E. R. v. P. R., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε4/2025, 30/12/2025
print
Τίτλος:
E. R. v. P. R., Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε4/2025, 30/12/2025

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε4/2025)

i-justice

30 Δεκεμβρίου 2025

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

E. R.

Εφεσείουσα

v.

 

P. R.

Εφεσιβλήτου

--------------------

 

Λ. Κολατσής με Ε. Φούττη (κα), για Ανδρέας Γ. Ερωτοκρίτου Δ.Ε.Π.Ε. και για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα

Λ. Βραχίμης για Ελένη Βραχίμη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. και για Χρύσης Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. και Α. Νικολάου για Αργύρης Ν. Νικολάου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Μ. Τουμαζή, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.: Η Εφεσείουσα, ως Αιτήτρια, καταχώρισε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού, στις 7.11.23, κυρίως αίτηση με την οποία ζητούσε να της ανατεθεί η επιμέλεια, φύλαξη και φροντίδα των δύο, τότε ανηλίκων θυγατέρων των διαδίκων και να καθοριστεί ως τόπος διαμονής τους ο εκάστοτε τόπος διαμονής της Εφεσείουσας.

 

Στο πλαίσιο της κυρίως αίτησης της, στις 13.6.24, η Εφεσείουσα καταχώρισε μονομερή αίτηση, αιτούμενη διάταγμα με το οποίο να ανατίθεται στην ίδια η φύλαξη, φροντίδα και επιμέλεια μόνον της μιας εκ των δύο θυγατέρων των διαδίκων, εφόσον η μεγαλύτερη είχε εν τω μεταξύ ενηλικιωθεί. Ζητούσε, επίσης, διάταγμα με το οποίο να καθορίζεται ως τόπος διαμονής της ανήλικης ο εκάστοτε τόπος διαμονής της Εφεσείουσας, καθώς και διάταγμα με το οποίο να ρυθμίζεται η επικοινωνία της ανήλικης με τον Εφεσίβλητο.

 

Με ανταπαίτηση, η οποία καταχωρίστηκε στις 23.7.24, ο Εφεσίβλητος ζητούσε να ανατεθεί από κοινού και στους δύο γονείς η επιμέλεια και οι επί μέρους πτυχές της γονικής μέριμνας της ανήλικης, να καθορίζεται ως τόπος διαμονής της ανήλικης, ο δικός του τόπος διαμονής και ακολούθως ο τόπος διαμονής της Εφεσείουσας, εκ περιτροπής, ανά 14 συνεχόμενα εικοσιτετράωρα, και να επιτρέπεται στον ίδιο να μεταφέρει την ανήλικη εκτός Κύπρου κατά τις περιόδους που θα διαμένει μαζί του, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της Εφεσείουσας.

 

Ο Εφεσίβλητος καταχώρισε, επίσης, στις 6.8.24, μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε διάταγμα με το οποίο να ασκείται από κοινού και από τους δύο γονείς η επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας τους, διάταγμα με το οποίο να καθορίζεται ως τόπος διαμονής της ανήλικης ο τόπος διαμονής του Εφεσίβλητου και ακολούθως ο τόπος διαμονής της Εφεσείουσας, εκ περιτροπής, ανά 14 συνεχόμενα εικοσιτετράωρα, και τέλος διάταγμα με το οποίο, κατά τις σχολικές διακοπές της, η ανήλικη να διαμένει ίσο χρόνο στον καθένα από τους δύο γονείς. 

 

Δεν εκδόθηκαν οποιαδήποτε διατάγματα μονομερώς. Τόσο η μονομερής αίτηση της Εφεσείουσας, όσο και αυτή του Εφεσίβλητου, ορίστηκαν για επίδοση. Αφού καταχωρίστηκαν εκατέρωθεν ενστάσεις, οι δύο ενδιάμεσες αιτήσεις, με τη σύμφωνη γνώμη των μερών, συνεκδικάστηκαν, χωρίς να υπάρξει αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Το Δικαστήριο, επίσης, πριν την έκδοση της ενδιάμεσης εκκαλούμενης απόφασης, κάλεσε στις 27.9.24, την ανήλικη σε συνέντευξη. Η ανήλικη τότε ήταν 13 ετών και δύο μηνών περίπου.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην ενδιάμεση απόφασή του, ημερ. 13.1.25, στη βάση των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων και της συνέντευξης, έκρινε ότι πληρούντο οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, δηλαδή (i) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (ii) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και (iii) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd a.o. (1982) 1 C.L.R. 557, Τσιολάκκη κ.ά. ν. Στυλιανίδη (1992) 1 Α.Α.Δ. 782, Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά. (1994) 1 Α.Α.Δ. 201). Στη συνέχεια, προχώρησε στην εξέταση του status quo ante και του ισοζυγίου της ευχέρειας, προβαίνοντας  στην ακόλουθη διεργασία:

 

«Λαμβάνοντας υπόψιν τα όσα ανωτέρω ανέφερα, τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων σε καίρια ζητήματα, το γεγονός ότι δεν φαίνεται μέσα από τις αντικρουόμενες θέσεις τους ότι ο ένας γονέας υπερτερεί του άλλου γονέα από άποψη ικανότητας κατά τρόπο που να επιβάλλεται, στο στάδιο αυτό, να αποκλείσω τον άλλο γονέα από την άσκηση της επιμέλειας της ανήλικης, το συμφέρον της ανήλικης η οποία κατά την άποψη μου έχει τεθεί στο μέσο της αντιπαράθεσης των γονέων της, το γεγονός ότι θα πρέπει πλέον να τεθεί ένα σταθερό πρόγραμμα το οποίο θα ακολουθείται χωρίς να δημιουργείται η ανησυχία στην ανήλικη ότι «παίρνει το μέρος» οποιουδήποτε από τους γονείς της με αποτέλεσμα να απογοητεύει τον άλλο, το γεγονός ότι κατά την άποψη μου δεν θα πρέπει η ανήλικη να περνά μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να έχει προσωπική επαφή με τον άλλο γονέα, και σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί το status quo ante επί τους (sic) ισοζυγίου της δικαιοσύνης κρίνω ότι η πλάστιγγα γέρνει υπέρ της μερικής επιτυχίας της αίτησης του αιτητή (καθ' ου η αίτηση) ημερ.6/8/24».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην έκδοση των ακόλουθων  προσωρινών διαταγμάτων:

 

«Α. Εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο ανατίθεται από κοινού στους διαδίκους η άσκηση της επιμέλειας της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων. 

Β. Εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο καθορίζεται ως τόπος διαμονής της ανήλικης ο εκάστοτε τόπος διαμονής του αιτητή εντός της Λεμεσού και ακολούθως ο εκάστοτε τόπος διαμονής της καθ΄ης η αίτηση εντός της Λεμεσού εκ περιτροπής ανά 7 συνεχόμενα εικοσιτετράωρα.

Γ.  Εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο αιτητής, την Πρώτη Περίοδο, με έναρξη την Παρασκευή 24/1/25, στις 1:30 μ.μ ή κατά την ώρα λήξης της σχολικής ημέρας, να παραλάβει την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων από το σχολείο στο οποίο φοιτά και να την παραδώσει την Παρασκευή 31/1/25 στις 7:30 π.μ στο σχολείο στο οποίο φοιτά.

Δ.  Εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η καθ' ης η αίτηση, την Δεύτερη Περίοδο, με έναρξη την Παρασκευή 31/1/25, στις 1:30 μ.μ ή κατά την ώρα λήξης της σχολικής ημέρας, να παραλάβει την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων από το σχολείο στο οποίο φοιτά και να την παραδώσει την Παρασκευή 7/2/25 στις 7:30 π.μ στο σχολείο στο οποίο φοιτά.

Οι αναφερόμενες στις παραγράφους Γ και Δ ρυθμίσεις θα επαναλαμβάνονται ανά Δυο Περιόδους.

 

Στις περιπτώσεις σχολικών αργιών ή σχολικών διακοπών η παραλαβή και η παράδοση της ανήλικης από τον υπόχρεο γονέα, ως η πιο πάνω ρύθμιση, θα γίνεται από και προς τον τόπο διαμονής του άλλου γονέα ο οποίος διατάσσεται να παραδίδει και να παραλαμβάνει την ανήλικη, ενώ η ώρα παραλαβής και παράδοσης της ανήλικης θα είναι στις 10π.μ.

Το πιο πάνω προσωρινό διάταγμα […] θα ισχύει μέχρι την αποπεράτωση της εναρκτήριας αίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου».

 

Η Εφεσείουσα δεν έμεινε ικανοποιημένη και καταχώρισε την υπό κρίση έφεση, προβάλλοντας οκτώ λόγους έφεσης. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο έφεσης, παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα, αγνόησε και δεν έλαβε υπόψη και ή δεν εκτίμησε ορθά  την άποψη και το συμφέρον της ανήλικης, ως και τα όσα ανέφερε σε «δεύτερη» συνέντευξη της, ημερ. 6.12.24, αναφορικά με την επιθυμία της, σε σχέση με την υπό κρίση διαδικασία και την επικοινωνία της με τους διάδικους γονείς της, και πιο συγκεκριμένα, αγνόησε το γεγονός ότι η ίδια η ανήλικη ανέφερε ρητά ότι επιθυμεί «να μένει 1 μήνα με τη μητέρα της και 1 με 2 εβδομάδες με τον πατέρα της», ενώ ταυτόχρονα προέβη στην πιο πάνω προσέγγιση παρά τις θέσεις και του ίδιου του Εφεσίβλητου ότι «η ανήλικη είναι τέτοιας ηλικίας και βαθμού ωριμότητας που η γνώμη της θα πρέπει να γίνει σεβαστή».

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα περιορίστηκε στην αναζήτηση της γνώμης της ανήλικης μόνο στην πρώτη συνέντευξη, ημερ. 27.9.24 και εσφαλμένα αποφάνθηκε ότι η ανήλικη δεν τοποθετήθηκε επί του θέματος της δικής της επιθυμίας για τον τρόπο διαμοιρασμού του χρόνου της με τους γονείς της.

 

Παραπονείται, ακόμα, με τον τρίτο λόγο έφεσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν διεξήγαγε την εν λόγω πρώτη συνέντευξη με τον  προσήκοντα τρόπο, αλλά εσφαλμένα βασίστηκε και ή εσφαλμένα βασίστηκε μόνο στην εν λόγω συνέντευξη για την αναζήτηση της γνώμης της ανήλικης και εσφαλμένα διαχειρίστηκε το θέμα.       

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τους παράγοντες  και τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα ρύθμισης του τρόπου επικοινωνίας της ανήλικης με τους διαδίκους και εσφαλμένα αγνόησε  τη σχετική επί του θέματος νομοθεσία και νομολογία και εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη ότι αντενδείκνυται η απόδοση ισόχρονης επικοινωνίας, συνεπιμέλειας και εναλλασσόμενης διαμονής σε υποθέσεις οι οποίες έχουν τα χαρακτηριστικά της παρούσας, και, μεταξύ άλλων, όπου υπάρχει, δεδομένα, πλήρης έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των διαδίκων και έντονη αντιπαράθεση μεταξύ τους σε όλα τα θέματα, ως και στα θέματα που αφορούν την ανήλικη, καθώς επίσης και διαφορετικότητα στην προσέγγιση της γονικής επιμέλειας (parenting style). Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα στηρίχτηκε, ερμήνευσε και εφάρμοσε την απόφαση ΜΠρΑθ 3827/2023, ημερ. 28.6.23 και εσφαλμένα βασίστηκε μόνο στην εν λόγω απόφαση, αγνοώντας τη σχετική επί του θέματος νομολογία και εσφαλμένα εφάρμοσε νομοθετικές αρχές και πρόνοιες οι οποίες δεν εφαρμόζονται στην Κύπρο.

 

Με τον πέμπτο λόγο έφεσης, μέμφεται το Δικαστήριο πως εσφαλμένα έκρινε το status quo ante και συγκεκριμένα ότι οι διάδικοι είχαν ισόχρονη επικοινωνία με την ανήλικη κατά το διάστημα πριν την έκδοση απόφασης και όχι ότι αυτή η ρύθμιση επιβλήθηκε ετεροχρονισμένα και για πολύ μικρό χρονικό διάστημα από τον Εφεσίβλητο ετσιθελικά και σε αντίθεση με τις θέσεις της Εφεσείουσας, η οποία είχε από τη γέννηση της ανήλικης την de facto επιμέλεια της, χωρίς κανένα ενδιαφέρον και συμμετοχή του Εφεσίβλητου.

 

Με τον έκτο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα προβάλλει πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ ορθά έκρινε ότι «στην Αίτηση της Αιτήτριας συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του Α. 32» και προέβη στη συνέχεια στη διεργασία εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας και παρόλο που ορθά αποφάνθηκε ότι στην εν λόγω διεργασία «[Π]ρέπει το Δικαστήριο να επιλέγει την οδό που εμπεριέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας», εντούτοις αξιολόγησε εσφαλμένα τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σχετικά με το θέμα και εσφαλμένα έκρινε ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε υπέρ της απόρριψης της αίτησης της Εφεσείουσας και της μερικής επιτυχίας της αίτησης του Εφεσίβλητου και της έγκρισης της ισόχρονης επικοινωνίας της ανήλικης με τους διαδίκους.

 

Με τον έβδομο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα παραπονείται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και κατά τρόπο ανεπίτρεπτο προέβη σε αξιολόγηση μαρτυρίας και σε ευρήματα σε σχέση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς επί διαφόρων θεμάτων και σε διάφορα σημεία της απόφασης του, συμπεριλαμβανομένων και των πιο κάτω κρίσεων του πρωτόδικου Δικαστηρίου: (α) σελ. 59: «Με μια περιορισμένη εξέταση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, και χωρίς να καταλήγω σε οποιοδήποτε εύρημα φαίνεται να προκύπτει ότι, για μεγάλο ή το μεγαλύτερο μέρος της έγγαμης σχέσης των διαδίκων αυτοί εργάζονταν και την κύρια ευθύνη των παιδιών τους τις περισσότερες ώρες αναλάβανε το προσωπικό το οποίο εργοδοτούσαν … Το γεγονός ότι φαίνεται να υπάρχει παραδοχή ότι οι εντολές στο προσωπικό για την εκτέλεση των οδηγιών σε σχέση με τα θέματα που αφορούσαν στην ανήλικη δίδονταν από την αιτήτρια, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση και ούτε συνεπάγεται άνευ ετέρου ότι η αιτήτρια ασκούσε την επιμέλεια της ανήλικης και λάμβανε όλες τις σημαντικές αποφάσεις για τη ζωή της, αφού ενδεχομένως ακόμη για πρακτικούς λόγους αυτή την ευθύνη να αναλάμβανε ένας εκ των δυο γονέων», (β) σελ. 59: «Χωρίς να καταλήγω σε ευρήματα, δεν διέλαθε τις (sic) προσοχής του Δικαστηρίου το γεγονός ότι, ενώ η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο καθ' ου η αίτηση ουδέποτε ασχολήθηκε με την ανήλικη, ότι δεν γνωρίζει τις ανάγκες της, ότι δεν έχει εμπειρία και ότι είναι ακατάλληλος να αναλάβει αυτό το καθήκον, η ίδια κατά ή περί τον Μάρτιο του 2023 ανέφερε στον καθ' ου η αίτηση, ότι θα ήταν καλό να ασχοληθεί και ο ίδιος και να βοηθήσει γιατί η ανήλικη είχε δυσκολίες με τα μαθήματα της- Χωρίς να καταλήγω σε εύρημα, φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι η αιτήτρια αναγνωρίζει την ικανότητα του καθ' ου η αίτηση να συμμετέχει στην εκπαίδευση στης (sic) ανήλικης, θέμα για το οποίο γίνεται πολύς λόγος  σε όλες τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων», (γ) σελ. 59-60: «Δεν είναι η ώρα να αξιολογήσω την ικανότητα έκαστου γονέα και να καταλήξω σε ευρήματα. Χωρίς να καταλήγω σε ευρήματα, δεν φαίνεται μέσα από τις αντικρουόμενες θέσεις τους ότι ο ένας γονέας υπερτερεί του άλλου γονέα από άποψη ικανότητας κατά τρόπο που να επιβάλλεται, στο στάδιο αυτό, να αποκλείσω τον άλλο γονέα από την άσκηση της επιμέλειας της ανήλικης, ενώ δε θεωρώ επίσης ότι στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον μου η ανήλικη διατρέχει οποιοδήποτε κίνδυνο είτε όταν βρίσκεται με την μητέρα της είτε όταν βρίσκεται με τον πατέρα της», (δ) σελ. 61: «Χωρίς να καταλήγω σε ευρήματα, το γεγονός ότι για τους μήνες του καλοκαιριού η αιτήτρια αποδέχθηκε την εν λόγω διευθέτηση, αποδυναμώνει κατά την άποψη μου τις έντονες ανησυχίες που εκφράζει σε σχέση τόσο με την ικανότητα του καθ' ου η αίτηση αλλά και τον τρόπο ζωής του στον οποίο όπως αναφέρει ενδέχεται να εκτεθεί η ανήλικη»  (έβδομος λόγος).

 

          Τέλος, με τον όγδοο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα προβάλλει πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα εξέδωσε κατ’ ουσίαν ενδιάμεσο διάταγμα: (α) συνεπιμέλειας, (β) εναλλασσόμενης κατοικίας και διαμονής της ανήλικης όπως και (γ) ισόχρονου διαμοιρασμού του χρόνου της ανήλικης με τους γονείς της, αντί να αποδώσει την επιμέλεια ή έστω τη φύλαξη και φροντίδα και τον τόπο διαμονής της ανήλικης στην Εφεσείουσα και να ρυθμίσει την επικοινωνία του Εφεσίβλητου με την ανήλικη κατά τρόπο ορθολογιστικό, ο οποίος να εξυπηρετεί το συμφέρον της ανήλικης και να συνάδει με τις επιθυμίες της.

 

          Η Εφεσείουσα, στο Τμήμα 6 της Ειδοποίησης Εφεσείοντος αιτείται τον παραμερισμό των  εκδοθέντων  προσωρινών  διαταγμάτων, ημερ. 13.1.25, ή διαζευκτικά τη διαφοροποίηση τους και έκδοση άλλων διαταγμάτων, ως ακολούθως:

 

«Α.      Διάταγμα … με το οποίο … να ανατίθεται στην Αιτήτρια η φροντίδα και φύλαξη της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων  […]

Β.  Διάταγμα … με το οποίο … να καθορίζεται ως τόπος διαμονής της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων  […] ο εκάστοτε τόπος διαμονής της Αιτήτριας στη Λεμεσό. 

Γ.   Διάταγμα … με το οποίο … να ρυθμίζεται η επικοινωνία της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων  […] με τον Καθ’ ου η Αίτηση, ως και ο χρόνος επικοινωνίας της με τους διαδίκους κατά τρόπο με τον οποίο να διασφαλίζεται η ασφάλεια, η προστασία και το καλώς νοούμενο συμφέρον της ανήλικης:

          Γ.1.      ως η επιθυμία της ανήλικης ήτοι 4 εβδομάδες με την Αιτήτρια και 1 ή 2 εβδομάδες με τον Καθ’ ου η Αίτηση.

      Γ.2.      διαζευκτικά υπό Γ.1. πιο πάνω ως η επιθυμία της ανήλικης και/ή το 1/3 του χρόνου της ανήλικης με τον Καθ’ ου η Αίτηση και τα 2/3 με την Αιτήτρια».

 

Έχουμε μελετήσει διεξοδικά τους λόγους έφεσης, την αιτιολογία αυτών, ως επίσης και την επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων στα εμπεριστατωμένα περιγράμματα αγόρευσης τους και ενώπιον μας προφορικά, ως επίσης και καθετί σχετικό το οποίο τέθηκε ενώπιον μας. Προτού προχωρήσουμε με την ουσία της έφεσης, θεωρούμε ορθό να παραθέσουμε τις σχετικές διατάξεις του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου Ν.216/90, οι οποίες διέπουν τα επίδικα ζητήματα.

 

Το Άρθρο 5(1) του Ν.216/90 προνοεί τα εξής:

 

«5. (1) (α) Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο (“γονική μέριμνα”) είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων οι οποίοι το ασκούν από κοινού».

(β) Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει τον προσδιορισμό του ονόματος, την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του».

 

Το Άρθρο 6 του Ν.216/90 προβλέπει:

 

«(1) Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου.

(2)(α) Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του Δικαστηρίου όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το Δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησης της.

(β) Η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις με βάση το φύλο, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πεποιθήσεις, την ιθαγένεια, την εθνική ή κοινωνική προέλευση ή την περιουσία.

(3) Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσο η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του».

 

Το Άρθρο 9(1) του Ν.216/90 προνοεί τα ακόλουθα:

 

«Η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή και επίβλεψη, τη διαπαιδαγώγηση και εκπαίδευση του καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του».

 

Το συμφέρον του παιδιού αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα για την απόφαση του Δικαστηρίου σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως (βλ.  Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 Α.Α.Δ. 130, Ιακωβίδης ν. Ιακωβίδου (2000) 1 Α.Α.Δ. 1108).

 

Στις υποθέσεις γονικής μέριμνας δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων. Πρόκειται για διαδικασία εξεταστικού χαρακτήρα με στόχο την ευημερία και το συμφέρον του ανηλίκου (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (ανωτέρω)).

 

Λόγω της συνάφειας τους, θα εξετάσουμε τους τρεις πρώτους  λόγους έφεσης μαζί. Με αυτούς η Εφεσείουσα μέμφεται την πρωτόδικη προσέγγιση και διεργασία αναφορικά με την αναζήτηση της γνώμης της ανήλικης. Σύμφωνα με το επιχείρημα, το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη γνώμη του παιδιού, ενώ δεν διασφάλισε τη δέουσα και αποτελεσματική άσκηση του εν λόγω δικαιώματος.

 

Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο διενήργησε συνέντευξη με την ανήλικη στις 27.9.24, με βάση το Άρθρο 6(3) του Ν.216/90 και την απόφαση Γ.Δ. κ.ά. ν. Α.Β. κ.ά., Έφεση Αρ. 1/22 κ.ά., ημερ. 7.7.22, με την οποία κρίθηκε πως η γνώμη του ανήλικου πρέπει να αναζητείται και στις ενδιάμεσες αιτήσεις. Η συνέντευξη, κατόπιν συμφωνίας των δυο πλευρών, πραγματοποιήθηκε στη Ρωσική γλώσσα, που είναι η μητρική γλώσσα της ανήλικης, στην παρουσία στενογράφου και της μεταφράστριας, η οποία μετέφραζε από τα Ελληνικά στα Ρωσικά και αντίστροφα. Όπως καταγράφηκε στα πρακτικά της συνέντευξης, η ανήλικη ήταν νευρική, έτρωγε τα νύχια της, απέφευγε να κοιτάξει το Δικαστήριο και έδειχνε να νιώθει άβολα. Όταν η ανήλικη ρωτήθηκε από το Δικαστήριο: «Θες να μου πεις ποιος σε ενημέρωσε για το λόγο που θα έρθεις σήμερα στο Δικαστήριο;», απάντησε: «η μητέρα μου και ο πατέρας μου». Η ανήλικη ανέφερε ότι μετακόμισαν με τη μητέρα της σε άλλη οικία στη Λεμεσό και ότι διαθέτει δικό της δωμάτιο. Ανέφερε, επίσης, ότι πριν την αποχώρησή τους από το σπίτι, έτρωγαν όλοι μαζί το βράδυ, ενώ κάθε Παρασκευή έπαιζαν επιτραπέζια παιγνίδια, έτρωγαν, γελούσαν και μπορούσε να παραγγείλουν φαγητό από έξω για κατ’ οίκον παράδοση. Στη συνέχεια, η ανήλικη αναφέρθηκε στην καθημερινότητα της, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά τη μετακόμιση με τη μητέρα της σε άλλο σπίτι.  Παραθέτουμε απόσπασμα από τη συνέντευξη ημερ. 27.9.24:

 

«Ε. Από τότε που φύγατε από το σπίτι με την μητέρα σου, επικοινωνείς με τον πατέρα σου;

Α. Ναι.

Ε. Κάθε πόσο επικοινωνείς;

Α. Ανταλλάσσουμε μηνύματα. Στέλλουμε βιτεάκια στο Instagram και πηγαίνω να τον δω.

Ε. Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας. Κάθε πόσο βλέπεις τον παπά σου;

Α. Αν μείνω μαζί του καθημερινά. Αν μείνω με την μητέρα μου καθόλου.

Ε. Αυτό ρωτώ. Κάθε πόσες μέρες μένεις με τον παπά σου;

Α. Όλο το καλοκαίρι έμεινα με την μητέρα μου.

Ε. Ποιους μήνες δηλαδή;

Α. Ιούλιο και Αύγουστο. Μετά, 8/9 ήλθε ο πατέρας μου και έμεινα δύο εβδομάδες μαζί με τον πατέρα μου. Τώρα επέστρεψα στην μητέρα μου.

Ε. Πότε επέστρεψες στην μητέρα σου;

Α. Προχτές.

Ε. Αυτές τις δύο εβδομάδες που ήσουν με τον πατέρα σου, πώς περνούσατε τον χρόνο σας;

Α. Με περίμενε πάντα να έλθω από το σχολείο να φάμε μαζί.

Ε. Ένα λεπτό. Τα σχολεία πότε άνοιξαν;

Α. 8.9.

Ε. Τη μέρα που άνοιγαν τα σχολεία πήγες στον παπά σου δηλαδή;

Α. Ναι. Με περίμενε πάντα να έλθω από το σχολείο να φάμε μαζί. Μετά είχα δικά μου πράγματα να ασχοληθώ. Και μετά μπορούσε εκείνος να έλθει κοντά μου να συζητήσουμε κάτι ή εγώ μπορούσα να πάω κοντά του να συζητήσουμε κάτι ή να δούμε μαζί κάποια βιτεάκια.

Ε. Με τη μητέρα σου τι έκανες αυτούς τους μήνες που ήσουν μαζί της;

Α. Ήρθαν η γιαγιά και ο παππούς και η ξαδέλφη μου και γυρίζαμε παντού στην Κύπρο για να τους δείξουμε την Κύπρο.

Ε. Πέρασες ωραία το καλοκαίρι;

Α. Ναι όμως πήγα να δω και τον παπά.

Ε. Πολύ ωραία. Πέρασες χρόνο και με τον παπά σου δηλαδή;

Α. Τον Ιούνιο.  

Ε. Είναι κάτι που σε απασχολεί σήμερα που έχετε φύγει από το σπίτι? Πλέον έχεις δυο σπίτια να μένεις. Σε προβληματίζει κάτι; Σε ανησυχεί κάτι;

Α. Δεν ξέρω.

Ε. Σε ρωτώ γιατί σε βλέπω λίγο προβληματισμένη. Λίγο ντροπαλή. Γι' αυτό το λόγο θέλω να ξέρω αν σε απασχολεί κάτι να μου το πεις.

Α. Όχι όχι. Είμαι καλά.

Ε. Αν είχες εδώ τους γονείς σου θα ήθελες να τους πεις κάτι;

Α. Δεν θέλω να μπλεχτώ σε αυτή την ιστορία. Γιατί με μπλέκετε σε αυτή την ιστορία;

............

Ε. Πως νιώθεις για την κατάσταση σήμερα όπως διαμορφώθηκε;

Α. Πονώ.

Ε. Το έχεις πει στους γονείς σου;

Α. Όχι.

Ε. Γιατί δεν τους το λες; Έχεις δικαίωμα να τους πεις ότι θέλεις.

Α. Δεν μου αρέσει να εκφράζω τα συναισθήματα μου. Τι με πειράζει στους γονείς μου.

Ε. Θα πρέπει να το κάνεις. Έχεις δικαίωμα να το κάνεις. Είσαι άνθρωπος και μπορείς να εκφράζεις τα συναισθήματα σου».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αναφορικά με την υποχρέωση του Δικαστηρίου να αναζητήσει τη γνώμη του παιδιού με βάση το Άρθρο 6(3) του Ν.216/90, παρέπεμψε στη Στυλιανού ν. Στυλιανού (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα εξής:

 

«Η λήψη της γνώμης του παιδιού, εφόσον η ωριμότητα του καθιστά δυνατή τη διαμόρφωση γνώμης, για την ανάθεση της επιμέλειας και μέριμνας του είναι υποχρεωτική, όπως προβλέπει το Άρθρο 6(3) του Ν. 216/90, και ενέχει βαρύνουσα σημασία ως αποκαλυπτική της δικής του βούλησης για την ευτυχία και πρόοδο του. Όπως εξηγείται στην Gillick (ανωτέρω), όσο μεγαλώνει το παιδί και ανεξαρτητοποιείται ανάλογα μεγαλύτερη και βαρύνουσα καθίσταται και η γνώμη του για την επιμέλεια του ατόμου του».

 

Όπως επανατονίστηκε στην Π.Ε. ν. K.R.U., Έφεση Αρ. 23/18, ημερ. 3.12.19:

 

Η γνώμη του παιδιού έχει βαρύνουσα σημασία, και συνεπώς η βούλησή του, αναλόγως της ωριμότητάς του, πρέπει να αναζητείται και να συνεκτιμάται (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 130, Πασιαρδή ν. Θεοδοσίου (2004) 1 ΑΑΔ 338). Αυτό αποτελεί ένδειξη σεβασμού της προσωπικότητας του παιδιού από το νομοθέτη. Η αναζήτηση της γνώμης του παιδιού είναι υποχρεωτική, εφόσον το παιδί είναι ώριμο, λόγω βιολογικών ή κοινωνικών παραγόντων, να εκφράσει τη γνώμη του για συγκεκριμένο θέμα.

Η γνώμη του παιδιού λαμβάνεται υπόψη νοουμένου ότι είναι γνήσια και όχι υποβολιμαία ή στηρίζεται στη μονομερή επίδραση του ενός εκ των γονέων. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου το παιδί ζεί με τον ένα γονέα  ή όπου καλλιεργείται από τον ένα γονέα η αποξένωση ως προς τον άλλο γονέα».

 

Όπως, επίσης, λέχθηκε στην Γ. Δ. κ.ά. ν. Α. Β. (ανωτέρω):

 

«Το Δικαστήριο οφείλει να ακούσει το παιδί. Τη θέση του, εφόσον βάσιμη και ειλικρινή και όχι καθοδηγούμενη ή προς ικανοποίηση του γονέα με τον οποίο διαμένει, θα συνεκτιμήσει. Δεν είναι όμως υπόχρεο να την ακολουθήσει. Όπως εξηγούμε στη συνέχεια, κυρίαρχη και καθοριστική παράμετρος παραμένει το συμφέρον του, όπως το Δικαστήριο θα αποφασίσει ότι εξυπηρετείται καλύτερα».

 

Οι αρχές που διέπουν τον τρόπο διεξαγωγής της συνέντευξης του Δικαστηρίου με  παιδί συνοψίστηκαν στην Π.Ε. ν. K.R.U. (ανωτέρω), ως ακολούθως:

 

Η διαδικασία της συνέντευξης και ο ρόλος του Δικαστηρίου σε αυτή αναλύθηκε στην Αγγλική υπόθεση Re KP (A Child) [2014] EWCA 554 στην οποία παρέπεμψε ο κ. Βραχίμης. Η υπόθεση αφορούσε αίτηση επιστροφής ανηλίκου από την Αγγλία στη Μάλτα με βάση τη Σύμβαση της Χάγης. Ο ανήλικος παρουσιαζόταν αρνητικός σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Το Δικαστήριο θεώρησε σκόπιμο να έχει συνέντευξη με τον ανήλικο όπου μετά που του υπέβαλε αριθμό ερωτήσεων (87 στον αριθμό), το Δικαστήριο κατέληξε, από τη δική του συνέντευξη, ότι ο ανήλικος δεν είχε έντονες αντιρρήσεις στο να επιστρέψει στη Μάλτα και διέταξε την επιστροφή του. Στην έφεση που ασκήθηκε διετάχθη επανεκδίκαση. Όπως εξήγησε το Αγγλικό Εφετείο, ο ρόλος της διαδικασίας της συνέντευξης δεν είναι να καταλήξει το δικαστήριο σε γεγονότα (fact finding), ούτε και στοχεύει στο να εξάξει το δικαστήριο συμπεράσματα ως προς τις πραγματικές επιθυμίες του ανηλίκου. Οι επιθυμίες του ανηλίκου μεταφέρονται στο Δικαστήριο από ειδικούς του CAFCASS ή ψυχολόγους και σε κατάλληλες περιπτώσεις, μέσω κατάθεσης του ανηλίκου, εάν η ηλικία του το επιτρέπει. Στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης το Court of Appeal συνόψισε τις αρχές που διέπουν τη συνέντευξη του δικαστηρίου με το παιδί ως ακολούθως:

 

i) During a meeting the judge's role should be largely that of a passive recipient of whatever communication the young person wishes to transmit.

ii) The purpose of the meeting is not to obtain evidence and the judge should not, therefore, probe or seek to test whatever it is that the child wishes to say. The meeting is primarily for the benefit of the child. The task of gathering evidence is for the specialist CAFCASS officers.

iii) Where a meeting occurs prior to the judge deciding upon the central issues of the case, it should be for the dual purposes of allowing the judge to hear what the young person may wish to volunteer and for the young person to hear the judge explain the nature of the court process. The length of such a meeting will generally be no more than 20 minutes.

iv) If the child volunteers evidence that would or might be relevant to the outcome of the proceedings, the judge should report back to the parties and determine whether, and if so how, that evidence should be adduced».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε τη διαπίστωση του πως η ανήλικη «πονά» λόγω των διασαλευμένων σχέσεων των γονέων της μετά τον χωρισμό και πως ήταν συνειδητή επιλογή της να μην τοποθετηθεί ευθέως ενώπιον του Δικαστηρίου για να μην απογοητεύσει τους γονείς της. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα:       

 

«Δεν προτίθεμαι να καταστήσω τον εαυτό μου ειδικό όμως, από το πιο πάνω απόσπασμα που παρατέθηκε, θεωρώ ότι η ανήλικη ενδεχομένως να πονά όπως μου ανέφερε, λόγω των διασαλευμένων σχέσεων των γονέων της μετά το χωρισμό και της αντιπαράθεσης τους σε σχέση με την άσκηση της γονικής μέριμνας της ίδιας, για την οποία προφανώς και γνωρίζει αφού κλήθηκε να εμφανιστεί και η ίδια για σκοπούς συνέντευξης ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν θέλει να το πει στους γονείς της γιατί, όπως μου ανέφερε, δεν της αρέσει να εκφράζει τα συναισθήματα της και να λέει στους γονείς της «τι την πειράζει». Είναι βέβαιο ότι κάτι την πειράζει, όμως, όπως ήδη ανέφερα, δεν θα καταστήσω τον εαυτό μου ειδικό και να εξάγω αυθαίρετα συμπεράσματα δεδομένης της συνειδητής επιλογής της, κατά την άποψη μου, να μην τοποθετηθεί ευθέως ενώπιον του Δικαστηρίου σε μια προσπάθεια της να μην απογοητεύσει κανέναν από τους γονείς της.

Όπως φαίνεται από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ο χρόνος της ανήλικης διαμοιράζεται μεταξύ των δυο σπιτιών. Όπως ανέφερα δεν μπορώ να καταλήξω σε οποιοδήποτε ασφαλές εύρημα κατά πόσο η εν λόγω διευθέτηση είναι αποτέλεσμα χειρισμού της ανήλικης από τον καθ' ου η αίτηση ως η θέση της αιτήτριας, ή αν αυτό αποτελεί την επιθυμία της ανήλικης ως η θέση του καθ' ου η αίτηση, δεδομένου δε ότι η ανήλικη επέλεξε, όπως ανέφερα ανωτέρω, συνειδητά κατά την άποψη μου, να μην τοποθετηθεί σχετικά κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Αυτό θα αποτελέσει έργο του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης όταν πλέον θα έχω ενώπιον μου και την Έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Σημειώνω ότι ήδη έχουν δοθεί σχετικές οδηγίες στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας».

 

Η πλευρά της Εφεσείουσας προέβαλε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη και αγνόησε πλήρως τη «δεύτερη», όπως τη χαρακτήρισε, συνέντευξη του Δικαστηρίου με την ανήλικη, ημερ. 6.12.24, στο πλαίσιο μεταγενέστερης ενδιάμεσης αίτησης του Εφεσίβλητου. Σύμφωνα με την Εφεσείουσα, στη δεύτερη αυτή συνέντευξη, όπως τους πληροφόρησε το Δικαστήριο, η ανήλικη ανέφερε ότι επιθυμούσε να μένει ένα μήνα με τη μητέρα της και μια έως δύο βδομάδες με τον πατέρα της. Υπήρξε δηλαδή, κατά την εισήγηση, σαφής τοποθέτηση της ανήλικης και επομένως, το Δικαστήριο είχε ενώπιον του, ως μέρος του φακέλου (i-justice) της ίδιας διαδικασίας, μεταξύ των ιδίων διαδίκων, τη γνώμη του παιδιού αναφορικά με τον τόπο διαμονής του, την οποία το Δικαστήριο όφειλε να λάβει υπόψη, τηρουμένων των ευρημάτων του ότι κατά την πρώτη συνέντευξη η ανήλικη επέλεξε να μην τοποθετηθεί επί του επίμαχου ζητήματος. Η παράλειψη αυτή, σύμφωνα με το επιχείρημα, παραβιάζει τα δικαιώματα της ανήλικης να ακουστεί και να ληφθεί υπόψη η γνώμη της, ως καταγράφεται από τη νομολογία, τη νομοθεσία και τις διεθνείς Συμβάσεις και συγκεκριμένα από το Άρθρο 6 (3) του Ν.216/90, το Άρθρο 12 του περί της Συμβάσεως περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.243/90, τα Άρθρα 3 και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Άσκηση των Δικαιωμάτων του Παιδιού, η οποία κυρώθηκε με τον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την άσκηση των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικό Νόμο), Ν.23(ΙΙΙ)/2005, και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περαιτέρω, προβάλλεται πως το Δικαστήριο, εν πάση περιπτώσει, δεν διεξήγαγε τη συνέντευξη ημερ. 27.9.24 με τον ορθό τρόπο εφόσον: (α) Παρέλειψε να ενημερώσει την ανήλικη δεόντως για όλα όσα όφειλε να την ενημερώσει, (β) Παρέλειψε να της παρέχει τις δέουσες, χρήσιμες και απαραίτητες πληροφορίες και επεξηγήσεις αναφορικά με τη φύση και το αντικείμενο της διαδικασίας, το τι καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει και για τα δικαιώματα της ανήλικης, (γ) Παρέλειψε να την πληροφορήσει για τις ενδεχόμενες συνέπειες της θέσης της σε περίπτωση υλοποίησης  της γνώμης της, ως και για τις ενδεχόμενες συνέπειες οποιασδήποτε απόφασης που το Δικαστήριο θα εξέδιδε, (δ) Παρέλειψε να διεξαγάγει και δεν διεξήγαγε τη συνέντευξη και δεν τήρησε τις σχετικές με το θέμα κατευθυντήριες γραμμές και νομικές αρχές, και (ε) Περιορίστηκε απλά σε μια  συζήτηση με την ανήλικη, η οποία δεν ήταν υπό τις περιστάσεις σε καμία περίπτωση ορθή και επαρκής ώστε να αντιληφθεί και να πληροφορηθεί η ανήλικη όλα όσα έπρεπε να αντιληφθεί και να πληροφορηθεί και να της δοθεί πραγματική ευκαιρία να εκφράσει τη γνώμη της και να προσφέρει σχετικές με το θέμα πληροφορίες.

 

Αντιθέτως, η πλευρά του Εφεσίβλητου προέβαλε πως η αναφορά της Εφεσείουσας σε δύο συνεντεύξεις ήταν παραπλανητική, εφόσον στο πλαίσιο των δύο συνεκδικασθεισών ενδιάμεσων  διαδικασιών (δηλαδή της αίτησης της μητέρας ημερ. 13.6.24 και της αίτησης του πατέρα ημερ. 6.8.24) έγινε μόνο μια συνέντευξη. Η άλλη συνέντευξη, η «δεύτερη» την οποία επικαλέστηκε η μητέρα, έγινε μετά την καταχώριση των εκατέρωθεν αγορεύσεων και μετά την επιφύλαξη της εκκαλούμενης απόφασης, και στο πλαίσιο άλλης μεταγενέστερης αίτησης του πατέρα για να ταξιδέψει η ανήλικη στο εξωτερικό για λόγους αναψυχής.

 

Προέχει η εξέταση της θέσης της Εφεσείουσας πως το Δικαστήριο, ενόψει της μη έκφρασης γνώμης από την ανήλικη στη συνέντευξη ημερ. 27.9.24, θα έπρεπε να λάβει υπόψη τη «δεύτερη» συνέντευξη, ημερ. 6.12.24, όπου εκεί η ανήλικη εξέφρασε την άποψη ότι επιθυμούσε να μένει ένα μήνα με τη μητέρα της και μια έως δύο βδομάδες με τον πατέρα της. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η συνέντευξη ημερ. 6.12.24 έγινε στο πλαίσιο άλλης μεταγενέστερης  αίτησης που δεν αφορούσε τη φύλαξη, φροντίδα και επιμέλεια της ανήλικης, αλλά ταξίδι της στο εξωτερικό με τον πατέρα της, για τις διακοπές των Χριστουγέννων, δηλαδή έγινε κάτω από άλλες περιστάσεις και είχε άλλη αιτούμενη θεραπεία. Επιπρόσθετα, η συνέντευξη ημερ. 6.12.24 διενεργήθηκε μετά την καταχώριση των αγορεύσεων των δύο πλευρών και μετά την επιφύλαξη της απόφασης. Κρίνουμε πως ορθά, υπό τις περιστάσεις, το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη μεταγενέστερη συνέντευξη, η οποία δόθηκε στο πλαίσιο της εν λόγω μεταγενέστερης ενδιάμεσης αίτησης. Εν πάση περιπτώσει, αν το Δικαστήριο έκρινε ότι θα λάμβανε υπόψη και τη συνέντευξη ημερ. 6.12.24, αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς επανάνοιγμα της υπόθεσης ώστε να δίδετο η ευκαιρία στις δύο πλευρές να καταχωρούσαν συμπληρωματικές αγορεύσεις επί τούτου. Κανένα τέτοιο αίτημα για επανάνοιγμα της υπόθεσης δεν υποβλήθηκε εκ μέρους της Εφεσείουσας, ώστε να ληφθεί υπόψη η συνέντευξη ημερ. 6.12.24. Ούτε και η Εφεσείουσα αιτήθηκε, πριν την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, άλλους τρόπους αναζήτησης της γνώμης του παιδιού, μετά την πρώτη συνέντευξη. Αντιθέτως, όταν με δεδομένο ότι η ανήλικη δεν εξέφρασε άποψη για το επίδικο θέμα στη συνέντευξη ημερ. 27.9.24, ο Εφεσίβλητος ζήτησε όπως δοθούν οδηγίες σε λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας να αναζητήσει τη γνώμη της ανήλικης, η πλευρά της Εφεσείουσας ενέστη. Η αντίθεση της στην αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων αναζήτησης της γνώμης της ανήλικης καταγράφεται και στη γραπτή αγόρευση της πλευράς της κατά την πρωτόδικη διαδικασία, όπου καταγράφηκαν τα εξής:

 

«42. […] Ακριβώς επειδή αντιλαμβάνεται (ο Εφεσίβλητος) ότι η Συνέντευξη, η οποία αποκαλύπτει ξεκάθαρα την κακή ψυχολογική κατάσταση της Ανήλικης, δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα του, ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν δίστασε να ζητήσει από το Δικαστήριο να εμπλακεί εκ νέου το παιδί και σε άλλες διαδικασίες και να αναζητηθεί εκ νέου η γνώμη του και κατ’ ουσία να επαναληφθεί η συνέντευξη της Ανήλικης, και από το Γραφείο Ευημερίας.

43. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ξεκάθαρα ότι ο Καθ’ ου δεν αντιλαμβάνεται αλλά και δεν σέβεται τις ανάγκες και τη γνώμη της Ανήλικης και δεν διστάζει να την υποβάλει σε περαιτέρω ταλαιπωρίες και δοκιμασίες προκειμένου να εξυπηρετήσει τους σκοπούς του αδιαφορώντας για τις συνέπειες σε αυτήν».

 

Επομένως, δεν μπορεί η Εφεσείουσα να μέμφεται το Δικαστήριο ότι δεν προσέφυγε σε εναλλακτικούς μηχανισμούς αναζήτησης της γνώμης της ανήλικης, όταν η ίδια (η Εφεσείουσα) αντιτίθετο σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια και εν πάση περιπτώσει δεν εξέφρασε ούτε οποιοδήποτε παράπονο για την αρχική συνέντευξη σε οποιοδήποτε στάδιο πριν την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης.

 

Ούτε διαπιστώνουμε οτιδήποτε το μεμπτό ως προς τη διαδικασία της συνέντευξης ημερ. 27.9.24. Κατ’ αρχάς, επισημαίνουμε ότι δεν υπήρχε αμφισβήτηση ως προς την ωριμότητα της ανήλικης να εκφράσει γνώμη. Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο, συμμορφούμενο με το Άρθρο 6(3) του Ν.216/90 αλλά και τις πρόνοιες των σχετικών Συμβάσεων, άκουσε το παιδί, το οποίο φάνηκε ότι ήταν ενήμερο για τον λόγο που προσήλθε στο Δικαστήριο. Έδωσε δε την ευκαιρία στην ανήλικη να αναφέρει οτιδήποτε επιθυμούσε και να εκφέρει άποψη για το συμφέρον και την ευημερία της, την οποία όμως δεν εξέφρασε.

 

Δεν διαπιστώνουμε να έχει παραβιαστεί οποιοδήποτε δικαίωμα του παιδιού να ακουστεί και να εκφράσει τη γνώμη του.

 

Ως εκ των ανωτέρω, οι λόγοι έφεσης 1, 2 και 3, κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα προβάλλει πως το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αγνόησε και δεν έλαβε υπόψη τη σχετική επί του θέματος νομοθεσία και νομολογία ότι αντενδείκνυται η απόδοση ισόχρονης επικοινωνίας, συνεπιμέλειας και εναλλασσόμενης διαμονής σε υποθέσεις οι οποίες έχουν τα χαρακτηριστικά της υπό κρίση υπόθεσης και συγκεκριμένα ότι τα πιο πάνω αντενδείκνυνται όπου υπάρχει πλήρης έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των γονέων, έντονη αντιπαράθεση και διαφορετικότητα στην προσέγγιση σε ό,τι αφορά τη γονική μέριμνα των παιδιών τους. Με τον πέμπτο λόγο έφεσης η Εφεσείουσα μέμφεται το Δικαστήριο πως εφάρμοσε λανθασμένα το status quo ante και με τον έκτο λόγο έφεσης πως λανθασμένα έκρινε πως το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε υπέρ της μερικής επιτυχίας της αίτησης του Εφεσίβλητου. Οι τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι έφεσης θα εξεταστούν σε κοινό πλαίσιο, λόγω της συνάφειας τους.

 

Η Εφεσείουσα προβάλλει τη θέση ότι λανθασμένα το Δικαστήριο στηρίχθηκε σε απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ΜΠρΑθ 3827/2023, ημερ. 28.6.23), στην οποία εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο η επιμέλεια δόθηκε από κοινού και στους δύο γονείς και διατάχθηκε, επίσης, εναλλασσόμενη διαμονή ανά μία βδομάδα στην κατοικία του κάθε γονέα και η οποία εκδόθηκε μετά την τροποποίηση του Ελληνικού Αστικού Κώδικα με τον Ν.4800/2021.  Στο περίγραμμα αγόρευσης, η πλευρά της Εφεσείουσας παρέπεμψε σε Ελληνική, Αγγλική και Καναδική νομολογία, η οποία υποστηρίζει, σύμφωνα με τη θέση της, ότι σε τέτοιες περιπτώσεις όπου υπάρχει έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των γονέων, είναι αδύνατη η έκδοση διατάγματος ισόχρονης επικοινωνίας και εναλλασσόμενης διαμονής. Επιπρόσθετα, η Εφεσείουσα διατείνεται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη μαρτυρία της για τον πολυγαμικό τρόπο ζωής του Εφεσίβλητου, τον κίνδυνο έκθεσης της ανήλικης σε ακατάλληλες συζητήσεις, φωτογραφίες και βίντεο με σεξουαλικά και άλλα ακατάλληλα για την ηλικία της στοιχεία και το ότι ο Εφεσίβλητος, μέχρι την έναρξη των δικαστικών διαδικασιών, ουδέποτε ασχολήθηκε με ζητήματα που αφορούσαν την καθημερινότητα της ανήλικης, ούτε έδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε με λεπτομέρεια την εκδοχή της κάθε πλευράς. Η Εφεσείουσα ισχυρίστηκε πως η ίδια είχε τη φύλαξη, φροντίδα και επιμέλεια της ανήλικης από τη γέννησή της και φρόντιζε για την ανατροφή, εκπαίδευση και υγεία της, σε αντίθεση με τον Εφεσίβλητο ο οποίος δεν είχε ενεργή συμμετοχή στη ζωή της ανήλικης και η εμπλοκή του στην καθημερινότητα της ήταν ελάχιστη. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι ο Εφεσίβλητος χειραγωγούσε την ανήλικη, προσπαθώντας να διαμορφώσει τις σκέψεις της και τής επέτρεπε να παραλείπει το σχολείο και τις εξωσχολικές της δραστηριότητες, γεγονός που είχε αρνητικές επιπτώσεις στο σχολείο της. Επιπρόσθετα, τον κατηγόρησε ότι επέμενε να έχει «ανοικτό γάμο» και σεξουαλικές σχέσεις με διάφορες γυναίκες και ότι έκανε χρήση ναρκωτικών και αλκοόλης. Σύμφωνα με τη θέση της Εφεσείουσας, η ανήλικη επιθυμούσε να συνεχίσει να διαμένει μαζί της και να είναι υπό τη φροντίδα και επιμέλεια της. Ανέφερε επίσης ότι μετά την αποχώρηση της ίδιας από τη συζυγική οικία μαζί με την ανήλικη στις 2.6.24, ο Εφεσίβλητος ετοίμασε πρόγραμμα των ημερών που θα διέμενε η ανήλικη με τον κάθε γονέα.  Παρόλο που η ίδια διαφωνούσε με το πρόγραμμα 50-50, δεν επενέβη στο πρόγραμμα αυτό που ετοίμασε ο Εφεσίβλητος, αφενός για να μη δημιουργήσει ένταση, αλλά και επειδή το πρόγραμμα αυτό καταρτίστηκε στη βάση των ταξιδιών τους. 

 

Αντιθέτως, ο Εφεσίβλητος ανέφερε ότι ο ίδιος συμμετείχε πάντα σε όλες τις αποφάσεις που αφορούσαν την ανήλικη, τις οποίες λάμβαναν από κοινού με την Εφεσείουσα. Την κύρια φροντίδα, όμως της ανήλικης, σχεδόν από τη γέννηση της, αναλάμβανε το προσωπικό που εργοδοτούσε, αφού και οι δύο γονείς εργάζονταν με πλήρες ωράριο. Ήταν, περαιτέρω, η θέση του ότι η Εφεσείουσα αποδέχτηκε να είναι «ανοικτός» ο γάμος τους και της καταλόγισε επίσης, σεξουαλικές σχέσεις με άλλους άντρες και χρήση ναρκωτικών. Απέδωσε στην Εφεσείουσα κακοποιητική συμπεριφορά προς την ανήλικη, ότι δεν σεβόταν τις επιθυμίες της και ότι την φόρτωνε με φροντιστηριακά  μαθήματα, σε βαθμό που τον Μάρτιο του 2023 η ανήλικη να αντιδράσει και από τότε ανέλαβε ο ίδιος πλέον την εκπαίδευση της. Σύμφωνα με τη θέση του, η επιθυμία της ανήλικης είναι να περνά ίσο χρόνο, τόσο με τον ίδιο στην οικογενειακή στέγη, όσο και με τη μητέρα της στο σπίτι στο οποίο μετακόμισε, ρύθμιση η οποία ακολουθείτο και άφηνε την ανήλικη ικανοποιημένη και χαρούμενη. Περιέγραψε, επίσης, με λεπτομέρεια τη ρουτίνα των καθημερινών ημερών, αλλά και των Σαββατοκυρίακων, όταν η ανήλικη διέμενε μαζί του. Αρνήθηκε ότι χειραγωγούσε την ανήλικη και ότι δεν υπήρχε επικοινωνία μεταξύ του ιδίου και της Εφεσείουσας για σκοπούς της ανήλικης, πρόσθεσε όμως ότι από ένα σημείο και μετά, ήταν η Εφεσείουσα που δεν απαντούσε στα μηνύματα του.  

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ακολουθώντας τη σχετική νομολογία (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263), τόνισε ότι δεν θα προέβαινε σε ευρήματα στο στάδιο της ενδιάμεσης αίτησης αναφορικά με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, ως προς το ποιος φρόντιζε και ασκούσε την επιμέλεια της ανήλικης κατά τη συμβίωση, αλλά ούτε και αναφορικά με την ικανότητα εκάστου γονέα για την άσκηση του γονικού του ρόλου. Ανέφερε ότι, όπως προέκυπτε από τη μαρτυρία και των δύο πλευρών, για το μεγαλύτερο μέρος της έγγαμης συμβίωσης, την κύρια ευθύνη των παιδιών την είχε το προσωπικό το οποίο εργοδοτούσαν, δεδομένου ότι και οι δύο εργάζονταν. Παρατήρησε, επίσης, ότι ενώ η Εφεσείουσα θεωρούσε τον Εφεσίβλητο ακατάλληλο άτομο να έχει την επιμέλεια της ανήλικης, εντούτοις η ίδια, ως ανέφερε, τού ζήτησε να ασχοληθεί και να βοηθήσει την ανήλικη στα μαθήματα της, επομένως αναγνώριζε την ικανότητα του να συμμετέχει στην εκπαίδευση της κόρης του. Περαιτέρω, σημείωσε πως ενώ η Εφεσείουσα απέδιδε στον Εφεσίβλητο αδυναμία στην άσκηση του γονικού του ρόλου και διαφωνούσε στον διαμοιρασμό του χρόνου της ανήλικης εξ ημισείας, εντούτοις αποδέχθηκε διευθέτηση για το καλοκαίρι του 2024, να διαμένει η ανήλικη κατά περιόδους και με τους δύο, με βάση τα ταξίδια του καθενός. Η αποδοχή της διευθέτησης, σημείωσε το Δικαστήριο, αποδυνάμωνε τις έντονες ανησυχίες που εξέφραζε για τις ικανότητες του Εφεσίβλητου ως πατέρα, αλλά και τους κινδύνους στους οποίους  ενδέχετο να εκτεθεί η ανήλικη. Το Δικαστήριο ανέφερε πως, χωρίς να καταλήγει σε εύρημα, δεν φαινόταν μέσα από τις θέσεις των διαδίκων πως ο ένας γονιός υπερτερούσε του άλλου σε ικανότητα, σε βαθμό που να απέκλειε τον άλλο γονέα από την άσκηση της επιμέλειας της ανήλικης, ή ότι η ανήλικη κινδύνευε όταν διέμενε είτε με τον ένα, είτε με τον άλλο γονέα. Υπέμνησε, επίσης, πως εκ πρώτης όψεως φαινόταν ότι από της αποχώρησης της Εφεσείουσας από τη συζυγική κατοικία, ο χρόνος της ανήλικης διαμοιραζόταν μεταξύ των οικιών  της Εφεσείουσας και του Εφεσίβλητου, χωρίς να εξετάζει, στο στάδιο εκείνο, τις αντικρουόμενες θέσεις για το πώς οδηγήθηκαν στην εν λόγω διευθέτηση και κατέληξε πως το συμφέρον της ανήλικης επέβαλλε τη διατήρηση αυτού του status quo ante και πως το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε υπέρ της ισόχρονης διαμονής της ανήλικης στον κάθε γονέα.

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο έχει ευρύτατη εξουσία να εκδίδει προσωρινά διατάγματα δυνάμει του Άρθρου 32 του Ν.14/60. Όπως λέχθηκε στην Αβερκίου ν. ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.ά. (2013) 1(Α) Α.Α.Δ. 222:

 

«Η έκδοση ή μη, ενός ενδιαμέσου διατάγματος αποτελεί το επιστέγασμα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου και αυτή δεν πρέπει να διαταράσσεται, στο πλαίσιο της ασκηθείσας έφεσης, εκτός εάν το εφετείο έχει ικανοποιηθεί ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε λανθασμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Jonitexo (ανωτέρω)».

 

Όπως επανατονίστηκε στη Χειμωνίδης ν. Κωνσταντινίδου, Έφεση Αρ. 14/2020, ημερ. 7.10.21, η οποία αφορούσε προσωρινό διάταγμα σε σχέση με ανήλικο: «[Τ]ο πρωτόδικο Δικαστήριο στο χειρισμό ενδιάμεσων αιτήσεων για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας με σκοπό την προσωρινή επίλυση επειγουσών καταστάσεων έχει ευρεία διακριτική εξουσία να αποφασίσει έχοντας ακριβώς υπόψη αφενός - και κύρια - το συμφέρον του ανήλικου σε αιτήσεις αυτής της φύσεως που αφορούν στη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας και αφετέρου την προσωρινότητα του μέτρου με κύριο σκοπό την εκδίκαση της κύριας αίτησης».

 

Το Εφετείο, για να επέμβει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, πρέπει να συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Όπως λέχθηκε στη Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας (2000) 1 Α.Α.Δ. 364:

 

«Πρόκειται για απόφαση που απορρέει από την άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Επέμβαση του Εφετείου δικαιολογείται,

 

(α) Όπου διαπιστώνεται ότι η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το Νόμο, όπως όταν διαπιστώνεται ότι υπεισήλθαν στην άσκηση της εξωγενείς παράγοντες.

(β) Όπου η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας οδηγεί σε πασιφανή αδικία, όπως είναι η περίπτωση στην οποία δε θα μπορούσε να προέλθει κανένα δικαστήριο (Αρέστη ν. Ηλία (1991) 1 Α.Α.Δ. 984, 988, 989, Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (1992) 1 Α.Α.Δ. 710).

(γ) Όπου υπάρχει πλάνη ως προς τα γεγονότα, σφάλμα νόμου, εφαρμογή λανθασμένων αρχών δικαίου, λήψη υπόψη άσχετων στοιχείων, μη λήψη υπόψη σχετικών στοιχείων (Νεάρχου ν. Χαραλάμπους (1991) 1 Α.Α.Δ. 954, Donald Campbell & Co. Ltd v. Pollak [1927] A.C. 732, Evans v. Bartlam [1937] A.C. 473, Young v. Thomas [1892] 2 Ch. 234 και Egerton v. Jones [1939] 3 All E.R. 892)».

 

Στην εκκαλούμενη απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της Εφεσείουσας ότι υπήρχε έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας μεταξύ των διαδίκων στα θέματα που αφορούν την επιμέλεια της ανήλικης και τη θέση της ότι για αυτό τον λόγο θα έπρεπε να ανατίθετο στην ίδια η επιμέλεια, ως επίσης και το παράπονο του Εφεσίβλητου ότι από ένα σημείο και μετά η Εφεσείουσα αρνείτο να τον ενημερώνει για θέματα που αφορούσαν την ανήλικη. Υπέμνησε, όμως, πως η αδυναμία των γονέων να συνεννοηθούν δεν μπορούσε να αποτελέσει τροχοπέδη στην από κοινού άσκηση της επιμέλειας, παραπέμποντας στην απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ΜΠρΑθ 3827/2023, ημερ. 28.6.23. Το Δικαστήριο, στην υπό κρίση απόφαση, έλαβε υπόψη το αναμφισβήτητο γεγονός ότι η ανήλικη, κατά το τελευταίο διάστημα, διέμενε και διανυκτέρευε εναλλάξ και με τη μητέρα της και με τον πατέρα της, και πως δεν φάνηκε να διατρέχει κίνδυνο, ούτε με τον ένα, ούτε με τον άλλο γονέα.

 

Δεν θα συμφωνήσουμε με την εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου της Εφεσείουσας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε πρόνοιες και ρυθμίσεις του Ελληνικού Αστικού Κώδικα, οι οποίες δεν ισχύουν στο δικό μας σύστημα. Όπως ήδη έχει λεχθεί, σε  αιτήσεις για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, συνιστά βασική προϋπόθεση να καταδειχθεί ότι υπάρχει πιθανότητα να δοθεί σε τελικό στάδιο, στο πλαίσιο της κύριας διαδικασίας, κάποια θεραπεία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εδώ έκρινε ορθώς πως έπρεπε να εγκρίνει ενδιάμεση και προσωρινή ρύθμιση των εγειρόμενων ζητημάτων για το συμφέρον της ανήλικης, στη βάση των όσων είχε ενώπιον του σε ένα τέτοιο ενδιάμεσο στάδιο. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που καθηκόντως είχε υπόψη του και ευλόγως χρησιμοποίησε τις σχετικές πρόνοιες του Ν.216/90, μεταξύ άλλων, και το Άρθρο 5(1)(α) με βάση το οποίο, η γονική μέριμνα για το ανήλικο ασκείται από κοινού και από τους δύο γονείς. Περαιτέρω, συνεκτίμησε όλα τα στοιχεία που είχε ενώπιον του, όπως το θέμα της μη επαρκούς συνεννόησης μεταξύ των διαδίκων για τα θέματα που αφορούσαν την ανήλικη από τη μια, αλλά και από την άλλη τη διαπίστωση ότι κανείς από τους γονείς δεν φάνηκε για σκοπούς προσωρινού διατάγματος να υπερτερεί σε βαθμό που να αποκλείεται ο άλλος γονέας, αλλά και το ότι υπήρξε, πριν την έκδοση του διατάγματος όπως και οι δύο ανέφεραν, άτυπη διευθέτηση μεταξύ τους για εναλλασσόμενη διαμονή της ανήλικης.

 

Σε σχέση με το παράπονο για την παραπομπή σε απόφαση Ελληνικού Δικαστηρίου θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι το Άρθρο 5(1)(α) του ημεδαπού Ν.216/90 είχε ληφθεί από το Άρθρο 1510 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα. Οι δύο αυτές πρόνοιες ήταν ταυτόσημες μέχρι που ο ελληνικός Ν.4800/21 προσέθεσε στο τέλος του Άρθρου 1510 Α.Κ. τις  λέξεις «και εξίσου». Παρόμοια προσθήκη υπήρξε και στο Άρθρο 1513 A.K., το οποίο αντικαταστάθηκε εξ ολοκλήρου και προνοεί πλέον ότι στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης γάμου ή διακοπής της συμβίωσης «οι δύο γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα». Αυτή ήταν η βασικότερη καινοτομία του Ελληνικού Ν.4800/2021 και όχι η προσθήκη της λέξης «εξίσου», η οποία ερμηνεύεται ως «ισάξια, ισότιμα» (βλ. «Οικογενειακό Δίκαιο», Έφη Κουνουγέρη‑Μανωλεδάκη, 8η έκδοση, Τόμος ΙΙ, σ. 318).

 

Αξίζει όμως να σημειωθεί πως η ως άνω τροποποίηση  στην Ελλάδα κρίθηκε αναγκαία διότι υπήρξε όλα αυτά τα χρόνια ερμηνευτικό πρόβλημα και είχε επικρατήσει (νομολογιακά) η άποψη ότι μετά τη διάσταση οι γονείς έπρεπε υποχρεωτικά να προσφεύγουν στο Δικαστήριο για να ρυθμίσουν τη σχέση τους με τα παιδιά τους, έστω και αν συμφωνούσαν μεταξύ τους. Αυτό, επειδή το παλαιό Άρθρο 1513 A.K., προνοούσε ότι το Δικαστήριο μπορεί «αν συμφωνούν οι γονείς» να αναθέσει τη γονική μέριμνα και στους δύο γονείς από κοινού. Δεν μπορούσαν δηλαδή οι γονείς να μην οδηγηθούν στο Δικαστήριο και να εξακολουθήσουν να έχουν, όπως και προηγουμένως κατά τη διάρκεια του γάμου, κοινή γονική μέριμνα. Όπως εμφατικά εξηγείται στο «Εγχειρίδιο Οικογενειακού Δικαίου», Αθηνά Κοτζάμπαση, Δ' Έκδοση, σ. 275:

 

«Αυτό τον κανόνα ήλθε να αλλάξει το νέο 1513 ΑΚ.

Ο κανόνας σύμφωνα με την παλιά διατύπωση του άρθρου 1513 ΑΚ, ήταν η ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας του παιδιού στον ένα γονέα μόνο με δικαστική απόφαση και η εξαίρεση η κοινή γονική μέριμνα, όταν «συμφωνούσαν οι γονείς, ορίζοντας το τόπο της διαμονής του», ενώ, σύμφωνα με το νέο 1513 ΑΚ, ο κανόνας είναι ότι η γονική μέριμνα παραμένει κοινή και μάλιστα χωρίς να χρειάζεται δικαστική απόφαση αλλά εκ του νόμου (ex lege) και η εξαίρεση είναι η ανάθεση της επιμέλειας σε ένα από τους δύο γονείς (1514 §2 ΑΚ).»

 

Το νέο Άρθρο 1514 §2 Α.Κ., αναφερόμενο στους γονείς, προνοεί πλέον πως «Αν διαφωνούν, αποφασίζει το Δικαστήριο». Προνοεί δηλαδή αυτό το οποίο προέβλεπε, από θεσπίσεως του έως σήμερα,  και το Άρθρο 7 του Ν.216/90 και δη ότι «Αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το Δικαστήριο, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τους γονείς.»

 

Όπως περαιτέρω εξηγείται στο «Εγχειρίδιο Οικογενειακού Δικαίου», (ανωτέρω σ. 276):

 

«Ο ν.4800/2021 επιτρέπει καταρχήν στους συζύγους να ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα και μετά το διαζύγιο χωρίς να χρειάζεται να προσφεύγουν στο Δικαστήριο. Άρα έχουμε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ως συναινετική (συν)επιμέλεια και μετά το διαζύγιο (νέο 1513 ΑΚ). Η κοινή αυτή επιμέλεια που προβλέπει το νέο 1513 ΑΚ δεν ταυτίζεται όμως, ως έννοια, αναγκαστικά ούτε με την χρονική κατανομή της επιμέλειας ούτε και με την εναλλασσόμενη κατοικία, δηλαδή μπορεί το παιδί να διαμένει με τον ένα γονέα αλλά οι γονείς να ασκούν από κοινού την επιμέλεια, κάτι που προβλεπόταν ρητά και στο παλιό 1513 §1 εδ. β' ΑΚ.»

 

Είναι πολύ καλά γνωστή η αρχή ότι οι αποφάσεις πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας (ακόμα και πρωτοβάθμιες Ανωτάτων Δικαστηρίων) έχουν μόνο πειστική αξία για τα Επαρχιακά ή άλλα πρωτοβάθμια Δικαστήρια (βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τ. Ηλιάδης & Ν.Γ. Σάντης, 2014 σ. 42). Η μεταρρύθμιση του Οικογενειακού Δικαίου στον τόπο μας το 1990 είχε στηριχθεί στην προηγηθείσα μεταρρύθμιση του δικαίου αυτού κατά το 1983 στην Ελλάδα. Εκ των πραγμάτων τα δικαστήρια των δύο χωρών ερμηνεύουν και εφαρμόζουν όμοιες ή παραπλήσιες νομοθετικές πρόνοιες. Σε καμμιά  περίπτωση η πρωτόδικη Δικαστής στην παρούσα υπόθεση δεν θεώρησε την απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών ως δεσμευτική. Προσέδωσε στην εν λόγω απόφαση αποκλειστικά πειστική αξία, κάτι το οποίο ήταν εντός των επιτρεπτών πλαισίων. Επισημαίνουμε πως αυτό πρέπει, όταν επιλέγεται, να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή σε σχέση με το εκάστοτε νομοθετικό υπόβαθρο, διότι ενδεχομένως να προκύψουν διαφορετικές νομοθετικές ρυθμίσεις. Κάτι που δεν παρατηρείται βέβαια στην παρούσα, με συνέπεια τα όποια παράπονα να είναι αστήρικτα.

 

Δεν θεωρούμε συνεπώς ότι ήταν μεμπτή η απλή αναφορά του Δικαστηρίου σε ελληνική νομολογία. Εξάλλου, και η Εφεσείουσα κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ελληνική νομολογία μεταγενέστερη της πιο πάνω τροποποίησης.

 

Στο σημείο αυτό, σημειώνουμε πως στην υπόθεση Θ. Δ. ν. Κ. Δ., Πολ. Έφ. 240/23, ημερ. 4.9.24, το Εφετείο επικύρωσε πρωτόδικη απόφαση με την οποία διατάχθηκε όπως τα παιδιά διαμένουν εναλλάξ μια εβδομάδα με τον ένα γονέα και μια εβδομάδα με τον άλλο, με διάταγμα οι λοιπές πρόνοιες της γονικής μέριμνας να ασκούνται από κοινού. Όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση του Εφετείου, οι διάδικοι έτρεφαν αρνητικά αισθήματα ο ένας για τον άλλο και θεωρούσαν ο ένας τον άλλο γονέα ανίκανο να ασκήσει τον γονικό του ρόλο. Όπως δε προκύπτει από την εκεί πρωτόδικη απόφαση (Θ. Δ. ν. Κ. Δ., Αίτηση αρ. 71/19, ημερ. 6.7.23), όπου καταγράφεται απόσπασμα από την έκθεση της λειτουργού ευημερίας, οι διάδικοι δεν είχαν καμμιά επικοινωνία μεταξύ τους μετά τον χωρισμό, και δεν είχε παρουσιαστεί πρόβλημα σε σχέση με αποφάσεις που αφορούσαν τα παιδιά.  

 

Θεωρούμε περαιτέρω, πως στην παρούσα ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη το status quo ante, ως ένα από τους ισοζυγιστικούς παράγοντες στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Είναι παραδεκτό ότι η διάσταση επήλθε το 2023. Μετά τη διάσταση, οι διάδικοι παρέμειναν στη συζυγική στέγη μέχρι τον Ιούνιο του 2024, ότε και η Εφεσείουσα αποχώρησε μαζί με την ανήλικη. Η  μετέπειτα χρονική κατανομή, ήτοι ο διαχωρισμός εξίσου του χρόνου της ανήλικης με τους γονείς της, σε συνδυασμό με εναλλασσόμενη διαμονή, δεν αμφισβητείτο. Η Εφεσείουσα ανέφερε ότι παρόλο που διαφωνούσε με το 50-50, εντούτοις το αποδέχτηκε για τους λόγους που επεξήγησε. Εύλογη και εντός της διακριτικής του ευχέρειας ήταν λοιπόν η κρίση του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη το status quo ante  από την αποχώρηση της Εφεσείουσας από τη συζυγική κατοικία τον Ιούνιο του 2024.

 

Η πρωτόδικη κρίση προσβάλλεται, ως εσφαλμένη και επί του ισοζυγίου της ευχέρειας, υπέρ της έκδοσης ισόχρονης επικοινωνίας της ανήλικης με τους διαδίκους. Η Εφεσείουσα προέβαλε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε υπέρ της έκδοσης του εκκαλούμενου διατάγματος, διότι διατηρούσε το status quo ante, όμως δεν ήταν ορθή η συλλογιστική του Δικαστηρίου, εφόσον το πραγματικό status quo ante ήταν άλλο από αυτό που θεώρησε το Δικαστήριο. Αυτό που διατήρησε το Δικαστήριο ήταν μια πλασματική κατάσταση την οποία επέβαλε ο Εφεσίβλητος ετσιθελικά.

 

Όπως τονίστηκε στην Bacardi & Co. Ltd ν. Vinco Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 788:

 

«Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη».

 

Όπως επεξηγήθηκε στην απόφαση Bacardi (ανωτέρω), ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo ante.

 

Έχουμε ήδη αποφανθεί πως η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να διατηρήσει το status quo ante ήταν εύλογη και εντός της διακριτικής του ευχέρειας. Ως απόρροια αυτού, αλλά και όλων των σχετικών παραγόντων που έλαβε υπόψη το Δικαστήριο, συμφωνούμε πως το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε υπέρ της έκδοσης του εκκαλούμενου διατάγματος.

 

Έπεται πως οι τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι έφεσης, κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.

 

Με τον έβδομο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα παραπονείται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα προέβη σε ευρήματα επί αντικρουόμενων ισχυρισμών, δίδοντας παραδείγματα τα οποία αναφέρονται πιο πάνω.

 

Είναι νομολογημένο πως κατά την εξέταση έκδοσης ή μη προσωρινού διατάγματος, μια προκαταρκτική έστω αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης εκάστου διαδίκου.  Στην απόφαση Λόρδος κ.ά. ν. Σιακόλα κ.ά., Πολ. Έφ. Ε143/15, ημερ. 23.3.17, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

Ορθή είναι η κοινή θέση ότι σ΄αυτό το στάδιο το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και ευρήματα επί της ουσίας πέραν του ό,τι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας (Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma. St Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 799, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 788, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd (2002) 1 Α.Α.Δ. 2015, Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού (2004) 1 Α.Α.Δ. 209).

Όπως εξηγήθηκε στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd (1982) 1 CLR 557, η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσής του.  Συνεπώς, τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.  Το απαιτούμενο βέβαια επίπεδο δεν είναι πολύ ψηλό. Ό,τι απαιτείται να καταδειχθεί, είναι η πιθανότητα επιτυχίας, ήτοι κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων».  Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού (2002) 1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς.  Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.»

 

Δεν συμφωνούμε με τη θέση της Εφεσείουσας ότι το Δικαστήριο προέβη σε οριστικά ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης. Κατ’ αρχάς, επαναλαμβάνουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αναφορά σε σχετική νομολογία τόνισε ότι δεν θα εξέταζε την ουσία της υπόθεσης και ότι το έργο του περιορίζετο στη διαπίστωση ως προς το κατά πόσο πληρούντο οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο προέβη σε μια κατ’ αρχήν προκαταρκτική, περιορισμένη  και πάντως επιτρεπόμενη στο πλαίσιο τέτοιων αιτήσεων αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων βάσει της ενώπιον του μαρτυρίας, στηριζόμενο και σε παραδοχές των διαδίκων. Δεν διαπιστώνουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην προσέγγιση. Το Δικαστήριο κινήθηκε εντός των αποδεκτών και νομολογημένων ορίων τα οποία αφορούν στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Επισημαίνουμε, περαιτέρω, πως όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην κυρίως αίτηση παραμένουν ζωντανά για να αποφασισθούν όταν εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D. (1999) 1(Α) Α.Α.Δ. 225).

 

Συνακόλουθα, ο έβδομος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Με τον όγδοο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα προβάλλει πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα εξέδωσε προσωρινό διάταγμα συνεπιμέλειας, εναλλασσόμενης διαμονής και ισόχρονου διαμοιρασμού του χρόνου της ανήλικης με τους δύο γονείς. Στο περίγραμμα αγόρευσης η Εφεσείουσα κάλεσε το Εφετείο να τα  αντικαταστήσει με τα διατάγματα που η ίδια διεκδικεί (Τμήμα 6 της Ειδοποίησης Εφεσείοντος).  

 

Έχουμε ήδη προηγουμένως αποφανθεί, πως δεν έχει καταδειχθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη διατύπωση της κρίσης του έσφαλε. Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, ως επίσης και τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Ν.14/60 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Ο καθορισμός της άσκησης της επιμέλειας από κοινού και της ισόχρονης εναλλασσόμενης διαμονής τη ανήλικης, για σκοπούς προσωρινού διατάγματος, έγινε με γνώμονα την ευημερία της ανήλικης.

 

Επιπρόσθετα, επισημαίνουμε πως ενώ στην πρωτόδικη διαδικασία η Εφεσείουσα αιτείτο να ανατεθεί η επιμέλεια στην ίδια, με το διάταγμα που πρότεινε στην Έφεση, περιορίστηκε στην αξίωση ανάθεσης στην ίδια της φύλαξης και φροντίδας της ανήλικης και καθορισμού του τόπου διαμονής στην ίδια, αποδεχόμενη ουσιαστικά πως η επιμέλεια, ως εκ του νόμου, θα ασκείται από κοινού. Επομένως δεν μπορεί να παραπονείται πως το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα κοινής επιμέλειας. Ούτε και για το ότι το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα εναλλασσόμενης διαμονής θα έπρεπε να παραπονείται εφόσον με την Έφεση, προτείνει και η ίδια την εναλλασσόμενη διαμονή.

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο όγδοος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Εν κατακλείδι, η έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

Επιδικάζονται €2.400 έξοδα πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, υπέρ του Εφεσίβλητου και εναντίον της Εφεσείουσας.

 

 

 

                                                                        Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

                                                                        Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

                                                                        Θ. ΘΩΜΑ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο