ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 166/2019)
12 Φεβρουαρίου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΕΛΕΝΗ Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Εφεσείουσα/Ενάγουσα
και
ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
Εφεσίβλητη/Εναγόμενη
--------------------------------------------------
Γεώργιος Παπαθεοδώρου, για την Εφεσείουσα
Θάλεια Καουτζιάνη για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη
--------------------------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Κονή, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΟΝΗΣ, Δ.: Η εφεσείουσα/ενάγουσα με αγωγή της ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αξίωσε από την εναγομένη/εφεσίβλητη το ποσό των €9.055,03 πλέον νόμιμο τόκο (το ορθό ποσό είναι €9.055,30) το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της λήφθηκε από αυτή χωρίς αντάλλαγμα ή χωρίς νόμιμο λόγο ή αιτία ή ως αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες υπέστη συνεπεία πράξεων ή παραλείψεων της εφεσίβλητης ή συνεπεία παράβασης από αυτήν της μεταξύ τους σύμβασης ή των ρητών οδηγιών της εφεσείουσας περί μη ανανέωσης της κατάθεσης λογαριασμού την οποία διατηρούσε στην εφεσίβλητη τράπεζα.
Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι περί τις 28.09.2010 κατέθεσε σε λογαριασμό προθεσμίας για περίοδο 12 μηνών στην εφεσίβλητη το ποσό των €317.000. Η εφεσίβλητη άνοιξε σχετικό λογαριασμό με την επωνυμία «Prototokos» με δικαιούχο την εφεσείουσα. Ήταν θέση της εφεσείουσας ότι δυνάμει των όρων της ως άνω συμφωνίας η εφεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση όπως κατά τις 28.09.2011, που ήταν η ημερομηνία λήξης της εμπρόθεσμης κατάθεσης, να της καταβάλει το ποσό της κατάθεσης μαζί με τους αναλογούντες τόκους της εν λόγω περιόδου.
Αποτέλεσε επίσης θέση της εφεσείουσας ότι πριν τις 28.09.2011, ειδοποίησε την εφεσίβλητη να μην προβεί στην ανανέωση της εν λόγω εμπρόθεσμης κατάθεσης προτού συμφωνήσουν το ύψος του επιτοκίου που θα της πρόσφερε. Λόγω μη κατάληξης τους σε συμφωνία αναφορικά με το ύψος του επιτοκίου που θα της δινόταν, ζήτησε από την εφεσίβλητη στις 20.10.2011 την ανάληψη ολόκληρου του ποσού της κατάθεσης. Η εφεσίβλητη, την ίδια μέρα την πληροφόρησε ότι είχε προβεί στην ανανέωση της κατάθεσης από τις 28.09.2011 για το ποσό των €317.300 για περίοδο 12 μηνών με ημερομηνία λήξης της κατάθεσης στις 28.09.2012 με επιτόκιο 4,10% ετησίως. Σύμφωνα με την εφεσείουσα, η ανανέωση της κατάθεσης έγινε από την εφεσίβλητη αυθαίρετα, ετσιθελικά και κατά παράβαση των ρητών εντολών - οδηγιών της. Όταν στις 20.10.2011 ζήτησε και απέσυρε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, η εφεσίβλητη αυθαίρετα της επέβαλε ή και κατακράτησε από το λογαριασμό της το ποσό των €9.055,30 ως ζημιές τις οποίες κατ΄ ισχυρισμό της είχε υποστεί ή και ως ποινή ή και ως δικαιώματα ή και ως αποζημιώσεις. Η εφεσείουσα μέσω επιστολής του δικηγόρου της κάλεσε την εφεσίβλητη όπως της καταβάλει το ως άνω ποσό πλην όμως αυτή απέρριψε την αξίωση της και αρνήθηκε να συμμορφωθεί.
Η εφεσίβλητη στην Υπεράσπιση της αρνήθηκε την αξίωση της εφεσείουσας ως επίσης ότι παρέβηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο εντολές της και ισχυρίστηκε ότι η ανανέωση της εμπρόθεσμης κατάθεσης την οποία διατηρούσε σε αυτήν η εφεσείουσα ήτο εις γνώση της και έγινε κατόπιν παράκλησης ή και αιτήματος της ίδιας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η εφεσείουσα αποδέχθηκε τη χρέωση του επίδικου ποσού όταν πρόωρα αποφάσισε να αποσύρει το ποσό της εμπρόθεσμης κατάθεσης της.
Συγκεκριμένα η εφεσίβλητη παραδέχθηκε ότι η εφεσείουσα περί τις 28.09.2010 κατέθεσε το ως άνω ποσό σε εμπρόθεσμη 12μηνη κατάθεση και ότι σύμφωνα με τους όρους λειτουργίας του εν λόγω λογαριασμού υπήρχε δυνατότητα αυτόματης ανανέωσης του κατά τη λήξη του μαζί ή χωρίς τους τόκους και με τους ίδιους όρους και χρονική περίοδο εκτός εάν η εφεσείουσα την ειδοποιούσε τουλάχιστον 3 μέρες πριν τη λήξη ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση. Η εφεσείουσα επικοινώνησε μαζί της, πριν τη λήξη της επίδικης εμπρόθεσμης κατάθεσης, για να διαπραγματευτεί το επιτόκιο της εν λόγω κατάθεσης και ουδέποτε την ειδοποίησε γραπτά ή προφορικά να μην προβεί στην ανανέωση της πριν από την ύπαρξη συμφωνίας αναφορικά με το επιτόκιο το οποίο θα της έδινε σε περίπτωση ανανέωσης. Κατόπιν διαπραγματεύσεων με την εφεσείουσα της είχε προσφερθεί, σε περίπτωση ανανέωσης της εμπρόθεσμης κατάθεσης της, επιτόκιο 4,10%. Η εφεσείουσα συμφώνησε για το ύψος του επιτοκίου που θα της δινόταν και περαιτέρω ζήτησε όπως η επίδικη εμπρόθεσμη κατάθεση της κατά την ανανέωση γίνει από κοινού με μια άλλη κυρία και οι τόκοι από το προϊόν της κατάθεσης κατατεθούν σε άλλο λογαριασμό. Έτσι η εφεσίβλητη, μια μέρα μετά τη λήξη της εμπρόθεσμης κατάθεσης, ετοίμασε νέα έγγραφα για την κοινή εμπρόθεσμη κατάθεση της εφεσείουσας με την άλλη κυρία τα οποία υπογράφηκαν από αυτές.
Σύμφωνα επίσης με την εφεσίβλητη, η εφεσείουσα περί τις 20.10.2011 προσήλθε σε κατάστημα της μαζί με την άλλη κυρία και ακόμα ένα πρόσωπο και ζήτησε την ανάληψη του ποσού από τον λογαριασμό εμπρόθεσμης κατάθεσης. Της εξηγήθηκε από πλευράς εφεσίβλητης ότι, σύμφωνα με τους όρους λειτουργίας της από κοινού εμπρόθεσμης κατάθεσης, για την οποιανδήποτε ανάληψη χρημάτων από τον εν λόγω λογαριασμό θα υπήρχε επιβάρυνση με κόστος που θα μείωνε το αρχικό κεφάλαιο και παρά ταύτα η εφεσείουσα επέμενε στην ανάληψη των χρημάτων κάτι που τελικά έπραξε. Λόγω τούτου η εφεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι η εφεσείουσα κωλύεται ή και εμποδίζεται από τη συμπεριφορά της καθώς και από τα σχετικά έγγραφα ημερομηνίας 29.9.2011 τα οποία υπέγραψε να αξιώνει το επίδικο ποσό. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι ήταν σε γνώση της εφεσείουσας ότι η εμπρόθεσμη κατάθεση της είχε ανανεωθεί για περίοδο 12 μηνών με επιτόκιο 4,10% και ότι αυτή θα έληγε στις 28.9.2012 και ότι η εφεσείουσα αποδέχθηκε τη χρέωση του ποσού των €9.055,30 κατά την απόσυρση του ποσού της εμπρόθεσμης κατάθεσης.
Η εφεσείουσα στην Απάντηση της ισχυρίστηκε ότι μετά που γνωστοποίησε στην εφεσίβλητη την πρόθεση της να μην ανανεώσει την επίδικη κατάθεση, αυτή ήταν υπόχρεη να μην προβεί σε οποιαδήποτε ανανέωση ή ενέργεια χωρίς τις προηγούμενες ρητές οδηγίες της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι 10 μέρες πριν τις 28.9.2011 και τη λήξη της κατάθεσης, έδωσε στην εφεσίβλητη γραπτή και προφορική ειδοποίηση ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση της εκτός αν προηγουμένως επερχόταν συμφωνία αναφορικά με το ύψος του επιτοκίου. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι στις 20.10.2011, αφού οι διάδικοι δεν κατέληξαν σε συμφωνία για το ύψος του επιτοκίου, ζήτησε από την εφεσίβλητη την ανάληψη του ποσού της κατάθεσης και αυτή την πληροφόρησε ότι είχε προβεί σε ανανέωση της κατάθεσης αναδρομικά. Αρνήθηκε ότι η εφεσίβλητη υπέστη κόστος €9.055,30 ή οποιοδήποτε άλλο μικρότερο ποσό και ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή των εγγράφων έγινε ενώ αυτά ήταν κενά και ασυμπλήρωτα και με τον όρο - προϋπόθεση ότι αυτά θα συμπληρώνονταν και θα τίθονταν σε ισχύ μόνο όταν οι διαπραγματεύσεις για το ύψος του επιτοκίου θα είχαν θετική κατάληξη.
Κατά την ακροαματική διαδικασία η πλευρά της εφεσείουσας παρουσίασε δυο μάρτυρες, την ίδια την εφεσείουσα (Μ.Ε.2) και τον σύντροφο της (Μ.Ε.1). Η πλευρά της εφεσίβλητης παρουσίασε τρεις μάρτυρες, τον Μ.Υ.1 ο οποίος από τις 8.7.2011 μέχρι τις 25.11.2013 εργαζόταν ως διευθυντής στο κατάστημα της στο Πλατύ Αγλαντζιάς, τη Μ.Υ.2 η οποία κατά τον Σεπτέμβριο του 2011 εργαζόταν ως βοηθός διευθύντρια στο κατάστημα της εφεσίβλητης στην περιοχή Αγίου Παύλου και την Μ.Υ.3 η οποία εργαζόταν στην Υπηρεσία Παρακολούθησης Διαθεσίμων Κεφαλαίων της εφεσίβλητης.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία τόσο της εφεσείουσας όσο και του Μ.Ε.1 για τους λόγους που εξηγεί αναλυτικά στην απόφαση του. Αντίθετα οι Μ.Υ.1, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 άφησαν καλή εντύπωση στο πρωτόδικο Δικαστήριο και αποδέχθηκε τη μαρτυρία τους για τους λόγους που επίσης εξηγεί αναλυτικά στην απόφαση του.
Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην εξαγωγή των ακόλουθων ευρημάτων:
«Η ενάγουσα στις 28.9.2010 σύμφωνα με το τεκμήριο 9 άνοιξε με τους εναγόμενους Λογαριασμό Εμπρόθεσμης Κατάθεσης. Σύμφωνα με τους σχετικούς όρους οι οποίοι συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων και περιλαμβάνονται στο εν λόγω τεκμήριο η κατάθεση θα είχε διάρκεια 12 μηνών και θα ανανεωνόταν αυτόματα κατά τη λήξη της εκτός εάν η ενάγουσα ειδοποιούσε τους εναγόμενους 3 ημέρες πριν τη λήξη ότι δεν επιθυμούσε την περαιτέρω ανανέωση. Η ενάγουσα ουδέποτε ειδοποίησε τους εναγόμενους ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση της εν λόγω κατάθεσης. Αντιθέτως στις 29.9.2011 υπέγραψε το τεκμήριο 3.1 με το οποίο η εν λόγω κατάθεση θα έληγε σε 12 μήνες από την εν λόγω ημερομηνία. Υπέγραψε επίσης και το τεκμήριο 3.2 για να καταστεί ο εν λόγω λογαριασμός κοινός με την αδελφή της. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας ημερομηνίας 29.9.2011 τεκμήριο 3.1 η εν λόγω κατάθεση αποτελούσε το Ειδικό Προϊόν «Prototokos» για το οποίο ίσχυαν οι ειδικοί όροι που αναγράφονται στην παράγραφο 9 αυτού. Σύμφωνα με τους όρους αυτούς και συγκεκριμένα με τον όρο 9.5 τυχόν απαίτηση για πληρωμή όλου του ποσού της κατάθεσης πριν τη λήξη του θα επιβαρυνόταν με το εκάστοτε κόστος της τράπεζας που δυνατόν να μείωνε το αρχικό κεφάλαιο.
Στις 20.10.2011 η ενάγουσα προσήλθε σε κατάστημα των εναγομένων και ζήτησε να αποσύρει ολόκληρο το ποσό της εμπρόθεσμης κατάθεσής της για να το μεταφέρει στη Νέα Σ.Π.Ε. Γερίου. Λόγω του ότι η απόσυρση από την ενάγουσα του ποσού της εμπρόθεσμης κατάθεσης στις 20.10.2011 έγινε πρόωρα οι εναγόμενοι είχαν κάθε δικαίωμα με βάση τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας ημερομηνίας 29.9.2011 να επιβαρύνουν την ενάγουσα με το κόστος το οποίο θα προκαλείτο σε αυτούς. Κατά την απόσυρση του εν λόγω ποσού οι εναγόμενοι χρέωσαν την ενάγουσα με το ποσό των €9.055,30. Η ενάγουσα υπέγραψε το τεκμήριο 11 στο οποίο φαίνεται η εν λόγω χρέωση και αποδέχθηκε έτσι τη χρέωση αυτή. Συνεπώς κωλύεται εκ των υστέρων να ισχυρίζεται ότι η ίδια ουδέποτε αποδέχθηκε την εν λόγω χρέωση. Κρίνω επίσης ότι λόγω τούτης της συμπεριφοράς της ενάγουσας οι εναγόμενοι δεν είχαν οποιοδήποτε δικονομικό βάρος να αποσείσουν για να δείξουν και να δικαιολογήσουν πως είχε υπολογιστεί το εν λόγω ποσό κατά την ημέρα που η ενάγουσα αποφάσισε να αποσύρει ολόκληρο το ποσό της εμπρόθεσμης κατάθεσής της από τους εναγόμενους.»
Στη βάση των πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η εφεσείουσα δεν προσκόμισε μαρτυρία ικανή να αποδείξει τους ισχυρισμούς της και ότι η αγωγή της θα έπρεπε να απορριφθεί. Έτσι προχώρησε στην απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον της εφεσείουσας.
Σημειώνουμε ότι προτού το Δικαστήριο προχωρήσει στην εξαγωγή ευρημάτων σχολίασε την εισήγηση του δικηγόρου της εφεσείουσας αναφορικά με τον όρο 9.5 του Τεκμηρίου 3.1 τον οποίο επικαλέστηκε η πλευρά της εφεσίβλητης για να αποκόψει το επίδικο ποσό από την εφεσείουσα, ότι αποτελεί καταχρηστική ρήτρα η οποία απαγορεύεται από τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996, Ν.93(Ι)/1996 και συνεπώς η εφεσίβλητη δεν είχε κανένα δικαίωμα να επιβάλει στην εφεσείουσα και να εισπράξει από αυτήν οποιοδήποτε ποσό ως πρόστιμο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η εισήγηση αυτή δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή αφού αφορούσε θέμα το οποίο δεν εγειρόταν στα δικόγραφα και ως εκ τούτου δεν επιτρεπόταν στο Δικαστήριο να ασχοληθεί με αυτό το ζήτημα. Σχολίασε επίσης την εισήγηση του εν λόγω δικηγόρου ότι η εφεσίβλητη έφερε το βάρος να αποδείξει το λόγο και το βάσιμο της ενέργειας της να αποκόψει το επίδικο ποσό των €9.055,30 από το λογαριασμό της εφεσείουσας και ότι για το λόγο αυτό, αυτή έπρεπε να παρουσιάσει πρώτη την υπόθεση της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε ούτε αυτή την εισήγηση αφού έκρινε ότι τέτοιο θέμα θα έπρεπε να είχε εγερθεί πριν την έναρξη της προσκόμισης μαρτυρίας ενώπιον του και να αποφασιζόταν σε εκείνο το αρχικό στάδιο. Υπέδειξε ότι ήταν η πλευρά της εφεσείουσας που κάλεσε πρώτη μάρτυρες χωρίς ποτέ να εγερθεί τέτοιο θέμα από τον δικηγόρο της. Λόγω των πιο πάνω έκρινε ότι το πιο πάνω ζήτημα δεν μπορούσε να εγερθεί στο τελικό στάδιο της διαδικασίας.
Η εφεσείουσα προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με εννέα λόγους έφεσης.
Με τον πέμπτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει τη μαρτυρία της εφεσείουσας, που αφορούσε ότι αυτή δεν ειδοποίησε την εφεσίβλητη όπως μην προβεί στην ανανέωση της επίδικης εμπρόθεσμης κατάθεσης της ημερομηνίας 28.09.2010 που έληξε την 28.09.2011 και αντίθετα ότι αυτή συμφώνησε στην ανανέωση της για τους επόμενους 12 μήνες από την 29.09.2011, είναι λανθασμένη και ενάντια με τα παραδεκτά γεγονότα και τη δοθείσα μαρτυρία. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείουσας ότι το γεγονός ότι η εφεσείουσα ειδοποίησε την εφεσίβλητη να μην προβεί στην ανανέωση της εμπρόθεσμης κατάθεσης της ημερομηνίας 28.09.2010 (Τεκμήριο 1) έγινε παραδεκτό από την ίδια την εφεσίβλητη τόσο στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης της όσο και με το Τεκμήριο 12. Περαιτέρω διαπιστώνεται μέσω του Τεκμηρίου 4 ότι η εφεσίβλητη προέβηκε στην ανανέωση της επίδικης κατάθεσης την 20.10.2011 αναδρομικά από την 28.09.2011 με ημερομηνία λήξης την 28.09.2012. Υποστηρίζεται περαιτέρω ότι ο σχολιασμός του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία της εφεσείουσας δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή λόγω του ότι βρισκόταν σε αντίθεση με την κοινή λογική είναι εσφαλμένος, αφού η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα είχε διαβάσει το Τεκμήριο 9 όταν το υπόγραψε είναι πεπλανημένη. Το Τεκμήριο 9 είναι το ίδιο με το Τεκμήριο 1 και είναι η Αίτηση Ανοίγματος Προσωπικού Λογαριασμού «Prototokos» ο οποίος ανοίχθηκε στις 28.09.2010 και έληξε στις 28.09.2011 και δεν αφορά ούτε έχει σχέση με τον κατ΄ ισχυρισμό νέο λογαριασμό εμπρόθεσμης κατάθεσης ο οποίος ήταν αυτός που ανανεώθηκε αυθαίρετα από την εφεσίβλητη στις 20.10.2011 (Τεκμήριο 4). Λανθασμένη είναι επίσης, κατά την εφεσείουσα, η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα πλησίαζε τα 80 χρόνια ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρχε μαρτυρία ότι αυτή ήταν ηλικίας 74 ετών αφού, σύμφωνα με τα Τεκμήρια 1 και 3.1 αναφέρεται ως ημερομηνία γέννησης της η 28.03.1945. Σύμφωνα ακόμα με την εφεσείουσα το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβηκε σε λανθασμένα συμπεράσματα σε σχέση με τα Τεκμήρια 3.1, 3.2 και 11 τα οποία ουδέποτε συμπληρώθηκαν και τα οποία ήσαν απλά προπαρασκευαστικά έγγραφα με σκοπό τη συμπλήρωση και ολοκλήρωση τους σε περίπτωση θετικής κατάληξης των διαπραγματεύσεων μεταξύ της εφεσείουσας και της εφεσίβλητης αναφορικά με το ύψος του επιτοκίου το οποίο θα πρόσφερε η εφεσίβλητη στην εφεσείουσα για ανανέωση της εμπρόθεσμης κατάθεσης (Τεκμήριο 1) η οποία έληξε την 28.09.2011.
Παραπέμπουμε κατ΄ αρχάς στα όσα αναφέρονται στην Χ''Μάρκου v. Widehorizon (Cap. Market) Ltd (2010) 1(A) Α.Α.Δ. 108:
«Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στα συμπεράσματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Η κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, καθώς και η διαπίστωση των πρωτογενών γεγονότων, ανάγονται στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο βρίσκεται σε προνομιακή θέση να εκτιμήσει τα θέματα τούτα. (Papadopoulos v. Stavrou (1982) 1 C.L.R. 321). Το Εφετείο δικαιολογείται να επεμβαίνει στις διαπιστώσεις αξιοπιστίας, μόνο εφόσον καταφαίνεται ότι εξ αντικειμένου αυτές είναι ανυπόστατες. (Καννάουρου κ.ά. v. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35, 39). Περαιτέρω, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί επέμβαση του Εφετείου εκεί όπου οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική και δεν δικαιολογούνται από τη δοθείσα μαρτυρία, ή όπου τα συμπεράσματα είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα, παράλογα ή αυθαίρετα και δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που έχει αποδεχθεί το Δικαστήριο. (Βλ. επίσης Αυξεντίου v. Δίγκλη (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 1367).»
Οι αιτιάσεις της πλευράς της εφεσείουσας στερούνται ερείσματος.
Η εφεσίβλητη μέσω της παραγράφου 5 της Υπεράσπισης της δεν παραδέχθηκε ότι η εφεσείουσα την ειδοποίησε να μην προβεί στην ανανέωση της εμπρόθεσμης κατάθεσης της ημερομηνίας 28.09.2010 (Τεκμήριο 1). Η εφεσίβλητη στην παράγραφο αυτή παραδέχεται απλώς ότι η εφεσείουσα επικοινώνησε μαζί της «για να διαπραγματευτεί το επιτόκιο της εν λόγω κατάθεσης της που θα ίσχυε για τη νέα περίοδο και/ή με την ανανέωση αυτής». Ισχυρίζεται μάλιστα στη συνέχεια της παραγράφου ότι η εφεσείουσα ουδέποτε την ειδοποίησε γραπτώς ή προφορικώς να μην προβεί στην ανανέωση της εν λόγω εμπρόθεσμης κατάθεσης της πριν από την ύπαρξη κατ΄ ισχυρισμό συμφωνίας αναφορικά με το ύψος του επιτοκίου το οποίο θα δινόταν σε περίπτωση ανανέωσης της. Το ίδιο ισχύει και για το Τεκμήριο 12 (επιστολή ημερομηνίας 7.11.2011) όπου αναφέρεται ότι η εφεσείουσα «επικοινώνησε με υπαλλήλους της Τράπεζας, προκειμένου να διαπραγματευτεί το επιτόκιο για τη νέα περίοδο, ενόψει του γεγονότος ότι είχε προσφορά από άλλο Ίδρυμα για επιτόκιο 4,30%». Εύκολα διαπιστώνεται ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παραδοχή εκ μέρους της εφεσίβλητης σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Ούτε μέσω του Τεκμηρίου 4 (Πληροφοριακή Κατάσταση Λογαριασμού ημερομηνίας 20.10.2011) καταδεικνύεται αναδρομική ανανέωση της επίδικης εμπρόθεσμης κατάθεσης της εφεσείουσας.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τη μαρτυρία της εφεσείουσας με τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή και δεν τελούσε σε οποιαδήποτε περίπτωση σε πλάνη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της εφεσείουσας στις σελίδες 22-25 της πρωτόδικης απόφασης αναφέρει ότι η μαρτυρία της ερχόταν σε αντίθεση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της και την έγγραφη μαρτυρία ως επίσης ότι η μνήμη της ήταν ασθενής αφού σε αρκετές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν απαντούσε ότι δεν θυμόταν. Το Δικαστήριο αναφέρει λεπτομέρειες για τα πιο πάνω αιτιολογώντας την κρίση του. Τα πιο πάνω δεν προσβάλλονται μέσω του λόγου έφεσης.
Όσον αφορά την κρίση του ότι η μαρτυρία της εφεσείουσας ερχόταν σε αντίθεση με τη κοινή λογική το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ενδεικτικά τα ακόλουθα:
«… ισχυρίστηκε ότι η ίδια δεν είχε διαβάσει το τεκμήριο 9 όταν το υπέγραφε. Το έγγραφο αυτό αφορούσε χρήματά της μερικών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. Κρίνω ότι δεν είναι λογικό ένα πρόσωπο να υπογράφει έγγραφα που αφορούν καταθέσεις του ύψους πέραν των €300.000 χωρίς να τα έχει διαβάσει προηγουμένως. Πέραν όμως της διαπίστωσης μου ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι λογικός ακόμα και στην περίπτωση που αποδεχόμουν ότι η ενάγουσα ενήργησε με αυτόν τον τρόπο κρίνω ότι αυτό από μόνο του φανερώνει ότι η ενάγουσα δεν αντιμετώπισε τα γεγονότα με την αναμενόμενη υπό τις περιστάσεις σοβαρότητα και υπευθυνότητα από ένα ώριμο ηλικιακά πρόσωπο όπως είναι η ενάγουσα, η οποία ως ανέφερε στην αντεξέτασή της πλησιάζει τα 80 χρόνια.
Επίσης το γεγονός ότι υπέγραψε τα τεκμήρια 3.1 και 3.2 και 11 την εμποδίζει από το να ισχυρίζεται ότι δεν δεσμεύεται από τους όρους τους επειδή, κατά τους ισχυρισμούς της, όταν τα υπέγραφε αυτά δεν ήταν πλήρως συμπληρωμένα. Όπως έχει αναφερθεί στην Αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee (1971) A.C. 1004 το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του (Χατζηστυλλή ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (2012) 1 Α.Α.Δ. 989). Από το τεκμήριο 3.1 προκύπτει ότι η ενάγουσα συμφώνησε με τους εναγόμενους να καταθέσει σε αυτούς το ποσό της εμπρόθεσμης κατάθεσής της για περίοδο 12 μηνών από 29.9.2011 συνεπώς ο ισχυρισμός της ότι ουδέποτε συμφώνησε με αυτούς να ανανεωθεί η κατάθεσή της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφερόμενο στα πιο πάνω τεκμήρια εξέτασε τη μαρτυρία της εφεσείουσας στο σύνολο της και κατέληξε στην κρίση του όσον αφορά την αξιοπιστία της εφεσείουσας η οποία είναι δεόντως αιτιολογημένη. Η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την ηλικία της εφεσείουσας πέραν του ότι ήταν δευτερευούσης σημασίας, έγινε με βάση τα λεγόμενα της ίδιας. Πράγματι στα Τεκμήρια 1 και 3.1, που φέρουν ημερομηνία 28.09.2010 και 29.09.2011 αντίστοιχα, αναφέρεται ότι η εφεσείουσα γεννήθηκε το έτος 1945 όμως η ίδια η εφεσείουσα κατά την αντεξέταση της στις 27.02.2018 ανέφερε «εν θυμούμαι τωρά γυναίκα εγίνηκα 80 χαζίρι, αθυμούμαι;» (βλ. πρακτικά ημερομηνίας 27.2.2018, σελίδα 107). Το ίδιο το Δικαστήριο αναφέρεται στην εφεσείουσα ως ένα ώριμο ηλικιακά άτομο το οποίο το ίδιο ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι πλησίαζε τα 80 χρόνια. Οι δε παραπομπές του πρωτόδικου Δικαστηρίου στη νομολογία σε σχέση με τα Τεκμήρια 3.1, 3.2 και 11 είναι ορθές και τα συμπεράσματα του εύλογα. Στην Χ''Στυλλή (ανωτέρω) από την οποία έλαβε καθοδήγηση το πρωτόδικο Δικαστήριο λέχθηκε ότι:
«Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του.
Ο κανόνας του νόμου της απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές (Polykarpou v. Polykarpou (1982) 1 C.L.R. 182).»
Σημειώνουμε στο σημείο αυτό ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 σε σχέση με την υπογραφή των Τεκμηρίων 3.1 και 3.2 από την εφεσείουσα στο κατάστημα Αγίου Παύλου και πως ουδέποτε η τελευταία είχε δώσει οδηγίες περί μη ανανέωσης της εμπρόθεσμης κατάθεσης της. Το θέμα της μαρτυρίας των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 βέβαια, θα το εξετάσουμε στο πλαίσιο των λόγων έφεσης υπ΄ αρ. 7 και 8 αντίστοιχα. Η πλευρά της εφεσείουσας δεν έχει καταφέρει να καταδείξει ότι τα ευρήματα και συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι εσφαλμένα (βλ. μεταξύ άλλων Χ''Μάρκου (ανωτέρω), Πολάτογλου v. Μασούρα (2004) 1(Α) Α.Α.Δ. 150 και T.J.S. Enterpr. Ltd v. Λαϊκής Κυπρ. Τράπ. (Χρηματ.) Λτδ (2005) 1(Α) Α.Α.Δ. 108).
Με βάση τα πιο πάνω ο πέμπτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Η κατάληξη μας όσον αφορά τον πέμπτο λόγο έφεσης συμπαρασύρει και τον τρίτο λόγο έφεσης όπου προβάλλεται ότι το εύρημα/κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα ουδέποτε ειδοποίησε την εφεσίβλητη ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση της επίδικης κατάθεσης είναι λανθασμένη και ενάντια στη μαρτυρία, τις παραδοχές και τα έγγραφα της ίδιας της εφεσίβλητης.
Με βάση τα πιο πάνω και ο τρίτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον έκτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέτυχε να προβεί σε αυτοτελή αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, τη μαρτυρία του οποίου απέρριψε, λόγω του ότι αποδέχθηκε την αντίθετη μαρτυρία της εφεσίβλητης με αποτέλεσμα να συμπαρασύρει και τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, ότι δηλαδή αυτή δεν έδωσε οδηγίες στην εφεσίβλητη όπως μην προβεί στην ανανέωση της εμπρόθεσμης κατάθεσης της. Υποστηρίζεται επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο με διάφορους συλλογισμούς του έκρινε τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 αναξιόπιστη και λόγω του ότι τα Τεκμήρια 3.1, 3.2 και 3.3 τα θεώρησε λανθασμένα ότι υπογράφτηκαν στα γραφεία της εφεσίβλητης στον Άγιο Παύλο και όχι στο Πλατύ, γεγονός το οποίο αναφέρεται στα έγγραφα αυτά, διότι έτσι υποδείχθηκε στην εφεσείουσα κατά την αντεξέταση της. Τέλος, υποστηρίζεται ότι λανθασμένα και πεπλανημένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ως σημαντικό γεγονός την παράλειψη του Μ.Υ.1 να κρατήσει αντίγραφο της επιστολής την οποία ανέφερε ότι παρέδωσε στην εφεσίβλητη με την οποία την καλούσε να μην ανανεώσει την επίδικη εμπρόθεσμη κατάθεση. Αυτό γιατί ο όρος 9.5 του Τεκμηρίου 1, ο οποίος ρύθμιζε τον τρόπο ειδοποίησης ότι ο δικαιούχος δεν επιθυμούσε την περαιτέρω ανανέωση της κατάθεσης, δεν προνοούσε ότι η ειδοποίηση αυτή θα έπρεπε να ήταν γραπτή.
Ούτε στην περίπτωση αυτή οι θέσεις της πλευράς της εφεσείουσας είναι βάσιμες.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέρριψε τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 εκ προοιμίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 τόσο σε συνάρτηση με τη μαρτυρία της εφεσείουσας όσο και αυθύπαρκτα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ειδικότερα τα ακόλουθα:
«Έχοντας υπόψη μου ότι η ενάγουσα κατά την αντεξέτασή της αναίρεσε τον δικογραφημένο ισχυρισμό της ότι είχε δώσει οδηγίες στους εναγόμενους να μην ανανεώσουν την εμπρόθεσμη κατάθεσή της και ότι αποτελεί πλέον και σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα δεν έδωσε τέτοιες οδηγίες, αυτό, ως συμπέρασμα πλέον του Δικαστηρίου, συμπαρασύρει και τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 η οποία περιέχει τον ίδιο ισχυρισμό και είναι αντίθετη με τη μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο αποδέχθηκε ως αληθή. Ο εν λόγω μάρτυρας προσπάθησε πολύ έντονα να πείσει ότι η ενάγουσα είχε δώσει τις σχετικές οδηγίες στην παρουσία του, τόσο προφορικά όσο και με σχετική επιστολή. Φάνηκε όμως από τη σχετική μαρτυρία της ενάγουσας ότι κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί και συνεπώς αυτός ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1 δεν μπορεί να γίνει πιστευτός.
Έχοντας επίσης υπόψη μου το ως άνω συμπέρασμα μου ότι η ενάγουσα υπογράφοντας το τεκμήριο 3.1 ημερομηνίας 29.9.2011 ανανέωσε την εμπρόθεσμη κατάθεσή της για περίοδο 12 μηνών από την εν λόγω ημέρα κρίνω ότι ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του Μ.Ε.1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός αφού είναι αντίθετος με τη ως άνω μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αληθής.
Κρίνω επίσης ότι η μαρτυρία του αναιρείται σε ουσιώδη σημεία της και από τα όσα ισχυρίστηκε η ίδια η ενάγουσα. Αναφέρω συγκεκριμένα ότι η ενάγουσα όταν της υποδείχθηκαν κατά την αντεξέτασή της τα τεκμήρια 3.1, 3.2 και 3.3 ισχυρίστηκε ότι αυτά υπογράφηκαν στο κατάστημα των εναγομένων στον Άγιο Παύλο ενώ ο Μ.Ε.1 επέμενε ότι αυτό είχε γίνει στο κατάστημα των εναγομένων στο Πλατύ Αγλαντζιάς. Η ενάγουσα σε 2 περιπτώσεις κατά την αντεξέτασή της και όταν της υποδείχθηκε το τεκμήριο 3.1 που είναι η αίτηση για άνοιγμα λογαριασμού ημερομηνίας 29.9.2011 ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω έγγραφο υπογράφηκε από την ίδια στο κατάστημα των εναγομένων στο κατάστημά τους στον Άγιο Παύλο, διαψεύδοντας έτσι τον Μ.Ε.1.
Κρίνω επίσης ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεν είναι σταθερή σε ουσιώδη σημεία της, είναι αντιφατική και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και για τους πιο κάτω λόγους. Ο εν λόγω μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα παρέδωσε η ίδια προς τους εναγόμενους την επιστολή με την οποία τους έδιδε οδηγίες να μην ανανεώσουν την κατάθεσή της. Κατά την αντεξέτασή του και σε πλήρη αντίθεση με τα όσα ισχυρίστηκε προηγουμένως κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ήταν βέβαιος ότι η εν λόγω επιστολή είχε παραδοθεί αφού ήταν ο ίδιος που την είχε παραδώσει προς τον υπάλληλο των εναγομένων Μ.Υ.1 αναιρώντας έτσι όσα σχετικά είχε ισχυριστεί προηγουμένως.
Δεν αποδέχομαι επίσης τον ως άνω ισχυρισμό του και για τον επιπλέον λόγο ότι αυτός παρέμεινε ανυποστήρικτος. Παρά την προβολή του εν λόγω ισχυρισμού δεν μερίμνησε να κρατήσει αντίγραφο της επιστολής την οποία ισχυρίζεται ότι τόσο αυτός όσο και η ενάγουσα παρέδωσαν στους εναγόμενους και με την οποία η ενάγουσα ειδοποιούσε τους εναγόμενους να μην προχωρήσουν στην ανανέωση της επίδικης εμπρόθεσμης κατάθεσής της. Αυτή η παράλειψη για ένα τόσο σημαντικό για την παρούσα αγωγή έγγραφο δεν δείχνει την επιμέλεια την οποία ο εν λόγω μάρτυρας ισχυρίζεται ότι επέδειξε.»
Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 τόσο σε σχέση με τη μαρτυρία της εφεσείουσας (Μ.Ε.2) ως επίσης σε συνάρτηση με τα τεκμήρια τα οποία τέθηκαν ενώπιον του, εντοπίζοντας μάλιστα αντιφατικότητα σε μέρη αυτής. Υπενθυμίζουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η μαρτυρία της εφεσείουσας δεν μπορούσε να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί σε αυτήν.
Τέλος, η θέση της πλευράς της εφεσείουσας ως προς τον τρόπο ειδοποίησης περί μη ανανέωσης της κατάθεσης στερείται ερείσματος από τη στιγμή που η ίδια η εφεσείουσα και ο ίδιος ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκαν ότι παρέδωσαν επιστολή για μη ανανέωση της εμπρόθεσμης κατάθεσης ενώ αντίθετα με την κατ΄ ισχυρισμό επιθυμία τους να μην ανανεωθεί η κατάθεση, η εφεσείουσα παραδέχθηκε κατά τη μαρτυρία της ότι υπέγραψε τα Τεκμήρια 3.1 και 3.2.
Ισχύουν και στην περίπτωση αυτή τα όσα έχουν λεχθεί στις Χ''Μάρκου και Χ''Στυλλή (ανωτέρω), ενώ κρίνουμε ότι το Δικαστήριο και στην περίπτωση του Μ.Ε.1 εξέτασε τη μαρτυρία του στο σύνολο της με προσοχή και επιμέλεια ως επίσης ότι η κρίση του ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις.
Με βάση τα πιο πάνω ο έκτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον έβδομο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο με συνοπτικό τρόπο και χωρίς να προβεί σε αξιολόγηση αποδέχθηκε ολόκληρη τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 η οποία είναι αντιφατική και ενάντια στη μαρτυρία των ίδιων των μαρτύρων της εφεσίβλητης και των τεκμηρίων που παρουσίασε. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείουσας ότι το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 ότι ελλείψει οδηγιών της εφεσείουσας για τη μη ανανέωση της εμπρόθεσμης κατάθεσης της στις 28.09.2011, αυτή ανανεώθηκε αυτόματα σύμφωνα με τους όρους της αίτησης της ημερομηνίας 28.09.2010, είναι αντίθετη με τη μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς εφεσίβλητης ότι η εφεσείουσα επικοινώνησε μαζί της για να διαπραγματευτεί το επιτόκιο για τη νέα περίοδο (Τεκμήριο 12, παράγραφος 2). Υποστηρίζεται επίσης ότι η εμπρόθεσμη κατάθεση δεν ανανεώθηκε στις 28.09.2011 όπως ανέφερε ο Μ.Υ.1 αλλά αυτή ανανεώθηκε στις 20.10.2011 χωρίς τη συγκατάθεση της εφεσείουσας και με μονομερή ενέργεια της εφεσίβλητης (Τεκμήριο 4). Υποστηρίζεται τέλος ότι ο ίδιος ο Μ.Υ.1 κατά τη μαρτυρία του ανέφερε ότι είχε δει για πρώτη φορά την εφεσείουσα στις 20.10.2011 και σε ερώτηση αν η εφεσείουσα είχε ενημερώσει την εφεσίβλητη πριν από τις 28.09.2011 που έγινε η κατάθεση της ότι ήθελε να συμφωνηθεί το επιτόκιο προτού γίνει ανανέωση, ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε σχετικό στα αρχεία της εφεσίβλητης, κάτι που δεν ανταποκρίνετο στην αλήθεια και είναι ασυμβίβαστο/ασύμβατο με το περιεχόμενο των εγγράφων της εφεσίβλητης, Τεκμήρια 4, 8 και 12.
Ο λόγος αυτός έφεσης δεν μπορεί να επιτύχει.
Επαναλαμβάνουμε κατ΄ αρχάς τα όσα έχουν λεχθεί στην Χ''Μάρκου (ανωτέρω). Περαιτέρω, υποδεικνύουμε ότι η εισήγηση περί συνοπτικού τρόπου αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 είναι αβάσιμη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά με την αξιολόγηση του Μ.Υ.1:
«Ο Μ.Υ.1 ως μάρτυρας έχει κάνει καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατά την αντεξέτασή του παρέμεινε σταθερός στους ισχυρισμούς που προέβαλε κατά την κυρίως εξέτασή του. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε, αντιθέτως επιβεβαιώνεται και από την ενάγουσα η οποία κατά την αντεξέτασή της παραδέχθηκε ότι η ίδια υπέγραψε τα τεκμήρια 3.1 και 3.2 στο κατάστημα των εναγομένων στην περιοχή του Αγίου Παύλου ως ήταν και ο σχετικός ισχυρισμός του Μ.Υ.1. Ο άλλος ισχυρισμός του ότι η ενάγουσα ουδέποτε ειδοποίησε τους εναγόμενους να μην προβούν στην ανανέωση της εμπρόθεσμης κατάθεσής της συνάδει επίσης και με σχετικό περί τούτου εύρημα του Δικαστηρίου. Κρίνω ότι η μαρτυρία του αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί σε αυτή το Δικαστήριο.»
Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο επεξήγησε και αιτιολόγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους αποδέχθηκε τη μαρτυρία του Μ.Υ.1. Τα όσα υποστηρίζει η πλευρά της εφεσείουσας περί ασυμβίβαστου/ασύμβατου μέρους της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 με τα Τεκμήρια 4, 8 και 12 δεν ευσταθούν. Το Τεκμήριο 4 τιτλοφορείται «Πληροφοριακή Κατάσταση Λογαριασμού», αναφέρεται σ΄ αυτό ότι εκδόθηκε στις 20.10.2011, η ημερομηνία ανανέωσης της εμπρόθεσμης κατάθεσης (28.09.2011) και ότι αυτή ανανεώθηκε σε δυο ονόματα όπως προκύπτει από τη λέξη «AND» σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1. Επίσης στο Τεκμήριο 8 που φέρει ημερομηνία 30.09.2011 περιέχεται δήλωση της εφεσείουσας με την οποία αιτείται τη μετατροπή του λογαριασμού της σε κοινό λογαριασμό στο όνομα «Ελένη Ανδρέα Κωνσταντίνου και Αντρούλα Γεωργίου Πέτρου». Ούτε το Τεκμήριο 12 έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 ως αναφέρουμε πιο πάνω στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου έφεσης. Εν κατακλείδι δεν διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 συνοπτικά. Αντίθετα κρίνουμε ότι η κρίση του επί της αξιοπιστίας του εν λόγω μάρτυρα ήταν εύλογη και αρκούντως αιτιολογημένη.
Με βάση τα πιο πάνω ο έβδομος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον όγδοο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία της Μ.Υ.2 ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και ότι τα Τεκμήρια 3.1, 3.2 και 3.3 υπογράφηκαν στο κατάστημα της εφεσίβλητης στην περιοχή Αγίου Παύλου, ως επίσης ότι η αναφορά του επιτοκίου που θα έφερε η κατάθεση της εφεσείουσας στα έντυπα του επίδικου λογαριασμού δεν ήταν αναγκαία, είναι λανθασμένη και αντίθετη στη λογική. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείουσας ότι τα Τεκμήρια 3.1, 3.2 και 3.3 ρητά αναφέρουν ότι έγιναν στο παράρτημα της εφεσίβλητης στο Πλατύ Αγλαντζιάς και δεν ήταν νομικά επιτρεπτό από το πρωτόδικο Δικαστήριο η αποδοχή μαρτυρίας και η εξαγωγή συμπεράσματος ενάντια στο περιεχόμενο των εγγράφων αυτών. Υποστηρίζεται επίσης ότι το Τεκμήριο 9 που φέρει ημερομηνία 28.9.2010 το οποίο το Δικαστήριο σύγκρινε με τα Τεκμήρια 3.1, 3.2 και 3.3 ήταν κανονικά συμπληρωμένο και δακτυλογραφημένο σε αντίθεση με τα ασυμπλήρωτα-πρόχειρα χειρόγραφα Τεκμήρια 3.1, 3.2 κα 3.3.
Ο λόγος αυτός έφεσης επίσης δεν μπορεί να επιτύχει.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει στη σελίδα 28 της απόφασης του.
«Η μαρτυρία της Μ.Υ.2 ήταν επίσης ειλικρινής και αξιόπιστη. Ο ισχυρισμός της ότι τα τεκμήρια 3.1, 3.2 και 3.3 υπογράφηκαν στην παρουσία της από την ενάγουσα και την αδελφή της είναι αληθής αφού αυτό προκύπτει από το τεκμήριο 3.2 το οποίο υπέγραψε ως μάρτυρας και επιβεβαιώνεται επίσης και από την ενάγουσα η οποία κατά την αντεξέτασή της παραδέχθηκε ότι υπέγραψε τα εν λόγω έγγραφα στο κατάστημα των εναγομένων στην περιοχή του Αγίου Παύλου όπου εργαζόταν τότε η εν λόγω μάρτυρας. Ο άλλος ισχυρισμός της ότι η αναγραφή του επιτοκίου που θα έφερε η κατάθεση της ενάγουσας στα έντυπα του επίδικου λογαριασμού δεν ήταν αναγκαία για αυτό και δεν αναφέρεται σε αυτά επιβεβαιώνεται και από τους όρους της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 28.9.2010 τεκμήριο 9 και συγκεκριμένα από τον όρο 9.2 αυτής. Στην εν λόγω συμφωνία την οποία η ενάγουσα όχι μόνο δεν αμφισβήτησε αλλά αντιθέτως επικαλείται αφού αντίγραφό της κατέθεσε ως τεκμήριο 1 ο Μ.Ε.1 κατά την κυρίως εξέτασή του διαπιστώνων ότι επίσης δεν είχαν συμπληρωθεί η διάρκεια και το επιτόκιο. Η ενάγουσα δεν την αμφισβήτησε ούτε ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία αυτή δεν έφερε τόκο ούτε ότι δεν είχε συγκεκριμένη διάρκεια. Σημειώνω ότι το εν λόγω τεκμήριο 9 είχε υποδειχθεί στην ενάγουσα κατά την αντεξέτασή της και αναγνώρισε σε αυτό την υπογραφή της.»
Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο βάσισε τα συμπεράσματα του μεταξύ άλλων στις παραδοχές της εφεσείουσας ως επίσης στο περιεχόμενο των ίδιων των πιο πάνω τεκμηρίων. Δηλαδή η εφεσείουσα κατά τη μαρτυρία της δεν αμφισβήτησε το Τεκμήριο 9 ή τα Τεκμήρια 3.1 και 3.2 βάσει των οποίων ανανεώθηκε η εμπρόθεσμη κατάθεση της κατά τη λήξη της, τα οποία παραδέχθηκε ότι υπέγραψε. Η πλευρά της εφεσείουσας ουσιαστικά υποστηρίζει θέσεις ενάντια στη μαρτυρία της ίδιας της εφεσείουσας. Ισχύουν και στην περίπτωση αυτή τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση Χ''Μάρκου (ανωτέρω).
Με βάση τα πιο πάνω ο όγδοος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον ένατο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι είναι λανθασμένο και αστήρικτο το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Μ.Υ.3 μετέφερε και εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια τον τρόπο υπολογισμού του κόστους της τράπεζας (€9.055,30) και ότι δεν έχει ικανοποιηθεί με τον τρόπο αυτό η απόδειξη της ειδικής ζημιάς/κόστους της εφεσίβλητης που να δικαιολογεί την αποκοπή/αξίωση του από αυτήν. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείουσας ότι η Μ.Υ.3 δεν έδωσε οποιαδήποτε λεπτομέρεια ούτε εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο προέκυψε το ποσό των €9.055,30. Υποστηρίζεται περαιτέρω ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει στη σελίδα 17 της απόφασης του ότι η Μ.Υ.3 ανέφερε κατά τη μαρτυρία της ότι ο υπολογισμός αυτός έγινε αυτόματα από το σύστημα της τράπεζας αφού λήφθηκαν υπόψη όλες οι σχετικές παράμετροι και το ποσό το οποίο προέκυψε ήταν €9.055. Η Μ.Υ.3 όμως, σύμφωνα με την εφεσείουσα, δεν αναφέρθηκε σε οποιαδήποτε παράμετρο ούτε έδωσε οποιεσδήποτε εξηγήσεις.
Ο λόγος αυτός έφεσης είναι αβάσιμος.
Υποδεικνύουμε κατ΄ αρχάς ότι, όπως αναφέρουμε πιο πάνω, η Μ.Υ.3 άφησε καλή εντύπωση στο πρωτόδικο Δικαστήριο την οποία χαρακτήρισε ως ειλικρινή και αξιόπιστη αναφέροντας στη συνέχεια τα ακόλουθα:
«Εργάζεται στην υπηρεσία των εναγομένων και ασχολείται με θέματα παρακολούθησης των ρευστών διαθεσίμων, της διαχείρισης επιτοκίου και συναλλαγματικού κινδύνου και διαχείρισης των επιτοκίων. Γνωρίζει τον τρόπο υπολογισμού του κόστους της τράπεζας και ήταν σε θέση να μεταφέρει και να εξηγήσει στο Δικαστήριο με κάθε λεπτομέρεια τον τρόπο αυτό. Παρουσίασε λεπτομερή και εμπεριστατωμένη μαρτυρία σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού του κόστους των εναγομένων και η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της. Την αποδέχομαι ως ειλικρινή και αξιόπιστο μάρτυρα και κρίνω ότι η μαρτυρία της αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτή.»
Η κρίση αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιοπιστία της Μ.Υ.3 δεν προσβάλλεται με αυτοτελή λόγο έφεσης.
Η Μ.Υ.3 ήταν όντως λεπτομερής και επεξηγηματική κατά τη μαρτυρία της η οποία δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Παραθέτουμε ενδεικτικά κάποια αποσπάσματα από τα πρακτικά ημερομηνίας 14.6.2018, (σελίδες 235, 236 και 237) από την κυρίως εξέταση της Μ.Υ.3 όπου καταδεικνύεται η λεπτομέρεια και η σαφήνεια αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα.
«Ε. Αντιλαμβάνομαι γνωρίζετε για αυτό το λόγο είστε σήμερα στο Δικαστήριο;
Α. Ναι, υπάρχει μια συζήτηση για το κατά πόσο το κόστος πρόωρης εξόφλησης που έχει χρεωθεί, μια αμφισβήτηση ως προς το κόστος που έχει χρεώσει η τράπεζα, για την πρόωρη απόσυρση της εμπρόθεσμης κατάθεσης της ενάγουσας, πριν από την λήξη της.
Ε. Θα σας υποδείξω το Τεκμήριο 11, το έντυπο που φαίνεται τούτο το κόστος, δέστε το, (βλέπει η μάρτυρας), αντιλαμβάνομαι βλέπετε στο σημείο Bank cost και εκεί ένα ποσό;
Α. 9055.
Ε. Πέστε μας κυρία Καπλάνη, τι είναι τούτο το Bank cost, τι αντιπροσωπεύει;
Α. Αυτό το Bank cost αντικατοπτρίζει το κόστος αντικατάστασης της ρευστότητας που χάνει η τράπεζα μέχρι την λήψη της κατάθεσης.
Ε. Ποιος υπολογίζει αυτό το κόστος;
Α. Αυτό το κόστος υπολογίζεται αυτόματα από το σύστημα της τράπεζας, δεν γίνεται από κάποιο υπάλληλο, να το υπολογίζει από μόνος του, είναι καταχωρημένο μέσα στο σύστημα της τράπεζας και υπολογίζεται αυτόματα.
Ε. Από πού προέρχεται ο υπολογισμός του;
Α. Προέρχεται βασικά, το ALCO που συζητήσαμε πριν, είχε δώσει μια έγκριση για αυτό τον υπολογισμό πως θα καθορίζεται ο όποιος υπολογισμός έχει να κάνει με το επιτόκιο της αγοράς, συν ένα περιθώριο της τάξεως της 5% επί της εναπομείνουσες ημέρες μέχρι την λήξη του γραμματίου και από αυτό το ποσό αφαιρείται το επιτόκιο της κατάθεσης που θα έπαιρνε η κατάθεση για την εναπομείνουσα διάρκεια μέχρι την λήξη.
Ε. Αντιλαμβάνομαι για σκοπούς της μαρτυρίας σας έχετε υπολογίσει το κόστος που χρεώθηκε η επίδικη εμπρόθεσμη κατάθεση;
Α. Ναι.
Ε. Μπορείτε με βάση αυτά που περιγράψατε προηγουμένως να κάνετε την πράξη, να δούμε ότι βγαίνει αυτό το ποσό;
Α. Το επιτόκιο δια τραπεζική αγορά, το οποίο αντιστοιχεί στις 344 ημέρες που απομένουν μέχρι την λήξη, ανέρχεται στις 2,08666%, προσθέτουμε το περιθώριο του 5% που δίνει το 708666, αφαιρούμαι το 4,1% που ήταν το επιτόκιο της κατάθεσης και το επιτόκιο που μένει, αυτό το κόστος ανέρχεται στο 2,09867 που πολλαπλασιάζεται 2,987. Προσθέτουμε 2,9870 επί τις 317,300 που ήταν το ποσό της κατάθεσης επί τις ημέρες που απομένουν, που είναι 344.
……………………………………………………………………………………………..
Ε. Οι 9055,30 πως περιγράφεται;
Α. Είναι το κόστος που έχει η τράπεζα για να κάνει, για να αντικαταστήσει αυτό το ποσό που φεύγει από την κατάθεση.
Ε. Πως λαμβάνεται η έγκριση για τούτο το κόστος από την επιτροπή ALCO που περιγράφεται, πως περιγράφεται το κόστος στην επιτροπή;
Α. Το κόστος για να αντικαταστήσει το ποσό της κατάθεσης της συγκεκριμένης εμπρόθεσμης κατάθεσης.
Ε. Τι σημαίνει τούτο για την τράπεζα, το κάνει για ποιο λόγο, για τον πελάτη;
Α. Γιατί η τράπεζα έχει, αυτό το κόστος διότι όπως ο πελάτης τοποθετεί τα χρήματα του για ένα χρόνο και η τράπεζα παίρνει ανάλογες, κάνει ανάλογες τοποθετήσεις και δεν υπάρχουν διαθέσιμα εκεί τα ποσά για να τα πάρει, αν ήταν σε τρεχούμενο λογαριασμό η κατάθεση δεν θα υπήρχε αυτό το κόστος, επίσης επειδή παρέμεινε πολλές ημέρες μέχρι να λήξη, μετρά και αυτό, ότι το κόστος είναι 9000.
Ε. Εννοείτε ότι η τράπεζα δεν θα έχει διαθέσιμα, τι εννοείτε;
Α. Η τράπεζα πρέπει να βρει το ανάλογο ποσό για να μπορέσει να τα επιστρέψει στον πελάτη, επειδή ήταν χρονιαία η κατάθεση δεν τα έχει διαθέσιμα, να μπορεί να τα επιστρέψει στο πελάτη, οπότε πρέπει να τα αντικαταστήσει.
Ε. Γνωρίζετε εάν αυτό το κόστος έχει και άλλο τρόπο που μπορεί κάποιος να το ερμηνεύσει στα τραπεζικά δεδομένα, βάση της εμπειρίας σας;
Α. Βασικά είναι το κόστος ρευστότητας αυτό το κόστος.»
Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι οι σχετικές εισηγήσεις της πλευράς της εφεσείουσας στερούνται ερείσματος. Κρίνουμε ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί των πιο πάνω ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις.
Για σκοπούς πληρότητας αναφέρουμε ότι και ο Μ.Υ.1 (του οποίου η μαρτυρία έγινε αποδεκτή) επεξήγησε κατά τη μαρτυρία του με ποιο τρόπο υπολογίστηκε το κόστος για την πρόωρη εξαργύρωση της επίδικης εμπρόθεσμης κατάθεσης της εφεσείουσας (πρακτικά ημερομηνίας 26.3.2018, σελίδα 141, ημερομηνίας 2.4.2018, σελίδες 155-156 και ημερομηνίας 16.5.2018, σελίδες 205-206). Ο Μ.Υ.1 εξήγησε κατά τη μαρτυρία του ότι το πιο πάνω ποσό αναφέρεται στην αγγλική τραπεζική ορολογία ως «penalty» αλλά δεν είναι τέτοιο ή πρόστιμο γιατί αν ήταν κάτι τέτοιο θα αναγράφετο στα έγγραφα συγκεκριμένο ποσό ή ποσοστό (πρακτικά ημερομηνίας 16.5.2018, σελίδες 209-211). Αντίθετα είναι κόστος της εφεσίβλητης τράπεζας που υπολογίζεται με βάση τον κατάλογο χρεώσεων και προμηθειών (Τεκμήριο 17). Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 συνάδει με τη μαρτυρία της Μ.Υ.3.
Με βάση τα πιο πάνω ο ένατος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσίβλητη είχε κάθε δικαίωμα με βάση τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας ημερομηνίας 29.9.2011 να επιβαρύνει την εφεσείουσα με το κόστος των €9.055,30 το οποίο θα προκαλείτο σε αυτή και ότι η εφεσείουσα αποδέχθηκε τη χρέωση αυτή, είναι λανθασμένη αφού είναι ενάντια στη δοθείσα μαρτυρία και τα δικόγραφα της εφεσίβλητης. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσίβλητης ότι η κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία ημερομηνίας 29.9.2011 ουδέποτε έγινε ούτε ολοκληρώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Τα Τεκμήρια 3.1, 3.2 και 3.3 ήταν ασυμπλήρωτα έγγραφα, αποτελούσαν προκατασκευαστικές ενέργειες για την πιθανή σύναψη συμφωνίας για ανανέωση της εμπρόθεσμης κατάθεσης, Τεκμήριο 1. Αφού δεν τελεσφόρησαν οι διαπραγματεύσεις για την εξασφάλιση από την εφεσείουσα μεγαλύτερου επιτοκίου από αυτό που ήταν διατεθειμένη να της προσφέρει η εφεσίβλητη εκ 4,10% ετησίως, η εφεσείουσα την 20.10.2011 ζήτησε από την εφεσίβλητη την απόσυρση της εμπρόθεσμης κατάθεσης της η οποία είχε ήδη λήξει την 28.9.2011. Η εφεσίβλητη την ίδια μέρα προέβηκε από μόνη της, παρά τις αντιδράσεις της εφεσείουσας και χωρίς τη συγκατάθεση της, στην ανανέωση της εμπρόθεσμης κατάθεσης με ποσό κατάθεσης €317.300,00, με επιτόκιο 4,10% και με ημερομηνία λήξης την 28.9.2012 (Τεκμήρια 4, 5 και 15) χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε έγγραφο με το οποίο η εφεσείουσα να συμφωνεί με αυτή την ενέργεια της εφεσίβλητης. Η υπογραφή από την εφεσίβλητη του Τεκμηρίου 11 δεν ισοδυναμεί με αποδοχή από αυτήν της πληρωμής του ποσού των €9.055,30 αλλά, σκόπευε στην απόδειξη είσπραξης του ποσού των €297.845,43 από την εφεσίβλητη.
Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης μπορεί να επιτύχει.
Η κατάληξη μας σε σχέση με την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με την αξιοπιστία της εφεσείουσας (πέμπτος λόγος έφεσης, του Μ.Ε.1 (έκτος λόγος έφεσης), του Μ.Υ.1 (έβδομος λόγος έφεσης) και Μ.Υ.2 (όγδοος λόγος έφεσης) δεν αφήνουν περιθώρια επιτυχίας των θέσεων της πλευράς της εφεσείουσας. Επαναλαμβάνουμε τα όσα αναφέρουμε στο πλαίσιο των πιο πάνω λόγων έφεσης και ειδικότερα του πέμπτου λόγου έφεσης, όπου η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με το γεγονός ότι η εφεσείουσα υπογράφοντας τα Τεκμήρια 3.1, 3.2 και 11 την εμπόδιζε από το να ισχυρίζεται ότι δεν δεσμεύεται από τους όρους τους επειδή, κατά τους ισχυρισμούς της, όταν τα υπέγραφε αυτά δεν ήταν πλήρως συμπληρωμένα δεν κρίθηκε ακροσφαλής και επαναλαμβάνουνε επίσης τα όσα αναφέρονται στις υποθέσεις Χ''Στυλλή και Gallie (ανωτέρω).
Υποδεικνύουμε περαιτέρω ότι στην αιτιολογία του λόγου έφεσης δεν γίνεται αναφορά στα δικόγραφα της εφεσίβλητης, με αποτέλεσμα η αναφορά στο λόγο έφεσης ότι η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου είναι ενάντια στα δικόγραφα της εφεσίβλητης να στερείται υποβάθρου.
Τέλος, υποδεικνύουμε ότι η θέση αυτή της πλευράς της εφεσείουσας είναι αντίθετη στη λογική. Από τη στιγμή που η εφεσείουσα υπέγραψε το Τεκμήριο 11 ναι μεν ήθελε να εισπράξει το ποσό των €297.845,43 αλλά δεν είναι λογικό να μην αντιλήφθηκε και να μην αποδέχθηκε ότι της αποκόπηκε το ποσό των €9.055,30 το οποίο αναγράφεται ευκρινώς επί του τεκμηρίου ως κόστος της τράπεζας (BANK COST). Από τη στιγμή που ήθελε να αποσύρει ολόκληρο το ποσό της εμπρόθεσμης κατάθεσης και της δόθηκε ένα ποσό μικρότερο κατά €9.055,30 είναι παράλογο να μην είχε αντιληφθεί και αποδεχθεί την αποκοπή του ποσού αυτού υπογράφοντας το σχετικό έγγραφο Τεκμήριο 11. Προσθέτουμε ότι η ίδια η εφεσείουσα παραδέχθηκε ότι δεν διαμαρτυρήθηκε για το ύψος του ποσού που αποσύρθηκε από την πρόωρη εξόφληση της εμπρόθεσμης κατάθεσης της την 20.10.2011 (βλ. πρακτικά ημερομηνίας 27.2.2018, σελίδες 122-123).
Με βάση τα πιο πάνω ο τέταρτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ως νομικά λανθασμένη η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία απέρριψε τη θέση της εφεσείουσας ότι η εφεσίβλητη θα έπρεπε όπως αρχίσει πρώτη την παρουσίαση της υπόθεσης της. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείουσας ότι η εφεσίβλητη τόσο με την Υπεράσπιση της (παράγραφοι 9 και 10) όσο και με τα Τεκμήρια 5, 11, και 12 παραδέχεται ότι παρακράτησε, αφαίρεσε, απέκοψε από τον επίδικο λογαριασμό της εφεσείουσας το ως άνω ποσό των €9.055,30 ως «Penalty, Bank Cost, πρόστιμο». Λόγω των πιο πάνω η εφεσίβλητη σύμφωνα με τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.33, θ.37 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ως ίσχυαν τότε) είχε υποχρέωση όπως αποδείξει αυτή πρώτη το σύννομο της ενέργειας της αυτής με την προσκόμιση μαρτυρίας. Υποστηρίζεται περαιτέρω ότι το θέμα αυτό θα έπρεπε να εντοπιστεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο και να εξεταστεί αυτεπάγγελτα και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αναδείχθηκε από την εφεσείουσα στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας.
Ο λόγος αυτός έφεσης δεν μπορεί να επιτύχει.
Η εφεσείουσα μέσω της αγωγής της αξίωσε από την εφεσίβλητη το ως άνω ποσό πλέον νόμιμο τόκο ως ποσό που λήφθηκε από αυτήν χωρίς αντάλλαγμα ή χωρίς νόμιμο λόγο ή αιτία ή ως αποζημιώσεις τις οποίες αυτή υπέστη συνεπεία πράξεων ή παραλείψεων της εφεσίβλητης ή συνεπεία παράβασης σύμβασης από αυτήν ή των ρητών οδηγιών της περί μη ανανέωσης της εμπρόθεσμης κατάθεσης. Επομένως, είναι η εφεσείουσα που έπρεπε να αποδείξει τους προβαλλόμενους από αυτήν ισχυρισμούς.
Η υπόθεση Ιωάννου ν. Spinneys Cyprus Ltd (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 1012 την οποία επικαλείται η πλευρά της εφεσείουσας στο περίγραμμα αγόρευσης της δεν βοηθά τις θέσεις της. Η εν λόγω υπόθεση στηρίζετο σε εντελώς διαφορετικά γεγονότα. Η αγωγή κινήθηκε για είσπραξη οφειλόμενου ποσού για πώληση και παράδοση εμπορευμάτων. Ο εφεσείων/εναγόμενος 1 πρόβαλε στην υπεράσπιση του ότι εξόφλησε αμέσως μετά την παράδοση το σχετικό ποσό. Το εφετείο υπέδειξε ότι, όπως ο δικηγόρος του εφεσείοντα παραδέχθηκε, το βάρος απόδειξης της εξόφλησης της παραδεκτής αγοράς το έφερε ο ίδιος ο εφεσείων και επομένως η θέση του ότι οι εφεσίβλητοι απέτυχαν ««να αποσείσουν το βάρος της απόδειξης ότι τα επίδικα εμπορεύματα δεν είναι πληρωμένα» υποστηρίζοντας συναφώς πως ήταν καθήκον τους να προσκομίσουν το σύνολο των καταστάσεων λογαριασμών που τηρούσαν, μάλιστα ενώ στο πλαίσιο της υπεράσπισης δεν προέκυπτε συσχετισμός τους», δεν έγινε αποδεκτή. Περαιτέρω ούτε η υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 614 την οποία επίσης επικαλείται η πλευρά της εφεσείουσας ομοίως δεν βοηθά τις θέσεις της. Στην υπόθεση αυτή γίνεται αναφορά στη διάκριση μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης και αποφασίστηκε ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε την αξιοπιστία συγκεκριμένου μάρτυρα και των υπόλοιπων μαρτύρων γενικά, βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ότι το σφάλμα αυτό εκθεμελίωνε τα ευρήματα του. Στην υπόθεση Χαρούς ν. Χαρούς κ.ά. (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 267 το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση σε σχέση με «το γενικό κανόνα που ισχύει σε αστικές υποθέσεις και θέλει το διάδικο ο οποίος προβάλλει κάποιο ουσιώδη ισχυρισμό με το δικόγραφο του να πρέπει επίσης και να τον αποδείξει προς ικανοποίηση του δικαστηρίου για να μπορεί να επιτύχει σ' αυτόν. Πρόκειται για το νομικό βάρος απόδειξης (legal burden of proof) το οποίο παραμένει αμετάθετο καθ' όλη τη διάρκεια της υπόθεσης και καθορίζεται εξ' αρχής από τη δικογραφία». Στην προκείμενη περίπτωση είναι η εφεσείουσα που θα έπρεπε να αποδείξει, στη βάση βέβαια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι το ως άνω ποσό λήφθηκε από την εφεσίβλητη χωρίς αντάλλαγμα ή χωρίς νόμιμο λόγο ή αιτία ή ότι αποτελεί αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες υπέστη η εφεσείουσα συνεπεία των πράξεων ή παραλείψεων της εφεσίβλητης ή συνεπεία παράβασης από αυτήν σύμβασης ή των ρητών οδηγιών που της είχαν δοθεί από την εφεσείουσα περί μη ανανέωσης της εμπρόθεσμης κατάθεσης της. Υπενθυμίζουμε ότι η μαρτυρία της εφεσείουσας και του Μ.Ε.1 δεν έγινε αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο, σε αντίθεση με τη μαρτυρία των Μ.Υ.1, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 η οποία έγινε αποδεκτή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο υποδεικνύει στη σελίδα 31 της απόφασης του ότι η εφεσείουσα, υπέγραψε κατά την απόσυρση ολόκληρου του ποσού της εμπρόθεσμης κατάθεσης της, το Τεκμήριο 11 στο οποίο φαίνεται η χρέωση του ποσού των €9.055,30 και αποδέχθηκε τη χρέωση αυτή, γεγονός που την εμπόδιζε εκ των υστέρων να ισχυρίζεται ότι η ίδια ουδέποτε αποδέχθηκε την χρέωση αυτή. Λόγω της συμπεριφοράς αυτής της εφεσείουσας, έκρινε, ορθά, ότι η εφεσίβλητη δεν είχε οποιοδήποτε δικονομικό βάρος για να δείξει και να δικαιολογήσει πως είχε υπολογιστεί το ως άνω ποσό.
Τέλος η εισήγηση από πλευράς εφεσείουσας στο περίγραμμα αγόρευσης της ότι παρόλο που η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε «αντίστροφα», με την κατάθεση της εφεσείουσας και του Μ.Ε.1, το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε πρώτα να προχωρήσει με την αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από πλευράς εφεσίβλητης για να αποφασίσει αν αυτή είχε αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε, δεν καλύπτεται από το λόγο έφεσης και δεν θα εξεταστεί. Υπενθυμίζουμε ότι δεν είναι επιτρεπτή η διεύρυνση του λόγου έφεσης μέσα από την αιτιολογία του (βλ. Κατερίνα Γεωργίου κ.ά. ν. Νικόλα Αργυρίδη, Έφεση Αρ. 2/2024, ημερ. 17.12.24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαυρέα κ.ά., Ποιν. Έφ. Αρ. 13/22-18/22, ημερ. 25.2.2025, A.L. Krambenes Ltd κ.ά. ν. A.L. Vasiliou Motors Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 122/2017, ημερ. 17.7.2025, και Στυλιανού ν. Αριστείδου, Πολ. Έφ. Αρ. 214/2019, ημερ. 10.9.2025).
Με βάση τα πιο πάνω ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Απομένει ο πρώτος λόγος έφεσης με τον οποίο προβάλλεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη θέση της εφεσείουσας ως προς τον όρο 9.5 των Τεκμηρίων 1 και 9 ως επίσης του Τεκμηρίου 3.1 σε σχέση με την αφαίρεση/κατακράτηση του ποσού των €9.055,30 από την εφεσίβλητη, ως ποσό το οποίο αντιπροσώπευε το κόστος από την πρόωρη απόσυρση της κατάθεσης της που διατηρούσε στην εφεσίβλητη. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείουσας ότι αυτή στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης της ισχυρίστηκε ότι η εφεσίβλητη κατακράτησε από την κατάθεση της το ποσό των €9.055,30 και ότι η ενέργεια της αυτή ήταν, μεταξύ άλλων, και παράνομη και ο ισχυρισμός αυτός της εφεσείουσας έγινε αντικείμενο ειδικής άρνησης από την εφεσίβλητη στην παράγραφο 9 της Υπεράσπισης της. Σύμφωνα με την πλευρά της εφεσείουσας το θέμα αυτό ρυθμίζεται από τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996, Ν.93(1)/1996 του οποίου οι πρόνοιες έχουν ρητά παραβιαστεί από την εφεσίβλητη και το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε το δικαίωμα να αγνοήσει ή παρακάμψει το θέμα αυτό ακόμη και στην περίπτωση που αυτό δεν προβάλλετο από την εφεσείουσα λόγω του ότι αποτελεί θέμα δημοσίου συμφέροντος.
Η μελέτη του φακέλου της υπόθεσης καταδεικνύει, αντίθετα με ότι ισχυρίζεται η πλευρά της εφεσείουσας ότι το ζήτημα αυτό δεν τέθηκε με σαφήνεια μέσα από τη δικογραφία. Η μελέτη των πρακτικών επίσης καταδεικνύει ότι το ζήτημα δεν τέθηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρά μόνο στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων.
Όπως έχει νομολογηθεί τα επίδικα θέματα περιορίζονται σ' εκείνα τα οποία προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις ως επίσης ότι η δίκη διεξάγεται με βάση αυτές (βλ. μεταξύ άλλων Καθητζιώτης v. Μέλιος & Παφίτης (1997) 1(Α) Α.Α.Δ. 252, Πιττάλης κ.ά. v. Ianira Enter. Ltd κ.ά. (1997) 1(B) A.A.Δ. 814, Καζάκου v. Αβρααμίδου κ.ά. (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1626, Εταιρεία Bulk Oil AG v. Α.Η.Κ. κ.ά. (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1277 και Τσαγγάρη v. Γαβριηλίδου κ.ά. (2003) 1(Α) Α.Α.Δ. 472).
Αυτού λεχθέντος όπως έχουμε αναφέρει στην υπόθεση Springfair Ltd κ.ά. ν. SKY CAC Limited, Πολ. Έφ. 4/2019, ημερ. 11.09.2025 «υπάρχει αυτεπάγγελτη (ex officio) υποχρέωση, το εκδικάζον Δικαστήριο ‑ νοουμένου ότι υπάρχουν τα νομικά και πραγματικά στοιχεία ενώπιον του ‑ να αποτιμά τυχόν καταχρηστικότητα συμβατικών όρων, πέραν και ανεξαρτήτως των προβαλλόμενων ενώπιον του επιχειρημάτων (βλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2017, Banco Primus, C‑421/14, σκέψη 42, Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Gutierrez Naranjo κ.λπ., C‑154/15, C‑307/15 και C‑308/15, σκέψη 59, Απόφαση της 17ης Μαΐου 2022, MA κατά Ibercaja Banco SA παρισταμένου του PO, C‑600/19 και σκέψη 37 και Απόφαση της 18 Ιανουαρίου 2024, Gein Noble Bank and Others (C‑531/22 par. 42)».
Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν σε ισχύ ο Ν.93(1)/1996. Ο εν λόγω Νόμος ήταν εναρμονιστικός της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, η οποία εκδόθηκε με βασικό σκοπό την άρση των έντονων διαφορών που παρουσίαζαν οι εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων, προκειμένου να προστατευθούν οι καταναλωτές με την υιοθέτηση από τα κράτη μέλη κατάλληλων και αποτελεσματικών μέσων για κατάργηση των καταχρηστικών ρητρών (βλ. Μιχαηλίδη κ.ά. v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πέγειας, Πολ. Έφεση 477/2012, ημερ. 27.6.2018).
Για σκοπούς πληρότητας αναφέρουμε ότι ο Νόμος 93(1)/1996 έχει καταργηθεί με τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021, Ν.112(1)/2021 (ημερομηνίας 12.5.2021 που τέθηκε σε ισχύ την 1.1.2022 ‑ Ν.46(1)/2022).
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αυτεπάγγελτη (ex officio) υποχρέωση να επιληφθεί του εγερθέντος ζητήματος, έστω και αν αυτό εγέρθηκε κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Θα μπορούσε βέβαια να το πράξει νοουμένου ότι υπήρχαν ενώπιον του τα νομικά και πραγματικά στοιχεία τα οποία θα του επέτρεπαν να προχωρήσει στην εξέταση του ζητήματος. Για να αποφασιστεί κατά πόσο ένας όρος μιας σύμβασης αποτελεί καταχρηστική ρήτρα λαμβάνονται υπόψη διάφορες πρόνοιες του Ν.93(1)/1996 ο οποίος τύγχανε εφαρμογής κατά τον ουσιώδη χρόνο όπως π.χ. το άρθρο 2 που αφορά την ερμηνεία, το άρθρο 3 που ρυθμίζει το πεδίο εφαρμογής, το άρθρο 4 που ρυθμίζει τις εξαιρέσεις, το άρθρο 5 που αναφέρεται σε καταχρηστικές ρήτρες, το άρθρο 6 που αναφέρεται στις συνέπειες των καταχρηστικών ρητρών και το άρθρο 7 που αποτελεί ερμηνευτικό κανόνα για τις γραπτές συμβάσεις. Η πλευρά της εφεσείουσας εγείρει το ζήτημα μέσω του λόγου αυτού έφεσης με μεγάλη γενικότητα αφού αναφέρει στην τρίτη παράγραφο της αιτιολογίας του λόγου έφεσης ότι το θέμα ρυθμίζεται από τον Ν.93(1)/1996 ισχυριζόμενη ότι οι πρόνοιες του οποίου έχουν παραβιαστεί χωρίς να αναφέρεται σε συγκεκριμένες πρόνοιες. Στο περίγραμμα αγόρευσης της αναφέρεται σε συγκεκριμένες πρόνοιες αλλά η ασάφεια που εντοπίζεται στον ίδιο το λόγο έφεσης παραμένει.
Η μελέτη των πρακτικών καταδεικνύει ότι οι Μ.Υ.1, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3, των οποίων τη μαρτυρία αποδέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, (σε αντίθεση με τη μαρτυρία της εφεσείουσας και του Μ.Ε.1 η οποία δεν έγινε αποδεκτή) δεν αντεξετάστηκαν σε σχέση με τις πρόνοιες του Ν.93(1)/2006. Σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Νόμου, αυτός τύγχανε εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συναπτόταν μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα με το εδάφιο 3 του ιδίου άρθρου, ρήτρα θεωρείται ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατόν να επηρεάσει το περιεχόμενο της, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθεια του για το σκοπό αυτό. Το βάρος απόδειξης ότι υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης το φέρει αυτός που επικαλείται κάτι τέτοιο (βλ. εδάφιο 5). Η Μ.Υ.3 ερωτώμενη κατά την αντεξέταση της κατά πόσον μπορούσε ο πελάτης να διαπραγματευτεί το ποσό το οποίο κατακρατήθηκε, δηλαδή το ποσό των €9.055,30, απάντησε ότι δεν εργαζόταν σε κάποιο τμήμα για να γνωρίζει αν μπορούσε ο πελάτης να το διαπραγματευτεί (πρακτικά ημερομηνίας 14.6.2018, σελίδα 238). Δεν είναι ορθή η θέση της πλευράς της εφεσείουσας στο περίγραμμα αγόρευσης της ότι η Μ.Υ.3 ανέφερε ότι το ποσό που κατακρατήθηκε δεν ήταν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5(1) του Νόμου καταχρηστική θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Στη Frakapor Courier Ltd κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2016) 1(Β) Α.Α.Δ. 1487, υποδείχθηκε ότι προς κατανόηση της φράσης «παρά την απαίτηση καλής πίστης» καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από το άρθρο 3(1) της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ στο αγγλικό κείμενο της οποίας, ο αντίστοιχος όρος συναντάται ως «contrary to the requirement of good faith». Κρίθηκε κατ' επέκταση ότι για να μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε εύρημα ότι ο όρος κάποιας συμφωνίας αποτελεί καταχρηστική ρήτρα, είναι απαραίτητο να καταρριφθεί και η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους των εναγόντων (βλ. Paget's Law of Banking Malek & Odgers [14η έκδοση] σελ. 101).
Στο εδάφιο 3 του εν λόγω άρθρου απαριθμούνται κάποια από τα δεδομένα που λαμβάνονται υπόψη για να κριθεί αν μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, όπως η διαπραγματευτική δύναμη των μερών, αν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα, αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή και ο βαθμός στον οποίο ο πωλητής ή προμηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή.
Η ύπαρξη επομένως «καλής πίστης» αποτελεί νομοθετική προϋπόθεση που εξετάζεται και αποτιμάται σφαιρικά, στη βάση κυρίως των ρητών δεδομένων που εξειδικεύονται στο προαναφερθέν εδάφιο.
Στην υπόθεση Frakapor Courier Ltd (ανωτέρω) υποστηριζόταν με λόγο έφεσης, ότι ο όρος της δανειακής σύμβασης που επέτρεπε στην τράπεζα να τερματίσει τη συμφωνία κατά την αποκλειστική της ευχέρεια ήταν καταχρηστικός και κατ' επέκταση η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει τη θέση αυτή, εσφαλμένη. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την εισήγηση, σημείωσε τα εξής στη σελίδα 1490:
«5. Σύμφωνα με την πρωτόδικη κρίση, τα πιο πάνω οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι, για να μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε εύρημα ότι η παράγραφος 3 της Συμφωνίας Τεκμήριο 2 είναι καταχρηστική, είναι απαραίτητο να καταρριφθεί και η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους των Εναγόντων. Καμία μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει κάτι τέτοιο δεν τέθηκε επεσήμανε, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ούτε καν τέθηκε τέτοια υποβολή ή θέση κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των Εναγόντων από τον συνήγορο των Εναγομένων.
6. Δεν υπήρχε οποιοδήποτε σφάλμα στην πιο πάνω προσέγγιση και ιδιαιτέρως όταν στη βάση του περιεχομένου του εδαφίου (2) του Άρθρου 5 του Νόμου, οι ισχύουσες, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, συνθήκες και οι υπόλοιπες ρήτρες της συμφωνίας, εξετάζονται στο πλέγμα προσδιορισμού της "καλής πίστης"».
(βλ. επίσης Γεωργιάδης ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Πολ. Έφ. 195/2018, ημερ. 18.12.2024).
Ομοίως στην προκείμενη περίπτωση δεν τέθηκε τέτοια υποβολή ή θέση κατά την αντεξέταση των Μ.Υ.1, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, ότι δηλαδή το όλο ζήτημα δεν τέθηκε στα δικόγραφα, το ζήτημα της μη ύπαρξης ατομικής διαπραγμάτευσης παρέμεινε νεφελώδες και δεν καταρρίφθηκε η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους της εφεσίβλητης, καταλήγουμε ότι ο λόγος έφεσης θα πρέπει να οδηγηθεί σε απόρριψη.
Επιπρόσθετα των πιο πάνω υποδεικνύουμε ότι ο πιο πάνω λόγος έφεσης έρχεται σε αντίθεση με τον τέταρτο λόγο έφεσης όπου στην αιτιολογία του η πλευρά της εφεσείουσας υποστηρίζει ότι «Η ισχυριζόμενη συμφωνία ημερ.29.9.2011 ουδέποτε έγινε ούτε αυτή ολοκληρώθηκε με οποιονδήποτε τρόπο», δεν τελεσφόρησαν οι διαπραγματεύσεις για την εξασφάλιση από την εφεσείουσα μεγαλύτερου επιτοκίου από 4,10%, λόγω της εξέλιξης αυτής η εφεσείουσα στις 20.10.2011 ζήτησε από την εφεσίβλητη την απόσυρση της εμπρόθεσμης κατάθεσης της και ότι κατά την ως άνω ημερομηνία η εφεσίβλητη προέβηκε από μόνη της παρά τις αντιδράσεις της εφεσείουσας και χωρίς την συγκατάθεση της στην ανανέωση της εμπρόθεσμης κατάθεσης. Έρχεται επίσης σε αντίθεση με τον πέμπτο λόγο έφεσης όπου υποστηρίζεται στην αιτιολογία του ότι η εφεσείουσα ειδοποίησε την εφεσίβλητη να μην προβεί σε ανανέωση της εμπρόθεσμης κατάθεσης της και ότι η εφεσίβλητη στις 20.10.2011 προέβηκε στην ανανέωση της αναδρομικά. Είναι δηλαδή αντιφατικό από τη μια να υποστηρίζεται ότι η εμπρόθεσμη κατάθεση δεν ανανεώθηκε ή ότι ανανεώθηκε παράνομα και από την άλλη να υποστηρίζεται ότι υπήρχε καταχρηστική ρήτρα σ΄ αυτή.
Με βάση τα πιο πάνω ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Συνεπεία των πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται με €1.900 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ της εφεσίβλητης και σε βάρος της εφεσείουσας.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Δ.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο