ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΚΟΦΕΓΓΙΤΗ κ.α. v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 93/2018, 9/1/2026
print
Τίτλος:
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΚΟΦΕΓΓΙΤΗ κ.α. v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 93/2018, 9/1/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 93/2018)

 

9 Ιανουαρίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

1.  ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΚΟΦΕΓΓΙΤΗ,

2.  ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΘΕΟΔΟΥΛΟΥ,

Εφεσείοντες,

v.

 

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητος.

___________________

 

Σ. Αγγελίδης για κ.κ. Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες.

Χρ. Τσεκούρας, για τον Εφεσίβλητο.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Δρουσιώτη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.: Με την παρούσα έφεση προσβάλλεται απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας – στο εξής το πρωτόδικο Δικαστήριο - με την οποία απορρίφθηκαν οι συνεκδικασθείσες αγωγές των εφεσειόντων εναντίον της Δημοκρατίας για αποζημιώσεις, στη βάση του Άρθρου 146.6. του Συντάγματος.

 

Κρίνουμε χρήσιμο να γίνει μία σύντομη αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά διατυπώθηκαν στην πρωτόδικη απόφαση και τα οποία έχουν ως ακολούθως:

 

«1.  Οι Ενάγοντες κατά πάντα ουσιώδη χρόνο με την παρούσα αγωγή ήταν και μέχρι σήμερα είναι μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου.

 

2.  Ο Εναγόμενος ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως Γενικός Εισαγγελέας βάσει του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60.

 

3.  Στις 27.3.2002 η Υπηρεσία Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών μέσω επιστολής της με θέμα «Στελέχωση/Ενίσχυση Διπλωματικών Αποστολών της Δημοκρατίας με μόνιμο προσωπικό για σκοπούς παραχώρησης θεωρήσεων εισόδου στην Κύπρο» ζήτησε την υποβολή αιτήσεων από μόνιμους δημόσιους Υπαλλήλους (συμπεριλαμβανομένων και μελών της Αστυνομικής Δύναμης) για επάνδρωση πρεσβειών/Προξενείων και της Υπάτης Αρμοστείας της Δημοκρατίας στο εξωτερικό.

 

4.  Στις 30.5.2002 το Υπουργικό Συμβούλιο με σχετική απόφαση του (αρ.55.676), εξουσιοδότησε τον Αρχηγό της Αστυνομίας όπως προωθήσει διαδικασία για την επιλογή και απόσπαση μελών της Αστυνομικής Δύναμης στο Υπουργείο Εξωτερικών με σκοπό την υλοποίηση των υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας με βάση την συνθήκη «Shengen» σχετικά με τη χορήγηση θεωρήσεων εισόδου ξένων υπηκόων, μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Κύπρο.

 

5.  Σχετική επιστολή απέστειλε στις 3.7.2002 ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εξωτερικών προς τον Αρχηγό Αστυνομίας με θέμα: «Στελέχωση ενίσχυση διπλωματικών Αποστολών Δημοκρατίας με μόνιμο προσωπικό για σκοπούς παραχώρησης θεωρήσεων εισόδου στην Κύπρο».

 

6.  Την 20.1.2003 ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου, απέστειλε επιστολή προς τον Αρχηγό Αστυνομίας με αναφορά στην ανάληψη των καθηκόντων των Εναγόντων από 10.2.2013.

 

7.  Στις 10.2.2013 οι Ενάγοντες τοποθετήθηκαν στη Διπλωματική Αποστολή της Δημοκρατίας στη Μόσχα.

 

8.  Πριν την εγκατάσταση των Εναγόντων στη Διπλωματική Αποστολή της Δημοκρατίας στη Μόσχα εκδόθηκαν διπλωματικά διαβατήρια στους Ενάγοντες και ακολούθως η έκδοση της διπλωματικής κάρτας.

 

9.  Στις 19/03/2003 ο Ανώτερος Γενικός Διευθυντής απέστειλε σχετική επιστολή προς Πρέσβη της Μόσχας, η οποία παραλήφθηκε στις 21/03/2003 με θέμα Προξενικοί Λειτουργοί στην Πρεσβεία της Μόσχας.

 

10.  Στις 2.4.2003 οι Ενάγοντες έλαβαν σχετική επιστολή με την οποία ενημερώθηκαν ότι ο Υπουργός Εξωτερικών τερμάτιζε την απόσπαση τους από τις 30.4.2003.

 

11.  Στις 10.6.2003 η Επίτροπος Διοικήσεως έλαβε απόφαση με την οποία έκρινε ότι το Υπουργείο Εξωτερικών ήταν αναρμόδιο να τερματίσει την απόσπαση εφόσον μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να ληφθεί μόνο από το Υπουργικό Συμβούλιο.

 

12.  Το Υπουργικό Συμβούλιο με Απόφαση Αρ. 58.109 επανέλαβε τον τερματισμό της απόσπασης των Εναγόντων αναδρομικά από τις 30.4.2003.

 

13.  Εναντίον της πιο πάνω απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου οι Ενάγοντες καταχώρησαν την υπ’ αριθμό 12/04 προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην οποία στις 14.12.04 εκδόθηκε ακυρωτική απόφαση.

 

14.  Η απόφαση αυτή αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο με την Αναθεωρητική Έφεση αρ. 3919.

 

15.  Στις 14.6.07 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου με απόφαση της απέρριψε την Α.Ε. 3939.

 

16.  Στις 24.10.07 το Υπουργικό Συμβούλιο έλαβε νέα απόφαση με αρ. 66.189.

 

17.  Οι Ενάγοντες καταχώρησαν την προσφυγή με αρ. 175/08 και το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε νέα ακυρωτική απόφαση, στις 16 Ιανουαρίου 2009.

 

18.  Στις 14.8.2009 οι Ενάγοντες απέστειλαν σχετική επιστολή με την οποία διεκδικούσαν αποζημιώσεις ως το Άρθρο 146(6) του Συντάγματος.»

 

Με αναφορά στη νομολογία το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι «Από το λεκτικό αυτών των αποφάσεων είναι ξεκάθαρο ότι οι λόγοι ακύρωσης των αποφάσεων της Διοίκησης ήταν τυπικοί και όχι ουσιαστικοί», επίσης, έκρινε ότι εφεσείοντες παρέλειψαν να παρουσιάσουν μαρτυρία ικανή που να δικαιολογεί εύρημα ότι αν γινόταν επανεξέταση της ακυρωθείσας διοικητικής πράξης αυτοί θα μετέβαιναν εκ νέου στη διπλωματική αποστολή της Ρωσίας, για τον λόγο ότι μεσολάβησε η επιστολή του Αρχηγού της Αστυνομίας, στον οποίο υπάγοντο οι εφεσείοντες, με την οποία ζητούσε τον τερματισμό ακόμη και των ήδη αποσπασθέντων μελών της Αστυνομίας.

 

Τέλος, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι οι εφεσείοντες δεν προσέφεραν μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύουν τις αξιώσεις τους.

 

Οι εφεσίβλητοι με πέντε λόγους έφεσης αμφισβητούν την πιο πάνω απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. 

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προσβάλλεται η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία απέρριψε τις αγωγές και την διεκδίκηση αποζημιώσεων, κατά το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, κρίνοντας, αναρμόδια, ότι οι αποφάσεις της διοίκησης που ακυρώθηκαν με δικαστικές διαδικασίες οφείλοντο σε τυπικούς και όχι ουσιαστικούς λόγους.  Συγκεκριμένα, οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι οι Αγωγές τους βασίστηκαν στο Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, δυνάμει του οποίου ο διοικούμενος με την ακύρωση διοικητικής πράξης έχει το δικαίωμα να αποταθεί στο αρμόδιον Επαρχιακό Δικαστήριο και να ζητήσει αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία.  Με τον 2ο λόγο έφεσης οι εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εισήγαγε συλλογισμούς πρωτογενούς μορφής πέραν των όσων κρίθηκαν από τις ακυρωτικές αποφάσεις για όσα αφορούσαν το θέμα της υπηρεσίας τους στη Ρωσία.  Έλαβε υπόψη του αιτιολογίες και επεξηγήσεις που δόθηκαν από την πλευρά της διοίκησης, οι οποίες οδήγησαν στην απόρριψη των προσφυγών.  Με τον 3ο λόγο προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα τη μαρτυρία και συνήγαγε, αυθαίρετα, και υπό πλάνη, πρωτογενή εσφαλμένη κρίση περί των όσων βλαπτικά σε βάρος των εφεσειόντων υπήρξαν στην διάρκεια των ετών μεταξύ της πρώτης και τελευταίας ακυρωτικής απόφασης. Με τον 4ο λόγο προβάλλεται ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα αποφάσισε ότι οι εφεσείοντες όφειλαν να παρουσιάσουν μαρτυρία η οποία να δικαιολογεί εύρημα πως αν γινόταν επανεξέταση της ακυρωθείσας διοικητικής πράξης «οι ενάγοντες θα μετέβαιναν εκ νέου στη Ρωσία» και δεν έλαβε υπόψιν ότι έγινε επανεξέταση από το Υπουργικό Συμβούλιο μετά από κάθε ακυρωτική απόφαση η οποία οδήγησε σε νέες ακυρωτικές αποφάσεις.  Ως 5ος λόγος προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθά και δεν αποδέχθηκε την βλάβη, την ταλαιπωρία και την ζημιά που οι εφεσείοντες υπέστησαν από τις εκδοθείσες διοικητικές αποφάσεις, οι οποίες ακυρώθησαν από το Ανώτατο Δικαστήριο και μηδένισε το δικαίωμα των εφεσειόντων για δίκαιη δίκη και το δικαίωμα το οποίο τους παρέχεται από τα Άρθρα 35, 146.6 και 150 το Συντάγματος.

 

Έχουμε μελετήσει διεξοδικά τους εγειρόμενους λόγους έφεσης, την αιτιολογία αυτών και την επιχειρηματολογία της πλευράς των εφεσειόντων, αλλά και της πλευράς του εφεσίβλητου, ο οποίος αμύνεται της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης.

 

Από την μελέτη του πρώτου και δεύτερου λόγου έφεσης, διαπιστώνεται ότι κοινή βάση για αυτούς αποτελεί η θέση των εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα προέβηκε σε αναφορές και σχόλια, ότι σε διαδοχικές αποφάσεις της διοίκησης, που ακυρώθηκαν με αντίστοιχες δικαστικές διαδικασίες, αυτές οφείλοντο σε «τυπικούς και όχι ουσιαστικούς λόγους» και ότι αυτή η αντίληψη οδήγησε στην απόρριψη των Αγωγών.

 

Στην υπόθεση Savvas & Leonidas Motors Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας (2012) 1 Α.Α.Δ. 795, έχει αναφερθεί ότι για να έχει δικαίωμα κάποιος να διεκδικήσει αποζημιώσεις, με βάση το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, θα πρέπει (α) να έχει υπέρ του ακυρωτική απόφαση, (β) να έχει απευθυνθεί στη διοίκηση για ικανοποίηση του αιτήματος του και συμμόρφωση προς την ακυρωτική απόφαση, και (γ) αν δεν ικανοποιηθεί τότε να αποταθεί στο Δικαστήριο με αγωγή.

 

Το Άρθρο 146(6) του Συντάγματος, δημιουργεί ένα ιδιόρρυθμο ή ιδιώνυμο (sui generis), ως έχει χαρακτηριστεί δικαίωμα για αποζημίωση, το οποίο είναι εντελώς ανεξάρτητο από οποιοδήποτε άλλο αγώγιμο δικαίωμα το οποίο δημιουργεί μια κατηγορία ευθύνης που σκοπεί στο να καταστήσει το διοικητικό έλεγχο αποτελεσματικό.  Πρόκειται για ένα σημαντικό συνταγματικό δικαίωμα για το οποίο έχουν αρμοδιότητα τα Επαρχιακά Δικαστήρια (Κυπριακή Δημοκρατία v. Success Advertising Co Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 153).

 

Στην υπόθεση Private Grammar & Modern Schools (PGMS) Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 323/2013, ημερομηνίας 15.09.2021, ECLI:CY:AD:2021:A406, αναφέρθηκε ότι:

 

«Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει εάν η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια της, αφού μόνον τότε εγείρεται δικαίωμα για αποζημίωση.  Έχει υποδειχθεί στη νομολογία ότι η ζημιά, η οποία πρέπει ν' αποδειχθεί, συνίσταται στην απώλεια ή βλάβη, την οποία ο ενάγων υφίσταται, λόγω της πράξης που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα.  Η δίκαιη και εύλογη αποζημίωση δεν έχει σκοπό την ολική υλική αποκατάσταση του ζημιωθέντα.  Ο όρος «δίκαια και εύλογος αποζημίωσις» στο πλαίσιο του ΄Αρθρου 146 ταυτίζει την αποζημίωση με το δίκαιο του αιτήματος στο πλαίσιο της σχέσης μεταξύ διοικούμενου και Διοίκησης ώστε η υπαιτιότητα των μερών για την πρόκληση της να καθίσταται ζωτικής σημασίας για τον καθορισμό της αποζημίωσης.

(Δέστε Savvas & Leonidas Motors Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα (2012) 1 ΑΑΔ 795 και xxx Πίττα ν. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Εφ. 126/10 ημερ. 24/4/2015).

 

Επισημάνθηκε στις ανωτέρω αποφάσεις ότι το μέτρο της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης είναι διαφορετικό από εκείνο του Αγγλικού δικαίου που έχει ως λόγο την ολική υλική αποκατάσταση του ζημιωθέντα (restitutio ad integrum).

 

Αντίθετα έχει περιγραφεί ως ένα sui generis μέτρο αποζημιώσεων.  Η υπαιτιότητα του κάθε διαδίκου είναι παράγων που λαμβάνεται υπόψη.  Η ζημιά δε που διεκδικείται πρέπει να προκύπτει άμεσα από την απόφαση που ακυρώθηκε.

 

Η άρνηση της διοικήσεως να συμμορφωθεί προς απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου διοικητικού δικαστηρίου δεν αποτελεί παράνομη πράξη ή παράλειψη επειδή παραβιάζει δεδικασμένο (που δεν είναι πηγή δικαίου) αλλά επειδή παραβαίνει τις διατάξεις του Συντάγματος και του νόμου που επιβάλλουν στη διοίκηση να συμμορφώνεται στις αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων, όπως έχει επισημανθεί στο σύγγραμμα «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο» του Π.Δ. Δαγτόγλου, 6η Έκδοση, σελ. 822 παρ. 1421β».  Συνεπώς εκείνο που χρήζει εξέτασης είναι η συνάφεια της ζημιάς με την ακυρωτική απόφαση και αν αυτή προκύπτει ως άμεσο αποτέλεσμα της.»

 

 

Στην υπόθεση J. N. Christofides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 321/2018, ημερομηνίας 26.7.2024, σε σχέση με την ενασχόληση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με τους λόγους ακύρωσης των διοικητικών αποφάσεων, έχει αναφερθεί ότι είναι σημαντικό να εξεταστεί για ποιους λόγους ακυρώθηκε η απόφαση. 

 

Στο σύγγραμμα του Ανδρέα Ν. Λοϊζου, «Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας», σε σχέση με το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, στη σελ. 360 αναφέρεται ότι:

 

 «Η παράγραφος 6, αποτελεί ρητή Συνταγματική διάταξη που δίδει σε ένα πρόσωπο που ζημιώθηκε από απόφαση, πράξη, ή παράλειψη που κηρύχθηκε άκυρη σύμφωνα με την τέταρτη παράγραφο του Άρθρου 146, το δικαίωμα να επιδιώξει δικαστικά αποζημίωση ή άλλη θεραπεία από το δικαστήριο και στην περίπτωση αυτή μιλούμε για τα συνήθη πολιτικά δικαστήρια που έχουν τις εξουσίες να παράσχουν δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, εφόσον η αξίωση του αιτητή δεν ικανοποιηθεί από το Όργανο, την Αρχή ή το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε η ακυρωτική απόφαση.

………………………………………………………………………………………….

Η αξίωση που εφόσον δεν ικανοποιηθεί δημιουργεί δικαιώματα επιδίκασης αποζημίωσης, πρέπει να θεμελιώνεται στην ίδια την απόφαση που κηρύχθηκε άκυρη.  Τίθεται θέμα αποζημίωσης μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια.» 

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα από την απόφαση του ορθά προχώρησε και εξέτασε τις προϋποθέσεις του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, στηριζόμενο στο περιεχόμενο των ακυρωθείσων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθ’ ότι ένα από τα στοιχεία που θα έπρεπε να εξετάσει είναι αν η ζημιά, που οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι έπαθαν, προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια της και κατέληξε ότι οι λόγοι ακύρωσης των αποφάσεων ήταν τυπικοί και όχι ουσιαστικοί. Συγκεκριμένα, στην απόφαση του το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει:

 

«…ότι η Διοίκηση έκρινε για λόγους που επεξηγήθηκαν ότι δεν μπορούσαν να παρατείνουν την παραμονή της διπλωματικής αποστολής στη Ρωσία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, γιατί υπήρχαν προβλήματα ως προς τη διαδικασία εφαρμογής της Συνθήκης Shengen στη Ρωσία, που επιλύθηκε πολύ αργότερα, από τη ημερομηνία που οι Ενάγοντες κλήθηκαν να επιστρέψουν στα καθήκοντα τους στην Αστυνομική Δύναμη Κύπρου 01.05.2003 στη Κύπρο με Συμφωνία Κύπρου-Ρωσίας, η οποία τέθηκε σε εφαρμογή 01.01.2004.  Από τα γεγονότα που έγιναν αποδεκτά, διαφορετικός χειρισμός της Διοίκησης θα δημιουργούσε διασπάθιση δημοσίου χρήματος διατηρώντας διπλωματική αποστολή στη Ρωσία πληρώνοντας πολύ περισσότερα χρήματα στους Ενάγοντες με αβέβαιο αν θα χρειαζόταν και πότε η εργασία για την οποία μεταφέρθηκαν εκεί και με δεδομένο ότι δεν υπάγονταν οι Ενάγοντες στο Υπουργείο Εξωτερικών και δεν υπήρχε Κανονισμός που ρυθμίζει τις αποσπάσεις αστυνομικών σε διπλωματικές αποστολές και οι ίδιοι δεν είχαν υπογράψει οποιαδήποτε σύμβαση ή καθοριζόταν χρονικά η απόσπαση των Εναγόντων στη Ρωσία, δεν υπήρχε άλλη επιλογή από τη Διοίκηση, κατά τον ουσιώδη χρόνο.

 

Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να παρουσιάσουν μαρτυρία ικανή που να δικαιολογεί εύρημα ότι αν γινόταν επανεξέταση της ακυρωθείσας διοικητικής πράξης, οι Ενάγοντες θα μετέβαιναν εκ νέου στη Διπλωματική αποστολή της Ρωσίας. Αντίθετα ως έχει σημειωθεί στα ευρήματα του Δικαστηρίου είχε ήδη μεσολαβήσει η θέση του Αρχηγού Αστυνομίας στο οποίο υπάγοντο οι Ενάγοντες, μέσω της επιστολής του, ημερ. 10.12.2003, στην οποία τόνιζε τα προβλήματα υποστελέχωσης της Δύναμης και ζητούσε επίσης το τερματισμό των ήδη αποσπασθέντων μελών της Αστυνομίας.»

 

Ως προκύπτει από τη νομολογία, η πρώτη προϋπόθεση για την επίκληση του Άρθρου 146.6, η οποία παρέχει δικαίωμα αποζημίωσης, είναι η ακύρωση της διοικητικής πράξης.  Όπως αναφέρεται στις υποθέσεις Κεντρική Τράπεζα Κύπρου v. Χάρη Θεοδωρίδη (1993) 1 Α.Α.Δ. 420 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Χαράλαμπου Ταλιαδώρου κ.α. (2005) 1 Α.Α.Δ. 586, το πολιτικό δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της αναθεώρησης της διοικητικής πράξης.  Η έκνομη λειτουργία της Διοίκησης τεκμηριώνεται από την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο οποίο εναποτίθεται αποκλειστική δικαιοδοσία δικαστικής αναθεώρησης των διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων.

 

Θεωρούμε ότι οι αναφορές του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην απόφαση ότι «οι λόγοι ακύρωσης των αποφάσεων της Διοίκησης ήταν τυπικοί και όχι ουσιαστικοί», καταγράφουν απλώς το αποτέλεσμα των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (χωρίς να υπεισέρχονται στην ουσία τους).  Στην μεν Αναθεωρητική Έφεση 3919, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε, χωρίς να εισέρχεται και να εξετάσει την ουσία της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου, ότι «από την στιγμή που η επίδικη απόφαση κρίθηκε άκυρη λόγω της αναδρομικότητας που δόθηκε θα έπρεπε να ακυρωθεί στο σύνολο της» και την ακύρωσε.  Στη δε προσφυγή που οι εφεσείοντες καταχώρησαν και επεδίωξαν την ακύρωση της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 24.10.2007, το Ανώτατο Δικαστήριο, έκανε δεκτό τον λόγο ακύρωσης καθότι «Μια ακυρωτική απόφαση έχει ως συνέπειες την κατάργηση και εξαφάνιση της προσβληθείσας διοικητικής απόφασης εξ υπαρχής (ex tunc) και έναντι πάντων (erga omnes) καθιστώντας τη νομικά ανύπαρκτη.  Δεν μπορούσε το Υπουργικό Συμβούλιο να τροποποιήσει ακυρωθείσα και ανύπαρκτη πράξη. Όφειλε να προβεί σε επανεξέταση της υπόθεσης εξ’ υπαρχής και να λάβει νέα απόφαση.».

 

Οι πιο πάνω αναφορές του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν αποτελούν αυθαίρετα συμπεράσματα και δεν μπορούν να συνιστούν αδικαιολόγητες αναφορές που να κατατείνουν στην ακύρωση της εκκαλούμενης απόφασης.  Tο πρωτόδικο Δικαστήριο με βάση την αποδεκτή μαρτυρία και με αναφορές στα γεγονότα που παρουσιάσθηκαν στην υπόθεση, αλλά, και το αποτέλεσμα των εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια και από τις δύο πλευρές, ορθά προχώρησε σε αναφορά επί αυτών των γεγονότων στη βάση της αξίωσης των εφεσειόντων, καθότι διαφορετικά δεν θα μπορούσε να εξετάσει τους ισχυρισμούς των εφεσειόντων, εάν από τις ακυρωθείσες διοικητικές πράξεις προκλήθηκε σ’ αυτούς ζημιά.

 

Συνεπώς, κρίνουμε ότι οι λόγοι έφεσης 1 και 2, οι οποίοι στηρίζονται αποκλειστικά στην ενασχόληση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με το περιεχόμενο της διοικητικής πράξης, η οποία στο σύνολο της έχει ακυρωθεί με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεν κρίνονται δικαιολογημένοι.

 

Ο 3ος λόγος έφεσης, όπως αυτός διατυπώνεται, αφορά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και, συγκεκριμένα, αναφέρει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα τη μαρτυρία «και συνήγαγε αυθαίρετα και υπό πλάνη πρωτογενή εσφαλμένη κρίση περί στα όσα βλαπτικά εις βάρος των εφεσειόντων υπήρξαν στη διάρκεια των ετών μεταξύ της πρώτης και της τελευταίας ακυρωτικής».  Στην αιτιολόγηση οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι η μαρτυρία, την οποία αυτοί παρουσίασαν, κατέδειξε την ταλαιπωρία, τη βλάβη, την ανοίκεια μεταχείριση και τη ζημιά που τους επέφερε.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας των εφεσειόντων, αναφέρει τα ακόλουθα:

 

Ως προς τον Εφεσείοντα 1: «Τα όσα ανέφερε και αφορούν τη γνώμη του ως προς τις συνέπειες της συνεδρίας του Υπουργείου Εξωτερικών, ημερ. 19.11.2002, πέραν του ιδίου του κειμένου των πρακτικών, Τεκμήριο 5, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.  Ούτε όμως και τα συμπεράσματα του για θέματα κεκτημένων δικαιωμάτων του και την ερμηνεία που έδωσε στις επίδικες αποφάσεις της Διοίκησης».

 

Ως προς τον Εφεσείοντα 2: «…βρίσκω ότι τα γεγονότα που αναφέρει απογυμνωμένα από τη γνώμη του και την ερμηνεία που έδινε στις διάφορες εκφάνσεις της πορείας που ακολούθησε η διοίκηση, αποτελούν κοινό έδαφος και παραδεκτά γεγονότα.  Τα όσα ανέφερε και αφορούν προσωπικές του απόψεις και τη γνώμη του καθώς και συμπεράσματα και την ερμηνεία που έδινε για τις ενέργειες της διοίκησης και τις επίδικες αποφάσεις, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και απορρίπτονται».

 

Το Εφετείο, κατ’ έφεση, δεν επεμβαίνει, κατά κανόνα στην αξιολόγηση και τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου (Βλέπε υπόθεση Γιάλλουρος κ.α. v. Ψύλλου (2009) 1 Α.Α.Δ. 1552). Μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας, που οι εφεσείοντες προσκόμισαν, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση τους ότι αυτοί, από τις πράξεις της διοίκησης, υπέστησαν ταλαιπωρία, βλάβη, ανοίκεια μεταχείριση και ζημιά.  Η κατάληξη αυτή, του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν αντιστρατεύεται την λογική ή έρχεται σε σύγκρουση με την αποδεκτή μαρτυρία.  Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αιτιολογεί πλήρως τους λόγους που απέρριψε την συγκεκριμένη μαρτυρία των εφεσειόντων και δεν διαπιστώνουμε πλημμελή αξιολόγηση της.

 

Συνεπώς ο 3ος λόγος έφεσης δεν μπορεί να επιτύχει.

 

Όσον αφορά τον 4ο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι όφειλαν να παρουσιάσουν μαρτυρία ικανή που να δικαιολογεί εύρημα ότι, αν γινόταν επανεξέταση της ακυρωθείσας διοικητικής πράξης αυτοί θα μετέβαιναν εκ νέου στη Ρωσία. Στην αιτιολογία του 4ου λόγου έφεσης αναφέρουν ότι στην έκταση του χρόνου ο οποίος άρχισε από 2.4.2003 μέχρι και τις 16.1.2009, υπέστησαν βλάβη και ζημιές και το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να εξετάσει.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατέληξε ότι οι εφεσείοντες σε καμία περίπτωση, δεν θα επέστρεφαν στη Ρωσία, καθότι με την εφαρμογή της νέας συμφωνίας, μεταξύ Ρωσίας και Κύπρου, για την εφαρμογή της οποίας θα έπρεπε να βρίσκονται στην Ρωσία μετατιθέμενοι λειτουργοί της Δημοκρατίας, δεν αποσπάστηκαν πλέον μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου, και αυτό μετά από σχετική επιστολή που στάληκε στο Υπουργείο Εξωτερικών, από τον Αρχηγό Αστυνομίας, ημερομηνίας 10.12.2003, με την οποία ζητείτο, ακόμη, και ο τερματισμός των ήδη αποσπασθέντων μελών της Αστυνομίας.   Συνεπώς, η οποιαδήποτε επανεξέταση δεν θα άλλαζε τα δεδομένα και σε καμία περίπτωση θα μεταβάλλονταν. Εν αντιθέσει, με τα όσα οι εφεσείοντες στο περίγραμμα αγόρευσης τους ισχυρίζονται, δεν έχουν αποδείξει με μαρτυρία την οποιαδήποτε, κατ’ ισχυρισμόν, ταλαιπωρία η οποία τους έχει επιφέρει βλάβη και ζημιά κατά τον χρόνο που, ως ισχυρίζονται, διέρρευσε από την αρχική διοικητική πράξη έως την τρίτη ακυρωτική απόφαση.  Αντ’ αυτού, υπάρχει μαρτυρία ότι τους καταβλήθηκαν όλα τα έξοδα που αφορούσαν στην παραμονή τους στο εξωτερικό και κατά την επιστροφή τους επανήλθαν στα καθήκοντα τους στην Αστυνομική Δύναμη.  Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε ορθή την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Συνεπώς ο 4ος λόγος έφεσης δεν  μπορεί να επιτύχει.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε και εξέτασε τις αξιώσεις των εφεσειόντων για ειδικές αποζημιώσεις, απώλεια διαφοράς στον μισθό που θα λάμβαναν αν βρίσκονταν στο εξωτερικό.  Όλες οι αξιώσεις, αφού εξετάσθηκαν, απορρίφθησαν.  Προωθείται, ωστόσο, η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθά και, λανθασμένα δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία των εφεσειόντων.

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Χαράλαμπου Ταλιαδώρου κ.α. (ανωτέρω), σε σχέση με το γεγονός ότι οι ζημιές που αξιώνονται πρέπει να αποδεικνύονται, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η παράλειψη εξάλειψης της ακυρωθείσας πράξης δεν τεκμηριώνει από μόνη της ζημιά. Η ζημιά πρέπει να αποδειχθεί. Συνίσταται στην απώλεια ή βλάβη την οποία ο ενάγων υφίσταται λόγω της πράξης που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα. Το αγώγιμο δικαίωμα το οποίο παρέχει η παράγραφος 6 του άρθρου 146 του Συντάγματος είναι ιδιόμορφο (cause sui generis) και οι κανόνες καθορισμού των αποζημιώσεων είναι διαφορετικοί από εκείνους του κοινοδικαίου (Δέστε: Frangoulides v. The Republic (1982) 1 C.L.R. 462 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου (1999) 1 Α.Α.Δ. 342).»

 

Συνεπώς, η ζημιά πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία και θα πρέπει να θεμελιώνεται στην ίδια την απόφαση που κηρύχθηκε άκυρη και να προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια της.

 

Στην υπόθεση Δήμος Αραδίππου v. Γεωργιάδης (2000) 1 Α.Α.Δ. 1000, το Εφετείο παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση γιατί έκρινε ότι «Η προσφυγή του εφεσίβλητου … έγινε δεκτή γιατί η απόφαση για την ανάκληση ήταν αναιτιολόγητη».  Ως αναφέρεται, περαιτέρω, στην υπόθεση Δήμος Αραδίππου (ανωτέρω), γεγονός που  τυγχάνει εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση, όταν η αγωγή θεμελιώνεται μόνο σ’ αυτή την απόφαση, που κηρύχθηκε άκυρη, θέμα αποζημίωσης εγείρεται μόνο, αν είναι βάσιμο, για τη ζημιά που προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια της (βλέπε Μαυρονύχης v. Αρχή Βιομηχανικής Καταρτίσεως Κύπρου (1995) 1 Α.Α.Δ. σελ. 612). 

 

Οι εφεσείοντες, στις εκθέσεις απαίτησης τους, αξιώνουν ως ειδικές αποζημιώσεις, το ποσό των €230.430,00 έκαστος, ως απώλεια διαφοράς σε μισθούς, καθώς και αποζημιώσεις για απώλειες, βλάβες και έξοδα μετακίνησης.  

 

Στην υπόθεση Jamal Ismail v. Μιχαήλ Αντωνίου κ.ά. (2014) 1 Α.Α.Δ. 347, αναφέρθηκε ότι:

 

«Σύμφωνα με την πάγια νομολογία οι ειδικές ζημιές πρέπει να εξειδικεύονται στην απαίτηση, να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και ν' αποδεικνύονται με αυστηρότητα, με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. (βλ. Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου κ.ά. (1999) 1 Α.Α.Δ. 687, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου (1996) 1 Α.Α.Δ. 1157, Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους (1977) 1 Α.Α.Δ. 396, Ηρακλέους ν. Πίτρου (1994) 1 Α.Α.Δ. 239, Λοΐζου ν. Μουρτζή (1999) 1 Α.Α.Δ. 883, Μουττά ν. Γεωργίου κ.ά. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1, Ζήνων Μερκής Λτδ. ν. Ελληνικής Τράπεζας (1999 1 Α.Α.Δ. 1923, Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου (2008) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1083).»

 

Ως προς τις αποζημιώσεις, που ζητούν οι εφεσείοντες και αφορούν ζημιές και έξοδα μετακίνησης που υπέστησαν για την εγκατάσταση τους στη Μόσχα και την επιστροφή στην Κύπρο, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο τις απέρριψε, εφόσον αυτές δεν έχουν εξειδικευθεί στην Απαίτηση τους, και δεν κατέθεσαν, αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να τις δικαιολογούν και δεν δόθηκε συγκεκριμένη μαρτυρία από τους εφεσείοντες. 

 

Ως προς την απαίτηση των εφεσειόντων, για απώλεια διαφοράς στον μισθό που θα ελάμβαναν αν συνέχιζαν να βρίσκονται στο εξωτερικό, το πρωτόδικο Δικαστήριο, βασιζόμενο στο γεγονός ότι δεν υπήρξε συμφωνία για τον καθορισμό του χρόνου παραμονής των εφεσειόντων στο εξωτερικό, απέρριψε την αξίωση των εφεσειόντων.  Μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία, διαπιστώνεται ότι οι εφεσείοντες δεν υπέγραψαν με τη διοίκηση συμφωνία, για τον χρόνο απόσπασης τους στο εξωτερικό και μόνο υποθετικά θα μπορούσε να καταλήξει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι αυτή θα διαρκούσε τουλάχιστον 3 χρόνια.  Η μόνη μαρτυρία στην οποία γίνεται αναφορά για την διάρκεια υπηρεσίας κατά την απόσπαση είναι το τεκμήριο 5, το οποίο αποτελεί «προσχέδιο» και δεν υπήρξε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ολοκληρώθηκαν οι προτροπές και επισημάνσεις που αναφέρονται σ’ αυτό σε σχέση  με τους αποσπασθέντες αστυνομικούς.  Εξετάζοντας, περαιτέρω, τη μαρτυρία των εφεσειόντων, μέσα από τα πρακτικά της υπόθεσης, διαπιστώνεται πως αυτοί δεν προσέφεραν μαρτυρία σε σχέση με το ύψος του ποσού που θα δικαιούνταν, ως επίδομα εξωτερικού, κατά την παραμονή τους στη Μόσχα. Οι εφεσείοντες καταχώρισαν ως τεκμήρια 23 και 32 καταστάσεις, σε σχέση με τις απολαβές τους από το κρατικό λογιστήριο, χωρίς όμως οποιαδήποτε επεξήγηση για το τι αποτελεί την διαφορά τους, ως προς τον μισθό τους, το επίδομα εξωτερικού και την σύνδεση του με τα αξιούμενα στις εκθέσεις απαίτησης ποσά.  Οι εφεσείοντες, ως όφειλαν, έπρεπε να παραθέσουν μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει το αναλογούν σ’ αυτούς ποσό, για το επίδομα εξωτερικού σε συνδυασμό με τις αξιώσεις τους.  Ο εφεσείοντας 1, στην μαρτυρία του, το μόνο που ανέφερε γι’ αυτό το θέμα, είναι ότι «η ζημιά που υπέστηκα αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης μου» και ο εφεσείοντας 2, ότι «Εγώ αυτό που ζητώ με την παρούσα αγωγή είναι η διαφορά στο μισθό μου».  Μαρτυρία για την απόδειξη των δικογραφημένων αξιώσεων δεν προσφέρθηκε.

 

Οι εφεσείοντες όφειλαν να αποδείξουν την ζημιά και την βλάβη που προκλήθηκε σ’ αυτούς λόγω της ακυρωθείσας απόφασης της διοίκησης.  Αποτέλεσαν, ωστόσο, μεταξύ άλλων, ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τα οποία είναι αποτέλεσμα της μαρτυρίας που προσκομίστηκε πρωτόδικα, ότι δεν υπήρχε αντικείμενο εργασίας που να δικαιολογεί την παρουσία των εφεσειόντων στη Μόσχα και Αγία Πετρούπολη.  Με την επιστροφή τους στην Κύπρο ανέλαβαν τα καθήκοντα τους στην Αστυνομική Δύναμη και έλαβαν επίδομα εξωτερικού μέχρι την ημερομηνία επιστροφής τους.  Επιπλέον, νέα συμφωνία τέθηκε σε εφαρμογή την 01.01.2004 και δεν αποσπάστηκαν πλέον μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου. Όλα αυτά δεν αποκαλύπτουν ότι οι εφεσείοντες υπέστησαν ζημιά η οποία να είναι αποτέλεσμα της ακυρωθείσας διοικητικής απόφασης ή ότι αποτελούσε η ισχυριζόμενη ζημιά άμεση συνέπεια της ακυρωθείσας απόφασης.  Περαιτέρω, τα πιο πάνω αξιούμενα ποσά αποτελούν ειδικές ζημιές και θα έπρεπε να αποδειχθούν από τους εφεσείοντες με την αυστηρότητα που χρειάζεται η απόδειξη των ειδικών ζημιών. 

 

Σύμφωνα με τα πιο πάνω, ούτε ο 5ος λόγος έφεσης μπορεί να επιτύχει.  Τα όσα προβάλλονται με αυτόν σχετίζονται με την ουσία της πρωτόδικης απόφασης και με τα όσα έχουμε ήδη αποφασίσει επί των προηγούμενων λόγων έφεσης, οι οποίοι για τους λόγους που εξηγήθηκαν κρίθηκαν αβάσιμοι.

 

Τέλος, ο εφεσίβλητος στο περίγραμμα αγόρευσης του εγείρει «ζήτημα παράστασης (locus standi) και νομιμοποίησης προώθησης της εν λόγω έφεσης συνεπεία της μη καταχώρησης ξεχωριστών ειδοποιήσεων έφεσης με δεδομένο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην εκκαλούμενη απόφαση του εξέδωσε διάταγμα αποσυνένωσης των αγωγών υπ’ αρ. 7168/09 και 7169/09 και έπειτα απέρριψε την κάθε μία ξεχωριστά των εν λόγω αποφάσεων.  Επομένως οι εν λόγω αποφάσεις θα έπρεπε να προσβληθούν ξεχωριστά με 2 ειδοποιήσεις έφεσης», και περαιτέρω ότι η «τελευταία απόφαση του με την Προσφυγή 175/2008, ημερ. 16/01/2009 δεν έτυχε επανεξέτασης, επομένως δεν υφίσταται καν δικαίωμα των Εφεσειόντων να προωθούν τις Αγωγές πρωτοδίκως όσο και την υπό εκδίκαση έφεσή.  Το ζήτημα θεωρείται ως ζήτημα Δημοσίας Τάξης και μπορεί να εξεταστεί στο παρόν στάδιο παρόλο που το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αναφέρθηκε σε αυτό per se»

 

Και τα δύο πιο πάνω ζητήματα, εγείρονται επιγραμματικά στο περίγραμμα αγόρευσης του εφεσίβλητου.  Εν όψει δε της κατάληξης μας και της απόρριψης των λόγων έφεσης, κρίνουμε ότι η οποιαδήποτε ενασχόληση μας με αυτά τα θέματα θα αποτελούσε πλέον ακαδημαϊκή συζήτηση και, ως εκ τούτου, δεν θα προχωρήσουμε στην εξέταση τους.

 

Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα €4.000,00 πλέον Φ.Π.Α. εάν υπάρχει, υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον των εφεσειόντων 1 και 2.

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο