσά των δύο Τμημάτων, η απόκλιση της προσφοράς των Αιτητών θα ήταν μόλις 0,6% ενώ του Επιτυχόντα Προσφοροδότη 18,1%. Πρόκειται, κατά την άποψή τους, σε σαφή παραβίαση της αρχής της διασφάλισης του υγιούς ανταγωνισμού μεταξύ των προσφοροδοτών (βλ. Αιμίλιος Έλληνας & Σία Λτδ -v- Υπουργείο Οικονομικών κ.ά. (1990) 3Α ΑΑΔ 81 κ.ά.).
Από την άλλη, η Αναθέτουσα Αρχή προβάλλει ότι σύμφωνα με το άρθρο 10(1) του Ν. 73(Ι)/2016, «ο υπολογισμός της εκτιμώμενης αξίας μιας σύμβασης βασίζεται στο συνολικό πληρωτέο ποσό, χωρίς ΦΠΑ, όπως εκτιμάται από την αναθέτουσα αρχή, συμπεριλαμβανομένων τυχόν δικαιωμάτων προαιρέσεως ή τυχόν παρατάσεων της σύμβασης […]».
Εξηγεί ότι ο Διαγωνισμός αφορά σε δύο Τμήματα, δηλ. α) τις πληρωμές με κάρτα μέσω τερματικών (συσκευές POS) ή μέσω του Payment Gateway (PGW) της Κυβερνητικής διαδικτυακής διόδου ασφαλείας «Αριάδνη» ως το Τμήμα 1 και β) τον τρόπο πληρωμής «Account Payment Initiation (API)» ως το Τμήμα 2.
Προσθέτει ότι ο υπό κρίση Διαγωνισμός είχε την ιδιαιτερότητα ότι το πρόσωπο που θα πληρώνει στο Κράτος επιλέγει ποιά από τις δύο διόδους πληρωμής επιθυμεί, οπότε δεν είναι προβλέψιμος ο όγκος συναλλαγών που θα πραγματοποιείτο από κάθε δίοδο. Οι δε υπολογισμοί στους οποίους προβαίνουν οι Αιτητές, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, δεν ανταποκρίνονται σε πραγματικά δεδομένα, αλλά σε εικασίες και υποθέσεις. Δεδομένου επίσης ότι το Τμήμα 2 του Διαγωνισμού αφορά σε καινούργιο τρόπο πληρωμής, δεν υπήρχαν προηγούμενα δεδομένα, εξ ου και στη Σημείωση 3 του Εντύπου 9Α αναφέρεται «Για σκοπούς αξιολόγησης και κατάταξης των προσφορών, θεωρείται ότι όλες οι συναλλαγές που θα μεταφερθούν στο PGW "Αριάδνη" (ΔΕΝ περιλαμβάνονται συναλλαγές με POS τερματικά) θα πραγματοποιηθούν με τη χρήση Account Payment Initiation (Lot 2)». Το ίδιο ισχύει, συνεχίζει, και για το Τμήμα 1. Τονίζει ότι η εκτίμηση της αξίας της Σύμβασης καθορίστηκε στα €5.000.000,00 κατ’ έτος λαμβάνοντας υπόψη τις χρεώσεις που εφαρμόζονταν κατά τα αμέσως προηγούμενα έτη, προσαυξημένες λόγω των ενδείξεων αυξητικής τάσης των πληρωμών μέσω καρτών.
Εξετάζοντας το συγκεκριμένο λόγο ακύρωσης είναι φανερό ότι αναφέρεται σε αμιγώς τεχνικό ζήτημα όπου καλείται η ΑΑΠ να επιλέξει μεταξύ των δυο τρόπων υπολογισμού της εκτιμώμενης αξίας που χρησιμοποιούν οι δυο πλευρές για σκοπούς σύγκρισης και, αφού αξιολογήσει τον καθένα σε συνάρτηση με όλα τα στοιχεία, να καθορίσει ποιος είναι ο ορθός. Τέτοιο εγχείρημα προϋποθέτει προφανώς ενδελεχή μελέτη από πλευράς ΑΑΠ των εισηγήσεων των δυο πλευρών σε συνάρτηση με τους Πίνακες που παραθέτουν στις γραπτές αγορεύσεις τους, ορισμένους εκ των οποίων ετοίμασαν οι ίδιοι, και ιδιαίτερα αξιολόγηση των επιχειρημάτων προς υποστήριξή τους. Εκείνο που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι ότι το άρθρο 10(1) του Ν. 73(1)/2016 καθορίζει τον τρόπο υπολογισμού της εκτιμώμενης αξίας μιας σύμβασης στη βάση του συνολικού πληρωτέου ποσού, όπως εκτιμάται από την Αναθέτουσα Αρχή. Εδώ η Αναθέτουσα Αρχή επέλεξε, για τους λόγους που αναφέρει, τον συγκεκριμένο τρόπο εκτίμησης και σύγκρισης, γεγονός που κατέστησε γνωστό στους προσφοροδότες με τις Σημειώσεις του Εντύπου 9Α. Σημειώνουμε ότι ως τεχνικό θέμα, που είναι εμφανές από τα επιχειρήματα των μερών, για το οποίο απαιτούνται ειδικές γνώσεις, η ΑΑΠ δεν μπορεί να υπεισέλθει στην ουσιαστική κρίση της Αναθέτουσας Αρχής και να ασκήσει τη δική της πρωτογενή κρίση ως προς το ποιός είναι ο ορθός τρόπος υπολογισμού της εκτιμώμενης αξίας για σκοπούς σύγκρισης στην παρούσα περίπτωση. Η Επιτροπή Αξιολόγησης δίνει σαφείς εξηγήσεις στην Έκθεσή της ημερ. 17.06.2025 γιατί επέλεξε τον συγκεκριμένο τρόπο εκτίμησης.
Συνεπώς και αυτός ο λόγος ακύρωσης είναι απορριπτέος.
Με τον έβδομο λόγο οι Αιτητές παραπονούνται ότι η εισήγηση της Επιτροπής Αξιολόγησης είναι προϊόν πλάνης περί τα πράγματα και έλλειψης δέουσας έρευνας. Προς υποστήριξη δε του συγκεκριμένου λόγου παραπέμπουν στον Πίνακα που επισυνάφθηκε ως Παράρτημα στην Έκθεση Αξιολόγησης μαζί με τα αποτελέσματα της οικονομικής αξιολόγησης και ειδικά για τα Scheme Fees, το Acquirer Fee και τη Στήλη IRF.
Καταλήγοντας εισηγούνται ότι αν η Αναθέτουσα Αρχή στα πλαίσια της δέουσας έρευνας εξέταζε όλα τα οικονομικά στοιχεία του Επιτυχόντα Προσφοροδότη θα αντιλαμβάνετο ότι επρόκειτο για ζημιογόνα εταιρεία και όμιλο.
Αντίθετη ήταν η προσέγγιση της Αναθέτουσας Αρχής προτάσσοντας την τεχνική φύση των ζητημάτων που εγείρουν οι Αιτητές, παραπέμποντας σε νομολογία και αποφάσεις της ΑΑΠ. Είναι η θέση της ότι επαφίεται στον κάθε οικονομικό φορέα πώς θα διαχειριστεί τα κόστα του, πώς θα αποκομίσει κέρδος και πώς διαμορφώνει την τιμολογιακή πολιτική του. Αποδίδει δε τις εισηγήσεις των Αιτητών που αναφέρονται στη λανθασμένη συμπλήρωση της κατηγορίας συναλλαγών που εμπίπτουν στο εύρος συναλλαγών «πάνω από 5.000» και στον κατ’ ισχυρισμό λανθασμένο Πίνακα Αξιολόγησης της Οικονομικής Προσφοράς, σε αυθαίρετα συμπεράσματα χωρίς επαρκή τεκμηρίωση. Ως προς τη ζημιογόνο πορεία του Επιτυχόντα Προσφοροδότη προβάλλει ότι ο Επιτυχών Προσφοροδότης, κατόπιν της δέουσας έρευνας, κρίθηκε ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις χρηματοοικονομικής επάρκειας, οπότε δεν συμφωνεί με την εισήγηση των Αιτητών.
Εξετάζοντας τον έβδομο λόγο ακύρωσης είναι φανερό επίσης ότι όλα τα επιχειρήματα προς υποστήριξή του είναι αμιγώς τεχνικά για τα οποία χρειάζονται ειδικές γνώσεις. Περιοριζόμαστε να αναφέρουμε ότι κατά τον έλεγχο της χρηματοοικονομικής επάρκειας του Επιτυχόντα Προσφοροδότη, όπως εξάγεται από τους Διοικητικούς Φακέλους, η Επιτροπή Αξιολόγησης έκρινε ότι αυτά πληρούντο στη βάση των υποβληθέντων στοιχείων, χρησιμοποιώντας τον ίδιο τρόπο ελέγχου για όλους τους προσφοροδότες. Δεν εντοπίσαμε κανένα ικανό στοιχείο και ούτε μας υποδείχθηκε τέτοιο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προϊόν ουσιώδους πλάνης και έλλειψης δέουσας έρευνας.
Συνεπώς και ο έβδομος λόγος ακύρωσης θα πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος και ατεκμηρίωτος.
Με τον όγδοο λόγο ακύρωσης οι Αιτητές εισηγούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη κατά παράβαση του άρθρου 26(1) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν. 158(I)/1999), της νομολογίας (βλ. Φράγκου -ν- Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270) και του συγγράμματος του Δημήτριου Γ. Ράικου, «ΔΙΚΑΙΟ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ», Β’ Έκδ., 2017.
Εξετάζοντας την εισήγηση δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης φαίνεται από την ίδια την απόφαση που κοινοποιήθηκε στους Αιτητές στις 08.04.2026, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, και συμπληρώνεται από τα στοιχεία των Διοικητικών Φακέλων, ιδιαίτερα τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Επιτροπής Αξιολόγησης και του Συμβουλίου Προσφορών και τις Εκθέσεις Αξιολόγησης.
Με τον ένατο λόγο ακύρωσης προβάλλεται θέμα μη ορθής συμπλήρωσης του Εντύπου 3 από πλευράς Επιτυχόντα Προσφοροδότη και λανθασμένης εκ των υστέρων συμπλήρωσής του. Προς υποστήριξη του λόγου αυτού οι Αιτητές παραπέμπουν στο ιστορικό της διαδικασίας και ιδιαίτερα στη συνεδρία της Επιτροπής Αξιολόγησης ημερ. 26.05.2025, από τα πρακτικά της οποίας διαφαίνεται, κατά την άποψή τους, ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη επιστολή του Επιτυχόντα Προσφοροδότη ημερ. 20.05.2025, στην οποία επισυνάπτει επιστολή ημερ. 10.10.2023 του ελεγκτή της Viva Payments Services S.A. προς πλήρωση της προϋπόθεσης για χρηματοοικονομική επάρκεια. Είναι εισήγησή τους ότι οι επιστολές αυτές δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη εφόσον η μεν μία προέρχεται από άλλο προσφοροδότη ενώ η άλλη φέρει ημερομηνία προγενέστερη και μάλιστα αφορά σε εταιρεία που είχε διαγραφεί. Με την αναζήτηση δε διευκρινίσεων, συνεχίζουν, από πλευράς Επιτροπής Αξιολόγησης δόθηκε η ευκαιρία στον Επιτυχόντα Προσφοροδότη συμπλήρωσης της προσφοράς του παραβιάζοντας έτσι την αρχή της χρηστής διοίκησης και ισότητας.
Αντίθετη ήταν η προσέγγιση της Αναθέτουσας Αρχής η οποία προτάσσει την ενέργεια της Επιτροπής Αξιολόγησης να απευθυνθεί και στους δυο προσφοροδότες προς επιβεβαίωση των ποσών που αναγράφονται στο Έντυπο 3. Προς τον σκοπό αυτό, συνεχίζει, ο Συντονιστής της Επιτροπής Αξιολόγησης με την επιστολή του ημερ. 15.05.2025 ζήτησε να προσκομίσουν επιστολή από τους εγκεκριμένους λογιστές τους με την οποίαν να επιβεβαιώνουν τη συμμόρφωση των προσφοροδοτών με τον όρο. Τότε ο Επιτυχών Προσφοροδότης απέστειλε την επιστολή των ελεγκτών του ημερ. 10.10.2023 που επιβεβαίωνε όσα ζητήθηκαν. Είναι εισήγησή της ότι η αναζήτηση διευκρινίσεων για το Έντυπο 3 ήταν επιτρεπτή στη βάση του όρου 8.3.1.3 του Μέρους Α των Εγγράφων του Διαγωνισμού και δεν οδηγούσε σε νέα προσφορά στη βάση της νομολογίας. Η απορρόφηση περαιτέρω της Viva Payments Services S.A. από τον Επιτυχόντα Προσφοροδότη δεν επέφερε καμία επίπτωση ή αλλαγή στη λειτουργία των υπηρεσιών πληρωμών, αλλά ο Επιτυχών Προσφοροδότης υποκατέστησε τη Viva Payments Services S.A. στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της.
Ούτε αυτός ο λόγος μας βρίσκει σύμφωνους. Η αναζήτηση διευκρινίσεων για το Έντυπο 3 ήταν επιτρεπτή στη βάση του όρου 8.3.1.3 του Μέρους Α των Εγγράφων του Διαγωνισμού που προνοεί τα εξής:
«8. ΣΥΝΤΑΞΗ ΚΑΙ ΥΠΟΒΟΛΗ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ
[…]
8.3.1 Ενότητα «Προϋποθέσεις Συμμετοχής»
1. Την εγγύηση συμμετοχής (Έντυπο 1).
2. Για την πιστοποίηση του δικαιώματος συμμετοχής, τα ακόλουθα στοιχεία:
α. Εφόσον ο Προσφέρων είναι νομικό πρόσωπο, αποδεικτικά στοιχεία σύστασής του.
[…]
3. Για την πιστοποίηση της Οικονομικής και Χρηματοοικονομικής επάρκειας, συμπληρωμένο το Έντυπο 3. Τονίζεται ότι η Αναθέτουσα Αρχή δύναται να ζητήσει από τους Προσφέροντες, κατά τη διαδικασία αξιολόγησης του διαγωνισμού, την υποβολή οποιονδήποτε στοιχείων τεκμηρίωσης κρίνει απαραίτητο, σχετικά με τα δηλωθέντα στο Έντυπο 3.
[…]».
Με την καθολική διαδοχή της Viva Payments Services S.A. από τον Επιτυχόντα Προσφοροδότη, η προσκόμιση της επιστολής των ελεγκτών της Viva Payments Services S.A. ημερ. 10.10.2023 προς επιβεβαίωση της χρηματοοικονομικής επάρκειας του Επιτυχόντα Προσφοροδότη, η οποία έγινε δεκτή από την Αναθέτουσα Αρχή, δεν ενέχει οτιδήποτε το μεμπτό. Το τι προσκομίστηκε δε από τον Επιτυχόντα Προσφοροδότη δεν οδηγούσε σε νέα προσφορά, αλλά αφορούσε σε τεκμηρίωση στοιχείων του Εντύπου 3 που ζητήθηκαν στη βάση του όρου 8.3.1.3.
Παρέμεινε να εξεταστεί ο τελευταίος λόγος ακύρωσης που αναφέρεται στο Έντυπο 8 και στην κατ’ ισχυρισμό αναλήθεια του περιεχομένου του, γεγονός που, σύμφωνα με τους Αιτητές, οδήγησε σε παραπλάνηση της κας Λουκά και κατ’ επέκταση την Αναθέτουσα Αρχή. Συγκεκριμένα, οι Αιτητές εισηγούνται ότι η απάντηση «Yes» του Επιτυχόντα Προσφοροδότη στο σημείο 1.6 του Εντύπου 8 που απαιτούσε την πλήρωση του όρου «The payment solution shall provide the ability to create and upload a batch of transactions for processing. For card payments, a batch can include several authorization, capture, refund and reversal transactions. For account payment initiation, a batch can include several refund transactions.» δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα, εφόσον οι Τράπεζες που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο δεν προσφέρουν αυτή τη δυνατότητα/λύση.
Καταλογίζουν επίσης στην κα Λουκά ότι δεν ετοίμασε εμπεριστατωμένη Έκθεση Αξιολόγησης κατά παράβαση του Κανονισμού 9(4) της ΚΔΠ 201/2007 παρά μόνο στην επιστολή της ημερ. 16.06.2025 προς το Γενικό Λογιστήριο παραθέτει σχόλια και παρατηρήσεις, παραλείποντας να αναφερθεί στον τρόπο επιβεβαίωσης της αλήθειας του περιεχομένου του Εντύπου 8 των προσφοροδοτών και να δώσει απαντήσεις σε τέτοια σοβαρά θέματα που εγείρονται.
Από την άλλη η Αναθέτουσα Αρχή τονίζει την τεχνική φύση του θέματος που εγείρεται και την αντιφατική θέση των Αιτητών ως προς την ανάμειξη της κας Λουκά στη διαδικασία αξιολόγησης, όπου από τη μία εισηγούνται, με τον τρίτο λόγο ακύρωσης, παράνομη ανάθεση σ’ αυτήν της τεχνικής αξιολόγησης κατά παράβαση του Κανονισμού 9(4) και από την άλλη, με το δέκατο λόγο ακύρωσης, να προβάλλουν επιχειρήματα στη βάση του Κανονισμού 9(4) της ΚΔΠ 201/2007. Σημειώνει δε ότι το Έντυπο 8 αφορά σε δέσμευση του προσφοροδότη ότι από τη στιγμή που προβαίνει σε καταφατική απάντηση για κάθε απαίτηση είναι δεσμευμένος έναντι της Αναθέτουσας Αρχής προς πλήρωση των συγκεκριμένων απαιτήσεων.
Ούτε αυτός ο λόγος ακύρωσης μας βρίσκει σύμφωνους. Είναι φανερό από τα επιχειρήματα των Αιτητών προς υποστήριξη του λόγου ότι αναφέρεται σε τεχνικά ζητήματα για τα οποία η κρίση της διοίκησης είναι ανέλεγκτη. Σημειώνουμε ότι από τα πρακτικά της συνεδρίας της Επιτροπής Αξιολόγησης ημερ. 16.06.2025 διαφαίνονται τα εξής: «Κατά την μελέτη των συνοδευτικών εγγράφων που υποβλήθηκαν από τον εμπειρογνώμονα, η ΕΑ συζήτησε τα επιμέρους σχόλια του εμπειρογνώμονα και έκρινε ότι δεν συντρέχουν λόγοι για υποβολή περαιτέρω διευκρινήσεων. Η ΕΑ, αφού εξέτασε την έκθεση και τα παραρτήματα, υιοθέτησε τα σχόλια του Εμπειρογνώμονα». Συνεπώς η κα Λουκά και Έκθεση ετοίμασε και η Επιτροπή Αξιολόγησης είχε μελετήσει την Έκθεση και όλα τα συνοδευτικά έγγραφα προτού υιοθετήσει τα σχόλιά της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η κα Λουκά υποκατέστησε την Επιτροπή Αξιολόγησης. Δεν βρίσκουμε την κρίση αυτή της Επιτροπής Αξιολόγησης καθ’ οποιονδήποτε τρόπο μεμπτή.
Ενόψει όλων των πιο πάνω βρίσκουμε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν ευλόγως επιτρεπτή και εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Αναθέτουσας Αρχής. Δεν παραβιάζει περαιτέρω οποιαδήποτε αρχή του Διοικητικού Δικαίου και ούτε ήταν προϊόν πλάνης, ως η εισήγηση των Αιτητών, ενόψει των ανωτέρω διαπιστώσεών μας.
Όλοι οι λόγοι ακύρωσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι και ατεκμηρίωτοι.
Η Προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται.
............................................ ............................................
Ανδρούλα Πούγιουρου Κάριν Γεωργιάδου
Πρόεδρος Μέλος
............................................ ............................................
Ανδρέας Καρύδης Πάρις Κωνσταντινίδης
Μέλος Μέλος
............................................
Χριστίνα Σαββίδου
Μέλος