ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Έφεση Ε.Ε.Σ. Αρ. 1/26)
i-justice
11 Φεβρουαρίου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
OMER HEN
Εφεσείων
v.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΡΧΗ - ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εφεσίβλητου
-----------------------------------------------
Γιάννης Πολυχρόνης για Γιάννης Πολυχρόνης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα
Νικολέττα Παπούτσα για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσίβλητο
Ο Εφεσείων είναι παρών
---------------------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα απαγγελθεί από την Παπαδοπούλου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Με απόφαση ημερ. 9.1.2026 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού διέταξε την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (εφεξής «ΕΕΣ») που είχε εκδοθεί εναντίον του Εφεσείοντα και την παράδοση του στις Βελγικές Αρχές. Ο Εφεσείων προσβάλλει την πρωτόδικη Απόφαση με τέσσερεις λόγους έφεσης, ειδικότερα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο: (α) Εσφαλμένα κατέληξε ότι δεν είχαν αποδειχθεί τέτοιες συστημικές πλημμέλειες (στα σωφρονιστικά ιδρύματα του Βελγίου) που να δημιουργούν πραγματικό κίνδυνο ότι αυτός θα υποστεί μεταχείριση αντίθετη στα Άρθρα 4 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «ΧΘΔΕΕ») και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής «ΕΣΔΑ») σε περίπτωση παράδοσης του στο Βέλγιο (Λόγος Έφεσης 1), (β) Εσφαλμένα κατέληξε ότι η παράδοση του Εφεσείοντα επιζητείται για σκοπούς άσκησης ποινικής δίωξης και όχι για σκοπούς ανάκρισης του (Λόγος Έφεσης 2), (γ) Δεν έπρεπε να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία που του παρέχεται από το Άρθρο 14(1)(στ) του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου, Ν.133(Ι)/2004 ώστε να αρνηθεί την εκτέλεση του ΕΕΣ (Λόγος Έφεσης 3), και (δ) Εσφαλμένα έκρινε ότι δεν υπήρξε κατάχρηση της διαδικασίας από την Αιτήτρια χώρα και ή την Κεντρική Αρχή (Λόγος Έφεσης 4).
Είναι καλά νομολογημένο ότι το δίκαιο της Ένωσης όσον αφορά στην Απόφαση - Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (εφεξής η «Απόφαση - Πλαίσιο»), όπως επισήμανε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, βασίζεται στη θεμελιώδη παραδοχή ότι τα Κράτη Μέλη μοιράζονται μια σειρά κοινών αξιών και ότι υφίσταται μεταξύ των Κρατών Μελών αμοιβαία εμπιστοσύνη ως προς την τήρηση του δικαίου της Ένωσης που τις θέτει σε εφαρμογή (βλ. Dorobantu C-128, ημερ. 15.10.2022, σκέψη 45, και Μεσαρίτη ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 256/17, ημερ. 24.10.2017). Όπως λέχθηκε, όμως, στην Steinmetz ν. Γενικού Εισαγγελέα, Έφεση Ε.Ε.Σ. 3/23, ημερ. 3.11.2023, η πιο πάνω αρχή δεν υπερισχύει «της ανάγκης για προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, ούτε στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα άρνησης εκτέλεσης του ΕΕΣ εφόσον στοιχειοθετηθεί ο κίνδυνος παραβίασης τέτοιων δικαιωμάτων».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε παράθεση των σχετικών Νομοθετικών προνοιών επεξηγώντας ότι δεν παραδίδεται εκζητούμενος σε κράτος όπου αυτός διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η θανατική ποινή ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. Τονίζεται, όμως, ότι ο κίνδυνος αυτός πρέπει να αξιολογηθεί ως σοβαρός. Παραθέτουμε απόσπασμα από την απόφαση Iordache v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 430/19, ημερ. 7.4.2020, όπου το θέμα τέθηκε ως εξής:
«Όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί από τη νομολογία, το όλο λεκτικό της Απόφασης-Πλαίσιο καθορίζει πως τα ανθρώπινα δικαιώματα διαδραματίζουν το δικό τους ρόλο στην εξέταση έκδοσης. Σε περίπτωση σοβαρής και παρατεταμένης παραβίασης των αρχών που καθορίζονται στο άρθρο 6(1) της Συνθήκης Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπάρχει το ενδεχόμενο ο εκζητούμενος να αντιμετωπίσει σοβαρό κίνδυνο καταδίκης του σε θάνατο ή να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση, τότε ο μηχανισμός έκδοσης μπορεί να αναχαιτιστεί (βλ. Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 100/2014, ημερομηνίας 13.5.2014, Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2013) 1 ΑΑΔ 1977)».
(ιδία έμφαση)
Όπως δε λέχθηκε στην Pal Aranyosi and Robert Caldararu C-404/15, ημερ. 5.4.2016 (εφεξής «Aranyosi»):
«Όσον αφορά την προβλεπόμενη στο άρθρο 4 του Χάρτη απαγόρευση των απάνθρωπων ή εξευτελιστικών ποινών ή ανάλογης μεταχείρισης, η απαγόρευση αυτή είναι απόλυτη καθόσον συνδέεται ευθέως με τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ο οποίος κατοχυρώνεται στο άρθρο 1 του Χάρτη (βλ., συναφώς, απόφαση Schmidberger, C‑112/00, EU:C:2003:333, σκέψη 80».
Αποτελεί κοινό έδαφος ότι δεν τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 13 του Ν.133(Ι)/04 για υποχρεωτική μη εκτέλεση του ΕΕΣ. Απ’ εκεί και πέρα όμως η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Εφεσείοντα ήταν ότι υπήρξε εσφαλμένη εφαρμογή από το πρωτόδικο Δικαστήριο των αρχών που προκύπτουν από την Aranyosi και ειδικότερα της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται από τα Δικαστήρια ως αναλύεται στη σκέψη 88 και μετέπειτα:
«88 Κατόπιν τούτων, όταν η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης έχει στη διάθεσή της στοιχεία τα οποία μαρτυρούν πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης των κρατουμένων στο κράτος μέλος έκδοσης, από απόψεως του βαθμού προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, κατά το άρθρο 4 του Χάρτη (βλ., συναφώς, απόφαση Melloni, C‑399/11, EU:C:2013:107, σκέψεις 59 και 63, καθώς και γνωμοδότηση2/13, EU:C:2014:2454, σκέψη 192), υποχρεούται να εκτιμήσει εάν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος οσάκις καλείται να αποφανθεί σχετικά με την παράδοση στις αρχές του κράτους μέλους έκδοσης του ατόμου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Πράγματι, η εκτέλεση ενός τέτοιου εντάλματος δεν δύναται να συνεπάγεται απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση του ατόμου αυτού.
89 Προς τον σκοπό αυτό, η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει, καταρχάς, να στηριχθεί επί αντικειμενικών, αξιόπιστων, συγκεκριμένων και δεόντως ενημερωμένων στοιχείων σχετικά με τις συνθήκες κράτησης που επικρατούν στο κράτος μέλος έκδοσης, από τα οποία να καταδεικνύεται ότι όντως υφίστανται είτε συστημικώς ή γενικευμένες πλημμέλειες είτε πλημμέλειες που επηρεάζουν ορισμένες ομάδες προσώπων ή ακόμη ορισμένα κέντρα κράτησης. Τα στοιχεία αυτά δύναται να προκύπτουν μεταξύ άλλων από διεθνείς δικαστικές αποφάσεις, όπως είναι οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ, από δικαστικές αποφάσεις του κράτους μέλους έκδοσης, καθώς και από αποφάσεις, εκθέσεις και λοιπά έγγραφα καταρτιζόμενα από όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης ή όργανα εντός του συστήματος των Ηνωμένων Εθνών.
90 Συναφώς, από τη νομολογία του ΕΔΔΑ απορρέει ότι το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ συνεπάγεται, για τις αρχές του κράτους στο έδαφος του οποίου πραγματοποιείται η κράτηση, θετική υποχρέωση η οποία συνίσταται στη διασφάλιση ότι κάθε φυλακισμένος κρατείται υπό συνθήκες εξασφαλίζουσες τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ότι ο τρόπος εκτέλεσης του μέτρου δεν θέτει τον ενδιαφερόμενο σε κίνδυνο ή σε δοκιμασία τέτοιας εντάσεως η οποία βαίνει πέραν του αναπόφευκτου βαθμού ταλαιπωρίας που είναι εγγενής στην κράτηση και ότι, λαμβανομένων υπόψη των πρακτικών απαιτήσεων της φυλακίσεως, η υγεία και η διαβίωση του φυλακισμένου διασφαλίζονται επαρκώς (βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Torreggiani και λοιποί κατά Ιταλίας, αριθ. 43517/09, 46882/09, 55400/09, 57875/09, 61535/09, 35315/10, και 37818/10, της 8ης Ιανουαρίου 2013, § 65).
91 Παρά ταύτα, η διαπίστωση της ύπαρξης πραγματικού κινδύνου απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης λόγω των γενικών συνθηκών κράτησης στο κράτος μέλος έκδοσης δεν δύναται να έχει αυτομάτως ως αποτέλεσμα την άρνηση εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.
92 Πράγματι, εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, πρέπει, στη συνέχεια, η δικαστική αρχή εκτέλεσης να εκτιμήσει, συγκεκριμένα και με ακρίβεια, αν συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι ο ενδιαφερόμενος θα διατρέξει τον κίνδυνο αυτό λόγω των προβλεπόμενων συνθηκών κράτησής του στο κράτος μέλος έκδοσης.
93 Πράγματι, η ύπαρξη και μόνον στοιχείων που μαρτυρούν πλημμέλειες είτε συστημικές ή γενικευμένες είτε επηρεάζουσες ορισμένες ομάδες προσώπων ή ακόμη ορισμένα κέντρα κράτησης όσον αφορά τις συνθήκες κράτησης στο κράτος μέλος έκδοσης δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι, σε συγκεκριμένη περίπτωση, ο ενδιαφερόμενος θα υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση σε περίπτωση παράδοσής του στις αρχές του εν λόγω κράτους μέλους.
94 Κατά συνέπεια, προκειμένου να διασφαλισθεί ο σεβασμός του άρθρου 4 του Χάρτη στη συγκεκριμένη περίπτωση του ατόμου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, η δικαστική αρχή εκτέλεσης, η οποία έχει στη διάθεσή της στοιχεία αντικειμενικά, αξιόπιστα, συγκεκριμένα και δεόντως ενημερωμένα τα οποία μαρτυρούν την ύπαρξη τέτοιων πλημμελειών, οφείλει να εξακριβώσει αν, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, κατόπιν της παράδοσής του στο κράτος μέλος έκδοσης, το εν λόγω άτομο θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί στο ως άνω κράτος μέλος απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, κατά την έννοια του άρθρου αυτού.
95 Προς τον σκοπό αυτό, η εν λόγω αρχή οφείλει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου, να ζητήσει από τη δικαστική αρχή του κράτους μέλους έκδοσης την κατεπείγουσα προσκόμιση κάθε αναγκαίας συμπληρωματικής πληροφορίας όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες πρόκειται να κρατηθεί ο ενδιαφερόμενος στο εν λόγω κράτος μέλος.
96 Το αίτημα αυτό δύναται, επίσης, να αφορά την ύπαρξη, στο κράτος μέλος έκδοσης, ενδεχόμενων εθνικών ή διεθνών διαδικασιών και μηχανισμών ελέγχου των συνθηκών κράτησης που σχετίζονται, για παράδειγμα, με επισκέψεις στα σωφρονιστικά καταστήματα, οι οποίες επιτρέπουν την εκτίμηση της τρέχουσας καταστάσεως των συνθηκών κράτησης στα καταστήματα αυτά».
(ιδία έμφαση)
Η πλευρά του Εφεσείοντος κάλεσε ως μάρτυρα τον Δρ. Κώστα Παρασκευά (ΜΥ2), Καθηγητή «με ακαδημαϊκή και επαγγελματική εμπειρία στον τομέα του δημοσίου δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» ως αναφέρεται στην πρωτόδικη Απόφαση, με σκοπό να καταδείξει την ύπαρξη συστημικών πλημμελειών στο σωφρονιστικό σύστημα του Βελγίου. Προς τούτο ο ΜΥ2 έκανε αναφορά σε εκθέσεις της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών κατά των Βασανιστηρίων (CAT), της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών (HRC) και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων (CPT).
Θα συμφωνήσουμε με την παρατήρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι σοβαρότερες αναφορές αφορούν στην περίοδο 2015 - 2016 καθώς και στα καταγραφόμενα στη δημόσια δήλωση του 2017. Ειδικότερα, όμως, επισημαίνουμε και εμείς ότι σε όλα τα Παραρτήματα της Έκθεσης του ΜΥ2 οι αναφορές αφορούν σε άλλα σωφρονιστικά ιδρύματα από αυτό στο οποίο θα κρατηθεί ο Εφεσείων, ήτοι στα κρατητήρια του Hasselt (βλ. Τεκμήριο 16) ενώ οι Βελγικές Αρχές έχουν δώσει δέσμευση ότι σε περίπτωση που ο Εφεσείων καταδικαστεί σε ποινή στερητική της ελευθερίας θα επιστραφεί στην Κύπρο ώστε να εκτίσει την ποινή του στην Κυπριακή Δημοκρατία (βλ. Τεκμήριο 14). Στο σημείο αυτό καταγράφουμε ότι δεν ευσταθεί η εισήγηση του κ. Πολυχρόνη περί αυθαίρετης κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς το ότι ο Εφεσείων θα κρατηθεί στις φυλακές Hasselt, αφού αυτό καταγράφεται με σαφήνεια σε δύο σημεία του εντάλματος σύλληψης που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 16.
Έχοντας τα πιο πάνω κατά νουν μας βρίσκουν σύμφωνους τα πιο κάτω λεχθέντα στην πρωτόδικη Απόφαση, ήτοι ότι:
«…δεν αρκεί κάποια παρατυπία ή ανεπάρκεια, ούτε η αρχή της καλοπιστίας που διέπει τις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών δικαιολογεί την επίμονη αναζήτηση τέτοιων παρατυπιών ή ανεπαρκειών, προκειμένου να μην εκτελεστεί το ΕΕΣ. Μόνο «εξαιρετικές περιστάσεις» είναι δυνατόν να διαρρηγνύουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη λόγω κινδύνου προσβολής θεμελιώδους δικαιώματος. Στη βάση αυτών των διατυπώσεων, η δικαστική Αρχή εκτέλεσης συνάγεται και πως δεν θα πρέπει να ενεργοποιεί εύκολα διαδικασία που πρακτικά θα ήταν δυνατό να μετατρέψει την εξαίρεση σε μία συνήθη πρακτική. Η δομή των δύο σταδίων υφίσταται, και επιβεβαιώνεται σε κάθε επόμενη απόφαση που υιοθετεί το «Aranyosi test», αλλά η υποχρέωση αναζήτησης συμπληρωματικών πληροφοριών ή διαβεβαιώσεων, η κίνηση δηλαδή ενός μηχανισμού παρέκκλισης, δεν ενεργοποιείται με κάθε αβεβαιότητα ή γενική ανησυχία, για να ενεργήσει ως έλεγχος τελειοτητας…
Κατ’ ανάλογη εφαρμογή στις συνθήκες κράτησης, δεν είναι κάθε πρόβλημα του σωφρονιστικού συστήματος (π.χ. υπερπληθυσμός γενικά, απεργίες γενικά, περιστατικά βίας γενικά) ικανό να ενεργοποιήσει την υποχρέωση για αναζήτηση διαβεβαιώσεων. Χρειάζεται είτε σοβαρό και δεόντως επικαιροποιημένο υλικό, που να δείχνει ότι συγκεκριμένα καταστήματα ή κατηγορίες κρατουμένων βρίσκονται σε επίπεδο άρθρου 3 ΕΣΔΑ, και έπειτα εξατομίκευση ότι ο εκζητούμενος είναι πράγματι πιθανό να βρεθεί εκεί, υπό αυτές τις συνθήκες…Αν τα στοιχεία παραμένουν σε γενικό επίπεδο, δεν επιτρέπουν εξατομίκευση ή στηρίζονται σε υποθέσεις και πιθανολογήσεις, τότε δεν γεννάται υποχρέωση ενεργοποίησης του άρθρου 15 § 2, διότι κάτι τέτοιο θα αντέβαινε στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, στον εξαιρετικό χαρακτήρα της παρέκκλισης, και στη σαφή νομολογία του ΔΕΕ. Συνεπώς, η υποχρέωση αναζήτησης συμπληρωματικών πληροφοριών κατά το άρθρο 15 § 2 της Απόφασης – Πλαισίου ενεργοποιείται μόνον εφόσον το δικαστήριο έχει ήδη στη διάθεση του στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν σοβαρούς και αποδεδειγμένους λόγους εξατομικευμένου κινδύνου∙ δεν δύναται να λειτουργεί ως μέσο διερεύνησης γενικών ή υποθετικών ανησυχιών».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επισήμανε ότι ο ΜΥ2 αντεξεταζόμενος, δέχτηκε πως στο Βέλγιο υπήρξαν θετικά διαβήματα, οι δε πηγές στις οποίες είχε αναφερθεί δεν αφορούσαν στην αποτίμηση της κατάστασης κατά τον κρίσιμο χρόνο της παρούσας διαδικασίας. Δεν διαπιστώνουμε οποιοδήποτε πεδίο επέμβασης στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τα στοιχεία που ο ΜΥ2 προσκόμισε δεν θεμελίωναν συγκεκριμένη και επαρκώς τεκμηριωμένη σύνδεση των γενικών του διαπιστώσεων με πραγματικό κίνδυνο κατά τον ουσιώδη χρόνο για τον συγκεκριμένο Εφεσείοντα. Δεν υπήρξαν αναφορές σε σχέση με τα κρατητήρια του Hasselt που να παρέχουν ενδείξεις ότι ο συγκεκριμένος χώρος παρουσιάζει προβλήματα της μορφής που να τεκμηρίωνε το πρώτο στάδιο Aranyosi. Τονίζουμε ότι η κατάληξη αυτή δεν συνεπάγεται, ως ισχυρίστηκε ο κ. Πολυχρόνης, μετάθεση του βάρους απόδειξης στον Εφεσείοντα. Απλούστατα δεν υφίσταντο ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούσαν την ενεργοποίηση του Άρθρου 15(2) της Απόφασης - Πλαισίου και την παρέκκλιση από τον κανόνα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ Κρατών - Μελών.
Έπεται πως ο Λόγος Έφεσης 1 δεν μπορεί να πετύχει.
Με τον δεύτερο Λόγο Έφεσης ο Εφεσείων ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η παράδοση του επιζητείται για σκοπούς άσκησης ποινικής δίωξης και όχι για σκοπούς ανάκρισης κατά παράβαση του Άρθρου 3 του Ν.133(Ι)/04[1]. Η θέση εδράζεται στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 9 και 10 στα οποία ισχυρίζεται ότι οι Βελγικές Αρχές προβαίνουν σε «λογοπαίγνιο» και κρύβουν τον πραγματικό σκοπό που ζητείται η εκτέλεση του ΕΕΣ, ο οποίος είναι ώστε να ανακριθεί ο Εφεσείων.
Στο Τεκμήριο 9 υπάρχει αναφορά ότι η υπόθεση «is currently in the investigation phase». Η φράση όμως δεν είναι ορθό να αντιμετωπίζεται απομονωμένα. Στο Τεκμήριο 12 υπάρχει ανάλυση της ποινικής διαδικασίας που ακολουθείται στο Βέλγιο και, αφού επεξηγείται ότι το «judicial investigation is conducted by an investigating judge», καταγράφονται ρητά τα εξής:
«From the moment a suspect becomes the subject of a judicial investigation, criminal proceedings are initiated. A judicial investigation can therefore only be concluded by a decision of the chamber of the court of first instance or, on appeal, by the Indictment Division of the Court of Appeal».
Το ίδιο ζήτημα πραγματευτήκαμε πρόσφατα στην απόφαση μας Haftzadi v. Γενικού Εισαγγελέα, Έφεση Ε.Ε.Σ. Αρ. 7/25, ημερ. 15.1.2026 με παραπομπή στην υπόθεση Αναφορικά με τον Ghebali, Πολ. Έφ. 50/2020, ημερ. 11.5.2020 από την οποία και παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα:
«Από το ενώπιον του Δικαστηρίου επίδικο ευρωπαϊκό ένταλμα, σημασία έχει η αναφορά «for the purpose of conducting a criminal prosecution".
Εκείνο δε περαιτέρω που προέκυπτε από τα ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου δεδομένα είναι πως η υπόθεση εναντίον του εφεσείοντα δεν βρισκόταν στο αρχικό στάδιο διερεύνησης. Είχαν ήδη ληφθεί οι καταθέσεις από τους παραπονούμενους που κατονομάζουν τον εφεσείοντα ως το πρόσωπο που τους ξεγέλασε. Όπως παρατηρεί δε και το πρωτόδικο δικαστήριο, η υπόθεση δεν αφορά πλέον το στάδιο που θα πρέπει να υποβληθούν ερωτήσεις στον εκζητούμενο για να διαφανεί αν αυτός θα καταταχθεί ως ύποπτος, αλλά είναι το στάδιο όπου καθηκόντως πρέπει να ανακριθεί και ακολούθως να διαταχθεί η ποινική του δίωξη, εάν τούτο κριθεί αναγκαίο στη βάση των αποτελεσμάτων της ανάκρισης, όπως συνέβη στην υπόθεση Βalzaz Aztastos v. The Szellsord Court, Hungary (2010) EWHC237. Η πρωτόδικη κρίση επί του θέματος - το οποίο ήταν και ο μοναδικός λόγος ένστασης - είναι πλήρως αιτιολογημένη και ορθή. Το γεγονός ότι υπήρξε προβληματισμός αρχικά σε σχέση με το λόγο που ζητείτο για παράδοση ο εφεσείων και ο προβληματισμός αυτός, οδήγησε το Δικαστήριο με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων, σε υποβολή διευκρινιστικού ερωτήματος προς τις Γαλλικές Αρχές, δεν αλλοιώνει τα πράγματα, αφού εντέλει οι διευκρινίσεις που δόθηκαν συνάδουν με το περιεχόμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αλλά και με το άρθρο 3 του Ν.133(Ι)/2004, του ως άνω Νόμου. Πρόκειται για μια διαδικασία προερχόμενη από δικαστική αρχή που οδηγεί σε ποινική δίωξη.
Θα ήταν μικροσκοπικό και εκτός της έννοιας της αρχής της αλληλεγγύης που διέπει την ευρωπαϊκή ενότητα να σταθούμε σε επιμέρους έννοιες και λεπτομέρειες που αφορούν τη διαδικασία στη Γαλλία. (βλ. Reinwald ν. Γεν. Εισαγγελέας Πολ. Έφ. αρ.42/19, 23.4.2020). Τέτοια πορεία θα ήταν ατελέσφορη. Εξάλλου και ο ίδιος ο Γάλλος δικηγόρος που κατέθεσε για τον εκζητούμενο, δήλωσε πως οι απαντήσεις της Κεντρικής Αρχής της Γαλλίας αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα σταδίου διερεύνησης. Το ότι εντέλει μπορεί η δίωξη να μη συντελεστεί δεν αλλάζει τη βασική αρχή ότι ο σκοπός του εντάλματος είναι η ποινική δίωξη. Αυτό προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς από την υπόθεση του ΔΕE στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-566/19 PPU και C626/19 PPU 12.12.2019 από την οποία μεταφέρουμε τις σκέψεις 69 και 70: «. στη γαλλική έννομη τάξη, η απόφαση περί εκδόσεως μπορεί ως διαδικαστική πράξη να προσβληθεί ενόσω διαρκεί η ανακριτική διαδικασία και αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται εις βάρος προσώπου το οποίο δεν είναι ακόμη διάδικος, το πρόσωπο αυτό μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο μετά την παράδοση του και την προσαγωγή του ενώπιον του ανακριτή. Η ύπαρξη, στη γαλλική έννομη τάξη, τέτοιων δικονομικών κανόνων καταδεικνύει, επομένως, ότι ο αναλογικός χαρακτήρας της αποφάσεως της εισαγγελικής αρχής να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενου δικαστικού ελέγχου, ακόμη και σχεδόν ταυτόχρονα με την έκδοση του και, εν πάση περιπτώσει, μετά την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και, επομένως, ο έλεγχος αυτός μπορεί να πραγματοποιηθεί, κατά περίπτωση, πριν ή μετά την παράδοση του εκζητουμένου».
(Βλ. επίσης το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης του Μουζάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, ειδικά σελ.492 κ.επ.)».
(βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν Ειρήνης Φιλίππου, Έφεση Ε.Ε.Σ. Αρ. 4/25, ημερ. 8.1.2026).
Σημειώνεται ότι δεν μας βρίσκει σύμφωνους η εισήγηση του κ. Πολυχρόνη ότι η παρούσα διαφοροποιείται από την περίπτωση της Ghebali (πιο πάνω). Η ουσία της προαναφερόμενης απόφασης δεν έγκειται στο πόσες ενέργειες είχαν λάβει χώρα πριν την εκτέλεση του εκεί επίδικου ΕΕΣ, αλλά στο ότι επρόκειτο για διαδικασία προερχόμενη από δικαστική αρχή που οδηγεί σε ποινική δίωξη, πράγμα που ισχύει και στην υπό κρίση περίπτωση. Όπως λέχθηκε στην Stenli ν. Γενικός Εισαγγελέας, Έφεση Ε.Ε.Σ. Αρ. 4/24, ημερ. 7.1.2025:
«Όπως υποδείξαμε προηγουμένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο στις σελίδες 15‑17 της απόφασης του έχει πραγματευτεί το θέμα αυτό με επάρκεια, και ορθά αποφάσισε ότι κάθε κράτος μέλος έχει τη δική του διαδικασία σε σχέση με τη δίωξη προσώπου για ποινικά αδικήματα, η οποία είναι πιθανόν να διαφέρει από την αντίστοιχη διαδικασία της χώρας από την οποία ζητείται η παράδοση του εκζητούμενου. Λόγω και των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των ποινικών συστημάτων, κατά την εξέταση αιτήματος τέτοιας φύσης, το Δικαστήριο, δεν πρέπει να καταπιάνεται με επιμέρους έννοιες, όπως κατά πόσο ο ενώπιον του εκζητούμενος μπορεί να θεωρηθεί κατηγορούμενος και πότε ολοκληρώνεται το ανακριτικό έργο και ξεκινά η ποινική του δίωξη, αφού τέτοια μικροσκοπική προσέγγιση εκφεύγει της έννοιας της αλληλεγγύης που διέπει την ευρωπαϊκή ενότητα στην οποία στηρίζεται ο μηχανισμός λειτουργίας του Ε.Ε.Σ.».
Όπως δε λέχθηκε στην Michel v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 5/24, ημερ. 7.1.2025 η έναρξη ποινικής υπόθεσης δεν συνιστά προϋπόθεση για την έκδοση απόφασης εκτέλεσης ενός ΕΕΣ, ενώ το ότι εν τέλει πιθανό να μην ασκηθεί ποινική δίωξη δεν διαφοροποιεί τη βασική αρχή ότι ο σκοπός του εντάλματος είναι η ποινική δίωξη.
Συνεπώς ούτε και αυτός ο Λόγος Έφεσης μπορεί να πετύχει.
Στρεφόμενοι στον τρίτο Λόγο Έφεσης παρατηρούμε ότι και τα όσα εκεί προβάλλονται είχαν επίσης εγερθεί ανεπιτυχώς από τον ίδιο συνήγορο σε αριθμό υποθέσεων πρόσφατα. Το Άρθρο 14 (1)(στ) του Ν.133(Ι)/04 αναφέρει τα εξής:
«Λόγοι προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης
14.-(1) Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις:
……………….
(στ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία: (i) θεωρείται κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ή (ii) τελέστηκε εκτός του εδάφους του Κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους δεν επιτρέπεται η δίωξη για την ίδια αξιόποινη πράξη που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας,
……………».
Όπως φαίνεται από το λεκτικό της Νομοθετικής πρόνοιας, το ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Εν προκειμένω το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός πως πρόκειται για απάτη μέσω διαδικτύου και μέρος της μαρτυρίας συλλέχθηκε από την Κύπρο, ενώ εμπλέκονται και εταιρείες που ενεγράφησαν στην Κύπρο, δεν οδηγεί στο ότι πρόκειται για αδικήματα που έχουν διαπραχθεί εν μέρει στην Κύπρο. Η κατάληξη αυτή είναι σε συμφωνία με τα πιο κάτω λεχθέντα στην υπόθεση Dumitry v. Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 300/21, ημερ. 8.12.2021:
«Η θέση ότι τα αδικήματα, εκτός της Ρουμανίας, διαπράχθησαν και στην Κύπρο, δεν είναι γεγονός που μπορεί να δικαιολογήσει άρνηση εκτέλεσης του Εντάλματος (βλ. Joannides v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ.Εφ.226/2017, 5.10.2017). ΄Αλλωστε λεπτομερή περιγραφή των γεγονότων της υπόθεσης ο εφεσείων θα έχει, όταν θα έχει πλήρη πρόσβαση στην όλη δικογραφία. Όπως αναφέρεται πρωτοδίκως οι αξιόποινες πράξεις τελέστηκαν από κοινού και σε συνεργασία εγκληματικών ομάδων που δρούσαν παράλληλα στην Κύπρο και στη Ρουμανία. Όπως καταγράφονται τα γεγονότα στο ΕΕΣ και στα συναφή έγγραφα, δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο τόπος τέλεσης των αδικημάτων εκ μέρους του εφεσείοντα είναι αποκλειστικά η Δημοκρατία ή έστω αν οι πράξεις που συνιστούν τη δική του συμμετοχή στη διάπραξη τους φαίνεται να έλαβαν χώρα στην Κύπρο.»
(βλ. D.N.X. v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 6/22, ημερ. 7.6.2022 και Haftzadi (πιο πάνω)).
Στην πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ειρήνης Φιλίππου (πιο πάνω) όπου είχε εγερθεί το ίδιο ζήτημα λέχθηκαν τα πιο κάτω, τα οποία και τυγχάνουν εφαρμογής και στην παρούσα:
«Ούτε όμως και δύναται να θεωρηθεί στο στάδιο αυτό, εκ μόνης της άποψης των Γαλλικών αρχών για την παρουσία της Εφεσίβλητης στη Δημοκρατία και προκειμένου περί διαδικτυακών απατών, ότι αυτές οι αποδιδόμενες πράξεις έχουν εν μέρει τελεστεί στην Κυπριακή Δημοκρατία. Με άλλα λόγια η εκτίμηση των Γαλλικών Αρχών για το ότι η Εφεσίβλητη ήταν στη Δημοκρατία δεν προκαθορίζει νομικά τον τόπο διάπραξης ενός διαδικτυακού εγκλήματος…».
Σύμφωνους μας βρίσκει και η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι, ακόμη και αν υπήρχε συντρέχουσα δικαιοδοσία της Κύπρου και του Βελγίου, εφόσον ήδη λαμβάνει χώρα διαδικασία ποινικής δίωξης στο Βέλγιο δεν θα ασκούσε τη διακριτική του ευχέρεια στο να μην προχωρήσει στην έκδοση του ΕΕΣ. Απορρίπτεται συνεπώς και ο τρίτος Λόγος Έφεσης.
Ούτε, όμως, και ο Τέταρτος Λόγος Έφεσης μπορεί να πετύχει. Είναι καλά νομολογημένο ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη (inherent) εξουσία να ελέγχει την ενώπιόν του διαδικασία και να ενεργεί ώστε να εμποδίζει και τερματίζει την όποια κατάχρησή της. Η εξουσία αυτή είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη της αξιοπιστίας και του κύρους, τόσο της δικαστικής διαδικασίας, όσο και του κράτους δικαίου (βλ. Spiriev ν. Γενικού Εισαγγελέα (2014) 1 Α.Α.Δ. 937). Το τι συνιστά κατάχρηση διαδικασίας, όμως, είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από το κατά πόσο τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης συνθέτουν συμπεριφορά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ως καταχρηστική ώστε να περιβάλλεται με εξουσία, αλλά και καθήκον να παρέμβει. Στην υπόθεση Scattergood v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2005) 1 Α.Α.Δ. 142 λέχθηκε ότι «Κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική».
Το γεγονός ότι ο ΜΚΑ2 ζήτησε διευκρινίσεις από την Αιτούσα Αρχή για το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης στο Βέλγιο δεν μπορεί να θεωρηθεί κατάχρηση ή παρέμβαση στη δικαστική διαδικασία. Επρόκειτο για διευκρινίσεις οι οποίες θα επικουρούσαν το Δικαστήριο στην εξέταση του επίδικου θέματος, ήτοι του κατά πόσο η έκδοση του Εφεσείοντος ζητείτο για σκοπούς ποινικής δίωξης. Εξάλλου στο Εγχειρίδιο για τον Τρόπο Έκδοσης και Εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 6.10.2017 αναφέρεται ότι:
«3.2.1. Πληροφορίες που είναι απαραίτητες οπωσδήποτε
Η δικαστική αρχή εκτέλεσης πρέπει οπωσδήποτε να διαθέτει τις ελάχιστες απαραίτητες πληροφορίες ώστε να μπορεί να λάβει απόφαση σχετικά με την παράδοση (βλέπε άρθρο 15 παράγραφος 2 της απόφασης-πλαισίου για το ΕΕΣ). Ειδικότερα, η δικαστική αρχή εκτέλεσης πρέπει να είναι σε θέση να επιβεβαιώσει την ταυτότητα του προσώπου και να αξιολογήσει κατά πόσον συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος μη εκτέλεσης. Επομένως, η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος πρέπει να αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή στην περιγραφή της αξιόποινης πράξης ή πράξεων στο έντυπο του ΕΕΣ.
Οι ακριβείς πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται εξαρτώνται από τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Ωστόσο, είναι σκόπιμο να λαμβάνεται υπόψη ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να γνωρίζει ελάχιστα ή και καθόλου την υπόθεση για την οποία εκδίδεται το ΕΕΣ ή το νομικό σύστημα του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος. Κατά συνέπεια, είναι καθοριστικής σημασίας να διασφαλίζουν οι δικαστικές αρχές έκδοσης του εντάλματος τη σαφήνεια, την ορθότητα και την πληρότητα των πληροφοριών που περιέχονται στο ΕΕΣ. Εάν το ΕΕΣ έχει συμπληρωθεί με ορθό τρόπο, δεν απαιτούνται συμπληρωματικά έγγραφα».
Δεν μπορεί να μην σχολιαστεί το ότι, ενώ ο συνήγορος του Εφεσείοντα ψέγει τον Γενικό Εισαγγελέα και την Κεντρική Αρχή ότι σφετερίστηκαν («usurped») την εξουσία του Δικαστηρίου και απέστειλαν ερωτήματα στην αρχή έκδοσης, το ίδιο ακριβώς έπραξε και αυτός με το Τεκμήριο 7. Δραττόμαστε στο σημείο αυτό της ευκαιρίας να παραπέμψουμε στο Άρθρο 21(2) του Ν.133(Ι)/04 σύμφωνα με το οποίο συμπληρωματικά στοιχεία μπορεί να ζητήσει μόνο η δικαστική αρχή και αυτό όπου κρίνει ότι οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από το Κράτος εκτέλεσης δεν αρκούν ώστε να αποφασίσει για την παράδοση του εκζητούμενου.
Επιπλέον, σε σχέση με το δεύτερο σκέλος του Λόγου Έφεσης 4 και την κατ’ ισχυρισμό κατάχρηση από συμπεριφορά της Αιτήτριας χώρας την οποία αποδίδει στην άρνηση της να δεχτεί ανάκριση του Εφεσείοντος είτε στην Κύπρο είτε με οικειοθελή μετάβαση του στο Βέλγιο επιμένοντας στην έκδοση του ΕΕΣ, παραθέτουμε απόσπασμα από την απόφαση Visokowski v. Γενικού Εισαγγελέα, Έφεση Ε.Ε.Σ. Αρ. 1/25, ημερ. 27.2.2025 που απαντά στο επιχείρημα αυτό που υποβλήθηκε από τον ίδιο συνήγορο στο πλαίσιο της προαναφερόμενης Έφεσης:
«Υπενθυμίζουμε επίσης ότι ο ισχυρισμός του τρίτου λόγου έφεσης έχει απαντηθεί από τη νομολογία, ότι δηλαδή το δικαστήριο εκτέλεσης δεν μπορεί να εξετάσει ισχυρισμούς για κατάχρηση της διαδικασίας που αποτελεί κατ’ εξοχή έργο της χώρας που επιδιώκει την έκδοση, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι οι μόνες αρμόδιες για την εξέταση του στην βάση των ουσιαστικών και δικονομικών κανόνων του κράτους αυτού».
(βλ. και Spiriev (πιο πάνω)).
Συνεπεία των πιο πάνω, η Έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και διατάσσεται όπως ακολουθηθούν οι πρόνοιες του Άρθρου 29(1) του Ν.133(Ι)/04, το αργότερο εντός 10 ημερών από σήμερα.
Ο Εφεσείων θα παραμείνει υπό κράτηση στο μεταξύ.
Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως κοινοποιήσει αμέσως την παρούσα απόφαση στις αρμόδιες αρχές του Βελγίου.
Καμία διαταγή για έξοδα.
Τα έξοδα του διερμηνέα να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
[1] «3. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή Διάταγμα δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την παράδοση προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος:
(α) Για την άσκηση ποινικής δίωξης ή
(β) για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο