37/2025, Καταγγελία από τα φαρμακεία ΧΑΣΣΙΑ (ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ) ΛΤΔ, ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, QUALIMED LIMITED και ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΧΟΥΒΑΡΤΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ καθώς και τους φαρμακοποιούς κα Α.Κ., κ. Π.Γ.Λ., κα Χ.Κ. και κ. Σ.Χ. εναντίον του Παγκύπριου Φαρμακευτικού Συλλόγου και του Υπουργείου Υγείας/ Φαρμακευτικών Υπηρεσιών, 18/7/2025
print
Τίτλος:
37/2025, Καταγγελία από τα φαρμακεία ΧΑΣΣΙΑ (ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ) ΛΤΔ, ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, QUALIMED LIMITED και ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΧΟΥΒΑΡΤΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ καθώς και τους φαρμακοποιούς κα Α.Κ., κ. Π.Γ.Λ., κα Χ.Κ. και κ. Σ.Χ. εναντίον του Παγκύπριου Φαρμακευτικού Συλλόγου και του Υπουργείου Υγείας/ Φαρμακευτικών Υπηρεσιών, 18/7/2025

 

 

 

 

 

 

 

 


LOGO_EPA_NEW

ΚΥΠΡΙΑΚΗ  ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

 

Απόφαση ΕΠΑ: 37/2025

 

Αρ. φακ. 08.13.007.024.006.001

ΟΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΝΟΜΟΙ ΤΟΥ 2022

Καταγγελία από τα φαρμακεία ΧΑΣΣΙΑ (ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ) ΛΤΔ, ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, QUALIMED LIMITED και ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΧΟΥΒΑΡΤΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ καθώς και τους φαρμακοποιούς κα Α.Κ., κ. Π.Γ.Λ., κα Χ.Κ. και κ. Σ.Χ. εναντίον του Παγκύπριου Φαρμακευτικού Συλλόγου και του Υπουργείου Υγείας/ Φαρμακευτικών Υπηρεσιών

Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού

κα Εύα Παντζαρή                                                      Πρόεδρος

κ. Άριστος Αριστείδου Παλούζας                               Μέλος

κ. Νεόφυτος Μαυρονικόλας                                       Μέλος

κα Ιωάννα Σαπίδου                                                    Μέλος

 

Ημερομηνία απόφασης: 18/07/2025

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΛΗΨΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης αποτελεί το αίτημα προσωρινών μέτρων που υποβλήθηκε στις 20/06/2025 από τους Χασσιά (Φαρμακειο) Λτδ, Φαρμακεία Παναγιώτη Γ. Λοϊζου Λιμιτεδ, Qualimed Limited Και Φαρμακείο Στυλιανός Χουβαρτάς Λιμιτεδ, καθώς και των φαρμακοποιών κας Α.Κ., κ. Π.Γ.Λ., κα Χ.Κ. και κ. Σ.Χ., με το οποίο αξιώνουν, μεταξύ άλλων, από την Επιτροπή να διατάξει τη λήψη προσωρινών μέτρων σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 34 του Νόμου του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου του 2022, Νόμος αρ. 13(Ι)/2022, ως έχει τροποποιηθεί.

1. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

1.         Στις 22/11/2024 υποβλήθηκε από τους Χασσιά (Φαρμακείο) Λτδ, Φαρμακεία Παναγιώτη Γ. Λοϊζου Λιμιτεδ, Qualimed Limited Και Φαρμακείο Στυλιανός Χουβαρτάς Λιμιτεδ, καθώς και των φαρμακοποιών κας Α.Κ., κ. Π.Γ.Λ., κα Χ.Κ. και κ. Σ.Χ. (εφεξής οι «καταγγέλλοντες/Αιτητές»), μέσω των νομικών εκπροσώπων τους, κ.κ. Kinanis LLC, καταγγελία στην Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού (εφεξής η «Επιτροπή») εναντίον Παγκύπριου Φαρμακευτικού Συλλόγου και του Υπουργού Υγείας/Φαρμακευτικών Υπηρεσιών (εφεξής συλλογικά οι «καταγγελλόμενοι/Καθ’ ων η Αίτηση»), για παραβάσεις διατάξεων του άρθρου 3(1) του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου του 2022, Νόμος αρ. 13(Ι)/2022, ως έχει τροποποιηθεί (εφεξής ο «Νόμος») και του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής η «ΣΛΕΕ»).

2.         Η Επιτροπή, σε συνεδρία της ημερομηνίας 12/12/2024, έκρινε ότι οι υποβληθείσες πληροφορίες και στοιχεία είναι ικανοποιητικές για την εξέταση της καταγγελίας και, ενεργώντας στη βάση των διατάξεων του άρθρου 44(4)(α) του Νόμου, ομόφωνα αποφάσισε να προχωρήσει στην αποδοχή της καταγγελίας. Συνακόλουθα, η Επιτροπή έδωσε οδηγίες στην Υπηρεσία να διεξάγει προκαταρκτική έρευνα αναφορικά με πιθανολογούμενες παραβάσεις των άρθρων 3(1)(γ) και (δ) του Νόμου, καθώς και του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και να υποβάλει σχετικά Έκθεση Ευρημάτων.

3.         Η Υπηρεσία, με επιστολή της ημερομηνίας 13/12/2024 ενημέρωσε τους καταγγέλλοντες για τα ανωτέρω. Επιπλέον, η Υπηρεσία ζήτησε ορισμένα επιπρόσθετα στοιχεία και/ή πληροφορίες από τους καταγγέλλοντες. Οι καταγγέλλοντες, με επιστολή τους ημερομηνίας 20/12/2024, απέστειλαν στην Επιτροπή τα ζητούμενα έγγραφα και πληροφορίες.

4.         Εν συνεχεία, η Επιτροπή σε συνεδρία της ημερομηνίας 08/01/2024 αποφάσισε, μεταξύ άλλων, σε σχέση με την αίτηση για προσωρινά μέτρα να καλέσει τα εμπλεκόμενα μέρη να παραστούν σε συνεδρία της στις 20/01/2025 και, εάν επιθυμούν, να υποβάλουν γραπτές παρατηρήσεις επί της αίτησης για λήψη προσωρινών μέτρων μέχρι τις 16/01/2025. Τα εμπλεκόμενα μέρη ενημερώθηκαν σχετικά με επιστολές ημερομηνίας 13/01/2025.

5.         Η Επιτροπή, σε συνεδρία της ημερομηνίας 13/02/2025, αφού μελέτησε τα όσα δηλώθηκαν από τα εμπλεκόμενα μέρη, τόσο γραπτώς όσο και προφορικά, αποφάσισε ομόφωνα να απορρίψει το αίτημα των καταγγελλόντων για τη λήψη προσωρινών μέτρων, καθώς δεν είχαν στοιχειοθετηθεί σωρευτικά οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 34 του Νόμου για την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών μέτρων. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν φαίνεται να συντρέχει επείγουσα περίπτωση, λόγω σοβαρού κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό.[1]

6.         Τα εμπλεκόμενα μέρη ενημερώθηκαν σχετικά με την πιο πάνω απόφαση με επιστολές ημερομηνίας 19/02/2025 και η απόφαση της Επιτροπής  δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

7.         Στις 20/06/2025, οι καταγγέλλοντες απέστειλαν στην Επιτροπή Υπόμνημα και σχετικά συνοδευτικά έγγραφα, με το οποίο αιτήθηκαν εκ νέου τη λήψη προσωρινών μέτρων.

8.         Η Επιτροπή, σε συνεδρία της ημερομηνίας 25/06/2025, αφού εξέτασε το αίτημα των καταγγελλόντων, ομόφωνα αποφάσισε να δοθεί στα εμπλεκόμενα μέρη το δικαίωμα να εκθέσουν τις θέσεις τους σε προφορική διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής, όπως επίσης και να τους δοθεί το δικαίωμα, εφόσον το επιθυμούν, να καταθέσουν και γραπτώς τυχόν συμπληρωματικές θέσεις πριν την εν λόγω προφορική διαδικασία. Ως εκ τούτου, η προφορική διαδικασία ορίστηκε για τις 14/07/2025 και η προθεσμία  υποβολής γραπτών παρατηρήσεων επί της αίτησης για λήψη προσωρινών μέτρων μέχρι τις 11/07/2025 και έδωσε οδηγίες στην Υπηρεσία όπως ενημερώσει σχετικά τα εμπλεκόμενα μέρη. Επίσης, η Επιτροπή αποφάσισε όπως οι Αιτητές αποστείλουν μέχρι τις 02/07/2025 το γραπτό τους υπόμνημα ημερομηνίας 20/06/2025 με το αίτημα για λήψη προσωρινών μέτρων και τα συνημμένα σε αυτό έγγραφα, σε μη εμπιστευτική μορφή, ώστε να προωθηθεί προς τους Καθ’ ων η Αίτηση.

9.         Οι Αιτητές ενημερώθηκαν σχετικά με τα πιο πάνω με επιστολή ημερομηνίας 30/06/2025 και στις 02/07/2025 ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι δεν εμπεριέχονται οποιαδήποτε εμπιστευτικά στοιχεία στην αίτησή τους ημερομηνίας 30/06/2025 παρά μόνο προσωπικά δεδομένα, τα οποία περιορίζονται σε ονόματα προσώπων. Παράλληλα υπέβαλαν αίτημα για συμμετοχή στην προφορική διαδικασία δικηγόρου εξ Ελλάδος μέσω τηλεδιάσκεψης.

10.      Στις 03/07/2025, ενημερώθηκαν οι Καθ’ων η Αίτηση για την απόφαση της Επιτροπής ημερομηνίας 25/06/2025. Επίσης, η Υπηρεσία ενημέρωσε τους Αιτητές για την απόφαση της Επιτροπής σε συνεδρία της ημερομηνίας 03/07/2025 ότι γίνεται αποδεκτή η πραγματοποίηση τηλεδιάσκεψης κατά την προφορική διαδικασία.

11.      Οι Καθ’ων η Αίτηση, με επιστολή τους ημερομηνίας 11/07/2025 απέστειλαν τις γραπτές τους παρατηρήσεις επί της αίτησης λήψης προσωρινών μέτρων.

12.      Στις 14/07/2025, πραγματοποιήθηκε προφορική διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής με τη συμμετοχή των εμπλεκομένων μερών. 

13.      Η Επιτροπή, σε κατ’ ιδίαν συζήτηση της υπόθεσης, αφού διεξήλθε το διοικητικό φάκελο στον οποίο είναι καταχωρισμένα τα στοιχεία και οι πληροφορίες που συνθέτουν συνολικά την υπόθεση, μελέτησε ενδελεχώς τις γραπτές θέσεις των εμπλεκομένων μερών και τα όσα λέχθηκαν κατά την ενώπιόν της προφορική διαδικασία και ομόφωνα έλαβε την απόφασή της ως ακολούθως:

2. ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ

2.1 Καταγγέλλοντες/ Αιτητές

14.      Η καταγγελία και το αίτημα λήψης προσωρινών μέτρων έχει υποβληθεί από τις εταιρείες/ φαρμακεία ΧΑΣΣΙΑ (ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ) ΛΤΔ, ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, QUALIMED LIMITED και ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΧΟΥΒΑΡΤΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ καθώς και τους φαρμακοποιούς/ διευθυντές των εν λόγω φαρμακείων, κα Α.Κ., κ. Π.Γ.Λ., κα Χ.Κ. και κ. Σ.Χ..

15.      Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, η εταιρεία ΧΑΣΣΙΑ (ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ) ΛΤΔ είναι δεόντως εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία, με αριθμό εγγραφής ΗΕ 404527 και εγγεγραμμένο γραφείο στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ 69, Λειβάδια, Λάρνακα. Επιπλέον, η εν λόγω εταιρεία αποτελεί δεόντως εγγεγραμμένο φαρμακείο, δυνάμει των προνοιών των άρθρων 15 και 16 του περί Φαρμακευτικής και Δηλητηρίων Νόμου (Κεφ. 254).

16.      Η κα Α..Κ., είναι εγγεγραμμένη φαρμακοποιός και μοναδική διευθύντρια της εταιρείας/ φαρμακείου ΧΑΣΣΙΑ (ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ) ΛΤΔ.

17.      Η εταιρεία ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ είναι δεόντως εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία, με αριθμό εγγραφής ΗΕ 23084 και εγγεγραμμένο γραφείο στην οδό Γεωργίου Γουρουνια 150, Παραλίμνι, 5281, Αμμόχωστος. Επιπλέον, εν λόγω εταιρεία αποτελεί δεόντως εγγεγραμμένο φαρμακείο, δυνάμει των προνοιών των άρθρων 15 και 16 του περί Φαρμακευτικής και Δηλητηρίων Νόμου (Κεφ. 254).

18.      Ο κ. Π.Γ.Λ., είναι εγγεγραμμένος φαρμακοποιός και διευθυντής της εταιρείας/ φαρμακείου ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ.

19.      Η εταιρεία QUALIMED LIMITED είναι δεόντως εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία, με αριθμό εγγραφής ΗΕ 195305 και εγγεγραμμένο γραφείο στην οδό Αρκαδίου 14, Έγκωμη, 2414, Λευκωσία. Επιπλέον, εν λόγω εταιρεία αποτελεί δεόντως εγγεγραμμένο φαρμακείο, δυνάμει των προνοιών των άρθρων 15 και 16 του περί Φαρμακευτικής και Δηλητηρίων Νόμου (Κεφ. 254).

20.      Η κα Χ.Κ., είναι εγγεγραμμένη φαρμακοποιός και διευθύντρια της εταιρείας/ φαρμακείου QUALIMED LIMITED.

21.      Η εταιρεία ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΧΟΥΒΑΡΤΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ είναι δεόντως εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία, με αριθμό εγγραφής ΗΕ 146377 και εγγεγραμμένο γραφείο στην οδό Παναγιώτη Τσαγκάρη 9, Ποταμός Γερμασόγειας, 4042, Λεμεσός. Επιπλέον, εν λόγω εταιρεία αποτελεί δεόντως εγγεγραμμένο φαρμακείο, δυνάμει των προνοιών των άρθρων 15 και 16 του περί Φαρμακευτικής και Δηλητηρίων Νόμου (Κεφ. 254).

22.      Ο κ. Σ.Χ., είναι εγγεγραμμένος φαρμακοποιός και μοναδικός διευθυντής της εταιρείας/ φαρμακείου ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΧΟΥΒΑΡΤΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ.

23.      Τα πιο πάνω αναφερόμενα φαρμακεία, όπως σημειώνεται στην καταγγελία: «[…] έχουν συσταθεί ώστε να διαθέτουν προς το κοινό φαρμακευτικά προϊόντα και δια μέσω αυτών των φαρμακείων οι εγγεγραμμένοι φαρμακοποιοί επιδίδονται σε δραστηριότητες που συνιστούν άσκηση του φαρμακευτικού επαγγέλματος, σύμφωνα με το άρθρο 9Β του Περί Φαρμακευτικής και Δηλητηρίων Νόμου (Κεφ. 254). Περαιτέρω, δραστηριοποιούνται στον τομέα των υπηρεσιών φαρμακευτικής φροντίδας, μεταξύ άλλων, μέσω της πώλησης συνταγογραφούμενων και/ή μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων και γενικότερα της λιανικής πώλησης φαρμακευτικών και μη φαρμακευτικών προϊόντων και σχετικών υπηρεσιών.».

2.2  Καταγγελλόμενοι/ Καθ’ ων η Αίτηση

24.      Η υποβληθείσα καταγγελία στρέφεται εναντίον του Παγκύπριου Φαρμακευτικού Συλλόγου (εφεξής «ΠΦΣ») καθώς και του Υπουργείου Υγείας/Φαρμακευτικές Υπηρεσίες (εφεξής «ΥΥ/ΦΥ»).

2.2.1 Παγκύπριος Φαρμακευτικός Σύλλογος

25.      Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την καταγγελία, ο ΠΦΣ αποτελεί νομικό πρόσωπο που συστάθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Φαρμακοποιών (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμείο Συντάξεων) Νόμου του 1972 (Ν. 39/1972) και: «[…] αποτελεί επαγγελματική ένωση υποχρεωτικής συμμετοχής στην οποία μετέχουν υποχρεωτικά όλοι οι φαρμακοποιοί που λειτουργούν φαρμακεία.». Επιπλέον σημειώνεται ότι σκοπός του ΠΦΣ είναι: «[…] η προστασία της τιμής και της ανεξαρτησίας του ΠΦΣ και η προάσπιση αυτής έναντι της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας. Στο πλαίσιο αυτό διαθέτει μεταξύ άλλων τη δημόσια εξουσία να παρέχει διευκρινήσεις και να αποφαίνεται για θέματα που αφορούν την επαγγελματική δεοντολογία, να εξετάζει και αν κρίνει σκόπιμο, να υποβάλλει εισηγήσεις ως προς την ισχύουσα φαρμακευτική νομοθεσία και ως προς φαρμακευτικά θέματα που υποβάλλονται στο Συμβούλιο, να εισηγείται στην Κυβέρνηση προτάσεις νόμων, να προωθεί τις καλές σχέσεις και την κατανόηση μεταξύ του ΠΦΣ και του κοινού, να ρυθμίζει τις κλίμακες αμοιβών των φαρμακοποιών για παρασχεθείσες υπηρεσίες.».

26.      Η Επιτροπή σημειώνει επιπλέον ότι στη βάση του άρθρου 13 του περί Φαρμακοποιών (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμείο Συντάξεων) Νόμου του 1972 (Ν. 39/1972), το Συμβούλιο του Φαρμακευτικού Σώματος, το οποίο διοικεί τον ΠΦΣ, έχει την αρμοδιότητα να εξετάζει όλα τα σχετικά με το φαρμακευτικό επάγγελμα θέματα και να λαμβάνει οποιαδήποτε μέτρα κρίνει σκόπιμα προς τούτο.

2.2.2 Υπουργός Υγείας/Φαρμακευτικές Υπηρεσίες

27.      Στην καταγγελία καταγράφεται ότι: «Ο ΠΦΣ εμπλέκεται στην παρούσα καταγγελία, λόγω της αρμοδιότητάς του να συμμετέχει στη διαδικασία έκδοσης Διαταγμάτων σχετικά με τη ρύθμιση του ωραρίου λειτουργίας των φαρμακοποιών, σύμφωνα με το άρθρο 43Α του Περί Φαρμακευτικής και Δηλητηρίων Νόμου.». Ειδικότερα, τα εν λόγω Διατάγματα εκδίδονται από τον Υπουργό Υγείας, κατόπιν διαβούλευσης με τον ΠΦΣ και το Συμβούλιο Φαρμακευτικής, τα οποία απολαύουν κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, ευρείας διακριτικής ευχέρειας. Σύμφωνα με την καταγγελία: «[..] Ο ΠΦΣ ανέπτυξε αντι-ανταγωνιστική δράση και, δη, σε ανώτερο θεσμικό επίπεδο, αφού κατόρθωσε, κατόπιν άσκησης πολιτικών πιέσεων, οι αντιβαίνουσες το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο του ανταγωνισμού θέσεις του περί ανάγκης υιοθέτησης ενός ιδιαίτερα περιορισμένου και ανελεύθερου ωραρίου εργασίας να καταστούν αντικείμενο Υπουργικού Διατάγματος. Ακολούθως δε, εξακολούθησε να παρουσιάζει αντι-ανταγωνιστική συμπεριφορά εκδίδοντας σχετικά αποφάσεις και οδηγίες επικαλούμενος πλέον τα εκδοθέντα Διατάγματα.».

28.      Η Επιτροπή σημειώνει την αναφορά στην καταγγελία, ότι η συμπεριφορά του ΠΦΣ: «[…] περιενδύεται […] το περίβλημα υπουργικών διαταγμάτων εκδοθέντων κατόπιν διαβούλευσης του Υπουργείου με τον ΠΦΣ και το Συμβούλιο Φαρμακευτικής. […] Στο πλαίσιο αυτό Υπουργείο Υγείας και Φαρμακευτικές Υπηρεσίες υπέκυψαν στις πολιτικές πιέσεις του ΠΦΣ και κατοχύρωσαν το πάγιο αίτημα του για περιορισμένο ωράριο σε κανονιστικό επίπεδο.».

29.      Περαιτέρω, αναφορικά με το καταγγελλόμενο ΥΥ/ΦΥ, η Επιτροπή σημειώνει ότι η καταγγελία στρέφεται εναντίον του: «[...] στο μέτρο που παρέλειψαν να παρεμποδίσουν ως όφειλαν ως φορείς κρατικής εξουσίας την ανάπτυξη αντίθετης στον ελεύθερο ανταγωνισμό δράσης εκ μέρους του ΠΦΣ.».

30.      Επίσης, σημειώνεται ότι σύμφωνα με την καταγγελία: «Ο Υπουργός Υγείας εμπλέκεται στην καταγγελία λόγω του ότι εξουσιοδοτείται, δυνάμει του άρ. 43Α του Περί Φαρμακευτικής και Δηλητηρίων Νόμου (Κεφ. 254) να εκδίδει Διατάγματα περί καθορισμού του ωραρίου των φαρμακείων, κατόπιν διαβούλευσης με τον ΠΦΣ και το Συμβούλιο Φαρμακευτικής.». Επιπρόσθετα σημειώνεται ότι: «Οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες του Υπουργείου εμπλέκονται στην καταγγελία λόγω του ότι συνιστούν την αρμόδια στην Κύπρο αρχή για την εφαρμογή των διατάξεων του περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (‘Έλεγχος Ποιότητας, Προμήθειας και Τιμών) Νόμου.». Επί τούτου, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας μαζί με τον ΠΦΣ συναποτελούν το Συμβούλιο Φαρμακευτικής, το οποίο έχει συμβουλευτικό ρόλο στο Υπουργείο Υγείας όσον αφορά θέματα λειτουργίας των φαρμακείων, μεταξύ άλλων και του ωραρίου τους.

3. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ

31.      Αντικείμενο της καταγγελίας αποτελούν οι ισχυρισμοί των καταγγελλόντων περί παράβασης εκ μέρους του ΠΦΣ και/ή του ΥΥ/ΦΥ των προνοιών του άρθρου 3(1)(γ) και (δ) του Νόμου καθώς και του άρθρου 101 παρ. 1 στοιχ. γ’ και δ’ της ΣΛΕΕ, όπως και η αναφορά σε παράβαση του άρθρου 106 της ΣΛΕΕ εκ μέρους του ΠΦΣ και/ή του ΥΥ/ΦΥ.

32.      Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των καταγγελλόντων, η υιοθέτηση ενός ανελεύθερου ωραρίου λειτουργίας των φαρμακείων καθώς και ο καθορισμός των εφημεριών/ διημερεύσεων/ διανυκτερεύσεων, αλλά και εφαρμογής των κριτηρίων υπαγωγής των φαρμακείων σε ελεύθερου ωραρίου στην βάση των εξαιρέσεων που καθορίζονται από την ΚΔΠ 335/2024 παραβιάζει το άρθρο 3(1)((γ) και (δ) του Νόμου καθώς και το άρθρο 101 παρ. 1 στοιχ. γ’ και δ’ της ΣΛΕΕ.

33.      Όπως σημειώνεται, μεταξύ άλλων, στην καταγγελία, ο ΠΦΣ αποτελεί ένωση επιχειρήσεων, ως η έννοια αυτή αποδίδεται στο δίκαιο του ανταγωνισμού και με τις αποφάσεις και/ή πρακτικές του, στρέβλωσε τον ανταγωνισμό στις αγορές των φαρμακευτικών υπηρεσιών και της εμπορίας παραφαρμακευτικών προϊόντων: «[…] ο ΠΦΣ έδρασε με τρόπο αντίθετο στον ανταγωνισμό, μεταχειριζόμενος τόσο θεσμικά, όσο και εξωθεσμικά μέσα για τη διαμόρφωση ωραρίου λειτουργίας των φαρμακείων που εξυπηρετεί τα συμφέροντα ορισμένων μελών του σε βάρος άλλων, αφενός μεν, προωθώντας και επιτυγχάνοντας την κατοχύρωση του ανελεύθερου ωραρίου χωρίς να διαβουλευθεί με τα μέλη του και χωρίς να τα εκπροσωπεί συμμέτρως, αφετέρου δε στρεβλώντας περαιτέρω τον ανταγωνισμό ορίζοντας κατά το δοκούν εξαιρέσεις από το ωράριο αυτό, αλλά και καθορίζοντας αδιαφανώς και αυθαίρετα τις εφημερίες/διημερεύσεις/διανυκτερεύσεις […]».

4. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΛΗΨΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

34.      Οι Αιτητές με νέο γραπτό τους υπόμνημα ημερομηνίας 20/06/2025, αξιώνουν, μεταξύ άλλων, από την Επιτροπή να διατάξει τη λήψη προσωρινών μέτρων σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 34 του Νόμου και ειδικότερα:

(α) Να επιτραπεί καθ’ όλη τη θερινή περίοδο και μέχρι την έκδοση απόφασης της Επιτροπής, η λειτουργία με ελεύθερο ωράριο όλων των φαρμακείων, ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο αθρόας απώλειας εσόδων και εξόδου τους από την αγορά, όπως και προκειμένου να διασφαλιστεί η ισότιμη μεταχείριση όλων κατά τη κρίσιμη (από πλευράς επισκεψιμότητας της χώρας) θερινή περίοδο.

(β) Άλλως και επικουρικώς να επιτραπεί καθ’ όλη τη θερινή περίοδο και μέχρι την έκδοση απόφασης της Επιτροπής, η λειτουργία με ελεύθερο ωράριο των φαρμακείων των καταγγελλόντων για τους ίδιους, ως άνω, λόγους.

5. ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ ΕΠΙ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΛΗΨΗΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

5.1 Γραπτές θέσεις Αιτητών

35.      Οι Αιτητές υπέβαλαν γραπτό υπόμνημα και σχετικά συνοδευτικά έγγραφα ημερομηνίας 20/06/2025, με το οποίο αιτούνται εκ νέου τη λήψη προσωρινών μέτρων από την Επιτροπή. Η Επιτροπή, αφού προηγουμένως μελέτησε διεξοδικά τα όσα καταγράφηκαν και τα σχετικά επισυνημμένα έγγραφα των Αιτητών αναφορικά με το νέο αίτημα για λήψη προσωρινών μέτρων, παραθέτει συνοπτικά πιο κάτω τα κύρια σημεία των εν λόγω θέσεών τους:

·      Οι Αιτητές καταρχάς επικαλέστηκαν οψιγενή πραγματικά περιστατικά και νέες παραβιάσεις του Νόμου και της ΣΛΕΕ εκ μέρους των ΠΦΣ και Φ.Υ. Συγκεκριμένα σημείωσαν ότι οι Καθ’ων η Αίτηση επιδίδονται σε αυθαίρετες ερμηνείες, αλλά και ευθείες παραβιάσεις του κανονιστικού πλαισίου που οι ίδιοι θέσπισαν επικαλούμενοι όλως προσχηματικά λόγους δημοσίου συμφέροντος.

·      Πιο συγκεκριμένα, οι Καθ’ων η Αίτηση προχωρούν σε νέες αποφάσεις/συμπεριφορές με σκοπό τη στρέβλωση του ανταγωνισμού κινούμενες σε 3 κατευθύνσεις:

α) Καταρχάς, ο Υ.Υ. αναγνώρισε την υπαγωγή στην εξαίρεση από το περιοριστικό ωράριο κατ’ αρ. 2(2) του Κ.Π.Δ. 335/2024 μόνο των φαρμακείων της Αγίας Νάπας, ενώ ταυτόχρονα Υ.Υ./Φ.Υ. αρνούνται αναιτιολόγητα την υπαγωγή στην εν λόγω εξαίρεση φαρμακείων άλλων περιοχών που αποδεδειγμένα πληρούν τα προβλεπόμενα κριτήρια, κατά καταφανή παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου (αρ. 28 παρ. 1 Συντ.) και της ελεύθερης ανάπτυξης ανταγωνισμού (αρ. 101 επ. ΣΛΕΕ). Περαιτέρω,

β) Υ.Υ./Φ.Υ./Συμβούλιο Φαρμακευτικής προχώρησαν παράνομα και αυθαίρετα στη διεύρυνση κατά έναν ολόκληρο μήνα της διάρκειας της θερινής περιόδου για τα εξαιρούμενα φαρμακεία της Αγίας Νάπας, προσθέτοντας στη θερινή περίοδο τον μήνα Οκτώβριο - που ανήκει στη χειμερινή περίοδο σύμφωνα με τους ορισμούς του Κ.Π.Δ. 210/2022 Διατάγματος,

γ) Ακόμα, ο ΠΦΣ εξακολουθεί να εφαρμόζει την ήδη καταγγελθείσα τακτική εργαλειοποίησης των εφημεριών, ώστε ορισμένα ακόμα φαρμακεία να λειτουργούν όλο το χρόνο de facto με καθεστώς ελεύθερου ωραρίου.

·      Πιο συγκεκριμένα σημείωσαν ότι υφίσταται αναιτιολόγητη άρνηση υπαγωγής στην εξαίρεση του αρ. 3(2) του Κ.Π.Δ. 335/2024 φαρμακείων περιοχών που αποδεδειγμένα πληρούν τα προβλεπόμενα κριτήρια, πλην εκείνων της Αγίας Νάπας.

·      Σύμφωνα με τους Αιτητές, το εν λόγω κριτήριο πληρούν περισσότερες περιοχές Δήμων και Δημοτικών Διαμερισμάτων/Κοινοτήτων της Κύπρου, όπως ευχερώς προκύπτει από την απλή επισκόπηση των προσκομιζόμενων στατιστικών δεδομένων που τηρεί η Στατιστική Υπηρεσία Κύπρου και το Υφυπουργείο Τουρισμού. Επομένως, τα φαρμακεία που εμπίπτουν σε πλείονες περιοχές πληρούν τα κριτήρια της κατ’ εξαίρεση υπαγωγής σε καθεστώς ελεύθερου ωραρίου κατά τη θερινή περίοδο. Ήδη, όμως, με απόφαση του Υ.Υ., κατόπιν εισηγήσεων που υπέβαλε το Συμβούλιο Φαρμακευτικής (δηλ. ΠΦΣ/Φ.Υ.), εξαιρέθηκαν από το περιοριστικό ωράριο κατά τη θερινή περίοδο τα φαρμακεία μόνο του Δημοτικού Διαμερίσματος της Αγίας Νάπας. Στη σχετική ανακοίνωση (σχετ. 2), η οποία δεν συνοδεύεται από την αντίστοιχη διοικητική πράξη και, άρα, δεν προκύπτει η νομότυπη τελείωσή της με υπογραφή του Υπουργού, δεν γίνεται καμία αναφορά στα στοιχεία (στατιστικά ή άλλα) που λήφθηκαν υπόψη για την εν λόγω εξαίρεση.

·      Παράλληλα, το Συμβούλιο Φαρμακευτικής, χωρίς να φέρει (τουλ. νομίμως) σχετική αρμοδιότητα, απάντησε αρνητικά στα ερωτήματα/αιτήσεις (σχετ. 3) των εδώ καταγγελλόντων που δραστηριοποιούνται σε περιοχές των ίδιων Δήμων που πληρούν το κριτήριο της τουλάχιστον υπερδιπλάσιας αύξησης του πληθυσμού τη θερινή περίοδο. Οι αρνητικές απαντήσεις/απορρίψεις των αιτημάτων (σχετ. 4) δεν φέρουν καμία απολύτως αιτιολογία.

·      Σημείωσαν επίσης ότι, το Συμβούλιο Φαρμακευτικής και οι Φ.Υ. δεν επικαλούνται τη μη πλήρωση των κριτηρίων του Διατάγματος, αλλά την άρνηση των εμπλεκομένων φορέων να το εφαρμόζουν μέχρι να τροποποιηθεί, κατά κατάφωρη παραβίαση της αρχής της νομιμότητας. Η επιλεκτική εφαρμογή της εξαίρεσης σε συνδυασμό με την άρνηση χορήγησης στοιχείων του διοικητικού φακέλου και πρακτικών συνεδρίασης, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η αιτιολογία των απορρίψεων, επιρρωνύει το συμπέρασμα ότι οι εν λόγω αναιτιολόγητες αποφάσεις φέρουν έντονα συντεχνιακά χαρακτηριστικά. Εξάλλου, η επικείμενη μεταρρύθμιση του αρ. 43 Α του Περί Φαρμακευτικής και Δηλητηρίων Νόμου σκοπεί ακριβώς στην πρόβλεψη φωτογραφικών ρυθμίσεων (γεωγραφικά εντοπισμένων εξαιρέσεων), ώστε να είναι ελάχιστες οι κοινότητες που πληρούν τα κριτήρια εξαίρεσης.

·      Οι Αιτητές σημείωσαν επίσης ότι υφίσταται παραβίαση από τους ΠΦΣ/Φ.Υ. των ρυθμίσεων των με αριθ. Κ.Π.Δ. 210/2022 και 335/2024 Διαταγμάτων λόγω παράνομη και αυθαίρετη διεύρυνση κατά ένα μήνα της διάρκειας της θερινής περιόδου για τα φαρμακεία της Αγίας Νάπας. Στο Παράρτημα II του υπ’ αριθ. Κ.Π.Δ. 210/2022 Διατάγματος καθορίστηκε περιορισμένο ωράριο λειτουργίας των φαρμακείων σε εξαήμερη βάση (Δευτέρα- Σάββατο) και, αφετέρου, προβλέφθηκε υποχρεωτικό κλείσιμό τους όλες τις υπόλοιπες ώρες και την Κυριακή.

·      Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, τα φαρμακεία των περιοχών που παρουσιάζουν υπερδιπλάσιο πληθυσμό κατά την θερινή περίοδο, δικαιούνται να λειτουργούν με καθεστώς ελεύθερου ωραρίου κατά τους μήνες Μάιο έως Σεπτέμβριο και εξαιρούνται των διατάξεων που καθορίζουν τις εφημερίες. Κατά τη διάρκεια της χειμερινής περιόδου πρέπει να ακολουθούν το περιοριστικό ωράριο χωρίς όμως τις εφημερίες.

·      Ωστόσο, με την προαναφερθείσα ανακοίνωση του ΥΥ αναφορικά με την εξαίρεση της Αγίας Νάπας: «...Λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών που συντρέχουν από τη σημαντική αύξηση του πληθυσμού, λόγω τουρισμού, στο Δημοτικό Διαμέρισμα Αγίας Νάπας, το Υπουργείο Υγείας, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του και μετά από εντατικές διαβουλεύσεις, αποφάσισε μετά από σύσταση του Συμβουλίου Φαρμακευτικής, το οποίο συνεδρίασε στις 9 Απριλίου, όπως: Κατά την περίοδο 1 η Μαΐου -31η Οκτωβρίου θα εφαρμόζεται ελεύθερο ωράριο στη λειτουργία των φαρμακείων (περιλαμβανομένης και της καθημερινής λειτουργίας των εφημερευόντων φαρμακείων). Κατά την περίοδο 1η ΝοευΒοίου - 30η Απριλίου θα λειτουργεί σε καθημερινή βάση επαρκής αριθμός διημερευόντων φαρμακείων με απώτερο σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού. Τα διημερεύοντα φαρμακεία για την εν λόγω περίοδο θα λειτουργούν ως εξής: Καθημερινές πλην Τετάρτης-Ένα (1) διημερεύων φαρμακείο. Τετάρτη και Σάββατο απόγευμα - Δύο (2) διημερεύοντα φαρμακεία. Κυριακή - Τρία (3) διημερεύοντα φαρμακεία. Με τις πιο πάνω αποφάσεις επιλύεται ένα διαχρονικό πρόβλημα και διασφαλίζεται η απρόσκοπτη εξυπηρέτηση του κοινού στο Δημοτικό Διαμέρισμα Αγίας Νάπας καθ' όλες τις ώρες και μέρες του έτους. (ΔΚ/ΝΖ/ΑΣ)».[2]

·      Η επέκταση της προβλεπόμενης διάρκειας της θερινής περιόδου (1η Μαΐου - 30ή Σεπτεμβρίου) μέχρι και την 31η Οκτωβρίου αποκλειστικά για τα φαρμακεία του Δημοτικού Διαμερίσματος Αγίας Νάπας δεν ερείδεται σε νομίμως εκδοθείσα τροποποίηση των Διαταγμάτων, αλλά υιοθετήθηκε με απλή ανακοίνωση του Υπουργείου, σε ευθεία παραβίαση των υπ’ αριθ. Κ.Δ.Π. 210/2022 και 335/2024 Διαταγμάτων.

·      Σύμφωνα με τους Αιτητές, ο καθορισμός του θερινού ωραρίου κατά τον τρόπο αυτό έλαβε χώρα διότι, όπως ομολογούν οι εμπλεκόμενοι φορείς, το μοντέλο του περιοριστικού ωραρίου δεν είναι βιώσιμο σε τουριστικές περιοχές. Επομένως, όφειλαν να προχωρήσουν σε διαβουλεύσεις για την καθιέρωση ελεύθερου ωραρίου για ολόκληρη την Κύπρο. Αντ’ αυτού, όμως, προχώρησαν στο εξής ιδιότυπο σχήμα: μη εφαρμογή της εξαίρεσης του άρ. 3(2) του Κ.Π.Δ. 210/2022, όπως ισχύει, παρά μόνο για τα φαρμακεία της Αγίας Νάπας. Ταυτόχρονα, μη εφαρμογή των ρυθμίσεων περί διάρκειας της θερινής περιόδου και διεύρυνση αυτής μόνο για την Αγία Νάπα.

·      Οι καταγγέλλοντες παρέθεσαν επίσης δηλώσεις του Προέδρου του ΠΦΣ σημειώνοντας ότι δεν είναι απλώς δηλώσεις αποτυχίας του επίμαχου κανονιστικού πλαισίου, το οποίο -σύμφωνα με τον ίδιο τον ΠΦΣ- δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις τουριστικές περιοχές (και, άρα, εν πολλοίς, πουθενά στην Κύπρο). Πολύ περισσότερο, αποκαλύπτουν ότι το ισχύον πλαίσιο λειτουργίας των φαρμακείων δεν διέπεται από θεσμική συνοχή, αλλά υποκαθίσταται από προσωπικές συνεννοήσεις, επιλεκτικές παρεμβάσεις και άτυπες ρυθμίσεις, στις οποίες ο ίδιος παραδέχεται ότι μετείχε ενεργά. Περαιτέρω, καταδεικνύουν την ύπαρξη αντι-ανταγωνιστικών μοχλεύσεων και επιλεκτικής προστασίας ορισμένων δραστηριοποιούμενων στον κλάδο.

·      Σύμφωνα με τους Αιτητές, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη μιας ιδιότυπης φεουδαρχικής πρακτικής (βλ. χαρακτηριστικές εκφράσεις όπως «τα άλλα μου φαρμακεία»), όπου οι ορισμένοι παράγοντες της αγοράς καθορίζουν κατά βούληση ποιοι ευνοούνται, ποιοι εξαιρούνται και με ποιους όρους, αφού το καταγγελλόμενο κανονιστικό πλαίσιο, καθ’ ό μέρος δεν «βόλεψε» τους καταγγελλόμενους, περιέπεσε σε αχρησία ή/και παραβιάζεται ευθέως.

·      Οι καταγγέλλοντες επικαλέστηκαν επίσης εκ νέου εργαλειοποίηση εφημεριών εκ μέρους του ΠΦΣ, ώστε ορισμένα φαρμακεία να λειτουργούν όλο το χρόνο de facto με καθεστώς ελεύθερου ωραρίου και κατά τη χειμερινή περίοδο. Συγκεκριμένα σημείωσαν ότι στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό προκαλεί και η εφαρμογή, κατά την ήδη συρρικνωμένη χειμερινή περίοδο (Νοέμβριος - Απρίλιος), εκτεταμένων και συχνών εφημεριών στα φαρμακεία του διαμερίσματος της Αγίας Νάπας. Τούτη ισοδυναμεί με διευρυμένο ωράριο λειτουργίας, υπό τον τύπο των «εφημεριών», ώστε να μην προκύπτει άμεση παραβίαση του Διατάγματος. Συγκεκριμένα, στην Αγία Νάπα λειτουργούν μόλις επτά (7) φαρμακεία, εκ των οποίων τα δύο (2) είναι εποχιακά και παραμένουν κλειστά τον χειμώνα. Στα πέντε (5) εναπομείναντα φαρμακεία εφαρμόζεται το εξής σχήμα εφημεριών: Δευτέρα, Τρίτη, Πέμπτη και Παρασκευή: 1 εφημερεύον φαρμακείο. Τετάρτη και Σάββατο απόγευμα: 2 εφημερεύοντα φαρμακεία. Κυριακή: 3 εφημερεύοντα φαρμακεία. Αυτό το εφημεριακό καθεστώς εφαρμόζεται σε μια περιοχή με μόνιμο πληθυσμό μόλις 3.200 κατοίκων, δηλαδή λιγότερο από το 4% του πληθυσμού επαρχιών όπως η Λάρνακα ή η Πάφος. Παρόλα αυτά, στην Πάφο λειτουργεί μόνο ένα (1) εφημερεύον φαρμακείο ακόμη και τις Κυριακές, ενώ στη Λάρνακα (μαζί με τις κοινότητες) ο αριθμός εφημερευόντων φαρμακείων αυξήθηκε σε τρία (3) μόλις τον Σεπτέμβριο του 2024. Το γεγονός αυτό καθιστά εμφανές ότι η «χειμερινή εφημερία» στην Αγία Νάπα χρησιμοποιείται καταχρηστικά ως πρόσχημα, προκειμένου να επιτραπεί ουσιαστικά διευρυμένο ωράριο λειτουργίας για ολόκληρη τη διάρκεια του έτους, καταστρατηγώντας τις ρυθμίσεις των Διαταγμάτων.

·      Oι Αιτητές έκαναν λόγο για συμπληρωματικά στοιχεία επικαλούμενοι στρέβλωση του ανταγωνισμού μέσω της ενίσχυσης καθετοποιημένων επιχειρηματικών δομών στο δημοτικό διαμέρισμα της Αγίας Νάπας και της εξουδετέρωσης του ανταγωνισμού μέσω του περιοριστικού ωραρίου. Συγκεκριμένα, τόνισαν ότι η μονομερής εξαίρεση των φαρμακείων της Αγίας Νάπας συντελεί στη δημιουργία εμπορικών πλεονεκτημάτων υπέρ των συγκεκριμένων φαρμακείων, σε βάρος εκείνων που λειτουργούν σε άλλες (τουριστικές ή μη) περιοχές. Τα τελευταία αναγκάζονται να περιορίσουν τη λειτουργία τους, χάνοντας πελατεία και έσοδα. Σημείωσαν επίσης ότι ήδη τα φαρμακεία πλήττονται βάναυσα από τις παθογένειες του ΓεΣΥ, ενώ η επιβολή περιοριστικού ωραρίου, επιδεινώνει την κατάσταση αυτή και απειλεί πλέον την ίδια βιωσιμότητα των φαρμακείων που λειτουργούν υπό το καθεστώς αυτό. Τα τελευταία αγωνίζονται να επιβιώσουν σε συνθήκες νοθευμένου ανταγωνισμού, όπου προωθούνται απροκάλυπτα συμφέροντα ορισμένων φαρμακείων, αλλά και κολοσσών της φαρμακευτικής βιομηχανίας.

·      Περαιτέρω, οι Αιτητές ανέφεραν ότι ο φαρμακευτικός τομέας στην Κύπρο ελέγχεται σχεδόν αποκλειστικά από δύο συγγενικούς επιχειρηματικούς ομίλους, τους C.A. Παπαέλληνας και CPO (Costas Papaellinas Organization). Οι δύο όμιλοι λειτουργούν ως αποκλειστικοί εισαγωγείς σε δεκάδες επώνυμες σειρές φαρμακευτικών και παραφαρμακευτικών προϊόντων. Οι όμιλοι αυτοί δεν δραστηριοποιούνται δηλαδή μόνο ως αποκλειστικοί προμηθευτές επώνυμων φαρμακευτικών και παραφαρμακευτικών προϊόντων, αλλά διαθέτουν και πλήρως καθετοποιημένα δίκτυα logistics.

·      Οι παραπάνω όμιλοι διαθέτουν καταστήματα στη Λάρνακα, τη Λεμεσό, τη Λευκωσία και την Πάφο. Στην Αγία Νάπα υπάρχει μόνο υπεραγορά Άλφαμέγα, ωστόσο ήδη αποφασίστηκε τα φαρμακεία εκεί να παραμένουν ανοιχτά με ελεύθερο ωράριο κατά την εξαιρετικά διευρυμένη θερινή περίοδο και με de facto ελεύθερο ωράριο και τον χειμώνα. Επομένως, με τη διαρρύθμιση αυτή, εξασφαλίζεται η χωρίς περιορισμούς προώθηση των προϊόντων των ομίλων στην εν λόγω περιοχή, είτε μέσω των καταστημάτων τους, είτε μέσω φαρμακείων. Οι καταγγέλλοντες τόνισαν, μεταξύ άλλων, ότι η απειλούμενη στρέβλωση εντοπίζεται όχι μόνο στη συγκέντρωση της εφοδιαστικής αλυσίδας, αλλά και στην παράλληλη εμπορική χρήση των ίδιων προϊόντων υπό άνισους όρους.

·      Οι Αιτητές ανέφεραν επίσης διάφορες πτυχές της καταναλωτικής συμπεριφοράς και σημείωσαν μεταξύ άλλων ότι παρότι η καταναλωτική συμπεριφορά στην Κύπρο έχει μεταβληθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, επηρεαζόμενη, μεταξύ άλλων, από τις αλλαγές στο ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων, η οργάνωση του τρόπου λειτουργίας των φαρμακείων όχι μόνο δεν συμβαδίζει με τις εξελίξεις, διαφυλάσσοντας τον υγιή ανταγωνισμό μεταξύ φαρμακείων και μεταξύ φαρμακείων και αμιγώς εμπορικών καταστημάτων, αλλά αντιθέτως τον αντιστρατεύεται.

·      Επιπρόσθετα, αναφέρθηκαν εκ νέου στον ρόλο και τη συμπεριφορά του ΠΦΣ και σημείωσαν ότι το περιοριστικό ωράριο δεν εφαρμόζεται ενιαία και ομοιόμορφα, αλλά επιβάλλεται σε όλους πλην των φαρμακείων της Αγίας Νάπας. Τα τελευταία εξαιρέθηκαν με ενέργειες του ίδιου και με τη χρήση αδιαφανών, μη θεσμικά προβλεπόμενων, μηχανισμών σε πρόδηλη καταστρατήγηση του κανονιστικού πλαισίου που προέβλεψε το περιοριστικό ωράριο.

·      Οι Αιτητές, αναφερόμενοι στον ΠΦΣ και τα προβλήματα που επιφέρει το περιοριστικό ωράριο κατέληξαν ότι η παρέμβαση του ΠΦΣ καθρεφτίζει με τον πιο εμφατικό τρόπο την αποτυχία του περιοριστικού ωραρίου και τη δική του θεσμική ασυνέπεια. Μοναδικός θεματοφύλακας του ανταγωνισμού στην οικεία αγορά παρίσταται η Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού, η οποία καλείται με την εκκρεμή καταγγελία και το παρόν υπόμνημα να ελέγξει τις ήδη καταγγελθείσες αποφάσεις και συμπεριφορές, καθώς και τα οψιγενή και συμπληρωματικά δεδομένα, υπό το πρίσμα του εθνικού και ενωσιακού δικαίου του ανταγωνισμού.

·      Οι Αιτητές τόνισαν ότι πέραν του ότι οι ρυθμίσεις των Διαταγμάτων σχετικά με την επιβολή του περιορισμένου ωραρίου είναι εξ αντικειμένου ικανές να επιφέρουν στρέβλωση του ανταγωνισμού, ο τρόπος εφαρμογής τους και ο επιλεκτικός τους παραμερισμός σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί σε νόθευση του ανταγωνισμού σε ολόκληρη την Κύπρο. Επομένως, αντίκειται στα άρθρα 101(1)(γ) και (δ) και 106 ΣΛΕΕ και 3 του περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Ν. 13/2022.

·      Ως προς την απειλή ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό, οι Αιτητές σημείωσαν ότι κατά τον χρόνο υποβολής του παρόντος βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη η θερινή περίοδος. Την περίοδο αυτή η απρόσκοπτη λειτουργία των φαρμακείων καθίσταται απολύτως κρίσιμη, τόσο για την κάλυψη των αυξημένων εποχικών αναγκών όσο και για την βιωσιμότητα των φαρμακείων μακροπρόθεσμα. Οι ανεξάρτητοι φαρμακοποιοί εδώ και μήνες παρακολουθούν τις ήδη χαμηλές απολαβές τους από το ΓεΣΥ να συρρικνώνονται λόγω της απώλειας πελατείας μετά την επιβολή του περιοριστικού ωραρίου.

·      Από την άλλη μεριά, τα φαρμακεία της Αγίας Νάπας κερδίζουν έσοδα και πελατεία, λόγω της αντιθεσμικής καθιέρωσης στην εν λόγω περιοχή ενός ιδιότυπου ειδικού καθεστώτος ελεύθερης λειτουργίας. Ταυτόχρονα, οι καθετοποιημένες δομές στην ευρύτερη αγορά παγιώνουν και ισχυροποιούν τη θέση τους, δυνάμενες να καθορίζουν με μονοπωλιακούς όρους τις τιμές των προωθούμενων προϊόντων, αλλά και την κίνηση του καταναλωτικού κοινού.

·      Σύμφωνα με τους Αιτητές, η κατάσταση αυτή, εάν δεν ανασχεθεί άμεσα, θα οδηγήσει στην αποκρυστάλλωση των μονοπωλιακών πρακτικών, στη διαρθρωτική απορρύθμιση της αγοράς και εν τέλει στην οριστική έξοδο των μικρών φαρμακείων από αυτή, σε πρόδηλη βλάβη του ανταγωνισμού. Η βλάβη αυτή δεν θα μπορέσει να επανορθωθεί, ακόμα και αν εκ των υστέρων καταργηθούν, τροποποιηθούν, ή παραμείνουν ανεφάρμοστες οι καταγγελλόμενες ρυθμίσεις και πρακτικές. Ανέφεραν ότι ήδη έχουν τεθεί υπόψη της Επιτροπής κρίσιμα οικονομικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η οικονομική αιμορραγία των φαρμακείων των καταγγελλόντων (η οποία παρουσιάζεται με μικρότερη ή μεγαλύτερη ένταση σε όλη την Κύπρο) αυτόθροη συνέπεια της οποίας είναι η στρέβλωση του ανταγωνισμού. Η τελευταία, δηλαδή, όχι απλώς συσχετίζεται, αλλά αποτυπώνεται στην μεγάλη οικονομική ζημία που ήδη υφίστανται τα φαρμακεία. Υπό διαφορετική διατύπωση, αποτελεί, έστω έμμεσα, απόδειξη της ύπαρξης στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Τούτο επιρρωνύεται από την αντιπαραβολή των οικονομικών δεδομένων από τα οποία προκύπτει άνοδος των πωλήσεων των ομίλων Παπαέλληνα. Η απειλούμενη στρέβλωση του ανταγωνισμού είναι άμεση, ουσιαστική και θα καταστεί μη αναστρέψιμη, μετά την παγίωση των διαμορφούμενων συσχετισμών και συσπειρώσεων που παρίσταται ολοένα επιδεινούμενη.

·      Τονίστηκε επίσης ότι η εμπορική και ηθική ζημία που υφίστανται από τις πρακτικές αυτές οι Αιτητές, δεν εμφανίζεται ως ένα αβέβαιο γεγονός, αλλά, αντιθέτως, βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη στην παρούσα κρίσιμη περίοδο. Οι Αιτητές εδώ και μήνες υφίστανται την απομείωση της τιμής και της υπόληψής τους προς το καταναλωτικό κοινό, καθώς συνάδελφοί τους και αρμόδιοι φορείς αμφισβητούν τα κίνητρα του αγώνα τους κατά του περιοριστικού ωραρίου.

·      Σημειώθηκε επίσης ότι μετά την απόρριψη του προηγούμενου αιτήματος λήψης προσωρινών μέτρων, οι Καθ ών η Αίτηση ήχθησαν σε πλήρη καταπάτηση, μεταξύ άλλων, των αρχών της νομιμότητας και της ισότητας στην εφαρμογή του νόμου, καθώς σταμάτησαν να εφαρμόζουν τα Διατάγματα καθ’ ο μέρος δεν τους εξυπηρετούν. Ήδη, μάλιστα, προωθούν νέες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού σε κανονιστικό επίπεδο, κινούμενες γύρω από τη βασική ρύθμιση του περιορισμένου ωραρίου, μέσω του οποίου εξοβελίζουν τον ανταγωνισμό και προωθούν συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα.

·      Συνεπώς, σύμφωνα με τους Αιτητές, προκύπτει εναργώς από την παραπάνω ανάπτυξη τόσο η πρόδηλη βασιμότητα της εκκρεμούς καταγγελίας, όσο και η ανεπανόρθωτη βλάβη για την ανάπτυξη του ανταγωνισμού μεταξύ φαρμακείων και μεταξύ φαρμακείων και φαρμακευτικών επιχειρήσεων.

5.2 Γραπτές θέσεις καταγγελλόμενων/Καθ’ων η Αίτηση

36.      Οι Καθ’ων η Αίτηση υπέβαλαν γραπτώς τις θέσεις τους αναφορικά με το αίτημα για λήψη προσωρινών μέτρων στις 11/07/2025, τις οποίες η Επιτροπή, αφού μελέτησε διεξοδικά, τις συνοψίζει ως ακολούθως:

·      Οι Καθ’ων η Αίτηση σημείωσαν καταρχάς το μη παραδεκτό νέου αιτήματος για λήψη προσωρινών μέτρων βάσει γεγονότων εκτός του ουσιώδους χρόνου.

·      Σύμφωνα με τους Καθ’ων η Αίτηση, το υποβληθέν αίτημα ημερομηνίας 20/06/2025, βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά/γεγονότα μεταγενέστερα της 12/12/2024, ημερομηνίας κατά την οποία η Επιτροπή αποφάσισε να προχωρήσει σε διερεύνηση της Καταγγελίας. Ωστόσο, ο χρονικός προσδιορισμός των υπό εξέταση καταγγελλόμενων παραβάσεων (στο εξής: ο «ουσιώδης χρόνος») καθορίζεται από τα περιστατικά που υφίσταντο κατά τον χρόνο υποβολής της Καταγγελίας μέχρι και την απόφαση έναρξης εξέτασης της, και ως εκ τούτου δεν δύναται να επεκταθεί σε μεταγενέστερα γεγονότα. Επομένως, η Επιτροπή καλείται να εξετάσει κατά πόσον στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως σοβαρή υπόθεση παράβασης του Νόμου ή/και του Άρθρου 101 ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το Άρθρο 106 ΣΛΕΕ, στη βάση γεγονότων που έλαβαν χώρα εκτός του ουσιώδους χρόνου ο οποίος προσδιορίζει το πραγματολογικό και νομικό πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης.

·      Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 34(3)(β) του Νόμου, το αίτημα για λήψη προσωρινών μέτρων μπορεί να υποβληθεί είτε ταυτόχρονα με την καταγγελία είτε σε μεταγενέστερο στάδιο εντός της ίδιας διαδικασίας. Ο νομοθέτης δεν προβλέπει δυνατότητα υποβολής πολλαπλών αυτοτελών αιτημάτων για την ίδια υπόθεση. Η εκ νέου υποβολή αιτήματος για λήψη προσωρινών μέτρων, κατ’ ουσίαν επαναλαμβανόμενου ως προς το περιεχόμενο και τα αιτούμενα μέτρα, χωρίς την υποβολή νέας καταγγελίας και στηριζόμενου σε στοιχεία που εκτείνονται χρονικά πέραν του ουσιώδους χρόνου της καταγγελίας, συνιστά καταχρηστική άσκηση της διαδικασίας.

·      Η εν λόγω πρακτική υπονομεύει τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα της διοικητικής διαδικασίας και παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία επιβάλλει την τήρηση εύλογων χρονικών, ουσιαστικών και διαδικαστικών ορίων στη δυνατότητα υποβολής πανομοιότυπων ή παραπλήσιων αιτημάτων ενώπιον της ίδιας αρχής για το ίδιο πραγματικό και νομικό αντικείμενο. Συνακόλουθα, το αίτημα κρίνεται διαδικαστικά απαράδεκτο και δεν μπορεί να εξεταστεί περαιτέρω στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

·      Εν συνεχεία, οι Καθ’ων η Αίτηση ανέφεραν ότι υπάρχει αναρμοδιότητα της Επιτροπής να παραμερίσει, αναστείλει ή ακυρώσει κανονιστικές πράξεις του Υπουργού Υγείας. Σύμφωνα με τους Καθ’ων η Αίτηση, οι Αιτητές με το νέο τους αίτημα ζητούν την έκδοση διατάγματος το οποίο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, επιδιώκει την παράκαμψη ή εξαίρεσή τους από το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο ωραρίου λειτουργίας φαρμακείων, το οποίο καθορίζεται με κανονιστικές διοικητικές πράξεις του Υπουργού Υγείας. Η Επιτροπή, ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή, αρμόδια για την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού, δεν διαθέτει αρμοδιότητα να αναστείλει, ακυρώσει ή εξαιρέσει φυσικά ή νομικά πρόσωπα από την ισχύ κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται δυνάμει ειδικής νομοθετικής εξουσιοδότησης και αποτελούν έκφραση δημόσιας εξουσίας και εφαρμογή κρατικής πολιτικής στον τομέα της δημόσιας υγείας.

·      Παρέπεμψαν δε στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-198/01, Consorzio Industrie Fiammiferi (CIF) v Autorità Garante della Concorrenza e del Mercato, υπογραμμίζοντας ότι η αρμοδιότητα μιας Εθνικής Αρχής Ανταγωνισμού δεν περιλαμβάνει εξουσία να ακυρώνει, να αναστέλλει ή να παραμερίζει πράξεις κρατικής ρύθμισης ή δημόσιας εξουσίας, ακόμη και εάν οι πράξεις αυτές έχουν επιπτώσεις στον ανταγωνισμό. Η μόνη εξαίρεση συντρέχει όταν η επίμαχη κρατική ρύθμιση επιβάλλει ή ενισχύει αντι-ανταγωνιστική σύμπραξη επιχειρήσεων ή μεταφέρει ουσιώδεις αποφασιστικές εξουσίες σε ιδιώτες επιχειρηματίες, στερώντας της τον κρατικό της χαρακτήρα.[3]

·      Σύμφωνα με τους Καθ’ων η Αίτηση, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, σημειώνεται ότι η ρύθμιση του ωραρίου φαρμακείων δεν αποτελεί πράξη επιχειρηματικού χαρακτήρα που λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης οικονομικής δραστηριότητας στην αγορά. Αντιθέτως, συνιστά κανονιστική διοικητική πράξη γενικής εφαρμογής που αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και της δημόσιας υγείας. Επιπλέον, σημειώνεται ότι το ωράριο λειτουργίας φαρμακείων καθορίζεται με κανονιστική διοικητική πράξη του Υπουργού Υγείας, κατόπιν σχετικής νομοθετικής εξουσιοδότησης, χωρίς μεταβίβαση αποφασιστικής εξουσίας σε οντότητες που ασκούν οικονομική δραστηριότητα στην αγορά. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν διαθέτει αρμοδιότητα να παραμερίσει συνολικά ή μερικώς το εν λόγω ρυθμιστικό πλαίσιο.

·      Ως υποστήριξαν, οποιαδήποτε παρέμβαση της Επιτροπής που οδηγεί σε ολικό ή μερικό παραμερισμό της ισχύος τέτοιων πράξεων, είτε μέσω διάταξης εξαίρεσης είτε μέσω ρύθμισης όρων λειτουργίας φαρμακείων κατά παρέκκλιση των διαταγμάτων του Υπουργού Υγείας, θα συνιστούσε υπέρβαση αρμοδιότητας, νόσφιση δημόσιας εξουσίας και καταστρατήγηση της συνταγματικής αρχής της διάκρισης των εξουσιών, με ενδεχόμενες απρόβλεπτες συνέπειες για την ασφάλεια δικαίου.

·      Οι Καθ’ων η Αίτηση ισχυρίστηκαν επίσης αναρμοδιότητα της Επιτροπής να εξετάσει / αξιολογήσει κρατικά μέτρα υπό το πρίσμα του Άρθρου 106 ΣΛΕΕ. Συγκεκριμένα ανέφεραν ότι οι Αιτητές επικαλούνται, μεταξύ άλλων, παράβαση του άρθρου 106 ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, αναφορικά με τις κανονιστικές διοικητικές πράξεις του Υπουργού Υγείας για το ωράριο λειτουργίας των φαρμακείων. Ωστόσο, η εν λόγω επίκληση εγείρει σοβαρό ζήτημα αρμοδιότητας. Το άρθρο 106 ΣΛΕΕ ρυθμίζει τη σχέση μεταξύ κρατικών μέτρων και κανόνων ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και αφορά μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη, όχι από επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων. Η αρμοδιότητα για την εξέταση της συμμόρφωσης εθνικών νομοθετικών ή κανονιστικών διοικητικών πράξεων με το άρθρο 106 ΣΛΕΕ ανήκει αποκλειστικά στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

·      Η Επιτροπή δεν διαθέτει αρμοδιότητα (ρητή ή σιωπηρή) να κρίνει τη νομιμότητα, την αναλογικότητα ή τη σκοπιμότητα κρατικών παρεμβάσεων σε κανονιστικό επίπεδο βάσει του άρθρου 106 ΣΛΕΕ. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να παρακάμψει ή να αναστείλει την ισχύ πράξεων που εκδίδονται από όργανα της εκτελεστικής εξουσίας στο πλαίσιο άσκησης δημόσιας εξουσίας και εφαρμογής εθνικής πολιτικής υγείας, δυνάμει ειδικής νομοθετικής εξουσιοδότησης.

·      Επεσήμαναν πως η ορθή ερμηνεία της απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-198/01, Consorzio Industrie Fiammiferi (CIF) κατά Autorità Garante della Concorrenza e del Mercato, έχει ότι η αρμοδιότητα μιας Εθνικής Αρχής Ανταγωνισμού περιορίζεται στο να μην εφαρμόζει εθνικά μέτρα που υποχρεώνουν ή ενισχύουν επιχειρήσεις να προβαίνουν σε αντι-ανταγωνιστική συμπεριφορά, βάσει των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 4(3) ΣΕΕ. Η αρμοδιότητα αυτή δεν εκτείνεται σε έλεγχο της νομιμότητας (συμπεριλαμβανομένων τυχόν διαδικαστικών πλημμελειών κατά την έκδοση ή λήψη των υπό αναφορά κρατικών μέτρων), εγκυρότητας ή συνταγματικότητας κανονιστικών διοικητικών πράξεων. Τέτοια ευθύνη ανήκει είτε στα εθνικά δικαστήρια, είτε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ιδίως όταν εξετάζεται η συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 101 και 106 ΣΛΕΕ.

·      Κατά συνέπεια, οι Καθ’ων η Αίτηση υποστήριξαν πως η επίκληση του άρθρου 106 ΣΛΕΕ από τους Αιτητές δεν μεταβάλλει το θεσμικό πλαίσιο αρμοδιοτήτων της Επιτροπής και δεν την καθιστά αρμόδια να ακυρώσει ή να αναστείλει κανονιστικές διοικητικές πράξεις της εκτελεστικής εξουσίας, οι οποίες εκδόθηκαν δυνάμει εξουσιοδοτικού νόμου και συνιστούν άσκηση δημόσιας εξουσίας. Ως εκ των πιο πάνω, στον βαθμό που το νέο αίτημα ή/και η Καταγγελία στηρίζονται στη φερόμενη παραβίαση του άρθρου 106 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, από κανονιστικές πράξεις ή αποφάσεις του Υπουργού Υγείας, η Επιτροπή οφείλει να απορρίψει το σχετικό σκέλος ως απαράδεκτο λόγω αναρμοδιότητας.

·      Επίσης, οι Καθ’ων η Αίτηση επικαλέστηκαν εσφαλμένη νομική βάση προσκόμισης στοιχείων σχετικά με το νέο αίτημα λήψης προσωρινών μέτρων, τονίζοντας ότι η μοναδική διάταξη του Νόμου που ρυθμίζει τη λήψη προσωρινών μέτρων είναι το άρθρο 34 του Νόμου, το οποίο προβλέπει με αυστηρό και περιοριστικό τρόπο ότι η Επιτροπή δύναται να επιβάλει προσωρινά μέτρα μόνο εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του.

·      Ως προς τις προϋποθέσεις λήψης προσωρινών μέτρων, οι Καθ’ων η Αίτηση ανέφεραν αρχικά ότι δεν στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως ισχυρή υπόθεση παράβασης (άρθρο 34(2)(α)). Ως υποστήριξαν για τη διαπίστωση της εκ πρώτης όψεως πιθανότητας παράβασης των άρθρων 3 ή/και 6 του Νόμου ή των άρθρων 101 ή/και 102 ΣΛΕΕ, προαπαιτείται κατ’ ελάχιστον ο σαφής ορισμός της σχετικής αγοράς προϊόντος και της σχετικής γεωγραφικής αγοράς. Σύμφωνα με τους Καθ’ων η Αίτηση, η Καταγγελία, το απορριφθέν αίτημα λήψης προσωρινών μέτρων και το νέο αίτημα των Καταγγελλόντων δεν περιέχουν τέτοιο ορισμό, ούτε διατυπώνεται σαφής θέση τους ως προς το αν η φερόμενη συμπεριφορά αφορά την αγορά λιανικής πώλησης φαρμάκων, την παροχή φαρμακευτικών υπηρεσιών ή άλλη συναφή αγορά. Παράλληλα, δεν προσδιορίζεται το γεωγραφικό εύρος της αγοράς ή/και η ενδεχόμενη χρονική διάστασή της, βάσει αντικειμενικών και μετρήσιμων κριτηρίων, όπως η εμβέλεια της ζήτησης, τα πρότυπα κατανάλωσης ή η γεωγραφική δυνατότητα υποκατάστασης. Είναι δε ενδεικτικό ότι οι πλείστοι εκ των Αιτητών δραστηριοποιούνται σε περιοχές γεωγραφικά απομακρυσμένες από την Αγία Νάπα (όπως Λευκωσία, Πάφος, Λεμεσός), χωρίς να προκύπτει επαρκώς εάν ή/και κατά πόσον βρίσκονται σε ανταγωνιστική σχέση με τις επιχειρήσεις που λειτουργούν υπό το διαφοροποιημένο ωράριο στην εν λόγω τουριστική περιοχή.

·      Περαιτέρω, κατά το χρόνο υποβολής του νέου αιτήματος, δεν έχει πραγματοποιηθεί από την Επιτροπή οποιαδήποτε εξειδικευμένη ανάλυση της σχετικής αγοράς, ούτε έχει διαμορφωθεί το πραγματολογικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο δύναται να βασιστεί η στοιχειοθέτηση πιθανής παράβασης.

·      Επιπροσθέτως, τονίζεται ότι η εκτίμηση ύπαρξης «εκ πρώτης όψεως σοβαρής υπόθεσης» δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί in abstracto και ανεξάρτητα από τον καθορισμό της σχετικής αγοράς. Αντιθέτως, προϋποθέτει την ύπαρξη ορισμένου πλαισίου εντός του οποίου να αξιολογηθεί εάν η φερόμενη πρακτική είναι ικανή να περιορίσει ή να νοθεύσει ουσιωδώς τον ανταγωνισμό. Εντός του εν λόγω πλαισίου, πρέπει να εκτιμηθεί τόσο το εύρος της ενδεχόμενης βλάβης, όσο και το κατά πόσον αυτή μπορεί να αποκατασταθεί μελλοντικά, χωρίς την επιβολή προσωρινών μέτρων, με την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης.

·      Τέλος, οι κανονιστικές διοικητικές πράξεις του Υπουργού Υγείας, με την οποία καθορίζεται το ωράριο λειτουργίας φαρμακείων ή/και γενικότερα οι σχετικές αποφάσεις του Υπουργείου Υγείας, αποτελούν εκφάνσεις άσκησης δημόσιας εξουσίας βάσει νομοθετικής εξουσιοδότησης και δεν συνιστούν οικονομική δραστηριότητα ή πράξη επιχείρησης κατά την έννοια του άρθρου 3 του Νόμου ή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, οι ρυθμίσεις αυτές δεν αποτελούν ενέργειες οντοτήτων που ενεργούν στο πλαίσιο οικονομικής δραστηριότητας και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου.

·      Επιπλέον, κατά το μέτρο όπου η Καταγγελία στηρίζεται σε φερόμενη συνδυασμένη παράβαση των άρθρων 101 και 106 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή δεν διαθέτει την εξουσία ή την αρμοδιότητα να την εξετάσει, ούτε μπορεί να διαπιστώσει εκ πρώτης όψεως ισχυρή υπόθεση παράβασης κατά την έννοια του άρθρου 34(2)(α) του Νόμου.

·      Ως εκ των ανωτέρω, ελλείψει σαφούς ορισμού σχετικής αγοράς και απουσίας προκαταρκτικής έρευνας, δεν πληρούται η θεμελιώδης προϋπόθεση του άρθρου 34(2)(α) του Νόμου για ύπαρξη εκ πρώτης όψεως σοβαρής υπόθεσης. Το νέο αίτημα, όπως και το προηγούμενο, ερείδεται σε γενικές και ατεκμηρίωτες αιτιάσεις, χωρίς νομικά ή οικονομικά θεμέλια που να επιτρέπουν την αξιολόγηση της σοβαρότητας των καταγγελλόμενων παραβάσεων. Επιπλέον, οι φερόμενοι ως υπαίτιοι της παράβασης δεν είναι επιχειρήσεις αλλά φορείς άσκησης δημόσιας εξουσίας, οι οποίοι ενεργούν στο πλαίσιο νομοθετικά κατοχυρωμένης αρμοδιότητας για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος και δεν υπάγονται στην έννοια του όρου «επιχείρηση» κατά τον Νόμο και τη σχετική νομολογία.  Τέλος, κατά το μέτρο όπου η Καταγγελία στηρίζεται σε φερόμενη συνδυασμένη παράβαση των άρθρων 101 και 106 ΣΛΕΕ, πρέπει να υπομνησθεί ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει αρμοδιότητα να εξετάσει τέτοια ζητήματα. Ο έλεγχος της συμβατότητας εθνικών κανονιστικών μέτρων με το άρθρο 106 ΣΛΕΕ ανήκει αποκλειστικά στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή στα αρμόδια εθνικά ή ενωσιακά δικαστήρια. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να διαπιστωθεί ύπαρξη εκ πρώτης όψεως ισχυρής υπόθεσης βάσει μιας νομικής βάσης που υπερβαίνει τις αρμοδιότητες της Επιτροπής.

·      Εν συνεχεία, οι Καθ’ων η Αίτηση σημείωσαν ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση λήψης προσωρινών μέτρων ότι δεν στοιχειοθετείται επείγουσα περίπτωση λόγω σοβαρού κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό. Η δεύτερη σωρευτική προϋπόθεση για τη λήψη προσωρινών μέτρων είναι η ύπαρξη επείγουσας περίπτωσης λόγω σοβαρού και άμεσου κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό. Η προϋπόθεση αυτή ερμηνεύεται αυστηρά τόσο από τη νομολογία όσο και από την πρακτική των Αρχών Ανταγωνισμού και δεν ταυτίζεται με ενδεχόμενη οικονομική ζημιά που υφίσταται ή επικαλείται μεμονωμένη επιχείρηση (ή μεμονωμένες επιχειρήσεις). Αντίθετα, πρέπει να διαπιστώνεται επαρκώς ότι επίκειται στρέβλωση ή αλλοίωση της ίδιας της ανταγωνιστικής δομής της σχετικής αγοράς, η οποία δεν δύναται να αποκατασταθεί μεταγενέστερα με την έκδοση οριστικής απόφασης. Καταλήγοντας ανέφεραν ότι στην παρούσα υπόθεση, δεν προκύπτει τέτοιος κίνδυνος.

Ø     Πρώτον, η φερόμενη ως προνομιακή μεταχείριση αφορά φαρμακεία που λειτουργούν αποκλειστικά στην περιοχή της Αγίας Νάπας και υπόκεινται σε ειδική ρύθμιση ωραρίου κατά τη θερινή περίοδο. Η λειτουργία αυτή είναι κατεξοχήν εποχιακή και περιορισμένης διάρκειας, και πολλά από τα φαρμακεία αυτά αναστέλλουν τη λειτουργία τους κατά τους χειμερινούς μήνες. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι δεν υφίσταται σταθερό και επαναλαμβανόμενο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα ικανό να προκαλέσει δομική βλάβη στον ανταγωνισμό.

Ø     Δεύτερον, μεταξύ των Αιτητών, μόνο ένας φαρμακοποιός φαίνεται να δραστηριοποιείται στο Παραλίμνι, δηλαδή σε σχετική εγγύτητα με την Αγία Νάπα. Ο εν λόγω Καταγγέλλων δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν σοβαρή και άμεση βλάβη στην επιχειρηματική του δραστηριότητα, ούτε προσδιόρισε συγκεκριμένες επιπτώσεις στη ζήτηση, στον κύκλο εργασιών ή στην πελατειακή του βάση, πόσο μάλλον βλάβη που να μην είναι αναστρέψιμη. Εξάλλου, στην ευρύτερη περιοχή του Παραλιμνίου λειτουργούν πολλαπλά φαρμακεία, τα οποία φαίνεται να μην επηρεάζονται, ούτε να έλαβαν μέρος στην Καταγγελία.

Ø     Τρίτον, οι υπόλοιποι Καταγγέλλοντες βρίσκονται σε γεωγραφικές περιοχές εντελώς αποσυνδεδεμένες από την Αγία Νάπα και δεν φαίνεται να έχουν άμεση ανταγωνιστική σχέση με τα φαρμακεία που φέρονται να ευνοούνται από το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο. Επομένως, ακόμη και υπό το υποθετικό σενάριο ύπαρξης πλεονεκτήματος, αυτό δεν μπορεί να συνιστά γενικευμένο κίνδυνο για τη δομή της αγοράς σε παγκύπρια κλίμακα.

·      Τέλος, αναφορικά με την επίκληση γενικόλογων κινδύνων από την είσοδο καθετοποιημένων λιανέμπορων (όπως υπεραγορές) στη λιανική διάθεση παραφαρμακευτικών και καλλυντικών προϊόντων, οι Καθ’ων η Αίτηση υποστήριξαν πως τέτοιοι παράγοντες υπήρχαν ανέκαθεν στις επίμαχες γεωγραφικές περιοχές και δεν συνιστούν νέα γεγονότα ή αιφνίδιο επείγον κίνδυνο. Επιπλέον, υποστήριξαν πως δεν τεκμηριώνεται ποσοτικά ούτε ο βαθμός επηρεασμού του ανταγωνισμού από τις πρακτικές αυτές, ούτε ο τρόπος με τον οποίο το ισχύον ωράριο λειτουργίας στην Αγία Νάπα συναρτάται άμεσα με αυτές.

·      Ως εκ των ανωτέρω, σύμφωνα με τους Καθ’ων η Αίτηση δεν πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 34(2)(β) του Νόμου, καθώς δεν υφίσταται κίνδυνος σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό, ούτε επικείμενη ανάγκη προστασίας της αγοράς από μη αναστρέψιμες συνέπειες. Οποιαδήποτε επίκληση οικονομικής ζημίας σε ατομικό επίπεδο, πολλώ δε μάλλον χωρίς ποσοτική τεκμηρίωση, δεν αρκεί για να δικαιολογήσει παρέκκλιση από τον αυστηρό κανόνα της μη επιβολής προσωρινών μέτρων προς όφελος συγκεκριμένων ανταγωνιστών.

·      Επίσης, οι Καθ’ων η Αίτηση ισχυρίστηκαν ότι το αίτημα των Αιτητών δεν καθορίζει με ακρίβεια και σαφήνεια τα αιτούμενα προσωρινά μέτρα καθώς σύμφωνα με το άρθρο 34(3)(β) του Νόμου, αίτημα για λήψη προσωρινών μέτρων είναι παραδεκτό μόνο εφόσον καθορίζονται σε αυτό επακριβώς και με σαφήνεια τα αιτούμενα μέτρα. Οι Καθ’ων η Αίτηση σημείωσαν, μεταξύ άλλων, ότι το νέο αίτημα των Αιτητών δεν πληροί την εν λόγω προϋπόθεση, καθότι στο κείμενο του υπομνήματος διατυπώνονται πλείονες εναλλακτικές προσεγγίσεις και δεν προσδιορίζεται με νομική ακρίβεια η φύση των ζητούμενων μέτρων, η χρονική τους διάρκεια, το εύρος εφαρμογής τους, ή η δυνατότητα συμμόρφωσης και παρακολούθησης της εφαρμογής τους από την ίδια την Επιτροπή.

·      Οι Καθ’ων η Αίτηση σημείωσαν επίσης ότι τα αιτούμενα προσωρινά μέτρα δεν πληρούν την προϋπόθεση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 34(1)(β) του Νόμου, τα προσωρινά μέτρα που τυχόν επιβάλλονται από την Επιτροπή οφείλουν να μην υπερβαίνουν σε έκταση τα υπό τις περιστάσεις απολύτως αναγκαία και να είναι περιορισμένα χρονικά, ώστε να διασφαλίζεται ότι συνιστούν έκτακτο και προσωρινό μέσο προστασίας του ανταγωνισμού, και όχι παρέμβαση με οιονεί κανονιστικό / ρυθμιστικό ή δομικό χαρακτήρα.

·      Καταληκτικά, οι Καθ’ων η Αίτηση ανέφεραν ότι το περιεχόμενο και η λειτουργία των αιτούμενων μέτρων αντιβαίνουν πλήρως στις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας καθότι η ζητούμενη εξαίρεση των καταγγελλόντων από το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο ωραρίου δεν εμφανίζεται ως αναγκαία για την αποτροπή επικείμενης και ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό. Επιπλέον, η αποδοχή του αιτήματος θα έχει ως αποτέλεσμα την άνιση μεταχείριση μεταξύ φαρμακείων που λειτουργούν στην ίδια γεωγραφική περιοχή, ιδίως αν ορισμένα εξαιρούνται από το κοινό καθεστώς ωραρίου χωρίς συμμετοχή σε διανυκτερεύσεις ή άλλες υποχρεώσεις δημοσίου χαρακτήρα. Επίσης, σύμφωνα με τους Καθ’ων η Αίτηση, δεν αποδεικνύεται ότι τα μέτρα δεν μπορούν να αναμένονται μέχρι την οριστική απόφαση της Επιτροπής, η οποία δύναται, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, να επανεξετάσει συνολικά τη νομιμότητα της φερόμενης συμπεριφοράς. Η λήψη ενδιάμεσης ρύθμισης στην παρούσα φάση, με ασαφές περιεχόμενο και πιθανή μεγάλη διάρκεια, αναιρεί τον προσωρινό χαρακτήρα των μέτρων και απολήγει σε ουσιαστική οριστική ρύθμιση, πριν από την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης.

5.3 Θέσεις εμπλεκομένων μερών κατά την ενώπιον της Επιτροπής προφορική διαδικασία

37.      Εν συνεχεία, η Επιτροπή σημειώνει ότι τα εμπλεκόμενα μέρη κατά την ενώπιον της Επιτροπής διαδικασία που πραγματοποιήθηκε στις 14/07/2025, παρέθεσαν τις θέσεις τους, µέσω των νομικών τους εκπροσώπων, αναπτύσσοντας περαιτέρω τα όσα είχαν υποβάλει τόσο στις γραπτές τους θέσεις.

38.      Η Επιτροπή μελέτησε ενδελεχώς και έλαβε υπόψη της τα όσα υπέβαλαν και προφορικά τα εμπλεκόμενα μέρη κατά την ενώπιόν της προφορική διαδικασία που έλαβε χώρα στα γραφεία της Επιτροπής στις 14/07/2025 και σημειώνει ότι οι ισχυρισμοί που αναπτύχθηκαν δεν βγήκαν εκτός πλαισίου των ήδη διατυπωμένων θέσεων τους.  Οι θέσεις των μερών εστιάστηκαν κατά ένα σημαντικό μέρος στην αρμοδιότητα της Επιτροπής ως προς τη νομική μεταχείριση υπουργικών αποφάσεων και στο κατά πόσον ο αρμόδιος υπουργός δρα ανεξάρτητα ή επηρεάζεται καταλυτικά από τον ΠΦΣ κατά τη λήψη των αποφάσεών του ως προς το ωράριο των φαρμακείων. Παρατίθενται συνοπτικά ορισμένα σημαντικά σημεία της ενώπιον της Επιτροπής προφορικής διαδικασίας.

5.3.1 Θέσεις Αιτητών κατά την ενώπιον της Επιτροπής προφορική διαδικασία

39.      Οι Αιτητές ανέφεραν, μεταξύ άλλων, ότι υφίστανται νέα πραγματικά δεδομένα, νέα οψιγενή στοιχεία που προέκυψαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών και σημείωσαν ότι η Επιτροπή έχει την αρμοδιότητα ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή να ελέγχει τα μέτρα που νομοθετούνται.

40.      Τόνισαν ότι στο 335/2024 προβλέπεται στο Άρθρο 2(2) μια εξέλιξη και συγκεκριμένα τη λειτουργία και την καθιέρωση ενός περιοριστικού ωραρίου λειτουργίας των φαρμακείων σε όλη την κυπριακή επικράτεια με πολύ συγκεκριμένες εξαιρέσεις. Σύμφωνα με τους Αιτητές μια από τις εξαιρέσεις στο Άρθρο 2(2) είναι ότι μπορεί να ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας μετά τη γνωμοδότηση του Συμβουλίου Φαρμακευτικής και του Παγκύπριου Φαρμακευτικού Συλλόγου, ότι συγκεκριμένα φαρμακεία που λειτουργούν εποχιακά ή που λειτουργούν σε περιοχές που έχουμε κατά τη θερινή περίοδο μια δυναμική αύξηση πληθυσμού, τουλάχιστον υπερδιπλάσιο πληθυσμό, αυτά τα φαρμακεία μπορούν να λειτουργούν χωρίς τους περιορισμούς του ωραρίου που ισχύουν για όλα τα υπόλοιπα. Σύμφωνα με τα όσα ανέφεραν οι Αιτητές, προέκυψε μια απλή ανακοίνωση χωρίς διοικητική πράξη εκδοθείσα νομοτύπως που να μπορούν και οι καταγγέλλοντες ενδεχομένως να προσβάλουν στα Δικαστήρια και άρα να ζητήσουν δικαστική προστασία. Η εν λόγω ανακοίνωση αναφέρει ότι εν προκειμένω στην Αγία Νάπα για συγκεκριμένα φαρμακεία πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως ότι υπερδιπλασιάζεται ο πληθυσμός και θα εξαιρεθούν από το περιοριστικό ωράριο λειτουργίας. Οι Αιτητές ισχυρίστηκαν ότι έχουν ομοίως υποβάλει αντίστοιχες αιτήσεις για να υπαχθούνε και αυτοί και να αξιοποιήσουν τη δυνατότητα που προβλέπει ο Νόμος, αποδεικνύοντας ταυτόχρονα με προσκόμιση στοιχείων από τη Στατιστική Υπηρεσία Κύπρου και το Υφυπουργείο Τουρισμού που καταδεικνύουν ότι η προϋπόθεση του υπερδιπλασιασμού του πληθυσμού σε συγκεκριμένες περιοχές πληρείται και στη δική τους περιοχή δραστηριοποίησης. Παρά ταύτα, όλοι έλαβαν αρνητικές απαντήσεις από το Συμβούλιο Φαρμακευτικής και δεν τους επιτρέπεται να λειτουργούν.

41.      Σε αυτό το πλαίσιο, οι Αιτητές σημείωσαν ότι αφενός υφίστανται όλες αυτές τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που ειδικά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς τη βλάβη τους, όταν μάλιστα είναι σαφές ότι θα μπορούσαν να ανοίξουν μέσα στο θέρος και μένουν κλειστοί, ενώ πληρούν τα κριτήρια της ίδιας εξαίρεσης που θεσπίστηκε για να εξυπηρετηθούνε και άλλοι. Σημείωσαν ότι εν προκειμένω η ζημιά είναι αυταπόδειχτη και κραυγαλέα. Πέραν από αυτά όμως οι καταγγέλλοντες σημείωσαν ότι προσκομίζουν και άλλα στοιχεία για να δείξουν ότι η νόθευση του ανταγωνισμού δεν επέρχεται μόνο μεταξύ φαρμακείων αλλά και μεταξύ φαρμακείων και εμπορικών επιχειρήσεων.

42.      Οι Αιτητές επανέλαβαν ότι η Επιτροπή ελέγχει συμπεριφορές και τόνισαν ότι όλοι συνομολογούν ότι είναι σε λειτουργία η Αγία Νάπα καθώς είναι ανοικτά τα φαρμακεία με διευρυμένο ωράριο, αυτό συνομολογείται τη στιγμή που ταυτόχρονα δεν υπάρχει επίσημη απόφαση του Υπουργού. Δηλαδή τόσο νοθεύεται ο ανταγωνισμός από αυτές τις πρακτικές που δεν έχει υπάρξει υπουργική απόφαση ρητή ούτε για τους καταγγέλλοντες ούτε για την Αγία Νάπα. Υπάρχει μια ανακοίνωση την οποία οι υπηρεσίες των καταγγελλόμενων την εφαρμόζουν.

43.      Σημείωσαν επίσης, μεταξύ άλλων, ότι το άνοιγμα και κλείσιμο των φαρμακείων αναλαμβάνει εν πολλοίς ο ΠΦΣ, ο οποίος αποφασίζει για το τι θα γίνει και αυτό προωθεί και αυτό είναι εν τέλει η λεγόμενη απόφαση του Υπουργού είτε μέσω διαταγμάτων είτε μέσω ανακοινώσεων είτε αποφάσεων. Σημείωσαν ότι παρέθεσαν ήδη αποσπάσματα δηλώσεων του Προέδρου του Φαρμακευτικού να εξηγεί πώς έγινε και πήρε την άδεια η Αγία Νάπα και όχι οι υπόλοιπες περιοχές. Συνεπώς, σύμφωνα με τους Αιτητές, αυτό που ισχυρίζονται είναι ότι καθοδηγείται η όλη διαδικασία εν πολλοίς ή/και εν όλω από τον ΠΦΣ. 

5.3.2 Θέσεις Καθ’ων η Αίτηση κατά την ενώπιον της Επιτροπής προφορική διαδικασία

44.      Οι Καθ’ ων η Αίτηση ανέφεραν, μεταξύ άλλων, ότι όποιος και να ήταν ο ρόλος του ΠΦΣ, στο τέλος της ημέρας την απόφαση για έκδοση του διατάγματος ή τώρα για δημιουργία εξαίρεσης του διατάγματος, είναι αποκλειστική απόφαση του Υπουργού Υγείας. Οι Αρχές (καταγγελλόμενοι) δεν έχουν σχέση με αυτή κάθε αυτή την έκδοση του οποιουδήποτε διατάγματος, την εφαρμογή οποιασδήποτε εξαίρεσης ούτε και με το εν τέλει σκεπτικό τέτοιας απόφασης.

45.      Οι Καθ’ ων η Αίτηση ανέφεραν ότι τίθεται το θέμα ότι η εξαίρεση έγινε κατά παράβαση της νομικής διαδικασίας που έπρεπε να ακολουθηθεί. Αναφερόμενοι στον ισχυρισμό των καταγγελλόντων ότι υφίσταται μια απλή ανακοίνωση, η οποία δεν είναι διοικητική πράξη, σημείωσαν ότι δεν μπορούν να είναι υπόλογοι για το τι έπραξε ο Υπουργός ούτε είναι αρμόδιοι να πουν αν ο Υπουργός κατά τα πλαίσια του διοικητικού δικαίου ακολούθησε σωστά τη διαδικασία του. Αν δεν ακολούθησε σωστά τη διαδικασία του όποιος θεωρεί ότι έχει συμφέρον πρέπει να πάει στο Διοικητικό Δικαστήριο να το ακυρώσει. Αναρωτήθηκαν πώς μπορεί να ζητείται ειδικά από τον Παγκύπριο Φαρμακευτικό Σύλλογο να επιχειρηματολογήσει για διαδικασία που αφορά καθαρά το κράτος, όπως αν έπρεπε να βγάλει ανακοίνωση ή αν έπρεπε να πράξει διαφορετικά. Αυτό σύμφωνα με τους Καθ’ ων η Αίτηση δεν μπορεί να είναι αντικείμενο ενώπιον Επιτροπής.

46.      Σύμφωνα με τους Καθ’ ων η Αίτηση, η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει ποια είναι αυτή η ανεπανόρθωτη ζημιά που έχουν υποστεί οι Αιτητές και πάνω σε ποια γεγονότα καλούν την Επιτροπή να αποφασίσει το θέμα της ζημιάς. Ανέφερε ότι τα γεγονότα ανά καταγγέλλοντα που είχαν προσκομίσει στην περασμένη αίτηση κρίθηκαν μη ικανοποιητικά και η Επιτροπή τα είχε απορρίψει. Σύμφωνα με τους Καθ’ ων η Αίτηση είναι επιχειρήματα χωρίς τεκμήρια για ζημιά των καταγγελλόντων, καθώς δεν έχουν προσθέσει τίποτε σε σχέση με τα όσα εξέτασε η Επιτροπή κατά την πρώτη αίτηση και αποφάσισε σχετικά.

47.      Ως προς την επίμαχη ανακοίνωση, οι Καθ’ ων η Αίτηση σημείωσαν ότι στη δεύτερη παράγραφο το Υπουργείο Υγείας ανέφερε ότι αποφάσισε στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του και μετά από εντατικές διαβουλεύσεις αποφάσισε μετά από σύσταση του Συμβουλίου Φαρμακευτικής. Συνεπώς, ο Υπουργός και οι κρατικές υπηρεσίες έπραξαν αυτό που τους επιβάλλει ο Νόμος.

6. ΝΟΜΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ

6.1 Αρμοδιότητα Επιτροπής

48.      Η Επιτροπή, προτού προχωρήσει στην εξέταση των προϋποθέσεων για την έκδοση απόφασης στην αίτηση για λήψη προσωρινών μέτρων, εξέτασε το ζήτημα που εκ νέου έθεσαν οι  καταγγελλόμενοι αναφορικά με την αρμοδιότητα της Επιτροπής να εξετάσει και να αποφανθεί επί κανονιστικής διοικητικής πράξης και γενικότερα, σε σχέση με τη θέση τους ότι για κάτι τέτοιο αρμόδια είναι τα δικαστήρια.

49.      Η Επιτροπή σημειώνει ότι το εν λόγω θέμα είχε τεθεί και κατά την πρώτη αίτηση για λήψη προσωρινών μέτρων στην παρούσα υπόθεση και η Επιτροπή είχε αποφανθεί επί του θέματος στο πλαίσιο της απόφασής της 9/2025. Παρά ταύτα, η Επιτροπή κρίνει σκόπιμο να επαναλάβει τα όσα είχε αναφέρει και στην εν λόγω απόφασή της. Καταρχάς σημειώνεται ότι στο άρθρο 26(2) του Νόμου, το οποίο καθορίζει τις αρμοδιότητες που της έχουν ανατεθεί, αναφέρεται ότι:

«(2)Τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, η Επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

(α) Να αποφασίζει, κατόπιν δέουσας έρευνας, αναφορικά με παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 3 και/ή 6, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν καταγγελίας

[…]

(θ) να αποφασίζει για τη λήψη προσωρινών μέτρων στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 34.».

50.      Η Επιτροπή, στο πλαίσιο άσκησης των αρμοδιοτήτων της, σημειώνει ότι δύναται να εξετάζει πιθανολογούμενες παραβάσεις των άρθρων 3 και/ή 6 του Νόμου είτε κατόπιν καταγγελίας είτε αυτεπάγγελτα. Η Επιτροπή περαιτέρω δύναται, στη βάση του άρθρου 34 του Νόμου, να διατάσσει τη λήψη προσωρινών μέτρων και να θέτει τους κατά την κρίση της αναγκαίους κατά περίπτωση όρους, μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης.

51.      Η Επιτροπή, σε αυτό το πλαίσιο, σημειώνει ότι έχει την αρμοδιότητα να εξετάζει καταγγελίες αναφορικά με πιθανολογούμενες παραβάσεις των άρθρων 3 και/ή 6 του Νόμου εφόσον περιέχουν ικανοποιητικά στοιχεία και πληροφορίες δυνάμει του άρθρου 44 και των Παραρτημάτων Ι και ΙΙ του Νόμου. Η Επιτροπή σημειώνει ότι έκρινε ήδη στο πλαίσιο εξέτασης της υποβληθείσας καταγγελίας ημερομηνίας 22/11/2024 ότι υπάρχουν ικανοποιητικά στοιχεία και πληροφορίες ώστε να δικαιολογείται το νομότυπο της καταγγελίας και έδωσε προς τούτο οδηγίες στην Υπηρεσία να διεξάγει προκαταρκτική έρευνα αναφορικά με πιθανολογούμενες παραβάσεις του Νόμου.

52.      Όσον αφορά το θέμα της αρμοδιότητας, η Επιτροπή αντλεί καθοδήγηση από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής το «ΔΕΕ»)[4] στη βάση της οποίας έχει κριθεί ότι: «[…] μολονότι είναι αληθές ότι τα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ [τώρα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ), αυτά καθαυτά, ρυθμίζουν αποκλειστικά τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων και δεν αφορούν τα θεσπιζόμενα από τα κράτη μέλη νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα, ωστόσο, το άρθρο αυτό [το άρθρο 81 EK και τώρα 101 ΣΛΕΕ], σε συνδυασμό προς το άρθρο 5 της Συνθήκης [τώρα άρθρο 4(3) της ΣΕΕ], επιβάλλουν στα κράτη μέλη να μη θεσπίζουν ή διατηρούν σε ισχύ μέτρα, έστω και νομοθετικής ή κανονιστικής φύσεως, δυνάμενα να εξουδετερώσουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των εφαρμοστέων επί επιχειρήσεων κανόνων ανταγωνισμού. […]

Το Δικαστήριο ειδικότερα έχει κρίνει ότι υπάρχει παράβαση των άρθρων 5 και 85 (παλαιότερη αρίθμηση άρθρων της Συνθήκης, τώρα άρθρα 4(3) ΣΕΕ και 101 ΣΛΕΕ) της Συνθήκης όταν κράτος μέλος είτε επιβάλλει ή ευνοεί τη σύναψη συμπράξεων [συμφωνιών, αποφάσεων ή εναρμονισμένων πρακτικών] αντιθέτων προς το άρθρο 85 ή ενισχύει τα αποτελέσματα τέτοιων συμπράξεων, είτε αφαιρεί από τη δική του κανονιστική ρύθμιση τον κρατικό της χαρακτήρα, μεταθέτοντας σε ιδιώτες επιχειρηματίες την ευθύνη λήψεως αποφάσεων περί παρεμβάσεως σε οικονομικά θέματα. […]

[…] Επιβάλλεται η υπόμνηση, δεύτερον, ότι, κατά πάγια νομολογία, η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου επιβάλλει να μην εφαρμοστεί οποιαδήποτε διάταξη εθνικού νόμου αντίθετη προς κοινοτική διάταξη, ανεξαρτήτως του αν αυτή είναι προγενέστερη ή μεταγενέστερη της κοινοτικής.

Αυτό το καθήκον να μην εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία που είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο απόκειται όχι μόνο στα εθνικά δικαστήρια αλλά και σε όλα τα κρατικά όργανα, περιλαμβανομένων των διοικητικών αρχών (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 22ας Ιουνίου 1989, 103/88, Fratelli Costanzo, Συλλογή 1989, σ. 1839, σκέψη 31), πράγμα που συνεπάγεται, ενδεχομένως, την υποχρέωση να ληφθεί κάθε μέτρο που να διευκολύνει την ανάπτυξη της πλήρους αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου (βλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 1972, 48/71, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 85, σκέψη 7).

Εφόσον μια εθνική αρχή του ανταγωνισμού [...] επιφορτίζεται με την αποστολή να μεριμνά, μεταξύ άλλων, για την τήρηση του άρθρου 81 ΕΚ [τώρα άρθρα 101 ΣΛΕΕ] και η διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς το άρθρο 10 ΕΚ [τώρα άρθρο 4(3) της ΣΕΕ], επιβάλλει στα κράτη μέλη το καθήκον αποχής, η πρακτική αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού θα μειωνόταν αν, στο πλαίσιο έρευνας σχετικά με τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων βάσει του άρθρου 81 ΕΚ, η εν λόγω Αρχή δεν μπορούσε να διαπιστώσει ότι ένα εθνικό μέτρο είναι αντίθετο προς τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 10 ΕΚ και 81 ΕΚ και, κατά συνέπεια, να μην το εφαρμόσει.».

53.      Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η Επιτροπή σημειώνει ότι αρμοδιότητά της είναι να εξετάζει κατά πόσον συγκεκριμένες συμπεριφορές, όπως εν προκειμένω οι καταγγελλόμενες, συνιστούν μορφή περιορισμού, νόθευσης και/ή παρακώλυσης του ανταγωνισμού, ανεξαρτήτως του αν υφίσταται πρωτογενής ή δευτερογενής νομοθεσία, η οποία επιτρέπει και/ή ενθαρρύνει και/ή άλλως πως ευνοεί την εν λόγω συμπεριφορά. Στη δε περίπτωση, διαπίστωσης παράβασης των διατάξεων των άρθρων 3 και/ή 6 και του Άρθρου 101 ΣΛΕΕ και/ή του Άρθρου 102 ΣΛΕΕ, που διαπράττουν επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων, η Επιτροπή έχει, μεταξύ άλλων, την αρμοδιότητα να αναγνωρίσει την εν λόγω παράβαση με σχετική της απόφαση και, υπό προϋποθέσεις, να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, όπως επίσης και να υποχρεώσει τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων όπως, εντός ταχθείσας προθεσμίας, τερματίσουν τη διαπιστωθείσα παράβαση και αποφύγουν επανάληψή της στο μέλλον.

54.      Σε τέτοιες περιπτώσεις, η Επιτροπή δεν υπεισέρχεται στο ρόλο της νομοθετικής εξουσίας ούτε καταργεί, αναστέλλει ή ακυρώνει stricto sensu μία κανονιστική διοικητική πράξη ή άλλη νομοθεσία που επιτρέπει ή ενθαρρύνει ή ευνοεί την περιοριστική του ανταγωνισμού συμπεριφορά, αλλά ουσιαστικά την παραμερίζει. Δηλαδή δεν θίγει τη νομιμότητα της εν λόγω νομοθεσίας, όπως εσφαλμένα ισχυρίστηκαν οι καταγγελλόμενοι τόσο στις γραπτές τους θέσεις όσο και κατά την προφορική διαδικασία. 

55.      Επομένως, η Επιτροπή, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της έχει τη δυνατότητα να ελέγξει τη δραστηριότητα των επιχειρήσεων και να διαπιστώσει ότι κρατικό μέτρο και/ή νομοθετική ρύθμιση είναι αντίθετα προς τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 4(3) της ΣΕΕ και 101 και/ή 102 της ΣΛΕΕ ώστε αυτά να μην εφαρμοστούν. Δηλαδή, με τη διαπίστωση παραβάσεων των άρθρων 3 και/ή 6 και των άρθρων 101 και/ή 102 της ΣΛΕΕ καθίσταται ανεφάρμοστη η εθνική νομοθεσία οριστικά έναντι των επιχειρήσεων και η απόφαση αυτή επιβάλλεται στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις. Από τη στιγμή αυτή, οι επιχειρήσεις δεν μπορούν πλέον να υποστηρίζουν ότι υποχρεούνται να παραβιάζουν τις ενωσιακές διατάξεις περί ανταγωνισμού. Συνεπώς, η μελλοντική τους συμπεριφορά υπόκειται σε διοικητικά πρόστιμα/κυρώσεις.[5]

56.      Συνακόλουθα, η ύπαρξη της νομοθεσίας που επικαλούνται οι καταγγελλόμενοι δεν αναιρεί και/ή αποκλείει αφενός την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου αναφορικά με πρακτικές και/ή συμπεριφορές που καθορίζονται στα άρθρα 3 και/ή 6 του Νόμου και 101 και/ή 102 της ΣΛΕΕ και αφετέρου την αρμοδιότητα της Επιτροπής να εξετάσει καταγγελίες υπό το πρίσμα του δικαίου του ανταγωνισμού και να αποφασίζει, κατόπιν δέουσας έρευνας, επί αυτών αναφορικά με παραβάσεις των προαναφερόμενων άρθρων. Το ίδιο ισχύει, κατ’ αναλογία και στην περίπτωση της απόφασης επί της λήψης προσωρινών μέτρων.

57.      Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή θα εξετάσει ενδελεχώς το εν λόγω θέμα άμα τη ολοκλήρωση της δέουσας προκαταρκτικής έρευνας και έχοντας ενώπιον της την πλήρη εικόνα του σχηματισθέντα διοικητικού φακέλου της υπόθεσης.

58.      Στο παρόν στάδιο, η Επιτροπή θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις λήψης απόφασης προσωρινών μέτρων, ως οι πρόνοιες του Νόμου.

6.2 Προϋποθέσεις για τη λήψη προσωρινών μέτρων

59.      Σύμφωνα με το άρθρο 34 του Νόμου, η Επιτροπή δύναται να διατάσσει τη λήψη προσωρινών μέτρων και να θέτει τους, κατά την κρίση της, αναγκαίους κατά περίπτωση όρους. Τα μέτρα αυτά, επιτακτικά ή απαγορευτικά, οφείλουν να μην υπερβαίνουν σε έκταση τα υπό τις περιστάσεις απολύτως αναγκαία και να εφαρμόζονται, είτε για ορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο δύναται να παραταθεί εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο, είτε έως ότου ληφθεί οριστική απόφαση.

60.      Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η προσωρινή προστασία αποσκοπεί στην εξασφάλιση, όπου υπάρχει κίνδυνος, της μελλοντικής ικανοποίησης των δικαιωμάτων των καταγγελλόντων με τη λήψη του αιτούμενου προσωρινού μέτρου.

61.      Η Επιτροπή, στη βάση του Νόμου, έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει προσωρινά μέτρα, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατ’ αίτηση των ενδιαφερόμενων και η εν λόγω αίτηση δύναται να υποβληθεί μονομερώς ή δια κλήσεως όλων των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις, στο πλαίσιο του άρθρου 34 του Νόμου:

«(α) Στοιχειοθετείται ευλόγως ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση παράβασης των διατάξεων των άρθρων 3 κα/ή 6 και του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και/ή του Άρθρου 102 ΣΛΕΕ,

(β) συντρέχει επείγουσα περίπτωση, λόγω σοβαρού κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό.».

62.      Ακολούθως, η Επιτροπή εξέτασε, τις διαδικαστικές προϋποθέσεις νομότυπης υποβολής μιας τέτοιας αίτησης έκδοσης προσωρινών μέτρων και σημείωσε ότι σύμφωνα με το άρθρο 34(3)(β) του Νόμου, η αίτηση γίνεται δεκτή μόνο εφόσον συνοδεύεται από καταγγελία που διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44 ή έπεται της καταγγελίας ή εφόσον υποβάλλεται κατά την διάρκεια της ενώπιον της Επιτροπής διαδικασίας για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 3 και/ή 6 και του Άρθρου 101 ΣΛΕΕ και/ή του Άρθρου 102 ΣΛΕΕ και εφόσον καθορίζονται σε αυτή επακριβώς και με σαφήνεια τα αιτούμενα προσωρινά μέτρα. Η Επιτροπή σημειώνει ότι εν προκειμένω, η αίτηση για λήψη προσωρινών μέτρων υποβλήθηκε στις 20/06/2025. Η Επιτροπή περαιτέρω σημειώνει ότι η καταγγελία είχε υποβληθεί νομότυπα και οι σχετικές πληροφορίες και στοιχεία κρίθηκαν ικανοποιητικά ώστε να την αποδεχτεί και έδωσε οδηγίες προς την Υπηρεσία να διεξάγει προκαταρκτική έρευνα αναφορικά με τις πιθανολογούμενες παραβάσεις που αναφέρονται σε αυτή.

6.2.1 Έννομο συμφέρον

63.      Η Επιτροπή σημειώνει ότι έχει ήδη αποφανθεί επί του εννόμου συμφέροντος των καταγγελλόντων στην Απόφασή της Αρ. 9/2025 και παρά ταύτα επαναλαμβάνει τα ακόλουθα.

64.      Σύμφωνα με το άρθρο 44 του Νόμου αναφορικά με την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος:

«(1) Σε καταγγελία παραβάσεων των διατάξεων των άρθρων 3 και/ή 6 και του Άρθρου 101 ΣΛΕΕ και/ή του Άρθρου 102 ΣΛΕΕ, δικαιούται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει έννομο προς τούτο συμφέρον.

(2) Έννομο συμφέρον έχει πρόσωπο που δύναται να αποδείξει ότι υπέστη ή υπάρχει σοβαρός ή πιθανός κίνδυνος να υποστεί αισθητή οικονομική βλάβη ή ότι τίθεται ή υπάρχει σοβαρός ή πιθανός κίνδυνος να τεθεί σε μειονεκτική στον ανταγωνισμό θέση, ως άμεσο αποτέλεσμα της παράβασης.».

65.      Οι καταγγέλλοντες σημείωσαν αναφορικά με το έννομο συμφέρον τους στην καταγγελία τους[6] τα εξής: «[…] αυτές περιορίζουν την επαγγελματική και οικονομική τους ελευθερία. Όπως αναφέρθηκε εκτεταμένα παραπάνω, ο ΠΦΣ, αφενός μεν πέτυχε την επιβολή ανελεύθερου ωραρίου, αφετέρου δε επικαλείται τις επίμαχες εξόχως προβληματικές διατάξεις για να δημιουργήσει περαιτέρω κλίμα εκφοβισμού και να καθορίσει με άκρως αυθαίρετο και προβληματικό τρόπο τις εφημερίες/διημερεύσεις/διανυκτερεύσεις των φαρμακείων, παραλείποντας συχνά να ακόμα ενημερώσει τα ενδιαφερόμενο μέρη (βλ. παρ. III, υποπαρ. ΙΙΙ2 «Περιγραφή των αντι-ανταγωνιστικών συμπεριφορών του ΠΦΣ...»). Η στρέβλωση του ανταγωνισμού, στην οποία σε οδηγεί η κατάσταση αυτή, επάγεται αυτόθροα εκτός από την οικονομική κατάρρευση των επιχειρήσεων φαρμακείων (βλ. παραπάνω, παρ. IV «Νομική βάση...», υποπαρ. IV1.7).».

66.      Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι επίμαχες διατάξεις των κανονισμών και η συμπεριφορά του ΠΦΣ επηρεάζει τους καταγγέλλοντες άμεσα εφόσον ορίζει το ωράριο ανοίγματος και κλεισίματος των φαρμακείων τους με αποτέλεσμα να καθορίζονται ορισμένες παράμετροι στην άσκηση των οικονομικών τους δραστηριοτήτων με τρόπο άμεσο, ενεργό και ενεστωτικό. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι καταγγέλλοντες να έχουν χωρίς καμία αμφιβολία το απαραίτητο εκ του Νόμου έννομο συμφέρον να προβούν στην καταγγελία και να ζητήσουν τη χορήγηση προσωρινών μέτρων από μέρους της Επιτροπής.

67.      Ως εκ των ανωτέρω και στη βάση των πιο πάνω σημείων, η Επιτροπή έκρινε ήδη με την απόφασή της 9/2025 και επαναλαμβάνει ότι οι καταγγέλλοντες έχουν έννοµο συµφέρον να προβούν στην καταγγελία, εφόσον τόσο οι επίμαχες διατάξεις των κανονισμών όσο και η συμπεριφορά των καταγγελλόμενων τους επηρεάζει άμεσα.

6.2.2 Έννοια «επιχείρηση»

68.      Η Επιτροπή σημειώνει πως το άρθρο 2 του Νόμου ορίζει ως επιχείρηση «τον φορέα ο οποίος ασκεί οικονομική δραστηριότητα ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που τον διέπει και τον τρόπο χρηματοδότησής του». Το ΔΕΕ, προσεγγίζοντας την έννοια «επιχείρηση», στο πλαίσιο του ανταγωνισμού έδωσε ευρεία ερμηνεία συμπεριλαμβάνοντας «κάθε οντότητα που ασκεί οικονομικής ή εμπορικής φύσεως δραστηριότητες», ανεξάρτητα από τη νομική της υπόσταση και τον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτείται. Επιπλέον, το ΔΕE έχει αποφανθεί ότι ο όρος «οικονομικής φύσεως δραστηριότητα» εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε δραστηριότητα που έχει σχέση με την προσφορά αγαθών και/ή υπηρεσιών σε συγκεκριμένη αγορά, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που τη διέπει και τον τρόπο της χρηματοδότησης της και η οικονομική δραστηριότητα συνίσταται σε κάθε δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή υπηρεσιών σε δεδομένη αγορά.[7]

69.      Συνεπώς, προκειμένου μια συμπεριφορά να εξεταστεί υπό το πρίσμα του δικαίου του ανταγωνισμού σύμφωνα με την ενωσιακή νομολογία, θα πρέπει το πρόσωπο που ασκεί αυτή τη συμπεριφορά να υπάγεται στην έννοια της επιχείρησης, στοιχείο που με τη σειρά του προϋποθέτει την εκ μέρους του άσκηση οικονομικής δραστηριότητας κατά την επίμαχη συμπεριφορά του. Η αξιολόγηση αυτή δεν γίνεται in abstracto αλλά in concreto και μόνο σε σχέση με την υπό διερεύνηση συμπεριφορά και όχι σε σχέση με το σύνολο της δραστηριοποίησης του. 

70.      Περαιτέρω, η Επιτροπή σημειώνει παρενθετικά ότι «επιχείρηση» δύναται να είναι οποιαδήποτε οικονομική μονάδα που συλλέγει πόρους για την πραγματοποίηση οικονομικών δραστηριοτήτων χωρίς να απαιτείται να διέπεται από συγκεκριμένο νομικό καθεστώς. Μάλιστα, η έννοια της «επιχείρησης» είναι ευρεία ώστε να καλύψει κάθε οντότητα ανεξάρτητα από τον τρόπο χρηματοδότησής της και ανεξάρτητα από το σκοπό της οικονομικής δραστηριότητά της. Έτσι, αποτελούν «επιχειρήσεις» (υπό το δίκαιο του ανταγωνισμού) ακόμα και οι δημόσιες επιχειρήσεις ή οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας[8].

71.      Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου: ««ένωση επιχειρήσεων» σημαίνει εταιρεία, συνεταιρισμό, ένωση, σύλλογο, ίδρυμα ή σώμα προσώπων, με νομική προσωπικότητα ή όχι, που εκπροσωπεί τα εμπορικά συμφέροντα αυτόνομων επιχειρήσεων και λαμβάνει αποφάσεις ή συνάπτει συμφωνίες προς προώθηση των συμφερόντων αυτών.». Η «ένωση επιχειρήσεων» προϋποθέτει πλειονότητα επιχειρήσεων, οι οποίες συνδέονται µεταξύ τους µε οποιαδήποτε µορφή οργανωµένης συνεργασίας.[9] Δεν απαιτείται η «ένωση επιχειρήσεων» να έχει νοµική προσωπικότητα,[10] ούτε ίδια εµπορική ή παραγωγική δραστηριότητα, προκειµένου να εµπίπτει στο άρθρο 3 του Νόμου,[11] αρκεί να εξυπηρετεί τα εµπορικά συµφέροντα των µελών της.[12] Μεταξύ άλλων, σωµατεία, ενώσεις, σύνδεσµοι, αγροτικοί συνεταιρισμοί θεωρούνται «ενώσεις επιχειρήσεων» ανεξάρτητα από τη νοµική τους µορφή, την άσκηση εκ µέρους τους οικονομικής δραστηριότητας και κερδοσκοπικού ή µη σκοπού.[13]

72.      Το εν λόγω κριτήριο επιτάσσει την εξέταση του κατά πόσο, µεταξύ των αρμοδιοτήτων και/ή εξουσιών ενός συνδέσμου, τα μέλη του οποίου συνιστούν επιχειρήσεις κατά το δίκαιο του ανταγωνισμού, περιλαμβάνεται και η οργάνωση ή ο συντονισμός της οικονομικής δραστηριότητας των µελών του ή αν ο εν λόγω σύνδεσμος λαμβάνει αποφάσεις αναφορικά με τη θέσπιση ρυθμίσεων σχετικών µε τη συμπεριφορά των μελών του σε συγκεκριμένη αγορά.[14]

73.      Όπως καταγράφεται στο σύγγραμμα «Δίκαιο του Ελεύθερου Ανταγωνισμού»: «το ζήτημα της υπαγωγής {των ελευθέριων επαγγελμάτων} στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού, έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι στο μέτρο που οι επαγγελματίες είναι «επιχειρήσεις», οι επαγγελματικοί τους σύλλογοι συνιστούν ενώσεις επιχειρήσεων, και άρα μια σειρά μέτρων που λαμβάνουν για την οργάνωση του οικείου επαγγέλματος […] ελέγχονται με βάση το άρθρο 101 […]»[15].

74.      Στην υπό εξέταση υπόθεση, σύμφωνα με την καταγγελία, ο ΠΦΣ αποτελεί νομικό πρόσωπο που συστάθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Φαρμακοποιών (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμείο Συντάξεων) Νόμου του 1972 (Ν. 39/1972) και «[…] αποτελεί επαγγελματική ένωση υποχρεωτικής συμμετοχής στην οποία μετέχουν υποχρεωτικά όλοι οι φαρμακοποιοί που λειτουργούν φαρμακεία.». Επιπλέον σημειώνεται ότι σκοπός του ΠΦΣ είναι «[…] η προστασία της τιμής και της ανεξαρτησίας του ΠΦΣ και η προάσπιση αυτής έναντι της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας. Στο πλαίσιο αυτό διαθέτει μεταξύ άλλων τη δημόσια εξουσία να παρέχει διευκρινήσεις και να αποφαίνεται για θέματα που αφορούν την επαγγελματική δεοντολογία, να εξετάζει και αν κρίνει σκόπιμο, να υποβάλλει εισηγήσεις ως προς την ισχύουσα φαρμακευτική νομοθεσία και ως προς φαρμακευτικά θέματα που υποβάλλονται στο Συμβούλιο, να εισηγείται στην Κυβέρνηση προτάσεις νόμων, να προωθεί τις καλές σχέσεις και την κατανόηση μεταξύ του ΠΦΣ και του κοινού, να ρυθμίζει τις κλίμακες αμοιβών των φαρμακοποιών για παρασχεθείσες υπηρεσίες.».

75.      Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στη βάση του άρθρου 13 του περί Φαρμακοποιών (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμείο Συντάξεων) Νόμου του 1972 (Ν. 39/1972), το Συμβούλιο του Φαρμακευτικού Σώματος, το οποίο διοικεί τον ΠΦΣ, έχει την αρμοδιότητα να εξετάζει όλα τα σχετικά με το φαρμακευτικό επάγγελμα θέματα και να λαμβάνει οποιαδήποτε μέτρα κρίνει σκόπιμα προς τούτο.

76.      Η Επιτροπή, με βάση τα ενώπιόν της στοιχεία, σημειώνει πως ο ΠΦΣ είναι ανεξάρτητη νομική οντότητα και αποτελεί σύνδεσμο, ενώ τα μέλη του συνιστούν επιχειρήσεις υπό την έννοια του δικαίου του ανταγωνισμού, καθόσον αναλαμβάνουν δραστηριότητες οικονομικής φύσης, και συγκεκριμένα παρέχουν υπηρεσίες ως φαρμακοποιοί.

77.      Οι εξουσίες του ΠΦΣ σύμφωνα με τον περί Φαρμακοποιών (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμείον Συντάξεων) Νόμος του 1972 (39/1972), περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

(α) Να προστατεύει την τιμή και την ανεξαρτησία του ΠΦΣ και να προασπίζει τις σχέσεις του προς την νομοθετική και εκτελεστική εξουσία.

(β) Να ρυθμίζει με κανονισμούς οτιδήποτε αφορά τη δεοντολογία του φαρμακευτικού επαγγέλματος.

(γ) Να δίνει διευκρινίσεις και να αποφασίζει σε θέματα που αφορούν την επαγγελματική δεοντολογία.

(δ) Να εξετάζει, και εάν το κρίνει σκόπιμο, να υποβάλλει εισηγήσεις επί ισχύουσας νομοθεσίας και φαρμακευτικών θεμάτων που υποβάλλονται προς εξέταση, ή να υποβάλλει εισηγήσεις προς την κυβέρνηση σχετικά με το κατά πόσον είναι ανάγκη να εισαχθεί νέα νομοθεσία.

(ε) Να εκπροσωπεί το φαρμακευτικό σώμα σε οποιοδήποτε θέμα ως προς το οποίον τέτοια εκπροσώπηση θεωρείται αναγκαία ή σκόπιμη.

(στ) Να προωθεί καλές σχέσεις και κατανόηση μεταξύ του ΠΦΣ και του κοινού.

(ζ) Να καθορίζει το πληρωτέο προς το Συμβούλιο ποσοστό εκ των επιβαλλομένων υπό των τοπικών φαρμακευτικών συλλόγων συνδρομών στα μέλη τους.

(η) Να καθορίζει τις κλίμακες αμοιβών των Φαρμακοποιών σχετικά με επαγγελματικές συμβουλές, παρασχεθείσες υπηρεσίες ή εκτελεσθείσες εργασίες.

(θ) Να ρυθμίζει οποιοδήποτε θέμα αφορά την ετήσια άδεια απουσίας των Φαρμακοποιών.

(ι) Να εκδίδει Κανονισμούς που διέπουν και ρυθμίζουν οποιοδήποτε των ως άνω θεμάτων υπό τον όρο ότι οι τέτοιοι Κανονισμοί θα εγκριθούν από την πλειοψηφία της γενικής συνέλευσης του ΠΦΣ.

(ια) Να εκδίδει Κανονισμούς διέποντας και ρυθμίζοντας την εκλογή ελεγκτών για τον έλεγχο των λογαριασμών των Τοπικών Φαρμακευτικών Συλλόγων και των λογαριασμών του Συμβουλίου του Φαρμακευτικού Σώματος.

78.      Τα θέματα που απαριθμούνται ως (α), (β), (γ), (δ), (ε), (στ), (ζ) και (θ) ανωτέρω, ρυθμίζονται με αποφάσεις του Συμβουλίου του ΠΦΣ, οι οποίες εκδίδονται υπό την μορφή Κανονισμού και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Οι εν λόγω Κανονισμοί τίθενται σε ισχύ από την ημέρα δημοσίευσης τους. Σχετικά με τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο (η) ή με άλλα θέματα που εμπίπτουν στο φάσμα των εξουσιών του ΠΦΣ και που δεν συμπεριλαμβάνονται στις περιπτώσεις (α)-(θ), απαιτείται η έγκριση της Γενικής Συνέλευσης του ΠΦΣ, του Υπουργικού Συμβουλίου και κατόπιν κατατίθενται στη Βουλή για ψήφιση. Οι εκάστοτε Κανονισμοί που εκδίδονται από τον ΠΦΣ είναι δεσμευτικοί σε όλους τους Φαρμακοποιούς και οποιοσδήποτε δεν τους τηρεί θεωρείται ένοχος πειθαρχικού αδικήματος και/ή ασυμβίβαστου προς το φαρμακευτικό επάγγελμα διαγωγής.

79.      Η Επιτροπή σημειώνει πως οι επαγγελματίες, όπως οι αυτοαπασχολούμενοι φαρμακοποιοί, ενώ ασκούν την ίδια δραστηριότητα όπως οι εργαζόμενοι, εξομοιώνονται κατ’ αρχήν με «επιχειρήσεις», κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, εφόσον παρέχουν υπηρεσίες ή έργο έναντι αμοιβής σε συγκεκριμένη αγορά και ασκούν ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα σε σχέση με τους εντολείς τους.[16] Ως αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 413/13 FNV Kunsten Informatie en Media κατά Staat der Nederlanden: «μια οργάνωση που εκπροσωπεί εργαζομένους, όταν πραγματοποιεί διαπραγματεύσεις στο όνομα και για λογαριασμό αυτοαπασχολουμένων οι οποίοι είναι μέλη της, δεν ενεργεί ως συνδικαλιστική οργάνωση και, επομένως, ως κοινωνικός εταίρος, αλλά λειτουργεί στην πραγματικότητα ως ένωση επιχειρήσεων.»[17] Περαιτέρω σημειώνεται ότι οι φαρμακοποιοί κατά τη δραστηριότητα τους μέσω του φαρμακείου τους, δεν λειτουργούν αποκλειστικά στη βάση της εμπειρογνωμοσύνης τους, αλλά ασκούν και οικονομικής φύσεως δραστηριότητες αφού αγοράζουν προϊόντα και τα μεταπωλούν στους πελάτες τους, όχι μόνο φαρμακευτικά προϊόντα, αλλά και λοιπά συναφή με την υγεία και ομορφιά προϊόντα.

80.      Στη βάση όλων των πιο πάνω, η Επιτροπή ομόφωνα αποφασίζει πως ο ΠΦΣ συνιστά «ένωση επιχειρήσεων» υπό την έννοια του Νόμου.

81.      Ως προς τον Υπουργό Υγείας και τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, οι οποίοι είναι καταγγελλόμενοι στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή σημειώνει, όπως έπραξε και στην Απόφασή της Αρ. 9/2025, ότι με βάση τα ενώπιόν της στοιχεία, τα οποία δεν έχουν διαφοροποιηθεί από αυτά που είχε ενώπιόν της κατά τη λήψη της απόφασής της με αρ. 9/2025,[18] δεν είναι σε θέση στο παρόν στάδιο να χαρακτηρίσει τον Υπουργό Υγείας και τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες ως «επιχειρήσεις» σύμφωνα µε τον ορισμό που δίδει ο Νόμος και η σχετική νομολογία. Αυτό διότι τα ενώπιον της Επιτροπής στοιχεία δεν επαρκούν για να διαπιστωθεί αν ασκούνται οποιασδήποτε οικονομικής φύσεως δραστηριότητες στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης.

82.      Σημειώνεται όμως ότι σύμφωνα με τη νομολογία το ίδιο νομικό ή φυσικό πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί «επιχείρηση» σε ορισμένες οικονομικές δραστηριότητες του ενώ σε άλλες ότι ασκεί κανονιστική αρμοδιότητα και συνεπώς εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής του Νόμου και της ΣΛΕΕ. Άρα είναι απαραίτητη η ανάλυση των πραγματικών περιστατικών και του γενικότερου πλαισίου άσκησης αυτής της κανονιστικής αρμοδιότητας.[19]

6.2.3 Οι προϋποθέσεις του άρθρου 34(2) του Νόμου

83.      Σύμφωνα με το άρθρο 34(2) του Νόμου, οι προϋποθέσεις για τη λήψη προσωρινών μέτρων, θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά. Άρα, για τη λήψη προσωρινών μέτρων δεν αρκεί να «στοιχειοθετείται ευλόγως ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση παράβασης των διατάξεων των άρθρων 3 και/ή 6 και του Άρθρου 101 ΣΛΕΕ και/ή του Άρθρου 102 ΣΛΕΕ», αλλά απαιτείται και να «συντρέχει επείγουσα περίπτωση, λόγω σοβαρού κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό».

84.      Σύμφωνα με την υπόθεση Broadcom:[20] «By its very nature, the finding of a prima facie infringement is not based on a full and final appreciation of the facts and law in question,101 but rather on a factual and legal analysis indicating “at first sight” that the undertaking subject to the investigation exceeded the limits allowed to it by the applicable EU competition rules, thus giving rise to serious doubts as to the compatibility of its conduct with those provisions. Therefore, the requirement of a prima facie infringement cannot be placed on the same footing as the requirement of certainty that a final decision must satisfy. In this vein, the case-law has held that the finding of a prima facie infringement does not correspond to the finding of a “clear and flagrant infringement”, nor to the existence of a prima facie violation of the European Union competition rules “as a matter of probability”.».

85.      Επομένως, δεν απαιτείται να γίνει πλήρης και τελική εκτίμηση των γεγονότων, ως θα συνέβαινε εάν εκδιδόταν τελική απόφαση όπου απαιτείται διαπίστωση «σαφούς και κατάφωρης παράβασης». Ωστόσο, θα πρέπει τα γεγονότα να αναλυθούν στο βαθμό που να δείχνει «εκ πρώτης όψεως» ότι η επιχείρηση που υπόκειται σε έρευνα παραβίασε τις πρόνοιες του Νόμου, δημιουργώντας έτσι σοβαρές αμφιβολίες ως προς την συμβατότητα της συμπεριφοράς της.

86.      Στο σημείο αυτό, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι στο παρόν στάδιο δεν καλείται να αποφασίσει ως προς την ουσία της καταγγελίας, αντιθέτως αποφασίζει ουσιαστικά εκ πρώτης όψεως με βάση τα ενώπιον της διαθέσιμα στοιχεία, επιφυλάσσοντας την πλήρη έρευνα της υπόθεσης στο πλαίσιο της εξέτασης της καταγγελίας μεταγενέστερα. Για το ζήτημα αυτό, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της προηγούμενη νομολογία[21] μεταξύ της οποίας και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Προσφυγή υπ’ αρ. 494/2001[22] όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων ότι: «Κατά συνέπεια δεν μπορεί να λεχθεί ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έχει αποφασισθεί η ουσία της υπόθεσης. Το γεγονός ότι η επίδικη διαπίστωση της Επιτροπής δυνατόν να σφραγίζει και τη μοίρα της ουσίας του παραπόνου των αιτητών δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά το κύριο αίτημα των αιτητών. Άλλωστε, όπως φαίνεται στα πρακτικά κατά την ανακοίνωση της προσβαλλομένης απόφασης «ο Πρόεδρος της Επιτροπής πληροφόρησε τους δικηγόρους των διαδίκων ότι το θέμα της καταγγελίας θα εξεταστεί από την Επιτροπή σε συνεδρία που θα ορισθεί αργότερα.».

87.      H Επιτροπή, έχοντας μελετήσει διεξοδικά τα ενώπιόν της στοιχεία, καθώς και τις θέσεις των εμπλεκομένων μερών και έχοντας υπόψη ότι οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση προσωρινών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 34 του Νόμου είναι σωρευτικές, κρίνει σκόπιμο να ξεκινήσει με την εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης που θέτει το άρθρο 34 του Νόμου, ήτοι τη στοιχειοθέτηση του επείγοντος της περίπτωσης λόγω σοβαρού κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό.

88.      Σε αυτό το σημείο, η Επιτροπή σημειώνει ότι στην Απόφασή της Αρ. 9/2025[23] έχει ήδη διαπιστώσει ότι δεν συνέτρεχε επείγουσα περίπτωση λόγω σοβαρού κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό. Παρά ταύτα, η Επιτροπή, στη συνεδρία της ημερομηνίας 25/06/2025, μελέτησε τα όσα κατατέθηκαν από τους Αιτητές με το υπόμνημά τους ημερομηνίας 20/06/2025 και έκρινε ότι πρέπει να δοθεί στα εμπλεκόμενα μέρη το δικαίωμα να εκθέσουν τις θέσεις τους σε προφορική διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής, όπως επίσης και να τους δοθεί το δικαίωμα, εφόσον το επιθυμούν, να καταθέσουν και γραπτώς τυχόν συμπληρωματικές θέσεις πριν την εν λόγω προφορική διαδικασία. Αυτό συνέβη κυρίως διότι οι Αιτητές έκαναν λόγο για νέα οψιγενή στοιχεία και σε αυτό το πλαίσιο η Επιτροπή θεώρησε σκόπιμο να εξετάσει κατά πόσο αυτά τα επικαλούμενα οψιγενή στοιχεία ήταν ικανά να μεταβάλουν την κρίση της σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 34(2) του Νόμου, ήτοι την ύπαρξη επείγουσας περίπτωσης, λόγω σοβαρού κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό.

 

 

6.2.3.1 Δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 34(2) του Νόμου - Επείγουσα περίπτωση, λόγω σοβαρού κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό

89.      Η Επιτροπή, σε σχέση με την προϋπόθεση της επείγουσας περίπτωσης λόγω σοβαρού κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό, παραπέμπει ενδεικτικά στην Απόφαση της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού Αρ. 653/2017 και την εκεί παρατεθείσα νομολογία, όπου σημειώθηκαν τα εξής σημαντικά:

«48. Ως προς την προϋπόθεση συνδρομής επείγουσας περίπτωσης, αυτή εξετάζεται σε συνδυασμό με την ανάγκη αποτροπής άμεσα επικείμενου κινδύνου πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό. Το επείγον, δηλαδή, τελεί σε συνάρτηση με το κατά πόσον υπάρχει, ή προβλέπεται άμεσα να υπάρξει, επικείμενος κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης, ήτοι επαπειλούμενος κίνδυνος, ο οποίος για να αποτραπεί πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα, προκειμένου να αποφευχθεί η δημιουργία ανεπανόρθωτης βλάβης[24]. Αντίθετα, έχει γίνει δεκτό ότι δεν συντρέχει επείγουσα περίπτωση και άμεσα επικείμενος κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημίας όταν μεταβάλλονται με τρόπο ουσιαστικό  οι περιστάσεις υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η αρχική συμπεριφορά μίας επιχείρησης ή, αντίστοιχα, μίας ένωσης επιχειρήσεων, και δεν συντρέχει πλέον λόγος διαφύλαξης δημοσίου συμφέροντος[25]. Θα πρέπει, πάντως, η μεταβολή των περιστάσεων να είναι τέτοια που να προσφέρει εγγυήσεις ως προς τη μελλοντική συμπεριφορά των επιχειρήσεων ή της ένωσης επιχειρήσεων και να μην έγκειται σε προσωρινές και κατ’ επίφαση τροποποιήσεις εμπορικής πολιτικής ενόψει πιθανόν ακροάσεων ενώπιον της Ε.Α.[26]

49. Ανεπανόρθωτη βλάβη υφίσταται όταν πρόκειται για μη επανορθώσιμη ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη μέχρι να εκδοθεί η απόφαση της Ε.Α. επί της κυρίας υπόθεσης. Μη επανορθώσιμη βλάβη συντρέχει όταν η προηγούμενη κατάσταση, πραγματική ή νομική, δεν μπορεί να επανέλθει και, συγκεκριμένα, όταν το επελθόν αποτέλεσμα έχει οριστικό χαρακτήρα. Περαιτέρω, δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη συντρέχει, όταν η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση απαιτεί εντατικές προσπάθειες, χρονοβόρα διαδικασία, δυσανάλογες δαπάνες κ.λπ., χωρίς να είναι βέβαιο το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.[27]».[28] (η υπογράμμιση είναι της Επιτροπής)

90.      Συνεπώς, η Επιτροπή σημειώνει ότι η ανεπανόρθωτη βλάβη υφίσταται όταν πρόκειται για βλάβη μη επανορθώσιμη ή που προϋποθέτει μεγάλη δυσχέρεια στην επανόρθωσή της και αυτό ισχύει έως ότου εκδοθεί η σχετική απόφαση επί της ουσίας της καταγγελίας από την Επιτροπή κατόπιν της δέουσας έρευνας της. Επομένως, ανεπανόρθωτη βλάβη συντρέχει όταν η προηγούμενη κατάσταση, πραγματική και νομική, δεν μπορεί να επανέλθει και συγκεκριμένα, όταν το επελθόν αποτέλεσμα είναι οριστικό και μη αναστρέψιμο.

91.      Σε αυτό το πλαίσιο, η Επιτροπή καλείται να διασφαλίσει ότι κατά τη διάρκεια της διερεύνησης της καταγγελίας δεν θα προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη τέτοια η οποία να μην μπορεί να τύχει θεραπείας από οποιαδήποτε απόφασή της με την οριστική λήξη της διαδικασίας.[29] Επομένως, ανεπανόρθωτη είναι η βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την τελική απόφαση της Επιτροπής, αλλά δεν απαιτείται για το χαρακτηρισμό της ως ανεπανόρθωτης να μην μπορεί να αποκατασταθεί με οποιαδήποτε άλλη απόφαση οποιουδήποτε άλλου οργάνου. Κάτι τέτοιο θα ήταν υπέρμετρα αυστηρό και θα περιόριζε σημαντικά την εξουσία της Επιτροπής να διατάσσει τη λήψη προσωρινών μέτρων.[30]

92.      Με παρόμοιο σκεπτικό αντιμετωπίζει το ζήτημα της ανεπανόρθωτης βλάβης και η νομολογιακή πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, το οποίο  στην υπόθεση ΑΤΗΚ ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού Αρ. 322/03 ανέφερε τα ακόλουθα:

«Όσον αφορά την πρόκληση είχα την ευκαιρία να αναλύσω το θέμα στην Petrolina (Holdings) Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπ. Αρ. 924/01, ημερ. 20.2.02, στην οποία ανέφερα τα ακόλουθα, τα οποία επαναλαμβάνω και υιοθετώ:

«Στην υπόθεση Moyo & Another v. Republic (1988) 3 C.L.R. 1203 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 1208:

"(B) a provisional order may be made in the face of -

Evidence of irreparable damage, that is damage that cannot be remedied by any of the remedies available upon annulment of the impugned administrative act. Even in the face of such damage, the Court may, nonetheless, refuse an order if it is likely to place insuperable obstacles in the way of the Administration."

Επίσης, στην Frangos & Others v. Republic (1982) 3 C.L.R. p. 53, στη σελ. 61 διαβάζουμε τα ακόλουθα:

"Irreparable damage encompasses damage of a kind that is irretrievable by subsequent legal or administrative action, such as the destruction of the res and irreversible physical deterioration."

Περαιτέρω, σε σχέση με το ποια ζημιά είναι δυνατόν να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα από τη Μαρκουλίδου κ.α. ν. Δημοκρατία κ.α. (1989) 3 Α.Α.Δ. 3413, από τη σελ. 3423:

«Χρηματική ζημία δεν είναι ανεπανόρθωτη ή δυσεπανόρθωτη ζημία. […]»

Καθοδηγητική ως προς το σημείο αυτό είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Saint Dominion,[31] όπου θεωρήθηκε ότι, «ανεπανόρθωτη ζημία μπορεί να είναι υλική ή ηθική. Χρηματική ζημία δεν είναι αρκετή […]».

93.      Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω έχουν γίνει αποδεκτά και έχουν εφαρμοστεί και από την ίδια την Επιτροπή στην Απόφαση Αρ. 24/2018 - Καταγγελία και αίτημα για λήψη προσωρινών μέτρων από την εταιρεία Premier Shukuroglou Cyprus Ltd εναντίον των εταιρειών ΕΛΛΑΓΡΟΛΙΠ ΑΕΒΕ και ΣΟΠΑΖ ΛΤΔ, όπου η Επιτροπή έκρινε περίπτωση όπου δεν αποδείχθηκε επείγουσα λόγω σοβαρού κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό.

94.      Στην παρούσα υπόθεση, οι Αιτητές ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι υφίστανται νέες αποφάσεις/συμπεριφορές με σκοπό τη στρέβλωση του ανταγωνισμού κινούμενες σε 3 κατευθύνσεις: α) Καταρχάς ο Υ.Υ. αναγνώρισε την υπαγωγή στην εξαίρεση από το περιοριστικό ωράριο κατ’ άρ. 2(2) του Κ.Π.Δ. 335/2024 μόνο των φαρμακείων της Αγίας Νάπας, ενώ ταυτόχρονα Υ.Υ./Φ.Υ. αρνούνται αναιτιολόγητα την υπαγωγή στην εν λόγω εξαίρεση φαρμακείων άλλων περιοχών που αποδεδειγμένα πληρούν τα προβλεπόμενα κριτήρια, κατά καταφανή παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου (άρ. 28 παρ. 1 Συντ.) και της ελεύθερης ανάπτυξης ανταγωνισμού (άρ. 101 επ. ΣΛΕΕ). Περαιτέρω, β) Υ.Υ./Φ.Υ./Συμβούλιο Φαρμακευτικής προχώρησαν παράνομα και αυθαίρετα στη διεύρυνση κατά έναν ολόκληρο μήνα της διάρκειας της θερινής περιόδου για τα εξαιρούμενα φαρμακεία της Αγίας Νάπας, προσθέτοντας στη θερινή περίοδο τον μήνα Οκτώβριο - που ανήκει στη χειμερινή περίοδο σύμφωνα με τους ορισμούς του Κ.Π.Δ. 210/2022 Διατάγματος, γ) Ακόμα, ο ΠΦΣ εξακολουθεί να εφαρμόζει την ήδη καταγγελθείσα τακτική εργαλειοποίησης των εφημεριών, ώστε ορισμένα ακόμα φαρμακεία να λειτουργούν όλο το χρόνο de facto με καθεστώς ελεύθερου ωραρίου.

95.      Εν συνεχεία, οι Αιτητές έκαναν λόγο για συμπληρωματικά στοιχεία επικαλούμενοι στρέβλωση του ανταγωνισμού μέσω της ενίσχυσης καθετοποιημένων επιχειρηματικών δομών στο δημοτικό διαμέρισμα της Αγίας Νάπας και της εξουδετέρωσης του ανταγωνισμού μέσω του περιοριστικού ωραρίου.

96.      Οι Αιτητές ανέφεραν επίσης διάφορες πτυχές της καταναλωτικής συμπεριφοράς και σημείωσαν μεταξύ άλλων ότι, παρότι η καταναλωτική συμπεριφορά στην Κύπρο έχει μεταβληθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, επηρεαζόμενη, μεταξύ άλλων, από τις αλλαγές στο ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων, η οργάνωση του τρόπου λειτουργίας των φαρμακείων όχι μόνο δεν συμβαδίζει με τις εξελίξεις, διαφυλάσσοντας τον υγιή ανταγωνισμό μεταξύ φαρμακείων και μεταξύ φαρμακείων και αμιγώς εμπορικών καταστημάτων, αλλά αντιθέτως τον αντιστρατεύεται.

97.      Εν συνεχεία αναφέρθηκαν εκ νέου στο ρόλο και τη συμπεριφορά του ΠΦΣ και σημείωσαν ότι το περιοριστικό ωράριο δεν εφαρμόζεται ενιαία και ομοιόμορφα, αλλά επιβάλλεται σε όλους πλην των φαρμακείων της Αγίας Νάπας. Τα τελευταία εξαιρέθηκαν με ενέργειες του ίδιου του ΠΦΣ και με τη χρήση αδιαφανών, μη θεσμικά προβλεπόμενων, μηχανισμών σε πρόδηλη καταστρατήγηση του κανονιστικού πλαισίου που προέβλεψε το περιοριστικό ωράριο.

98.      Η Επιτροπή σημειώνει ότι οι θέσεις των Αιτητών, που συνοψίζονται πιο πάνω, αφορούν ουσιαστικά μόνο το κομμάτι του ισχυριζόμενου επηρεασμού και/ή του περιορισμού του ανταγωνισμού συνεπεία των επίμαχων ΚΔΠ και/ή των σχετικών αποφάσεων του Υπουργείου Υγείας. Για τους πιο πάνω ισχυρισμούς, η Επιτροπή παρατηρεί, εκ πρώτης όψεως, ότι εγείρονται ζητήματα, για τα οποία όμως απαιτείται πλήρης και ενδελεχής έρευνα ούτως ώστε να εξακριβωθεί κατά πόσο υφίσταται οποιοσδήποτε περιορισμός του ανταγωνισμού, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Νόμου και/ή της ΣΛΕΕ. Συνεπώς, η Επιτροπή θα τα εξετάσει στο πλαίσιο της εξέτασης της ουσίας της καταγγελίας μαζί με το υπόλοιπο περιεχόμενο του σχηματισθέντος διοικητικού φακέλου της υπόθεσης και επαναλαμβάνει ότι δεν εμποδίζεται να ασκήσει τις αρμοδιότητές της λόγω ότι οι καταγγελθείσες συμπεριφορές αφορούν αποφάσεις του Υπουργού Υγείας, όπως εσφαλμένα ισχυρίστηκαν οι Καθ’ ων η Αίτηση.

99.      Επειδή όμως η παρούσα διαδικασία αφορά αμιγώς την εξέταση λήψης προσωρινών μέτρων, ως η σχετική αίτηση των καταγγελλόντων και επειδή η Επιτροπή έχει ήδη εκδώσει την Απόφαση Αρ. 9/2025 επί του θέματος, είναι υποχρεωμένη στο παρόν στάδιο να εξετάσει κατά πόσο υπάρχουν οποιαδήποτε νέα στοιχεία, τα οποία να καταδεικνύουν απειλή ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό.

100.    Ως προς το ζήτημα της απειλής ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό, οι Αιτητές σημείωσαν, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον χρόνο υποβολής του παρόντος βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη η θερινή περίοδος. Την περίοδο αυτή, η απρόσκοπτη λειτουργία των φαρμακείων καθίσταται απολύτως κρίσιμη, τόσο για την κάλυψη των αυξημένων εποχικών αναγκών όσο και για τη βιωσιμότητα των φαρμακείων μακροπρόθεσμα. Οι ανεξάρτητοι φαρμακοποιοί εδώ και μήνες παρακολουθούν τις ήδη χαμηλές απολαβές τους από το ΓεΣΥ να συρρικνώνονται λόγω της απώλειας πελατείας μετά την επιβολή του περιοριστικού ωραρίου.

101.    Από την άλλη μεριά, τα φαρμακεία της Αγίας Νάπας κερδίζουν έσοδα και πελατεία, λόγω της αντιθεσμικής καθιέρωσης στην εν λόγω περιοχή ενός ιδιότυπου ειδικού καθεστώτος ελεύθερης λειτουργίας. Ταυτόχρονα, οι καθετοποιημένες δομές στην ευρύτερη αγορά παγιώνουν και ισχυροποιούν τη θέση τους, δυνάμενες να καθορίζουν με μονοπωλιακούς όρους τις τιμές των προωθούμενων προϊόντων, αλλά και την κίνηση του καταναλωτικού κοινού.

102.    Σύμφωνα με τους Αιτητές, η κατάσταση αυτή, εάν δεν ανασχεθεί άμεσα, θα οδηγήσει στην αποκρυστάλλωση των μονοπωλιακών πρακτικών, στη διαρθρωτική απορρύθμιση της αγοράς και εν τέλει στην οριστική έξοδο των μικρών φαρμακείων από αυτή, σε πρόδηλη βλάβη του ανταγωνισμού. Η βλάβη αυτή δεν θα μπορέσει να επανορθωθεί, ακόμα και αν εκ των υστέρων καταργηθούν, τροποποιηθούν, ή παραμείνουν ανεφάρμοστες οι καταγγελλόμενες ρυθμίσεις και πρακτικές.

103.    Σημειώθηκε επίσης από τους Αιτητές ότι έχουν τεθεί υπόψη της Επιτροπής κρισιμα οικονομικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η οικονομική αιμορραγία των φαρμακείων των καταγγελλόντων (η οποία παρουσιάζεται με μικρότερη ή μεγαλύτερη ένταση σε όλη την Κύπρο) αυτόθροη συνέπεια της οποίας είναι η στρέβλωση του ανταγωνισμού. Η τελευταία, δηλαδή, όχι απλώς συσχετίζεται, αλλά αποτυπώνεται στη μεγάλη οικονομική ζημία που ήδη υφίστανται τα φαρμακεία. Υπό διαφορετική διατύπωση, αποτελεί, έστω έμμεσα, απόδειξη της ύπαρξης στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Τούτο επιρρωνύεται από την αντιπαραβολή των οικονομικών δεδομένων από τα οποία προκύπτει άνοδος των πωλήσεων των ομίλων Παπαέλληνα. Η απειλούμενη στρέβλωση του ανταγωνισμού είναι άμεση, ουσιαστική και θα καταστεί μη αναστρέψιμη, μετά την παγίωση των διαμορφούμενων συσχετισμών και συσπειρώσεων που παρίσταται ολοένα επιδεινούμενη.

104.    Επικαλέστηκαν επίσης εμπορική και ηθική ζημία και ότι μετά την απόρριψη του προηγούμενου αιτήματος λήψης προσωρινών μέτρων, οι Καθ’ ων η Αίτηση σταμάτησαν να εφαρμόζουν τα Διατάγματα καθ’ ο μέρος δεν τους εξυπηρετούν. Συνεπώς, σύμφωνα με τους Αιτητές, προκύπτει, μεταξύ άλλων, και η ανεπανόρθωτη βλάβη για την ανάπτυξη του ανταγωνισμού μεταξύ φαρμακείων και μεταξύ φαρμακείων και φαρμακευτικών επιχειρήσεων.

105.    Για το ζήτημα του κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό, οι Καθ’ ων η Αίτηση σημείωσαν από την πλευρά τους ότι η δεύτερη σωρευτική προϋπόθεση για τη λήψη προσωρινών μέτρων είναι η ύπαρξη επείγουσας περίπτωσης λόγω σοβαρού και άμεσου κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό. Η προϋπόθεση αυτή ερμηνεύεται αυστηρά τόσο από τη νομολογία όσο και από την πρακτική των Αρχών Ανταγωνισμού και δεν ταυτίζεται με ενδεχόμενη οικονομική ζημιά που υφίσταται ή επικαλείται μεμονωμένη επιχείρηση (ή μεμονωμένες επιχειρήσεις). Αντίθετα, πρέπει να διαπιστώνεται επαρκώς ότι επίκειται στρέβλωση ή αλλοίωση της ίδιας της ανταγωνιστικής δομής της σχετικής αγοράς, η οποία δεν δύναται να αποκατασταθεί μεταγενέστερα με την έκδοση οριστικής απόφασης και τόνισαν ότι στην παρούσα υπόθεση, δεν προκύπτει τέτοιος κίνδυνος.

106.    Οι καθ’ ων η Αίτηση ότι η λειτουργία αυτή των φαρμακείων στην Αγία Νάπα είναι κατεξοχήν εποχιακή και περιορισμένης διάρκειας και πολλά από τα φαρμακεία αυτά αναστέλλουν τη λειτουργία τους κατά τους χειμερινούς μήνες. Άρα δεν προκαλείται δομική βλάβη στον ανταγωνισμό. Επίσης, μεταξύ των Καταγγελλόντων, μόνο ένας φαρμακοποιός φαίνεται να δραστηριοποιείται στο Παραλίμνι, δηλαδή σε σχετική εγγύτητα με την Αγία Νάπα ενώ οι υπόλοιποι βρίσκονται σε γεωγραφικές περιοχές εντελώς αποσυνδεδεμένες από την Αγία Νάπα και δεν φαίνεται να έχουν άμεση ανταγωνιστική σχέση με τα φαρμακεία που φέρονται να ευνοούνται από το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο.

107.    Τέλος, οι καθ’ ων η Αίτηση σημείωσαν ότι οι Αιτητές προβαίνουν σε επίκληση γενικόλογων κινδύνων από την είσοδο καθετοποιημένων λιανέμπορων (όπως υπεραγορές) στη λιανική διάθεση παραφαρμακευτικών και καλλυντικών προϊόντων, πλην όμως τέτοιοι παράγοντες υπήρχαν ανέκαθεν στις επίμαχες γεωγραφικές περιοχές και δεν συνιστούν νέα γεγονότα ή αιφνίδιο επείγον κίνδυνο. Επιπλέον, δεν τεκμηριώνεται ποσοτικά ούτε ο βαθμός επηρεασμού του ανταγωνισμού από τις πρακτικές αυτές, ούτε ο τρόπος με τον οποίο το ισχύον ωράριο λειτουργίας στην Αγία Νάπα συναρτάται άμεσα με αυτές.

108.    Η Επιτροπή, μελετώντας τις θέσεις των Αιτητών, διαπιστώνει εκ νέου ότι αυτές εστιάζονται ουσιαστικά μόνο στη ζημία που θεωρούν ότι έχουν υποστεί συνεπεία της θέσεως σε ισχύ των επίμαχων διαταγμάτων και των σχετικών αποφάσεων του Υπουργού Υγείας, χωρίς όμως να τεκμηριώνουν απτά με ποιο τρόπο και αν υφίσταται επείγουσα περίπτωση, λόγω σοβαρού κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό.

109.    Η Επιτροπή, σε αυτό το σημείο, κρίνει σκόπιμο να υπενθυμίσει ότι, σύμφωνα με τον ισχύοντα Νόμο, ο σοβαρός κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης πρέπει να αφορά τον ανταγωνισμό και όχι μόνο τα συμφέροντα των αιτούντων τα προσωρινά μέτρα. Σημειώνεται ότι στην υπό εξέταση υπόθεση οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν έδωσαν οποιαδήποτε νέα στοιχεία με τα οποία να τεκμηριώνεται το πρώτο στοιχείο, ήτοι η ανεπανόρθωτη βλάβη στον ανταγωνισμό, αντιθέτως παρέμειναν εκ νέου, όπως και στην πρώτη αίτησή τους μόνο στη ζημία που θεωρούν ότι υπέστησαν οι ίδιοι.

110.    Η Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομολογία, η επίκληση μόνο της οικονομικής ζημίας των αιτούντων δεν είναι αρκετή προς λήψη προσωρινών μέτρων, καθώς απαιτείται η απόδειξη βλάβης στον ανταγωνισμό υπό την έννοια της δομής της αγοράς. Δηλαδή, τα νέα στοιχεία που έθεσαν υπόψη της Επιτροπής οι Αιτητές θα έπρεπε να τεκμηριώνουν με συγκεκριμένο τρόπο τον κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό μέχρι την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής επί της καταγγελίας. Αυτό, όμως δεν κατέστη εμφανές από τα ενώπιον της Επιτροπής στοιχεία.

111.    Συγκεκριμένα, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν τίθεται θέμα κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό, καθότι δεν προκύπτει από τα ενώπιόν της στοιχεία οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή της δομής της αγοράς που εξετάζεται και δεν έχει παρουσιαστεί μέσα από αυτά να επέρχεται αποτέλεσμα οριστικό και μη αναστρέψιμο, εφόσον τόσο οι Αιτητές όσο και τα υπόλοιπα φαρμακεία συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται στην αγορά χωρίς να έχει αποδειχθεί άμεσος κίνδυνος δημιουργίας ανεπανόρθωτης βλάβης στη δομή της αγοράς, η οποία να πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα. Επίσης, ούτε σε αυτή τη διαδικασία της εκ νέου εξέτασης προσωρινών μέτρων, έχει αποδειχθεί με βάση τα διαθέσιμα ενώπιον της Επιτροπής στοιχεία, οποιαδήποτε βλάβη των καταναλωτών/ασθενών στην κυπριακή αγορά, συνεπεία της διαφοροποίησης του ωραρίου λειτουργίας φαρμακείων της Αγίας Νάπας έναντι των Αιτητών.

112.    Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή κρίνει ότι, από τα ενώπιόν της στοιχεία, δεν προκύπτει ότι, μέχρι τη λήψη της τελικής της απόφασης επί της καταγγελίας, υπάρχει ο κίνδυνος να επέλθει ανεπανόρθωτη βλάβη στον ανταγωνισμό, έχοντας μάλιστα υπόψη της ότι στο στάδιο εξέτασης της λήψης προσωρινών μέτρων, με βάση την προπαρατεθείσα νομολογία, το επίπεδο απόδειξης για τη στοιχειοθέτηση της ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό είναι υψηλό ούτως ώστε να μην διακινδυνεύεται αδικαιολόγητη παρέμβαση των Αρχών Ανταγωνισμού στην αγορά πριν προηγηθεί πλήρης και ενδελεχής έρευνα της υπόθεσης. 

113.    Με βάση τα παραπάνω, η Επιτροπή καταλήγει ότι δεν στοιχειοθετείται και/ή τεκμηριώνεται στη βάση των υποβληθέντων νέων στοιχείων να «συντρέχει επείγουσα περίπτωση λόγω σοβαρού κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό».

114.    Ως εκ των ανωτέρω, η Επιτροπή αποφασίζει ομόφωνα ότι η δεύτερη προϋπόθεση που τίθεται στο άρθρο 34(2) του Νόμου για την ύπαρξη επείγουσας περίπτωσης λόγω σοβαρού κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό, δεν ικανοποιείται και δεν έχει στοιχειοθετηθεί στην παρούσα υπόθεση. 

115.    Συνακόλουθα, έχοντας υπόψη ότι στην περίπτωση της έκδοσης προσωρινών μέτρων πρέπει να τηρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 34 του Νόμου, η Επιτροπή κρίνει ότι παρέλκει η περαιτέρω εξέταση για τη στοιχειοθέτηση ή μη της ευλόγως ισχυρής εκ πρώτης όψεως υπόθεσης παράβασης του Νόμου, ως οι ισχυρισμοί των καταγγελλόντων.

7. ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

116.    Η Επιτροπή, υπό το φως των όσων έχουν αναφερθεί και αναλυθεί και στηριζόμενη στα στοιχεία που βρίσκονται κατατεθειμένα στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, καθώς και στα όσα αναπτύχθηκαν από τα εμπλεκόμενα μέρη κατά την προφορική διαδικασία που πραγματοποιήθηκε στις 14/07/2025 ενώπιόν της, αλλά και τα όσα υποβλήθηκαν γραπτώς, αποφασίζει ομόφωνα ότι δεν έχουν στοιχειοθετηθεί σωρευτικά οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 34 του Νόμου για την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών μέτρων.

117.    Υπογραμμίζεται ότι στα πλαίσια της παρούσας υπό εξέταση αίτησης για λήψη προσωρινών μέτρων, η Επιτροπή δεν προβαίνει σε τελικό εύρημα, αλλά μόνο σε εκ πρώτης όψεως διαπίστωση ότι από τα στοιχεία που έχουν υποβληθεί ενώπιον της δεν φαίνεται να συντρέχει επείγουσα περίπτωση, λόγω σοβαρού κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό.

118.    Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ομόφωνα αποφασίζει να απορρίψει το αίτημα των Αιτητών για τη λήψη προσωρινών μέτρων και να ενημερώσει τα εμπλεκόμενα μέρη για την ως άνω απόφασή της.

 

 

Εύα Παντζαρή

Πρόεδρος Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού

 

 

_________________________

Άριστος Αριστείδου Παλούζας

Μέλος Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού

 

_________________________

Νεόφυτος Μαυρονικόλας

Μέλος Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού

 

 

_________________________

 

Ιωάννα Σαπίδου

Μέλος Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού

 

_________________________

 



[1] Απόφαση ΕΠΑ: 9/2025 - Καταγγελία από τα φαρμακεία ΧΑΣΣΙΑ (ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ) ΛΤΔ, ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, QUALIMED LIMITED και ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΧΟΥΒΑΡΤΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ καθώς και τους φαρμακοποιούς κα Α.Κ., κ. Π.Γ.Λ., κα Χ.Κ. και κ. Σ.Χ. εναντίον του Παγκύπριου Φαρμακευτικού Συλλόγου και του Υπουργείου Υγείας/Φαρμακευτικών Υπηρεσιών (προσωρινά μέτρα).

[3] Υπόθεση 267/86, Van Eycke, σκέψη 16 και Υπόθεση C-35/99, Arduino, σκέψη 34.

[4] Υπόθεση C-198/01 Consorzio Industrie Fiammiferi (CIF) κατά Autorità Garante della Concorrenza e del Mercato, σκ. 45-50.

Βλ. επίσης, Υπόθεση C-347/16, Balgarska energiyna borsa AD (BEB) κατά Komisia za energiyno i vodno regulirane (KEVR), της 26ης Οκτωβρίου 2017, σκ. 52-53. Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις C‑532/15 και C‑538/15, Eurosaneamientos SL and Others v ArcelorMittal Zaragoza SA and Francesc de Bolós Pi v Urbaser SA, της 8ης Δεκεμβρίου 2016, σκ. 34-35. Υπόθεση 267/86, Pascal Van Eycke κατά ASPA NV, της 21ης Σεπτεμβρίου 1988, σκ. 16. Υπόθεση C-35/96, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, της 18ης Ιουνίου 1988, σκ. 53-55. Υπόθεση 103/88, Fratelli Costanzo SpA κατά Comune di Milano, της 22ης Ιουνίου 1989, σκ. 33.

[5] Υπόθεση C-198/01, Consorzio Industrie Fiammiferi (CIF) κατά Autorita Garante della Concorrenza e del Mercato, Συλλογή της Νομολογίας 2003 I-08055, σκ. 50 seq..

[6] Βλ. παρ. 116 της Καταγγελίας ημερ. 22/11/2024.

[7] Υπόθεση C-41/90, Hofner & Elsner v. Macrotron, [1991] ECR I-1979; Υπόθεση 170/83, Hydrotherm v. Compact, [1984] ECR 2999 και υπόθεση C-118/85, Commission v. Italy [1987] ECR, I-02599.

[8] Βλ. Σύγγραμμα Λάμπρος Ε. Κοτσίρης «Δίκαιο Ανταγωνισμού» (Έκτη Έκδοση).

[9] Βλ. υπόθ. Τ-23/09, Conseil national de lOrdre des pharmaciens (CNOP), Conseil central de la section G de lOrdre national des pharmaciens (CCG) κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκ. 74, 76-77, στην οποία κρίθηκε ειδικά ο Εθνικός Σύλλογος Φαρμακοποιών της Γαλλίας ως ένωση επιχειρήσεων. Βλ. επίσης απόφαση Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού 505/VΙ/2010.

[10] Βλ. Μεταξύ άλλων υποθ. C-395/96 P και C-396/96 P Compagnie maritime belge transports SA, Compagnie maritime belge SA και Dafra-Lines A/S (CEWAL) κατά Επιτροπής Συλλογή 2000 σ. Ι- 01365, σκ. 144. Βλ. επίσης σχετικά και Λ. Κοτσίρη, Ευρωπαϊκό Εµπορικό ∆ίκαιο, 2003, σελ. 398-399.

[11] Βλ. συνεκδ. υποθ. Τ-25/95, Τ-26/95, Τ-30/95 έως Τ-32/95, Τ-34/95 έως Τ-39/95, Τ-42/95 έως Τ-46/95, Τ-48/95 έως Τ-65/95, Τ-68/95 έως Τ-71/95, Τ-87/95, Τ-88/95, Τ-103/95 και Τ-104/95, Cimenteries CBR SA κ.ά. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000 σ. ΙΙ-491, σκ. 1320.

[12] Βλ. Απόφαση Ευρωπαϊκής Επιτροπής 96/438/ΕΚ, FENEX, σκ. 31 και Alison Jones, EC Competition Law, 2011, σελ. 168 επ. Βλ. επίσης Cass. com., 07.07.2011, no 10-12.038, F-D, Conseil national de l’ordre des Chirurgiens-dentistes et alii : JurisData no 2011-011197.

[13] Βλ. ενδεικτικά υποθ. C- 209-215/78, Van Landewyck κατά Επιτροπής, σκ. 87-88, C-96επ/82, ΙΑΖ κατά Επιτροπής, σκ. 19-20 και C-246/86, Belasco κατά Επιτροπής, σκ. 2,65, απόφ. ∆ΕφΕθ 1001/2006 σκ. 16, 20 και απόφαση Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού 277/IV/2005, σελ. 28.

[14] Βλ. μεταξύ άλλων απόφαση Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού 512/VI/2010, παρ. 108 επ. και τις εκεί παραποµπές. Βλ. επίσης υπόθ. C-309/99, Συλλ. Σελ. Ι-1577, σκ. 64-65, συνεκδ. αποφ. T-213/95 και T-18/96 SCK και FNK κατά Επιτροπής, σκ. 170. Απόφαση Ευρωπαϊκής Επιτροπής 96/438/ΕΚ, FENEX, L 181/28, σκ. 41 και απόφαση Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού 292/IV/2005.

[15]  Δημήτρης Τζουγανάτος, Το Δίκαιο του Ελεύθερου Ανταγωνισμού, Νομική Βιβλιοθήκη, 2013, σελ.198

[16] Υπόθεση C‑413/13 FNV Kunsten Informatie en Media κατά Staat der Nederlanden, ημερομηνίας 4/12/2014, παρ.27.

[17] Ibid παρ. 28.

[18] Βλ. υποσ. 1.

[19] Βλ. σχετικά Υπόθ. C- 343/ 95, Diego Cali & Figli SrL v Servizi Ecologici Porto di Genova Spa, ECLI:EU:C:1997:160; Υπόθ. C- 364/ 92, SAT Fluggesellschaft mbH v Eurocontrol, ECLI:EU:C:1994:7; Υπόθ.  C-113/07P, SELEX Sistemi Integrati SpA/Επιτροπή, ECLI:EU:C:2009:191.

[20] Case AT 40608 Commission Decision of 16/10/2019 relating to a proceeding under Article 102 of the Treaty on the Functioning of the European Union, article 54 of the EEA Agreement and Article 8 of the Council Regulation (EC) No 1/2003 of 16 December 2002 on the implementation of the rules on competition laid down in articles 81 and 82 of the Treaty.

[21] Βλ. Προσφυγή υπ’ αρ. 790/2005: Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. 1. Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού, 2. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού.

[22] Προσφυγή υπαρ. 494/2001: L.I.A. Soundtech Car & Home Solutions Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία.

[23] Βλ. υποσ. 1.

[24] Βλ. Απόφαση Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού Αρ. 297/IV/2006, σελ.5, σκ. Ι.2. Απόφαση Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού Αρ. 368/V/2007, ασφαλιστικά μέτρα «Καταγγελία της εταιρείας "ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ ΦΛΩΡΑΣ KOSMOS - ΜΑΡΙΑ ΦΛΩΡΑ Ε.Π.Ε." κατά της εταιρείας "ΑΠΟΛΛΩΝ" ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ», σημείο 3.2. βλ. και Υπόθεση C-792/79 R, Camera Care Ltd κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Προσωρινά μέτρα) Συλλογή της Νομολογίας 1980 σελίδα 00119, σκ. 19. Υπόθεση Τ-44/90, La Cinq, σκ. 29.

[25] Βλ. Απόφαση Ευρωπαϊκής Επιτροπής 94/19/ΕΚ, Stena, σκ. 79 και Απόφαση Ευρωπαϊκής Επιτροπής 2003/741/ΕΚ, NDC Health/IMS Health, σκ. 15-17.

[26] Απόφαση Ευρωπαϊκής Επιτροπής 83/462/ΕΟΚ, ECS/AKZO, σκ. 35.

[27]  Βλ. Απόφαση Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού Αρ. 297/IV/2006, σελ. 5-6, σκ. Ι.2.. Απόφαση Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού Αρ. 368/V/2007, σκ. 3.3. Βλ. επίσης Υπόθεση C-792/79 R, Camera Care, σκ. 19. Απόφαση Ευρωπαϊκής Επιτροπής 2002/165/ΕΚ, NDC/IMS, σκ. 40, καθώς και Υπόθεση Τ-44/90, La Cinq, σκ. 77, 79.

[28] Βλ. Απόφαση Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού Αρ. 653/2017, σελ. 18-19, σκ. 48-49.

[29] Βλ. Υπόθεση, Moyo & Another v Republic (1988) 3 C.L.R. 1203.

[30] Υπόθεση T-44/90, La Cinq SA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελ. II-00001, σημείο 29, παρ. 79-80.

[31] Απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Υπόθεση υπ’ αριθμό 67/1989, Saint Dominion Estates Ltd και άλλος v Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών και Λειτουργού Μετανάστευσης.