ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: 112/2019)
16 Φεβρουαρίου 2026
[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]
1. ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥ,
2. ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ,
3. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ,
4. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΚΟΥΡΗ,
Εφεσείοντες,
v.
ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ
ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ
Εφεσίβλητοι.
___________________
Α. Γεωργίου για Μάριος Γεωργίου Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες.
Μ. Νικολάου και Χρ. Αργυρού (κα) για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους.
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Πική.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΙΚΗΣ, Δ.: Με την έφεση προσβάλλεται η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 12.2.2019, να απορρίψει έφεση με την οποία επιδιωκόταν ο παραμερισμός διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 3.2.2015 (εφεξής «διαιτητική απόφαση»), η οποία εκδόθηκε εναντίον των Εφεσειόντων και υπέρ των Εφεσιβλήτων. Με την εκκαλούμενη διαιτητική απόφαση οι Εφεσίβλητοι 1 – 4 διατάσσονταν να πληρώσουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στους Εφεσίβλητους (α) το ποσό των €101.739,01 πλέον τόκο 9% ετησίως από 29.7.2011 μέχρι τελικής εξόφλησης με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων μια φορά ετησίως ήτοι την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, (β) δικηγορικά έξοδα, έξοδα Εφεσιβλήτων έξοδα διαιτησίας, Φ.Π.Α. και νόμιμο τόκο επί εξόδων, όπως αυτά θα υπολογιστούν σύμφωνα με τον περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό και θα εγκριθούν από τον Διαιτητή.
Αρχικά, οι Εφεσείοντες επιζητούσαν την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης με επτά λόγους έφεσης. Οι λόγοι έφεσης τρία και τέσσερα αποσύρθηκαν κατά την ακρόαση και επομένως δεν θα μας απασχολήσουν.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε το ισχύον δίκαιο κατά τον επίδικο χρόνο (7.2.2013) που παραπέμφθηκε η επίλυση της διαφοράς σε διαιτησία, με αποτέλεσμα να προκύπτει έκδηλη παρανομία ένεκα του μονομερούς διορισμού διαιτητή από την Εφεσίβλητη. Ειδικότερα, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εφεσιβλήτων εισηγείται ότι δεν εφαρμόστηκε το Άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985 (Ν. 22/1985), πριν την τροποποίηση που επήλθε στις 9.9.2013, με τον Ν. 107(Ι)/2013, συμφώνως του οποίου η ορθή νομική βάση για την έναρξη διαδικασίας διαιτησίας ήταν ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4. Η εν λόγω θέση στηρίζεται στο κάτωθι υπογραμμισμένο μέρος του εδαφίου 2(β) του Άρθρου 52:
«(2) Ο Έφορος δύναται, επί τη λήψει της δυνάμει του εδαφίου (1) παραπομπής:
(α) να επιχειρήση συνδιαλλαγήν της διαφοράς· ή
(β) να παραπέμπη την διαφοράν προς επίλυσιν εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας»
Προβάλλεται, περαιτέρω, ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου, ο διαιτητής διορίζεται με συνυποσχετικό το οποίο αποτελεί μέρος της σύμβασης των μερών, και σε περίπτωση που δεν κατονομάζεται διαιτητής, τότε τα μέρη πρέπει να συμφωνήσουν το πρόσωπο του διαιτητή. Επίσης, ότι η πρόσκληση για διαιτησία στην προκείμενη περίπτωση εσφαλμένα έγινε στη βάση των Θεσμών 78 και 79, οι οποίοι δεν συνιστούσαν έγκυρη νομική βάση για την διεξαγωγή διαιτησίας στις 7.2.2013, παρά μόνο στις 9.9.2013, που τροποποιήθηκε το Άρθρο 52 με τον Ν. 107(Ι)/2013. Καταληκτικά, εισηγείται ότι οι συμφωνίες δανείου που υπέγραψαν τα συμβαλλόμενα μέρη δεν περιείχαν ρήτρα για διαιτησία και/ή συνυποσχετικό για διαιτησία με αποτέλεσμα η προκείμενη περίπτωση να μην καλύπτεται από τον περί Διαιτησίας Νόμο.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Εφεσίβλητη, υπεραμύνθηκε της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης. Υποστηρίζει ότι σύμφωνα με το Άρθρο 52(2)(β) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, ως ίσχυε στις 7.2.2013 που παραπέμφθηκε η διαφορά σε διαιτησία, ο Έφορος έχει την εξουσία να διορίσει διαιτητή και να καθορίσει την αμοιβή του [εδάφιο (3)] σε σχέση με την εκδίκαση της διαφοράς. Επιπλέον, εισηγείται ότι δεν προκύπτει εκ του νόμου οποιαδήποτε υποχρέωση ενημέρωσης των ενδιαφερόμενων μερών σε σχέση με τον διορισμό συγκεκριμένου διαιτητή και δεν απαιτείται η λήψη συγκατάθεσής τους. Αναφορικά δε με τους Θεσμούς 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987-2012, αυτοί ήταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο.
Συμφωνούμε με την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο ορθώς λαμβάνει ως καθοριστική για το ισχύον δίκαιο την ημερομηνία έναρξης της διαιτητικής διαδικασίας, εφαρμόζοντας κατ’ αναλογίαν την αρχή ότι «το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά τον χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος» (βλ. Δημητρίου ν. Δημητρίου (2012) 1 (Α) ΑΑΔ 834).
Πρωτοδίκως και κατ’ έφεση η θέση των Εφεσειόντων είναι ότι η διαιτητική απόφαση παραβιάζει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, της δίκαιης δίκης, και τον περί Διαιτησίας Νόμο, εφόσον οι Εφεσείοντες δεν έλαβαν μέρος στη διαδικασία διορισμού διαιτητή. Περαιτέρω, κατά την εισήγηση τους η διαιτητική διαδικασία είναι παράνομη και στερείται νόμιμου αποτελέσματος καθότι αντίκειται στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985, και τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς.
To πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τις πιο πάνω θέσεις με παραπομπή στην υπόθεση The Co-operative Grocery of Vasilia v. Haralambos N. Ppirou and others 4 R.S.C.C. 12, όπου «εξετάστηκε η αντισυνταγματικότητα του προϊσχύσαντος Άρθρου 53 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 114 (The Co-operative Societies Law, Cap.114), του οποίου οι ρυθμίσεις ήσαν παρόμοιες με αυτές του άρθρου 52 του Ν.22/1985. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε το άρθρο 53 συνταγματικό, τονίζοντας το γεγονός πως τα μέλη των συνεργατικών εταιρειών υπάγονται σε διαιτησία εκουσίως». Σε σχέση με το δεύτερο, το οποίο άπτεται του ζητήματος το οποίο εγείρεται με τον πρώτο λόγο έφεσης, αποφασίστηκε ότι (σελ. 20):
“….everybody who forms or becomes a member of, or accepts office in, or employment with, a co-operative society, as well as a co-operative society as such, registered under Cap. 114, must be presumed to have entered voluntarily into a legal relationship which includes as one of its terms and characteristics the form or arbitration provided under section 53 in respect of certain disputes. Thus, an agreement that disputes within the ambit of section 53 shall be determined in the manner prescribed therein comes into being and, it follows that the rights safeguarded as above under Article 30, are deemed to have been waived, to the extent, as in any other case of voluntary arbitration …”
(ιδία υπογράμμιση)
(βλ. και Σίκκης ν. Δημοκρατίας (2002) 4 ΑΑΔ 605,
Ως προς την εκούσια υπαγωγή των Εφεσειόντων σε διαιτησία, το πρωτόδικο Δικαστήριο επισήμανε τα εξής, σελ. 9:
«Στην προκειμένη περίπτωση, οι εφεσείοντες αρ. 1 έως και 3 δεν ισχυρίζονται ότι δεν είναι μέλη των εφεσιβλήτων και ούτε ισχυρίζονται ότι δεν έλαβαν το επίδικο δάνειο από αυτούς. Ο δε εφεσείων αρ.4 δεν ισχυρίζεται πως δεν εγγυήθηκε τις επίδικες δανειακές υποχρεώσεις των εφεσειόντων αρ. 1 έως 3. Αντιθέτως, είναι αναντίλεκτά τα καταγεγραμμένα, στην διαιτητική απόφαση ημερ.3.2.2Ο15, γεγονότα περί της συμμετοχής των εφεσειόντων κατά την διεξαγωγή της επίδικης διαιτησίας εκπροσωπουμένων από δικηγόρο (τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της εφεσείουσας αρ. 1 Ελένης Χρίστου). Το γεγονός πως οι εφεσείοντες δεν αμφισβητούν ότι κατέχουν τις ιδιότητες τις οποίες το άρθρο 52(1)(α) του Ν.22/1986 (sic) ορίζει και ούτε αμφισβητούν τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών δανείου και εγγύησης, καθορίζει την υπαγωγή τους στην επίδικη διαιτησία εκούσια. Συνεπώς, ουδεμία παραβίαση των Άρθρων 28 και 30 του Συντάγματος και του Άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης συντρέχει».
Συμφωνούμε με την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το εδάφιο 2(β) του Άρθρου 52, του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/85), ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, δεν ρυθμίζει τον τρόπο επιλογής του διαιτητή. Στην υπόθεση Ελένη Χαραλάμπους Κρασάρη κ.ά. ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολ. Εφ. 312/2014, ημερ. 4.5.2023, ECLI:CY:AD:2023:A186, τονίστηκε ότι:
«…το Άρθρο 52(2) του Ν. 22/85 ρυθμίζει τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας η οποία γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας περί διαιτησίας και όχι τον τρόπο επιλογής του Διαιτητή. Αυτός ρυθμίζεται από το Θεσμό 79(1) ως ανωτέρω καταγράφηκε».
(ιδία έμφαση και υπογράμμιση)
Ο Θεσμός 79(1) προνοεί τα ακόλουθα:
«Εάν ο Έφορος παραπέμψη οιανδήποτε διαφοράν εις διαιτησίαν θα ορίζη το όνομα, μέρος διαμονής και επάγγελμα του διαιτητού η διαιτητών και την προθεσμίαν εντός της οποίας η διαιτητική απόφασις, θα υποβάλλεται υπό του διαιτητού ή των διαιτητών προς τον Έφορον.»
Επί του ιδίου ζητήματος, στην υπόθεση Ζαμπά κ.ά. ν. Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (ανωτέρω), λέχθηκε ότι:
«Όταν δε στο Άρθρο 52(2)(β) αναφέρεται ότι η ".. διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας" εκείνο που προβλέπεται είναι η διεξαγωγή της διαιτησίας σύμφωνα με τις διατάξεις της Νομοθεσίας περί διαιτησίας που ισχύει κατά το χρόνο παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία και όχι πλήρωση των προϋποθέσεων για έναρξη Διαιτησίας όπως είναι η ύπαρξη συνυποσχετικού που προβλέπεται από τον Περί Διαιτησίας Νόμο ΚΕΦ.4, μεταξύ των μερών, όπως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εφεσειουσών. Σε διαφορετική περίπτωση, όπως είναι η ερμηνεία που προβάλλεται υπό του ευπαίδευτου συνήγορου, θα είχε παράδοξα αποτελέσματα, ήτοι από την μια παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία διά Νόμου και από την άλλη ν' απαιτείται συνυποσχετικό. Η παραπομπή σε διαιτησία υπό του Εφόρου βάσει του άρθρου 52(2)(β) επενεργεί ως να υπήρχε συνυποσχετικό».
Καταλήγουμε, επομένως, ότι η διά Νόμου παραπομπή σε διαιτησία δεν προϋποθέτει την ύπαρξη συνυποσχετικού, η οποία άλλωστε θα αναιρούσε τον σκοπό της διάταξης του Άρθρου 52(2)(β) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου.
Υπό το φως των ανωτέρω ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται ανεδαφικός.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αξιολόγησε την αλλαγή στο νομικό καθεστώς του Συνεργατισμού από την εποχή που κρατικοποιήθηκε το 2013, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την ουσιαστική αλλαγή στη νομική φύση της σχέσης μεταξύ Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων και πελάτη, καθιστώντας ανεφάρμοστο το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση The Co-operative Grocery of Vasilia v. Haralambos N. Ppirou and others (ανωτέρω). Κατ΄ επέκταση, υποστηρίζεται ότι το Άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, κατέστη αντισυνταγματικό καθότι επιτρέπει τον διορισμό διαιτητή από τον Έφορο της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, χωρίς τα μέρη να έχουν προηγουμένως απεμπολήσει το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον Δικαστηρίου που κατοχυρώνει το Άρθρο 30 του Συντάγματος. Προς υποστήριξη των πιο πάνω θέσεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εφεσείοντες παραπέμπει στην Έκθεση της Ερευνητικής Επιτροπής για την Κατάρρευση του Συνεργατικού Πιστωτικού Ιδρύματος της Κύπρου, ημερομηνίας 1.3.2019, στην οποία αναφέρεται ότι, σελ. 11:
«Στις 13.10/2013 η Κυπριακή Δημοκρατία με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου αποφάσισε την ανακεφαλαιοποίηση του Συνεργατικού Πιστωτικού Τομέα (ΣΠΤ) …. Το κράτος κατέστη κατ’ αυτόν τον τρόπον ο κατά μεγάλην πλειοψηφίαν μέτοχος της ΣΚΤ έχοντας καταστεί ο ιδιοκτήτης πέραν του 99% των μετοχών της … Με την ανακεφαλαιοποίηση της ΣΚΤ, την αλλαγή της ιδιοκτησιακής δομή της ΣΚΤ και των ΣΠΙ και την ενίσχυση των εξουσιών και αρμοδιοτήτων της ΣΚΤ επί των ΣΠΙ, ο Συνεργατικός Πιστωτικός Τομέας (ΣΠΤ) θεωρείτο ως μια ενιαία οικονομική μονάδα/ όμιλος».
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εφεσιβλήτων αντιτείνει ότι η αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του Συνεργατισμού επήλθε μετά την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας (7.2.2013), και επομένως δεν επηρεάζει το ισχύον δίκαιο στην παρούσα υπόθεση. Η θέση αυτή μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους. Όπως επισημάνθηκε κατά την εξέταση του πρώτου λόγου έφεσης, το νομικό πλαίσιο που διέπει τη διαφορά αποκρυσταλλώνεται κατά τον χρόνο έναρξης της διαδικασίας. Οποιαδήποτε μεταγενέστερη μεταβολή στις πραγματικές ή νομικές συνθήκες του Συνεργατισμού, όσο ουσιώδης και αν είναι, δεν δύναται να επιδράσει αναδρομικά στην επίδικη διαιτητική διαδικασία, η οποία εδράζεται στο τότε ισχύον δίκαιο. Είναι, συνεπώς, προφανές ότι η προρρηθείσα αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς ουδόλως σχετίζεται με τα επίδικα γεγονότα, ούτε καθιστά το Άρθρο 52 αντισυνταγματικό. Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος έφεσης στερείται ερείσματος και απορρίπτεται.
Οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης 5, 6 και 7 είναι συναφείς και, ως εκ τούτου, θα συνεξεταστούν. Άπτονται τριών νομικών θεμάτων τα οποία κατ’ ισχυρισμό δεν εξέτασε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως ακολούθως (α) τον χαρακτήρα της ρήτρας υπ’ αριθμό 5 της δανειακής σύμβασης ως καταχρηστική, καθότι επέτρεπε στην Εφεσίβλητη να αυξάνει το επιτόκιο μονομερώς χωρίς να υπάρχει ανώτατο όριο αύξησης (λόγος έφεσης 5), (β) τη νομιμότητα του ύψους του τόκου τον οποίο χρεώνει η Εφεσίβλητη (9%) και ειδικότερα τη διασύνδεση του επιτοκίου με το βασικό επιτόκιο (λόγος έφεσης 6), (γ) τον ισχυρισμό του Εφεσείοντος 4 περί ψυχικής πίεσης και εξαναγκασμού κατά την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης δανείου (λόγος έφεσης 7).
Το Άρθρο 20(2), του Κεφ. 4, θέτει περιοριστικά τους όρους βάσει των οποίων δύναται να αμφισβητηθεί διαιτητική απόφαση. Προνοεί τα ακόλουθα:
«(2) Όταv o διαιτητής ή o επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφoρά ή χειρίστηκε κακώς τηv υπόθεση ή όταv η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, τo Δικαστήριo δύvαται vα ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση»
Η πιο πάνω διατύπωση αποτελεί μετάφραση του πρωτότυπου Αγγλικού κειμένου το οποίο αναφέρει:
“(2) Where an arbitrator or umpire has misconducted himself or the proceedings, or an arbitrator or award has been improperly procured, the Court may set the award aside”.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επισημαίνει στην απόφαση (σελ. 11) ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί περί αυθαίρετου επιτοκίου ύψους 9%, ως επίσης, και περί συνδιαλλαγής των Εφεσειόντων 1 – 4 υπό το καθεστώς ψυχικής πίεσης, «εξετάστηκαν από τον διαιτητή και απερρίφθηκαν ως αβάσιμοι και εκτός του θεσμοθετημένου, συμβατικού και νομολογημένου σχετικού πλαισίου», και ότι η υπό εξέταση διαιτητική απόφαση είναι «λεπτομερής, αιτιολογημένη και εύλογα επιτρεπτή». To πρωτόδικο Δικαστήριο καταλήγει ότι (σελ. 12):
« …. η διαιτητική απόφαση ημερ. 3.2.2015 κρίνεται ως νομότυπη, κανονική και ορθή επί της ουσίας. Ο εκ μέρους του διαιτητή χειρισμός της επίδικης διαφοράς υπήρξε εύλογα επιτρεπτός και σύμφωνος με το νόμο και τη σχετική νομολογία. Εν προκειμένω, δεν συντρέχει κανένας από τους λόγους ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης ημερ. 3.2.2015 ως αυτοί προσδιορίζονται στην έφεση και προωθήθηκαν κατά την ακρόαση. Άρα δεν υπάρχει έδαφος για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης ημερ. 3.2.2015»
Συμφωνούμε με την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο ορθώς περιορίστηκε στις πιο πάνω διαπιστώσεις χωρίς να υπεισέλθει σε επανεξέταση της ουσίας της διαφοράς. Με κάθε σεβασμό, τα όσα οι Εφεσείοντες επικαλούνται στους υπό εξέταση λόγους έφεσης, συνιστούν στην πραγματικότητα αμφισβήτηση της ορθότητας των ευρημάτων του Διαιτητή επί των γεγονότων, και της υπαγωγής τους στο νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο. Τέτοια αμφισβήτηση, όμως, δεν στοιχειοθετεί κακό χειρισμό ή κακή συμπεριφορά («misconduct») εκ μέρους του Διαιτητή, ούτως ώστε να θεμελιώνεται λόγος ακύρωσης της απόφασης δυνάμει του Άρθρου 20(2) του περί Διαιτησίας Νόμου.
Στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd (2010) 1 AAΔ 687, γίνεται εκτενής ανάλυση της εμβέλειας του Άρθρου 20(2) του Κεφ. 4, με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική και Κυπριακή νομολογία. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:
«Ενδιαφέρει εδώ το εδάφιο (2), εφόσον είχε επιδιωχθεί πρωτοδίκως η ακύρωση ή παραμερισμός της διαιτητικής απόφασης. Στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο, ο όρος που χρησιμοποιείται στο Άρθρο 23(1) του Arbitration Act 1950 απ' όπου λήφθηκε το Κεφ. 4, είναι «misconduct», και έχει πλειστάκις ερμηνευτεί να περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες που δυνατόν να αφορούν στη συμπεριφορά του ιδίου του διαιτητή ή τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας («.... has misconducted himself or the proceedings ....». Στον Russell on Arbitration 16η έκδ. σελ. 307, θεωρείται λανθασμένη συμπεριφορά η εκ μέρους του διαιτητή ακρόαση μαρτύρων ή εξέταση εγγράφων στην απουσία των διαδίκων, η απόδοση στον εαυτόν του ενός συνολικού ποσού για τα έξοδα του, ώστε να αποκλείει τους διαδίκους από του να ενστούν στις χρεώσεις του, (δέστε την απόφαση K/S Norjarl A/S v. Hyundai Heavy Industries Co. Ltd [1991] 3 W.L.R. 1025, για κατεύθυνση ως προς τον τρόπο χρέωσης αμοιβής από ένα διαιτητή), η εκ μέρους του παράλειψη να εξασκήσει όλες τις εξουσίες του ή η λανθασμένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Στη δε σελ. 309, αναφέρεται σε σχέση με τη διεξαγωγή της διαιτησίας, ότι οι κύριοι άξονες επί των οποίων μπορεί να υποβληθεί επιτυχώς αίτηση για παραμερισμό, είναι η εκ μέρους του διαιτητή διεξαγωγή της διαιτησίας ex parte χωρίς ουσιώδη λόγο, ο αποκλεισμός ατόμων που έχουν δικαίωμα να είναι παρόντα, η λανθασμένη απόρριψη ή αποδοχή μαρτυρίας και η λανθασμένη μετακύλιση καθηκόντων.
Η κλασσική αντιμετώπιση της έννοιας του «misconduct», έχει βέβαια αναφορά στη δωροδοκία του διαιτητή ή στην ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά. Επεκτείνεται όμως και σε θέματα πέραν αυτών, ώστε ακόμη και στην απουσία ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστης συμπεριφοράς, να ελέγχονται και οι περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου, (Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides (1978) 1 C.L.R. 15, σελ. 23, τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις, καθώς και την πρόσφατη απόφαση στη ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ v. Lakis Georghiou Constructions Ltd (2010) 1 A.A.Δ. 223, ή, η έκδοση απόφασης επί παρανόμου συμφωνίας (David Taylor & Son v. Barnett [1953] 1 W.L.R. 562). Όπως έχει αποφασιστεί και στην A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2006), (που αφορούσε περίπτωση παραπομπής τεχνικών θεμάτων σε διαιτησία, εν μέσω δικαστικής αγωγής), «Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού του πορίσματος» ενώ «.... παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα .... κλονίζει το θεμέλιο της όλης διαδικασίας» (εκεί ο διαιτητής είχε λανθασμένα υιοθετήσει, έξω από τους όρους εντολής του, τη μαρτυρία που είχε προηγηθεί στο Δικαστήριο).
Πουθενά, όμως, η μέχρι τούδε νομική θεώρηση των προνοιών του Άρθρου 20(2), δεν έχει συμπεριλάβει, (στην απουσία βεβαίως παραβιάσεων των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης), και, την ενδεχομένως λανθασμένη νομική ερμηνεία ενός εγγράφου. Η παραδοσιακή αντίληψη περί του σκοπού της παραπομπής μιας διαφοράς σε διαιτησία, είναι ακριβώς η ταχεία και τελεσίδικη επίλυσή της. Όπως εξηγείται στο Russell - πιο πάνω - σελ. 289, υπήρχε στο κοινοδίκαιο σύμφυτη εξουσία παραμερισμού απόφασης, η δε νομοθετική χρήση της λέξης «misconduct» γενικά, που ήταν νέα στο Arbitration Act 1889 και η μετέπειτα χρήση του «misconduct of the proceedings» στο μεταγενέστερο Arbitration Act 1934, που διατηρήθηκε και στο Arbitration Act 1950, είχε στην ουσία χαρακτήρα δηλωτικό της προηγούμενης νομολογίας. Όπως δε εξηγείται και στη μεταγενέστερη 23η έκδοση του Russel on Arbitration (2007), σελ. 375 παρ. 7-056, τα Δικαστήρια ήταν πάντοτε απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου η νομοθεσία παρείχε ειδικά τέτοια δυνατότητα, οι δε αποφάσεις των διαιτητών γενικώς δεν ήταν δεκτικές αναθεώρησης από το Δικαστήριο, εκτός στο βαθμό που ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο πασιφανή εναντίον των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης».
(ιδία υπογράμμιση)
(βλ. και Halsbury’s Laws of England, 4η έκδοση (1973), παρ. 622 “What constitutes misconduct”)
Στην υπόθεση Χ.Α. Παπαέλληνας Εμπορική Δημόσια Εταιρεία ν. Yiannis Charalambides Shopping Center Ltd (2011) 1 AAΔ 1720, επικυρώθηκε η ορθότητα της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με την ερμηνεία όρου ενοικιαστηρίου εγγράφου σε διαιτητική απόφαση. Αποφασίστηκε ότι δεν υπήρχε πεδίο επέμβασης, εφόσον η ερμηνεία του διαιτητή ήταν ευλόγως επιτρεπτή ώστε να μην ανάγεται σε παρέκκλιση από τις αρχές που διέπουν την ερμηνεία εγγράφων, συνιστώντας «κακή συμπεριφορά» εκ μέρους του ή παρέκκλιση από τους όρους της εντολής του, στα πλαίσια του Άρθρου 20(2) του περί Διαιτησίας Νόμου και της νομολογίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο, υπογράμμισε ότι περιορίζεται στην επισήμανση των βασικών παραμέτρων του συγκεκριμένου όρου, χωρίς να αποφανθεί επί της ορθότητας της ερμηνείας του διαιτητή, παρά μόνο για να τονίσει την επάρκεια του νομικού και πραγματικού της υπόβαθρου. Καταληκτικά, επισημαίνεται ότι: «Σαφώς λοιπόν ο διαιτητής δεν ενήργησε υπό πλάνη ή κατά θεμελιακή παράβαση των αρχών που διέπουν την ερμηνεία εγγράφων που να επέτρεπε τη δικαστική παρέμβαση».
Στην υπόθεση Οικονομίδου Βάσω ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου & Υιοί Λτδ (2005) 1 ΑΑΔ 1157, αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι μια απόφαση μπορεί να ακυρωθεί για νομικό σφάλμα αν και η πορεία αυτή δεν θα πρέπει να ακολουθείται πολύ εύκολα, με παραπομπή στους Halsbury’s Laws of England, Τέταρτη Έκδοση (1973), Τόμος 2, σελ. 334, παρ. 623. Έχουμε ανατρέξει στην εν λόγω παράγραφο του Τόμου 2, το περιεχόμενο της οποίας κρίνεται ιδιαίτερα διαφωτιστικό:
“623 Error of law on the face of award … In order to be a ground for setting aside the award, an error of law on the face of the award must be such that there can be found in the award or in a document actually or in a document actually incorporated with it, some legal proposition which is the basis of the award and which is erroneous. If a specific question of law is submitted to the arbitrator for his decision and he decides it, the fact that the decision is erroneous does not make the award bad on its face so as to permit its being set aside; and where the question referred to for arbitration is a question for construction, which is generally speaking a question of law, the arbitrator’s decision cannot be set aside only because the court would of itself have come to a different conclusion; but if it appears on the face of the award that the arbitrator has proceeded illegally, as for instance, by deciding on evidence which was not admissible, or on principles of construction which the law does not countenance, there is an error of law which may be ground for setting aside the award. But the court is not entitled to draw any inference as to the finding by the arbitrator of facts supporting the award; it must take the award at face value”.
Σε μετάφραση:
«Προκειμένου ένα νομικό σφάλμα που εμφαίνεται στο σώμα της απόφασης (on the face of the award) να αποτελέσει λόγο ακύρωσής της, πρέπει να εντοπίζεται στην ίδια την απόφαση ή σε έγγραφο που είναι πραγματικά ενσωματωμένο σε αυτήν, κάποια νομική παραδοχή η οποία αποτελεί τη βάση της απόφασης και η οποία είναι εσφαλμένη. Εάν ένα συγκεκριμένο νομικό ζήτημα υποβληθεί στον διαιτητή προς κρίση και αυτός αποφανθεί επ’ αυτού, το γεγονός ότι η απόφαση είναι εσφαλμένη δεν καθιστά την απόφαση ελαττωματική στο σώμα της, ώστε να επιτρέπεται η ακύρωσή της· και όταν το ζήτημα που παραπέμπεται σε διαιτησία είναι ζήτημα ερμηνείας, το οποίο σε γενικές γραμμές αποτελεί νομικό ζήτημα, η απόφαση του διαιτητή δεν μπορεί να ακυρωθεί μόνο και μόνο επειδή το ίδιο το δικαστήριο θα κατέληγε σε διαφορετικό συμπέρασμα. Αν, όμως, προκύπτει από το σώμα της απόφασης ότι ο διαιτητής ενήργησε παράνομα, όπως για παράδειγμα, αποφασίζοντας βάσει αποδεικτικών στοιχείων που δεν ήταν παραδεκτά ή βάσει ερμηνευτικών αρχών τις οποίες ο νόμος δεν αναγνωρίζει, τότε υφίσταται νομικό σφάλμα το οποίο μπορεί να αποτελέσει λόγο ακύρωσης της απόφασης. Εντούτοις, το δικαστήριο δεν δικαιούται να προβεί σε συμπεράσματα ως προς τα πραγματικά περιστατικά που διαπίστωσε ο διαιτητής για να στηρίξει την απόφαση· οφείλει να δεχθεί την απόφαση όπως αυτή εμφαίνεται (at face value)».
(ιδία υπογράμμιση)
Στην προκείμενη περίπτωση, δεν διαπιστώνεται οποιοδήποτε νομικό σφάλμα επί του σώματος της διαιτητικής απόφασης, το οποίο θα δικαιολογούσε την επέμβαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ή του Εφετείου, δυνάμει του Άρθρου 20(2) του Κεφ. 4. Ούτε υπήρξε σφάλμα επί των γεγονότων. Η κρίση του Διαιτητή ως προς τη νομιμότητα του επιτοκίου (9%) και την απουσία ψυχικής πίεσης, εδράζεται στην αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας και υπαγωγής της στο ορθό νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο. Κατ’ επέκταση, ορθή είναι και η πρωτόδικη ανάλογη κρίση, ως έχουμε ήδη επισημάνει.
Υπό το φως των ανωτέρω οι λόγοι έφεσης 5, 6 και 7 απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Η έφεση απορρίπτεται.
Επιδικάζονται έξοδα έφεσης ύψους €4.000,00 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, προς όφελος των Εφεσίβλητων και εναντίον των Εφεσειόντων.
Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.
Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.
Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο