DE.LE.MA CONSULTANTS LTD v. HYDROTECH (WATER AND ENVIROMENTAL ENGINEERING) LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.: 162/2019, 13/2/2026
print
Τίτλος:
DE.LE.MA CONSULTANTS LTD v. HYDROTECH (WATER AND ENVIROMENTAL ENGINEERING) LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.: 162/2019, 13/2/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 162/2019)

 

13 Φεβρουαρίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

DE.LE.MA CONSULTANTS LTD,

Εφεσείουσα,

v.

 

HYDROTECH (WATER AND ENVIROMENTAL ENGINEERING) LTD,

Εφεσίβλητη.

___________________

 

Φ. Ζωμενής για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα.

Σ. Πούγιουρος, για την Εφεσίβλητη.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Δρουσιώτη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.: Με την παρούσα έφεση προσβάλλεται η ορθότητα της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (στο εξής θα αναφέρεται ως «το πρωτόδικο Δικαστήριο») ημερομηνίας 14 Μαρτίου, 2019.

 

Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η εφεσείουσα η οποία ασχολείτο με διαφημιστικές εργασίες, ήρθε σε συμφωνία με την εφεσίβλητη να της παράσχει εργασίες της ειδικότητας της.  Οι αρχικές προτάσεις επικοινωνίας, που είχαν μεταξύ τους, καταρτίστηκαν κατά ή περί τις 25.01.2000 και εγκρίθηκαν από την εφεσίβλητη κατά ή περί τις 28.01.2000 και συνιστούν την γραπτή συμφωνία μεταξύ τους ή μια εκ των συμφωνιών που συνήψαν μεταξύ τους.  Στο αιτητικό της Έκθεσης Απαίτησης, η εφεσείουσα αξιώνει, από την εφεσίβλητη, το ποσό των €37.975,48, ως ποσό οφειλόμενο για παροχή υπηρεσιών, εργασιών, υπόλοιπο τιμολογίων, λογαριασμού, συμφωνίας γραπτής, συμφωνίας μερικώς γραπτής και μερικώς προφορικής ή και αδικαιολόγητου πλουτισμού.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού άκουσε τη μαρτυρία, απέρριψε την αξίωση της εφεσείουσας καθότι, ως αναφέρει, δεν αποδείχτηκε, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των μερών, ότι το ύψος των χρεώσεων της εφεσείουσας για τις υπηρεσίες που περιγράφονται στο Τεκμήριο 2 ήταν συμφωνημένο και θα συνίστατο στα ποσά που καταγράφονται στο Τεκμήριο 1, ότι δεν υπήρξε θετική μαρτυρία ότι συμφωνήθηκε το ύψος των χρεώσεων για τις επιπρόσθετες υπηρεσίες και, παρενθετικά, ότι από τη μαρτυρία δεν στοιχειοθετήθηκε επαρκώς ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για το ύψος της αμοιβής της εφεσείουσας.  Σε σχέση δε με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, στην εκκαλούμενη απόφαση, αναφέρεται ότι δεν έχει αποδειχθεί με μαρτυρία η αξία που να αντιπροσωπεύει την εργασία ή τις υπηρεσίες που εκτελέστηκαν για την απόδοση χρηματικής αποζημίωσης και ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι το συγκεκριμένο ποσό για εργασίες που εκτελέστηκαν συνιστά ποσό συμφωνημένης αξίας, ούτε και υπήρξε μαρτυρία για το μέτρο τέτοιας ενδεχόμενης, εύλογης ή συνήθους, χρηματικής αποζημίωσης.

 

Η εφεσείουσα με εννέα λόγους έφεσης αμφισβητεί την πρωτόδικη απόφαση και εισηγείται ότι, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογείται η παρέμβαση του Εφετείου και η ανατροπή της.

 

Έχουμε μελετήσει διεξοδικά τους συγκεκριμένους λόγους έφεσης, την αιτιολογία αυτών και την επιχειρηματολογία της πλευράς της εφεσείουσας.  Το  ίδιο πράξαμε, ως προς την επιχειρηματολογία, και για την πλευρά της εφεσίβλητης,  η οποία υποστήριξε ότι η πρωτόδικη Απόφαση είναι ορθή, και το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθά, απέρριψε την αγωγή της εφεσείουσας από τη στιγμή που δεν απέδειξε ότι υπήρξε συμφωνία ως προς το αξιούμενο υπόλοιπο αμοιβής.

 

Ο πρώτος λόγος έφεσης έχει να κάνει με το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ έκρινε αξιόπιστο τον ΜΕ1, έκρινε ότι η μαρτυρία του δεν ήταν βοηθητική επί των γεγονότων που αφορούν τα επίδικα θέματα.  Στην αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης,  μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, με εσφαλμένο και αυθαίρετο τρόπο και χωρίς να υποστηρίζεται από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του, θεώρησε ότι το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΕ1 ήταν εξ ακοής, κάτι που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.   

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο για τον ΜΕ1 στην απόφαση του αναφέρει:

 

«Πρόκειται για πρόσωπο χωρίς άμεση γνώση των γεγονότων. Κατά τον επίδικο χρόνο δεν ήταν καν στην υπηρεσία της Ενάγουσας. Η εργοδότηση του στην Ενάγουσα ξεκίνησε περί τα 3 χρόνια μετά τα επίδικα γεγονότα. Επομένως, όλα όσα κατέθεσε σε σχέση με γεγονότα συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία.

 

…………………………………………………………………………………………...

 

Ο ΜΕ1 δεν εξήγησε από ποια πρόσωπα είχε λάβει τις πληροφορίες του σε σχέση με τα γεγονότα. Δεν μπορεί επομένως να εξακριβωθεί εάν η μαρτυρία του είναι πρώτου βαθμού εξ ακοής ή ακόμα πιο απομακρυσμένη από τις αρχικές δηλώσεις ή την πρωτογενή μαρτυρία. Δεν εξήγησε επίσης πότε έλαβε τις πληροφορίες του και δεν γνωρίζω εάν περιήλθαν σε γνώση του αμέσως μετά την πρόσληψη του, τρία χρόνια περίπου μετά τα γεγονότα, ή εάν ήρθαν σε γνώση του μεταγενέστερα - υπενθυμίζω ότι μεταξύ της μαρτυρίας του και των επίδικων γεγονότων μεσολάβησαν περί τα 18 χρόνια. Συνεπώς δεν μπορώ να εκτιμήσω εάν και πως μπορεί να επηρεάστηκε η μνήμη του προσώπου από το οποίο έλαβε πληροφορίες για τα γεγονότα που κατέθεσε.

 

Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ότι δεν θα ήταν ασφαλές να αποδεχτώ τη μαρτυρία του ΜΕ1 σε σχέση με τα γεγονότα και να βασιστώ σε αυτή για την κατάληξη σε ευρήματα. Όχι διότι πρόκειται για μάρτυρα αναξιόπιστο αλλά γιατί τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου σε σχέση με την εξ ακοής μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο δεν μου επιτρέπουν να της αποδώσω τα εχέγγυα της εγκυρότητας, ακεραιότητας και πιστότητας που κρίνω ότι πρέπει να χαρακτηρίζουν εξ ακοής μαρτυρία πριν αποδοθεί σε αυτήν ουσιαστική αποδεικτική αξία και βαρύτητα.»

 

Η αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, σύμφωνα με το Άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, γίνεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είναι ορθό να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδίδει ή δεν αποδίδει βαρύτητα σε εξ ακοής μαρτυρία (Δέστε: Ανδρέου κ.ά. v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 152). Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί ως μάρτυρας στη διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, τον βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει γεγονότα, το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση κλπ..  Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο Άρθρο 27(2), δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί (Δέστε: Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γεωργίου (2006) 2 Α.Α.Δ. 217). Όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το δικαστήριο, είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική μαρτυρία είτε από γραπτή (Δέστε: Γεωργίου v. Στυλιανού (2009) 1 Α.Α.Δ. 70 και Μονός κ.ά. v. S. Xenides Trading Co Ltd κ.ά. (2010) 1 Α.Α.Δ. 1002).

 

Το Άρθρο 27(3) προνοεί ότι, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (Δέστε: Κολάνη v. Ταμπούρα (2010) 1 Α.Α.Δ. 1108 και Χριστοφή κ.ά. v. Δημητρίου κ.ά. (2009) 1 Α.Α.Δ. 428). Πέραν των προαναφερομένων το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψιν του και άλλα αξιολογήσιμα κριτήρια και να συνυπολογίσει το κατά πόσον η απόδοση βαρύτητας σε εξ ακοής μαρτυρία εξυπηρετεί ή όχι τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και του συμφέροντος της δικαιοσύνης.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, μέσα από τα πιο πάνω αποσπάσματα της απόφασης του, τα οποία έχουμε παραθέσει, έλαβε υπόψη του παράγοντες που αναφέρονται στο Άρθρο 27(2) του Κεφ. 9 και, συγκεκριμένα, ότι ο ΜΕ1 δεν εξήγησε από ποια πρόσωπα έλαβε τις πληροφορίες του, σε σχέση με τα γεγονότα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εξακριβωθεί εάν η μαρτυρία του είναι πρώτου βαθμού εξ ακοής  και δεν εξήγησε πότε έλαβε την πληροφορία.  Ο ΜΕ1 στην γραπτή του δήλωση «Έγγραφο 1», η οποία και αποτελεί την κυρίως του εξέταση, σε κανένα σημείο δεν κάνει αναφορά από ποια πρόσωπα έλαβε πληροφόρηση.  Συγκεκριμένα στην παράγραφο 3 της γραπτής του δήλωσης ο ΜΕ1 αναφέρει:

 

«3.  Γνωρίζω όλα τα γεγονότα στα οποία αναφέρομαι και στη συνέχεια τόσο από προσωπική γνώση όσο επίσης και από τα διάφορα έγγραφα και στοιχεία που βρίσκονται στην φύλαξη των Εναγόντων και τα οποία διατηρούνται στο αρχείο των Εναγόντων σε σχέση με τον ως άνω τίτλο και αριθμό υπόθεση και τα οποία έχω στην κατοχή μου και θα παρουσιάσω στη συνέχεια.»

 

Στο στάδιο της αντεξέτασης και στην ερώτηση «Πως το ξέρεις ότι ο κύριος Χ’’Βασίλης είδε την ταινία και ήταν υπερευχαριστημένος;», ο ΜΕ1 απάντησε «Το έχω ενημερωθεί από την κυρία Λευκαρίτη που ήταν παρούσα στην συγκεκριμένη συνάντηση» και σε άλλο σημείο αναφέρει «Εγώ το 2003 ήρθα στην εταιρεία.  Εγώ πήρα την πληροφόρηση μου από τα αρχεία που υπήρχαν στην εταιρεία, γραπτά πρακτικά, αλληλογραφίες, από την κυρία Λευκαρίτη που είναι ιδιοκτήτρια της εταιρείας και ήταν παρούσα και είναι και ενήμερη για όλα τα θέματα και από την κυρία Παπαμιχαήλ που ήταν το άτομο που πήγε μαζί με τον πελάτη στο εξωτερικό για τη φωτογράφηση και τη βιντεογράφηση»

 

Μέσα από την μαρτυρία του ΜΕ1, το πρωτόδικο Δικαστήριο δικαιολογημένα κατέληξε στα συμπεράσματα ότι τα όσα ανέφερε ο ΜΕ1 αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία για την οποία δεν εξήγησε από ποια πρόσωπα έλαβε πληροφόρηση, σε σχέση με τα γεγονότα, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην είναι σε θέση να εξακριβώσει εάν η μαρτυρία του ήταν πρώτου βαθμού εξ ακοής ή πιο απομακρυσμένη και πότε έλαβε αυτές τις πληροφορίες.  Οι αναφορές του στην κα Λευκαρίτη  είναι επιγραμματικές και όχι συγκεκριμένες, χωρίς να καθορίζει ποια ήταν η ενημέρωση που του δόθηκε από την κα Λευκαρίτη για τα ουσιώδη γεγονότα και, εν πάση περιπτώσει, δεν δόθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου οποιαδήποτε εξήγηση γιατί η κα Λευκαρίτη δεν παρουσιάστηκε για να καταθέσει την πρωτογενή μαρτυρία που γνώριζε, ώστε να αξιολογηθεί.  Περαιτέρω, ως ο ΜΕ1 αναφέρει, η κα Λευκαρίτη, ενημερώθηκε από την κα Παπαμιχαήλ, δηλαδή από την ΜΕ2, χωρίς να εξηγεί τι μετέφερε η κα Παπαμιχαήλ στην κα Λευκαρίτη.  Φυσικά, για την μαρτυρία της κας Παπαμιχαήλ, υπάρχει ξεχωριστός λόγος έφεσης και θα εξετασθεί πιο κάτω.

 

Ως εκ τούτου, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο σωστά αξιολόγησε την βαρύτητα της εξ ακοής μαρτυρίας που ο ΜΕ1 προσέφερε, σύμφωνα με το Άρθρο 27 του Κεφ. 9, επεξηγώντας με σαφήνεια τους λόγους γιατί δεν απέδωσε βαρύτητα σ’ αυτή τη μαρτυρία.

 

Συνεπώς, ο  1ος λόγος έφεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Ο 2ος λόγος έφεσης αφορά στη θέση περί εσφαλμένης αξιολόγησης, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, της μαρτυρίας της ΜΕ2 και περί λανθασμένης αποδοχής της μαρτυρίας του ΜΥ1.

 

Είναι γνωστή η νομολογία ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει, κατά κανόνα, στην αξιολόγηση και τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρατηρήσει και να εξετάσει τη μαρτυρία ενώπιον του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, με όλα τα συνακόλουθα ευεργετήματα.  Επέμβαση στα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου δικαιολογείται όταν αυτά αντιστρατεύονται τη λογική, ή έρχονται σε σύγκρουση με την αποδεκτή από το ίδιο το Δικαστήριο μαρτυρία ή η κρίση επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων παρουσιάζεται προβληματική, ενόψει λογικής ανακολουθίας, ή πλημμελούς αξιολόγησης των δεδομένων (Βλέπε Μίτσιγγας v. Νεοκλέους κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 19/2018, ημερ. 15.07.2024 και Γιάλλουρου v. Ψύλλου (2009) 1 Α.Α.Δ. 1552). 

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η ΜΕ2 ήταν μάρτυρας αξιόπιστη, για λόγους, όμως, που εξηγεί στην απόφαση του, δεν αποδέχεται κάποια σημεία από τη μαρτυρία της ως αληθινά, λόγω των αδυναμιών που εντόπισε σ’ αυτά, και εφόσον αυτά έρχονται σε αντίθεση τόσο με τα Τεκμήρια 1 και 2 που η μάρτυρας είδε και αναγνώρισε, όσο και με απαντήσεις της ίδιας, που δόθηκαν κατά το στάδιο της αντεξέτασης.  Με λεπτομέρεια εξέτασε τις διαφορές που υπάρχουν στη μαρτυρία της ΜΕ2 και ορθά κατέληξε στα συμπεράσματα ότι δεν υπήρχε ρητή αποδοχή από τον ΜΥ1 των όσων η ΜΕ2 αναφέρει στη γραπτή της δήλωση.  Περαιτέρω, μέσα από την αντεξέταση της και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν, πρωτόδικα, προκύπτει μια εικόνα «αντιπαράθεσης» με εκατέρωθεν παράπονα για καθυστερήσεις, γεγονότα τα οποία έρχονται σε αντίθεση με αυτά που αναφέρει στη γραπτή της κατάθεση, και δη ότι η εργασία της εφεσίβλητης ήταν άριστης ποιότητας, ή ότι εγκρίθηκε από την εφεσίβλητη και ότι ο ΜΥ1 ήταν πλήρως ικανοποιημένος. 

 

Εξετάζοντας με ιδιαίτερη προσοχή, τόσο την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΕ2 όσο και την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ1, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε το μεμπτό, είτε στον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε την μαρτυρία τους, είτε στα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε.  Αντίθετα, αυτό που έχουμε παρατηρήσει είναι η λεπτομερής ενασχόληση του με τη μαρτυρία τόσο της ΜΕ2, όσο και του ΜΥ1 και την απόδοση σ’ αυτές της πρέπουσας σημασίας και βαρύτητας, συνεπώς, δεν χωρεί οποιαδήποτε επέμβαση, τόσο στην αξιολόγηση της ΜΕ2 όσο και του ΜΥ1. 

 

Συνεπώς, ο 2ος λόγος έφεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Ο 3ος λόγος έφεσης αφορά το θέμα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε ότι η βάση της Αγωγής ήταν για ποσό από υπόλοιπο συμφωνημένης αμοιβής ή/και για ποσό στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και ότι δεν προωθείτο η αξίωση τους στη βάση υπόλοιπου εκκαθαρισμένου λογαριασμού ή/και εύλογης αμοιβής ή/και οποιασδήποτε άλλης βάσης αγωγής.  Θεωρούμε ότι με τον 3ο λόγο θα πρέπει να εξετασθούν και οι λόγοι έφεσης 7, 8 και 9, καθότι αφορούν το ίδιο θέμα. Συγκεκριμένα, προβάλλεται η θέση ότι τα αξιούμενα ποσά συνιστούν εύλογη αμοιβή για τις προσφερθείσες υπηρεσίες.  Υπήρχε, επίσης, η δικογράφηση αγώγιμου δικαιώματος στη βάση υπόλοιπου εκκαθαρισμένου λογαριασμού και ότι θα μπορούσε, το πρωτόδικο Δικαστήριο, να την θεωρήσει χρηματική αποζημίωση που να αντιπροσωπεύει την αξία της εργασίας ή των υπηρεσιών που είχαν προσφερθεί.

 

Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η αξίωση της εφεσείουσας εδράζεται επί γραπτής συμφωνίας μεταξύ της εφεσείουσας και της εφεσίβλητης.  Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι «Οι αρχικές προτάσεις επικοινωνίας που καταρτίστηκαν κατά ή περί τις 25/01/2000 και οι οποίες εγκρίθηκαν από τους εναγόμενους κατά ή περί τις 28/01/2000 συνιστούν την γραπτή συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων ή/και μία εκ των συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ των …».  Σε άλλα δε σημεία της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται λόγος για ρητούς ή/και εξυπακουόμενους όρους της συμφωνίας ημερομηνίας 25.01.2000, Τεκμήριο 1. 

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από το λεκτικό του Τεκμηρίου 1 δεν μπορεί να καταλήξει «στην πραγματική πρόθεση των μερών σε σχέση με το ύψος συμφωνημένης αμοιβής για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες» και ότι δεν είχε αποδειχθεί ο ισχυρισμός της εφεσείουσας ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των μερών για το ύψος των χρεώσεων της εφεσείουσας, ως προς τις υπηρεσίες που περιγράφονται στο Τεκμήριο 2. 

 

Παρατηρούμε ότι στο Τεκμήριο 1 αυτό που αναφέρεται είναι ότι όλα τα κόστα που παρουσιάζονται στις σελίδες του Τεκμηρίου 1 δίδονται για σκοπούς προϋπολογισμού και ότι «μετά την απόφαση υλοποίησης των προτεινόμενων ενεργειών και έγκρισης του προϋπολογισμού, θα προβούμε σε προσφορές και λεπτομερή ανάλυση των κόστων»,

 

 Και στο Τεκμήριο 2 που αφορά την συνάντηση που είχαν οι δύο πλευρές στις 28.01.2000 και αναφέρει ότι συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Company Profile, Company folder, γενικό φυλλάδιο, επιστολογραφία και ανασχεδιασμός του λογότυπου: Οι εργασίες θα προχωρήσουν όπως αυτές περιγράφονται αναλυτικά στην προσφορά μας (ref no:310/2000).  Θα σταλεί τιμολόγιο για την προκαταβολή (50% της υπολογιζόμενης δαπάνης).

 

Φωτογράφηση: Θα πραγματοποιηθεί με τον κ. Αντώνη Φαρμακά.  Υπολογίσθηκε ότι ο χρόνος που θα χρειαστεί για φωτογράφηση στο εξωτερικό είναι 5 ημέρες και για την Κύπρο 3.  Μετά την καταγραφή των έργων που θα φωτογραφίσουμε θα μπορούμε να καθορίσουμε με περισσότερη ακρίβεια το χρόνο που θα χρειαστεί και ακολούθως το κόστος, το οποίο τώρα υπολογίζεται γύρω στις £10000.

 

Κινηματογράφηση:  Για την παραγωγή της ταινίας υπολογίσθηκε το ποσό των £14000 – αλλά και σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να γίνει καταγραφή των έργων που θα πρέπει να συμπεριληφθούν.

 

Η επόμενη συνάντηση θα γίνει στις 7 ή 8 Φεβρουαρίου όπου και θα συζητηθούν οι λεπτομέρειες.

 

Διοργάνωση τριημέρου:  Θα συζητηθεί με λεπτομέρεια σε άλλη συνάντηση.»

 

Πουθενά στη μαρτυρία της εφεσείουσας δεν υπάρχει λεπτομερής ανάλυση του κόστους, ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 1, και επίτευξη συμφωνίας. Σύμφωνα δε και με τα πρακτικά ημερομηνίας 09.07.2018, κατά την αντεξέταση του ΜΕ2, όπως αυτά παρατίθενται πιο κάτω, η ύπαρξη συμφωνίας αποτελεί γνώμη της ΜΕ2:

 

«Ε.   Μπορεί να ξαναδεί η μάρτυρας το Τεκμήριο 2. (Τίθεται το έγγραφο ενώπιον της μάρτυρας.)  Μπορείτε να μου πείτε πού αναγράφει στο Τεκμήριο 2, ότι η Hydrotech αποδέχτηκε να πληρώσει οτιδήποτε; 

Α.      Από τη στιγμή που γράφει πάνω στο contact report, ότι θα προχωρήσουμε για να αποσταλεί το τιμολόγιο προκαταβολή 50%, που ήταν ένας από τους όρους του Τεκμηρίου 1, τότε ναι φυσικά θα σταλεί τιμολόγιο για την προκαταβολή 50%, το οποίο αυτό ήταν ένας όρος του Τεκμηρίου 1, τότε ναι φυσικά.

Ε.      Όμως γράφει ξεκάθαρα αυτό που λέτε, είναι ένα συμπέρασμα, γράφει ξεκάθαρα το Τεκμήριο 1 ότι η Hydrotech συμφώνησε να πληρώσει οτιδήποτε, το γράφει στα πρακτικά;

Α.      Αυτό σας λέω ότι ναι για εμένα προσωπικά αυτό σημαίνει να εκδοθεί τιμολόγιο 50% της δαπάνης και να πληρωθεί από τη Hydrotech.

Ε.      Σας υποβάλλω ότι δεν σημαίνει αυτό, σημαίνει αυτό το γράφει, θα σταλεί τιμολόγιο για 50% της υπολογιζόμενης δαπάνης.  Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο;

Α.      Τι να σας πω, για εμένα σημαίνει πολλά πράγματα απ’ αυτά που λέτε.

Ε.      Γράφει κάπου καθαρά ότι η Hydrotech συμφώνησε να πληρώσει ένα σεντ, μέσα στο Τεκμήριο 2;

Α.      Εάν αυτό δεν σας ικανοποιεί το τι γράφει εδώ στην απάντηση μου, δεν σας ικανοποιεί ότι το τιμολόγιο και η αποπληρωμή του 50% από τη Hydrotech, δεν σημαίνει αυτό που με ρωτάτε, τότε εγώ βρίσκω ξεκάθαρο το γεγονός ότι γράφει το τιμολόγιο το 50% και μετέπειτα αποπληρωμή του τιμολογίου το 50%.

Ε.      Εγώ σας υποβάλλω ότι δεν γράφει καθαρά αυτό το πράγμα που σας είπα.

Α.      Η απάντηση μου εμένα είναι ότι οι πράξεις απαντούν την ερώτηση.  Η πράξη το ότι πλήρωσε το τιμολόγιο το 50%.»

 

Κρίνουμε ότι, αιτιολογημένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην βάση της προσφερθείσας μαρτυρίας, κατέληξε ότι δεν υπήρξε συμφωνία, ότι δεν υπήρξαν συμφωνημένα ποσά, αλλά, ούτε και το ύψος της αμοιβής γενικότερα.  Εξέτασε τις αρχές για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ορθά κατέληξε ότι δεν έχει αποδειχθεί με μαρτυρία η αξία των εργασιών που η εφεσείουσα προσέφερε, καθότι δεν προσφέρθηκε μαρτυρία ότι τα ποσά που η εφεσείουσα τηρούσε ήταν ορθά. 

 

Συνεπώς, κρίνουμε ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν αποτέλεσμα της προσφερθείσας μαρτυρίας και δεν διαπιστώνουμε οτιδήποτε το μεμπτό σ’ αυτή την κατάληξη.  Ως εκ τούτου, οι λόγοι έφεσης 3, 7, 8 και 9 δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτοί και κρίνονται αβάσιμοι.

 

Ο 4ος λόγος έφεσης αφορά και αυτός το Τεκμήριο 1, ιδωμένος από άλλη σκοπιά, και δη ότι πεπλανημένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, θεώρησε πως η βάση της αγωγής της εφεσείουσας περιοριζόταν μόνο στο Τεκμήριο 1.  Η εξέταση αυτού του λόγου περιλαμβάνεται στην εξέταση όλων των πιο πάνω λόγων έφεσης.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε εκτενώς με το Τεκμήριο 1, λόγω της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά, και της μαρτυρίας που προσκόμισε η εφεσείουσα, δεν απέρριψε την αγωγή βασιζόμενο μόνο στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 1, αλλά, εξετάζοντας στο σύνολο τη μαρτυρία, χωρίς φυσικά να παραγνωρίζει το γεγονός ότι η ίδια η εφεσείουσα έχει προσδιορίσει ως βάση της αγωγής της το Τεκμήριο 1.

 

Συνεπώς, δεν μπορεί να έχει επιτυχία ο 4ος λόγος έφεσης. 

 

Την ίδια μοίρα έχει και ο 5ος λόγος έφεσης, εφόσον αποτελεί μια συνέχεια των υπόλοιπων λόγων έφεσης, καθότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας και απέρριψε την αγωγή της εφεσείουσας.  Τα όσα αναφέρονται στην αιτιολογία του 5ου λόγου έφεσης, για το κόστος των εκτελεσθείσων εργασιών, με αναφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 μόνο, αποτελούν επανάληψη των όσων αναφέρονται στους λόγους έφεσης 3 και 4.  Ως εκ τούτου, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, και  ο 5ος λόγος έφεσης δεν μπορεί να επιτύχει.  Κατ’ επέκταση, κρίνεται αβάσιμος.

 

Ο 6ος λόγος έφεσης αφορά το θέμα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του μαρτυρία η οποία δεν ήταν δικογραφημένη.  Συγκεκριμένα, ως αναφέρεται στην αιτιολογία του 6ου λόγου, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο χρησιμοποίησε τις αναφορές του ΜΥ1 «ότι ζητούσε από τους εφεσείοντες να λάβει μια ολική προσφορά η οποία να υπογραφεί από τα δύο μέρη και να γίνει ένα στο συμβόλαιο και η απάντηση που έπαιρνε ήταν ότι οι εφεσείοντες δεν λειτουργούν με αυτό τον τρόπο».

 

Στα πρακτικά της υπόθεσης η εφεσείουσα έφερε ένσταση κατά την ανάγνωση της παραγράφου 25 της γραπτής κατάθεσης του ΜΥ1, η οποία αναφέρεται στο πιο πάνω θέμα και το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού άκουσε τους διαδίκους, απέρριψε τη θέση της εφεσείουσας και ανάφερε «… ότι στα δικόγραφα περιλαμβάνονται μόνο οι ισχυρισμοί σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα, στα οποία εδράζεται η θέση της κάθε πλευράς.  Οι αναφορές του μάρτυρα σε συζητήσεις με συγκεκριμένα πρόσωπα για το εάν θα υπογράφετο συμφωνία σε σχέση με την αμοιβή και τις αμοιβαίες υποχρεώσεις των μερών, θεωρώ ότι συνιστούν μαρτυρία που δεν χρειαζόταν να δικογραφηθεί.  Για τον λόγο αυτόν θα επιτρέψω να περιληφθούν οι αναφορές αυτές στη γραπτή δήλωση του μάρτυρα.».

 

Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. σελ. 339, αναφέρεται ότι η δικογραφία «…αποτελεί το μέσο καταγραφής των εκατέρωθεν ουσιωδών και κατά συνοπτικό τρόπο ισχυρισμών, αλλά δεν ισοδυναμεί βέβαια με μαρτυρικό υλικό. (Δ. 19, θ.4 και Odgers’ Principles of Pleadings and Practice 21η έκδ. σελ. 77)».

 

Η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου να επιτρέψει να δοθεί η συγκεκριμένη μαρτυρία από τον ΜΥ1, κατά την κρίση μας, είναι ορθή, καθώς αποτελεί μαρτυρία σε σχέση με την θέση της εφεσίβλητης που εκφράζεται στην Υπεράσπιση της ότι «ουδέποτε οι εναγόμενοι συμφώνησαν γραπτά ή προφορικά ή δια συμπεριφοράς στο ισχυριζόμενο ενδεικτικό κόστος και/ή αμοιβή των εναγόντων στις εν λόγω αρχικές προτάσεις επικοινωνίας οι οποίες δεν αναγράφουν συγκεκριμένο συνολικό ποσό»

 

Συνεπώς ούτε και ο 6ος λόγος έφεσης κρίνεται επιτυχής.

 

Ενόψει όλων των πιο πάνω, όλοι οι λόγοι έφεσης δεν κρίνονται επιτυχείς και η έφεση απορρίπτεται.  Η πρωτόδικη, εκκαλούμενη, απόφαση επικυρώνεται, με €2.400,00 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον της εφεσείουσας.

 

 

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο