ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΕΙΡΗΝΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ, Έφεση (Ε.Ε.Σ.) Αρ.: 4/2025, 8/1/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΕΙΡΗΝΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ, Έφεση (Ε.Ε.Σ.) Αρ.: 4/2025, 8/1/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

[Έφεση (Ε.Ε.Σ.) Αρ.: 4/2025]

(i-justice)

 

8 Ιανουαρίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ

Εφεσείων

v.

 

ΕΙΡΗΝΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ

Εφεσίβλητη

 

-----------------------------------------------

 

Μ. Φωτιάδου (κα), για Γενικόν Εισαγγελέα, για Εφεσείοντα

Β. Ακάμας, για Εφεσίβλητη

 

        ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

        ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Με τέσσερεις λόγους έφεσης ο Εφεσείων προσβάλλει την απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 1.12.25, με την οποία αρνήθηκε την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης («ΕΕΣ») ημερ. 10.10.25, το οποίο εξέδωσαν οι Γαλλικές Αρχές εναντίον της Εφεσίβλητης. Από δικής της πλευράς η Εφεσίβλητη καταχώρισε αντέφεση και με δύο λόγους υποστηρίζει την επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης.

 

        Η υπόθεση αφορά διαδικτυακές απάτες εν σχέσει με κρυπτονομίσματα. Στο ΕΕΣ καταγράφονται πέντε ποινικά αδικήματα και συγκεκριμένα: (1) Απάτη από οργανωμένη συμμορία, (2) Τραπεζική ή χρηματοοικονομική προσέγγιση από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, (3) Διακεκριμένη παράνομη νομιμοποίηση εσόδων, ήτοι παροχή συνδρομής σε οργανωμένη συμμορία για επενδυτικές πράξεις, απόκρυψη ή μετατροπή προϊόντος εγκλήματος, (4) Συμμετοχή σε συμμορία με σκοπό την προετοιμασία αδικήματος τιμωρούμενου με δεκαετή φυλάκιση και (5) Παροχή διαδικτυακής πλατφόρμας προς διενέργεια παράνομων συναλλαγών από οργανωμένη συμμορία. Οι δε κατ’ ισχυρισμόν αξιόποινες ενέργειες περιγράφονται στο ΕΕΣ, Τεκμήριο 1, ως εξής (διατηρουμένης της έμφασης):

 

        Offence(s):

          […] THIS MANDATE REPORTS TO THE TOTAL AT 5 INFRACTIONS.

          […] Author and co-author of the acts committed from 1January 2020 to 4 June 2025 in Fontaine sous Jouy, Caen, Lyon, Rouffach, Candé sur Beuvron, Chirac, Saint-André de Cubzac, Saint-Maurice, Jebsheim, Finestret, Pontarlier, Cuers, Muret, Maule, Hadigny les Verrières, Ingrandes le Fresnes sur Loire, Thoiry, in the rest of France as well as abroad.

          Scammers were running ads for crypto-asset investments promising exceptional returns. Internet users provided their contact details to be contacted by an advisor. The latter convinced them to install trading software (Metatrader5) and remote control software (Anydesk). The advisor himself created accounts with legitimate exchangers on behalf of the victim and then made transfers to a fake investment platform. On it, an interface showed the gains that were increasing a high speed giving credibility to the fraud and convincing the victim that it achieved exceptional added value. In reality the funds were diverted to wallets controlled by the scammers and then laundered via the blockchain for about 700MS. Flow tracing revealed money laundering operations via cryptocurrency exchangers like Kraken and Binance. These companies provided the identity of the beneficiaries of the transactions. The fraudulent funds were collected by several Cypriot individuals and companies. Thus in 2022 the Binance account of the company Stolos Group Limited led by FILIPPOU Irini, received on its Binance account + 185,000 USDT from sites of scams to false investments in cryptocurrencies. In addition, USDT 2,685 million was channelled through that account in addition to transactions to accounts of other respondents”.

 

        Η Εφεσίβλητη συνελήφθη στην Κύπρο στις 27.10.25 και οδηγήθηκε αυθημερόν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, όπου διαπιστώθηκε η απουσία συγκατάθεσης για παράδοση και αντίστοιχα η αναγκαιότητα ακροαματικής διαδικασίας, βάσει των προνοιών του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ν.133(Ι)/04 (εφεξής «ο Νόμος»).

 

        Πριν την έναρξη της ακρόασης ο συνήγορος της Εφεσίβλητης ήγειρε διάφορα ζητήματα για τα οποία ζήτησε την έγκριση του πρωτόδικου Δικαστηρίου όπως αποσταλούν μέσω της ημεδαπής Κεντρικής Αρχής, σχετικά «ερωτήματα» στις Γαλλικές Αρχές. Αυτά αφορούσαν: (1) Τον σκοπό της σύλληψης, ήτοι αν ήταν για έκτιση ποινής ή για δίωξη, (2) Για ποια υπόθεση και ποια είναι η εμπλοκή της Εφεσίβλητης, (3) Τον τόπο διάπραξης των φερόμενων αδικημάτων διότι στο ΕΕΣ αναφέρονται διάφορες πόλεις  της Γαλλίας αλλά καταγράφεται «και στο εξωτερικό» οπότε, κατά την εισήγηση, ετίθετο θέμα δικαιοδοσίας τόσο των Γαλλικών όσο και των Κυπριακών δικαστηρίων και (4) Διευκρινίσεις εν σχέσει με την εταιρεία Stolos Group Ltd, την αναφορά στο ΕΕΣ ότι η Εφεσίβλητη «ηγείται» αυτής και τούτο επειδή, κατά την εισήγηση, δεν αναφερόταν στο ΕΕΣ κατά πόσον η Εφεσίβλητη έλαβε οποιοδήποτε ποσό από τις διαδικτυακές απάτες αλλά ούτε και αν η εν λόγω εταιρεία είναι κυπριακή.

 

        Παρεμβάλλουμε εδώ ότι με βάση το Άρθρο 21(2) του Ν.133(Ι)/04 συμπληρωματικά στοιχεία δύναται να ζητήσει το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο στις περιπτώσεις που «κρίνει» ότι οι διαβιβασθείσες πληροφορίες δεν αρκούν ώστε να αποφασίσει για το θέμα της παράδοσης του εκζητούμενου. Στην παρούσα, αν και δεν διατυπώθηκε τέτοια ρητή πρωτόδικη κρίση για τις πιο πάνω πληροφορίες, φαίνεται πως εμμέσως συμφώνησε η πρωτόδικη Δικαστής, δεδομένου ότι ανέβαλε την υπόθεση ούτως ώστε να εξασφαλιστούν. Στο ενδιάμεσο δέχθηκε σχετική εισήγηση της Εφεσίβλητης και την απέλυσε υπό όρους.

 

        Εν πάση περιπτώσει η ημεδαπή Κεντρική Αρχή ζήτησε τα συμπληρωματικά στοιχεία με επιστολή της ημερ. 5.11.25 (Τεκμήριο 8). Οι Γαλλικές Αρχές απάντησαν την επόμενη μέρα (Τεκμήριο 9), δίδοντας περαιτέρω πληροφορίες και επισυνάπτοντας το Γαλλικό Εθνικό Ένταλμα Σύλληψης.

 

        Μετά τη λήψη των συμπληρωματικών στοιχείων, δηλώθηκε εκ μέρους της Εφεσίβλητης ότι είχαν απαντηθεί τα ερωτήματα της με εξαίρεση την πληροφορία για το «ποιος είναι ο τόπος και ο χρόνος διάπραξης» των φερόμενων αδικημάτων. Πλην όμως, εν τέλει μετά από συζήτηση και τοποθέτηση της εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέως, βασιζόμενη στην πρώτη παράγραφο της αγγλικής μετάφρασης του Γαλλικού Εθνικού Εντάλματος Σύλληψης (το οποίο αργότερα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 αλλά είχαν στην κατοχή τους μόνο οι συνήγοροι μέχρι εκείνη τη στιγμή), έγινε δεκτό ότι υπήρχε αναφορά σε τόπο και χρόνο, οπότε προγραμματίστηκε η ακρόαση. Επί της προαναφερθείσας παραγράφου στηρίζει μέρος της αντέφεσης της η Εφεσίβλητη, ως θα διαφανεί κατωτέρω.

 

        Κατά την ακρόαση κατέθεσαν προς υποστήριξη της εκτέλεσης του ΕΕΣ η Αστ. 3492 Χ. Βασιλείου (Μ.Α.1), η οποία είχε διενεργήσει τη σύλληψη εντός Κύπρου και ο Π. Χίντικος (Μ.Α.2), ο οποίος είναι λειτουργός του Υπουργείου Δικαιοσύνης και κατ’ επέκταση της Κεντρικής Αρχής, βάσει του σχετικού Νόμου. Δεν κλήθηκε οποιοσδήποτε μάρτυρας εκ μέρους της εκζητούμενης. Κατά τη διαδικασία κατατέθηκαν τα σχετικά έγγραφα, κάποια εξ αυτών από κοινού ή ως μέρος παραδεκτών γεγονότων ενώ και σειρά άλλων γεγονότων δεν αμφισβητούντο.

 

        Συνιστούσε, μεταξύ άλλων, κοινό υπόβαθρο στη διαδικασία ότι το ΕΕΣ στηρίζεται στο Γαλλικό Εθνικό Ένταλμα Σύλληψης, το οποίο εξέδωσε στις 6.10.25 δικαστής του Πρωτοδικείου Παρισιού (Tribunal Judiciaire de Paris), κατόπιν αιτήματος της Γαλλικής Εισαγγελίας ημερ. 2.10.25. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, στην αγγλική μετάφραση του Γαλλικού Εθνικού Εντάλματος, δηλαδή στο Τεκμήριο 3, εντοπίζεται εισαγωγικά μια παράγραφος αποτελούμενη από τρεις γραμμές, οι οποίες φαίνεται να αφορούν άσχετα γεγονότα και άσχετο χρόνο και το ουσιωδέστερο, πάντως δεν αντιστοιχούν σε οποιοδήποτε περιεχόμενο του γαλλικού κειμένου, το οποίο επισύναψαν οι Γαλλικές Αρχές στην επιστολή τους, Τεκμήριο 9. Δεν δημιουργείται όμως οποιοδήποτε πρόβλημα δεδομένου ότι ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρχε αφενός το πρωτότυπο γαλλικό κείμενο αλλά και κατοπινή επίσημη μετάφραση του στην ελληνική από ορκωτό μεταφραστή, την οποία μάλιστα προσκόμισε η πλευρά της   Εφεσίβλητης ως Τεκμήριο 11, χωρίς ένσταση (στο οποίο κείμενο θεωρούμε ορθότερο να αναφερόμαστε όπου δει). Όπως συνάγεται από τη σχετική αλληλογραφία, Τεκμήριο 4, το συγκεκριμένο ΕΕΣ ήταν ένα από έξι ΕΕΣ τα οποία στάληκαν στην Κύπρο όλα μαζί προς εκτέλεση εναντίον αντίστοιχων προσώπων στις 27.10.25 και τούτο ως μέρος ευρύτερης συντονισμένης επιχείρησης και ενεργειών στη Γαλλία, στο Βέλγιο και σε άλλες χώρες (στο Τεκμήριο 11 αναφέρονται και η Ισπανία και η Γερμανία).

 

        Η Δικαστής, η οποία εξέδωσε το Γαλλικό Εθνικό Ένταλμα (Τεκμήριο 11), σημείωσε ότι το εξέδωσε έχοντας υπ’ όψιν τις διαδικασίες οι οποίες κινήθηκαν εναντίον της εκζητούμενης. Στις λεπτομέρειες των κατηγοριών στο Τεκμήριο 11 καταγράφεται επίσης ότι όλα τα αδικήματα διεπράχθησαν μεταξύ 1.1.20 και 4.6.25 σε διάφορες πόλεις της Γαλλίας, καθώς και στο «εξωτερικό». Εν συνεχεία προστίθεται ότι:

 

        «Από το 2020, παρατηρήθηκε η εμφάνιση απάτης σχετικά με ψευδείς επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα. Οι απατεώνες δρούσαν μέσω δεκάδων ψευδών πλατφορμών επενδύσεων και συναλλαγών. Καταγράφηκαν πολλά θύματα στην Ευρώπη και στη Γαλλία. Το υψηλό επίπεδο οργάνωσης των χρησιμοποιούμενων δομών, τα συνολικά ποσά της απάτης και η σύνδεση που προέκυψε από τις έρευνες μεταξύ των διαφόρων γεγονότων αποκάλυψαν την ύπαρξη μιας μεγάλης εγκληματικής ομάδας.

          Στην ουσία, οι απατεώνες διαφήμιζαν επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα μέσω διαφημιστικών μπάνερ, προβάλλοντας την εύκολη διαχείριση και, κυρίως, εξαιρετικές αποδόσεις. Οι ενδιαφερόμενοι χρήστες καλούνταν να εισάγουν τα στοιχεία επικοινωνίας τους ώστε να επικοινωνήσει μαζί τους ένας «σύμβουλος». Ο εν λόγω σύμβουλος είχε την ευθύνη να πείσει τα θύματα να εγκαταστήσουν ένα λογισμικό συναλλαγών (Metatrader5) καθώς και ένα λογισμικό απομακρυσμένης επιφάνειας εργασίας (AnyDesk) για τους «πελάτες» που δεν ήταν εξοικειωμένοι με την πληροφορική. Ο «σύμβουλος» προέβαινε συχνά ο ίδιος, εκ μέρους του θύματος, στη δημιουργία λογαριασμών σε νόμιμες πλατφόρμες ανταλλαγής και στη συνέχεια εκτελούσε ή διέτασσε τη μεταφορά χρημάτων προς μια πλαστή πλατφόρμα επενδύσεων. Στην πλατφόρμα αυτή, μια εξατομικευμένη διεπαφή εμφάνιζε τα επενδυμένα ποσά και κυρίως τα κέρδη, τα οποία αυξάνονταν ραγδαία, παρέχοντας έτσι αξιοπιστία στην απάτη και πείθοντας το θύμα ότι πραγματοποιούσε εξαιρετικό κέρδος. Στην πραγματικότητα, τα κεφάλαια εκτρέπονταν σε πορτοφόλια (wallets) που ελέγχονταν από τους απατεώνες.

          Οι έρευνες κατέδειξαν ότι οι ροές κρυπτονομισμάτων που προέρχονταν από τις εν λόγω απάτες ξεπλένονταν στη συνέχεια, ιδίως μέσω του blockchain, για ποσό που φτάνει μέχρι σήμερα περίπου τα 700 εκατομμύρια δολάρια.

          Οι χρηματοοικονομικές έρευνες επέτρεψαν την αναγνώριση των διάφορων συναλλαγών σε κρυπτονομίσματα που πραγματοποιούσαν οι απατεώνες για να ξεπλύνουν τα παράνομα αποκτηθέντα χρήματα.

          Η παρακολούθηση των ροών κρυπτονομισμάτων στο blockchain αποκάλυψε διάφορες πράξεις ξεπλύματος μέσω ανταλλακτηρίων κρυπτονομισμάτων όπως το Kraken και Binance.

          Οι εταιρείες αυτές μας παρείχαν τα στοιχεία ταυτότητας των δικαιούχων των εν λόγω συναλλαγών.

          Από τις πληροφορίες που λήφθηκαν προέκυψε ότι τα δόλια κεφάλαια σε κρυπτονομίσματα είχαν εισπραχθεί από διάφορα φυσικά πρόσωπα και εταιρείες της Κύπρου.

          Έτσι, ο λογαριασμός στην Binance της εταιρείας «Stolos Group Limited», υπό τη διεύθυνση της Ειρήνης Φιλίππου, έλαβε στον λογαριασμό κρυπτονομισμάτων της στην Binance κάτι παραπάνω από 185.000 USDT, τα οποία συνδέονται άμεσα με τους ιστότοπους απάτης για ψευδείς επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα κατά το 2022. Επιπλέον, σχεδόν 2.685.000,00 USDT διακινούνταν μέσω του λογαριασμού αυτού καθώς και μέσω συναλλαγών προς λογαριασμούς άλλων κατηγορουμένων».

 

Πρωτόδικη Απόφαση

 

        Εξετάζοντας την αίτηση, η πρωτόδικη Δικαστής κατ’ αρχάς κατέληξε ότι μπορούσε να λάβει υπ’  όψιν τις «απαντήσεις ή και διευκρινίσεις» των Γαλλικών Αρχών, ως το Τεκμήριο 9. Ανέφερε ότι θα προχωρούσε να σχολιάσει τις θέσεις της Εφεσίβλητης εν σχέσει με το Τεκμήριο 9 και δη αφενός τη θέση της ότι ο Εφεσείων είχε «καθοδηγήσει» τις Γαλλικές Αρχές ως προς τις απαντήσεις που έπρεπε να δώσουν και αφετέρου τη θέση της ότι δια μέσου της αποκάλυψης στοιχείων εκ μέρους του Εφεσείοντος προς τις Γαλλικές Αρχές αποκαλύφθηκε μέρος της υπεράσπισης της Εφεσίβλητης στην υπόθεση. Παρά ταύτα, αμέσως μετά, η πρωτόδικη Δικαστής έκρινε πως έπρεπε πρώτα να εξετάσει τα καταγραφόμενα στην απάντηση των Γαλλικών Αρχών (Τεκμήριο 9) και συγκεκριμένα τα ακόλουθα, τα οποία συνιστούσαν μέρος των διευκρινίσεων (διατηρουμένης της έμφασης):

 

        “With regard to point 3.a of your enquiry, the execution of this European Arrest Warrant is requested for the purposes of criminal prosecution.

          With regard to point 3.b of your enquiry, the European Arrest Warrant was issued by the French judicial authorities with a view to restricting the liberty of the requested person so that she can be questioned by the French authorities in the framework of the proceedings brought against her.

          With regard to point 3.c. of your enquiry, please find enclosed with this letter a certified copy of the Arrest Warrant issued by Mrs Elsa EVRARD, Vice-President in charge of the investigation, against Mrs Irini FILIPPOU, on 6 October 2025.

          With regard to point 3.d.i. of your enquiry, the company is not a victim but a conduit for money laundering, as investigations have shown that the BINANCE account of the company “Stolos Group Limited” received the laundered funds”.

 

        Η θέση της πρωτόδικης Δικαστού ήταν πως παρά τη διευκρίνιση εν σχέσει με το σημείο 3.α (περί του ότι η παράδοση ζητείται για σκοπούς ποινικής δίωξης), εντούτοις στην απάντηση στο σημείο 3.b όχι μόνο δεν διευκρινίζεται εάν έχει καταχωριστεί ποινική υπόθεση στη Γαλλία ή εάν έχει ληφθεί σχετική απόφαση για καταχώριση της αλλά «προκύπτει ότι η έκδοση ζητείται και για σκοπούς διερεύνησης των ποινικών αδικημάτων αφού αναφέρεται ότι ζητείται για σκοπούς ανάκρισης». Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε περαιτέρω ότι δεν είχε προσκομιστεί μαρτυρία η οποία να διευκρινίζει κατά πόσον υφίσταται διαφορά μεταξύ των νομικών συστημάτων Κύπρου και Γαλλίας, η δε τελευταία «επιμελώς απέφυγε να δώσει οποιεσδήποτε διευκρινίσεις που θα βοηθούσαν» το ημεδαπό Δικαστήριο να κρίνει εάν πράγματι πληρούνται οι προϋποθέσεις. Με παραπομπή σε απόσπασμά από την υπόθεση Vey v. Office of the Public Prosecutor of the County Court of Montlucon [2006] EWHC 760 (Admin), η πρωτόδικη Δικαστής κατέληξε ως εξής:

 

        «Συνεπώς, το παρόν Δικαστήριο δεν θα επιφορτιστεί με το βάρος επίλυσης ζητημάτων που άπτονται της γαλλικής ποινικής διαδικασίας, ιδίως ελλείψει μαρτυρίας ή επαρκών διευκρινίσεων από τις γαλλικές αρχές. Όσα ο Αιτητής επιχείρησε να διευκρινίσει στα πλαίσια των ερωτηθέντων (sic) που τέθηκαν από τον Μ2, όχι μόνο δεν διευκρινιστήκαν (sic) όπως ο Αιτητής θεωρεί, αλλά αντιθέτως επιβεβαίωσαν την θέση της Υπεράσπισης ότι το ΕΕΣ σε σχέση με το λόγο για τον οποίο ζητείται η έκδοση, δεν είναι ξεκάθαρο. Το ζήτημα αυτό προσκρούει σε τυπική και ουσιαστική προϋπόθεση για την απόφαση έκδοσης της Εκζητούμενης και ως εκ τούτου όφειλε η πλευρά του Αιτητή να παρουσιάσει κατάλληλη μαρτυρία.

          Δεν παραγνωρίζω ότι ο κ. Ακάμας έθεσε ειδική έμφαση ότι οι γαλλικές αρχές καθοδηγήθηκαν από τον Αιτητή στα πλαίσια των απαντήσεων του επί των διευκρινιστικών ζητημάτων. Αυτή η ενέργεια κατά τον κ. Ακάμα, θίγει ουσιαστικά δικαιώματα της Υπεράσπισης. Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα ουσίας παραμένει και το Δικαστήριο δεν γνωρίζει ακόμα και μετά τις διευκρινίσεις που δόθεισαν (sic) για ποιο λόγο ζητείται η έκδοση της Εκζητούμενης. Αυτή η διαπίστωση σφραγίζει και την τύχη της αίτησης».

 

Λόγοι Έφεσης

 

        Με τους τέσσερεις λόγους έφεσης του ο Εφεσείων προβάλλει κατά σειράν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο (1) Εσφαλμένα δεν έλαβε υπ’ όψιν την απάντηση των Γαλλικών Αρχών ότι η Εφεσίβλητη ζητείται για σκοπούς ποινικής δίωξης, (2) Εσφαλμένα δεν ζήτησε την προσκόμιση «απαραίτητων συμπληρωματικών στοιχείων» δεδομένου ότι έκρινε πως ο λόγος για τον οποίο ζητείται η παράδοση δεν είναι ξεκάθαρος, (3) Αποτίμησε εσφαλμένα την ενώπιον του μαρτυρία με αποτέλεσμα να καταλήξει ότι δεν είναι ξεκάθαρος ο λόγος για τον οποίον ζητείται η παράδοση, (4) Υπερέβη τα όρια ελέγχου προβαίνοντας σε αξιολόγηση των εσωτερικών δικονομικών σταδίων του Κράτους έκδοσης του ΕΕΣ και ερμηνεύοντας τον όρο «ποινική δίωξη» κατά παρέκκλιση από την πάγια νομολογία.

 

        Η σχετική νομοθεσία και οι εφαρμοζόμενες αρχές έχουν αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων και δεν κρίνουμε ότι απαιτείται στο σημείο αυτό λεπτομερής παράθεση τους (βλ. Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (2013) 1 Α.Α.Δ. 1764). Αξίζει όμως να επαναλάβουμε τα λεχθέντα στην υπόθεση Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα (2014) 1(Α) Α.Α.Δ. 937 και συγκεκριμένα ότι:

 

        «Η νομολογιακή προσέγγιση, πλήρως εναρμονισμένη με τον πυρήνα των λόγων θέσπισης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, καθόρισε ως βασικό στόχο της όλης διαδικασίας την παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών, ώστε να παραδίδονται οι ύποπτοι χωρίς ιδιαίτερες, περίπλοκες ή αχρείαστες διαδικασίες και καθυστερήσεις. Η όλη διαδικασία εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης εστιάζει στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης και στην αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

        Παρομοίως, τόσον επειδή εγείρεται με τον πρώτο λόγο έφεσης όσον και επειδή όντως ανακύπτουν ζητήματα αμοιβαιότητας, κρίνουμε ιδιαιτέρως καθοδηγητικά από την υπόθεση Reinwald v. Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Έφ. 42/2019, ημερ. 23.4.19, ECLI:CY:AD:2019:A159 τα εξής:

 

        «Θεωρούμε σκόπιμο, όχι μόνο να επαναλάβουμε, αλλά και να τονίσουμε με έμφαση, ότι το ΕΕΣ στηρίζεται στην αμοιβαιότητα, εμπιστοσύνη και σεβασμό μεταξύ των δικαστικών αρχών. Είναι αυτή η αμοιβαιότητα που είναι το υπόβαθρο της αναγνώρισης και σεβασμού των Αρχών που έχουν ρόλο στην απονομή της δικαιοσύνης που οικοδομούν τον τρόπο λειτουργίας του ΕΕΣ. Το ΕΕΣ και η σχετική Απόφαση – Πλαίσιο αποτελούν ένα σημαίνον εργαλείο προς την ανάπτυξη ενός ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου δίχως σύνορα, ξεπερνώντας το παλαιό μοντέλο δικαστικής αρωγής εξασφαλίζοντας ότι «η ποικιλία των εθνικών κανονιστικών διατάξεων δεν θα θέσει προσκόμματα στην ανεμπόδιστη απόλαυση των ελευθεριών που εγγυάται η ΣυνθΕΚ…» (Διονυσίου Μουζάκη: Το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, Νομική Βιβλιοθήκη, Έκδοση 2009, σελ 5-6).

          Το ΕΕΣ σηματοδοτεί επίσης μια οικειοθελή απεμπόληση της εθνικής κυριαρχίας εκάστου κράτους μέλους προς όφελος μιας υπερεθνικής («supranationality») δικαιοδοτικής εφαρμογής των αρχών δικαίου. Η Απόφαση – Πλαίσιο δημιουργεί δέσμευση ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα».

(έμφαση δοθείσα)

 

        Έχει λοιπόν ιδιάζουσα σημασία το ότι η όλη διαδικασία θα πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως το μέσον δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου, με υπόβαθρο την αμοιβαιότητα, την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό στις αλλοδαπές Δικαστικές Αρχές, με στόχο την απλοποιημένη παράδοση υπόπτων, χωρίς περίπλοκες ή αχρείαστες διαδικασίες.

 

        Με κάθε σεβασμό προς το πρωτόδικο Δικαστήριο, θα πρέπει να πούμε πως κατά τη δική μας άποψη, η παρούσα περίπτωση δεν παρουσίαζε οποιαδήποτε σοβαρή δυσκολία. Θα λέγαμε μάλιστα πως η όποια δυσκολία ήταν αντιστρόφως ανάλογη της σοβαρότητας της υπόθεσης δεδομένου ότι η κατ’ ισχυρισμόν εγκληματική δραστηριότητα αναφερόταν σε μια ομάδα απατεώνων, η οποία διαφημίζοντας το εύκολο κέρδος, εξασφάλισε με απάτη επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα από καλόπιστους χρήστες, νομιμοποιώντας παράνομα έσοδα. Στο ΕΕΣ γινόταν αναφορά αφενός για ροές κρυπτονομισμάτων συνολικής αξίας περί τα USD700.000.000 και αφετέρου για 185.000 USDT (United States Dollar Tether), τα οποία κατέληξαν στον λογαριασμό Binance της Stolos Group Ltd και περαιτέρω για άλλα 2.685.000 USDT, τα οποία διακινήθηκαν μέσω αυτού του λογαριασμού προς άλλους εμπλεκόμενους στην υπόθεση.

 

        Είναι γεγονός ότι στο επίδικο ΕΕΣ οι Γαλλικές Αρχές δεν είχαν διαγράψει τη μια εκ των δύο διαζευκτικών επιλογών. Δηλαδή στο εισαγωγικό μέρος του προβλεπόμενου εντύπου δεν διεγράφη η μια εκ των δύο φράσεων ούτως ώστε να διευκρινίζεται κατά πόσον η παράδοση της Εφεσίβλητης ζητείται για σκοπούς έκτισης επιβληθείσας ποινής φυλάκισης ή για σκοπούς ποινικής δίωξης. Αυτό όμως δεν ήταν και ούτε μπορούσε να αποτελέσει λόγο μη εκτέλεσης του ΕΕΣ αφού, όπως και στην υπόθεση Αναφορικά με τον Ghebali, Πολ. Έφ. 50/2020, ημερ. 11.5.20 έτσι και στην παρούσα «… είναι άνευ τελικής σημασίας, […], ότι στο ίδιο το ένταλμα δεν υπήρξε διαγραφή της διαζευκτικής περίπτωσης, δηλαδή της φράσης «…executing a custodial sentence or detention order” και παρέμεινε ομού με την ορθή αναφορά “for the purpose of conducting a criminal prosecution.” Προκύπτει σαφώς από τα γεγονότα της υπόθεσης πως είναι η δεύτερη αναφορά που ισχύει».

 

        Παρομοίως λοιπόν και στην παρούσα περίπτωση τα καταγραφόμενα στο ΕΕΣ γεγονότα καταδεικνύουν ότι δεν έχει επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης και είναι έτσι σαφές ότι η παράδοση της Εφεσίβλητης ζητείται για σκοπούς ποινικής δίωξης, για αδικήματα για τα οποία προνοείται φυλάκιση μέχρι 10 έτη. Σημειώνουμε πως την ίδια θέση υιοθέτησε το Εφετείο και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Michel v. Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Έφ. ΕΕΣ αρ. 5/24, ημερ. 7.1.25, προσθέτοντας πως η έναρξη ποινικής δίωξης δεν συνιστά προϋπόθεση για την έκδοση απόφασης εκτέλεσης ενός ΕΕΣ και υιοθετώντας επίσης τη θέση πως το ότι εν τέλει πιθανόν να μην ασκηθεί δίωξη δεν διαφοροποιεί τη βασική αρχή ότι ο σκοπός του εντάλματος είναι η ποινική δίωξη. Παρόμοια ήταν η αντιμετώπιση και στην υπόθεση Stenli v. Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Έφ. ΕΕΣ αρ. 4/24, ημερ. 7.1.25.

 

        Συνάγεται λοιπόν από τα ανωτέρω πως αυστηρώς ομιλούντες δεν ήταν καν απαραίτητη η προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων. Τουλάχιστον σίγουρα δεν ήταν απαραίτητη εν σχέσει με τον σκοπό του επίδικου ΕΕΣ, δεδομένου ότι αυτός προέκυπτε σαφώς από το ιστορικό και τα γεγονότα της υπόθεσης. Βέβαια στην παρούσα το πρωτόδικο Δικαστήριο επέλεξε να εγκρίνει την υποβολή ερωτημάτων. Όπως εξηγείται στην Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 519 επειδή πρόκειται περί διαδικασίας διερευνητικού χαρακτήρα, ο ίδιος ο Νόμος δια του Άρθρου 21(2) προσφέρει επιπρόσθετες εξουσίες στην ημεδαπή Δικαστική Αρχή, στην περίπτωση που αυτή «κρίνει» ότι οι διαβιβασθείσες πληροφορίες «δεν αρκούν» ώστε να τής επιτρέψουν να αποφασίσει για την παράδοση, να «ζητεί» συμπληρωματικά στοιχεία μέσω της Κεντρικής Αρχής (και δύναται να τάξει σχετική προθεσμία για την παραλαβή τους).

 

        Στην παρούσα περίπτωση τα ερωτήματα υπεβλήθησαν με ηλεμήνυμα του Μ.Α.2 (Τεκμήριο 8) προς τις Γαλλικές Αρχές, οι οποίες προς απάντηση απέστειλαν το Τεκμήριο 9. Έχουμε παραθέσει πιο πριν το απόσπασμα, από το Τεκμήριο 9, το οποίο στην πραγματικότητα επηρέασε καθοριστικά την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Με την οποία όμως πρωτόδικη κρίση δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε, για λόγους που εξηγούμε κατωτέρω.

 

        Εν πρώτοις θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως δεν ήταν ορθό να αντληθεί καθοδήγηση από την αγγλική υπόθεση Vey (ανωτέρω), χωρίς να είχαν επισημανθεί οι διαφορετικές νομοθετικές πρόνοιες του αντίστοιχου εφαρμοστικού αγγλικού Extradition Act 2003. Το Άρθρο 2(3)(a) του εν λόγω αγγλικού νόμου απαιτεί όπως ο εκζητούμενος είναι «κατηγορούμενος» στο Κράτος έκδοσης (“the person in respect of whom the Part 1 warrant is issued is accused in the category 1 territory of the commission of an offence specified in the warrant”). Στην εν λόγω αγγλική απόφαση η προϋπόθεση αυτή διασυνδέθηκε άμεσα με το Άρθρο 2(4), το οποίο καθορίζει τις πληροφορίες που πρέπει να περιέχονται στο ΕΕΣ. Το Αγγλικό Εφετείο αρνήθηκε την εκτέλεση του ΕΕΣ λέγοντας:

       

“The absence of information is relevant to the issues which have arisen in relation to the purpose of the extradition. If it was clear that the Appellant was accused and the purpose of the extradition was to take proceedings against her, then the absence of information as to the circumstances of her killing Mourens would be inexplicable. It is because the whole of this warrant is clouded in obscurity, that I am satisfied that yet another adjournment is not appropriate”.

 

(έμφαση δοθείσα)

 

        Η ημεδαπή νομοθεσία προβλέπει την παράδοση για την άσκηση ποινικής δίωξης (Άρθρο 3). Στην παρούσα, είναι προφανές πως αν και επισήμανε δεόντως τη δοθείσα διευκρίνιση ότι η παράδοση ζητείται «για σκοπούς ποινικής δίωξης» εντούτοις το πρωτόδικο Δικαστήριο αργότερα την εξουδετέρωσε, δίδοντας υπέρμετρη, αδικαιολόγητη και αχρείαστη σημασία στη δήλωση ότι η παράδοση ζητείται και για σκοπούς ανάκρισης της εκζητούμενης (“… so that she can be questioned in the framework of the proceedings brought against her”). Μάλιστα, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέλαβε την δήλωση αυτή ως σημαίνουσα «ότι η έκδοση ζητείται και για σκοπούς διερεύνησης των αδικημάτων, αφού αναφέρεται ότι ζητείται για σκοπούς ανάκρισης». Παραγνώρισε με αυτό τον τρόπο τη γενόμενη ήδη διερεύνηση, όπως αυτή προέκυπτε όχι μόνον από το ίδιο το ΕΕΣ αλλά και από τα δοθέντα συμπληρωματικά στοιχεία. Έχει τη σημασία του πως πέραν του συγκεκριμένου αποσπάσματος, στο οποίο στηρίχθηκε και εστίασε την προσοχή του το πρωτόδικο Δικαστήριο, οι Γαλλικές Αρχές είχαν παραθέσει ως διευκρινίσεις και τα εξής:

 

        “With regard to point 3.d.iii. of your enquiry, the Binance account of the company “Stolos Group Limited”, managed by PHILIPPOU Inini, received into its Binance cryptocurrency account just over 185,000 USDT directly linked to fake cryptocurrency investment scam sites during the period 2022. In addition, nearly 2.685 million USDT also passed through this account, as well as transactions to the accounts of other individuals involved.

          With regard to point 3.d.iv. of your enquiry Irini PHILIPPOU is registered as the chairperson of this company, which is registered in Hong Kong.

          With regard to point 3.d.v. of your enquiry, Irini FILIPPOU runs a company whose Kraken account is used to collect funds from fake investment scams and for the purpose of laundering these funds, which constitutes an offence under French law”.

 

        Κρίνουμε πως η εξεταζόμενη εδώ περίπτωση παρουσιάζει εμφανείς και ουσιώδεις ομοιότητες με την προαναφερθείσα υπόθεση Αναφορικά με τον Ghebali (ανωτέρω), για λόγους που κατά τη γνώμη μας είναι εξίσου προφανείς στο πιο κάτω απόσπασμα:

 

        «Από το ενώπιον του Δικαστηρίου επίδικο ευρωπαϊκό ένταλμα, σημασία έχει η αναφορά «for the purpose of conducting a criminal prosecution”.

          Εκείνο δε περαιτέρω που προέκυπτε από τα ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου δεδομένα είναι πως η υπόθεση εναντίον του εφεσείοντα δεν βρισκόταν στο αρχικό στάδιο διερεύνησης. Είχαν ήδη ληφθεί οι καταθέσεις από τους παραπονούμενους που κατονομάζουν τον εφεσείοντα ως το πρόσωπο που τους ξεγέλασε. Όπως παρατηρεί δε και το πρωτόδικο δικαστήριο, η υπόθεση δεν αφορά πλέον το στάδιο που θα πρέπει να υποβληθούν ερωτήσεις στον εκζητούμενο για να διαφανεί αν αυτός θα καταταχθεί ως ύποπτος, αλλά είναι το στάδιο όπου καθηκόντως πρέπει να ανακριθεί και ακολούθως να διαταχθεί η ποινική του δίωξη, εάν τούτο κριθεί αναγκαίο στη βάση των αποτελεσμάτων της ανάκρισης, όπως συνέβη στην υπόθεση Βalzaz Aztastos v. The Szellsord Court, Hungary (2010) EWHC237.

          ……….................................................................................................... Το γεγονός ότι υπήρξε προβληματισμός αρχικά σε σχέση με το λόγο που ζητείτο για παράδοση ο εφεσείων και ο προβληματισμός αυτός, οδήγησε το Δικαστήριο με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων, σε υποβολή διευκρινιστικού ερωτήματος προς τις Γαλλικές Αρχές, δεν αλλοιώνει τα πράγματα, αφού εντέλει οι διευκρινίσεις που δόθηκαν συνάδουν με το περιεχόμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αλλά και με το άρθρο 3 του Ν.133(Ι)/2004, του ως άνω Νόμου. Πρόκειται για μια διαδικασία προερχόμενη από δικαστική αρχή που οδηγεί σε ποινική δίωξη.

          Θα ήταν μικροσκοπικό και εκτός της έννοιας της αρχής της αλληλεγγύης που διέπει την ευρωπαϊκή ενότητα να σταθούμε σε επιμέρους έννοιες και λεπτομέρειες που αφορούν τη διαδικασία στη Γαλλία (βλ. Reinwald ν. Γεν. Εισαγγελέας Πολ. έφ. αρ.42/19, 23.4.2020). Τέτοια πορεία θα ήταν ατελέσφορη.

          ………....................................................................................................Το ότι εντέλει μπορεί η δίωξη να μη συντελεστεί δεν αλλάζει τη βασική αρχή ότι ο σκοπός του εντάλματος είναι η ποινική δίωξη. Αυτό προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς από την υπόθεση του ΔΕE στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-566/19 PPU και C626/19 PPU 12.12.2019 από την οποία μεταφέρουμε τις σκέψεις 69 και 70: «… στη γαλλική έννομη τάξη, η απόφαση περί εκδόσεως μπορεί ως διαδικαστική πράξη να προσβληθεί ενόσω διαρκεί η ανακριτική διαδικασία και αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται εις βάρος προσώπου το οποίο δεν είναι ακόμη διάδικος, το πρόσωπο αυτό μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο μετά την παράδοση του και την προσαγωγή του ενώπιον του ανακριτή. Η ύπαρξη, στη γαλλική έννομη τάξη, τέτοιων δικονομικών κανόνων καταδεικνύει, επομένως, ότι ο αναλογικός χαρακτήρας της αποφάσεως της εισαγγελικής αρχής να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενου δικαστικού ελέγχου, ακόμη και σχεδόν ταυτόχρονα με την έκδοση του και, εν πάση περιπτώσει, μετά την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και, επομένως, ο έλεγχος αυτός μπορεί να πραγματοποιηθεί, κατά περίπτωση, πριν ή μετά την παράδοση του εκζητουμένου».

          (Βλ. επίσης το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης του Μουζάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, ειδικά σελ.492 κ.επ.)».

 

        Δεν χρειάζεται να προσθέσουμε κάτι ιδιαίτερο στα πιο πάνω. Τονίζουμε όμως ότι κατά παρόμοιο τρόπο και στην παρούσα πρόκειται για μια διαδικασία προερχόμενη από Δικαστική Αρχή, η οποία διαδικασία οδηγεί σε ποινική δίωξη. Αν θα προσθέταμε κάτι είναι το ότι οι Γαλλικές Αρχές αναφέρονταν σε «διαδικασίες που ασκήθηκαν εναντίον της» Εφεσίβλητης, (“in the framework of the proceedings brought against her”), δηλαδή αναφέρονταν σε παρελθοντικό χρόνο, στοιχείο το οποίο επίσης παραγνώρισε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Μάλιστα αυτό θα μπορούσε να διασυνδεθεί και με τη ρητή εγγύηση των Γαλλικών Αρχών ότι στην περίπτωση που η Εφεσίβλητη στο τέλος των διαδικασιών καταδικαστεί σε φυλάκιση θα έχει το δικαίωμα να εκτίσει την ποινή της στην Κύπρο (“if at the end of the proceedings she is convicted and sentenced to a term of imprisonment”). Αυτό το τελευταίο επιβεβαίωνε ότι επρόκειτο για διαδικασία η οποία οδηγεί σε ποινική δίωξη. Το ότι εν τέλει δυνατόν η δίωξη να μην συντελεστεί δεν αλλάζει ούτε αναιρεί ούτε καταργεί το υφιστάμενο δεδομένο ότι σκοπός του ΕΕΣ είναι η ποινική δίωξη.

 

        Τέλος, διευκρινίζουμε πως οι αναφερόμενες στο ΕΕΣ αξιόποινες πράξεις συνιστούν αδικήματα για τα οποία η εκτέλεση του ΕΕΣ επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου (εγκληματική οργάνωση, νομιμοποίηση εσόδων, απάτη κα εγκλήματα σχετικά με ηλεκτρονικούς υπολογιστές). Τα αδικήματα αυτά τιμωρούνται στη Γαλλία με φυλάκιση 10 ετών, ως ρητώς καταγράφεται στο Τεκμήριο 1 (σ. 3). Η εισήγηση εκ μέρους της Εφεσίβλητης ότι δεν υπάρχει αναφορά για την προβλεπόμενη ποινή είναι αβάσιμη. 

 

        Στη βάση των πιο πάνω κρίνουμε πως οι λόγοι έφεσης αρ. 1, 3 και 4 είναι βάσιμοι.

 

        Δεν συμφωνούμε ότι υπήρχε λόγος να ζητήσει οποιαδήποτε περαιτέρω συμπληρωματικά στοιχεία το πρωτόδικο Δικαστήριο και ως εκ τούτου ο λόγος έφεσης αρ. 2 απορρίπτεται.

 

        Απομένει η εξέταση της αντέφεσης αλλά προτού προχωρήσουμε, δραττόμαστε της ευκαιρίας να επισημάνουμε, εν παρόδω, δύο στοιχεία τα οποία συνήθως παραγνωρίζονται, παρότι, γενικώς ομιλούντες, ενδέχεται αυτά να έχουν τη σημασία τους, σε παρόμοιου είδους διαδικασίες.

 

        Το πρώτο στοιχείο είναι πως δεν πρέπει να λησμονείται ότι σε πολλές χώρες του Ηπειρωτικού Δικαίου προηγείται η άσκηση ποινικής δίωξης και ακολουθεί η ανάκριση. Αναφέρουμε, μόνον ως παράδειγμα, την Ελλάδα όπου σε σχέση με την «έναρξη ποινικής δίωξης» προβλέπεται, στο Άρθρο 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ότι ο Εισαγγελέας όταν λάβει μήνυση ή αναφορά περί διάπραξης αξιόποινης πράξης «κινεί την ποινική δίωξη παραγγέλλοντας προανάκριση ή ανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο». Σε κάποιες περιπτώσεις βέβαια η δίωξη ασκείται ως ανωτέρω μόνον αν έχει προηγηθεί «προκαταρκτική εξέταση», πλην όμως αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι η άσκηση ποινικής δίωξης προηγείται της ανάκρισης. Μια πλήρης ανάλυση όλων των τρόπων κίνησης της ποινικής δίωξης στην Ελλάδα, παρατίθεται στο σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία», Αδάμ  Χ. Παπαδαμάκης, 12η έκδοση, 2025, σ. 283 επ. Εξηγείται εκεί ότι η με τον πιο πάνω τρόπο άσκηση της ποινικής δίωξης επιφέρει ως συνέπειες, μεταξύ άλλων, την εκκρεμοδικία, την αδυναμία ανάκλησης της δίωξης και την απόκτηση της ιδιότητας του κατηγορουμένου.  

 

        Το δεύτερο αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι και σε χώρες του Αγγλοσαξονικού Δικαίου (όπως η Κύπρος), στις οποίες προηγείται χρονικά η ανάκριση από την άσκηση ποινικής δίωξης, είναι πιθανόν να προκύψει ανάγκη ανάκρισης ενός εκζητούμενου μετά την άφιξη του στο κράτος έκδοσης του ΕΕΣ (βλ. Άρθρο 6 του Ν.133(1)/04), δεδομένου ότι, λόγω της απουσίας του εκζητούμενου πριν την εκτέλεση του ΕΕΣ, δεν υπάρχει δυνατότητα ανάκρισης του. Ειδικά για την Κύπρο βέβαια, σημειώνουμε πως ούτως ή άλλως, σύμφωνα με την υπόθεση Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 689 «[Ο]ι ανακρίσεις μπορούν να συνεχίζονται και μετά την καταχώριση του κατηγορητηρίου» (βλ. και Kuenzel v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 318/2024, ημερ. 13.2.25), οπότε και από αυτής της πλευράς δεν πρέπει μια ανακριτική ενέργεια να θεωρείται ότι κατά κανόνα αποκλείει την εκτέλεση ενός ΕΕΣ. 

 

        Επαναλαμβάνουμε ότι τα πιο πάνω τα σημειώσαμε εν παρόδω και δεν επηρεάζουν την προηγηθείσα κρίση μας για την παρούσα υπόθεση. Μοναδικός σκοπός είναι να καταδείξουμε με αυτά, αφενός πως η κάθε περίπτωση εξαρτάται από τα δικά της περιστατικά και αφετέρου πως δεν ισχύει οποιοσδήποτε γενικός και άκαμπτος κανόνας ότι δημιουργείται κώλυμα εκτέλεσης ΕΕΣ σε κάθε περίπτωση κατά την οποία το Κράτος έκδοσης αναφέρεται, μεταξύ άλλων, και σε ανάκριση η οποία θα ακολουθήσει.

 

Αντέφεση

 

        Προτού προχωρήσουμε με την εξέταση της αντέφεσης, υπενθυμίζουμε πως βάσει του κ.41.12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 το Εφετείο έχει όλες τις εξουσίες του κατώτερου Δικαστηρίου και μεταξύ άλλων έχει εξουσία να επικυρώσει, παραμερίσει ή διαφοροποιήσει διάταγμα ή απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η Εφεσίβλητη, ως έχει ήδη λεχθεί, προβάλλει δύο λόγους έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να απορρίψει την εκτέλεση του ΕΕΣ και για άλλους λόγους, τους οποίους η ίδια προώθησε πρωτοδίκως. Διευκρινίζουμε βέβαια πως το Εφετείο καθηκόντως εξετάζει ζητήματα τα οποία πράγματι έχουν εγερθεί με τους δύο λόγους έφεσης και όχι άλλα θέματα τα οποία έχουν τυχόν παρεισφρήσει στο περίγραμμα αγόρευσης της Εφεσίβλητης, χωρίς να καλύπτονται από λόγο έφεσης.

 

        Στα πλαίσια του πρώτου λόγου αντέφεσης η Εφεσίβλητη κατά πρώτον υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να απορρίψει την αίτηση εκτέλεσης του EEΣ και στη βάση του ότι υπήρξε κατάχρηση διαδικασίας εκ μέρους της Κεντρικής Αρχής. Προβάλλει ειδικότερα ότι η Κεντρική Αρχή ενήργησε κακόπιστα και κατά παράβαση του Άρθρου 21(2) του Ν.133(I)/04 αφού χωρίς εξουσιοδότηση αφενός αποκάλυψε στις Γαλλικές Αρχές την υπερασπιστική γραμμή της Εφεσίβλητης (και δη ότι το EEΣ είχε εκδοθεί για σκοπούς ανάκρισης και όχι ποινικής δίωξης) και αφετέρου έδωσε οδηγίες στις Γαλλικές Αρχές να απαντήσουν ότι η εκτέλεση του EEΣ ζητείται για τον σκοπό ποινικής δίωξης. Είναι η θέση της Εφεσίβλητης ότι με την καταχρηστική αυτή συμπεριφορά της η Κεντρική Αρχή παραβίασε θεμελιώδη δικαιώματα της Εφεσίβλητης και συγκεκριμένα το δικαίωμά της να προβάλει ανεπηρέαστα την υπεράσπισή της και να έχει δίκαιη δίκη.

 

        Θα πρέπει να σημειώσουμε κατ’ αρχάς ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης ως Κεντρική Αρχή, «επικουρεί» (βοηθά) τις αρμόδιες αρχές έκδοσης και εκτέλεσης του EEΣ, ως ρητώς προνοείται στο Άρθρο 5 του Ν.133(I)/04 (βλ. Αναφορικά με την Susan Ayre (2017) 1(A) Α.Α.Δ. 35). Στην παρούσα περίπτωση η ίδια η Εφεσίβλητη, μέσω του συνηγόρου της, ήταν αυτή η οποία ζήτησε να σταλούν «ερωτήματα» στις Γαλλικές Αρχές, τα οποία εξειδίκευσε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στη συνέχεια η συνήγορος εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέως κατέγραψε σε επιστολή της προς τον Μ.Α.2 τα ερωτήματα (Τεκμήριο 7) και ο τελευταίος συνέταξε δική του επιστολή στα αγγλικά, την οποία απέστειλε στις Γαλλικές Αρχές (Τεκμήριο 8).

 

        Είναι γεγονός ότι ο Μ.Α.2 στη δική του επιστολή ζήτησε από τις Γαλλικές Αρχές να διευκρινίσουν ποιος ήταν ο σκοπός του EEΣ και πέραν τούτου προσέθεσε τη θέση ότι θα έπρεπε να απαντηθεί ο ισχυρισμός ότι σκοπός δεν ήταν η ποινική δίωξη αλλά η ανάκριση της Εφεσίβλητης, καταλήγοντας να ζητά και επεξηγηματικές πληροφορίες για τη λειτουργία του Γαλλικού νομικού συστήματος.

 

        Δεν θεωρούμε ότι τα όσα κατέγραψε ο Μ.Α.2 εξέφευγαν του ρόλου της ημεδαπής Κεντρικής Αρχής να επικουρεί τόσο τις Αρχές έκδοσης όσο και τις Αρχές εκτέλεσης ενός EEΣ. Τις διευκρινίσεις τις ζήτησε η πλευρά της Εφεσίβλητης. Κατά την υποβολή των ερωτημάτων δεν επέμεινε στο να ακολουθηθεί αυστηρώς η διαδικασία του Άρθρου 21(2), ήτοι να «κρίνει» το ίδιο το εκδικάζον Δικαστήριο και να «ζητήσει» το ίδιο μέσω της Κεντρικής Αρχής τα συμπληρωματικά στοιχεία, με λεκτικό δηλαδή το οποίο θα συνέτασσε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ήταν κοινώς αποδεκτό ότι η Κεντρική Αρχή θα απευθύνετο στις Γαλλικές Αρχές.

 

        Εν πάση περιπτώσει, για να στοιχειοθετηθεί παραβίαση δίκαιης δίκης απαιτείται να έχει καταδειχθεί δυσμενής επηρεασμός (actual prejudice) και το σχετικό βάρος απόδειξης το έχει αυτός ο οποίος επικαλείται την παραβίαση, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Αντωνίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 68/2024, ημερ. 16.7.25). Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε με ποιο τρόπο επηρεάστηκε δυσμενώς η Εφεσίβλητη από την (έστω) επιπρόσθετη αναφορά του Μ.Α.2 σε «ανάκριση». Αυτό, υπό την έννοια ότι στο EEΣ, Τεκμήριο 1, δεν υπήρχε καμμιά τέτοια αναφορά σε ανάκριση. Η μεταγενέστερη σχετική διατύπωση του Μ.Α.2 αποτέλεσε την αφορμή για την επί του θέματος αυτού απάντηση των Γαλλικών Αρχών, στην οποία, όχι μόνο στήριξε την αγόρευσή της πρωτοδίκως η Εφεσίβλητη, αλλά έπεισε και το πρωτόδικο Δικαστήριο να αρνηθεί την εκτέλεση του EEΣ εξαιτίας της εν λόγω απάντησης στο Τεκμήριο 9. Άρα μάλλον ωφελήθηκε από τη συγκεκριμένη διευκρίνιση η Εφεσίβλητη δεδομένου ότι μπόρεσε έτσι να στηρίξει τη θέση της σε συγκεκριμένη πλέον αναφορά των Γαλλικών Αρχών. Δεν συμφωνούμε ότι υπήρξε οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός της Εφεσίβλητης.

 

        Δεν συμφωνούμε επίσης ότι η ημεδαπή Κεντρική Αρχή έχει παραβιάσει θεμελιώδη δικαιώματα της Εφεσίβλητης και δη το δικαίωμα προβολής της υπεράσπισής της ή το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη σύμφωνα με το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Το δικαίωμα προβολής υπεράσπισης συνδέεται με την ίδια την ποινική δίκη (στην οποία θα κριθεί η ενοχή ή η αθωότητα) όπου και διασφαλίζεται πλήρως. Όμως, όπως εξηγείται και στο σύγγραμμα «Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης» (ανωτέρω, σ. 379), «[Α]ντικείμενο της διαδικασίας εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δεν είναι η διακρίβωση της ενοχής ή της αθωότητας του καταζητούμενου, αλλά ο έλεγχος της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων για την παράδοση του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος. Επομένως εφαρμοστέο είναι καταρχήν το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ και όχι το άρθρο 6 αυτής...».

 

        Το Άρθρο 5 της ΕΣΔΑ ρυθμίζει το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια. Απαιτεί όπως κάθε κράτηση είναι νόμιμη. Στις περιπτώσεις έκδοσης εκζητούμενου αρκεί η πλήρωση της προϋπόθεσης ότι εκκρεμεί η διαδικασία έκδοσης και δεν απαιτείται κάποιος πρόσθετος όρος (βλ. «Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)», Μιχαήλ Μαργαρίτης, 2019, σ. 116). Αυτά απαντούν και στα ερωτήματα περί της κράτησης, τα οποία έθεσε η Εφεσίβλητη στην επιχειρηματολογία του πρώτου λόγου αντέφεσης.

 

        Περαιτέρω, εντός των πλαισίων του πρώτου λόγου αντέφεσης, η Εφεσίβλητη προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε ζητήματα τα οποία η ίδια έθεσε αναφορικά «με τον άγνωστο τόπο και χρόνο» διάπραξης των φερόμενων αδικημάτων.

 

        Δεν θα μας απασχολήσουν τα όσα επιχειρήματα έχουν ως υπόβαθρο τις τρεις γραμμές οι οποίες εμφαίνονται μόνο στην αγγλική μετάφραση του Γαλλικού Εθνικού Εντάλματος Σύλληψης και δη στο Τεκμήριο 3. Όπως έχουμε αναφέρει δεν εντοπίζεται τέτοια παράγραφος ούτε στο γαλλικό κείμενο του Εθνικού Εντάλματος (βλ. Τεκμήριο 9), αλλά ούτε και στο ελληνικό κείμενο, Τεκμήριο 11. Οι όποιες δηλώσεις της εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέως, οι οποίες  έγιναν πριν την έναρξη της ακρόασης, ήτοι στις 10.11.25, και βασίστηκαν στην παράγραφο η οποία (μάλλον εκ παραδρομής κατά τη μετάφραση) συμπεριελήφθη στο κείμενο της αγγλικής μετάφρασης, ασφαλώς δεν είναι δυνατόν να ληφθούν υπ’ όψιν ή να αποτελέσουν τη βάση επί της οποίας εξετάζεται η εκτέλεση του επίμαχου EEΣ. Αυτό που εξετάζει καθηκόντως η Δικαστική Αρχή εκτέλεσης είναι το τι αναφέρεται στο ίδιο το EEΣ και στα συμπληρωματικά στοιχεία που έχουν αρμοδίως δοθεί (με το Τεκμήριο 9).

 

        To Άρθρο 4(1)(ε) του Ν.133(I)/04 πράγματι απαιτεί όπως στο ΕΕΣ περιέχεται «περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητούμενου στην αξιόποινη πράξη». Έχουμε ήδη παραθέσει αυτούσια την περιγραφή των περιστάσεων σε προηγούμενο σημείο της παρούσας απόφασης. Είναι πασιφανές από το περιεχόμενο αυτό ότι περιλαμβάνεται αναφορά στον χρόνο και στον τόπο τέλεσης. Ειδικότερα, ως χρόνος προσδιορίζεται η χρονική περίοδος από 1.1.20 έως 4.6.25 και ως τόπος διάπραξης αναφέρονται, με συγκεκριμένα ονόματα, 17 πόλεις ή κοινότητες της Γαλλίας ενώ όντως υπάρχει αναφορά στο ότι εγκληματικές ενέργειες διεπράχθησαν επίσης και στο εξωτερικό («...as well as abroad»).

 

        Προβάλλεται εκ μέρους της Εφεσίβλητης ότι ο τόπος και ο χρόνος συνδέονται «άμεσα με τη δικαιοδοσία για έκδοση του EEΣ, ειδικότερα δε με τις πρόνοιες του Άρθρου 14(1)(στ)(i) και (ii) του Ν.133(I)/2004». Ως προς το πρώτο θέμα αρκούμαστε στο να σημειώσουμε ότι δεν αναμένεται σε ένα τέτοιο στάδιο ο έλεγχος της κατά τόπον δικαιοδοσίας της αλλοδαπής Δικαστικής Αρχής η οποία εξέδωσε το ΕΕΣ ή της έκτασης της διεθνούς ποινικής δικαιοδοσίας των Γαλλικών Δικαστηρίων. Εν πρώτοις να σημειώσουμε ότι το κατά πόσον τα Γαλλικά Δικαστήρια έχουν ποινική δικαιοδοσία επί πράξεων που έχουν τελεστεί εν μέρει εκτός της Γαλλικής επικράτειας είναι ζήτημα που αφορά και εξαρτάται από τη Γαλλική νομοθεσία. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης» (ανωτέρω, σ. 72) η κρατική κυριαρχία «περιλαμβάνει το δικαίωμα του κάθε κράτους να καθορίζει αυτόνομα τόσο την έκταση της ποινικής δικαιοδοσίας του, όσο και το ποιες συμπεριφορές είναι (ή δεν είναι) άξιες ποινικού κολασμού».

 

        Άλλωστε τέτοιος έλεγχος, δηλαδή των ορίων της διεθνούς ποινικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του Κράτους έκδοσης, δεν προβλέπεται και δεν συνάγεται είτε από το απαιτούμενο από τον Νόμο περιεχόμενο του EEΣ κατά το Άρθρο 4 είτε από τους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του EEΣ κατά το Άρθρο 13. Το δε Άρθρο 14, το οποίο επικαλείται η Εφεσίβλητη, βασικά προνοεί λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης ενός EEΣ. Συγκεκριμένα το Άρθρο 14(1)(στ) προνοεί ότι:

 

«14.‑(1) Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις:

………………………………………………………………………………………...….

(στ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία: (I) θεωρείται κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ή (ii) τελέστηκε εκτός του εδάφους του Κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους δεν επιτρέπεται η δίωξη για την ίδια αξιόποινη πράξη που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.»

 

        Ξεκινώντας πρώτα από τη δεύτερη περίπτωση, ήτοι την §(ii) του Άρθρου 14(1)(στ), θα πρέπει να λεχθεί απλώς πως για να υφίσταται λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης απαιτείται αθροιστικά, πρώτον, η αξιόποινη πράξη να έχει τελεστεί εκτός Γαλλίας και ταυτόχρονα βάσει της Κυπριακής νομοθεσίας να μην επιτρέπεται η δίωξη για την εν λόγω αξιόποινη πράξη. Ουσιαστικά με αυτή την πρόνοια ο Κύπριος νομοθέτης έδωσε την ευχέρεια στα Κυπριακά Δικαστήρια να δύνανται να αρνηθούν την εκτέλεση ΕΕΣ στην περίπτωση κατά την οποία αφενός το αδίκημα διεπράχθη εκτός της επικράτειας του αιτούντος Κράτους και αφετέρου τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν θα είχαν δικαιοδοσία εκδίκασης της. Ασφαλώς δεν συντρέχει καμμιά από τις προϋποθέσεις αυτές δεδομένου ότι από τη μια πλευρά οι φερόμενες αξιόποινες πράξεις έχουν διαπραχθεί και εντός Γαλλίας και από την άλλη πλευρά τα Κυπριακά Δικαστήρια θα είχαν δικαιοδοσία στη βάση του Άρθρου 5 του Ποινικού Κώδικα («Π.Κ.») και συγκεκριμένα είτε στη βάση του Άρθρου 5(1)(δ) Π.Κ. για αδίκημα σε ξένη χώρα από πολίτη της Δημοκρατίας είτε στη βάση του Άρθρου 5(1)(ε)(v) Π.Κ. για αδίκημα απάτης σε ξένη χώρα από «οποιοδήποτε πρόσωπο» δυνάμει της Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου, η οποία κυρώθηκε από τον Ν.22(ΙΙΙ)/2004 (Άρθρο 10).

 

          Όσον αφορά την πρώτη περίπτωση, δηλαδή την §(i) του Άρθρου 14(1)(στ), για να συνιστά λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης απαιτείται η ύπαρξη Κυπριακού ποινικού νόμου βάσει του οποίου η φερόμενη αξιόποινη πράξη να θεωρείται ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Δημοκρατίας. Η Εφεσίβλητη ούτε πρωτοδίκως ούτε κατ’ έφεσιν εισηγείται ότι οι αποδιδόμενες στην ίδια πράξεις τελέστηκαν στη Δημοκρατία. Στην αιτιολογία του πρώτου λόγου αντέφεσης δεν καταγράφεται κάτι σχετικό ενώ στο περίγραμμα αγόρευσης της, η Εφεσίβλητη επισημαίνει μόνον ότι η εταιρεία Stolos Group Ltd, της οποίας κατ’ ισχυρισμόν ηγείται η Εφεσίβλητη, είναι εγγεγραμμένη στο Χονγκ Κονγκ (βάσει των διευκρινίσεων του Τεκμηρίου 9) και  περαιτέρω ότι ο Μ.Α.2 δέχθηκε πως οι Γαλλικές Αρχές «θεωρούν» ότι η Εφεσίβλητη ήταν και είναι στην Κύπρο.

 

          Είναι γεγονός ότι ο Μ.Α.2 εξέφρασε την πιο πάνω εκτίμηση κατά τη μαρτυρία του. Αυτό το οποίο εν τέλει εισηγείται η Εφεσίβλητη αποτυπώνεται στο περίγραμμα αγόρευσης της στο οποίο αναφέρει ότι: «Δεν αμφισβητήθηκε ότι η εκζητούμενη πάντοτε διέμενε και ήταν στην Κύπρο – αυτό είχαν υπόψη τους και οι Γαλλικές Αρχές. Δεν αμφισβητήθηκε ότι ακόμα και στην περίπτωση που η εκζητούμενη θα διέπραττε οποιοδήποτε από τα διερεύνηση αδικήματα, θα το διέπραττε από την Κύπρο και όχι σε άλλη χώρα. Συνεπώς το αδίκημα, για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι τελέστηκε εν όλω ή εν μέρη (sic) στην Κυπριακή Δημοκρατία».

(έμφαση και υπογράμμιση του συντάκτη)

 

        Δεν συμφωνούμε με την εισήγηση. Κατ’ αρχάς δεν μπορεί ασφαλώς σε καμμιά περίπτωση να θεωρηθεί ότι οι πράξεις που περιγράφονται στο ΕΕΣ τελέστηκαν εν όλω στην Κυπριακή Δημοκρατία. Κάτι τέτοιο είναι αδύνατο εν όψει αφενός των 17 Γαλλικών πόλεων στις οποίες γίνεται αναφορά στο ΕΕΣ ως τόπων διάπραξης και αφετέρου των τριών άλλων χωρών οι οποίες αναφέρονται στα δοθέντα συμπληρωματικά στοιχεία, ήτοι του Βελγίου, της Ισπανίας και της Γερμανίας.

 

        Ούτε όμως και δύναται να θεωρηθεί στο στάδιο αυτό, εκ μόνης της άποψης των Γαλλικών Αρχών για την παρουσία της Εφεσίβλητης στη Δημοκρατία και προκειμένου περί διαδικτυακών απατών, ότι αυτές οι αποδιδόμενες πράξεις έχουν εν μέρει τελεστεί στην Κυπριακή Δημοκρατία. Με άλλα λόγια η εκτίμηση των Γαλλικών Αρχών για το ότι η Εφεσίβλητη ήταν στη Δημοκρατία δεν προκαθορίζει νομικά τον τόπο διάπραξης ενός διαδικτυακού εγκλήματος. Εξάλλου η αναφορά του Μ.Α.2 ήταν για το τι «θεωρούν» οι Γαλλικές Αρχές και κανένα στοιχείο δεν έχει αναδειχθεί για το πού πράγματι ευρίσκετο η Εφεσίβλητη κατά την περίοδο από το 2020 έως το 2025.

 

        Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και εάν δυνητικά μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι αξιόποινες πράξεις τελέστηκαν εν μέρει σε έδαφος της Δημοκρατίας επαναλαμβάνουμε ότι θα ετίθετο μόνο λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης και δεν συμφωνούμε ότι η παρούσα θα ήταν κατάλληλη περίπτωση για την άσκηση αυτής της ευχέρειας. Εννοείται ότι η άσκηση μιας τέτοιας ευχέρειας θα είχε ως λόγο και προοπτική την άσκηση ποινικής δίωξης στην Κύπρο, πράγμα το οποίο δεν θα συνιστούσε επιθυμητή επιλογή για μια τέτοιας έκτασης υπόθεση, με πολλούς εμπλεκόμενους, για την οποία ήδη έλαβε πάρα πολλά μέτρα προς την κατεύθυνση δίωξης μια αλλοδαπή Δικαστική Αρχή.

 

        Ο πρώτος λόγος αντέφεσης υπόκειται σε απόρριψη.

       

        Με τον δεύτερο λόγο αντέφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν προέβη σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των M.A.1 και Μ.A.2. Είναι γεγονός ότι, εξαιτίας και της πορείας που ακολούθησε η πρωτόδικη Δικαστής, δεν διετύπωσε άποψη είτε για την εικόνα την οποία σχημάτισε για τους δύο πιο πάνω μάρτυρες είτε για το περιεχόμενο των όσων ανέφεραν. Ασφαλώς θα ήταν ορθότερο, για να υπάρχει μία ολοκληρωμένη απόφαση, να είχε καταγραφεί μία έστω συνοπτική κρίση για την αξιοπιστία και τη μαρτυρία των προσώπων αυτών.

 

Όμως, από την άλλη πλευρά η διαδικασία εν σχέσει με την εκτέλεση ενός EEΣ είναι μια suis generis διαδικασία, η οποία κατά κανόνα και ως επί το πλείστον κρίνεται στη βάση εγγράφων, τα οποία προσκομίζονται στην ημεδαπή Δικαστική Αρχή. Πολύ σπάνια είναι που εμφανίζονται περιπτώσεις στις οποίες είναι καθοριστική η προφορική μαρτυρία προσώπων τα οποία υπό την υπηρεσιακή τους ιδιότητα έχουν απλώς εμπλακεί είτε στη σύλληψη του εκζητούμενου είτε στην κατάθεση των σχετικών εγγράφων στο Δικαστήριο.

 

Όπως προκύπτει από την υπόθεση Στυλιανού v. Στυλιανού (1999) 1 Α.Α.Δ. 1833 στην περίπτωση λόγου έφεσης σχετιζόμενου με την αξιολόγηση, απαιτείται όπως εξειδικεύεται η ατέλεια στην αξιολόγηση ενώ σε κάθε περίπτωση, η δραστικότητα λόγου έφεσης συναρτάται άμεσα προς την τεκμηρίωσή του. Στην υπόθεση Φιλίππου v. Τσολάκη (2006) 1 Α.Α.Δ. 1188 τονίστηκε ότι το Εφετείο επεμβαίνει όταν το πρωτόδικο Δικαστήριο παραλείπει να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα αναφορικά με κάποιο ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.

 

Η παρούσα πάντως δεν ήταν μια από τις περιπτώσεις που οι δύο μάρτυρες είχαν κάτι να αναφέρουν το οποίο ήταν αμφισβητούμενο. Δεν ήταν δε τυχαίο που η ίδια η Εφεσίβλητη μετά το πέρας της μαρτυρίας τους και την από κοινού κατάθεση κάποιων εγγράφων τα οποία την ενδιέφεραν, δεν χρειάστηκε να παρουσιάσει οποιονδήποτε μάρτυρα για να αντικρούσει οτιδήποτε. Παρά ταύτα, στην αιτιολογία του δεύτερου λόγου αντέφεσης, η Εφεσίβλητη παραθέτει τρία σημεία από την προφορική μαρτυρία, τα οποία η ίδια θεωρεί ότι έπρεπε να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην απόρριψη της μαρτυρίας των Μ.Α.1 και Μ.Α.2. Προβάλλεται δε πως εάν απέρριπτε τη μαρτυρία τους και ειδικά αυτήν του Μ.Α.2, τότε το πρωτόδικο Δικαστήριο θα οδηγείτο και στην απόρριψη της αίτησης για εκτέλεση του EEΣ.

  

Το πρώτο σημείο αφορά το ότι η Μ.Α.1 δεν αναγνώρισε το Ένταλμα Έρευνας της οικίας της Εφεσίβλητης, Τεκμήριο 12. Επρόκειτο για ένταλμα που είχε εκδοθεί στις 20.10.25 βάσει Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας (Ν.23(I)/2001). Το κατά πόσον το θυμόταν και μπορούσε να το αναγνωρίσει η Μ.Α.1 είχε μηδαμινή σημασία και επίδραση στα ζητήματα που εξετάζονται κατά την αίτηση εκτέλεσης EEΣ. Η ουσία ήταν πως, ακόμα και αν μπορούσε να οικοδομηθεί κάποιο επιχείρημα επί της εκδόσεως του, το ίδιο το ένταλμα ευρίσκετο ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η Εφεσίβλητη είχε κάθε ευχέρεια να προβάλει τα επιχειρήματα της έστω και αν δεν θυμόταν το περιεχόμενο του η Μ.Α.1.

 

Το δεύτερο σημείο αφορά το ότι ενώ η Μ.Α.1 αρχικά ισχυρίστηκε ότι επεξήγησε στην Εφεσίβλητη ότι τη συνέλαβε δυνάμει του EEΣ για να δικαστεί στη Γαλλία, εντούτοις κατά την αντεξέτασή της παραδέχθηκε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο ζητείται η σύλληψη της Εφεσίβλητης δυνάμει του EEΣ. Πρόκειται βασικά για ακόμα μια περίπτωση για την οποία δεν δημιουργεί οποιοδήποτε κενό η απουσία αξιολόγησης. Αυτό που είπε η Μ.Α.1 εν τέλει ήταν πως ενημέρωσε την Εφεσίβλητη για την ύπαρξη του EEΣ βάσει του οποίου και τη συνέλαβε αλλά δεν γνώριζε να εξηγήσει στο Δικαστήριο τις λεπτομέρειες του ίδιου του EEΣ. Η εκφρασθείσα άγνοια της Μ.Α.1 δηλαδή είναι ένα αναντίλεκτο γεγονός, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εάν κριθεί ότι έχει οποιαδήποτε σημασία. Δεν συμφωνούμε όμως ότι η αδυναμία αυτή της Μ.Α.1 συνιστά κώλυμα για την εκτέλεση του EEΣ ή ότι θα επηρέαζε την πρωτόδικη απόφαση.

 

Κάτι ανάλογο ισχύει και για το τρίτο εγειρόμενο σημείο. Αυτό αφορά την παραδοχή του Μ.Α.2 ότι ενώ δεν είχε οδηγίες ή την έγκριση του Δικαστηρίου, συζήτησε με την εκπρόσωπο του Γενικού Εισαγγελέως και αποφάσισε να ενημερώσει τις Γαλλικές Αρχές για τη συγκεκριμένη θέση της Εφεσίβλητης και να ζητήσει την απάντησή τους για το θέμα. Έχουμε ήδη αναφερθεί αναλυτικά στο ζήτημα αυτό σε προηγούμενο στάδιο της παρούσας απόφασης. Δεν θεωρούμε ότι επρόκειτο για θέμα το οποίο συνιστά λόγο για τη μη εκτέλεση του EEΣ.

 

Οι λόγοι αντέφεσης αρ. 1 και 2 υπόκεινται σε απόρριψη.

 

Η Εφεσίβλητη, με το περίγραμμα αγόρευσης της, εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων έφεσης και σε αντίθετη περίπτωση, εναλλακτικά την επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης στη βάση των λόγων αντέφεσης και περαιτέρω διαζευκτικά τη διαταγή επανεκδίκασης στην περίπτωση κατά την οποία ευσταθεί ο δεύτερος λόγος αντέφεσης σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων. Έχουμε ήδη εξηγήσει ότι επιτυγχάνουν οι λόγοι έφεσης αρ. 1, 3 και 4, ότι απορρίπτεται ο πρώτος λόγος αντέφεσης, καθώς και ότι ο δεύτερος λόγος αντέφεσης είναι επίσης αβάσιμος. Ούτε όμως κρίνουμε ότι υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος λόγος για την έκδοση διαταγής επανεκδίκασης. Η παρούσα περίπτωση σαφώς διακρίνεται από τα γεγονότα των υποθέσεων Y.B.L. v. Γενικού Εισαγγελέα, Έφεση (Ε.Ε.Σ.) Αρ. 1/22, ημερ. 4.11.22 και Κωνσταντίνου ν. Γενικός Εισαγγελέας, Έφεση (Ε.Ε.Σ.) Αρ. 3/25, ημερ. 24.11.25, στις οποίες διετάχθη επανεκδίκαση επειδή πρωτοδίκως είχαν απορριφθεί αιτήματα αναβολής εκ μέρους του εκζητούμενου, πράγμα που είχε στερήσει τον εκζητούμενο από μια δίκαιη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση του. Δεν τίθενται τέτοια ζητήματα δίκαιης δίκης στην παρούσα.

 

Έχοντας εξετάσει αφενός όλα τα στοιχεία που είχαν παρουσιαστεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και αφετέρου όλες τις εισηγήσεις που έχουν υποβληθεί, σε συνδυασμό με τις νομοθετικές πρόνοιες και τις νομολογιακές αρχές, καταλήγουμε ότι στην παρούσα: (α) Συνέτρεχαν και συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έγκριση της εκτέλεσης του ΕΕΣ, (β) Δεν συντρέχει κανένας λόγος υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ΕΕΣ, (γ) Δεν συντρέχει κανένας βάσιμος λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης του ΕΕΣ.

 

Κατάληξη

 

          Στη βάση των πιο πάνω η έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση ακυρώνεται. Η αντέφεση απορρίπτεται.

 

          Εγκρίνεται η εκτέλεση του επίδικου ΕΕΣ εναντίον της Εφεσίβλητης.

 

          Διατάσσεται όπως ακολουθηθούν οι πρόνοιες του Άρθρου 29(1) του Ν.133(Ι)/04 για την παράδοση της Εφεσίβλητης το αργότερο εντός 10 ημερών από σήμερα.

 

          Διατάσσεται επίσης όπως η Εφεσίβλητη συλληφθεί και παραμείνει εν τω μεταξύ υπό κράτηση.

 

          Δίδονται οδηγίες στην αρμόδια Πρωτοκολλητή του Εφετείου όπως κοινοποιήσει αμελλητί στη Δικαστική Αρχή έκδοσης του ΕΕΣ την παρούσα απόφαση επί του ΕΕΣ.

 

          Σημειώνεται η δέσμευση και εγγύηση των Γαλλικών Αρχών, στο Τεκμήριο 9, ότι εάν εν τέλει η Εφεσίβλητη καταδικαστεί και τής επιβληθεί στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας για τις αξιόποινες πράξεις οι οποίες περιγράφονται στο ΕΕΣ, τότε αυτή θα δικαιούται να διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ούτως ώστε να εκτίσει εδώ την ποινή που θα τής επιβληθεί στο Κράτος έκδοσης του ΕΕΣ.

 

          Καμμιά διαταγή για έξοδα.

 

 

 

                                                                            Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

                                                                            Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

                                                                            Θ. ΘΩΜΑ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο