ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 211/2025)
12 Φεβρουαρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ATAKLTI MESFIN,
Εφεσείων,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Μ. Παυλίδου (κα), για τον Εφεσείοντα.
Ν. Κόλιαρου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ: Με βάση κατηγορητήριο, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ο εφεσείων αντιμετώπιζε μεγάλο αριθμό κατηγοριών, δεκατρείς στο σύνολό τους. Μετά από απόσυρση τεσσάρων από αυτές τις κατηγορίες, παρέμειναν εναντίον του εννέα κατηγορίες οι οποίες αναφέρονταν στο ίδιο επεισόδιο. Οι κατηγορίες 4, 5 και 6 αφορούσαν επίθεση προκαλούσα βαριά σωματική βλάβη, κατά παράβαση του Άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 4), κοινή επίθεση, κατά παράβαση του Άρθρου 242 του ιδίου νόμου (κατηγορία 5) και επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του Άρθρου 243 του ιδίου νόμου (κατηγορία 6), αντιστοίχως. Οι τρεις αυτές κατηγορίες αφορούσαν συγκεκριμένη παραπονούμενη. Οι κατηγορίες 8, 9 και 10 αφορούσαν το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, κατά παράβαση του Άρθρου 151 του Κεφ. 154. Αποδίδετο στον εφεσείοντα ότι έβαλε το χέρι του μέσα από το φόρεμα της παραπονούμενης (άλλης από την παραπονούμενη των ως άνω κατηγοριών) και την άγγιξε στο στήθος (κατηγορία 8), ότι κάθισε πάνω της και της έβγαλε το εσώρουχο (κατηγορία 9), ενώ σε άλλη χρονική στιγμή, τη φίλησε στα χείλη (κατηγορία 10), όλα χωρίς τη θέλησή της. Την ίδια παραπονούμενη αφορούν και οι κατηγορίες 11 και 12 οι οποίες αποδίδουν στον εφεσείοντα επίθεση προκαλούσα βαριά σωματική βλάβη σε αυτήν (κατηγορία 11) και επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 12), και πάλι κατά το ίδιο επεισόδιο. Η 13η κατηγορία, με την ίδια τελευταία ως άνω παραπονούμενη και στο ίδιο επεισόδιο, αποδίδει στον εφεσείοντα το αδίκημα της αμελούς και απερίσκεπτης πράξης, κατά παράβαση του Άρθρου 236 (α) του Κεφ. 154, ότι δηλαδή οδήγησε το όχημά του με τέτοιο αλόγιστο, βεβιασμένο και αμελή τρόπο που έθεσε σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη, ήτοι οδηγώντας το όχημά του κτύπησε με το πλαϊνό του μέρος στα πόδια της παραπονούμενης. Όλα τα ανωτέρω αφορούν το ίδιο επεισόδιο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο σε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες, με τη διαφοροποίηση ότι στην κατηγορία 11 βρήκε τον εφεσείοντα ένοχο για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, τροποποιώντας κατά ανάλογο τρόπο την εν λόγω κατηγορία. Του επέβαλε ποινές πολύμηνης φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 26 μηνών για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης στην κατηγορία 4, με τις επιβληθείσες ποινές να συντρέχουν.
Η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται, ως προς το μέρος της που αφορά την καταδίκη του εφεσείοντα, με συνολικά έξι λόγους έφεσης.
Είναι χρήσιμο να τεθεί ότι, κατά την ακροαματική διαδικασία, κατέθεσαν εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής οκτώ μάρτυρες, ενώ, από πλευράς υπεράσπισης, κατέθεσε ενόρκως ο ίδιος ο εφεσείων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην απόφασή του, κατέγραψε την προσκομισθείσα ενώπιόν του μαρτυρία και προχώρησε σε λεπτομερή αξιολόγησή της. Ως αποτέλεσμα αυτής, κατέληξε στα τελικά του συμπεράσματα επί των γεγονότων, τα οποία, για σκοπούς καλύτερης αντίληψης της υπόθεσης, κρίνουμε ορθότερο να παραθέσουμε αυτούσια:
«‑ Στις 20.05.24 το βράδυ, η V., η οποία κατάγεται από τη Λετονία και βρισκόταν στην Κύπρο για διακοπές επισκεπτόμενη τη φίλη της E., αποφάσισε να βγει βόλτα με τη φίλη της στο παραλιακό μέτωπο της Λεμεσού. Κάθονταν σε ένα παγκάκι, κατανάλωναν αλκοόλ και άκουγαν μουσική από το κινητό τους, όταν από το σημείο πέρασε περπατώντας ο κατηγορούμενος. Η V. τον χαιρέτησε και έτσι άρχισαν να συζητούν. Η επικοινωνία μεταξύ τους ήταν ευχάριστη και οι κοπέλες τον εμπιστεύτηκαν να τις μεταφέρει με το όχημά του κάπου για να φάνε.
‑ Μετέβηκαν με το όχημα του κατηγορούμενου σε ένα ταχυφαγείο, το οποίο ήταν ανοικτό εκείνη την ώρα και ο κατηγορούμενος κέρασε το φαγητό στις δύο κοπέλες. Αφού έφαγαν, ο κατηγορούμενος προθυμοποιήθηκε να τις μεταφέρει στο διαμέρισμα όπου διέμεναν.
‑ Στη διαδρομή και ενώ ο κατηγορούμενος οδηγούσε, τοποθέτησε το αριστερό του χέρι πάνω στο πόδι της V., η οποία καθόταν στη θέση του συνοδηγού. Έπειτα, «απότομα» ο κατηγορούμενος τοποθέτησε το χέρι του μέσα από το φόρεμα της και άγγιξε το στήθος της, προσπαθώντας να το χαϊδέψει. Τότε, η V., η οποία δεν ανέμενε αυτή την ενέργεια του κατηγορούμενου, ξαφνιάστηκε και προσπάθησε να τον απωθήσει, μη επιτρέποντας στον κατηγορούμενο να συνεχίσει.
‑ Τότε ο κατηγορούμενος θύμωσε και ζήτησε από την V. να πάνε μαζί στο δάσος να κάνουν έρωτα στα γρήγορα ενώ η φίλη της θα παρέμενε στο όχημα. Η V. αρνήθηκε λέγοντάς του «όχι σήμερα, αύριο» με σκοπό να τον καθησυχάσει.
‑ Στο άκουσμα της άρνησης της, ο κατηγορούμενος αύξησε ταχύτητα, έκανε απότομα κάποιες στροφές με το όχημά του και σταμάτησε το αυτοκίνητο σε ένα απόμερο σημείο του δρόμου (σε ένα παράδρομο του αυτοκινητόδρομου), όπου δεν υπήρχαν φώτα. Ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο, μετέβη στην πλευρά του συνοδηγού όπου καθόταν η V., άνοιξε την πόρτα και άρχισε να την τραβά με βία από τα πόδια για να την βγάλει από το αυτοκίνητο. Η E., η οποία καθόταν στο πίσω κάθισμα, προσπαθούσε να την κρατήσει εντός του οχήματος.
‑ Ο κατηγορούμενος κατάφερε να τραβήξει την V. με βίαιο τρόπο έξω από το όχημα, σέρνοντάς την στο έδαφος. Ενώ βρισκόταν στο έδαφος, κάθισε από πάνω της και με τα χέρια του την κρατούσε από το λαιμό. Την φιλήσε στα χείλη ενώ η μάρτυρας δεν μπορούσε να κινηθεί ή να τον σπρώξει.
‑ Την ίδια ώρα, η E., βγήκε από το όχημα και προσπάθησε να απωθήσει τον κατηγορούμενο ο οποίος βρισκόταν πάνω από την V., σπρώχνοντάς τον. Ο κατηγορούμενος, τότε, άφησε τη V. και άρπαξε την E. την έσυρε με βία σπρώχνοντάς την στο έδαφος και κάθισε από πάνω της, κτυπώντας την. H E. αντιστεκόταν και καθώς οι δυο τους πάλευαν, με την E. να είναι στο έδαφος και με τον κατηγορούμενο να κάθετε από πάνω της, η V. σηκώθηκε και επιχείρησε να απωθήσει τον κατηγορούμενο από τη φίλη της και πάλι σπρώχνοντάς τον.
‑ Τότε, ο κατηγορούμενος στράφηκε και πάλι προς τη V., σηκώθηκε από πάνω από την E. και έσπρωξε τη V. στο έδαφος. Καθώς βρισκόταν από πάνω της, και ενώ η V. προσπαθούσε να αντισταθεί, ο κατηγορούμενος της έβγαλε το εσώρουχο (κάτω από το φόρεμα που φορούσε) και τις παντόφλες της, χωρίς όμως να πράξει οτιδήποτε άλλο.
‑ Την άφησε και στράφηκε ξανά προς την E., η οποία και πάλι προσπαθούσε να σώσει τη φίλη της. Καθ' όλη τη διάρκεια, οι γυναίκες προσπάθησαν να αντισταθούν και να απωθήσουν τον κατηγορούμενο από πάνω τους ενώ εκείνος τους επιτίθετο και τις κτυπούσε με τα χέρια του.
‑ Κάποια στιγμή, ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν πάνω από την E., η V. έψαξε στη τσάντα της, η οποία ήταν κρεμασμένη στον ώμο της, βρήκε το τηλέφωνό της, το οποίο λειτουργούσε ακόμη, παρά το ότι είχε ελάχιστη μπαταρία. Πήρε αρχικά τηλέφωνο την αδελφή της E., την A., αλλά εκείνη δεν απάντησε το τηλέφωνο. Τότε δοκίμασε να τηλεφωνήσει στο σύζυγό της A., τον S., τον οποία γνώριζε από παιδική ηλικία και ο οποίος απάντησε το τηλέφωνο. Αναστατωμένη του ζήτησε να έρθει αμέσως στο σημείο. Εκείνος της ζήτησε να του αποστείλει ηλεκτρονικά την τοποθεσία στην οποία βρισκόταν και έκλεισαν το τηλέφωνο. Κατάφερε να του στείλει την τοποθεσία μέσω εφαρμογής τηλεφώνου ("What's up") και τότε το τηλέφωνό της έκλεισε λόγω έλλειψης μπαταρίας. Η ώρα ήταν 01:34 το πρωί της επόμενης μέρας, ήτοι στις 21.05.24.
‑ Μόλις ο κατηγορούμενος άκουσε τη V. να μιλά στο τηλέφωνο και να καλεί βοήθεια, έτρεξε προς το όχημά του και το εκκίνησε με ταχύτητα. Ο κατηγορούμενος στην προσπάθειά του να φύγει από το μέρος, οδήγησε το όχημά του προς την κατεύθυνσή της V., η οποία βρισκόταν στο έδαφος. Εκείνη βλέποντας το όχημα να έρχεται προς την κατεύθυνσή της, προσπάθησε να σηκωθεί για να το αποφύγει και ενώ ήταν γονατιστή, ο κατηγορούμενος την κτύπησε με το πλαϊνό μέρος του μπροστινού προφυλακτήρα στο εσωτερικό μέρος του γονάτου της. Από το κτύπημα η V. σπρώχτηκε προς τα πίσω ενώ ο κατηγορούμενος έφυγε οδηγώντας και εγκαταλείποντάς τις εκεί.
‑ Η V. πλησίασε τη φίλη της, η οποία έκλαιγε και φώναζε και οι δυο τους κρύφτηκαν μέσα στους θάμνους. Ήταν και οι δύο σε κατάσταση σοκ, πανικόβλητες και δεν μίλησαν μεταξύ τους, πέραν της αναφοράς της V. ότι είχε τηλεφωνήσει στον S. Λίγο αργότερα κατέφθασε στο σημείο ο S. αρχικά, όταν είδε τα φώτα του αυτοκινήτου του S., η V. φοβήθηκε να πλησιάσει γιατί δεν γνώριζε εάν ήταν ο S. ή εάν επέστρεψε ο κατηγορούμενος. O S. οδηγούσε φοβισμένος, λόγω του ότι ο δρόμος ήταν απόμερος και υπήρχε σκοτάδι. Με τα φώτα του οχήματός του είδε κηλίδες αίματος στο δρόμο καθώς και ένα πεταμένο εσώρουχο και μια παντόφλα, η οποία άνηκε στη V. φώναξε τα ονόματα των δύο γυναικών, και αυτές μόλις κατάλαβαν ότι επρόκειτο για το S., έτρεξαν προς το μέρος του. Λίγα λεπτά αργότερα έφθασε και περιπολικό της αστυνομίας.
‑ Κατόπιν προτροπής της αστυνομίας, ο S. μετέφερε τις δύο γυναίκες στο τμήμα πρώτων βοηθειών του Νοσοκομείου Λεμεσού. Φτάνοντας στο νοσοκομείο, έκαναν εγγραφή και περίμεναν στο χώρο αναμονής μέχρι να τις εξετάσει κάποιος γιατρός. Περίμεναν εκεί για περίπου 1,5 ώρα και εφόσον ακόμη δεν είχαν κληθεί για εξέταση αποφάσισαν να φύγουν και να πάνε στο σπίτι της αδελφής της E., A., για να ξεκουραστούν, να κάνουν μπάνιο και να κοιμηθούν.
‑ Στις 21.03.24 μετέβηκαν ξανά στο νοσοκομείο για εξέταση. Η V. έλαβε εξιτήριο την ίδια μέρα ενώ η E., λόγω των τραυμάτων της, χρειάστηκε να παραμείνει για παρακολούθηση και εξήλθε του νοσοκομείου την επόμενη μέρα.
‑ Από την ιατρική εξέταση που έλαβε χώρα, διαπιστώθηκε ότι η E. έφερε εκχυμώσεις στην περιοχή του δεξιού ώμου‑βραχίονα, πολλαπλές εκχυμώσεις‑ εκδορές δεξιού αντιβραχίονα, αγκώνα και βραχίονα, πολλαπλές εκδορές στην περιοχή της θωρακικής και οσφυϊκής μοίρας, εκδορές στην περιοχή του αριστερού αγκώνα, πολλαπλές εκδορές με εγκαύματα τριβής γονάτων και κνήμης και εκδορές στην περιοχή του δεξιού γλουτού. Επίσης, παρατηρήθηκε άλγος στην περιοχή του δεξιού θωρακικού και κατόπιν ακτινολογικών εξετάσεων διαγνώσθηκε ότι έφερε οξύ κάταγμα στέρνου. Συγκεκριμένα, υπήρχε μία μικρή γωνίωση στο κάτω μέρος του σώματος του στέρνου.
‑ Σε σχέση με την V. V., διαπίστωσε ότι έφερε εγκαύματα τριβής δεξί και αριστερού γονάτου κνήμης πρόσθειας επιφάνειας, αιμάτωμα περιοχής αριστερού γονάτου έσω επιφάνειας και εκχυμώσεις αριστερού βραχίονα έσω επιφάνειας.»
Έχουμε με μεγάλη προσοχή εξετάσει καθετί που αφορά την υπό κρίση υπόθεση και τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης, τους οποίους εξετάζουμε κατωτέρω.
Με τους λόγους έφεσης 1, 4 και 5 προσβάλλεται η αξιολόγηση των Μ.Κ.2, 7 και 5 αντιστοίχως. Εξηγείται ότι η Μ.Κ.2 είναι η παραπονούμενη υπό αναφορά V. στο απόσπασμα ανωτέρω και οι Μ.Κ.7 και 5 οι υπό αναφορά Α. και S. αντιστοίχως. Για το επίδικο περιστατικό δεν κατέθεσε, ως μάρτυρας, η παραπονούμενη υπό αναφορά E. ανωτέρω. Δεδομένης της αμφισβήτησης αυτής της από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου αξιολόγησης της εν λόγω μαρτυρίας, καθίσταται βοηθητικό να επαναλάβουμε τις αρχές που αφορούν την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων. Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές, παραπέμποντας και στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:
· Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.
· Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.
· Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.
· Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.
· Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.
· Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.
Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»
Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι:
«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»»
Με τον πρώτο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα έκρινε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Η καταδίκη του εφεσείοντα είναι εσφαλμένη, καθ' ότι υπάρχει ανεπανόρθωτη ρωγμή στην πρωτόδικη κρίση. Η καταδίκη στηρίχθηκε στη θεωρηθείσα, λανθασμένα, αξιόπιστη μαρτυρία της παραπονούμενης. Ήταν όμως τρωτή η όλη μαρτυρία της παραπονούμενης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ακροσφαλής η καταδίκη του εφεσείοντα. Η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στην αρχή της ύπαρξης υποβόσκουσας αμφιβολίας ως προς το αληθές της. Κατά ανάλογο τρόπο αμφισβητείται η αξιολόγηση των Μ.Κ.7 και 5 με τους λόγους έφεσης 4 και 5 αντιστοίχως. Αιτιολογικά, για κάθε έναν από τους εν λόγω μάρτυρες, προβάλλονται σημεία από τη μαρτυρία τους τα οποία η πλευρά του εφεσείοντα θεωρεί ως ουσιώδεις αντιφάσεις που καθιστούν την αξιολόγηση του εκάστοτε μάρτυρα εσφαλμένη. Για δε τους Μ.Κ.2 και 7, λόγω της θέσης ότι η καταδίκη του εφεσείοντα στηρίχτηκε στη λανθασμένα κριθείσα ως αξιόπιστη μαρτυρία τους, η καταδίκη του εφεσείοντα καθίσταται ακροσφαλής.
Όσον αφορά την παραπονούμενη, αναφορά γίνεται σε σχέση με την περιγραφή των γεγονότων και της συμπεριφοράς του εφεσείοντα, την επάρκεια της μπαταρίας του τηλεφώνου της ώστε να προβεί στις ενέργειες που περιέγραψε, την περιγραφή του χτυπήματος που ανάφερε ότι δέχτηκε από το όχημα του εφεσείοντα, τη φυγή από το νοσοκομείο και επιστροφή την επομένη, την περιγραφή των όσων διαδραματίστηκαν πριν το επεισόδιο και την επικοινωνία της με τον Μ.Κ.7, αλλά και το αν οι παραπονούμενες ήταν μεθυσμένες.
Όσον αφορά τον Μ.Κ.7, επίκληση γίνεται αναφορών του σε σχέση με την επικοινωνία του με την παραπονούμενη και τον χρόνο που παρήλθε μέχρι να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία.
Όσον αφορά τη Μ.Κ.5, επίκληση γίνεται της περιγραφής της ως προς τις παραπονούμενες όταν τις είδε, με αμφισβήτησή της στη βάση του ότι αν τέτοια ήταν η κατάστασή τους πώς ήταν δυνατόν να έφυγαν από το νοσοκομείο για να κάνουν ντους και να κοιμηθούν.
Έχοντας διεξέλθει των όσων επικαλείται η πλευρά του εφεσείοντα, σε συνάρτηση με την προσκομισθείσα μαρτυρία στο σύνολό της και την πρωτόδικη απόφαση, έχουμε έντονα την άποψη ότι δεν είναι βάσιμες οι αιτιάσεις του εφεσείοντα. Έχουμε την εντύπωση ότι επιχειρείται η αναγωγή φραστικών τοποθετήσεων σε ουσιώδεις αντιφάσεις, ενώ είναι καθ' όλα αναμενόμενο, στη ζωντανή διαδικασία της δίκης, να προκύπτουν τέτοια, άνευ ιδιαίτερης σημασίας, φαινόμενα. Παράλληλα δε, διαφαίνεται μία προσπάθεια παρουσίασης αναφορών σε γεγονότα ως παράλογα, ενώ στο όλο φάσμα της υπόθεσης δεν είναι δυνατόν να κριθούν ως τέτοια.
Δεν είναι ορθή η απομόνωση αναφορών για να προβληθούν τέτοιες θεωρήσεις, αφού το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, πολυσύνθετο ως είναι, δεν περιορίζεται σε τέτοια αφοριστική συλλογιστική. Από μελέτη της προσκομισθείσας μαρτυρίας και μια σφαιρική μελέτη της πρωτόδικης απόφασης, διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, με λεπτομέρεια πραγματεύτηκε κάθε πτυχή της μαρτυρίας, εξηγώντας, μέσω ανάλυσης της μαρτυρίας και των γεγονότων, τον τρόπο που αξιολόγησε τους εν λόγω μάρτυρες.
Δεν εντοπίζουμε σφάλμα, ούτε στην προσέγγιση, ούτε στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Εξέτασε καθετί σχετικό, εντάσσοντας και αντιπαραβάλλοντας την κριθείσα μαρτυρία στο σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας και εξήγησε από πού αντλείται υποστήριξη. Κατέληξε δε στα συμπεράσματά του επί των γεγονότων, ως ανωτέρω παρατέθηκαν, χωρίς να υφίσταται πεδίο επέμβασής μας. Αβάσιμους κρίνουμε τους λόγους έφεσης 1, 4 και 5.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι η καταδίκη του εφεσείοντα ήταν ακροσφαλής και αποτέλεσμα λανθασμένων ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αφού με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν του, υποβόσκουν εύλογες αμφιβολίες για την ενοχή του εφεσείοντα. Αιτιολογικά, είναι η θέση της πλευράς του εφεσείοντα ότι με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αυτό έπρεπε να προβληματιστεί για συγκεκριμένα θέματα τα οποία επικαλείται.
Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους οι θέσεις της πλευράς του εφεσείοντα. Επίκληση γίνεται της θέσης ότι δεν τηρήθηκε η ορθή διαδικασία αναγνώρισης του εφεσείοντα και ότι για να δικαιολογηθεί αυτό προβλήθηκε η θέση ότι ο εφεσείων δεν αποδέχτηκε τη συμμετοχή του σε διαδικασία αναγνωριστικής παράταξης. Όμως, όπως προκύπτει και από την πρωτόδικη απόφαση, ο συγκεκριμένος μάρτυρας της Αστυνομίας (Μ.Κ.1) δεν αντεξετάστηκε επί των αναφορών του, ενώ αποτελεί αδιαμφισβήτητο δεδομένο της υπόθεσης, με βάση και τις θέσεις του ίδιου του εφεσείοντα, η συμμετοχή του στα γεγονότα της υπόθεσης, με διαφορετικούς ισχυρισμούς από μέρους του.
Επίκληση γίνεται για το θέμα του κατά πόσο οι παραπονούμενες ήταν μεθυσμένες. Όμως, σαφώς προκύπτει στην πρωτόδικη απόφαση η ενασχόληση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με το θέμα, η ανάλυση της σχετικής με αυτό μαρτυρίας και η κατάληξή του σε τελικό συμπέρασμα επί τούτου.
Επίκληση γίνεται της θέσης ότι υπήρχαν αμφιβολίες για το αληθές του παραπόνου της Μ.Κ.2, αφού οι παραπονούμενες συνοδεύτηκαν από δικηγόρο στην Αστυνομία για να δώσουν την κατάθεσή τους, κάτι που γεννά αμφιβολίες για τυχόν καθοδήγηση. Στην απουσία οποιασδήποτε συγκεκριμένης βάσης για τέτοιο ισχυρισμό, άνευ ερείσματος θεωρούμε τέτοια εισήγηση. Η παρουσία συνηγόρου από μόνη της ουδόλως δικαιολογεί τέτοια αφοριστική θέση.
Επίκληση γίνεται αναφορών του εφεσείοντα για επίθεση που εκείνος δέχτηκε από τις παραπονούμενες, οι οποίες δεν διερευνήθηκαν. Όμως, οι εκατέρωθεν θέσεις που προβλήθηκαν μέσω των καταθέσεων προβάλλουν τόσο ξεκάθαρες που δεν διαπιστώνεται να υφίσταται οποιοδήποτε κενό στη διερεύνηση της υπόθεσης.
Επίκληση γίνεται των τοποθετήσεων του Μ.Κ.8 (αστυνομικού που μετέβη στη σκηνή) αναφορικά με την τοποθέτησή του σε σχέση με την κατάσταση μέθης των παραπονουμένων. Όμως, διαπιστώνεται ότι το όλο ζήτημα της σχετικής τοποθέτησης του μάρτυρα ξεκαθάρισε πλήρως με τις εξηγήσεις που ο ίδιος έδωσε, κάτι, άλλωστε, που απασχόλησε και το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Επίκληση γίνεται σε αναφερόμενες αντιφάσεις μεταξύ θέσεων της Κατηγορούσας Αρχής κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα και θέσεων της Μ.Κ.2. Δεν θεωρούνται βάσιμες τέτοιες εισηγήσεις, ιδιαιτέρως ως αποτέλεσμα των όσων εξηγούνται ανωτέρω σχετικά με την αξιολόγηση της Μ.Κ.2 ως μάρτυρα.
Τέλος, επίκληση γίνεται της μαρτυρίας της Μ.Κ.5 όσον αφορά τα τραύματα των παραπονουμένων με τη θέση ότι πρόκειται περί μη πιστευτής και αντιφατικής μαρτυρίας. Η εισήγηση αυτή, επίσης, καλύπτεται από τα όσα αναφέρονται ανωτέρω σχετικά με την αξιολόγηση της μάρτυρος.
Δεν θεωρούμε ότι υπάρχει οποιαδήποτε βάση στα όσα προβάλλονται από πλευράς εφεσείοντα με τον υπό κρίση λόγο έφεσης. Ουδέν σφάλμα εντοπίζεται επί τούτων στην πρωτόδικη κρίση και άνευ ερείσματος κρίνεται ο λόγος έφεσης αυτός.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο στην τέταρτη κατηγορία, ήτοι αυτήν της βαριάς σωματικής βλάβης, καθ' ότι κάτι τέτοιο δεν υποστηριζόταν από το σύνολο της μαρτυρίας, ότι δηλαδή ο εφεσείων επέφερε στη συγκεκριμένη παραπονούμενη βαριά σωματική βλάβη. Αιτιολογικά, βάση για τη συγκεκριμένη θέση της πλευράς του εφεσείοντα αποτελεί το ότι η συγκεκριμένη παραπονούμενη δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου για να καταθέσει και να αντεξεταστεί επί των ισχυρισμών της, σε συνδυασμό με την ανεπάρκεια απόδειξης τέτοιας κατάστασης πραγμάτων από τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 και της ιατρού Μ.Κ.3.
Ούτε αυτόν τον λόγο έφεσης κρίνουμε βάσιμο. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε το σύνολο της μαρτυρίας που αφορούσε το υπό κρίση επεισόδιο, χωρίς να ήταν απαραίτητη, υπό τας περιστάσεις, η μαρτυρία της ίδιας της παραπονούμενης. Τα γεγονότα, ως έγιναν αποδεκτά από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως αποτέλεσμα της αξιόπιστης μαρτυρίας της Μ.Κ.2 αλλά και της ιατρικής μαρτυρίας που κατατέθηκε, επέτρεπαν την κατάληξη από το πρωτόδικο Δικαστήριο στα συμπεράσματα εκείνα επί των γεγονότων που στοιχειοθετούσαν την κατηγορία. Σαφώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι ο συγκεκριμένος τραυματισμός, όπως και οι υπόλοιποι, ήταν το αποτέλεσμα της επίθεσης που η συγκεκριμένη παραπονούμενη δέχτηκε από τον εφεσείοντα. Η δε κατάληξή του αυτή, καθ' όλα επιτρεπτή, ουδόλως φαίνεται να πάσχει ή να συγκρούεται, είτε με την κοινή λογική, είτε με υφιστάμενη μαρτυρία. Ούτε σφάλμα εντοπίζουμε στην πρωτόδικη κρίση, ούτε πεδίο επέμβασής μας σε αυτήν.
Τέλος, ο έκτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο σφάλμα εις το ότι έκρινε τον εφεσείοντα ένοχο στην 13η κατηγορία, ήτοι αυτήν της αμελούς και απερίσκεπτης πράξης, καθ' ότι κάτι τέτοιο δεν υποστηριζόταν από το σύνολο της μαρτυρίας. Προβάλλονται, και πάλι, ανάλογες με ανωτέρω αναφορές στη μαρτυρία, με την εισήγηση ότι η συναφής κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν υποστηριζόταν από το σύνολο της μαρτυρίας.
Δεδομένης της πρωτόδικης κρίσης επί των γεγονότων, αλλά και της δικής μας κρίσης ανωτέρω, είναι χρήσιμο να τεθεί, επί του προκειμένου, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, έχοντας αναλύσει τη νομική πτυχή του αδικήματος, εξήγησε ότι «Στην προκειμένη περίπτωση, ως έχω ήδη εξηγήσει πιο πάνω, ο κατηγορούμενος ενήργησε με αλόγιστο και απερίσκεπτο τρόπο, οδηγώντας το όχημά του, με περιορισμένη ορατότητα λόγω σκότους και με απότομη εκκίνηση και ψηλή, υπό τις περιστάσεις, ταχύτητα, προς την κατεύθυνση όπου η V. βρισκόταν κτυπημένη στο έδαφος. Η V. βλέποντας το όχημα να έρχεται κατά πάνω της προσπάθησε να σηκωθεί αλλά δεν πρόλαβε και το όχημα της κτύπησε στο γόνατο (συγκεκριμένα ο μπροστινός προφυλακτήρας αυτού), σπρώχνοντάς την προς τα πίσω και προκαλώντας της αιμάτωμα στο συγκεκριμένο σημείο του γονάτου. Υπό τις περιστάσεις, ο αλόγιστος και βεβιασμένος τρόπος με τον οποίο ενήργησε ο κατηγορούμενος εκφεύγει του βαθμού της αστικής αμέλειας και απολήγει σε τέτοια περιφρόνηση ως προς την ασφάλεια και σωματική ακεραιότητα του θύματος, ώστε να πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 236(α) του Π.Κ..».
Καθ' όλα επιτρεπτό είναι το εν λόγω συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, χωρίς να υφίσταται πεδίο επέμβασής μας στη σχετική πρωτόδικη κρίση. Αβάσιμος κρίνεται και αυτός ο λόγος έφεσης.
Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω, η παρούσα έφεση απορρίπτεται στο σύνολό της. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο