ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 171/22)
13 Ιανουαρίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΑΓΑΠΙΟΣ (ΑΓΙ) ΑΓΑΠΙΟΥ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ GERHARD WOLFGANG ARNOLD EWERT
Εφεσείων
v.
1. CHR. KARAOLIS CONTRACTORS -
DEVELOPERS LIMITED
2. ΜΙΛΤΙΑΔΗ ΚΑΡΑΟΛΗ
3. ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΡΑΟΛΗ
Εφεσιβλήτων
‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑‑
Κ. Γεωργιάδης για Χρύση Δημητριάδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα
Κ. Θεοδωρίδης με Ν. Αγαπίου για Θεοδωρίδη, Γεωργίου, Ιακώβου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη 1
Ρ. Κωνσταντίνου (κα) για Θεόδωρο Τ. Κατσικίδη, για τους Εφεσίβλητους 2 και 3
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση επί της ποινής είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Παπαδοπούλου, Δ.
Π Ο Ι Ν Η
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Οι Εφεσίβλητοι κρίθηκαν ένοχοι κατ’ έφεση στην κατηγορία της κλοπής ποσού €41.122,48 κατά παράβαση των Άρθρων 255, 259 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Εναπόκειται, συναφώς, στο Εφετείο η επιβολή της αρμόζουσας ποινής.
Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση καταγράφονται στην απόφαση μας ημερ. 31.10.2025. Kρίνουμε χρήσιμη την επανάληψη τους, για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της παρούσας.
«Ο Εφεσείων είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Gerhard Wolfgang Arnold Ewert (εφεξής ο «Gerhard»), ο οποίος απεβίωσε στις 15.3.2011 με κληρονόμους τους Peter Michael Ewert και Monica Campbell. Ο αποβιώσας είχε αγοράσει από την Εφεσίβλητη 1 εταιρεία (διευθυντές της οποίας είναι οι Εφεσίβλητοι 2 και 3) μια κατοικία στο χωριό Πισσούρι. Σε σχέση με την κατοικία είχαν εκδοθεί δύο τίτλοι και η κατοικία ενεγράφη στις 25.2.2011 στο όνομα της Εφεσίβλητης 1, αλλά δεν μεταβιβάστηκε στο όνομα του αποβιώσαντος πριν από τον θάνατο του παρά το ότι το συμφωνημένο τίμημα πώλησης είχε καταβληθεί.
Μετά τον θάνατο του Gerhard οι κληρονόμοι ήλθαν σε επαφή με τους Εφεσίβλητους και τους ενημέρωσαν ότι ενδιαφέρονταν να πωλήσουν την κατοικία. Απέστειλαν στον Εφεσίβλητο 2 πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 9) με το οποίο τον εξουσιοδοτούσαν να υπογράψει ακυρωτική συμφωνία της αρχικής συμφωνίας πώλησης προς τον αποβιώσαντα. Συμφώνησαν όπως η κατοικία πωληθεί σε τρίτους έναντι ποσού €50.000 ενώ επιπλέον ο αγοραστής θα κατέβαλλε στον Εφεσίβλητο 2 ποσό €4.600 που ο αποβιώσαντας όφειλε στην Εφεσίβλητη 1. Από το ποσό των €50.000 θα αφαιρείτο ποσό €8.877,52 το οποίο οφείλετο για φόρους και το υπόλοιπο ποσό θα διαιρείτο από τον Εφεσίβλητο 2 πληρεξούσιο αντιπρόσωπο σε δύο ποσά των €20.561,24 έκαστο, τα οποία και θα κατατίθεντο στους λογαριασμούς των κληρονόμων (ηλεκτρονικές επιστολές, Τεκμήρια 10 και 11).
Η Εφεσίβλητη 1 υπέγραψε σε σχέση με την κατοικία δύο Συμφωνίες Πώλησης με τους νέους αγοραστές (Τεκμήρια 19 και 20) και εισέπραξε το ποσό των €50.000, το οποίο ο Εφεσίβλητος 3 κατέθεσε στον τραπεζικό λογαριασμό της Εφεσίβλητης 1. Στις 26.7.2016 ο Εφεσίβλητος 2 ενημέρωσε τον ένα κληρονόμο για τα πιο πάνω και για την πρόθεση του να πληρώσει τους οφειλόμενους φόρους και να εμβάσει το υπόλοιπο ποσό στους κληρονόμους το αργότερο μέχρι τον Αύγουστο 2016. Το έμβασμα δεν έγινε. Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ του Εφεσείοντος διαχειριστή και του Εφεσίβλητου 2, στο πλαίσιο της οποίας ο τελευταίος ζητούσε παρατάσεις χρόνου για να το πράξει.
Από 1.8.2016 μέχρι και 31.8.2016 έγιναν αναλήψεις μετρητών από τον λογαριασμό της Εφεσίβλητης 1 συνολικού ποσού €49.860, εκ των οποίων ποσό €41.860 από τον Εφεσίβλητο 3 (εκ λάθους αναγράφεται Εφεσίβλητο 2 στην Απόφαση ημερ. 31.10.2025) και €8.000 από άλλο διευθυντή της Εφεσίβλητης 1. Μετά τις αναλήψεις αυτές, καθώς και δύο πληρωμές για οφειλές της Εφεσίβλητης 1 στην Α.ΤΗ.Κ., ο εν λόγω λογαριασμός είχε κατά τις 31.12.2016 υπόλοιπο €2,14 (Τεκμήριο 23). Ο λογαριασμός μηδενίστηκε στις 22.11.2017 μετά από έμβασμα €120.869,26 στην Τράπεζα Κύπρου και η Εφεσίβλητη 1 τέθηκε υπό διαχείριση στις 5.10.2017».
Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Εφεσίβλητη 1 εταιρεία επισήμανε ότι η εταιρεία βρίσκεται υπό διαχείριση από τις 5.10.2017, εξακολουθεί δε να έχει μεγάλα χρέη. Εισηγήθηκε ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η ποινή που θα επιβληθεί στην εταιρεία θα αποτελεί επαληθεύσιμο χρέος.
Με την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εφεσίβλητους 2 και 3 προς μετριασμό της ποινής εστίασε στην οικονομική τους δυσπραγία, με την εισήγηση ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η πρόθεση αυτών να αποδώσουν από δικά τους κεφάλαια το κλαπέν ποσό, ανεξαρτήτως του ότι δεν κατάφεραν να το πράξουν. Ούτε και έτυχε θετικής ανταπόκρισης η εισήγηση τους προς τον Διαχειριστή της Εφεσίβλητης 1 όπως το ποσό καταβληθεί από την εταιρική περιουσία. Τονίστηκε το λευκό τους ποινικό μητρώο σε συνάρτηση με την ηλικία τους (62 και 64 ετών αντίστοιχα), καθώς και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Εφεσίβλητος 3. Εισήγηση αποτέλεσε ότι το μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος θα πρέπει να οδηγήσει στην επιβολή χρηματικής ποινής, σε περίπτωση δε που το Δικαστήριο αποφασίσει την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας, αυτή θα πρέπει να ανασταλεί.
Στο Άρθρο 262 του Π.Κ. για το αδίκημα της κλοπής προβλέπεται ποινή φυλακίσεως μέχρι 3 χρόνια. Όπως δε προβλέπεται στο Άρθρο 29 του Π.Κ. το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ποσό το οποίο έχει εξουσία να επιβάλει (στην προκειμένη περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο σύμφωνα με το Άρθρο 24 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 είχε εξουσία να επιβάλει πρόστιμο μέχρι €50.000).
Επανειλημμένα έχει νομολογηθεί η σοβαρότητα αδικημάτων κλοπής εν όψει και της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων, τονίζεται δε η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών με συνήθη ποινή αυτή της φυλάκισης (βλ. Vedat v. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 787, Ξενοφώντος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 9/24, ημερ. 19.7.2024, Hussein v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 252/18, ημερ. 31.5.2019).
Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση καθιστούν αυτή σοβαρή. Οι Εφεσίβλητοι παρέλαβαν το τίμημα πώλησης της κατοικίας εκ μέρους και διά λογαριασμό των κληρονόμων του Εφεσείοντος, με ρητή συμφωνία ως προς το ότι θα τους το απέδιδαν. Αντί τούτου, οι Εφεσίβλητοι 2 και 3 εκμεταλλευόμενοι τη θέση τους ως διευθυντές της Εφεσίβλητης 1 εταιρείας, προέβησαν σε αναλήψεις του ποσού σε μετρητά για ιδίαν χρήση.
Δεν μπορεί να μην σχολιαστεί το γεγονός ότι η ανάληψη των χρημάτων έγινε τον Αύγουστο 2016. Πρωτόδικα δεν είχε αμφισβητηθεί ότι το ποσό είχε ληφθεί ως ανωτέρω. Όπως δε αναφέρει και στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εφεσίβλητους 2 και 3 «η πορεία των επίδικων χρημάτων έγινε παραδεκτή εξαρχής, στα πλαίσια της πρωτόδικης υπόθεσης και η μη παραδοχή των κατηγορούμενων στην κατηγορία που αντιμετώπιζαν οφειλόταν σε νομικούς λόγους οι οποίοι προωθήθηκαν από την Υπεράσπιση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου». Παρά, όμως, την πάροδο σχεδόν δεκαετίας και τις υποσχέσεις των Εφεσιβλήτων ότι θα κατέβαλλαν το ποσό στον Εφεσείοντα, μέχρι και σήμερα δεν καταβλήθηκε ούτε καν μέρος αυτού. Με κάθε σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο για τους Εφεσίβλητους 2 και 3, ούτε και μπορεί να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στην εισήγηση ότι προώθησαν πρόταση προς τον δικηγόρο του Διαχειριστή της Εφεσίβλητης 1 για πληρωμή του ποσού μέσω της εταιρικής περιουσίας, αφού δεν καταδεικνύει κάποια επιθυμία ή έστω κάποια προσπάθεια των Εφεσιβλήτων 2 και 3 να αποζημιώσουν οι ίδιοι τον Εφεσείοντα.
Λαμβάνουμε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο των Εφεσίβλητων 2 και 3, ιδιαίτερα σε συνάρτηση με την ηλικία τους. Όσον αφορά στα προβλήματα υγείας του Εφεσίβλητου 3 παραθέτουμε απόσπασμα από την απόφαση Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 67/24, ημερ. 26.4.2024 όπου λέχθηκαν τα πιο κάτω, τα οποία τυγχάνουν εφαρμογής και εν προκειμένω:
«Τα οποιαδήποτε προβλήματα υγείας του καταδικασθέντος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για τη μη επιβολή ποινής φυλάκισης σε σοβαρά ποινικά αδικήματα όπου προέχει το στοιχείο της αποτροπής (βλέπε Attorney – General v. Mavrokefalos (1966) 2 C.L.R. 93, Asoltanei ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 742, Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 28/14, ημερ. 24.2.2014). Εάν οι προσωπικές περιστάσεις του καταδικασθέντος είναι εξαιρετικές, τότε μπορούν να επενεργήσουν ως ελαφρυντικός παράγοντας ο οποίος δικαιολογεί μείωση της ποινής φυλάκισης. Τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις υφίστανται αν λόγω κάποιας σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας η φυλάκιση θα προκαλέσει στον καταδικασθέντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού (βλ. Zewar (1990) 2 A.A.Δ. 384, Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 144, Khalife v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 315, Κώστα ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 205/20, ημερ. 22.12.2021).
Από την άλλη, όπως υποδεικνύεται στη Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 1186, τα προβλήματα υγείας των κρατουμένων μπορούν να αντιμετωπιστούν από το σωφρονιστικό ίδρυμα όπου παρέχεται τέτοια δυνατότητα. Στην Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 223/19, ημερ. 8.4.2020, λέχθηκε ότι οι αρχές των Φυλακών θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα και ενδεικνυόμενα μέτρα για τη διαφύλαξη της υγείας των κρατουμένων. Το ίδιο ισχύει κατ' αναλογία για φυλακισθέντα πρόσωπα. Στην Attorney – General v. Mavrokefalos (ανωτέρω) όπου κρίθηκε επιβεβλημένη η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης αντί προστίμου, λέχθηκε ότι σε περίπτωση που η κατάσταση υγείας του Εφεσείοντος καθιστούσε αναγκαία τη νοσηλεία του, όλα τα αναγκαία μέτρα θα λαμβάνονταν από τη Διεύθυνση των Φυλακών προς αυτή την κατεύθυνση (βλ. και Alexandrou v. The Police (1969) 2 C.L.R. 165, Voudaskas v. The Republic (1967) 2 C.L.R. 109, Tsiolis v. The Police (1981) 2 C.L.R. 231, Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373). Κάτι το οποίο διαφάνηκε και στην πράξη στην παρούσα περίπτωση, όπου στον Εφεσείοντα παρέχεται κάθε απαραίτητη ιατρική βοήθεια».
Η επέμβαση καρδίας στην οποία υποβλήθηκε ο Εφεσίβλητος 3 έλαβε χώρα το 2018. Σημειώνουμε ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μας κάποιο ιατρικό πιστοποιητικό που να οδηγεί στο ότι η φυλάκιση θα επιφέρει στον Εφεσίβλητο 3 ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού. Εν πάση περιπτώσει, το όποιο ιατρικό του ζήτημα δύναται να τύχει χειρισμού από τις σωφρονιστικές Αρχές. Παρά τις επισημάνσεις αυτές, το πρόβλημα υγείας λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας αναφορικά με τον Εφεσίβλητο 3. Ταυτόχρονα, όμως, επισημαίνεται και ο αυξημένος ρόλος του Εφεσίβλητου 3 στη διάπραξη του αδικήματος, αφού οι αναλήψεις μετρητών έγιναν ως επί το πλείστον από τον ίδιο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ivanov, Ποιν. Έφ. 210/24, ημερ. 10.4.2025).
Η πλευρά των Εφεσίβλητων προέβαλε τη θέση ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι και σήμερα. Είναι γεγονός ότι το αδίκημα διαπράχθηκε το 2016 αλλά η ιδιωτική ποινική υπόθεση καταχωρίστηκε 3 χρόνια αργότερα, το 2019. Εν πάση περιπτώσει δεν έχει τεθεί οτιδήποτε από πλευράς Εφεσιβλήτων που να οδηγεί σε δυσμενή επηρεασμό τους από την καθυστέρηση αυτή. Το χρονικό διάστημα αυτό αποτιμάται ως ελαφρυντικός παράγοντας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου, Ποιν. Έφ. 41/25, ημερ. 10.4.2025). Ο παράγων αυτός θα ληφθεί σοβαρά υπόψη στο ύψος της ποινής που θα επιβληθεί.
Συνυπολογίζοντας τα πιο πάνω οδηγούμαστε στο ότι σε σχέση με τους Εφεσίβλητους 2 και 3 προβάλλει ως απαραίτητη η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Όσον αφορά στην Εφεσίβλητη 1 σημειώνουμε ότι έναντι του Νόμου η ίδια είναι η αυτουργός του αδικήματος και δεν μπορεί να εκμηδενίζεται ή και υποβαθμίζεται η δική της σοβαρή ευθύνη σε σχέση με αυτή των συνεργών διευθυντών της. Με αποτέλεσμα να είναι απαραίτητη και σε σχέση με αυτήν η επιβολή αποτρεπτικής ποινής.
Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια στους Εφεσίβλητους 2 και 3 επιβάλλεται ποινή φυλακίσεως 5 μηνών στον καθένα.
Στην Εφεσίβλητη 1 επιβάλλεται ποινή προστίμου €5.000.
Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών θα εξετάσουμε στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή των ποινών φυλακίσεως που επιβλήθηκαν, ως η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Εφεσίβλητους 2 και 3. Όπως λέχθηκε στην Soliman v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 234/23, ημερ. 27.6.2024, στο σημείο αυτό επανεξετάζεται κάθε στοιχείο και παράγοντας ο οποίος δυνατό να έχει σημασία ως προς την αναστολή. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από την Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930:
«Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες ‑ είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς ‑ οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας».
Μελετώντας τα όσα λέχθηκαν από πλευράς των Εφεσιβλήτων 2 και 3 καταλήγουμε ότι δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την αναστολή, έχουν δε ήδη ληφθεί υπόψη στην έκταση της ποινής. Τα προβλήματα υγείας του Εφεσίβλητου 3 έχουν εξεταστεί πιο πάνω και δεν έχει τεθεί πως αυτά δεν μπορούν να τύχουν χειρισμού από τις Αρχές των Φυλακών. Τα δε γεγονότα της υπόθεσης και η απουσία οποιασδήποτε πράξης που να καταδεικνύει έμπρακτη μεταμέλεια μας οδηγούν στο ότι τυχόν αναστολή της ήδη επιεικούς ποινής θα έστελλε λανθασμένα μηνύματα. Όπως λέχθηκε στη Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 9/21, ημερ. 29.7.2021:
«Την αποτροπή δημιουργεί η επίπτωση που είχε η συναφής καταδίκη, με έμφαση στο άμεσο αποτέλεσμα και εφόσον η ποινή φυλάκισης ανασταλεί, το στοιχείο της αποτροπής εξασθενεί σε μεγάλο βαθμό».
Επιδικάζονται υπέρ του Εφεσείοντα και εις βάρος της Εφεσίβλητης 1 το εν τρίτον των εξόδων πρωτοδίκως και κατ’ έφεσιν, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο στην κάθε περίπτωση Πρωτοκολλητή, συν Φ.Π.Α. (εάν υπάρχει).
Σε σχέση με τους Εφεσίβλητους 2 και 3 καμμιά διαταγή για έξοδα εν όψει της επιβολής ποινής άμεσης φυλάκισης.
Χ. Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο