ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ. 74/2025)
8 Δεκεμβρίου 2025
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
Κ. Π.,
Εφεσίβλητου.
_____________________
Ε. Κωνσταντίνου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα.
Λ. Κυριακίδης, για τον Εφεσίβλητο.
[Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών]
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Άλλη μια υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ο εφεσίβλητος αντιμετώπισε μία κατηγορία για σεξουαλική κακοποίηση παιδιού κατά παράβαση Άρθρων του περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(I)/2014 («ο Νόμος») και μία κατηγορία για άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας κατά παράβαση Άρθρων του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154.
Ειδικότερα, όσον αφορά την πρώτη κατηγορία που αφορά τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιού, αποδόθηκε στον κατηγορούμενο ότι, στις 10.1.2020, σε χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με κορίτσι που δεν είχε φτάσει σε ηλικία συναίνεσης, γεννηθέντος το 2011. Ειδικότερα, ως οι λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας που αντιμετώπισε, ενώ η ανήλικη ανέβηκε σε υπνοδωμάτιο που βρίσκεται στον δεύτερο όροφο της κατοικίας της για να πάρει ένα παιχνίδι, αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να έχει το γεννητικό του όργανο έξω από το παντελόνι του, τη ρώτησε εάν ήθελε να το αγγίξει και όταν αυτή του απάντησε ότι δεν ήθελε, της ζήτησε να τον αγκαλιάσει και αφού αυτή τον αγκάλιασε, εκείνος τη σήκωσε πάνω, της έσφιξε τα οπίσθια πάνω από τα ρούχα και της ζήτησε να μην το πει σε κανέναν. Η δεύτερη κατηγορία, αφορά παράνομη και άσεμνη επίθεση εναντίον της ανήλικης για το ίδιο περιστατικό.
Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος προέβηκε σε παραδοχή στις δύο κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Το κατηγορητήριο της υπόθεσης είχε καταχωρηθεί στις 20.1.2020, δηλαδή 10 μόλις μέρες μετά το επίδικο περιστατικό, ενώ η ποινή του επιβλήθηκε στις 7.3.2025, πέντε και πλέον έτη μετά, αφού προχώρησε σε παραδοχή μόλις στις 3.12.2024. Όπως προκύπτει, μέσα από τα γεγονότα της πρωτόδικης απόφασης, τα οποία εκτέθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο, τα υπό κρίση αδικήματα διαπράχθηκαν στις 10.1.2020, όταν ο εφεσίβλητος, που κατά τον επίδικο χρόνο ήταν υπάλληλος σε μία εταιρεία μετακόμισης, μετέβη μαζί με άλλους υπαλλήλους της εταιρείας, στην οικία της μητέρας της ανήλικης παραπονούμενης, τότε ηλικίας μόλις 8 ½ ετών, για να βοηθήσει στη μετακόμισή τους. Κάποια στιγμή γύρω στο μεσημέρι, η μητέρα της ανήλικης έφυγε από την οικία για να φέρει φαγητό, αφήνοντας την ανήλικη με την οικιακή βοηθό. Κατά τον χρόνο που η μητέρα της απουσίαζε, η ανήλικη ανέβηκε σε υπνοδωμάτιο στον δεύτερο όροφο της κατοικίας για να πάρει ένα παιχνίδι. Βγαίνοντας, αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να έχει το γεννητικό του όργανο έξω από το παντελόνι και την ρώτησε εάν ήθελε να το αγγίξει. Η ανήλικη του απάντησε αρνητικά, και ακολούθως ο εφεσίβλητος της είπε «εντάξει» και της ζήτησε να τον αγκαλιάσει. Αφού η ανήλικη ντράπηκε δέχτηκε να τον αγκαλιάσει και τότε ο εφεσίβλητος τη σήκωσε πάνω από το έδαφος και της έσφιξε με τα χέρια του τα οπίσθια πάνω από τα ρούχα της. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος της ζήτησε να μην το πει σε κανέναν. Στην αγόρευση της συνηγόρου για τον εφεσείοντα αναφέρεται, περαιτέρω, ότι η παραπονούμενη σύμφωνα με τη μητέρα της, χαρακτήρισε το γεννητικό του όργανο «τεράστιο και απαίσιο», ενώ ανέφερε στη μητέρα της ότι όταν το είδε ήθελε να πεθάνει. Η παραπονούμενη προέβηκε σε οπτικογραφημένη κατάθεση αμέσως, ο εφεσίβλητος κλήθηκε να δώσει κατάθεση στην οποία αρνήθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων, και, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η υπόθεση καταχωρήθηκε ευθύς αμέσως μετά την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, δηλαδή στις 20.1.2020.
Λόγω της φύσεως των αδικημάτων, αλλά και καίρια λόγω της ηλικίας της παραπονούμενης, η υπόθεση τόσο πρωτόδικα αλλά και ενώπιόν μας, διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών, στη βάση του Άρθρου 30 του Συντάγματος και του Άρθρου 44 του Νόμου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, έλαβε υπ' όψιν του, ως το ίδιο αναφέρει στην εκκαλούμενη απόφασή του, το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος ήταν λευκού ποινικού μητρώου και αποδέχτηκε την έκδοση διαταγμάτων βάσει του Άρθρου 14 του Νόμου, με τα οποία:
1) Να του απαγορεύεται, για όση χρονική περίοδο κρίνει το Δικαστήριο αναγκαία, να προσφέρει οποιεσδήποτε υπηρεσίες σε παιδιά, να εργοδοτηθεί ή απασχοληθεί σε χώρους που βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά, καθώς και να διαμένει σε χώρο ο οποίος γειτνιάζει με οργανωμένους χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά, και
2) Να παραπεμφθεί στην Αρχή Εποπτείας για όση χρονική περίοδο κρίνει το Δικαστήριο αναγκαία.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίνοντας ότι στην υπό κρίση υπόθεση απουσιάζουν οποιεσδήποτε επιβαρυντικές περιστάσεις, ως αυτές απαριθμούνται στο Άρθρο 19 του σχετικού Νόμου και ως έχουν καθοριστεί από τη νομολογία, αποφάσισε ότι δεν προκύπτει από τα ενώπιόν του γεγονότα ότι η έκνομη συμπεριφορά του εφεσίβλητου είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση φυσικού πόνου στην παραπονούμενη, δηλαδή ότι υπέφερε, θεωρώντας ότι απουσιάζει το στοιχείο της βίας ή του εξαναγκασμού. Επίσης, αναφέρει, «ούτε η υπό κρίση περίπτωση παρουσιάζει στοιχεία σοβαρής μορφής σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού μήτε παρουσιάζεται ως περίπτωση η οποία επέφερε τέτοιες δυσμενείς επιπτώσεις στη ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη της ανήλικης ή ότι της προκάλεσε στο μέλλον ψυχολογικές δυσλειτουργίες».
Έλαβε υπ' όψιν του, προς όφελος του εφεσίβλητου, το λευκό ποινικού του μητρώο, το γεγονός ότι κατά τη διάπραξη των αδικημάτων ο εφεσίβλητος ήταν 20 ετών, ενώ στο στάδιο που του επέβαλε ποινή, ήταν πλέον 25 ετών και ουδέποτε έχει απασχολήσει τη δικαιοσύνη με οποιοδήποτε άλλο αδίκημα, είτε παρόμοιας, είτε άλλης φύσης.
Κατέταξε την εν λόγω υπόθεση ως ένα μεμονωμένο περιστατικό και συνυπολόγισε, προτού επιβάλει ποινή, τις περιστάσεις της υπόθεσης αλλά και το «ανθρωπίνως κατανοητό συναίσθημα του άγχους και της αγωνίας που μπορεί να διακατείχε τον Κατηγορούμενο όλα αυτά τα χρόνια για την πορεία και εξέλιξη της παρούσας διαδικασίας». Σημείωσε, βέβαια, ότι στην καθυστέρηση ολοκλήρωσης της υπόθεσης σημαντικό μερίδιο ευθύνης φέρει και ο ίδιος ο κατηγορούμενος ο οποίος, επαναλαμβάνουμε, παραδέχτηκε τις κατηγορίες μόλις στις 3.12.2024.
Αναφορικά με την παραδοχή του κατηγορουμένου, το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλούμενο σχετική νομολογία, την κατέταξε σαν σημαντικό μετριαστικό παράγοντα για τον επιπρόσθετο λόγο ότι με αυτήν αποφεύχθηκε η ψυχική ταλαιπωρία του θύματος με το να βιώσει εκ νέου, μέσα από τη δίκη, τα τραυματικά γεγονότα που οδήγησαν στη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων. Σχετική παραπομπή γίνεται στην απόφαση ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 64/2020, ημερομηνία 14.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:B304.
Έλαβε, επίσης, υπ' όψιν του, το πρωτόδικο Δικαστήριο, προς όφελος του εφεσίβλητου, το ιδιαίτερα νεαρό της ηλικίας του κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, ήταν 20 ετών, την ποιότητα του χαρακτήρα του, όπως παρουσιάστηκε από την υπεράσπισή του μέσω εγγράφου που είναι βεβαίωση από τον σημερινό εργοδότη του ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους ο εφεσίβλητος παρουσιάζεται ως άτομο αξιόπιστο, συνεπές, εργατικό και διακρίνεται για τον ήπιο χαρακτήρα του. Έλαβε υπ' όψιν του το γεγονός ότι, ένεκα της διάπραξης των υπό κρίση αδικημάτων, είχε χάσει την εργασία του στην εταιρεία που τότε εργαζόταν, καθώς και τις υπόλοιπες προσωπικές, οικονομικές και οικογενειακές του περιστάσεις, όπως προκύπτουν από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, αλλά και από τα όσα ανέφερε ο συνήγορός του.
Αποφασίζοντας ότι όλες οι περιστάσεις και οι μετριαστικοί παράγοντες που συγκεντρώνονται στο πρόσωπο του εφεσίβλητου δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αυτός έχει διαπράξει, ούτε την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ούτε και μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής που πρόκειται να του επιβληθεί παρά μόνο το ύψος της, προχώρησε και επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2 ετών στην πρώτη κατηγορία, αυτή της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση Άρθρων του Νόμου, και δεν επέβαλε ποινή στη δεύτερη κατηγορία καθ' ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στα γεγονότα της πρώτης κατηγορίας. Εξέδωσε, επίσης, διάταγμα παραπομπής του εφεσίβλητου στην Αρχή Εποπτείας, σύμφωνα με το Άρθρο 14(1)(γ) του Νόμου, για χρονική περίοδο 2 ετών, και επίσης εξέδωσε διάταγμα με το οποίο, για την ίδια χρονική περίοδο, δηλαδή 2 ετών, να απαγορεύεται στον εφεσίβλητο: (α) να προσφέρει οποιεσδήποτε υπηρεσίες σε παιδιά, (β) να εργοδοτηθεί ή απασχοληθεί σε χώρους που βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά και (γ) να διαμένει σε χώρο ο οποίος γειτνιάζει σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων με οργανωμένους χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά.
Προχώρησε, ακολούθως, να εξετάσει κατά πόσο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ήταν ορθό και δίκαιο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια που του παρέχεται από τον περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972 (ως έχει τροποποιηθεί), και απάντησε το πιο πάνω ερώτημα θετικά. Συνεπακόλουθα, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης αναστάληκε για 3 έτη. Συνεπεία της αναστολής, η ισχύς των διαταγμάτων που εκδόθηκαν εναντίον του, άρχισαν από τη μέρα επιβολής ποινής, που υπενθυμίζουμε, ήταν η 7η Μαρτίου του 2025.
Ο Γενικός Εισαγγελέας καταχώρισε έφεση εναντίον της ποινής που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην οποία προβάλλονται τέσσερεις λόγοι έφεσης. Με τον πρώτο λόγο έφεσης, προβάλλεται η θέση ότι η ποινή των δύο χρόνων φυλάκισης που επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο είναι έκδηλα ανεπαρκής, λαμβανομένων υπ' όψιν, σωρευτικά, της σοβαρότητας του αδικήματος, των προβλεπόμενων από τον Νόμο ποινών και της νομολογίας, των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, την έξαρση στη διάπραξη των συγκεκριμένων ποινών, καθώς και της ανάγκης για γενική και ειδική πρόληψη και αποτροπή. Ο δεύτερος λόγος έφεσης πραγματεύεται το λάθος του πρωτόδικου Δικαστηρίου, να μην αναγνωρίσει, και, συνεπώς, να μην λάβει υπ' όψιν του τους επιβαρυντικούς παράγοντες που υπήρχαν από τα γεγονότα της υπόθεσης και από τον τρόπο που ενήργησε ο εφεσίβλητος. Ο τρίτος λόγος έφεσης προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, λανθασμένα έλαβε υπ' όψιν του προς όφελος του εφεσίβλητου κάποιους μετριαστικούς παράγοντες, οι οποίοι λανθασμένα αναγνωρίστηκαν ως τέτοιοι, και με τον τέταρτο λόγο έφεσης αμφισβητείται, ως λανθασμένη, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αναστείλει την ποινή φυλάκισης που είχε επιβάλει.
Οι πρώτοι τρεις λόγοι έφεσης παρουσιάζουν σύνδεση και αλληλουχία μεταξύ τους, γι' αυτό και κρίνεται ορθό όπως εξεταστούν μαζί.
Προτού προχωρήσουμε στην εξέταση των λόγων έφεσης, θεωρούμε ορθό να επαναλάβουμε τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου σε ποινές που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Παραπέμπουμε σχετικά στην πρόσφατη απόφασή μας ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ARIF AKSAHIN, Ποινική Έφεση 62/2025, ημερομηνίας 29.10.2025, όπου παραθέσαμε τα ακόλουθα:
«Αναφορικά με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου σε ποινές που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραπέμπουμε στα όσα λέχθηκαν στην Δ.Α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 57/2020, ημερομηνίας 6/10/2021, ECLI:CY:AD:2021:B432:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου σε ποινές που επέβαλε Πρωτόδικο Δικαστήριο καταγράφονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/13 και 236/13, ημερ. 5/10/2016 ‑ και επαναλήφθηκαν στη συνέχεια και στις υποθέσεις ΧΧΧ Bora v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 79/2017, ημερ. 13/3/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110 και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 110/2019, ημερ. 29/9/2020 ‑ λέχθηκαν τα εξής:
«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, XXX Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014 και XXX Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).
Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525).»
Επίσης, στην ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ v. ΑΝΑΣΤΑΣΗ, Ποινική Έφεση Αρ. 114/2019, ημερομηνίας 15/7/2020, λέχθηκαν τα εξής:
«Είναι η πάγια θέση της νομολογίας ότι ο καθορισμός της ποινής, τόσο του είδους όσο και της έκτασης της, αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η δε έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητας της. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί μόνο όπου η ποινή που επιβλήθηκε, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής είτε έκδηλα υπερβολική. Επιπλέον στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λάμπρου (2009) 2 Α.Α.Δ. 686, 691 και Μακρή ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 42, 47).»»
Έχουμε τη θέση ότι, ορθά, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας παραπονείται για την ανεπάρκεια της ποινής που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνωρίζει λεκτικά τη σοβαρότητα των αδικημάτων και το γεγονός ότι αυτά βρίσκονται σε έξαρση, η τελική κατάληξή του, με την ποινή που έχει επιβάλλει, δεν ανταποκρίνεται ούτε στη σοβαρότητα των αδικημάτων, αλλά ούτε και στο στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει να ικανοποιήσει. Παραπέμπουμε στο πιο κάτω απόσπασμα από την πρόσφατη απόφασή μας ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. Α. Σ., Ποινικές Εφέσεις 327/24 και 39/2025, ημερομηνίας 19.11.2025:
«Υπενθυμίζεται ότι η αποτροπή έχει δύο παραμέτρους, την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερον, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση (βλ. ΠΙΣΚΟΠΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1999) 2 Α.Α.Δ. 342).
Είναι άφθονη η νομολογία επί του θέματος των υπό κρίση αδικημάτων και δεν θα εξυπηρετούσε επανάληψή της, αφού και οι δύο πλευρές αποδέχονται την απαξίωση που τέτοιας φύσης αδικήματα προκαλούν (βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΥΡΡΗ, Ποινική Έφεση 70/2022, ημερομηνίας 7.2.2023). Σε υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων, όπως προκύπτει από τη νομολογία, οι ποινές που θα πρέπει να επιβάλλονται θα πρέπει να είναι αυστηρές και αποτρεπτικές, εν όψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας ως εγκλήματα τα οποία στρέφονται κατά των ηθών αλλά προσβάλλουν, παράλληλα, και καταρρακώνουν την προσωπικότητα του θύματος (βλ. RANA κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2004) 2 Α.Α.Δ. 489, ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1998) 2 Α.Α.Δ. 529).
Έχουμε επίγνωση όλων των στοιχείων, επιβαρυντικών και ελαφρυντικών, που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Έχουμε, επίσης, επίγνωση των συνθηκών κάτω από τις οποίες το Εφετείο επεμβαίνει σε θέματα ποινής που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Όπως αναφέρθηκε και στην ΚΥΡΡΗ (ανωτέρω), η ουσία του πράγματος σε υποθέσεις όπως η κρινόμενη, είναι ότι η επιβαλλόμενη ποινή θα πρέπει σφαιρικά να είναι δίκαιη και ανάλογη και, αντικρίζοντας τη συμπεριφορά του εφεσίβλητου, στο σύνολό της, να μπορεί να κριθεί ότι η επιβληθείσα ποινή δεν είναι έκδηλα ανεπαρκής.
Έχουμε την άποψη ότι, για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω και, υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, ως αναλύθηκαν στην πρωτόδικη απόφαση και ως αναλύονται ανωτέρω, η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, και όχι ως αποτέλεσμα υποκειμενικής θεώρησης των μελών του Εφετείου, είναι έκδηλα ανεπαρκής, καθιστώντας βάσιμο τον λόγο έφεσης στην έφεση 327/2024 και απαραίτητη την επέμβασή μας. Η γενικότερη αποτίμηση της παράνομης συμπεριφοράς του εφεσίβλητου δεν αντανακλάται στην επιβληθείσα ποινή.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι δεν υπήρχαν ιδιαίτερα επιβαρυντικοί παράγοντες στην υπόθεση. Πρόκειται περί λανθασμένης εκτίμησης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέτυχε να λάβει υπ' όψιν του ότι ο εφεσίβλητος ανέμενε τη μητέρα του θύματος να φύγει από το σπίτι για να μπορέσει να προβεί στις αποτρόπαιες πράξεις του. Δεν φαίνεται να απουσιάζει ο προσχεδιασμός, ως λανθασμένα αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Περίμενε να αποχωρήσει η μητέρα του θύματος, ούτως ώστε το θύμα, υπενθυμίζουμε ότι πρόκειται για κοριτσάκι ηλικίας 8 ½ μόλις ετών, να βρεθεί σε μία ευάλωτη κατάσταση και μειονεκτική θέση και να προχωρήσει στις πράξεις του καταχραζόμενος της θέσης που κατείχε τον επίδικο χρόνο. Επίσης, η συμπεριφορά του εφεσίβλητου, όταν το παιδί αρνήθηκε να αγγίξει το όργανό του, δεν λήφθηκε υπ' όψιν από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Αντί μετανιωμένος να απομακρυνθεί, ζήτησε από την ανήλικη να τον αγκαλιάσει και όταν η ίδια το έπραξε, της άγγιξε τα οπίσθια.
Περαιτέρω, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, λανθασμένα, αναφέρθηκε στο γεγονός ότι δεν υπήρχε βία ή εξαναγκασμός της παραπονούμενης, ούτε προκλήθηκε σε αυτήν φυσικός πόνος, αλλά και ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν παρουσιάζει στοιχεία σοβαρής μορφής σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού ή περίπτωση η οποία επέφερε τέτοιες δυσμενείς επιπτώσεις στην ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη της ανήλικης ή ότι της προκάλεσε στο μέλλον ψυχολογικές δυσλειτουργίες.
Όπως αναφέρει η ευπαίδευτη συνήγορος του Γενικού Εισαγγελέα, από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι η ανήλικη ανέφερε στη μητέρα της ότι «ήθελε να πεθάνει», στοιχείο που λανθασμένα δεν απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο φαίνεται να μην έδωσε καθόλου σημασία στην ψυχολογική κατάσταση και στο άγχος που προκλήθηκε στην ανήλικη. Αντίθετα, έδωσε υπέρμετρη σημασία στην κατάσταση του εφεσίβλητου, αναφέροντας ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και το συναίσθημα του άγχους και της αγωνιάς που διακατείχε τον κατηγορούμενο όλα αυτά τα χρόνια για την πορεία και εξέλιξη της διαδικασίας, έπρεπε να συνυπολογιστούν προς όφελος του εφεσίβλητου, αναφέροντας, μεν αλλά χωρίς, απ’ ότι φαίνεται, να λάβει σοβαρά υπ' όψιν του, το γεγονός ότι σημαντικό μερίδιο ευθύνης φέρει και ο ίδιος ο εφεσίβλητος ο οποίος παραδέχτηκε την κατηγορία μόλις στις 3.12.2024.
Όπως φαίνεται από την ημερομηνία καταχώρισης της υπόθεσης, οι διωκτικές αρχές έδρασαν άμεσα. Το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα στις 10.1.2020, και η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 20.1.2020, έχοντας ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση της ανήλικης, έχοντας εκδοθεί και εκτελεστεί εναντίον του εφεσίβλητου ένταλμα σύλληψης και αφού ο ίδιος στην κατάθεσή του αρνήθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων, παρά του ότι όταν συνελήφθηκε είχε διαφορετική θέση, ειδικότερα ανέφερε «Έκαμα εγώ λάθος. Έχει καιρό που έχω πρόβλημα και πήγα και σε ψυχολόγο αλλά μάλλον έν μου πέρασε». Όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει, δεν υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώριση της υπόθεσης και η όποια καθυστέρηση φαίνεται να βαρύνει την πλευρά του εφεσίβλητου ο οποίος παραδέχτηκε τις κατηγορίες μόλις τον Δεκέμβριο του 2024. Επομένως, παρά το ότι το δικαίωμα ενός κατηγορουμένου σε ακρόαση είναι απόλυτο, λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέδωσε σημασία στον χρόνο που μεσολάβησε και στην όποια αγωνία του εφεσίβλητου για την έκβαση της υπόθεσης, αφού φαίνεται να ήταν ο ίδιος που τα προκάλεσε. Άλλο σημαντικό σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν ότι δεν εκτίμησε δεόντως το γεγονός ότι η ανήλικη ήταν ηλικίας μόλις 8½ ετών κατά τη διάπραξη των αδικημάτων, και ότι ο νόμος προνοεί για ποινή ισόβιας φυλάκισης σε αδικήματα που στρέφονται εναντίον ανηλίκων κάτω των 13 ετών. Η απώλεια της δουλειάς του εφεσίβλητου, επίσης, λανθασμένα έχει ληφθεί υπ' όψιν από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως μετριαστικός παράγοντας. Είχε απωλέσει την εργασία του στη συγκεκριμένη εταιρεία που εργαζόταν, ως ακόλουθο των πράξεων του και ειδικά της διάπραξης του αδικήματος, ενώ βρισκόταν σε ώρα εργασίας στη συγκεκριμένη εταιρεία.
Υπέρμετρη σημασία δόθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στο λευκό ποινικό του μητρώο και στο γεγονός ότι στον χρόνο που μεσολάβησε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής που είναι πέντε χρόνια, φαίνεται ότι ο εφεσίβλητος δεν διέπραξε όχι μόνο ίδιας φύσης αδίκημα, αλλά και οποιοδήποτε άλλο αδίκημα και κατέταξε το συγκεκριμένο περιστατικό ως μεμονωμένο.
Από την άλλη, φαίνεται ότι στην ουσία διέλαθε του πρωτόδικου Δικαστηρίου η συνεχής αύξηση των αδικημάτων αυτής της φύσης και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Γίνεται αναφορά στις Ποινικές Εφέσεις Ζ.Α.Η. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 137/2022, 138/2022 και 139/2022, ημερομηνίας 8.11.2024, στις οποίες έχουν αναφερθεί τα πιο κάτω:
«Παρά τις προσπάθειες του Νομοθέτη, όμως, δεν έχει παρατηρηθεί κάμψη στη διάπραξη τέτοιων ειδεχθών αδικημάτων. Αντιθέτως διαπιστώνουμε πως αδικήματα τέτοιας φύσης με θύματα παιδιά βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση σε βαθμό που να μπορούν να χαρακτηριστούν κοινωνική μάστιγα. Τα Δικαστήρια, συνεπώς, οφείλουν να επιβάλλουν αποτρεπτικές ποινές ως έκφραση της απαξίας προς τέτοιες συμπεριφορές (βλ. Μεταξύ άλλων, Δ.Σ.Δ. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 271/22, ημερ. 20.10.2023). Όπως λέχθηκε πρόσφατα στην D.G.S. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 148/23, ημερ. 20.9.2024:
«Είναι επίσης πολύ γνωστή η νομολογία ότι σεξουαλικής φύσης αδικήματα τα οποία στρέφονται κατά παιδιών αντιμετωπίζονται με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές και ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου είναι δευτερεύουσας σημασίας (βλ. Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 178/17, ημερ. 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457). Από την άλλη όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 14, «η ανάγκη για αποτροπή όσο και αν μειώνει ανάλογα τη δυνατότητα εξατομίκευσης της ποινής δεν την καταργεί ως υπαρκτή επιδίωξη στο πλαίσιο του συνόλου των στοιχείων ούτε εξουδετερώνει τους ιδιαίτερους παράγοντες που κατά περίπτωση δικαιολογούν μείωση της ποινής» [βλ. Μ.C.T. v. Δημοκρατίας, (ανωτέρω].
Στην υπόθεση Ν.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 184/15, ημερ. 13.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:B72, με αναφορά στην ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιας φύσης αδικήματα, επισημαίνεται ότι «όσο νεαρότερο είναι ένα παιδί, εξ αντικειμένου, το αδίκημα καθίσταται σοβαρότερο».
[...]
Στην απόφαση Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 59/16, ημερ. 23.3.2017 λέχθηκε ότι ο Ν.91(Ι)/14 θεσπίστηκε με σκοπό την προστασία των παιδιών από συμπεριφορές σεξουαλικής κακοποίησης. Παρά τις διαφορετικές βαθμίδες τέτοιας κακοποίησης, εκείνο που μένει ως σταθερή παράμετρος είναι «.το ίδιο το θύμα και η ηλικία του, που το κοινωνικό σύνολο θέλει να προστατεύσει, ως ένα πολύτιμο αγαθό». Παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα:
«Επιβαλλόταν, συνεπώς, η ποινή του πρωτόδικου Δικαστηρίου, χωρίς να αγνοεί τις περιστάσεις του εφεσείοντα να αντανακλά ακριβώς την ανάγκη προστασίας των ανηλίκων από επίδοξους παραβάτες. (Βλ. Σύγγραμμα Rook & Ward On Sexual Offences, Law and Practice, 4th ed. P.205 κ.επ. και στο Σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2016, p.340 κ.επ. όπου καταγράφονται οι ρυθμίσεις που αφορούν παρόμοια αδικήματα με τα επίδικα στην αγγλική νομοθεσία και καταγράφονται οι δείκτες και οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο πρέπει να λειτουργεί κατά την επιβολή τέτοιων ποινών ‑ βλ. Ειδικά s.9 του Sexual Offences Act 2003).
Εκείνο δε που πρέπει να επισημανθεί ιδιαιτέρως σε σχέση με το άρθρο 6 του πιο πάνω Νόμου είναι ότι τα αδικήματα αυτά στοιχειοθετούνται με προνοούμενη αυστηρή ποινή γιατί ακριβώς δεν είναι συμβατή με την ηλικία των θυμάτων, η έννοια της συναίνεσης, γι΄ αυτό και το άρθρο 6(3) ποινικοποιεί τη σεξουαλική πράξη με «παιδί το οποίο δεν έχει φθάσει στην ηλικία συναίνεσης», δηλαδή ανεξάρτητα από τη συναίνεση. (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αναστάσιος Ηροδότου, ποιν.έφ.120/13 ημερ. 30.3.2015, ειδικά σελ.3 και 4). Με αυτό το δεδομένο λοιπόν, δεν μπορεί να είναι σχετικό το θέμα της ύπαρξης προηγούμενων σεξουαλικών σχέσεων από το θύμα».»
Στην υπόθεση Ν.Σ. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 184/2015, ημερομηνίας 13.2.2018, ECLI:CY:AD:2018:B72, λέχθηκαν επίσης μεταξύ άλλων τα εξής:
«Ερχόμενοι να επιληφθούμε του θέματος της επιβολής ποινής επί της κατηγορίας 3 με βάση τις εξουσίες που παρέχονται σε μας από το άρθρο 25(3) του περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60, θα τονίσουμε, όχι απλώς την ανησυχία, αλλά την αγωνία των Δικαστηρίων σε σχέση με την ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα. Ό,τι πλήττουν είναι το παιδί και ο ευαίσθητος κόσμος του, αξίες μεγάλης σπουδαιότητας για την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον πολιτισμό. Η αδιαμφισβήτητη αναγνώριση τέτοιας σπουδαιότητας αντανακλάται στη θέσπιση αυστηρότερων ποινών δια του Ν. 91(Ι)/2014, ως εκδήλωση της ανησυχίας της κοινωνίας και της αποφασιστικότητας της έννομης τάξης για αντιμετώπιση τέτοιων απαράδεκτων, από κάθε άποψη, συμπεριφορών. Όσο δε νεαρότερο είναι ένα παιδί, εξ αντικειμένου, το αδίκημα καθίσταται σοβαρότερο.»
Έχουμε, συνεπώς, την άποψη ότι η επιβληθείσα από το πρωτόδικο Δικαστήριο ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη και όχι ως αποτέλεσμα υποκειμενικής θεώρησης των μελών του Εφετείου, είναι έκδηλα ανεπαρκής. Επομένως, οι λόγοι έφεσης 1, 2 και 3 επιτυγχάνουν.
Η αποτίμηση της παράνομης συμπεριφοράς του εφεσίβλητου δεν αντανακλάται στην επιβληθείσα ποινή, επομένως, επιβάλλεται η παρέμβασή μας. Κρίνουμε ότι η ορθή ποινή που θα έπρεπε να είχε επιβληθεί στον εφεσίβλητο στην κατηγορία 1 είναι ποινή φυλάκισης 3 ετών. Παραπέμπουμε σχετικά στις υποθέσεις D.G.S. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 148/23, ημερομηνίας 20.9.2024, A.R.R. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 20/2022, ημερομηνίας 30.4.2014, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. Ν. Ν., Ποινική Έφεση 69/2017, ημερομηνίας 5.12.2017 και ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ v. ΠΑΤΟΥΡΗ, Ποινική Έφεση 51/20, ημερομηνίας 30.12.20.
Ο τέταρτος λόγος έφεσης αμφισβητεί, ως λανθασμένη, την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αναστείλει την ποινή φυλάκισης που έχει επιβάλλει στον κατηγορούμενο/εφεσείοντα. Στην πρόσφατη απόφασή μας ΡΑΦΑΗΛ ΚΟΡΜΠΟΣ v. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 160/2025, ημερομηνίας 14.11.25, αναφορικά με τον τρόπο άσκησης του ελέγχου της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αναστείλει ή όχι ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί, σημειώσαμε τα ακόλουθα:
«Στην υπόθεση ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ν. ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 277/2018, ημερομηνίας 10/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B179, ανέφερε ότι «Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή θα έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία. Κατά την εξέταση δε του ζητήματος σημαντικό είναι και το ερώτημα κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, θα εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής και την ορθή απονομής της δικαιοσύνης». Έκρινε, ακολούθως, ότι το ερώτημα θα πρέπει να απαντηθεί αρνητικά αφού «τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, εξασθενώντας σε μεγάλο βαθμό την αναγκαιότητα της αποτροπής που σκοπό έχει να προστατεύει επαρκώς το κοινωνικό σύνολο, θα έστελνε δε λανθασμένα μηνύματα μη εξυπηρετώντας τους σκοπούς του νόμου» και παρέπεμψε σχετικά στις υποθέσεις INA YASAR ν. AΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 229/2024, ημερομηνίας 8/11/24, ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 153/2023, ημερομηνίας 29/2/2024, ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2015) 2 Α.Α.Δ. 103, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ν. ΚΟΥΚΚΙΔΗ (2013) 2 Α.Α.Δ. 191 και ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 9/2021, ημερομηνίας 29/7/2021. Στην πρόσφατη απόφασή μας ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. IVAN ZHEL YAZKOV, Ποινική Έφεση Αρ.: 64/2025, ημερομηνίας 9/10/2025, σημειώσαμε τα πιο κάτω αναφορικά με τον τρόπο ελέγχου από το Εφετείο ποινών φυλάκισης και αναστολής.
Στην υπόθεση LYUDMILA SOKOLOVA ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση αρ. 100/2023, ημερομηνίας 11/9/2023 έχουν λεχθεί τα ακόλουθα:
«Ως επισημαίνεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Καραολή, Ποινική Έφ. Αρ. 230/2019, ημερ. 27/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:B177,
«Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη, στην κάθε περίπτωση, τις περιστάσεις της υπόθεσης και του αδικοπραγούντα, με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Στο πλαίσιο αυτό το πρωτόδικο Δικαστήριο οφείλει να συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες, έχοντας υπόψη την εγκληματική συμπεριφορά του αδικοπραγούντος από τη μια και τις προσωπικές του περιστάσεις από την άλλη.
Η ευχέρεια που παρέχει ο Νόμος για αναστολή εκτέλεσης της ποινής είναι ευρεία, με το εκδικάζον Δικαστήριο να έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής, περιλαμβανομένης της επιλογής για αναστολή της εκτέλεσής της. Κατά την εξέταση του ζητήματος σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Είναι στη βάση των πιο πάνω αρχών που εξετάζεται ο τρόπος που άσκησε την πιο πάνω εξουσία του το πρωτόδικο Δικαστήριο για να διατάξει αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Το Εφετείο δεν επεμβαίνει εκτός αν διαπιστωθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει υποπέσει σε λανθασμένη κρίση στη βάση της λογικής και των καθιερωμένων αρχών της νομολογίας (Σ.Π. ν. Αστυνομίας, Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποινικές Εφέσεις αρ. 92/2017 και 93/2017, ημερ. 19/7/2019 και Αστυνομία ν. Μιχαήλ, Ποινική Έφεση αρ. 78/2019, ημερ. 15/10/2020).
Ο περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972, Ν.95/1972, θεσπίστηκε έτσι ώστε να προσφέρεται η δυνατότητα διεύρυνσης του περιθωρίου επιείκειας προς ένα πρόσωπο με απόφαση για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Ο εν λόγω Νόμος τροποποιήθηκε αρχικά με το Ν.41(Ι)/1997, ο οποίος περιόρισε σε μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης καθιστώντας τις προϋποθέσεις ανελαστικές. Συναρτάτο δηλαδή με την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, είτε στο πρόσωπο ενός κατηγορουμένου, είτε στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Ακολούθησε στη συνέχεια η τροποποίηση του με τον Ν.186(Ι)/2003 μέσω του οποίου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 583).»
Όπως έχει τονισθεί την υπόθεση ΑΓΓΕΛΟΣ ΙΩΣΗΦ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2012) 2 Α.Α.Δ. 930:
«Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες ‑ είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς ‑ οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»»
Στην υπόθεση ΔΑΦΝΗ ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 121/2017, ημερομηνίας 21/9/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα:
«Είναι γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες το Εφετείο μπορεί να επέμβει σε επιβληθείσα πρωτοδίκως ποινή. Το είδος και το ύψος της αρμόζουσας ποινής αποτελεί ευθύνη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν διαπιστωθεί ότι η ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι αποτέλεσμα σφάλματος αρχής ή έκδηλα ανεπαρκής ή έκδηλα υπερβολική.
Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ' όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες ‑ είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς ‑ οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.
[.]
Η αρχή της αποτρεπτικότητας, ως παράγοντας που αφορά την ποινή, έχει ευρύτερη υπόσταση της ειδικής αποτροπής και έχει σκοπό να αποτρέψει άλλους επίδοξους δράστες από τη διάπραξη των επιδίκων αδικημάτων (βλ. Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 486).»»
Έχουμε τη θέση ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλλε αποφασίζοντας να προχωρήσει στην αναστολή της ποινής φυλάκισης του εφεσείοντα. Θεώρησε λανθασμένα, όπως έχουμε καταδείξει μέσα από την απόφασή μας, ότι δεν συνέτρεχαν επιβαρυντικές περιστάσεις στην υπόθεση και αποφάσισε ότι «επειδή ο κατηγορούμενος δεν φαίνεται να αποτελεί εγκληματικό στοιχείο από το οποίο η κοινωνία διατρέχει άμεσο κίνδυνο ώστε να πρέπει πάραυτα να εγκλειστεί στη φυλακή κρίνω χωρίς, τονίζω, να υποβιβάζω τη σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο του επιβλήθηκε ποινή (η οποία είναι δεδομένη) ότι είναι κατάλληλη περίπτωση να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια προς όφελος του και να αναστείλω την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης για 3 χρόνια». Θεωρούμε ότι πρόκειται για λανθασμένη θεώρηση των αρχών της αναστολής. Όπως διαφαίνεται και από τη νομολογία στην οποία έχουμε παραπέμψει ανωτέρω (σχετική είναι η υπόθεση Ν.Σ. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (ανωτέρω), αλλά και η Ζ.Α.Η. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (ανωτέρω)), το πρωτόδικο Δικαστήριο, αναστέλλοντας την ποινή φυλάκισης που είχε επιβάλει πρωτόδικα, έδωσε λανθασμένο μήνυμα σε σχέση με το καθήκον αποτροπής. Αναστολή ποινής φυλάκισης αδικημάτων φύσεως, ως αυτά υπό εξέταση, δεν αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξασθενεί σε μεγάλο βαθμό την αποτρεπτικότητα της ποινής που σκοπό έχει να προστατεύσει επαρκώς το κοινωνικό σύνολο και στέλνει λανθασμένα μηνύματα, μη εξυπηρετώντας τους σκοπούς του νόμου. Ισχύουν, στην παρούσα, τα όσα έχουν αναφερθεί στην υπόθεση ΔΑΦΝΗ ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (ανωτέρω).
Βάσιμος κρίνεται και ο τέταρτος λόγος έφεσης. Θεωρούμε ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην αναστολή της ποινής φυλάκισης και η διαταγή του για αναστολή ακυρώνεται.
Η έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση διαφοροποιείται ως εξής: Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης στην πρώτη κατηγορία αυξάνεται σε τριετή φυλάκιση, η οποία να είναι άμεση και ξεκινά από σήμερα.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο