ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολ. Έφεση Αρ.: 239/2023)
30 Δεκεμβρίου 2025
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
Α. Α.
Εφεσείων
v.
Κ. Χ.
Εφεσίβλητης
--------------------
Λ. Βραχίμης, για Ελένη Βραχίμη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. για Εφεσείοντα
Δ. Παπαχρυσοστόμου, για Δημήτρης Παπαχρυσοστόμου Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσίβλητη
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Ο Εφεσείων, πρωτοδίκως Καθ’ ου σε αίτηση περιουσιακών διαφορών, εφεσιβάλλει με εννέα λόγους την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 3.8.23, με την οποία διαπίστωσε αύξηση της περιουσίας του κατά €240.366, οπότε επεδίκασε το εν τρίτον αυτής, ήτοι ποσόν €80.122 υπέρ της πρώην συζύγου του, Εφεσίβλητης, πρωτοδίκως Αιτήτριας και παράλληλα απέρριψε την Ανταπαίτηση του επί τω ότι δεν απέδειξε αύξηση της περιουσίας της Εφεσίβλητης.
Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν ενόρκως από τη μια πλευρά η ίδια η Εφεσίβλητη και από την άλλη πλευρά ο κτηματολογικός λειτουργός Α. Τσίγκης (Μ.Υ.1), ο ανώτερος τεχνικός του Δήμου Λευκωσίας (Μ.Υ.2), ο προϊστάμενος Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ν. Σωκράτους (Μ.Υ.3), ο Εφεσείων (Μ.Υ.4), ο επιμετρητής ποσοτήτων Α. Αδαμίδης (Μ.Υ.5), ο εκτιμητής ακινήτων Κ. Αθηνοδώρου (Μ.Υ.6) και ο γιος των διαδίκων (Μ.Υ.7).
Η πρωτόδικη Δικαστής, πριν από οποιαδήποτε αξιολόγηση, υπέδειξε ότι κατά τη θέση της Εφεσίβλητης συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία συνιστούσαν την αύξηση της περιουσίας του Εφεσείοντος. Επρόκειτο για (α) το ½ του ακινήτου «Α479», (β) τα ακίνητα στην Πλατανιστάσα, (γ) τα αυτοκίνητα του, (δ) τις τραπεζικές καταθέσεις και (ε) τις ασφαλιστικές συμβάσεις προς όφελος του. Όσον αφορά τις αξίες τους κατά την ημερομηνία της διάστασης, εν σχέσει με τα τρία πρώτα περιουσιακά στοιχεία είχαν δηλωθεί παραδεκτά γεγονότα ενώ για τα δυο τελευταία είχε προβεί σε δηλώσεις ο Εφεσείων, στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης περιουσίας, την οποία βάσει διατάγματος είχε καταχωρίσει (30.9.14). Παρεπόμενη θέση της Εφεσίβλητης ήταν πως τα πιο πάνω περιουσιακά στοιχεία είχαν αποκτηθεί με τη δική της συνεισφορά κατά το ήμισυ.
Βασιζόμενη στα πιο πάνω, ήτοι τόσο στις παραδεκτές όσο και στις αποκαλυφθείσες αξίες, η πρωτόδικη Δικαστής κατέληξε ότι η συνολική περιουσία του Εφεσίβλητου κατά την επέλευση της διάστασης ήταν αξίας €297.778, η οποία αναλύεται αντίστοιχα σε (α) €210.000 αξία του ½ μεριδίου στο ακίνητο Α479, (β) €17.000 αξία των ακινήτων στην Πλατανιστάσα, (γ) €12.000 αξία των εννέα αυτοκινήτων, (δ) €45.251 ύψος των τραπεζικών καταθέσεων και (ε) €13.527 αξία των ασφαλιστηρίων.
Ειδικά για τις τραπεζικές καταθέσεις, ας διευκρινιστεί πως το συνολικό ποσόν προέκυπτε από έξι λογαριασμούς και ότι για τρεις εξ αυτών, οι οποίοι ήταν κοινοί με άλλα πρόσωπα (ήτοι με τον γιο, τον πεθερό και την Εφεσίβλητη, αντίστοιχα), το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπ’ όψιν μόνο το ήμισυ της κάθε κατάθεσης ως περιουσία του Εφεσείοντος. Αυτό δηλαδή ίσχυσε και για τον ένα λογαριασμό τον οποίο οι ίδιοι οι διάδικοι διατηρούσαν από κοινού, με την περαιτέρω δοθείσα διευκρίνιση ότι η Εφεσίβλητη, στη μαρτυρία της, είχε δεχθεί πως μετά τη διάσταση απέσυρε όλο το ποσό και εξόφλησε με €12.000 «το χρέος του σπιτιού», με €21.450 «το χρέος του Καθ’ ου» και κράτησε η ίδια €4.500 (αν και το άθροισμα αυτών δεν ισούται με το ποσό των €39.168, που ήταν η κατάθεση). Εξαιτίας αυτού το πρωτόδικο Δικαστήριο, πίστωσε ως περιουσιακό στοιχείο προς όφελος του Εφεσείοντος το ποσό των €19.584, που ήταν το ήμισυ της συγκεκριμένης κατάθεσης κατά τη διάσταση (το οποίο εν συνεχεία αφαίρεσε προς εξεύρεση της αύξησης ως εξηγείται κατωτέρω).
Ακολούθως το πρωτόδικο Δικαστήριο αφαίρεσε από την αξία της περιουσίας αφενός ένα προσωπικό δάνειο του Εφεσείοντος με υπόλοιπο €25.982 και αφετέρου το ήμισυ κοινού δανείου που είχαν με την Εφεσίβλητη, ήτοι το αναλογούν στον ίδιο μερίδιο στο χρέος, ύψους €11.846. Αφαιρεθέντων των δύο αυτών χρεωστικών ποσών, κατέληξε ότι η καθαρή αύξηση της περιουσίας του Εφεσείοντος ήταν €259.950 (297.778 – 37.828). Περαιτέρω η πρωτόδικη Δικαστής έκρινε εύλογο να αφαιρέσει και το ποσό των €19.584, το οποίο ήταν το ήμισυ της προαναφερθείσας κοινής τραπεζικής κατάθεσης του ζεύγους, οπότε εξήγαγε ως καθαρή αύξηση της περιουσίας του το ποσό των €240.366 (259.950 – 19.584). Δεν δόθηκε πρωτοδίκως εξήγηση αλλά εικάζουμε πως η αφαίρεση έγινε επειδή μέρος του ποσού χρησιμοποιήθηκε για χρέος του Εφεσείοντος, το οποίο υφίστατο κατά τη διάσταση.
Στο σημείο αυτό, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε την εισήγηση του Εφεσείοντος ότι η Εφεσίβλητη όχι μόνο δεν απέδειξε συνεισφορά πέραν του νομοθετικού τεκμηρίου (1/3) αλλά δεν απέδειξε οποιαδήποτε συνεισφορά και κατέληξε σε σχέση με την Απαίτηση της ως εξής:
«Δεν γίνεται αποδεκτή η θέση του καθ'ου η αίτηση. Η αιτήτρια δεν απέδειξε με τη μαρτυρία της ότι είχε άμεση συνεισφορά στην απόκτηση της επίδικης περιουσίας συνολικού ποσού €240.366. Λαμβάνω όμως υπόψη την εργασία της στο συνεταιρισμό από το 1997 μέχρι τον Ιούλιο 2010, χρόνο που ανέφερε στο δικόγραφο της, άσχετα αν το εισόδημα της ήταν ΛΚ200 ή €200, σημασία έχει ότι συνεισέφερε με τα καθήκοντα της στη λειτουργία του συνεταιρισμού, καθήκοντα που δέχτηκε ο καθ'ου η αίτηση. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη το γεγονός ότι αρχικά διέμεναν με τους γονείς της στην κατοικία τους, στη συνέχεια σε κατοικία που της μεταβίβασαν οι γονείς της και είχαν οικονομική βοήθεια από τους γονείς της, κατέθεσε ο καθ'ου η αίτηση και ο γιος τους ότι μαγείρευε η μητρική γιαγιά. Καθώς και ότι η αιτήτρια φρόντιζε την οικογένεια της. Δεν με ικανοποίησε η μαρτυρία του καθ'ου η αίτηση και του γιου των διαδίκων ότι η αιτήτρια «δεν μαγείρευε» και «δεν καθάριζε την κατοικία». Εύλογο είναι ότι η φροντίδα μιας κατοικίας και των μελών της οικογένειας με όλα όσα περιλαμβάνει δεν μπορεί να γίνει με τη βοήθεια οικιακής βοηθού μία φορά την εβδομάδα.
Αξιολογώντας τη μαρτυρία της αιτήτριας στην απόκτηση της επίδικης περιουσίας του καθ'ου η αίτηση δεν μπορεί να εξευρεθεί με πραγματικό υπολογισμό η συνεισφορά της. Συνεπώς εφαρμόζεται το τεκμήριο του άρθρου 14(2) του Νόμου».
Στηριζόμενη στις υποθέσεις Θεωρή ν. Χρυσοστόμου (2003) 1 Α.Α.Δ. 386, Βασιλείου ν. Βασιλείου (2012) 1 Α.Α.Δ. 279 και Σταυρινού ν. Στυλιανού, Έφεση αρ. 18/2017, ημερ. 7.5.20, η πρωτόδικη Δικαστής κατέληξε ότι η συνεισφορά της Εφεσίβλητης είναι το εν τρίτον της αύξησης, ήτοι το ποσό των €80.122, για το οποίο στην πορεία εξέδωσε απόφαση υπέρ της.
Εξετάζοντας την Ανταπαίτηση, το πρωτόδικο Δικαστήριο, σημείωσε ότι η αξίωση του Εφεσείοντος αφορούσε την αύξηση της περιουσίας της Εφεσίβλητης «ως προς την αύξηση της αξίας της ισόγειας και της ανώγειας κατοικίας λόγω των εργασιών που έγιναν» και ότι κατά την εισήγηση η εν λόγω αύξηση ήταν €72.000, ως υποστήριξε ο Μ.Υ.6. Όσον αφορά το ήμισυ της κοινής τραπεζικής κατάθεσης, σημείωσε πως αυτό αποφασίστηκε στο πλαίσιο εξέτασης της απαίτησης της Εφεσίβλητης.
Ως προς την κοινή αυτή κατάθεση δηλαδή το πρωτόδικο Δικαστήριο φαίνεται να δέχθηκε ότι η Εφεσίβλητη με το δικό της μερίδιο (των €19.584), είχε συμβάλει στην εξόφληση του δανείου του Εφεσείοντος, εξόφλησε άλλο δάνειο του σπιτιού και κράτησε μόνο €4.500. Παραγνώρισε βέβαια τη μαρτυρία της Εφεσίβλητης (α) ότι το χρέος του σπιτιού κατά τη διάσταση ήταν μόνο €4.572, (β) ότι το ποσό των €12.000 το έδωσε για εξόφληση άλλου δανείου το οποίο συνήψε η ίδια στις 28.3.11, ήτοι μετά τη διάσταση και (γ) ότι εν πάση περιπτώσει τής απέμεινε στην πραγματικότητα ποσόν €5.718 (39.168 - €33.450), από τη συνολική κοινή κατάθεση, το οποίο ήταν ένα περιουσιακό στοιχείο (που, αν μη τι άλλο έπρεπε να συνεξεταστεί).
Εν πάση περιπτώσει, το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε ότι ο Εφεσείων στηρίζει την ανταπαίτηση του στις μαρτυρίες του επιμετρητή (Μ.Υ.5) και του εκτιμητή (Μ.Υ.6). Έκρινε δε πως αυτές οι μαρτυρίες δεν είναι αιτιολογημένες και ότι από αυτές δεν μπορούν να εξαχθούν βάσιμα και ασφαλή συμπεράσματα ως προς την αξία του επίδικου διώροφου ακινήτου (ισόγειο, ανώγειο) κατά τη διάσταση. Προσέθεσε δε τα εξής:
«Αναφορικά με τη μαρτυρία του Μ.Υ.5 και το Τεκμήριο 23 επισημαίνεται ότι έγινε επιτόπια επιθεώρηση του ακινήτου όμως εισήλθε μόνο στην ισόγεια κατοικία και δεν εισήλθε στην ανώγεια κατοικία. Η μαρτυρία του και το έγγραφο του, Τεκμήριο 23, στο οποίο καταγράφει τις εργασίες στο χρόνο που έγιναν και ποσό κόστους, δεν πείθουν ως προς την ακρίβεια τους. Η μαρτυρία του κλονίστηκε αντεξεταζόμενος (sic) καθώς και από την απάντηση του σε ερώτηση του Δικαστηρίου, κατά πόσο ως επιμετρητής ποσοτήτων δικαιούται να προβαίνει και σε εκτιμήσεις των αντικειμένων που ανέφερε πέραν των οικοδομικών υλικών. Απάντησε ότι έχει δικαίωμα σε ο,τιδήποτε (sic) αφορά το οικοδομικό κόστος και όχι για έπιπλα και οικιακές συσκευές και για τα τελευταία προέβηκε σε εκτίμηση «από εμπειρία».
Ακολούθως η μαρτυρία του Μ.Υ.6 και το Τεκμήριο 28 που κατέθεσε το οποίο στηρίχθηκε στο Τεκμήριο 23 δεν πείθουν ως προς την αντικειμενικότητα τους. Αναφέρεται στο Τεκμήριο 28 ότι η εκτίμηση βασίστηκε στα στοιχεία του Τεκμήριου 23 «τα οποία έχουν θεωρηθεί ως ορθά». Αναφέρεται επίσης ότι έγινε επιτόπια επιθεώρηση του επίδικου ακινήτου και ολοκληρωμένη επιθεώρηση της ισόγειας κατοικίας εσωτερικά και εξωτερικά. Για την ανώγεια κατοικία έγινε μόνο εξωτερική επιθεώρηση αφού δεν επιτράπηκε η είσοδος σε αυτή. Αναφέρεται «Σημειώνεται ότι αυτό αποτελεί παρέκκλιση των συνηθισμένων διαδικασιών για επιθεώρηση ακινήτων για εκτίμηση σύμφωνα με τους κανονισμούς του 'RICS' και η τελική εκτίμηση πιθανόν να ήταν διαφορετική, εάν γινόταν και εσωτερική επιθεώρηση του ακινήτου. Η παρούσα εκτίμηση γίνεται αυστηρώς με αυτή την επιφύλαξη».
Αναφέρεται στην προφορική μαρτυρία του πως προέβηκε «σε υπόθεση» όσο αφορά την ανώγεια κατοικία, αφού δεν εισήλθε σε αυτή, ότι προσομοιάζει με την ισόγεια.
Η μαρτυρία του Μ.Υ.6 δεν πείθει αφού στηρίχθηκε στη μαρτυρία του Μ.Υ.5 και στο έγγραφο που ετοίμασε και για το λόγο ότι η μαρτυρία του δεν μπορεί να βασίζεται σε «υπόθεση» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, αλλά σε πραγματικά γεγονότα ώστε να μπορούν να διαπιστωθούν με βάση την έκθεση εκτίμησης βάσιμα και ασφαλή συμπεράσματα».
Βάσει των πιο πάνω η πρωτόδικη Δικαστής κατέληξε με αναφορά στην υπόθεση Β.Φ. ν. Ε.Α., Έφεση αρ. 8/2022, ημερ. 16.3.23, ότι ο Εφεσείων δεν απέδειξε την αύξηση της περιουσίας της Εφεσίβλητης, οπότε απέρριψε την Ανταπαίτηση του.
Γενικές Αρχές
Τη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου στην Ελλάδα κατά το 1983, ακολούθησε μετά από λίγα χρόνια και η μεταρρύθμιση της αντίστοιχης Κυπριακής νομοθεσίας. Το πρώτο βήμα έγινε το 1989, με την πρώτη τροποποίηση του Συντάγματος (Ν.95/89) και εν συνεχεία το 1990, με νόμους σχετικούς με τον πολιτικό γάμο (Ν.21/90), το διαζύγιο (Ν.22/90), την ίδρυση οικογενειακών δικαστηρίων (Ν.23/90) και τις σχέσεις γονέων και τέκνων (Ν.216/90). Το επόμενο έτος θεσπίστηκε ο περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Ν.232/91, ο οποίος επίσης υιοθέτησε παρόμοιες, με το ελληνικό δίκαιο, λύσεις σε βασικά ζητήματα. Εξηγείται σχετικά στην Παπαϊωάννου ν. Παπαϊωάννου (2000) 1(Α) Α.Α.Δ. 656 ότι τα Άρθρα 14 και 15 του εν λόγω ημεδαπού νόμου αναπαραγάγουν τα αντίστοιχα άρθρα του Ελληνικού Αστικού Κώδικα (ΑΚ 1400, 1401).
Βασικά, μεταξύ των δύο ακραίων συστημάτων εν σχέσει με την περιουσία κατά τον γάμο, ήτοι αφενός του συστήματος της γενικής κοινοκτημοσύνης (εξ ημισείας σε όλα) και αφετέρου του συστήματος της περιουσιακής αυτοτέλειας, ο ημεδαπός νομοθέτης υιοθέτησε, με το Άρθρο 13, την περιουσιακή αυτοτέλεια των συζύγων αλλά αυτό σε συνδυασμό με την πρόνοια του Άρθρου 14, δια του οποίου αναγνωρίζεται η «αξίωση συμμετοχής», του ενός συζύγου στην «περιουσιακή επαύξηση» του άλλου συζύγου, δηλαδή το δικαίωμα του ενός συζύγου να εγείρει αγωγή απαιτώντας να τού αποδοθεί το μέρος της αύξησης «το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή». Όπως εξηγείται στην Παπαϊωάννου (ανωτέρω), με αναφορά σε ελληνικά συγγράμματα, η φιλοσοφία πίσω από αυτό είναι ότι με το πέρας του γάμου κάθε σύζυγος θα πρέπει να αμείβεται για ό,τι πραγματικά έχει συνεισφέρει, ήτοι στον κάθε σύζυγο θα πρέπει να δίδεται κάποιο αντάλλαγμα ανάλογο με τις υπηρεσίες ή τις θυσίες ή άλλες παροχές τις οποίες προσφέρει ή την εν γένει συμβολή ή άλλως τη συνεισφορά του στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου.
Η νομολογία μας εξαρχής κατέστησε σαφές ότι αντικείμενο διαμοιρασμού είναι η ίδια η τυχόν αύξηση της περιουσίας κάποιου εκ των συζύγων (ή και των δύο). Αυτό ήταν το νόημα του λεχθέντος στην Ορφανίδης ν. Ορφανίδη (1998) 1(Α) Α.Α.Δ. 179 ότι «το άρθρο 14 καθιδρύει αυτοτελή και περιεκτικό κώδικα, για το μερισμό της αύξησης της περιουσίας εκατέρου των συζύγων». Η απόκτηση μεριδίου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου είναι ευθέως ανάλογη με την ύπαρξη αντίστοιχης συμβολής στην αύξηση της. Εξ ου και όπως εξηγείται στην Ορφανίδης (ανωτέρω): «[Τ]ο πρώτο που τυγχάνει εξακρίβωσης είναι η αύξηση της περιουσίας του συζύγου ώστε να διαπιστωθεί το αντικείμενο του πιθανού διαμοιρασμού. […] Το δεύτερο θέμα που εξετάζεται είναι κατά πόσο ο έτερος των συζύγων συνεισέφερε στην αύξηση άμεσα ή έμμεσα και το τρίτο, ο καθορισμός της συνεισφοράς. Αν η μαρτυρία δεν είναι καταληκτική ως προς την έκταση της συνεισφοράς, υπεισέρχεται το τεκμήριο που δημιουργεί το Άρθρο 14(2) του Νόμου».
Στην ουσία η οικονομική αποτίμηση της συνεισφοράς συσχετιζόμενη με την περιουσιακή επαύξηση οδηγεί στην εξεύρεση του ποσοστού (συνεισφοράς), το οποίο καταδεικνύει πλέον το μερίδιο το οποίο δικαιούται ο διεκδικών σύζυγος στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου. Αυτό το οποίο αναζητείται είναι το τυχόν μερίδιο της αύξησης το οποίο οφείλεται αιτιωδώς σε συνεισφορά του άλλου συζύγου. Αναφέρεται σχετικά στην Παπαϊωάννου (ανωτέρω) ακριβώς πως «[Η] σημασία της "συνεισφοράς" στο πλαίσιο του νόμου, έγκειται στην εξάρτηση από αυτή του μέρους της όποιας αύξησης οφείλεται σ’ αυτή. Αποτελεί την προϋπόθεση για την γέννηση δικαιώματος και τον παράγοντα για τον καθορισμό της έκτασής του. Τεκμαίρεται βέβαια ότι σε κάθε γάμο υπάρχει τέτοια συνεισφορά και ότι αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης αλλά το τεκμήριο είναι μαχητό …». Προστίθεται στην ίδια απόφαση πως με δεδομένη την όποια συνεισφορά, είτε κατά το τεκμήριο είτε κατά την όποια μαρτυρία, δημιουργείται δικαίωμα για απαίτηση. Πρόκειται για την αναφερόμενη στον πλαγιότιτλο του Άρθρου 14 «αξίωση συμμετοχής».
Σε σχέση με τη «σύγκριση περιουσιών» και τον εντοπισμό πιθανής αύξησης, στην υπόθεση Μαθηκολώνη-Πουργουρίδου ν. Σαββίδη, Έφεση αρ. 2/2019, ημερ. 20.12.21 τονίστηκε ότι: «Για τον υπολογισμό της αύξησης της περιουσίας πρέπει να συγκριθεί η περιουσία του συζύγου κατά τον επίδικο χρόνο, η αρχική δηλαδή περιουσία και η περιουσία κατά τη διάσταση, η τελική. Η προκύπτουσα μεταξύ των δύο χρονικών σημείων διαφορά, συνιστά την επαύξηση. Ως αρχική περιουσία θεωρείται η «καθαρή» περιουσία (δηλαδή αυτή που απομένει μετά την αφαίρεση του παθητικού από το ενεργητικό της) η οποία υπήρχε κατά το χρόνο της τέλεσης του γάμου (Οικογενειακό Δίκαιο – Έφη Κουνουγέρη-Μάνωλεδάκη, Τόμος Ι, Τρίτη Έκδοση σελ. 249), ή αφού υφίστατο η προοπτική του».
Για το ίδιο θέμα και ως συνέχεια των πιο πάνω αρχών, στο σύγγραμμα «Οικογενειακό Δίκαιο», Απόστολος Σ. Γεωργιάδης, Δ΄ έκδοση (2025), σ. 207 προστίθεται: «Ωστόσο, αν ο υπόχρεος σύζυγος δεν είχε καθόλου περιουσία κατά την τέλεση του γάμου ή η αξίωση συμμετοχής περιορίζεται και επικεντρώνεται σε συγκεκριμένα περιουσιακά αντικείμενα (π.χ. αφορά αποκλειστικά συγκεκριμένο ακίνητο που αγόρασε ο ένας σύζυγος με χρήματα του άλλου συζύγου), δεν χρειάζεται να γίνει σύγκριση της αρχικής και της τελικής περιουσίας του εναγομένου, αλλά η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία των αντικειμένων αυτών. Ο εναγόμενος όμως μπορεί να προβάλει με ένσταση τον ισχυρισμό ότι από τα εν λόγω περιουσιακά αντικείμενα δεν επήλθε πράγματι αύξηση της περιουσίας του, διότι π.χ. αυτός είχε μεγαλύτερη αρχική περιουσία. Ούτως ή άλλως, η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που διαφοροποιούν την τελική περιουσία αποτελεί βάση ένστασης που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Για παράδειγμα, αφαιρείται από την τελική περιουσία το μέρος δανείου που παραμένει ανεξόφλητο κατά τη λύση του γάμου» (βλ. και Α.Μ. ν. Κ.Α., Έφεση αρ. 21/2020, ημερ. 26.2.24).
Εξηγείται στο προαναφερθέν σύγγραμμα «Οικογενειακό Δίκαιο» (σ. 219) ότι η συνεισφορά πρέπει να έχει γίνει κατά τη διάρκεια του γάμου και δύναται να έχει πραγματοποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, εκούσια ή ακούσια, υλικά ή ηθικά, σε βάθος χρόνου ή σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ειδικότερα, η συμβολή είναι δυνατόν να επήλθε: (1) με παροχή υπηρεσιών στο επάγγελμα ή για την αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών, (2) με προσωπική εργασία στο σπίτι και ανατροφή των παιδιών, ώστε ο άλλος σύζυγος να ασκεί απερίσπαστος το επάγγελμά του, (3) με την παροχή χρήσης πράγματος (π.χ. οικίας), ανεξάρτητα από το αν ο δικαιούχος σύζυγος είναι και κύριος του πράγματος ή όχι (π.χ. το ζεύγος διέμενε σε οικία των γονέων του δικαιούχου), (4) με την παροχή κεφαλαίου (π.χ. εισφορά χρήματος, σύναψη δανείου και αντίστοιχη εκταμίευση του ποσού κ.λπ.), (5) με την ψυχική τόνωση ή ηθική ενθάρρυνση σε δύσκολες στιγμές, (6) με τη δημιουργία αρμονικού οικογενειακού κλίματος, (7) με μόνη την έγγαμη ιδιότητα (π.χ. όφελος επειδή ο δικαιούχος του οφέλους ήταν έγγαμος) ή και με συνδυασμό των πιο πάνω. Όπως καταληκτικά τονίζεται, η έννοια της συμβολής είναι ευρύτατη και καλύπτει κάθε μορφή παροχής βοήθειας στην επαγγελματική και στην επιχειρηματική δράση του άλλου συζύγου, αναλόγως των εκάστοτε οικογενειακών αναγκών.
Λόγοι Έφεσης
Με τους λόγους έφεσης ο Εφεσείων προβάλλει κατά σειράν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο: (1) Εσφαλμένα απέρριψε τη μαρτυρία του επιμετρητή, (2) Εσφαλμένα απέρριψε συνολικά τη μαρτυρία του εκτιμητή, (3) Εσφαλμένα ενεπλάκη στη διαδικασία υποβάλλοντας καθοριστικές ερωτήσεις, (4) Εσφαλμένα αποφάσισε ότι ο Εφεσείων δεν απέδειξε την αξία του διώροφου κτηρίου, (5) Δεν προέβη σε δίκαιη, ορθή και πλήρη καταγραφή της μαρτυρίας, (6) Με την απόφαση του έχει παραβιάσει τα δικαιώματα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη και δίκαιης δίκης, (7) Εσφαλμένα δεν απέδωσε στον Εφεσείοντα θεραπεία αναφορικά με την αύξηση της περιουσίας της Εφεσίβλητης κατά το ήμισυ της κοινής τραπεζικής κατάθεσης, (8) Εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Εφεσίβλητη είχε οποιαδήποτε συνεισφορά στην αύξηση της περιουσίας του Εφεσείοντος και (9) Παρέλειψε να προβεί σε αξιολόγηση και σε ευρήματα σε σχέση με τη μαρτυρία του Εφεσείοντος.
Η άλλη πλευρά συμπεριέλαβε στην Ειδοποίηση Εφεσίβλητης (Αντέφεση) δύο πρόσθετους λόγους για τους οποίους επιθυμούσε να επικυρωθεί η απόφαση. Εξ αυτών τελικά προώθησε μόνο τον Πρώτο Πρόσθετο Λόγο Επικύρωσης, υποστηρίζοντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να απορρίψει την ανταπαίτηση χωρίς καν να την εξετάσει, διότι δεν περιλαμβάνεται σε αυτή νομική βάση.
Σε σχέση με την πρωτόδικη αξιολόγηση της μαρτυρίας, αρκούμαστε στο να σημειώσουμε ότι όντως ήταν συνοπτική ενώ θα αναμένετο περαιτέρω ανάλυση και αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων. Είναι δε ενδεικτικό πως πράγματι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εφεσείοντος. Είναι γνωστή η αρχή ότι γενικές αναφορές δεν είναι αρκετές (Χρίστου ν. Fairways Larnaca Ltd (2005) 1 Α.Α.Δ. 300, Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1 Α.Α.Δ. 1238).
Παραθέσαμε τα πιο πάνω εν είδει εισαγωγής και ως άμεσα σχετιζόμενα με ένα άλλο, πολύ πιο σοβαρό ζήτημα στην υπόθεση. Πρόκειται συγκεκριμένα για τις αλλεπάλληλες και εκτεταμένες αναφορές των δύο συζύγων σε καταδολίευση των δημοσίων προσόδων (Φόρου Εισοδήματος, Φ.Π.Α.), με τη μέθοδο των ψευδών δηλώσεων και αδήλωτων εισοδημάτων, τα αποκαλούμενα και από τους δύο ως «μαύρα» χρήματα. Το ζήτημα ενέχει ιδιαίτερη σημασία διότι, αναλόγως των εκάστοτε περιστάσεων, το εκδικάζον Δικαστήριο, θα πρέπει να αρνείται τη χρήση τέτοιας μαρτυρίας. Όπως πολύ χαρακτηριστικά και εμπεριστατωμένα τέθηκε το όλο θέμα στην Ορφανίδου ν. Ορφανίδη (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1889:
«Το επίδικο θέμα σχετίζεται με θέμα δημόσιας πολιτικής και δημοσίου συμφέροντος. Πρόκειται για παραδοχή καταδολίευσης των δημοσίων προσόδων. Αποτελεί νομίζουμε θέμα ύψιστης δημόσιας πολιτικής όπως όλοι οι πολίτες συμμορφώνονται πλήρως με τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Καταδολίευση των δημόσιων προσόδων όχι μόνο αντιστρατεύεται τη δημόσια πολιτική αλλά είναι αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον. Τα δικαστήρια έχουν καθήκον να διασφαλίσουν την δημόσια πολιτική. Η χρησιμοποίηση της επίδικης μαρτυρίας θα ισοδυναμούσε με χορήγηση ασυλίας στην παρανομία πορεία που αντιστρατεύεται τη διασφάλιση του Κράτους Δικαίου. Θα ισοδυναμούσε, επίσης, με ενθάρρυνση της καταδολίευσης των δημοσίων προσόδων και θα επέτρεπε στους παρανομούντες να επωφεληθούν από την παρανομία τους. Κρίνουμε επομένως ότι ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έχει ενεργήσει επί της επίδικης μαρτυρίας».
(έμφαση δοθείσα)
Η βασική αρχή λοιπόν είναι πως ως θέμα δημόσιας πολιτικής δεν χρησιμοποιείται τέτοια μαρτυρία. Παρότι το όλο ζήτημα δεν ταυτίζεται επακριβώς, ως θέμα υποβάθρου γεγονότων, με τις περιπτώσεις παράνομων συμφωνιών, εντούτοις η εφαρμοζόμενη αρχή είναι η ίδια, σε σχέση με την υποχρέωση ενός Δικαστηρίου για εξέταση του θέματος αυτεπαγγέλτως. Αρχή η οποία ισχύει και για το ίδιο το Εφετείο, αφού όπως τονίζεται στην Ιωάννου κ.ά. ν. Μουσκάλλη κ.ά. (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1595:
«Η αυτεπάγγελτη εξέταση από το Δικαστήριο παρανομίας που παρουσιάζεται ενώπιόν του αποτελεί δικαστικό καθήκον, το οποίο απορρέει από την εγγενή φύση της λειτουργίας του ως φύλακας της εφαρμογής του νόμου, που είναι ο πυρήνας της δικαστικής λειτουργίας.
…………………………………………………………………………………….
Ενόψει των ανωτέρω κρίνουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε, εφόσον διαπίστωσε την παρανομία, στη βάση μάλιστα της μαρτυρίας που προσκόμισαν οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι, να αρνηθεί θεραπεία και να απορρίψει την αγωγή τους. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Snell v. Unity Finance Ltd, (ανωτέρω) όταν διαπιστώνεται από το Δικαστήριο παράνομη συναλλαγή, το Δικαστήριο οφείλει αυτεπάγγελτα να επιληφθεί του θέματος με τον ίδιο τρόπο που αυτεπάγγελτα επιλαμβάνεται έλλειψη δικαιοδoσίας: βλ. την απόφαση του Δικαστή Diplock στη σελ.60(D), όπου είπε τα εξής:
"It is clear rule of public policy that such points should be taken by the court irrespective of the wishes of the parties and, if not taken by the judge at trial, should be taken of its own initiative by an appellate court"».
(έμφαση δοθείσα)
Στην παρούσα υπόθεση, το κοινό υπόβαθρο γεγονότων άρχιζε από τον Σεπτέμβριο του 1986. Ο Εφεσείων, ιδιωτικός υπάλληλος, γνώρισε την Εφεσίβλητη, η οποία ξεκινούσε τότε την προτελευταία τάξη επτατάξιας ιδιωτικής σχολής μέσης εκπαίδευσης. Σύντομα λογοδόθηκαν και άρχισαν να συζούν στο πατρικό της Εφεσίβλητης. Τέλεσαν τον γάμο τους το 1988, όταν δηλαδή η Εφεσίβλητη τέλειωσε το σχολείο, ενώ το 1989 απέκτησαν και τον πρώτο γιο τους. Κανένας από τους δύο δεν είχε προ της λογοδοσίας οποιαδήποτε περιουσία, με εξαίρεση ένα αυτοκίνητο που είχε ο Εφεσείων. Το οποίο αυτοκίνητο είχε αγοράσει έναντι Λ.Κ.3.500 το 1984, ήτοι δύο έτη πριν γνωρίσει την Εφεσίβλητη και για το οποίο χρωστούσε ακόμα στην τράπεζα ένα υπόλοιπο, όχι πέραν των Λ.Κ.1.000. Ήταν λοιπόν γενικά παραδεκτό ότι όλη την υπόλοιπη περιουσία του ο καθένας την είχε αποκτήσει μετά την λογοδοσία τους (με προοπτική τον γάμο) και μέχρι τη διάσταση στην έγγαμη σχέση τους, στις 13.2.11.
Κοινό υπόβαθρο συνιστούσε και το ότι μετά τον γάμο ο Εφεσείων άρχισε να εργάζεται με τον πεθερό του, λαμβάνοντας μισθό Λ.Κ.40 εβδομαδιαίως και κάποτε κάποια φιλοδωρήματα ύψους Λ.Κ.20. Το 1992 όμως κατέβαλαν με τον πεθερό του από Λ.Κ.1.000 έκαστος και συνεταιρίστηκαν μεταξύ τους. Όπως ο Εφεσείων εξηγεί στη γραπτή δήλωση του, πολύ σύντομα, το 1994 έβαλαν ο καθένας από Λ.Κ.7.500 και με άλλες Λ.Κ.18.000 από δάνειο στο όνομα του Εφεσείοντος, αγόρασαν από κοινού το οικόπεδο (υπ’ αρ. εγγραφής Α479), στο οποίο ανήγειραν με κόστος Λ.Κ.40.000 νέο συνεργείο αυτοκινήτων κατά το 1996, όπου και μετακόμισαν. Δεν αμφισβητείται ότι εδώ είναι που εργάστηκε και η Εφεσίβλητη κατά τα έτη 1997 έως 2000.
Θέση του Εφεσείοντος ήταν πως πέραν των πιο πάνω ποσών, τα οποία επένδυσε στον συνεταιρισμό (ίδρυση, αγορά ακινήτου, δόσεις για δάνειο κ.λπ), ο ίδιος, από τα εισοδήματα του (α) κάλυψε όλες τις ανάγκες της οικογένειας του, μεταξύ των οποίων και τα δίδακτρα δύο τέκνων σε ιδιωτική σχολή, (β) δαπάνησε €101.065 για επιδιορθώσεις ή ανακαινίσεις στο διώροφο κτήριο (ισόγεια και ανώγεια οικία), όπως τις αναλύει ο επιμετρητής στο Τεκμήριο 23 και (γ) απέκτησε την περιουσία την οποία εξηύρε το πρωτόδικο Δικαστήριο (ακίνητα, αυτοκίνητα, καταθέσεις, ασφαλιστήρια).
Βέβαια, στο στάδιο αυτό δεν πρέπει και δεν συμπλέκονται τα συνολικά εισοδήματα του με τη συνολική αξία της τελικής του περιουσίας. Η συζήτηση στο σημείο αυτό αφορά τα εισοδήματα, τα οποία είχε όλα αυτά τα χρόνια και μόνο εμμέσως την αποκτηθείσα περιουσία. Αυτό υπό την έννοια ότι σε αυτά τα εισοδήματα και περιουσία ήταν που διεκδίκησε μερίδιο η Εφεσίβλητη και επ’ αυτών στηριζόταν και ο Εφεσείων προωθώντας τη θέση του πως η αύξηση της περιουσίας της Εφεσίβλητης συνδέετο αιτιωδώς με τη δική του συνεισφορά προς τη σύζυγο του από τα συνολικά εισοδήματα του.
Υπήρχε βέβαια μεταξύ τους μια μικρή διαφορά στο πώς αντιλαμβάνονταν τα πράγματα ο καθένας τους, όχι τόσο σημαντική όμως για το συζητούμενο θέμα. Η Εφεσίβλητη παρουσίαζε τα πιο πάνω εισοδήματα ως χρήματα που προέκυψαν μεν από τον συνεταιρισμό αλλά στα οποία είχε και η ίδια δικαιώματα ως θυγατέρα του συνιδρυτή και σύζυγος του Εφεσείοντος ενώ ο Εφεσείων τα παρουσίαζε ως το δικό του μερίδιο και εισόδημα από τον συνεταιρισμό. Η ουσία είναι πως και οι δύο αναφέρονταν στο ίδιο εισόδημα, το οποίο καθόλη την έγγαμη κοινή πορεία αφενός είχε καλύψει έξοδα της οικογένειας τους και αφετέρου οδήγησε στην όποια περιουσία ο καθένας διεκδικούσε.
Έχουμε παραθέσει ήδη τα πέντε περιουσιακά στοιχεία του Εφεσείοντος επί των οποίων διεκδικούσε μερίδιο η Εφεσίβλητη. Από την άλλη πλευρά, διευκρινίζουμε πως η θέση την οποία προωθούσε ο Εφεσείων ήταν ότι η αύξηση της περιουσίας της Εφεσίβλητης συνίσταται αφενός στην αύξηση της αξίας των δύο κατοικιών κατά €72.000 και αφετέρου στο ήμισυ της κοινής τραπεζικής κατάθεσης, ήτοι του ποσού των €19.584 που είχε λογιστεί προς όφελος της Εφεσίβλητης. Αυτά είναι που καταγράφονται και στο ευρισκόμενο ενώπιον μας περίγραμμα του Εφεσείοντος ως η προωθούμενη θέση του. Ουσιαστικά, παρά τα όποια άλλα αιτητικά στην ανταπαίτηση, ο Εφεσείων περιορίζεται στη διεκδίκηση της αύξησης, η οποία κατ’ ισχυρισμόν του αναλύεται στα δύο πιο πάνω περιουσιακά στοιχεία (Μ. Κ. Τ. ν. Ι. Χ. Ζ., Πολ. Έφ. αρ. 7/2019, ημερ. 20.12.21, ECLI:CY:DOD:2021:33).
Το προβληματικό ζήτημα δημιουργείται από το ότι η εκατέρωθεν μαρτυρία αναφέρεται σε εκτενή καταδολίευση των δημοσίων προσόδων. Το δε πρωτόδικο Δικαστήριο απέφυγε να στρέψει την προσοχή του προς αυτή την πτυχή της μαρτυρίας.
Η μαρτυρία της Εφεσίβλητης είχε ως επίκεντρο το ότι το μόνο «ταμείο» που είχαν ήταν αυτό του συνεταιρισμού και ότι όλα τα χρήματα προέρχονταν από εκεί («Όλα από εκεί έβγαιναν. Τα έβλεπα, ήταν άντρας μου»). Κατά τη θέση της, ο Εφεσείων έπαιρνε από τον συνεταιρισμό «πιο πολλά λεφτά» εν συγκρίσει με τον πατέρα της, χωρίς να είχε συμφωνηθεί κάτι τέτοιο («Όχι, δεν είχαν κάνει τη διευθέτηση. Μόνος του τα έπαιρνε»). Οι αναφορές της αυτές σχετίζονταν με αδήλωτα εισοδήματα, τα οποία αποκαλούσε «μαύρα χρήματα» και όχι το ποσό το οποίο δηλώνετο ως ο μισθός του. Η πρώτη της ξεκάθαρη αναφορά στα «μαύρα χρήματα» είχε ως εξής: «Το εισόδημα που έφερνε ο Α… ήταν €250 μαζί το ίδιο με τον πατέρα μου, αυτά που έπαιρνε ο Α… τα έξτρα ήταν μαύρα, χρήματα που δεν ήταν δηλωμένα τιμολόγια, αυτοκίνητα που δεν ήταν τιμολογημένα, ήταν μαύρα, αυτά που βλέπω στις κοινωνικές ασφαλίσεις δεν καλύπτει αυτά που λέτε. Να δείτε τις κοινωνικές του ασφαλίσεις τι δήλωνε».
Η Εφεσίβλητη συνεχίζει με αναφορές ότι με «μαύρα» είχαν πληρωθεί τα δίδακτρα στην Αμερικανική Ακαδημία, όπως «μαύρα» χαρακτήρισε και τα χρήματα που έδωσαν για την αγορά του νέου χώρου (οικοπέδου) για το συνεργείο ενώ, κατά ρητή δήλωση της, από «μαύρα» προέκυψε και το ποσό της κοινής τραπεζικής κατάθεσης («Αυτά ήταν δουλειές που είχαμε κάνει […] και πήραμε μαύρα»). Όταν τής υπεβλήθη ότι κατά τα έτη 2009 και 2010 με αναλήψεις χρημάτων στις οποίες προέβη η ίδια, δημιούργησε πρόβλημα στο παρατράβηγμα του συνεταιρισμού, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί ο Εφεσείων να τα καλύψει, η Εφεσίβλητη επανέλαβε τη θέση της για τα «μαύρα» ως εξής:
«Α. Από πού να τα καλύψει;
Ε. Από τη δουλειά του.
Α. Από τα μαύρα του, εγώ έπαιρνα και κάλυπτα τα έξοδα του σπιτιού, το είχε εις γνώση του ο πατέρας μου.
Ε. Εννοείς ότι τα πλήρωνε ο Α…, αλλά ήταν μαύρα;
Α. Ναι πήγε τα κάλυψε από μαύρα, το ήξερε ο πατέρας μου και το ήξερε και ο ίδιος, ήταν κοινός λογαριασμός και για τους τρεις. Μπορούσε να τραβήξω εγώ, ο πατέρας μου και ο Α…».
Αλλά και ως προς την εξόφληση του δανείου των Λ.Κ.18.000, για την ανέγερση του νέου συνεργείου, προέβαλε ότι αυτό είχε εξοφληθεί από τα «μαύρα», τα αδήλωτα χρήματα (Πρακτικά, σ. 67). Αποκορύφωμα στη μαρτυρία της ήταν η επανεξέταση της, κατά την οποία πλέον δεν άφησε οποιαδήποτε αμφιβολία για το τι εννοούσε προηγουμένως, λέγοντας τα εξής:
«Ε. Κυρία […] στην αντεξέταση σου από τον κύριο Βραχίμη είπες ότι τα χρήματα τα οποία ανέφερες ήταν μαύρα, δεν ήταν δηλωμένα.
Α. Ναι.
Ε. Όταν λες δεν ήταν δηλωμένα, πού δεν ήταν δηλωμένα;
Α. Δεν τα δηλώνεις στον Φόρο Εισοδήματος και Φ.Π.Α.».
Από δικής του πλευράς ο Εφεσείων είχε υποστηρίξει γραπτώς πως όσα απέκτησε τα είχε αποκτήσει από τα χρήματα που κέρδισε από την εργασία του και με μεγάλες οικονομίες. Παρότι στην αρχή της προφορικής μαρτυρίας του ανέφερε πως όλα τα εισοδήματα του από το 1984 ήταν αυτά που δήλωσε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, εννοώντας τη σχετική αναλυτική κατάσταση, εντούτοις πολύ σύντομα και αυτός αναφέρθηκε στα αδήλωτα εισοδήματα ως εξής:
«Ε. Εγώ σου υποβάλλω ότι τα εισοδήματα σου που είχες από το 1984 μέχρι τη διάσταση με την κα Κ… είναι αυτά που καταγράφονται στο Τεκμήριο 14, τι έχεις να πεις.
Α. Δεν είναι σωστά για το λόγο ότι ήμουν υπάλληλος και μου έδινε πιο λίγα και μετά γίναμε συνέταιροι, είχαμε συγγενή λογιστή και μου δήλωνε πιο λίγο για να μην πληρώνω Φόρο Εισοδήματος και κοινωνικές ασφαλίσεις, δεν είναι αυτά τα πραγματικά εισοδήματα μου όμως.
Ε. Δηλαδή θέλεις να πεις ότι την περίοδο αυτή που προανάφερα είχες και άλλα εισοδήματα τα οποία δεν δήλωνες στις κοινωνικές ασφαλίσεις;
Α. Όχι εγώ, ο λογιστής του παπά της που ήταν συμπέθερος».
(έμφαση δοθείσα)
Δεν αποδίδεται βέβαια σημασία στο ότι φάνηκε να μην αντιλαμβάνεται ότι ο λογιστής ενεργεί εκ μέρους και για λογαριασμό του φορολογούμενου. Άλλωστε αμέσως μετά ξεκαθάρισε και αυτό το σημείο ως ακολούθως:
«Ε. Ως αυτοεργοδοτούμενος, είπες στο Δικαστήριο, ο λογιστής σου δήλωνε το εισόδημα σου, έτσι είναι;
Α. Στον Φόρο Εισοδήματος, στις κοινωνικές ασφαλίσεις είναι με τρίμηνα.
Ε. Ο λογιστής σου δήλωνε;
Α. Όχι, υπάρχουν κλίμακες, ο παπάς της δεν δεχόταν να πληρώνει την ψηλή την κλίμακα επειδή θα δηλώνονταν ψηλές κοινωνικές ασφαλίσεις και επειδή ήμασταν οικογένεια, πάντα σιωπούσα, δηλώναμε την πιο χαμηλή, ο λογιστής έκανε τις δηλώσεις του κουτουρού, δεν έκανε φόρμες, για να μην πληρώνουμε Φόρο Εισοδήματος.
……….……………………………………………………………………………
Ε. Δηλαδή εσύ κέρδισες περισσότερα από εκείνα που δήλωνες.
Α. Από εκείνα που έβαζα κοινωνικές ασφαλίσεις;
Ε. Ναι.
Α. Ναι».
(έμφαση δοθείσα)
Σε μεταγενέστερο σημείο είπε τα ακόλουθα:
«Ε. Και τα έσοδα κύριε Α… τα δήλωνες στον Φόρο Εισοδήματος.
Α. Δεν είναι δηλωμένα; Έφερα χαρτιά από τον λογιστή μου.
Ε. Τα δήλωνες στον Φόρο Εισοδήματος;
Α. Πάνω από 300.000, έφερα χαρτιά.
Ε. Τα δήλωνες στον Φόρο Εισοδήματος τα εισοδήματα σου ή όχι;
Α. Όχι όλα. Εκείνα που είναι δηλωμένα είναι δηλωμένα, εκείνα που δεν ήταν δηλωμένα είναι για να κάνουν τις προσωπικές ζωές, να παν διακοπές, να παν ταξίδια, ήταν τα αδήλωτα, όχι όλα.
Ε. Δηλαδή οι δηλώσεις σου στο Φόρο Εισοδήματος τις έκανες εσύ που ήσουν αυτοεργοδοτούμενος.
Α. Τα έφερνε ο συγγενής του, ο λογιστής τους, βάζαμε μια υπογραφή και τα έπαιρνε και έφευγε».
(έμφαση δοθείσα)
Στο σημείο αυτό τού είχε υποβληθεί ότι πολλά από τα εισοδήματα του δεν τα δήλωνε, πλην όμως η γραμμή αυτών των ερωτήσεων ανεκόπη από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο ατυχώς τις θεώρησε αχρείαστες και άσκοπες. Δεν έχει όμως μεγάλη σημασία αφού λίγο αργότερα, εξ αφορμής παραπλήσιας ερώτησης, ξεκαθάρισε και ο Εφεσείων το όλο θέμα ως εξής:
«Ε. Δηλαδή συμφωνείς ότι τούτα όλα τα έξοδα που γίνονταν ήταν με αδήλωτα λεφτά.
Α. Σου είπα και πριν, είχα και δηλωμένα, είχα και αδήλωτα. Τα έξοδα του σπιτιού ήταν τα δηλωμένα. Τα αδήλωτα έκανα τα κέφια μου, να δώσω της γυναίκας μου να ψωνίσει 200 …».
(έμφαση δοθείσα)
Πρέπει, για ό,τι αξίζει, να πούμε πως δεν είχε προσκομιστεί καμμιά δήλωση φόρου εισοδήματος ή οποιαδήποτε άλλη σχετική κατάσταση. Μόνο για τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις του Εφεσείοντος είχαν παρουσιαστεί δύο καταστάσεις, η μια από το 1981 μέχρι το 2018 (Τεκμήριο 3) και η άλλη επίσης από το 1981 μέχρι το 2020 (Τεκμήριο 17). Οι παρουσιαζόμενες εκεί συνολικές ασφαλιστικές αποδοχές του Εφεσείοντος είναι ύψους €228.392 (€192.844 για τα έτη 1986 έως 2007 και €35.548 για τα έτη 2008 έως 11.2.2011).
Δεν είχε όμως καμμιά σημασία το ύψος των δηλωθέντων στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις εισοδημάτων (επί των οποίων και καταβλήθηκαν εισφορές). Αυτό διότι πρώτον ούτε αυτά ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα αφού δηλώνονταν χαμηλότερα ποσά για να μην καταβάλλουν ψηλές εισφορές και δεύτερον επειδή όλα αυτά αφορούσαν τα έσοδα τα οποία κάλυπταν τις ανάγκες του σπιτιού.
Υπήρξαν όμως και οι δύο διάδικοι σαφείς ενώπιον του Δικαστηρίου ότι είχαν άλλα σημαντικά εισοδήματα τα οποία δεν είχαν δηλώσει ποτέ στον Φόρο Εισοδήματος. Ήταν δε από αυτά τα αδήλωτα, τα «μαύρα» χρήματα από τα οποία προέκυψε η περιουσία επί της οποίας ερίζουν από το 2012 και το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έπρεπε να το αγνοήσει.
Δεν έχουμε οτιδήποτε να προσθέσουμε, πέραν των όσων παρατίθενται στην Ορφανίδου ν. Ορφανίδη (ανωτέρω). Είναι ζήτημα ύψιστης δημόσιας πολιτικής και εδώ παρομοίως υπήρξε εκατέρωθεν παραδοχή καταδολίευσης των δημοσίων προσόδων. Η χρησιμοποίηση της μαρτυρίας αυτής ισοδυναμεί με ενθάρρυνση της καταδολίευσης αυτής και θα επέτρεπε στους διαδίκους της παρούσας να επωφεληθούν από την παρανομία στην οποίαν επί σειρά ετών οικογενειακώς συμμετείχαν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ώφειλε να μην ενεργήσει επ’ αυτής της μαρτυρίας και ασφαλώς το ίδιο καθήκον έχει και το παρόν Εφετείο (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Μουσκάλλη κ.ά., ανωτέρω).
Είναι αυτονόητο πως εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο ενεργούσε στη βάση της υφιστάμενης προαναφερθείσας νομολογίας αφενός δεν θα εξέδιδε οποιαδήποτε απόφαση υπέρ της Εφεσίβλητης και αφετέρου καθηκόντως θα απέρριπτε τις εκατέρωθεν αξιώσεις, ήτοι την απαίτηση και ανταπαίτηση λόγω της παρανομίας και ελλείψει μαρτυρίας η οποία δυνητικά θα μπορούσε να τις στηρίξει. Εξίσου αυτονόητο είναι πως την ίδια υποχρέωση έχει και το παρόν Εφετείο, όπως ήδη αναφέραμε (βλ. και τον κ.41.12(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023). Συνεπώς, λαμβανομένης υπ’ όψιν της διενεργηθείσας, πρωτοδίκως, έστω και για άλλους λόγους, απόρριψης της ανταπαίτησης του Εφεσείοντος, απομένει μόνον ο παραμερισμός της εκδοθείσας προς όφελος της Εφεσίβλητης απόφασης, συμπεριλαμβανομένης και της πρωτόδικης διαταγής εξόδων. Εννοείται, εν όψει του ότι η υπέρ της Εφεσίβλητης απόφαση ακυρώνεται για λόγους άλλους από αυτούς τους οποίους προώθησε ο Εφεσείων, ότι δεν δικαιολογείται η επιδίκαση εξόδων υπέρ του, σε σχέση με την έφεση.
Κατάληξη
Στη βάση των πιο πάνω:
(Α) Η εκδοθείσα πρωτοδίκως υπέρ της Εφεσίβλητης απόφαση ακυρώνεται, συμπεριλαμβανομένης και της πρωτόδικης διαταγής για έξοδα.
(Β) Η απόρριψη της ανταπαίτησης διατηρείται αλλά για τους λόγους που έχουμε προηγουμένως εξηγήσει.
(Γ) Κάθε πλευρά να καταβάλει τα έξοδα της τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια διαδικασία.
Δίδονται οδηγίες όπως, φροντίδι της Πρωτοκολλητού, αντίγραφο της απόφασης αυτής κοινοποιηθεί στον Γενικόν Εισαγγελέα, για οποιεσδήποτε τυχόν δικές του ενέργειες κριθούν σκόπιμες.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.
Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο