AYOUB FARID MICHEL SAAB κ.α. v. ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 218/2023, 26/2/2026
print
Τίτλος:
AYOUB FARID MICHEL SAAB κ.α. v. ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 218/2023, 26/2/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 218/2023)

 

26 Φεβρουαρίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

1.   AYOUB FARID MICHEL SAAB,

2.   MICHEL NORBERT SAAB (ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ FADI MICHEL SAAB),

Εφεσείοντες,

v.

 

ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ,

Εφεσίβλητη.

___________________________

Γ. Ζ. Γεωργίου μαζί με Π. Κατσαπρόκη, Μ. Κακουλλή (κα) και Μ. Αντωνίου, για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες.

Θ. Ραφτοπούλου (κα) για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη.

Γ. Μούντης με Η. Ταλιαδώρο για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 1 και 2.

Φρ. Χατζηχάννας για Χατζηχάννας & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τα Ενδιαφερόμενα Μέρη 3-145.

Θ. Κορφιώτης με Λ. Παπαχαραλάμπους για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εκκαθαριστή, Π. Ιωαννίδη.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την Τουμαζή, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.:  Η υπό κρίση έφεση στρέφεται εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 29.06.2023, στην Αίτηση Αρ. 123/2019, ECLI:CY:AD:2019:D349, ημερομηνίας 19.2.2019, που καταχώρισε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (στο εξής εφεσίβλητη) και με την οποία ζητούσε την εκκαθάριση του υποκαταστήματος της FBME Bank Ltd στην Κύπρο (στο εξής το υποκατάστημα της FBME), σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 33Β του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου του 1997 (Ν. 66(Ι)/1997), όπως τροποποιήθηκε, και τον διορισμό του Πέτρου Ιωαννίδη, ως εκκαθαριστή του εν λόγω υποκαταστήματος.   Η Αίτηση της εφεσίβλητης συνοδευόταν από ένορκη δήλωση της Μαρίας Κέττηρου, Αναπληρώτριας Ανώτερης Νομικής Λειτουργού στην υπηρεσία της εφεσίβλητης και συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Μιχάλη Στυλιανού, Προϊσταμένου της Μονάδας Εξυγίανσης της εφεσίβλητης.  Οι εφεσείοντες καταχώρισαν ένσταση, η οποία συνοδευόταν από την ένορκο δήλωση του εφεσείοντα 1. Οι ενόρκως δηλούντες αντεξετάστηκαν.  Οι εφεσείοντες ήταν οι μόνοι που προωθούσαν την ένσταση τους.  Στη διαδικασία συμμετείχαν το Deposit Insurance Board της Τανζανίας (DIP) και ομάδες καταθετών/πιστωτών.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τις ενστάσεις των εφεσειόντων, οι οποίοι εμφανίστηκαν ως πιστωτές, μέτοχοι και ως τελικοί ιδιοκτήτες της FBME Bank Ltd (στο εξής FBME), και εξέδωσε διάταγμα εκκαθάρισης του υποκαταστήματος της FBME, στην Κύπρο, «βάσει της Συμφωνίας ημερομηνίας 12.12.2022 μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και του Συμβουλίου Εγγύησης Καταθέσεων της Ενωμένης Δημοκρατίας της Τανζανίας (DIB) η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο στις 05.01.2023 («η Συμφωνία») και η οποία γίνεται Κανόνας Δικαστηρίου».  Εξέδωσε, επίσης, διάταγμα με το οποίο διόρισε τον Πέτρο Ιωαννίδη, ως εκκαθαριστή του υποκαταστήματος, βάσει της Συμφωνίας.

 

Θα προχωρήσουμε στην καταγραφή του ιστορικού της υπόθεσης, μέσα από τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, για καλύτερη κατανόηση των εγερθέντων ζητημάτων.

 

Η FBME είναι τράπεζα εγγεγραμμένη στην Τανζανία, αδειοδοτημένη από την Κεντρική Τράπεζα της Τανζανίας να ασκεί τραπεζικές εργασίες στην Τανζανία.  Το εγγεγραμμένο γραφείο της βρισκόταν στην Τανζανία.  Η FBME Τανζανίας ενεγράφη στην Κύπρο ως αλλοδαπή εταιρεία, στις 17.11.2003, δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113.  Η εφεσίβλητη, δυνάμει του Άρθρου 4 του Ν. 66(Ι)/1997, χορήγησε στην FBME, στις 8.9.2003, άδεια (η οποία τροποποιήθηκε μεταγενέστερα)  να λειτουργεί υποκατάστημα στην Κύπρο, για σκοπούς διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών.  Οι δραστηριότητες του υποκαταστήματος στην Κύπρο αντιπροσώπευαν περίπου το 90% των εργασιών της FBME.

 

Στις 17.7.2014, η Μονάδα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης του Υπουργείου Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών (FinCEN) κήρυξε την FBME ως χρηματοπιστωτικό ίδρυμα «πρωτίστης ανησυχίας για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες»

Οι συνέπειες από την απόφαση της FinCEN στη λειτουργία, τη ρευστότητα και τη βιωσιμότητα του υποκαταστήματος στην Κύπρο ήταν άμεσες και είχαν ως αποτέλεσμα, το υποκατάστημα να αδυνατεί να διεξάγει συνήθεις τραπεζικές εργασίες, περιλαμβανομένων συναλλαγών σε δολάριο Η.Π.Α. ή σε άλλα νομίσματα και να ανταποκριθεί άμεσα στην αποπληρωμή των υποχρεώσεων του έναντι καταθετών και άλλων πιστωτών.

 

Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης, η εφεσίβλητη έλαβε, στις 18.7.2014, το εποπτικό μέτρο της διαχείρισης των εργασιών του υποκαταστήματος της FBME.  Στις 21.7.2014 η εφεσίβλητη προέβη σε δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας διατάγματος προς τον σκοπό πώλησης των εργασιών του υποκαταστήματος της FBME και διορίστηκε ειδικός διαχειριστής του υποκαταστήματος από την Επιτροπή Εξυγίανσης.  Η πράξη όμως αυτή εξυγίανσης, προσβλήθηκε από την FBME με την Προσφυγή Αρ. 1024/2014 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου και ακυρώθηκε, ως παράνομη, με απόφαση ημερομηνίας 24.2.2022.  Εναντίον της εν λόγω απόφασης εκκρεμεί έφεση.

 

Στις 25.07.2014, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Τανζανίας ενημέρωσε, με επιστολή του, τη Διοικητή της εφεσίβλητης ότι η Κεντρική Τράπεζα της Τανζανίας ανέλαβε τη διαχείριση των εργασιών της FBME και ότι προς αυτό το σκοπό, διόρισε διαχειριστή.

 

Στις 15.10.2015, η Αρχή Εξυγίανσης (που ως τέτοια λειτουργεί η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου) αποφάσισε να αναστείλει την εφαρμογή του μέτρου εξυγίανσης που αφορούσε στην πώληση των εργασιών του υποκαταστήματος της FBME στην Κύπρο και να εισηγηθεί την ανάκληση της άδειας που δόθηκε στην FBME να λειτουργεί το υποκατάστημα στην Κύπρο.  Στις 21.12.2015, η Διοικητής της εφεσίβλητης, με τη σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου, ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας υποκαταστήματος της FBME, σύμφωνα με το Άρθρο 4Α(1)(α), (γ), (δ) και (ε) του Ν. 66(Ι)/1997.  Εναντίον της απόφασης, ημερομηνίας 21.12.2015, η FBME καταχώρισε την Προσφυγή Αρ. 1658/2015 εναντίον της εφεσίβλητης και της Επιτροπής Εξυγίανσης.

 

Με την Αίτηση Αρ. 905/2015, η οποία καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 22.12.2015, η εφεσίβλητη και η Αρχή Εξυγίανσης ζήτησαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την έκδοση διατάγματος για την ειδική εκκαθάριση της FBME, της εγγεγραμμένης στην Τανζανία,  και άλλων συναφών διαταγμάτων, στη βάση του Άρθρου 33Βδις του Ν.66(Ι)/1997, ως ίσχυε τότε.  Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της FBME και ορισμένων πιστωτών της.  Παραθέτουμε στο σημείο αυτό μέρος του Άρθρου 33Βδις του Ν. 66(Ι)/1997, όπως ίσχυε τότε για σκοπούς καλύτερης παρακολούθησης:

 

««33Βδις. (1) Ανεξάρτητα από το άρθρο 33Β, η Κεντρική Τράπεζα καταχωρεί αίτηση στο ∆ικαστήριο για έκδοση διατάγµατος ειδικής εκκαθάρισης και διορισµό ειδικού εκκαθαριστή τράπεζας ή ΣΠΙ αντίστοιχα ως το εδάφιο (2) στις περιπτώσεις όπου -

 

(α) έχει ανακληθεί άδεια λειτουργίας ΑΠΙ δυνάµει του άρθρου 30(1Α) ή δυνάµει του άρθρου 4Α ή έχει παραδοθεί άδεια λειτουργίας ΑΠΙ δυνάµει του άρθρου 4(6)· και

 

(β) το εν λόγω ΑΠΙ διατηρεί καταθέσεις που καλύπτονται σε περίπτωση που αυτό είναι τράπεζα από το Ταµείο Προστασίας Καταθέσεων Τραπεζών και σε περίπτωση που αυτό είναι ΣΠΙ από το Ταµείο Προστασίας Καταθέσεων ΣΠΙ όπως προβλέπονται από τον περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυµάτων Νόµο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· και

 

(γ) η ειδική εκκαθάριση του εν λόγω ΑΠΙ εξυπηρετεί το δηµόσιο συµφέρον..

 

[..]

 

(2)(α) Το ∆ικαστήριο εκδίδει το προβλεπόµενο στο εδάφιο (1) διάταγµα, εφόσον πεισθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο εν λόγω εδάφιο και διορίζει ειδικό εκκαθαριστή, και το ∆ικαστήριο διορίζει ειδικό εκκαθαριστή άλλο από τον Επίσηµο Παραλήπτη κατόπιν σύστασης της Κεντρικής Τράπεζας και αφού ακούσει τις απόψεις της, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 229 του περί Εταιρειών Νόµου.»

 

Παραθέτουμε, επίσης, το Άρθρο 2 του Νόμου ως ίσχυε τότε, όπου κάτω από τον τίτλο «Ερμηνεία», προβλέποντο τα ακόλουθα:

 

«2. (1)  Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

………………………………………………………………………………………..

"αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα" ή "ΑΠΙ" σημαίνει πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας δυνάμει του παρόντος Νόμου, τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης·».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με την απόφαση του ημερομηνίας 10.5.2017, έκρινε ότι δεν ικανοποιείτο η πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 33Βδις της ανάκλησης άδειας λειτουργίας,  καθώς και η τρίτη προϋπόθεση της ύπαρξης δημοσίου συμφέροντος από την ειδική εκκαθάριση της FBME, και απέρριψε την αίτηση.  

 

 Η πιο πάνω απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 10.5.2017, εφεσιβλήθηκε.  Το Ανώτατο Δικαστήριο, στην απόφαση Αναφορικά με την FBME Bank Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2017, ημερομηνίας 21.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A298, συμφώνησε με την πρωτόδικη απόφαση ότι δεν υφίστατο θέμα ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της FBME, σύμφωνα με το Άρθρο 33Βδις του Ν. 66(Ι)/97, γιατί ουδέποτε η FBME έλαβε τέτοια άδεια από την εφεσίβλητη - Κεντρική Τράπεζα και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας την έφεση.

 

Στις 13.04.2017, ο  περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2017 (Ν. 38(Ι)/2017) τροποποίησε τον Ν. 66(Ι)/1997, με σκοπό την εναρμόνιση της νομοθεσίας μας με Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.   Συγκεκριμένα, με τον εν λόγω τροποποιητικό Νόμο 38(Ι)/2017, τροποποιήθηκε το Άρθρο 2 του Ν. 66(Ι)/1997, ως ακολούθως:

 

«2. Το άρθρο 2 του βασικού νόμου τροποποιείται ως ακολούθως:

 

(α) Με την προσθήκη στο εδάφιο (1) αυτού, στην κατάλληλη αλφαβητική σειρά, των ακόλουθων νέων όρων και ορισμών τους:

 

………………………………………………………………………………………

 

“υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας” σημαίνει υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος, το οποίο πιστωτικό ίδρυμα συστάθηκε σε τρίτη χώρα και στο οποίο χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου για να ασκεί τραπεζικές δραστηριότητες στη Δημοκρατία και στο εξωτερικό από τη Δημοκρατία∙»∙

 

(β) με την αντικατάσταση στο εδάφιο (1) αυτού, του ορισμού του όρου «αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα» ή «ΑΠΙ» με τον ακόλουθο νέο ορισμό:

 

«“αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα” ή “ΑΠΙ” σημαίνει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

 

(α) πιστωτικό ίδρυμα που συστάθηκε στη Δημοκρατία και στο οποίο χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου,

 

(β) υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας,

 

(γ)   τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης που διέπεται από τον περί Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης Νόμο∙»∙»

 

Στις 5.5.2017, η Κεντρική Τράπεζα της Τανζανίας διέκοψε όλες τις τραπεζικές εργασίες της FBME, ανακάλεσε την άδεια της, την έθεσε υπό εκκαθάριση και διόρισε το Deposit Insurance Board της Τανζανίας (στο εξής DIB), ως εκκαθαριστή της FBME με ισχύ από 8.5.2017.

 

Στις 15.10.2018, η Αρχή Εξυγίανσης έλαβε την πρωτοβουλία να εισηγηθεί στην Κεντρική Τράπεζα να καταχωρήσει αίτηση στο Δικαστήριο για την έκδοση Διατάγματος Εκκαθάρισης του υποκαταστήματος της FBME στην Κύπρο.  Σε συνεδρίες ημερομηνίας 19.11.2018 και 29.11.2018, το Διοικητικό Συμβούλιο της εφεσίβλητης εξέτασε την εισήγηση της Αρχής Εξυγίανσης και στις 29.11.2018 αποφάσισε: α) να αποδεχθεί την εισήγηση της Αρχής Εξυγίανσης και β) ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που παρέχει στην εφεσίβλητη το Άρθρο 33Β του Ν. 66(Ι)/1997, να υποβάλει, αφού θα λαμβάνετο η συγκατάθεση της Αρχής Εξυγίανσης σύμφωνα με το Άρθρο 87(1) του Ν. 22(Ι)/2016, αίτηση εκκαθάρισης του υποκαταστήματος.  Η εφεσίβλητη, σε συνεδρία της ημερομηνίας 21.12.2018, αποφάσισε να αιτηθεί την έκδοση διατάγματος για τον διορισμό του Πέτρου Ιωαννίδη, ως εκκαθαριστή του υποκαταστήματος.

 

Στις 19.2.2019, καταχωρήθηκε, από την εφεσίβλητη, η Αίτηση Αρ. 123/2019.  Στις 12.12.2022, η εφεσίβλητη και το DIB υπέγραψαν μεταξύ τους Συμφωνία.  Με βάση την παράγραφο 1.2 της Συμφωνίας, τα μέρη συμφώνησαν για την κατάθεση της στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της Αίτησης Αρ. 123/2019, αλλά και στο πλαίσιο της Αίτησης Αρ. 373/2017, η οποία καταχωρίστηκε από το DIB και με την οποία ζητείτο, μεταξύ άλλων η αναγνώριση στην Κυπριακή Δημοκρατία του διορισμού του DIB ως εκκαθαριστή της FBME.  Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στην Αίτηση Αρ. 123/2019, κατατέθηκε η εν λόγω Συμφωνία, ημερομηνίας 12.12.2022, ως Τεκμήριο Α.  

 

Στις 29.6.2023, εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, στην Αίτηση Αρ. 123/2019, με την οποία εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης του υποκαταστήματος της FBME στην Κύπρο και διορίστηκε ο Πέτρος Ιωαννίδης εκκαθαριστής του υποκαταστήματος.

 

Οι εφεσείοντες δεν έμειναν ικανοποιημένοι με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και καταχώρισαν την υπό κρίση έφεση, με τους ακόλουθους λόγους έφεσης:

 

«Πρώτος Λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, στην προσβαλλόμενη απόφαση του, παρέλειψε να εξετάσει τον ισχυρισμό των Εφεσειόντων ότι η Αίτηση (εφεξής «η υπό έφεση Αίτηση») της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (εφεξής και «ΚΤΚ» και «Εφεσίβλητη») θα έπρεπε να απορριφθεί για το λόγο ότι ο περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2017 (Ν. 38(Ι)/2017), ο οποίος δημοσιεύτηκε στις 13/4/2017, δεν εφαρμόζεται στα περιστατικά της υπό έφεση Αίτησης, λόγω μη δυνατότητας αναδρομικής εφαρμογής του και/ή λανθασμένα εφάρμοσε στην υπό έφεση Αίτηση τον περί Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο του 1997 (Ν.66(Ι)/97) ως ίσχυε κατά την ημερομηνία καταχώρησης της υπό έφεση Αίτησης για να καταλήξει στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 33Β του περί Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου του 1997 (Ν.66(Ι)/97).

 

…………………………………………………………………………………………..

 

Δεύτερος Λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε λανθασμένη ερμηνεία της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Απριλίου 2001 για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και εσφαλμένα αποφάσισε ότι δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της FBME Bank Ltd και δη στην υπό έφεση Αίτηση και/ή παρέλειψε να εξετάσει κατά πόσον ο τροποποιητικός νόμος Ν.38(Ι0/2017 αποτελούσε ορθή εναρμόνιση του Ν.66(Ι)/1997 με την εν λόγω Οδηγία και/ή λανθασμένα έκρινε ότι οι πρόνοιες του Ν.66(Ι)/1997 υπερισχύουν αυτών της Οδηγίας για να καταλήξει στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η ΚΤΚ νομιμοποιείτο να καταχωρήσει την υπό έφεση Αίτηση.

 

…………………………………………………………………………………………..

 

Τρίτος Λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι κέκτητο δικαιοδοσίας να επιληφθεί της υπό έφεση Αίτησης καθότι λανθασμένα απέρριψε τη θέση των Εφεσειόντων περί ύπαρξης δεδικασμένου ένεκα της τελεσιδικίας και της έκδοσης απόφασης από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 905/2015, απόφαση την οποία επικύρωσε και το Ανώτατο Δικαστήριο με την απόφαση του στην Πολιτική Έφεση 168/2017.

 

…………………………………………………………………………………………..

 

Τέταρτος Λόγος Έφεσης

 

Άνευ βλάβης και/ή άνευ επηρεασμού των Λόγων Έφεσης 1, 2 και 3, το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή αντινομικά και/ή αντιφατικά εξέτασε τις δυο εκ των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 33Β του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου (Ν.66(Ι)/1997) χρησιμοποιώντας δύο διαφορετικά χρονικά σημεία ως ουσιώδεις χρόνους για την εξέταση των προϋποθέσεων αυτών του εν λόγω άρθρου και ως εκ τούτου λανθασμένα αποφάσισε ότι ικανοποιούντο και οι δύο προϋποθέσεις και/ή αγνοώντας και/ή παραγνωρίζοντας ότι τα ίδια ζητήματα είχαν εξεταστεί και αποφασιστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην Αίτηση Αρ. 905/2015 και/ή ότι επί του σημείου έχει ήδη εκδοθεί η σαφής ετυμηγορία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση του στην Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2017.

 

…………………………………………………………………………………………..

 

Πέμπτος Λόγος Έφεσης

 

Άνευ βλάβης και/ή άνευ επηρεασμού των Λόγων Έφεσης 1, 2 και 3, το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε ότι ικανοποιείτο η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 33Β του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου (Ν.66(Ι)/1997), ήτοι ότι υπήρξε άσκηση διακριτικής ευχέρειας από μέρους της Εφεσίβλητης, αγνοώντας την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Προσφυγή 1024/2014 ημερομηνίας 24/02/2022 με την οποία ακυρώθηκε το μέτρο εξυγίανσης το οποίο επιβλήθηκε στο υποκατάστημα FBME Bank Ltd στην Κύπρο και/ή καταλήγοντας ότι η ακύρωση του μέτρου εξυγίανσης από το Διοικητικό Δικαστήριο δεν επηρεάζει την υπό έφεση Αίτηση.

 

…………………………………………………………………………………………..

 

Έκτος Λόγος Έφεσης

 

Άνευ βλάβης και/ή άνευ επηρεασμού των Λόγων Έφεσης 1, 2 και 3, το Πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε εσφαλμένα ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 33Β του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου (Ν.66(Ι)/1997) ικανοποιείτο, παραλείποντας να εξετάσει το κατά πόσο η διακριτική ευχέρεια από μέρους της Εφεσίβλητης ασκήθηκε ορθά και νόμιμα και εντός των προβλεπόμενων και/ή επιτρεπόμενων ορίων, παραβιάζοντας και/ή καταστρατηγώντας με αυτόν τον τρόπο τα θεμελιώδη Συνταγματικά δικαιώματα των Εφεσειόντων και/ή λανθασμένα αποφάσισε ότι οι ισχυρισμοί των Εφεσειόντων περί κακόπιστης και καταχρηστικής καταχώρησης της υπό έφεση Αίτησης από την Εφεσίβλητη είναι ατεκμηρίωτοι.

 

…………………………………………………………………………………………..

 

Έβδομος Λόγος Έφεσης

 

Άνευ βλάβης και/ή άνευ επηρεασμού των Λόγων Έφεσης 1, 2 και 3, το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει τον ισχυρισμό των Εφεσειόντων ότι κατόπιν της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Προσφυγή 1024/2014 ημερομηνίας 24/02/2022 και της ακύρωσης του μέτρου εξυγίανσης που επιβλήθηκε στο υποκατάστημα της FBME Bank Ltd στην Κύπρο, θα έπρεπε να αγνοήσει και/ή να μην λάβει υπόψη και/ή να θεωρήσει ως μη γενόμενο το γεγονός της ανάκλησης από την Εφεσίβλητη της άδειας της FBME Bank Ltd να λειτουργεί υποκατάστημα στην Κύπρο.

 

 

…………………………………………………………………………………………..

 

Όγδοος Λόγος Έφεσης

 

Άνευ βλάβης και/ή άνευ επηρεασμού των Λόγων Έφεσης 1, 2 και 3, το Πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε λανθασμένη αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας κρίνοντας, αφενός, τους μάρτυρες της Εφεσίβλητης ως αξιόπιστους και αξιολογώντας τη μαρτυρία τους ως σαφή, θετική, επεξηγηματική, πλήρως διαφωτιστική και ειλικρινή και, αφετέρου, απορρίπτοντας τη μαρτυρία του μάρτυρα των Εφεσειόντων.

 

…………………………………………………………………………………………..

 

Ένατος Λόγος Έφεσης

 

Άνευ βλάβης και/ή άνευ επηρεασμού των Λόγων Έφεσης 1, 2 και 3, τα εκδοθέντα από το Δικαστήριο Διατάγματα είναι αντινομικά και/ή εσφαλμένα και/ή αντίθετα με τις πρόνοιες του Ν.66(Ι)/1997, βάσει του οποίου φαίνεται να εκδόθηκαν.

 

…………………………………………………………………………………………..

 

Δέκατος Λόγος Έφεσης

 

Άνευ βλάβης και/ή άνευ επηρεασμού των Λόγων Έφεσης 1, 2 και 3, ο διορισμός του κ. Πέτρου Ιωαννίδη στη θέση του εκκαθαριστή είναι λανθασμένος εφόσον το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι κατέχει την απαραίτητη και/ή οποιαδήποτε εμπειρία και τα απαραίτητα προσόντα που να τον καθιστούν κατάλληλο για τη θέση του εκκαθαριστή και που να δικαιολογούν τον διορισμό του αντί του Επίσημου Παραλήπτη και/ή λανθασμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο συγκατατέθηκε στο διορισμό του ως εκκαθαριστής.»

 

Έχουμε εξετάσει με προσοχή όλα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, με τα εμπεριστατωμένα περιγράμματα τους και τις προφορικές αγορεύσεις, έθεσαν ενώπιον μας.

 

Θεωρούμε ορθότερο να ξεκινήσουμε με τον τρίτο λόγο έφεσης ο οποίος στρέφεται εναντίον της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει τη θέση των εφεσειόντων περί ύπαρξης δεδικασμένου.  Συγκεκριμένα, οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι η Αίτηση Αρ. 123/2019, αντικείμενο της υπό κρίση έφεσης, έπρεπε να απορριφθεί στη βάση του δεδικασμένου, λόγω της Αίτησης Αρ. 905/2015 η οποία καταχωρήθηκε από την εφεσίβλητη και με την οποία ζητούσε, όπως καταγράφεται στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 10.05.2017, διάταγμα εκκαθάρισης όχι του υποκαταστήματος, αλλά της αλλοδαπής Τράπεζας.  Σύμφωνα με τον πιο πάνω ισχυρισμό, δεδικασμένο δημιουργήθηκε και λόγω της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναφορικά με την FBME Bank Ltd, ημερομηνίας 21.6.2018 (ανωτέρω), η οποία επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Ο δικηγόρος των εφεσειόντων υποστήριξε πως, παρά το ότι στην Αίτηση Αρ. 905/2015 ζητείτο η έκδοση διατάγματος για εκκαθάριση της FBME Bank Ltd της Τανζανίας, εντούτοις, μέσω της μαρτυρίας που προσκομίστηκε στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, διεφάνη ξεκάθαρα ότι εκείνο που πραγματικά επεδίωκε η εφεσίβλητη από το 2015, ήταν η εκκαθάριση του υποκαταστήματος στην Κύπρο και όχι η εκκαθάριση της ίδιας της FBME Bank Ltd Τανζανίας.  Η εφεσίβλητη με την Αίτηση Αρ. 905/2015, επεδίωκε την εκκαθάριση της FBME Bank Ltd Τανζανίας, δυνάμει του Άρθρου 33Βδις του Ν. 66(Ι)/1997, με σκοπό, σύμφωνα με το επιχείρημα, η εκκαθάριση να περιοριστεί στα περιουσιακά στοιχεία του υποκαταστήματος και απέτυχε.  Συνεπεία της αποτυχίας, καταχώρισε την Αίτηση Αρ. 123/2019, αυτή τη φορά με αίτημα την εκκαθάριση του υποκαταστήματος της FBME, δυνάμει του Άρθρου 33Β του Ν. 66(Ι)/1997.  Πέραν της ταύτισης των διαδίκων και την ταύτιση των πραγματικών δεδομένων των δύο αιτήσεων, υπάρχει και ταύτιση των νομικών θεμάτων, εφόσον αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση τόσο με το Άρθρο 33Βδις, όσο και με το Άρθρο 33Β του Ν. 66(Ι)/1997, η ανάκληση της άδειας λειτουργίας ΑΠΙ (αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα) δυνάμει του Άρθρου 4Α του Ν. 66(Ι)/1997.

 

Τόσο οι δικηγόροι της εφεσίβλητης, όσο και οι δικηγόροι των ενδιαφερομένων μερών (πιστωτών/καταθετών) και οι δικηγόροι του DIB Τανζανίας και του Εκκαθαριστή του υποκαταστήματος της FBME στην Κύπρο, υποστήριξαν την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν υφίστατο δεδικασμένο.  Ειδικότερα, προβλήθηκε πως τα γεγονότα στην Αίτηση Αρ. 123/2019 ήταν διαφορετικά από τα γεγονότα στην Αίτηση Αρ. 905/2015, ότι το αντικείμενο των δύο Αιτήσεων ήταν εντελώς διαφορετικό, εφόσον η Αίτηση Αρ. 905/2015 και η σχετική με αυτήν Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2017 (ανωτέρω), αφορούσαν αίτημα για εκκαθάριση της FBME Bank Ltd, δηλαδή της Τανζανικής Τράπεζας και όχι του υποκαταστήματος στην Κύπρο, ενώ το αίτημα στην Αίτηση αρ. 123/2019 αφορούσε την εκκαθάριση του υποκαταστήματος και ότι η Αίτηση Αρ. 905/2015 είχε καταχωρηθεί με βάση το Άρθρο 33Βδις του Ν. 66(Ι)/1997, όπως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενώ η Αίτηση Αρ. 123/2019 καταχωρήθηκε με βάση το Άρθρο 33Β του Ν. 66(Ι)/1997, ως τροποποιήθηκε με τον Ν. 38(Ι)/2017, στις 13.4.2017. 

 

Το κώλυμα λόγω δεδικασμένου συναρτάται με την αρχή της τελεσιδικίας.  Στην Κύπρος Ανδρέου ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαίρης Σεβαστού κ.α. v. Νικηφόρου, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε49/2016, ημερομηνίας 16.1.2025, λέχθηκαν τα εξής:

 

«Κώλυμα λόγω δεκασμένου είναι δυνατό να εγερθεί στις περιπτώσεις που ένα επίδικο γεγονός ενώ έχει αποφασιστεί δικαστικά με τελεσίδικο τρόπο, επανεμφανίζεται σε μεταγενέστερη δικαστική διαδικασία μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Κώλυμα του είδους, είναι δυνατό να προκύπτει τόσο σε σχέση με την αιτία της αγωγής (cause of action estoppel) όσο και σε σχέση με το επίδικο θέμα (cause of issue estoppel) (βλ. Υπουργός Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Θεοδόση Μυλωνά (2002) 1 Α.Α.Δ. 120, Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Παναγιώτου κ.α. (2014) 1(Α) Α.Α.Δ. 558, Θεοδώρου ν. Μάντη (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1036 και Halsbury' s Laws of England, 5th Edition, Vol. 12, par. 1169). Είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο κώλυμα - είτε λόγω απόφασης επί της ίδιας της αιτίας της αγωγής είτε λόγω απόφασης επί επίδικου θέματος - αφορά βασικά την αποτροπή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας.»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε τους ισχυρισμούς ότι υφίστατο δεδικασμένο, με το ακόλουθο σκεπτικό:

 

«Ως προκύπτει από τα γεγονότα η Αίτηση αρ. 905/2015 αφορούσε αίτημα της Αιτήτριας για εκκαθάριση της FBME Bank Ltd της Τανζανίας, και όχι αίτημα εκκαθάρισης του Υποκαταστήματος της FBME όπως υποβάλλεται το αίτημα με την παρούσα διαδικασία.

 

Η εν λόγω Αίτηση είχε καταχωριστεί με βάση το άρθρο 33Βδις του Νόμου 66(Ι)/97, όπως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, και όχι με βάση το άρθρο 33Β που καταχωρείται η παρούσα αίτηση ενώ, το άρθρο 33Β δεν ήταν καν το ίδιο αλλά έχει τροποποιηθεί στον χρόνο καταχώρησης της παρούσας.

 

Επιπρόσθετα, ορθή είναι και η θέση της κυρίας Ραφτοπούλου ότι οι συνθήκες καταχώρησης της είναι διαφορετικές αφού η Αίτηση αρ. 905/15 είχε καταχωριστεί πριν την απόφαση ημερομηνίας 5 Μαΐου 2017 της Κεντρικής Τράπεζας της Τανζανίας να ανακαλέσει την τραπεζική άδεια της FBME Bank Ltd και να θέσει την τράπεζα υπό εκκαθάριση διορίζοντας το DIB ως εκκαθαριστές της FBME Bank Ltd με ισχύ από 08.05.17. Η Αιτήτρια στην παρούσα υπόθεση ζητά την έκδοση διατάγματος για εκκαθάριση του Υποκαταστήματος FBME στην Κύπρο και όχι της τράπεζας στην Τανζανία και τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται είναι διαφορετικά από αυτά που στηρίχτηκε η Αίτηση αρ. 905/15, αφού πλέον η μητρική τράπεζα στην Τανζανία βρίσκεται υπό καθεστώς εκκαθάρισης.»

 

Εξετάζοντας τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, κρίνουμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υφίστατο κώλυμα λόγω δεδικασμένου.  Η Αίτηση Αρ. 905/2015 και η Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2017 (ανωτέρω) με την απόφαση της οποίας επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση στην Αίτηση Αρ. 905/2015, αφορούσαν αίτημα για εκκαθάριση της FBME Bank Ltd, δηλαδή της Τανζανικής τράπεζας.  Αυτό επιβεβαιώνεται και από την απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2017 (ανωτέρω) όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η διαπίστωση περαιτέρω  του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι στην ουσία η αίτηση αποσκοπούσε στην ειδική εκκαθάριση της FBME, εγγεγραμμένης και αδειοδοτημένης  Τράπεζας στην Τανζανία, και ως τέτοια δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις  του άρθρου 33Βδις(1)(α) του Νόμου μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους.».  Περαιτέρω, η νομική θεμελίωση της Αίτησης Αρ. 905/2015 στηρίζετο στο Άρθρο 33Βδις του Ν. 66(Ι)/1997 ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενώ η υπό έφεση Αίτηση Αρ. 123/2019 στο Άρθρο 33Β του Νόμου, ως ίσχυε κατά τον χρόνο καταχώρισης της εν λόγω Αίτησης.  Επιπρόσθετα, νέα γεγονότα επεσυνέβησαν μετά την καταχώριση της Αίτησης Αρ. 905/2015, όπως η απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Τανζανίας, ημερομηνίας 5.5.2017, να ανακαλέσει την τραπεζική άδεια της FBME και να θέσει την τράπεζα υπό εκκαθάριση, με ισχύ από 8.5.2017, η οποία δεν απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο στην Αίτηση Αρ. 905/2015.

 

Καταλήγουμε πως δεν προκύπτει θέμα δεδικασμένου στην υπό κρίση υπόθεση.

 

Ενόψει των πιο πάνω, ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Θα εξετάσουμε τους πρώτο και τέταρτο λόγους έφεσης μαζί, λόγω της συνάφειας τους, εφόσον και οι δύο περιστρέφονται γύρω από το νομικό καθεστώς που κατ’ ισχυρισμό το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να εφαρμόσει.

 

Συγκεκριμένα, με τον πρώτο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει τη θέση τους πως η υπό έφεση Αίτηση Αρ. 123/2019, θα έπρεπε να απορριφθεί για τον λόγο ότι ο περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2017 (Ν. 38(Ι)/2017) με τον οποίο δόθηκε πλέον η δυνατότητα στην εφεσίβλητη να αιτείται και την εκκαθάριση υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων τρίτων χωρών, εντάσσοντας τα στην έννοια του όρου ΑΠΙ, δημοσιεύτηκε στις 13.4.2017 και δεν είχε αναδρομική εφαρμογή.   

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες παραπονούνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα εξέτασε τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 33Β του Ν. 66(Ι)/1997, για την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης του υποκαταστήματος, θέτοντας δύο διαφορετικά χρονικά σημεία ως ουσιώδεις χρόνους για κάθε μία εκ των δύο προϋποθέσεων και, ως εκ τούτου, λανθασμένα αποφάσισε ότι αυτές ικανοποιούντο.  Σύμφωνα με το επιχείρημα, ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά εξέτασε τη δεύτερη προϋπόθεση υπό το φως των προνοιών του Ν. 66(Ι)/1997 και, ειδικότερα, του Άρθρου 4Α, ως ίσχυαν στις 21.12.2015 (ημερομηνία ανάκλησης της άδειας της FBME να λειτουργεί υποκατάστημα στην Κύπρο), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση έθεσε λανθασμένα ως ουσιώδη χρόνο τις 19.2.2019, ήτοι την ημερομηνία καταχώρισης της Αίτησης Αρ. 123/2019, εφαρμόζοντας το Άρθρο 2 του Ν. 66(Ι)/1997, ως αυτό ίσχυε κατά την εν λόγω ημερομηνία.  Ως αποτέλεσμα, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε εσφαλμένη ερμηνεία στον όρο ΑΠΙ, εφόσον αντί να εφαρμόσει το Άρθρο 2 του Νόμου ως ίσχυε στις 21.12.2015, που είναι η ουσιώδης ημερομηνία, το εφάρμοσε ως ίσχυε στις 19.2.2019 και έτσι οδηγήθηκε στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι ικανοποιείτο η πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 33Β του Νόμου, ήτοι ότι το υποκατάστημα της FBME στην Κύπρο είναι ΑΠΙ και έτσι οδηγήθηκε στην, επίσης, λανθασμένη κατάληξη ότι ικανοποιείτο και η δεύτερη προϋπόθεση.  Περαιτέρω, οι εφεσείοντες προέβαλαν πως λόγω του ότι πολύ πριν την καταχώριση της Αίτησης Αρ. 123/2019, η Κεντρική Τράπεζα της Τανζανίας, στις 05.05.2017 ανακάλεσε την άδεια της και διόρισε εκκαθαριστή με ισχύ από 08.05.2017, δεν ήταν πλέον ΑΠΙ, ούτε η FBME, ούτε το υποκατάστημα και επομένως, δεν μπορούσε να καταχωρηθεί η Αίτηση στη βάση του Ν. 66(Ι)/1997.  Διατείνονται, επίσης, ότι με την απόρριψη της Αίτησης Αρ. 905/2015 και την απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2017, δημιουργήθηκαν δικαιώματα υπέρ της FBME και του υποκαταστήματος και αναγνωρίστηκε το δικαίωμα τους ότι δεν ήταν δυνατό να εκκαθαριστούν, με βάση τον Ν. 66(Ι)/1997.   Αντιθέτως, η εφεσίβλητη υποστήριξε ότι η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση των πρώτων δύο προϋποθέσεων του Άρθρου 33Β του Νόμου ήταν καθόλα ορθή.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο Άρθρο 33Β του Ν. 66(Ι)/1997, όπως διαμορφώθηκε με τον τροποποιητικό Νόμο 89(Ι)/2018 και στις προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης του υποκαταστήματος.  Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα:

 

«Το άρθρο 33Β του Ν.66(Ι)/1997 προβλέπει ότι η αίτηση για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης και διορισμό εκκαθαριστή Αδειοδοτημένου Πιστωτικού Ιδρύματος («ΑΠΙ») καταχωρείται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Το ίδιο το άρθρο προβλέπει για τη διαδικασία εκκαθάρισης του πιστωτικού ιδρύματος, ανεξαρτήτως των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου που ισχύουν για την περίπτωση εταιρειών. Το πιο πάνω άρθρο, όπως διαμορφώθηκε με τον τροποποιητικό Νόμο 89(Ι)/2018 έχει ως ακολούθως:

 

«33Β. Ανεξαρτήτως των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου για την εκκαθάριση εταιρείας και των διατάξεων του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου αναφορικά με την εκκαθάριση συνεργατικής εταιρείας, η ανάκληση της άδειας λειτουργίας ΑΠΙ δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4Α, δεν αποτελεί λόγο εκκαθάρισης αυτού, παρά μόνο κατά τη διακριτική ευχέρεια της Κεντρικής Τράπεζας και μετά από απόφαση του Δικαστηρίου σε υποβληθείσα υπό της Κεντρικής Τράπεζας αίτηση, το οποίο για το διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή ή εκκαθαριστή ΑΠΙ άλλου από τον Επίσημο Παραλήπτη, ακούει προηγουμένως τις απόψεις της Κεντρικής Τράπεζας:

Νοείται ότι, σε περίπτωση εκούσιας εκκαθάρισης, τα καταστατικά όργανα του ΑΠΙ ζητούν την γνώμη της Κεντρικής Τράπεζας προτού λάβουν τέτοια απόφαση, ενώ σε περίπτωση εκκαθάρισης, είτε από το Δικαστήριο, είτε υπό την επίβλεψη Δικαστηρίου, το Δικαστήριο ενημερώνει αμέσως την Κεντρική Τράπεζα για τη λήψη της εν λόγω απόφασης:

Νοείται περαιτέρω ότι οποιαδήποτε απόφαση για εκκαθάριση ΑΠΙ τυγχάνει εφαρμογής και επιφέρει αμέσως αποτελέσματα σε όλα τα κράτη-μέλη, στα οποία το ΑΠΙ διατηρεί υποκαταστήματα,  χωρίς άλλες διατυπώσεις:

Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ανεξαρτήτως των προνοιών οποιουδήποτε άλλου νόμου, και τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 33Η, 33Θ, 33Ι, 33Κ και 33Λ, σε περίπτωση υποκαταστήματος πιστωτικού ιδρύματος που έχει την έδρα του σε κράτος-μέλος άλλο από τη Δημοκρατία, οποιαδήποτε απόφαση για εκκαθάριση του πιστωτικού ιδρύματος που λαμβάνεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης, αναγνωρίζεται και επιφέρει αποτελέσματα χωρίς περιορισμούς στη Δημοκρατία από τη στιγμή που αναγνωρίζεται και επιφέρει αποτελέσματα στο κράτος-μέλος προέλευσης, και η διαδικασία εκκαθάρισης και όλα τα θέματα που αναφέρονται στο άρθρο 33Α διέπονται από τη νομοθεσία που ισχύει στο κράτος-μέλος προέλευσης, ενώ οι πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου ή του περί των Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, τυγχάνουν εφαρμογής στη Δημοκρατία στο βαθμό που δεν συγκρούονται με τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους-μέλους προέλευσης.»

 

Από το πιο πάνω άρθρο προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις που θα εξετάσει το Δικαστήριο για να αποφασίσει κατά πόσο θα εγκρίνει την παρούσα Αίτηση και θα εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης του Υποκαταστήματος είναι:

 

(1) Kατά πόσο το Υποκατάστημα εμπίπτει στον όρο «ΑΠΙ- Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ίδρυμα» του Νόμου 66(Ι)/1997.

 

(2) Κατά πόσο η άδεια λειτουργίας του Υποκαταστήματος ανακλήθηκε δυνάμει του άρθρου του Νόμου 66(Ι)/1997, και

 

(3) Κατά πόσο η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου άσκησε τη διακριτική ευχέρεια της και αποφάσισε να υποβάλει αίτηση για εκκαθάριση του Υποκαταστήματος και διορισμό Εκκαθαριστή.»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε, στη συνέχεια, το Άρθρο 2 του Νόμου, ως ίσχυε κατά τον χρόνο καταχώρισης της Αίτησης Αρ. 123/2019, ECLI:CY:AD:2019:D349, δηλαδή στις 19.2.2019 και απέρριψε τον ισχυρισμό των εφεσειόντων ότι το υποκατάστημα της FBME δεν μπορούσε να εκκαθαριστεί, καθότι δεν ήταν ΑΠΙ.

 

Το Δικαστήριο κατέληξε πως, υπό το φως των συνδυασμένων διατάξεων του Άρθρου 2 και του Άρθρου 4 του Νόμου, το υποκατάστημα της FBME, ως υποκατάστημα τρίτης χώρας στο οποίο δυνάμει του Άρθρου 4 δόθηκε άδεια λειτουργίας στην Κύπρο, ενέπιπτε στον ορισμό του αδειοδοτημένου πιστωτικού ιδρύματος και, ως εκ τούτου, ικανοποιείτο η πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 33Β του Νόμου.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξετάζοντας, στη συνέχεια, κατά πόσο η άδεια λειτουργίας του υποκαταστήματος ανακλήθηκε, δυνάμει του Άρθρου 4Α του Νόμου, παρέθεσε το εν λόγω Άρθρο, ως ίσχυε στις 21.12.2015, ημερομηνία της ανάκλησης και το οποίο προέβλεπε τα ακόλουθα:

 

«4Α. (1)  Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να ανακαλέσει την άδεια ΑΠΙ μόνον όταν το ΑΠΙ –

 

(α) δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός έτους, παραιτείται ρητώς απ’ αυτήν ή έπαυσε να ασκεί τη δραστηριότητά του για περίοδο μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών, εκτός αν η Κεντρική Τράπεζα έχει θέσει ως προϋπόθεση ότι στις περιπτώσεις αυτές η άδεια παύει να ισχύει,

 

(β) απέκτησε την άδεια με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο,

 

(γ) δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους του χορηγήθηκε η άδεια,

 

(δ) δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που προβλέπονται στο Τρίτο, Τέταρτο και Έκτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 26Θ και των εδαφίων (1) και (4) του άρθρου 30 του παρόντος Νόμου ή δεν παρέχει πλέον την εγγύηση ότι δύναται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του και ιδίως δεν παρέχει πλέον την ασφάλεια των κεφαλαίων που του έχουν εμπιστευθεί οι καταθέτες του,

 

(ε) υπάγεται σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση ανάκλησης άδειας λειτουργίας που προβλέπεται στην κυπριακή νομοθεσία, όπως τα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 7 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου,

 

(στ) διαπράττει μία από τις παραβάσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 41Δ.

 

(2) Η ανάκληση της άδειας λειτουργίας πρέπει να είναι αιτιολογημένη και οι λόγοι να γνωστοποιούνται από την Κεντρική Τράπεζα στους ενδιαφερόμενους.

 

(3) Η Κεντρική Τράπεζα κοινοποιεί στην ΕΑΤ κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας μαζί με τους λόγους της σχετικής ανάκλησης».

 

Το Δικαστήριο κατέληξε ότι ικανοποιείτο και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 33Β του Νόμου, με το ακόλουθο σκεπτικό:

 

«Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου αφού ακολουθήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το Νόμο 66(Ι)/97, η Διοικητής με τη σύμφωνη γνώμη του  Διοικητικού Συμβουλίου αποφάσισε στις 21.12.2015 να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας Υποκαταστήματος της FBME Bank Ltd σύμφωνα με το άρθρο 4Α(1)(α), (γ), (δ) και (ε) του Νόμου 66(Ι)/97 και ενημέρωσε σχετικά τον κύριο Mafuru, καθώς επίσης τον Ειδικό Διαχειριστή του Υποκαταστήματος στην Κύπρο. Η εν λόγω διοικητική πράξη παρά το ότι έχει προσβληθεί από την FBME Bank LTD με την Προσφυγή αρ. 1658/15 αυτή δεν έχει ακυρωθεί και ως εκ τούτου παραμένει σε ισχύ. Ως εκ τούτου και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 33Β ικανοποιείται.»

 

Ως προς τον ισχυρισμό περί μη αναδρομικότητας του Ν. 38(Ι)/2017 ώστε το υποκατάστημα τρίτης χώρας να μην εμπίπτει στον ορισμό του ΑΠΙ, σημειώνουμε πως το Ανώτατο Δικαστήριο, στην Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2017 (ανωτέρω), ανέφερε ότι ο εν λόγω Νόμος δεν είχε εφαρμογή στα γεγονότα της πρωτόδικης διαδικασίας στην Αίτηση Αρ. 123/2019, διότι ο «τροποποιητικός Νόμος 38(Ι)/2017 δημοσιεύθηκε στις 13.4.2017, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της εκδίκασης της αίτησης και πριν την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, οπότε δεν εφαρμόζεται, στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης».  Στην υπό κρίση έφεση όμως, κατά τον χρόνο καταχώρισης της Αίτησης Αρ. 123/2019, ECLI:CY:AD:2019:D349, στις 19.02.2019, ο όρος «ΑΠΙ», περιλάμβανε ήδη από τις 13.4.2017, με τον τροποποιητικό Νόμο 38(Ι)/2017, και το «υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας».  Επομένως, το υποκατάστημα της FBME, με την εν λόγω τροποποίηση, κατέστη «αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα» ή «ΑΠΙ».  Σύμφωνα με τη νομολογία, το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά τον χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος (βλ. Δημητρίου Ανδρέας, άλλως Ανδρέας Δημητρίου Στυλιανού (2012) 1 Α.Α.Δ. 834). 

 

Στην εκκαλούμενη απόφαση, η νομική βάση της Αίτησης εδράζετο στο Άρθρο 33Β του Ν. 66(Ι)/1997, ως ίσχυε κατά τον χρόνο καταχώρισης.  Πουθενά δεν γίνεται πρόνοια ότι το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 33Β, ως ίσχυαν κατά τη μέρα ανάκλησης του ΑΠΙ.  Ορθά, κατά την κρίση μας, η ευπαίδευτη πρωτόδικη Δικαστής, εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις του Ν. 66(Ι)/1997, ως ίσχυαν τον Φεβρουάριο του 2019, ημερομηνία δηλαδή της καταχώρισης της Αίτησης Αρ. 123/2019, και εξέτασε κατά πόσο ικανοποιούνταν οι τρεις προϋποθέσεις που έθετε το Άρθρο 33Β προς τον σκοπό έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης της FBME.  Δεν συμφωνούμε με την εισήγηση των εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ως ουσιώδη χρόνο, την ημερομηνία ανάκλησης της άδειας της FBME να λειτουργεί υποκατάστημα στην Κύπρο.  Το Δικαστήριο, ορθώς κατά την κρίση μας, εξέτασε κατά πόσο συνέτρεχε η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 33Β, δηλαδή κατά πόσο η άδεια λειτουργίας του υποκαταστήματος ανακλήθηκε δυνάμει του Άρθρου 4Α, ως ίσχυε στις 21.12.2015, με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και συγκεκριμένα με αναφορά στο παραδεκτό γεγονός ότι η άδεια ανακλήθηκε στις 21.12.2015. 

 

Ως εκ των ανωτέρω, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι έφεσης κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες προβάλλουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε λανθασμένη ερμηνεία της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Απριλίου 2001, για την εξυγίανση και την εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων και αποφάσισε ότι δεν εφαρμόζετο στην περίπτωση της FBME.    Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία, εκείνο που προνοεί η Οδηγία, με το Άρθρο 1 αυτής, είναι ότι η εκκαθάριση υποκαταστήματος πιστωτικού ιδρύματος που συστάθηκε εκτός της Κοινότητας, είναι δυνατή και επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση όπου το συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα διατηρεί υποκαταστήματα σε τουλάχιστο δύο κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Αντίθετα με τα όσα προνοεί η Οδηγία, ο Ν. 66(Ι)/97, μετά την τροποποίηση με τον Ν. 38(Ι)/2017, παρέχει τη δυνατότητα στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να αιτείται την εκκαθάριση υποκαταστήματος πιστωτικού ιδρύματος τρίτης χώρας, χωρίς να θέτει ως ελάχιστη προϋπόθεση την ύπαρξη υποκαταστήματος του συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος σε, τουλάχιστον ακόμα ένα κράτος μέλος, πέραν της Κύπρου.  Συνεπώς, σύμφωνα με το επιχείρημα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν έπρεπε να εφαρμόσει τον Ν. 66(Ι)/1997, ως έχει τροποποιηθεί με τον Ν. 38(Ι)/2017, λόγω αυτής της παράβασης συμμόρφωσης του Νόμου με την Οδηγία.  Οι συνήγοροι της εφεσίβλητης, των ενδιαφερόμενων μερών και του εκκαθαριστή υποστήριξαν ότι ο ισχυρισμός αυτός των εφεσειόντων δεν εξειδικεύεται στους λόγους της ένστασης, αλλά ούτε και στην ένορκο δήλωση ημερομηνίας 17.06.2022 αναφέρεται κάτι τέτοιο.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός των εφεσειόντων δεν είχε εξειδικευτεί ως λόγος ένστασης και συνεπώς δεν μπορούσε να εξεταστεί.  Πρόσθεσε δε ότι ακόμα και εάν ο ισχυρισμός αυτός θα μπορούσε να εξεταστεί, η Οδηγία 2001/24/ΕΚ δεν είχε εφαρμογή,  αφού αφορά την εξυγίανση και εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων που βρίσκονται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, μόνο εάν το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα έχει υποκατάστημα σε δύο τουλάχιστο κράτη μέλη.

 

Είναι γεγονός ότι τα όσα ισχυρίζονται οι εφεσείοντες με τον δεύτερο λόγο έφεσης, αναφορικά με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2001/24/ΕΚ δεν έχουν εξειδικευτεί ως λόγοι ένστασης, αλλά ούτε και οποιαδήποτε αναφορά έγινε από τον ομνύοντα – εφεσείοντα 1, στην ένορκη του δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση των εφεσειόντων.  Ορθή ήταν, επομένως, η κατάληξη του Δικαστηρίου, ότι, εφόσον δεν είχε εγερθεί το θέμα στους λόγους ένστασης, δεν μπορούσε να εξεταστεί από το Δικαστήριο.  Είναι αχρείαστη η εκ μέρους μας εξέταση του κατά πόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να εφαρμόσει το Ν. 66(Ι)/1997, ως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 38(Ι)/2017, λόγω της ισχυριζόμενης παράβασης με την προαναφερόμενη Οδηγία στην θεωρητική περίπτωση που περιλαμβάνετο τέτοιος λόγος ένστασης.

 

Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Με τον πέμπτο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες παραπονούνται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι ικανοποιείτο η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 33Β του Ν. 66(Ι)/1997, ότι δηλαδή υπήρξε άσκηση διακριτικής ευχέρειας από μέρους της εφεσίβλητης και αγνόησε την απόφαση στην Προσφυγή Αρ. 1024/2014 του Διοικητικού Δικαστηρίου, ημερομηνίας 24.02.2022, με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση της εφεσίβλητης για λήψη μέτρων εξυγίανσης του υποκαταστήματος.

 

Σύμφωνα με τη θέση των εφεσειόντων, εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολογούσε ορθά τα πραγματικά γεγονότα που  οδήγησαν στην καταχώριση της Αίτησης Αρ. 123/2019 και προέβαινε στην ορθή εφαρμογή των αρχών περί αναδρομικότητας της ακυρωτικής απόφασης, θα κατέληγε ότι η Αίτηση πάσχει εφόσον το υπόβαθρο της εξαφανίστηκε, λόγω της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Προσφυγή Αρ. 1024/2014, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η εφεσίβλητη ουδέποτε άσκησε, ούτε μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, να ασκήσει διακριτική ευχέρεια, εν τη εννοία του Άρθρου 33Β του Νόμου και θα απέρριπτε την Αίτηση.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ικανοποιείτο και η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 33Β του Νόμου,  με το εξής σκεπτικό:

 

«Η θέση των Ενισταμένων ότι εφόσον η απόφαση για λήψη μέτρων εξυγίανσης ακυρώθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο με την απόφαση του ημερομηνίας 24.02.2022 στην Προσφυγή αρ. 1024/14, και επειδή η απόφαση του Δικαστηρίου δρα αναδρομικά, η απόφαση της Αιτήτριας, με βάση την οποία αποφασίστηκε η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης και η μετέπειτα απόφαση της Αρχής Εξυγίανσης για να δώσει τη συγκατάθεση της στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, πάσχουν, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Προκύπτει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψης της εν λόγω απόφασης δηλαδή 21.12.2018 όντως το υποκατάστημα βρισκόταν υπό εξυγίανση και η συγκατάθεση απαιτείτο κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 87(1) του Ν.22(1)/2016. Το ότι στις 24.02.2022 με απόφαση στην Προσφυγή 1024/14 ακυρώθηκαν τα μέτρα εξυγίανσης δεν επηρεάζει την παρούσα διαδικασία αφού ως ορθά επισημαίνεται από την κυρία Ραφτοπούλου η απόφαση που αποτελεί τη νομική βάση για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι (α) η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Αιτήτριας ημερομηνίας 29 Νοεμβρίου 2018 (Τεκμήριο 36 Ε.Δ. Κέττηρου) και (β) η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Αιτήτριας ημερομηνίας 21 Δεκεμβρίου 2018 (Τεκμήριο 40 Ε.Δ. Κέττηρου). Με βάση το άρθρο 33Β δυνάμει του οποίου ζητείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν απαιτείται η συγκατάθεση της Αρχής Εξυγίανσης για την λήψη απόφασης για εκκαθάριση ΑΠΙ και διορισμό εκκαθαριστή αυτού. Ο λόγος που ζητήθηκε η συγκατάθεση της Αρχής Εξυγίανσης ήταν γιατί το Υποκατάστημα βρισκόταν υπό εξυγίανση και με βάση το άρθρο 87(Ι) του Νόμου 22(Ι)/2016. Επομένως, η ακυρότητα της απόφασης για λήψη μέτρων εξυγίανσης στο Υποκατάστημα δεν επηρεάζει τις αποφάσεις της Αιτήτριας στις οποίες στηρίχτηκε η υπό εξέταση Αίτηση.»

 

Συμφωνούμε με το πιο πάνω σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου.  Στην απόφαση του Δικαστηρίου καταγράφεται με λεπτομέρεια το ιστορικό με βάση το οποίο κατέληξε ότι η εφεσίβλητη άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια.  Προκύπτει πως βάση για την καταχώριση της Αίτησης Αρ. 123/2019 ήταν η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εφεσίβλητης, ημερομηνίας 29.11.2018, να αποδεχθεί σχετικές εισηγήσεις της Αρχής Εξυγίανσης, και ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που της παρέχει το Άρθρο 33Β του Ν. 66(Ι)/1997, να υποβάλει την αίτηση εκκαθάρισης, ως επίσης και η απόφαση της εφεσίβλητης για διορισμό του Πέτρου Ιωαννίδη ως εκκαθαριστή του υποκαταστήματος.  Όπως δε ορθά παρατήρησε το Δικαστήριο, με βάση το Άρθρο 33Β του Νόμου, δεν απαιτείται η συγκατάθεση της Αρχής Εξυγίανσης για τη λήψη απόφασης για εκκαθάριση ΑΠΙ και διορισμό εκκαθαριστή, αλλά στην προκειμένη ζητήθηκε γιατί το υποκατάστημα βρισκόταν υπό εξυγίανση και επομένως απαιτείτο από το Άρθρο 87(1) του Ν. 22(Ι)/2016.  Επιπρόσθετα, καμία αναφορά δεν γίνεται στο Άρθρο 33Β του Νόμου ότι η εκκαθάριση υποκαταστήματος προϋποθέτει τη λήψη μέτρων εξυγίανσης του υποκαταστήματος.

 

Κρίνουμε ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί οποιοσδήποτε λόγος παρέμβασης μας.  Ο πέμπτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Συναφής με τον πέμπτο λόγο έφεσης είναι και ο έβδομος λόγος έφεσης ο οποίος αφορά στην ισχυριζόμενη παράλειψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου να εξετάσει τη θέση των εφεσειόντων ότι κατόπιν της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου στη Προσφυγή Αρ. 1024/2014, ημερομηνίας 24.02.2022 και της ακύρωσης του μέτρου εξυγίανσης, θα έπρεπε να αγνοήσει και θεωρήσει ως μη γενόμενο το γεγονός της ανάκλησης της άδειας της FBME να λειτουργά υποκατάστημα στην Κύπρο, καθότι η απόφαση για ανάκληση επήλθε συνεπεία του ακυρωθέντος, πλέον, μέτρου εξυγίανσης.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής:

 

 «Ούτε θέση των Ενισταμένων ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να αιτείται την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, καθότι η απόφαση για λήψη μέτρων εξυγίανσης στο Υποκατάστημα ακυρώθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο με την απόφαση στην Προσφυγή αρ. 1024/14 ημερομηνίας 24.02.2022 δεν ευσταθεί. Ως εξηγείται ανωτέρω η νομική και πραγματική βάση της Αίτησης αφορά το άρθρο 33Β του Νόμου 66(Ι)/97. Η έρευνα έγινε από το Τμήμα Εποπτείας της Κεντρικής Τράπεζας υπέβαλε στις 22.10.2015 στη Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας και ετοιμάστηκε Έκθεση αναφορικά με την κατάσταση ρευστότητας και τη βιωσιμότητα του Υποκαταστήματος. Στη συνέχεια, αφού ακολουθήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το Νόμο 66(Ι)/97, η Διοικητής με τη σύμφωνη γνώμη του  Διοικητικού Συμβουλίου αποφάσισε στις 21.12.2015 να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας Υποκαταστήματος της FBME Bank Ltd σύμφωνα με το άρθρο 4Α(1)(α), (γ), (δ) και (ε) του πιο πάνω Νόμου 66(Ι)/97 (βλ. Τεκμήριο 27 Ε.Δ. Κέττηρου), απόφαση η οποία ευρίσκεται σε ισχύ. Τα γεγονότα και οι ενέργειες που προηγήθηκαν της απόφασης ανάκλησης, δεν συνιστούν προϋπόθεση ούτε έχουν οποιαδήποτε σημασία για σκοπούς έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων με βάση το άρθρο 33Β του Νόμου 66(Ι)/97. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι ακόμα και αν δεν είχαν ληφθεί τα μέτρα εξυγίανσης στο Υποκατάστημα, η απόφαση για ανάκληση της άδειας λειτουργίας Υποκαταστήματος, η απόφαση για καταχώρηση της παρούσας αίτησης  και η απόφαση για διορισμό του κύριου Ιωαννίδη ως εκκαθαριστή του Υποκαταστήματος δεν επηρεάζονται. Σημειώνω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει ούτε την απόφαση για ανάκληση ούτε τις ενέργειες της διοίκησης που προηγήθηκαν της απόφασης αυτής.»

 

Συμφωνούμε με το πιο πάνω σκεπτικό του Δικαστηρίου.  Έχουμε ήδη καταλήξει πως ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι ικανοποιήθηκαν οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 33Β του Νόμου.  Η απόφαση για ανάκληση της άδειας της FBME να λειτουργεί υποκατάστημα ήταν ανεξάρτητη από τη λήψη μέτρων εξυγίανσης του υποκαταστήματος.

 

Συνεπώς, ο έβδομος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Θεωρούμε ευχερέστερο στο σημείο αυτό να ασχοληθούμε με τον όγδοο λόγο έφεσης, με τον οποίο οι εφεσείοντες προβάλλουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε λανθασμένη αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, κρίνοντας τους μάρτυρες της εφεσίβλητης ως αξιόπιστους και απορρίπτοντας τη μαρτυρία του μάρτυρα των εφεσειόντων.  Στην αιτιολογία αυτού, οι εφεσείοντες διατείνονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε ότι κατά την αντεξέταση τους, οι μάρτυρες της εφεσίβλητης Μαρία Κέττηρου και Μιχάλης Στυλιανού υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις, τις οποίες κατονομάζει.  Περαιτέρω, προέβαλαν ότι η αναφορά του Δικαστηρίου πως μεγάλο μέρος της ενόρκου δηλώσεως του εφεσείοντα 1 αφορούσε τη γνώμη του σε σχέση με τις ενέργειες της εφεσίβλητης, χωρίς να υπάρχει το σχετικό υπόβαθρο, ήτο εσφαλμένη εφόσον τα όσα ανέφερε υποστηρίζοντο και από σχετικά τεκμήρια.

 

Στο σημείο αυτό να αναφέρουμε πως, όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, η αξιοπιστία των μαρτύρων και η αξιολόγηση τους είναι έργο των πρωτόδικων Δικαστηρίων (βλ. Χ’’Λουκάς κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση, Αρ. 96/2016, ημερομηνίας 17.7.2024). Η όποια παρέμβαση του Εφετείου στην αξιολόγηση της μαρτυρίας δικαιολογείται μόνο όταν τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι εξ’ αντικειμένου ανυπόστατα ή παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, ως αξιόπιστη.

 

Όπως ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο, μεγάλο μέρος της προσφερθείσας μαρτυρίας από την εφεσίβλητη δεν αμφισβητήθηκε, όπως τα πλείστα γεγονότα τα οποία αφορούσαν τις ενέργειες της εφεσίβλητης.  Το Δικαστήριο αποδέχτηκε τη μαρτυρία των μαρτύρων της εφεσίβλητης, Κέττηρου και Στυλιανού, την οποία χαρακτήρισε σαφή, θετική, επεξηγηματική και πλήρως διαφωτιστική και τους ίδιους ως έμπειρους τεχνοκράτες.  Σημείωσε ότι τα αναφερθέντα από αυτούς γεγονότα δεν αμφισβητήθηκαν ότι έλαβαν χώρα, παρά μόνο η νομιμότητα των ενεργειών, και ότι στην αντεξέταση που τους έγινε επ’ αυτών, η μαρτυρία τους δεν κλονίστηκε.  Σε ότι αφορά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εφεσείοντα 1 το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

«Αξιολογώντας περαιτέρω τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση του, διαπίστωσα απροθυμία να απαντήσει σε σειρά ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν. Εντύπωση προκάλεσε το ότι δήλωσε άγνοια για τον αριθμό των πιστωτών του Υποκαταστήματος, πόσα οφείλει το Υποκατάστημα στους καταθέτες του για την καταχώρηση της Αγωγής με αρ. 868/2019 εναντίον της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και αξιωματούχων αυτής. Επιπρόσθετα, παρά το ότι στην ένορκο του δήλωση κάνει εκτεταμένη αναφορά στις προσφυγές που καταχωρίστηκαν εκ μέρους της FBME Bank Ltd (πριν το διορισμό του DIB) εναντίον αποφάσεων της Κεντρικής Τράπεζας σε σχέση με το Υποκατάστημα, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί σ΄ αυτές. Εντύπωση που δημιούργησε και η θέση του ότι η ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν ετοιμάστηκε από τον ίδιο αλλά από τους δικηγόρους του και δεν ήταν πρόθυμος να απαντήσει σε σειρά ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων οι οποίες ενδεικτικά αναφέρονται δεν μπορώ να στηριχτώ στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα τόσο αναφορικά με την προφορική του μαρτυρία όσο και αυτά που εμφαίνονται στην ένορκο του δήλωση και την απορρίπτω.»

 

Εξετάσαμε με προσοχή τη σχετική μαρτυρία και την αξιολόγηση στην οποία προέβη το πρωτόδικο Δικαστήριο.  Κρίνουμε ότι το Δικαστήριο έδωσε σαφείς και πειστικούς λόγους γιατί αποδέκτηκε τη μαρτυρία των μαρτύρων της εφεσίβλητης και απέρριψε αυτή του εφεσείοντα 1.  Οι λόγοι αυτοί ήταν καθόλα εύλογοι και αιτιολογημένοι. 

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο όγδοος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Με τον έκτο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες παραπονούνται ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκαν οι λόγοι ένστασης τους περί κακόπιστης και καταχρηστικής καταχώρισης της Αίτησης Αρ. 123/2019 είναι εσφαλμένη.  Ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ικανοποιείτο η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 33Β του Ν. 66(Ι)/1997 με βάση την οποία απαιτείτο από την Εφεσίβλητη να ασκήσει διακριτική ευχέρεια για την καταχώριση της Αίτησης, παραλείποντας να εξετάσει κατά πόσο η διακριτική ευχέρεια από μέρους της εφεσίβλητης ασκήθηκε ορθά και νόμιμα και παραβιάζοντας με αυτό τον τρόπο θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα των εφεσειόντων.  Διατείνονται ότι εκείνο που πραγματικά επιδίωκε η εφεσίβλητη με την καταχώριση της Αίτησης Αρ. 123/2019 ήταν η εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων και δη την αποφυγή των βαρύτατων ευθυνών που προέκυπταν από τις λανθασμένες και παράνομες ενέργειες και παραλείψεις σε βάρος του υποκαταστήματος, παρά την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των καταθετών της FBME.  Προέβαλαν ότι ακόμα και αν απορρίπτετο ο πέμπτος λόγος έφεσης και το Εφετείο αποφασίσει ότι υπήρξε άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της εφεσίβλητης, είναι η θέση τους ότι και πάλιν η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 33Β του Ν. 66(Ι)/1997 δεν ικανοποιείτο, εφόσον η διακριτική ευχέρεια της εφεσίβλητης δεν ασκήθηκε ορθά και νόμιμα.  Συγκεκριμένα, οι εφεσείοντες προέβαλαν πως με δεδομένο ότι οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Άρθρο 33Β του Νόμου εξετάζονται από το Επαρχιακό Δικαστήριο στο πλαίσιο αίτησης εκκαθάρισης, αποτελούσε έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου να εφαρμόσει αρχές του διοικητικού δικαίου και να ελέγξει την ορθότητα των αποφάσεων της εφεσίβλητης.   

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αναφορικά με τους πιο πάνω ισχυρισμούς, περί αλλότριων κινήτρων της εφεσίβλητης, ανέφερε τα εξής:

 

«Ο ισχυρισμός που αφορά ότι η Αιτήτρια κακόπιστα και/ή βάσει αλλότριων σκοπών και/ή συμφερόντων καταχώρησε την παρούσα αίτηση, καθότι έχει ανακαλέσει κακόπιστα και/ή βάσει αλλότριων σκοπών και/ή συμφερόντων την άδεια που δόθηκε στην FBME Bank Ltd για διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών μέσω του υποκαταστήματος της στην Κύπρο δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης ατεκμηρίωτοι παραμένουν και οι λόγοι ένστασης αρ. 11 και 12 που αφορούν ισχυρισμούς για κακόπιστη και καταχρηστική καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης καθώς και ισχυρισμούς ότι καταχωρήθηκε με σκοπό να επιβεβαιώσει ετεροχρονισμένα τη λανθασμένη απόφαση της να θέσει το Υποκατάστημα, σε εξυγίανση. Σημειώνεται περαιτέρω ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας να εξετάσει ισχυρισμούς που σχετίζονται με την ορθότητα και νομιμότητα της απόφασης ανάκλησης, η οποία ευρίσκεται σε ισχύ.».

 

Έχουμε ήδη αποφανθεί, στο πλαίσιο εξέτασης του πέμπτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, στηριζόμενο στα αναντίλεκτα γεγονότα της υπόθεσης, ορθώς κατέληξε ότι ικανοποιείτο και η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 33Β του Νόμου, δηλαδή ότι  υπήρξε άσκηση διακριτικής ευχέρειας από την εφεσίβλητη.  Έχουμε, επίσης, ήδη κρίνει, εξετάζοντας τον όγδοο λόγο έφεσης, ότι ήταν καθόλα εύλογο και δικαιολογημένο, για το πρωτόδικο Δικαστήριο, να κρίνει αξιόπιστη τη μαρτυρία των μαρτύρων της εφεσίβλητης, Κέττηρου και Στυλιανού, και να απορρίψει αυτή του εφεσείοντα 1.  Κρίνουμε, συνεπώς, εύλογη και την κατάληξη του Δικαστηρίου να απορρίψει τους ισχυρισμούς του εφεσείοντα 1 περί κακοπιστίας και αλλότριων κινήτρων και συμφερόντων από πλευράς της εφεσίβλητης.  Περαιτέρω, δεν θα μπορούσε το πρωτόδικο Επαρχιακό Δικαστήριο, σε αντίθεση με τα όσα υποστηρίζουν οι εφεσείοντες, να ελέγξει τη νομιμότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας της εφεσίβλητης, εφαρμόζοντας αρχές διοικητικού δικαίου (βλ. Ηλία v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου (1994) 2 Α.Α.Δ. 137).

 

Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ο έκτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Με τον ένατο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες παραπονούνται ότι τα εκδοθέντα διατάγματα είναι αντινομικά, εσφαλμένα και αντίθετα με τις πρόνοιες του Ν. 66(Ι)/1997, βάσει του οποίου εκδόθηκαν.  Στην αιτιολογία αυτού προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα κατέστησε τη Συμφωνία, ημερομηνίας 12.12.2022, μεταξύ της εφεσίβλητης και του DIB, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α στις 5.1.2023, Κανόνα Δικαστηρίου και διέταξε όπως η εκκαθάριση του υποκαταστήματος και ο διορισμός του Πέτρου Ιωαννίδη, ως εκκαθαριστή, υλοποιηθούν με βάση αυτή, παραγνωρίζοντας ότι η εν λόγω Συμφωνία προνοεί διαδικασία εκκαθάρισης και πρέπει να ακολουθείται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν. 66(Ι)/1997 και του Κεφ. 113.  Στην γραπτή αγόρευση τους, οι εφεσείοντες παρέθεσαν πρόνοιες της Συμφωνίας οι οποίες, κατά τη θέση τους ήταν παράνομες, όπως για παράδειγμα ότι ο όρος 4.1(vi) της Συμφωνίας προνοεί πως οποιοδήποτε περίσσευμα/πλεόνασμα από την εκκαθάριση του υποκαταστήματος, θα μεταφερόταν στο DIB στην Τανζανία και όχι στους τελικούς δικαιούχους της, δηλαδή στους εφεσείοντες, και ως ισχυρίζονται, κατά ρητή παράβαση του Ν. 66(Ι)/1997 και των Άρθρων 233(1Α) και 300 του Κεφ. 113.

 

Έχουμε εξετάσει τις πιο πάνω θέσεις των εφεσειόντων, οι οποίες, όμως, δεν μας βρίσκουν σύμφωνους  Η Συμφωνία (Τεκμήριο Α), ημερομηνίας 12.12.2022, μεταξύ της εφεσίβλητης και του DIB, κατατέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου στις 5.1.2023, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και τέθηκε υπόψη όλων των μερών που εμφανίζονταν στην πρωτόδικη διαδικασία.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην εμπεριστατωμένη απόφαση του, με βάση την ενώπιον του μαρτυρία, την οποία αξιολόγησε ενδελεχώς, εξέτασε κατά πόσο συνέτρεχαν οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 33Β του Ν. 66(Ι)/1997 για την έκδοση ή μη του αιτούμενου διατάγματος εκκαθάρισης του υποκαταστήματος της FBME στην Κύπρο.  Αφού εξέτασε όλους τους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν από τους εφεσίβλητους στην ένσταση που καταχώρισαν, τους απέρριψε.  Ακολούθως, έχοντας υπόψη τις σύμφωνες θέσεις της εφεσίβλητης, του DIB και των καταθετών, οι οποίοι εμφανίστηκαν στη διαδικασία, προχώρησε στην έκδοση διαταγμάτων για την εκκαθάριση του υποκαταστήματος και το διορισμό του Πέτρου Ιωαννίδη ως εκκαθαριστή του υποκαταστήματος, με βάση τη Συμφωνία.  Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα:

 

«Διαπιστώνεται από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι καταθέτες έχουν εγκλωβιστεί και για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν μπορούν να επωφεληθούν των χρημάτων τους και όλοι οι καταθέτες οι οποίοι εμφανίστηκαν στην παρούσα διαδικασία, συμφωνούν με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και όλοι συμφωνούν με την  εκκαθάριση του Υποκαταστήματος της FBME. Με αυτά τα δεδομένα, η όποια περαιτέρω καθυστέρηση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Ενόψει της απόρριψης των λόγων που έχουν προβληθεί από τους Ενιστάμενους και έχοντας υπόψη ότι οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ικανοποιούνται, κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί απόρριψη της παρούσας Αίτησης και η ένσταση των Ενιστάμενων (ιδιοκτητών της FBME οι οποίοι είναι και πιστωτές) απορρίπτεται με έξοδα εναντίον τους και υπέρ της Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή.

 

Η ένσταση των δυο Ενιστάμενων εταιρειών η οποία καταχωρήθηκε 5 Ιανουαρίου 2023 επίσης απορρίπτεται. Καμία διαταγή ως προς τα έξοδα.

 

Μετά την απόρριψη των εν λόγω ενστάσεων από τα ενδιαφερόμενα μέρη και έχοντας υπόψη τις δηλώσεις της Αιτήτριας και των Καθ΄ ων η αίτηση DIB, οι οποίοι συναινούν στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, η Αίτηση εγκρίνεται και ως εκ τούτου:

 

Α.      Εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η εκκαθάριση του υποκαταστήματος της FBME Bank Ltd στην Κύπρο, βάσει της Συμφωνίας ημερομηνίας 12.12.2022 μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και του Συμβουλίου Εγγύησης Καταθέσεων της Ενωμένης Δημοκρατίας της Τανζανίας (DIB) η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο στις 05.01.2023 («η Συμφωνία») και η οποία γίνεται Κανόνας Δικαστηρίου.

 

Β.      Εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο διορίζεται ο Πέτρος Ιωαννίδης ως εκκαθαριστής του υποκαταστήματος της FBME Bank Ltd στην Κύπρο, βάσει της Συμφωνίας.»

 

Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε την Αίτηση Αρ. 123/2019 καθαρά στη βάση του ενώπιον του αιτήματος, που δεν ήταν άλλο από την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης του υποκαταστήματος της FBME στην Κύπρο και το οποίο εδραζόταν, κυρίως στις πρόνοιες του Ν. 66(Ι)/1997.  Η αναφορά στο τέλος της απόφασης στη Συμφωνία, ημερομηνίας 12.12.2022, είναι φανερό ότι δεν είχε οποιαδήποτε επίδραση στην προηγούμενη εξέταση της Αίτησης, αξιολόγηση της μαρτυρίας και κατάληξη έγκρισης του αιτήματος για εκκαθάριση στη βάση του Ν. 66(Ι)/1997

 

Παραπέμπουμε, επίσης, στα όσα συναφώς λέχθηκαν στην Αναφορικά με την Αίτηση των Ayoub Farid Michel Saab κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 90/2023, ημερομηνίας 29.8.2023, ECLI:CY:AD:2023:D268, με την οποία ζητείτο η άδεια για την καταχώριση αίτησης για την έκδοση εντάλματος Certiorari, για ακύρωση της εκκαλούμενης απόφασης στην Αίτηση Αρ. 123/2019:

 

«Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, είναι σημαντικό να εντοπιστεί ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, ο πυρήνας της υπόθεσης που απασχόλησε στην Αίτηση αρ. 123/2019, ήταν η έκδοση ή μη διατάγματος εκκαθάρισης του υποκαταστήματος της FBME στην Κύπρο.  Αίτημα το οποίο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, προωθείτο και εδραζόταν σε συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις, πρωτίστως στις πρόνοιες του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου του 1997 (Ν.66(Ι)/1997). Διαπιστώνεται ότι η απόφαση, ημερομηνίας 29.06.2023, για την οποία επιζητείται η άδεια καταχώρησης Αίτησης δια κλήσεως για έκδοση Προνομιακού Εντάλματος certiorari, (τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του Ayoub Farid Michel Saab) πραγματεύεται και σε έκταση συζητά κατά πόσο συντρέχουν οι εκ του Νόμου προϋποθέσεις (άρθρο 33Β του Ν. 66(Ι)/1997) για την έκδοση ή μη του αιτούμενου διατάγματος εκκαθάρισης του υποκαταστήματος της FBME Βank Limited στην Κύπρο.  Είναι προφανές, ότι στην ως άνω απόφαση, η συμφωνία ημερομηνίας 12.12.2022 μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και του DIB Τανζανίας, η οποία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και καταχαρούμενη ενσωματώθηκε στο φάκελο της Διαδικασίας, δεν αποτέλεσε αντικείμενο πραγμάτευσης ή βάση για την εξέταση της Αίτησης αρ. 123/2019. Τούτο, άλλωστε, ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει και υποστηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση, ρητά επισημάνθηκε και διακηρύχθηκε από το Δικαστήριο καθ' ον χρόνο το τελευταίο αποφάσιζε, πριν από την έναρξη της ακρόασης της Αίτηση αρ. 213/2019, να καταστήσει την συμφωνία μέρος του φακέλου της σχετικής διαδικασίας.  Η επιλογή του Δικαστηρίου να αναφερθεί, στο τέλος της ως άνω απόφασης, στην σχετική συμφωνία, ημερομηνίας 12.12.2022, δεν έχει υποκαταστήσει τη νομική βάση επί της οποίας κρίθηκε το σχετικό διάβημα, ούτε παρουσιάζεται να έχει οποιαδήποτε επίδραση στο πολυσέλιδο σκεπτικό του Δικαστηρίου και στην κατάληξη του να εγκρίνει το αίτημα για εκκαθάριση στη βάση που αυτό προωθείτο.»

 

Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά στη θέση των εφεσειόντων,  ειδικότερα, ότι το πλεόνασμα της εκκαθάρισης, αν παραμείνει, θα μεταφερθεί στην Τανζανία, διαπιστώνεται ότι οι εφεσείοντες δεν απέδειξαν ιδιότητα τέτοια, σ’ ότι αφορά τη λειτουργία του υποκαταστήματος, που να επέβαλλε άλλη επιλογή.  Άλλωστε αυτοί, ως ισχυρίζονται, είναι τελικοί δικαιούχοι, πιστωτές και μέτοχοι της εταιρείας – τράπεζας στην Τανζανία, οπότε το οποιοδήποτε πλεόνασμα θα διανεμηθεί ανάλογα των συμφερόντων που θα αποδείξουν.

 

Καταλήγουμε πως ο ένατος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Με τον τελευταίο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι είναι εσφαλμένη η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να διορίσει τον Πέτρο Ιωαννίδη στη θέση του εκκαθαριστή και ότι εσφαλμένα αποφάσισε ότι είχε την εμπειρία και τα προσόντα.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δικαιολογείτο ο διορισμός του πιο πάνω προσώπου στη θέση του εκκαθαριστή, επισημαίνοντας τα πιο κάτω:

 

«Ως προς τον διορισμό εκκαθαριστή του Παραρτήματος, η Αιτήτρια σε συνεδρία της ημερομηνίας 21.12.2018 (Τεκμήριο 40 Ε.Δ. Κέττηρου) αποφάσισε να ζητήσει και την έκδοση διατάγματος για τον διορισμό του Πέτρου Ιωαννίδη ως εκκαθαριστή του Υποκαταστήματος αφού είχαν τεθεί ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου της Αιτήτριας τρεις επιλογές και για τους λόγους που αναφέρονται στο πιο πάνω πρακτικό επιλέγηκε ο Πέτρος Ιωαννίδης.

 

Έχοντας υπόψη το βιογραφικό σημείωμα του Πέτρου Ιωαννίδη, Τεκμήριο 41, τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά του προσόντα καθώς και την εμπειρία του σε χρηματοπιστωτικά θέματα ο οποίος έχει δηλώσει πρόθυμος και έτοιμος να αναλάβει τα καθήκοντα του εκκαθαριστή, σε περίπτωση που εγκριθεί η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και έχοντας υπόψη ότι τυχόν διορισμός του Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή του Υποκαταστήματος θα συνεπάγεται πολλαπλάσιο κόστος για το Υποκατάστημα και τους πιστωτές του (βλ. Τους Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) (Τροποποιητικούς) Κανονισμούς του 2013 (ΚΔΠ 30/2013) και την αμοιβή του Επίσημου Παραλήπτη η οποία προβλέπεται) αλλά και το γεγονός ότι ο Επίσημος Παραλήπτης έχει βεβαρυμμένο πρόγραμμα εργασιών που ενδεχομένως να οδηγήσει σε καθυστέρηση της διαδικασίας εκκαθάρισης του Υποκαταστήματος δικαιολογείται η θέση της Αιτήτριας για διορισμό του εν λόγω προσώπου στη θέση του εκκαθαριστή (βλ. πρακτικά Τεκμήριο 40).

 

Οι θέσεις των Ενισταμένων ως προς το ότι η επιλογή πάσχει γιατί δεν έγινε προκήρυξη διαγωνισμού ή συνέντευξης από τον προτεινόμενο εκκαθαριστή και ότι δεν ακολουθήθηκαν οι ορθές διαδικασίες δεν ευσταθούν αφού δεν υπάρχει  καμία υποχρέωση προς την Κεντρική Τράπεζα ούτε για προκήρυξη διαγωνισμού σε τέτοια περίπτωση ούτε για συνέντευξη του προτεινόμενου εκκαθαριστή.

 

Ούτε η θέση ότι το εν λόγω πρόσωπο είχε σύγκρουση συμφερόντων αφού ως προσδιορίστηκε το 2018 που αποφασίστηκε να προταθεί το όνομα του κύριου Ιωαννίδη ως εκκαθαριστή του Υποκαταστήματος ο κύριος Ιωαννίδης δεν είχε σύγκρουση συμφερόντων. Καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από τους Ενιστάμενους, οι οποίοι εγείρουν ισχυρισμό περί σύγκρουσης συμφερόντων, που να δείχνει την ύπαρξη τέτοιας κατάστασης.»

 

Το Άρθρο 33Β του Νόμου ορίζει ότι το Δικαστήριο «…. για το διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή ή εκκαθαριστή ΑΠΙ άλλου από τον Επίσημο Παραλήπτη, ακούει προηγουμένως τις απόψεις της Κεντρικής Τράπεζας».  Το εν λόγω Άρθρο δεν θέτει οποιαδήποτε υποχρέωση στο Δικαστήριο να ακούσει τις απόψεις του Επίσημου Παραλήπτη προτού αποφασίσει κατά πόσο θα διορίσει ή όχι ως εκκαθαριστή το προτεινόμενο από την Κεντρική Τράπεζα πρόσωπο. 

 

Στην εκκαλούμενη απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τις ένορκες δηλώσεις των μαρτύρων της εφεσίβλητης και την προφορική τους μαρτυρία και αφού ανέλυσε καθετί σχετικό, κατέληξε στον διορισμό του κ. Ιωαννίδη ως εκκαθαριστή.  Η κατάληξη του αυτή ήταν εύλογη.  Κρίνουμε ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος παρέμβασης μας.

 

Ως εκ των ανωτέρω και ο δέκατος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Συνακόλουθα, η έφεση απορρίπτεται.  Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

Επιδικάζονται έξοδα (1) υπέρ της εφεσίβλητης, (2) υπέρ των ενδιαφερομένων μερών, και (3) υπέρ του εκκαθαριστή, ύψους €7.400,00 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, για έκαστον υπ’ αριθμούς 1, 2 και 3, και εναντίον των εφεσειόντων.

 

 

Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο