ARTHUR YERMOLAEV v. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΡΧΗ - ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 03/2026, 18/2/2026
print
Τίτλος:
ARTHUR YERMOLAEV v. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΡΧΗ - ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 03/2026, 18/2/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 03/2026)

  (i‑justice)

 

18 Φεβρουαρίου 2026

 

(Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ)

 

ARTHUR YERMOLAEV,

 

Εφεσείοντας/Αιτητής,

v.

 

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΡΧΗ - ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

 

Εφεσίβλητος/Καθ’ ου η Αίτηση.

_________________________

 

Αίτηση Εφεσείοντος ημερομηνίας 02.02.2026 για Προδικαστική Παραπομπή Ερωτημάτων στο ΔΕΕ

_________________________

 

Η. Στεφάνου μαζί με Β. Κυβερνήτη για Ηλίας Α. Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε. και Γ. Πολυχρόνης για Γιάννης Πολυχρόνης Δ.Ε.Π.Ε. για τον Εφεσείοντα/Αιτητή.

Β. Μπίσσας μαζί με Β. Τσαούσιη (κα) για Γενικό Εισαγγελέα, για Εφεσίβλητο/Καθ’ ου η Αίτηση.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Δρουσιώτη.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Αυθημερόν

 

ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.: Στις 21.01.2026 το Ε. Δ. Λάρνακας ενέκρινε την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (Ε.Ε.Σ.) και την παράδοση του εφεσείοντος στις Εσθονικές Αρχές, δεχόμενο ότι ο εφεσείοντας ζητείται για σκοπούς ποινικής δίωξης εν σχέση με σύσταση εγκληματικής οργάνωσης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τους βασικούς λόγους ένστασης που ο εφεσείοντας ήγειρε και, συγκεκριμένα, ότι η δικαστική αρχή που εξέδωσε το Ε.Ε.Σ. στην Εσθονία δεν συνιστά ανεξάρτητη και αντικειμενική αρχή εντός της έννοιας της Απόφασης Πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ και ότι υπάρχει κίνδυνος να παραβιασθούν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα του εφεσείοντα.  Ο εφεσείοντας, έναντι της πιο πάνω απόφασης, καταχώρισε έφεση και στις 02.02.2026 καταχώρισε την παρούσα Αίτηση, με την οποία ζητά όπως το Εφετείο παραπέμψει στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.) για προδικαστική απόφαση τα πιο κάτω ερωτήματα:

 

«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), για προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), των πιο κάτω ερωτημάτων:

 

1.  Είναι εθνικός εισαγγελέας και εθνική εισαγγελική αρχή, η οποία διοικητικά υπάγεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος δύναται να ασκήσει διοικητικό και πειθαρχικό έλεγχο επί των ανώτερων εισαγγελέων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, και δίδει οδηγίες ή εντολές προς τους εισαγγελείς, επαρκώς ανεξάρτητη, χωρίς να δύναται να επηρεαστεί, άμεσα ή έμμεσα, από την εκτελεστική εξουσία, ώστε να θεωρείται «δικαστική αρχή», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1 , της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584;

 

2.  Είναι συμβατές με το ενωσιακό δίκαιο, και συνιστούν επαρκείς καταστατικούς και θεσμικούς κανόνες, που διασφαλίζουν ότι η λήψη της απόφασης περί εκδόσεως ενός εντάλματος συλλήψεως δεν είναι εκτεθειμένη σε οιονδήποτε άμεσο ή έμμεσο κίνδυνο από εξωτερικές οδηγίες, νομοθετικές εθνικές πρόνοιες που υπαγάγουν διοικητικά, συμπεριλαμβανομένου και του πειθαρχικού ελέγχου των ανώτερων στελεχών αυτής, εθνική εισαγγελία στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και εν γένει στην εκτελεστική εξουσία, ενώ παράλληλα η απόφαση της δικαστικής αρχής για έκδοση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης του συγκεκριμένου Εισαγγελέα δεν δύναται να προσβληθεί με αποτελεσματική ένδικη προσφυγή ενώπιον δικαστή ή δικαστηρίου του κράτους-μέλος έκδοσης του ΕΕΣ ή/και να υπάρξει αποτελεσματικός Δικαστικός έλεγχος;

 

3.      Συμπεριλαμβάνονται στα κριτήρια, βάσει των οποίων καθορίζεται αν ένας εθνικός εισαγγελέας συνιστά «δικαστική αρχή» εκδόσεως, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1 της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/58 υπό την αυτοτελή έννοια του όρου στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως, τα εχέγγυα ανεξαρτησίας και ουδετερότητας, υπό την έννοια ότι:

 

3.1. ο εθνικός εισαγγελέας διαθέτει, κατά την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, όλες τις αρμοδιότητες και παρέχει όλες τις αναγκαίες εγγυήσεις ουδετερότητας ώστε να δύναται να διασφαλίζει το συγκερασμό των επίμαχων εμπλεκομένων συμφερόντων και δικαιωμάτων, ήτοι από τη μια, την ανάγκη διερεύνησης αξιόποινων πράξεων στο πλαίσιο της καταπολέμησης του εγκλήματος και αφετέρου την διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του υπόπτου, ως το δικαίωμα της ελευθερίας, του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής,

 

3.2. o εθνικός εισαγγελέας, κατά την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, και με σκοπό τη διασφάλιση των εχεγγύων της ανεξαρτησίας και ουδετερότητας, οφείλει να μη διευθύνει την ποινική έρευνα, να διερευνά τις επιβαρυντικές και ελαφρυντικές περιστάσεις ή να εμπλέκεται με οποιοδήποτε τρόπο στην ανακριτική διαδικασία και να ενεργεί, εν τέλει, ως κατηγορούσα αρχή, κατά την ακρόαση της υπόθεσης,

 

3.3. Αν η απάντηση στα πιο πάνω [3.1] και [3.2] είναι θετική, αυτά τα κριτήρια είναι καθοριστικά ώστε ένας εθνικός εισαγγελέας να μην θεωρείται δικαστική αρχή εκδόσεως, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1 της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/58.

 

4.      Εμπίπτει ο εισαγγελέας της Εσθονίας στην «δικαστική αρχή» κατά την αυτοτελή έννοια του όρου αυτού, στο πλαίσιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, της Απόφασης-Πλαισίου 2002/584, και το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως που εκδόθηκε από την εν λόγω αρχή είναι ως εκ τούτου «δικαστική απόφαση», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου;»

 

Η Αίτηση στηρίζεται επί των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, Μέρος 25, στο Άρθρο 34 Α του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), στα Άρθρα 11, 30(2), 33-35 του Συντάγματος, στα αντίστοιχα Άρθρα 5, 6 και 13 της ΕΣΔΑ, στον περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικό Κανονισμό (Ν. 1/2008), στο Άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), στην Απόφαση Πλαίσιο υπ’ αριθμό 2002/584/ΔΕΥ, στο Ν. 133(Ι)/2004, στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης, στις Αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, της Νομολογίας και στις Συμφυείς Εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Γ. Γρηγορίου, ο οποίος είναι ασκούμενος δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Γιάννης Πολυχρόνης Δ.Ε.Π.Ε., το οποίο είναι εκ των δικηγόρων του Αιτητή και στο σημείο αυτό παραθέτουμε επί λέξει τα ουσιαστικότερα σημεία της εν λόγω ένορκης δήλωσης που αφορούν τα γεγονότα:

 

“6.     Ειδικότερα με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου προκύπτουν τα εξής:

 

6.1. Συγκεκριμένα, η Εισαγγελία είναι κυβερνητική υπηρεσία εντός της περιοχής διακυβέρνησης του Υπουργείου Δικαιοσύνης (Prosecutor's Office Act § 1), ενώ ταυτόχρονα είναι ανεξάρτητη στην άσκηση των καθηκόντων της (Prosecutor's Office Act § 1 (1)). Παρά την de jure ανεξαρτησία της, η δομή και η λειτουργία της εισαγγελίας στην Εσθονία παρουσιάζουν de facto στενή σύνδεση με την εκτελεστική εξουσία. Εξού και η Εσθονική Εισαγγελία δεν ρυθμίζεται ρητά ως ξεχωριστό συνταγματικό όργανο στο Εσθονικό Σύνταγμα (Constitution § 151), όπως γνωρίζουμε στην Κυπριακή Δημοκρατία. Οι όποιες εγγυήσεις ανεξαρτησίας της βασίζονται κυρίως σε νομοθετικές διατάξεις.

 

6.2.Παρά την de jure ανεξαρτησία της, η δομή και η λειτουργία της εισαγγελίας στην Εσθονία παρουσιάζουν στενή σύνδεση με την εκτελεστική εξουσία. Εξού και η Εσθονική Εισαγγελία δεν ρυθμίζεται ρητά ως ξεχωριστό συνταγματικό όργανο στο Εσθονικό Σύνταγμα (Constitution § 151), όπως στην Κυπριακή  Δημοκρατία, ενώ οι εγγυήσεις ανεξαρτησίας της βασίζονται κυρίως σε νομοθετικές διατάξεις.

 

6.3. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Εσθονίας διορίζεται από την κυβέρνηση κατόπιν πρότασης του Υπουργού Δικαιοσύνης (Prosecutor's Office Act § 16(1)), ενώ ο Υπουργός διορίζει ανώτερους εισαγγελείς κατόπιν πρότασης του Γενικού Εισαγγελέα (Prosecutorls Office Act § 16(2)). Επιπλέον, το Εσθονικό Υπουργείο Δικαιοσύνης ασκεί εποπτεία επί των διοικητικών και οργανωτικών λειτουργιών της εισαγγελίας (Prosecutor's Office Act § 9(1)), η οποία ωστόσο δεν εκτείνεται σε επιχειρησιακά ζητήματα όπως η διεξαγωγή προδικαστικών διαδικασιών ή η εκπροσώπηση της δημόσιας κατηγορίας στο δικαστήριο.

 

6.4. Το σημαντικότερο, στη βάση και της νομολογίας του ΔΕΕ, που καταδεικνύει και τη σύνδεση αλλά και τον κίνδυνο άμεσου και έμμεσου επηρεασμού του Εσθονού Εισαγγελέα από την Εκτελεστική εξουσία, είναι πως, ο Υπουργός Δικαιοσύνης έχει ρόλο σε πειθαρχικά ζητήματα ανώτερων εισαγγελέων, συμπεριλαμβανομένης της έναρξης πειθαρχικών διαδικασιών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, της προσωπικής διεξαγωγής τους (Prosecutor's Office Act §§ 31(2)(1) 32(3), 36(1), 41(1)(1), 42(1)(1).

 

6.5. Οι πειθαρχικές διαδικασίες στην Εσθονική εισαγγελία ρυθμίζονται λεπτομερώς από τον Νόμο για την Εισαγγελία (Prosecutor's Office Act), και αποτελούν κρίσιμο σημείο που αποκαλύπτει την εξάρτηση από την εκτελεστική εξουσία, ιδίως μέσω του ρόλου του Υπουργού Δικαιοσύνης. Σύμφωνα με το § 31, πειθαρχικές παραβάσεις θεωρούνται η εσφαλμένη μη εκπλήρωση ή μη ικανοποιητική εκπλήρωση καθηκόντων, καθώς και πράξεις ανάρμοστες που αντίκεινται στην ηθική ή δυσφημούν το αξίωμα (εντός ή εκτός υπηρεσίας). Οι κυρώσεις περιλαμβάνουν επίπληξη, μείωση μισθού έως 30% για έως ένα έτος, και απαλλαγή από την υπηρεσία (§ 31(2)-(3)). Ουσιαστικά, μπορεί να ασκηθεί από τον Υπουργό Δικαιοσύνης πειθαρχική διαδικασία, κατά τρόπο γενικό και αόριστο, για κάθε απόφαση του εισαγγελέα, η οποία κρίνεται «μη ικανοποιητική» - λανθασμένη από τον Υπουργό Δικαιοσύνης.

 

Σχετικές ως προς το ζήτημα των συνεπειών της δυνατότητας πειθαρχικού ελέγχου των εισαγγελέων από την εκτελεστική εξουσία είναι και οι αποφάσεις του ΔΕΕ, στις υποθέσεις C-204/21 (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 5ης Ιουνίου 2023, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Πολωνίας, και C-791/19, της 15ης Ιουλίου 2021, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Πειθαρχικό καθεστώς των δικαστών), οι οποίες αναλύονται εκτενώς πιο κάτω.

 

6.5. Η διαστρωμάτωση της Εσθονικής εισαγγελίας είναι ιεραρχική, εξού και είναι ουσιώδης η δυνατότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης να εκκινά πειθαρχικές διαδικασίες κατά των ανώτερων στελεχών της Εσθονικής Εισαγγελίας. Η έναρξη πειθαρχικών διαδικασιών (§ 32) μπορεί να γίνει αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος ενδιαφερομένου εντός έξι μηνών από τη γνώση των περιστατικών. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να ξεκινήσει διαδικασίες κατά του Γενικού Εισαγγελέα, αρχηγού κρατικού εισαγγελέα ή αρχηγού εισαγγελέα, ενώ ο Γενικός Εισαγγελέας κατά όλων των εισαγγελέων, και οι ανώτεροι εισαγγελείς κατά κατώτερων στην περιφέρειά τους. Σε περιπτώσεις κατά ανώτερων εισαγγελέων, ο Υπουργός μπορεί να αποφασίσει ότι ο ίδιος θα διεξαγάγει την ακρόαση (§ 32(3)), δείχνοντας άμεση εμπλοκή της εκτελεστικής εξουσίας.

 

6.7. Αν και η Εισαγγελία θεωρείται λειτουργικά ανεξάρτητη (Riigikohus 3-1-1-11909, 14.04.2010), θεσμικά όμως αποτελεί μέρος της εκτελεστικής (κυβερνητική υπηρεσία). Οι εισαγγελείς είναι ιεραρχικά δομημένοι, υποκείμενοι σε εσωτερική κατεύθυνση, αλλά όχι σε επιχειρησιακές εντολές από Υπουργείο σε συγκεκριμένες υποθέσεις (Prosecutor's Office Act § 2(2): Δρουν βάσει νόμου και πεποιθήσεων). Μπορούν να αρνηθούν παράνομες εντολές.

 

Οι εισαγγελείς, όπως ο J?rgen Η?να (Κρατικός Εισαγγελέας που εξέδωσε το επίμαχο EAW), δεν είναι κάτοχος δικαστικής εξουσίας αλλά υποκείμενος στην εκτελεστική εξουσία.

 

6.8. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι κατά τη πειθαρχική διαδικασία, είναι δυνατή η διαθεσιμότητα του εισαγγελέα (§ 34), με καταβολή 60% μισθού (όχι λιγότερο από ελάχιστο), και αναδρομική πλήρης πληρωμή αν αθωωθεί.»

 

Ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρησε ένσταση και με δέκα λόγους ζητά την απόρριψη της Αίτησης.  Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:

 

«1.  Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 267 της Συνθήκης για παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

2.      Δεν προκύπτει ζήτημα το οποίο να αφορά το κύρος και την ερμηνεία της απόφασης-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του τίτλου VI της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον τίτλο VI της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους.

 

3.      Τα εγειρόμενα ζητήματα μπορούν να αποφασιστούν από το εκδικάζον Δικαστήριο εφόσον η απόφαση-πλαίσιο έχει εφαρμοστεί στην εθνική νομοθεσία με την εφαρμογή του Ν.133(Ι)/2004.

 

 4.     Η παραπομπή του εγειρόμενου θέματος δεν είναι αναγκαία για την έκδοση τελικής απόφασης στην προκειμένη περίπτωση αφού η τελική απόφαση δεν εξαρτάται από την απόφαση του ΔΕΕ και εν πάσει περιπτώσει το εγειρόμενο ζήτημα είναι παρόμοιο με ζήτημα το οποίο έχει ήδη απασχολήσει το ΔΕΕ.

 

5.      Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει ισχυρή δυσμένεια στην Καθ' ης η Αίτηση αφού η εκδίκαση της παρούσας Αίτησης για εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος θα παραπεμφθεί σε βάθος χρόνου και θα ανασταλεί για αόριστο χρόνο.

 

6.      Δεν υπάρχει ασάφεια και/ή αμφισβήτηση Κοινοτικής Διάταξης.

 

7.      Δεν είναι αναγκαία η ερμηνεία των επίδικων άρθρων για την ομοιόμορφη εφαρμογή του Δικαίου στα υπόλοιπα Κράτη-Μέλη και/ή για την διατήρηση του Κοινοτικού χαρακτήρα Νόμου που καθιδρύεται από τη Συνθήκη και/ή δεν έχει στόχο να διασφαλίσει σε όλες τις περιστάσεις ότι ο νόμος είναι ίδιος σε όλα τα κράτη μέλη.

 

8.      Τα αιτούμενα προδικαστικά ερωτήματα, αφορούν θέματα ακαδημαϊκής, θεώρησης και ενδιαφέροντος και/ή υποθετικά ερωτήματα και/ή γενικά και αόριστα ερωτήματα τα οποία δεν μπορούν να τύχουν προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ.

 

9.      Το 1ο ερώτημα που φαίνεται στην αίτηση, τίθεται με τρόπο που δεν ανταποκρίνεται στα γεγονότα της υπόθεσης, εφόσον ουδέποτε υπήρξε μαρτυρία ότι o Υπουργός Δικαιοσύνης της Εσθονίας δίδει οδηγίες ή εντολές προς τους Εισαγγελείς της Εσθονίας.

 

10.    Η αίτηση είναι νόμο και ουσία αβάσιμη, ασκείται καταχρηστικά και σκοπό έχει τη καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης και έκδοσης τελεσίδικης απόφασης σ' αυτήν.»

 

Διατηρούμε κατά νου ότι, κατά το στάδιο της ακρόασης της Αίτησης, η πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση απέσυρε τη θέση περί καταχρηστικής Αίτησης με σκοπό την καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης, στο βαθμό που αυτή η θέση αφορά το λόγο ένστασης 10.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου, η οποία εργάζεται στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και η οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει:

 

«11. Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα διευκρίνισης ή μη εφαρμογής ή πλημμελούς εφαρμογής ή παραβίασης κοινοτικού Νόμου ή κανόνα ή Οδηγίας από την Κυπριακή έννομη τάξη, αφού το όλο ζήτημα είναι παρόμοιο με ζήτημα το οποίο έχει ήδη απασχολήσει το ΔΕΕ σε αποφάσεις του. Ως εκ τούτου υπάρχει Νομολογία του Κοινοτικού Δικαίου η οποία ξεκαθαρίζει τα εγειρόμενα θέματα.

 

12. Τα νομικά σημεία που εγείρονται, στην ουσία δεν αφορούν θέματα ερμηνείας των διατάξεων των συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά ούτε και την εκτίμηση του κύρους κοινοτικής πράξης αλλά αφορούν ζητήματα και ρυθμίσεις του εσωτερικού Δικαίου των Κρατών-Μελών, γεγονός το οποίο δεν εμπίπτει στις εξουσίες του ΔΕΕ, το οποίο αποφαίνεται μόνο επί θεμάτων ερμηνείας και εγκυρότητας του Κοινοτικού Δικαίου.

 

13.  Τα νομικά σημεία που θέτει o Αιτητής δεν είναι ξεκάθαρα και σαφή ως προς τις διατάξεις της Κοινοτικής Νομοθεσίας των οποίων ζητείται η ερμηνεία ενώ είναι γενικά, αόριστα και υποθετικά χωρίς να προσδιορίζουν σε τι ακριβώς ζητείται ερμηνεία.»

 

Στην αγόρευση τους οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του Αιτητή, για υποστήριξη της Αίτησης του, αναφέρουν ότι αποτελεί θέση του Αιτητή, πως, στη βάση της νομολογίας του ΔΕΕ, προβάλλονται σοβαρά ζητήματα προς διευκρίνιση (και προδικαστική παραπομπή) από το ΔΕΕ, αλλά, και κατά πόσον πράγματι ο Εσθονός εισαγγελέας έχει τα εχέγγυα ανεξαρτησίας, ουδετερότητας και αμεροληψίας τα οποία είναι απαραίτητα για να κριθεί ως «δικαστική αρχή».  Περαιτέρω, θέτουν πως τα ερωτήματα που εγείρονται έχουν σκοπό τη διευκρίνιση ότι η δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος δεν είναι εκτεθειμένη, στο πλαίσιο λήψεως αποφάσεως περί εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, σε οιονδήποτε κίνδυνο να υπόκειται, μεταξύ άλλων, σε οδηγία της εκτελεστικής εξουσίας σε συγκεκριμένη υπόθεση.  Καλούν το Δικαστήριο να αποστείλει τα προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ, καθότι, δεν υπάρχει απόφαση του ΔΕΕ επί της εκδόσεως ΕΕΣ από τις εισαγγελικές αρχές της Εσθονίας και ούτε υπάρχει άλλη απόφαση για εισαγγελική αρχή με ίδια χαρακτηριστικά ως αυτά της Εσθονίας.

 

Αντίθετη είναι η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου του Καθ’ ου η Αίτηση, ο οποίος, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι το ζήτημα, που εγείρεται με τα ερωτήματα, δεν χρήζει οποιασδήποτε περαιτέρω εξέτασης και ερμηνείας, γιατί έχει νομολογηθεί και αποφασιστεί σε επίπεδο ΔΕΕ και ότι το ζήτημα που έχει εγερθεί από τον Αιτητή μπορεί να αποφασιστεί από το εθνικό Δικαστήριο.

 

Η προδικαστική παραπομπή ζητημάτων στο ΔΕΕ είναι μηχανισμός ο οποίος αποσκοπεί στην ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προβλέπονται, ειδικότερα, στο Άρθρο 267 της ΣΛΕΕ, τα εξής: 

 

«Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις:

 

(α)     επί της ερμηνείας των Συνθηκών,

 

(β)     επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης.

 

Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού.

 

Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.»

 

Στην υπόθεση Παπαφυλακτού v. Γενικός Εισαγγελέας,  Έφεση ΕΕΣ Αρ. 6/2025 (i-justice), ημερομηνίας 22.01.2026, έχουν αναφερθεί, σ’ ότι αφορά στις προϋποθέσεις εφαρμογής του Άρθρου 267 της ΣΛΕΕ, τα ακόλουθα:

 

«Η χρησιμοποιούμενη, στο πιο πάνω άρθρο, ορολογία καλύπτει όλο το πρωτογενές και δευτερογενές δίκαιο της Ε.Ε, ήτοι αφενός τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΕΕ»), τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ»), τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων («ΧΘΔ»), τις Γενικές Αρχές Δικαίου και αφετέρου τις Οδηγίες, τους Κανονισμούς, τις Αποφάσεις, τις Συστάσεις και τις Γνώμες των διαφόρων θεσμικών οργάνων της Ε.Ε. (βλ. Η προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ ως μέσο προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων», Γ. Σαφούρης, 2021, σ. 15).

 

Καθίσταται εμφανές από το Άρθρο 267 της ΣΛΕΕ ότι, για την έκδοση διαταγής προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ, απαιτείται: (α) Να ανακύπτει ζήτημα το οποίο αφορά το κύρος και ή την ερμηνεία του Ευρωπαϊκού Δικαίου και (β) Να κρίνει το Εθνικό Δικαστήριο ότι η απόφαση του ΔΕΕ επί του ζητήματος αυτού είναι αναγκαία για την έκδοση της απόφασης του. Μάλιστα, προς αποφυγή πιθανής δημιουργίας δεσμευτικής εθνικής νομολογίας, η οποία ενδεχομένως να αποκλίνει από τους κανόνες του Ευρωπαϊκού Δικαίου, το Άρθρο 267 της ΣΛΕΕ προβλέπει και την υποχρεωτική υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στην περίπτωση κατά την οποία το ζήτημα ανακύπτει ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα. Όπως αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα «. στην υποχρέωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος ερμηνείας εμπίπτουν όλα τα δικαστικά όργανα που πρόκειται να εκδώσουν απόφαση μη υποκείμενη σε περαιτέρω δικαστική κρίση» (βλ. σ. 38).

 

Το παρόν Εφετείο καθιδρύθηκε δια της προσθήκης από τον Ν.145(Ι)/22, του Άρθρου 3Α, στον περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Ν.33/1964. Το Άρθρο 9(3)(γ) του εν λόγω βασικού Νόμου παρέχει ένδικο μέσο εναντίον απόφασης του Εφετείου. Προνοεί συγκεκριμένα ότι το Ανώτατο Δικαστήριο           «. αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό βάσει αιτήσεως [.] επί νομικών θεμάτων τα οποία προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου .». Παρά ταύτα, εν τη σοφία του ο ημεδαπός Νομοθέτης, δια του Άρθρου 34Α του Ν.14/60 ενέταξε το Εφετείο στα δικαστήρια για τα οποία ισχύει ο κανόνας της υποχρεωτικής υποβολής του ζητήματος στο ΔΕΕ, σε αντίθεση με τα πρωτόδικα Δικαστήρια, τα οποία δεν υποχρεούνται αλλά δύνανται να παραπέμψουν το ζήτημα στο ΔΕΕ. Το προαναφερθέν Άρθρο 34Α του Ν.14/60 προβλέπει τα εξής:

 

«34Α.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (2), (3) και (4), δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτημα, το οποίο αφορά στο κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για να αποφανθεί επ' αυτού.

 

(2) Σε περίπτωση που ζήτημα, το οποίο αναφέρεται στο εδάφιο (1), ανακύψει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις περιπτώσεις που οι αποφάσεις του εν λόγω δικαστηρίου δεν υπόκεινται σε έφεση, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

 

(3) Σε περίπτωση κατά την οποία προβλεπόμενο από τις διατάξεις του εδαφίου (1) ζήτημα ανακύψει ενώπιον του Εφετείου, εφόσον τούτο κρίνει ότι η απόφαση επί του εν λόγω ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της υπό του ιδίου απόφασης, παραπέμπει το ζήτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

(4) Σε περίπτωση κατά την οποία προβλεπόμενο από τις διατάξεις του εδαφίου (1) ζήτημα ανακύψει ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, εφόσον τούτο κρίνει ότι η απόφαση επί του εν λόγω ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της υπό του ιδίου απόφασης, παραπέμπει το ζήτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Παρατηρούμε λοιπόν ότι στο εδ.(1), το οποίο εν τέλει αφορά τα πρωτόδικα Δικαστήρια, χρησιμοποιείται το (δυνητικό) ρήμα «δύναται» σε αντίθεση με τα εδ.(2), (3) και (4), στα οποία χρησιμοποιείται (επιτακτικά) το ρήμα «παραπέμπει» (βλ. και Μπουλούτα κ.ά. ν. Παπαθωμά, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της υπό Εκκαθάριση Εταιρείας Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Πολ. Έφ. 215/21, ημερ. 13.3.24). Υπενθυμίζουμε ότι τα εδ.(3) και (4) προστέθηκαν στο Άρθρο 34Α από τον Ν.146(Ι)/22, ταυτόχρονα δηλαδή με την ίδρυση του Εφετείου και του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, καθώς και ότι στα εδάφια αυτά υιοθετήθηκε παρόμοιο λεκτικό με το προϋπάρχον εδ.(2), που αφορά το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. Περικλέους ν. Ellinas Finance Ltd (2015) 1 A.Α.Δ. 513).

 

………………………………………………………………………………………..

 

Όμως, η προαναφερθείσα υποχρέωση παραπομπής, δεν είναι απόλυτη. Στην πορεία της Ευρωπαϊκής νομολογίας έχουν αναγνωριστεί εξαιρέσεις. Αυτό συνάδει με το ότι, ούτως ή άλλως, γενικά η εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου ασφαλώς και προϋποθέτει την ερμηνεία του, αφού η σημασία των νομικών όρων ποτέ δεν είναι εντελώς προδιαγεγραμμένη και ανεξάρτητη από τη νομική ερμηνεία (βλ. «Μεθοδολογία του Δικαίου», Κ. Σταμάτης, 2016, σ. 119). Όπως εύστοχα σημειώνεται στο σύγγραμμα «Η προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ ως μέσο προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων», (ανωτέρω, σ. 40)«Εάν κάθε φορά που εθνικό δικαστήριο εφάρμοζε οποιοδήποτε κανόνα του ενωσιακού δικαίου κατά την έκδοση απόφασης κατά της οποίας δεν θα ήταν δυνατή η άσκηση ενδίκων μέσων, υπέβαλε και προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, τα προδικαστικά ερωτήματα θα ήταν σαφώς πολλαπλάσια από τα σημερινά, δημιουργώντας συμφόρηση στο Δικαστήριο, και ο μηχανισμός του άρθρου 267 ΣΛΕΕ θα υποβιβαζόταν σε μηχανισμό ρουτίνας, με πληθώρα ανούσιων συχνά ερωτημάτων, που κυρίως θα λειτουργούσαν παρελκυστικά της δίκης, χωρίς τελικά η έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο να προσφέρει ουσιαστική αρωγή στο δικαιοδοτικό έργο του εθνικού δικαστή».

 

Το όλο θέμα της υποχρεωτικής παραπομπής συνοψίστηκε εξίσου εύστοχα και στην Περικλέους (ανωτέρω) ως εξής:

 

«Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, προκύπτει αβίαστα ότι στις περιπτώσεις όπου οι αποφάσεις συγκεκριμένου δικαστηρίου δεν υπόκεινται σε έφεση, η παραπομπή ζητήματος στο ΔΕΕ είναι υποχρεωτική, υπό την αίρεση όμως ότι κρίνεται, από το ίδιο το Δικαστήριο, πως η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου. Η υποχρέωση παραπομπής από δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα ενυπάρχει όπου το αναφυόμενο θέμα αφορά ερμηνεία κοινοτικού δικαίου και νοουμένου πως διαπιστώνεται το ουσιώδες του θέματος για σκοπούς κατάληξης. Περαιτέρω δεν υπάρχει υποχρέωση παραπομπής όταν η συγκεκριμένη προς εξέταση κοινοτική διάταξη έχει ήδη ερμηνευθεί από το ΔΕΕ ή όπου η ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου είναι τόσο προφανής, ώστε να μην αφήνει περιθώριο για οποιαδήποτε αμφιβολία».

 

(έμφαση δοθείσα)

 

Η ως άνω καταληκτική αναφορά στις δύο εξαιρέσεις αφορά αντιστοίχως, αφενός την περίπτωση της «διασαφηνισμένης πράξης» (acte eclaire) και αφετέρου την περίπτωση της «σαφούς πράξης» (acte claire). Στις ίδιες εξαιρέσεις (αλλά αντιστρόφως) και με παραπομπή στη σχετική πάγια νομολογία του ΔΕΕ, αναφέρθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 5) (2017) 3 Α.Α.Δ. 327, ως εξής:


«Αναγνωρίζονται εξαιρέσεις στη δυνατότητα ή υποχρέωση του εθνικού Δικαστηρίου να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα όταν η ερμηνεία είναι τόσο προφανής που να μην χρειάζεται το εθνικό Δικαστήριο να ανατρέξει σε προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου επί του θέματος, αρχή γνωστή ως 
acte claire όπως έχει καθιερωθεί στην υπόθεση Srl CILFIT vMinistry of HealthCase 283/1981 [1982] E.C.R. 3415Επίσης εξαίρεση έχει καθιερωθεί στη βάση της αρχής του acte ?clair?, η οποία τυγχάνει εφαρμογής όταν το ερώτημα που ανακύπτει έχει ήδη τύχει εξέτασης σε ουσιωδώς παρόμοιο ερώτημα και έχει απαντηθεί από το Δικαστήριο ...». 

 

 

(υπογράμμιση προστεθείσα)

 

Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι στην αναφερόμενη, στο πιο πάνω απόσπασμα, υπόθεση Cilfit, η οποία αφορούσε το παλαιότερο μεν, πλην όμως ταυτόσημο Άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το ΔΕΚ (νυν ΔΕΕ) διευκρίνισε ότι η προδικαστική παραπομπή δεν αποτελεί ένδικο βοήθημα παρεχόμενο στους διαδίκους κάποιας εκκρεμούς διαφοράς ενώπιον των Εθνικών Δικαστηρίων και ότι συνεπώς δεν αρκεί (απλώς και μόνον) να υποστηριχθεί από κάποιο διάδικο ότι η κρινόμενη διαφορά θέτει ζήτημα ερμηνείας του Ευρωπαϊκού δικαίου, ώστε να υποχρεούται το Εθνικό Δικαστήριο να δεχθεί ότι ανέκυψε ζήτημα εν τη εννοία του σχετικού άρθρου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης. Το ΔΕΚ προχώρησε προσθέτοντας τα εξής στην Cilfit:

 

«. από την σχέση μεταξύ της δευτέρας και της τρίτης παραγράφου του άρθρου 177 συνάγεται ότι τα δικαστήρια που αναφέρονται στην τρίτη παράγραφο διαθέτουν την ίδια εξουσία εκτιμήσεως, όπως όλα τα άλλα εθνικά δικαστήρια ως προς το αν μία απόφαση επί ζητήματος κοινοτικού δικαίου είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής τους αποφάσεως. Τα δικαστήρια αυτά δεν οφείλουν συνεπώς να παραπέμψουν ένα ζήτημα ερμηνείας κοινοτικού δικαίου που ανέκυψε ενώπιον τους, αν το ζήτημα αυτό δεν είναι ουσιώδες, δηλαδή στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η λύση του ζητήματος αυτού, οποιαδήποτε και αν είναι, δεν ασκεί καμμία επιρροή στην έκβαση της δίκης».  

(έμφαση δοθείσα)

 

Τα πιο πάνω, βέβαια, επαναφέρουν την όλη συζήτηση στις προαναφερθείσες δύο βασικές προϋποθέσεις παραπομπής, ήτοι πρώτον να ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας και δεύτερον να είναι αναγκαία στην υπόθεση η επίλυση του. Η επιρροή στην έκβαση της δίκης συνιστά κριτήριο βάσει του οποίου αποφασίζεται κατά πόσον το προδικαστικό ερώτημα ερμηνείας είναι ουσιώδες, οπότε και γεννάται πλέον υποχρέωση υποβολής του στο ΔΕΕ. Στην Περικλέους (ανωτέρω) είχαν υιοθετηθεί, από την υπόθεση Netmed N.V. κ.ά. ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, Συν. Υπ. 1552/06 κ.ά., ημερ. 7.9.07, τα εξής καθοδηγητικά:

 

«Βασικό κριτήριο το οποίο κλίνει υπέρ της απόφασης για παραπομπή, είναι το κατά πόσο η παραπομπή στο ΔΕΚ είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης στην υπό εκδίκαση υπόθεση, εδώ τις παρούσες προσφυγές. (Βλέπε Bulmer v. Bollinger (1974) 2 All E.R. 1226, 1235 - 1236, R v. International Stock Exchange Exparte Else (1993) 1 All E.R. 420 και το Σύγγραμμα The Foundations of European Community Law Fifth Edition του T.C. Hartley σελ. 296-297 κάτω από τον τίτλο DΙSCRETION). Στην υπόθεση Bulmer v. Bollinger ο Λόρδος Denning ανάφερε ότι "?necessary? meant that the outcome of the case must be dependent on the decision." Το αποτέλεσμα δηλαδή της υπόθεσης να εξαρτάται από την απόφαση του ΔΕΚ.  Κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας αν θα παραπέμψει ή όχι το θέμα, το εθνικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και το κατά πόσο μπορεί, με βεβαιότητα, να αποφασίσει το ίδιο το εγειρόμενο θέμα».

 

Η τελευταία ανωτέρω επισήμανση συνδέεται με την επίσης πάγια νομολογία του ΔΕΕ (βλ. Υποθέσεις C-144/22, Societa Eredi Raimondo Bufarini S.r.l., ημερ. 15.12.22, C-482/22, Associazone Raggio Verde v. Regione Lazio, ημερ. 27.4.23), ότι το Άρθρο 267 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι Εθνικό Δικαστήριο, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, δύναται να μην υποβάλει στο ΔΕΕ προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, αλλά να το επιλύσει με δική του ευθύνη, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης είναι τόσο προφανής ώστε να μην καταλείπει περιθώριο για καμμιά εύλογη αμφιβολία. Η εξέταση του ενδεχομένου αυτού πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δικαίου της Ένωσης, τις ιδιάζουσες δυσχέρειες τις οποίες παρουσιάζει η ερμηνεία του και τον κίνδυνο αποκλίσεων της νομολογίας στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το εν λόγω Εθνικό Δικαστήριο δεν υποχρεούται να αποδείξει κατά τρόπο εμπεριστατωμένο ότι τα λοιπά δικαστήρια τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας των κρατών μελών και το ΔΕΕ θα κατέληγαν στην ίδια ερμηνεία, αλλά πρέπει να έχει σχηματίσει την πεποίθηση, στο πλαίσιο εκτιμήσεως η οποία να λαμβάνει υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία, ότι εξίσου προφανής θα εμφανιζόταν η εν λόγω ερμηνεία τόσο σε αυτά τα λοιπά Εθνικά Δικαστήρια όσο και στο ΔΕΕ.

 

Όπως συναφώς το ΔΕΕ κατέγραψε στις πρόσφατες «Συστάσεις προς τα Εθνικά Δικαστήρια, σχετικές με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων», C/2024/6008, ημερ. 9.10.24 «όταν ανακύπτει ζήτημα σε υπόθεση εκκρεμή ενώπιον δικαστηρίου του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, το δικαστήριο αυτό οφείλει να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα (βλ. άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ), εκτός εάν υπάρχει ήδη πάγια σχετική νομολογία ή εάν δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την ορθή ερμηνεία του οικείου κανόνα δικαίου».

(έμφαση δοθείσα)»

 

 

Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Ε.Μ. v. Κεντρική Αρχή – Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση ΕΕΣ Αρ. 8/2025 (i-justice), ημερομηνίας 19.01.2026, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Σχετικά με τους λόγους που δικαιολογούν παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε., χρήσιμη αναφορά, ακόμη, μπορεί να γίνει, και στις ίδιες τις Συστάσεις του Δικαστηρίου που αφορούν τέτοιες παραπομπές (Information Note on reference from National Courts for a Preliminary Ruling (2012/C338/01) και ιδιαίτερα στην υπό στοιχείο 13 Σύσταση, την οποία και παραθέτουμε:

 

«13. Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει το ίδιο για την ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και για την εφαρμογή του στα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνει, ιδίως αν θεωρεί ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου.  Εντούτοις, η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη όταν πρόκειται για νέο ερμηνευτικό ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος που συμβάλλει στην ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ή όταν προκύπτει ότι η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο πρωτοεμφανιζόμενο πλαίσιο μιας υποθέσεως.»

 

Παρατηρούμε ότι στο ίδιο πνεύμα κινείται και η Σύσταση 5 των Recommendations to national courts and tribunals, in relation to the initiation of preliminary ruling proceedings (2016/C 439/01) του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (25.11.2016).»

 

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, μέσα στο πλαίσιο της εξέτασης των συνεκδικαζόμενων υποθέσεων C-508/2018 και C-82/2019, ημερομηνίας 27.05.2019, έχει προχωρήσει και έχει εξετάσει στο πλαίσιο του Άρθρου 6, παράγραφος 1 της Απόφασης Πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ, την έννοια του όρου «δικαστική αρχή έκδοσης» σε σχέση με ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως που εκδόθηκε από την εισαγγελία κράτους μέλους, το νομικό καθεστώς, την ύπαρξη σχέσεως εξαρτήσεως από όργανο της εκτελεστικής εξουσίας, της εξουσίας του Υπουργού Δικαιοσύνης να δίδει οδηγίες σε συγκεκριμένη υπόθεση και την έλλειψη εγγυήσεων ανεξαρτησίας. Αποφάσισε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

«Ο όρος «δικαστική αρχή έκδοσης», κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, έχει την έννοια ότι δεν περιλαμβάνει τις εισαγγελίες κράτους μέλους οι οποίες είναι εκτεθειμένες στον κίνδυνο να υπόκεινται, άμεσα ή έμμεσα, σε εντολές ή οδηγίες σε συγκεκριμένη υπόθεση εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, όπως εκ μέρους του Υπουργού Δικαιοσύνης, στο πλαίσιο λήψεως αποφάσεως σχετικής με την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.»

 

Περαιτέρω, το ΔΕΕ, στο πλαίσιο της πιο πάνω απόφασης, στις σκέψεις 72, 73, 74 και 75 δίδει τις κατευθυντήριες γραμμές που θα πρέπει το Εθνικό Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη σε σχέση με το Άρθρο 6(1) της Απόφασης Πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ και, συγκεκριμένα, αναφέρει:

 

«72. Η «δικαστική αρχή έκδοσης» του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, δηλαδή η αρχή που λαμβάνει, τελικώς, την απόφαση εκδόσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, είναι αυτή που οφείλει να διασφαλίσει αυτό το δεύτερο επίπεδο προστασίας, και τούτο ακόμη κι όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως στηρίζεται σε εθνική απόφαση που εκδόθηκε από δικαστή ή δικαιοδοτικό όργανο.

73.    Συνεπώς, η «δικαστική αρχή έκδοσης» του εντάλματος κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 πρέπει να είναι σε θέση να ασκεί αντικειμενικώς το καθήκον αυτό, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ενοχοποιητικά και τα απαλλακτικά στοιχεία και χωρίς να είναι εκτεθειμένη στον κίνδυνο να υπόκειται η εξουσία της λήψεως αποφάσεων σε εξωτερικές εντολές ή οδηγίες, ιδίως εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, ούτως ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η απόφαση εκδόσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως είναι δική της απόφαση και όχι, εν τέλει, απόφαση της εκτελεστικής εξουσίας (πρβλ. απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2016, Kovalkovas, C477/16 PPU, EU:C:2016:861, σκέψη 42).

74.    Επομένως, η δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος πρέπει να είναι σε θέση να εξασφαλίσει στη δικαστική αρχή εκτελέσεως τη διαβεβαίωση ότι, λαμβανομένων υπόψη των εγγυήσεων που παρέχει η έννομη τάξη του κράτους μέλους εκδόσεως, ενεργεί ανεξάρτητα κατά την άσκηση των καθηκόντων της που είναι συμφυή με την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Η ανεξαρτησία αυτή επιβάλλει την ύπαρξη καταστατικών και θεσμικών κανόνων που να διασφαλίζουν ότι η δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος δεν είναι εκτεθειμένη, στο πλαίσιο λήψεως αποφάσεως περί εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, σε οιονδήποτε κίνδυνο να υπόκειται, μεταξύ άλλων, σε οδηγία της εκτελεστικής εξουσίας σε συγκεκριμένη υπόθεση.

75.    Επιπλέον, όταν το δίκαιο του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος απονέμει την αρμοδιότητα εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως σε αρχή η οποία, μολονότι μετέχει στην απονομή της δικαιοσύνης στο εν λόγω κράτος μέλος, δεν είναι η ίδια δικαιοδοτικό όργανο, η απόφαση εκδόσεως ενός τέτοιου εντάλματος και, ιδίως, ο αναλογικός χαρακτήρας της αποφάσεως αυτής πρέπει να μπορούν να προσβληθούν με ένδικο μέσο, στο εν λόγω κράτος μέλος, το οποίο να ικανοποιεί πλήρως τις απαιτήσεις που είναι συμφυείς με την αποτελεσματική δικαστική προστασία.»

 

Επιπλέον, το ΔΕΕ μέσα στο πλαίσιο των συνεκδικαζόμενων υποθέσεων C-566/2019 και C-626/2019, ημερομηνίας 12.12.2019, ανέφερε ότι:

 

«52. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι στην έννοια του όρου «δικαστική αρχή έκδοσης», κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, μπορούν να περιληφθούν και οι αρχές κράτους μέλους οι οποίες, χωρίς να είναι κατ’ ανάγκην δικαστές ή δικαιοδοτικά όργανα, μετέχουν στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης στο εν λόγω κράτος μέλος και ενεργούν με ανεξαρτησία κατά την άσκηση των καθηκόντων που είναι συμφυή με την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, η δε ανεξαρτησία αυτή επιβάλλει την ύπαρξη καταστατικών και θεσμικών κανόνων που να διασφαλίζουν ότι η δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος δεν είναι εκτεθειμένη, στο πλαίσιο λήψεως αποφάσεως περί εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, σε οιονδήποτε κίνδυνο να υπόκειται, μεταξύ άλλων, σε οδηγία της εκτελεστικής εξουσίας σε συγκεκριμένη υπόθεση [πρβλ. απόφαση της 27ης Μαΐου 2019, OG και PI (Εισαγγελίες του L?beck και του Zwickau), C-508/18 και C-82/19 PPUEU:C:2019:456, σκέψεις 51 και 74].»

 

Στην ίδια απόφαση εξετάσθηκε η ανεξαρτησία της εισαγγελικής αρχής και αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«54.  Όσον αφορά το ζήτημα αν οι εν λόγω εισαγγελείς ενεργούν με ανεξαρτησία κατά την άσκηση των καθηκόντων που είναι συμφυή με την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, από τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου από τη Γαλλική Κυβέρνηση προκύπτει ότι το άρθρο 64 του Συντάγματος εγγυάται την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας που απαρτίζεται από τους δικαστές και από τους εισαγγελικούς λειτουργούς και ότι, δυνάμει του άρθρου 30 του CPP, η εισαγγελική αρχή ασκεί τα καθήκοντά του αντικειμενικώς, χωρίς να υπόκειται σε εντολές σε συγκεκριμένη υπόθεση εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, ο δε Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί μόνο να απευθύνει στους εισαγγελικούς λειτουργούς γενικές οδηγίες πολιτικής για την καταπολέμηση του εγκλήματος, προκειμένου να διασφαλίσει τη συνοχή της πολιτικής αυτής στο σύνολο της επικράτειας. Κατά την κυβέρνηση αυτή, οι εν λόγω γενικές οδηγίες σε καμία περίπτωση δεν έχουν ως αποτέλεσμα να εμποδίζουν τους εισαγγελικούς λειτουργούς στην άσκηση της εξουσίας τους εκτιμήσεως όσον αφορά τον αναλογικό χαρακτήρα της εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 31 του CPP, η εισαγγελική αρχή ασκεί την ποινική δίωξη και απαιτεί την εφαρμογή του νόμου τηρώντας την αρχή της αμεροληψίας.

 

55.    Τα στοιχεία αυτά αρκούν για να καταδειχθεί ότι, στη Γαλλία, οι εισαγγελικοί λειτουργοί έχουν την εξουσία να εκτιμήσουν κατά τρόπο ανεξάρτητο, ιδίως σε σχέση με την εκτελεστική εξουσία, την αναγκαιότητα και τον αναλογικό χαρακτήρα της εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και ότι ασκούν την εν λόγω εξουσία αντικειμενικώς, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα επιβαρυντικά ή απαλλακτικά στοιχεία.

 

56.    Μολονότι είναι αληθές ότι οι εισαγγελείς υποχρεούνται να συμμορφώνονται προς τις οδηγίες των ιεραρχικώς προϊσταμένων τους, από τη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως δε από τις αποφάσεις της 27ης Μαΐου 2019, OG και PI (Εισαγγελίες του L?beck και του Zwickau) (C-508/18 και C-82/19 PPUEU:C:2019:456), καθώς και της 27ης Μαΐου 2019, PF (Γενικός εισαγγελέας της Λιθουανίας) (C-509/18EU:C:2019:457), προκύπτει ότι η απαίτηση περί ανεξαρτησίας, κατά την οποία η εξουσία των εισαγγελέων προς λήψη αποφάσεων δεν πρέπει να υπόκειται σε εξωτερικές της δικαστικής εξουσίας εντολές, προερχόμενες ιδίως από την εκτελεστική εξουσία, δεν απαγορεύει τις εσωτερικές οδηγίες που μπορούν να δοθούν στους εισαγγελείς από τους ιεραρχικώς προϊσταμένους τους, που είναι και οι ίδιοι εισαγγελείς, βάσει της σχέσεως εξαρτήσεως που διέπει τη λειτουργία της εισαγγελικής αρχής.

 

57.  Η ανεξαρτησία της εισαγγελικής αρχής δεν τίθεται εν αμφιβόλω ούτε από το γεγονός ότι αυτή είναι επιφορτισμένη με την άσκηση της ποινικής διώξεως. Πράγματι, όπως επισήμανε η Parquet g?n?ral du Grand-Duch? de Luxembourg κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η έννοια της «δικαστικής αρχής έκδοσης», κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, δεν καλύπτει μόνον τους δικαστές ή τα δικαστήρια κράτους μέλους. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η έννοια αυτή έχει επίσης εφαρμογή στον αρμόδιο για την άσκηση ποινικών διώξεων γενικό εισαγγελέα κράτους μέλους, υπό την προϋπόθεση όμως ότι τελεί υπό καθεστώς το οποίο του παρέχει εγγυήσεις ανεξαρτησίας από την εκτελεστική εξουσία στο πλαίσιο της εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως [πρβλ. απόφαση της 27ης Μαΐου 2019, PF (Γενικός εισαγγελέας της Λιθουανίας) (C-509/18EU:C:2019:457), σκέψη 57].

 

58.  Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εμπίπτουν στην έννοια της «δικαστικής αρχής έκδοσης» της διατάξεως αυτής οι εισαγγελικοί λειτουργοί κράτους μέλους οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την άσκηση της ποινικής διώξεως και τελούν υπό τη διεύθυνση και τον έλεγχο των ιεραρχικώς προϊσταμένων τους, εφόσον τελούν υπό καθεστώς το οποίο τους παρέχει εγγυήσεις ανεξαρτησίας, ιδίως έναντι της εκτελεστικής εξουσίας, στο πλαίσιο της εκδόσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.».

 

Ερχόμενοι τώρα να εξετάσουμε τα ερωτήματα, που ο Αιτητής ζητά να σταλούν στο ΔΕΕ, αυτά άπτονται του θέματος κατά πόσο ο Γενικός Εισαγγελέας και η εισαγγελική αρχή της Εσθονίας θεωρείται «δικαστική αρχή», κατά την έννοια του Άρθρου 6, παράγραφος 1, της Αποφάσεως Πλαισίου 2002/584.

 

Αποτελεί κοινό έδαφος, αλλά, και από την έρευνα που διεξάγαμε δεν διαπιστώσαμε να υπάρχει οποιαδήποτε απόφαση του ΔΕΕ που να αφορά τον Γενικό Εισαγγελέα ή την εισαγγελική αρχή της Εσθονίας σε σχέση με το Άρθρο 6, παράγραφος 1, της Αποφάσεως Πλαισίου 2002/584, πλην της υπόθεσης C-746/2018 ημερομηνίας 02.03.2021, η οποία αφορά την Οδηγία 2002/58.  Σ’ αυτή την υπόθεση ζητήθηκε ως τρίτο προδικαστικό ερώτημα, να διευκρινιστεί αν το Άρθρο 15(1) της Οδηγίας 2002/58 ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των Άρθρων 7, 8 και 11, καθώς, και του Άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία απονέμει στην εισαγγελική αρχή, της οποίας η αποστολή είναι να διευθύνει τη διαδικασία ανάκρισης ποινικών αδικημάτων και να ενεργεί, ενδεχομένως, ως κατηγορούσα αρχή στο πλαίσιο μεταγενέστερης διαδικασίας, αρμοδιότητα να επιτρέπει την πρόσβαση δημόσιας αρχής σε δεδομένα κίνησης και σε δεδομένα θέσης για τους σκοπούς της ανακριτικής διαδικασίας.  Το ΔΕΕ, επί αυτού του θέματος, αποφάσισε, παρόλο που, κατά το εθνικό δίκαιο, η Εσθονική Εισαγγελική Αρχή υποχρεούται να ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο και υπόκειται μόνο στο Νόμο, ότι «το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 11 καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία απονέμει στην εισαγγελική αρχή, της οποίας η αποστολή είναι να διευθύνει τη διαδικασία ανάκρισης ποινικών αδικημάτων και να ενεργεί, ενδεχομένως, ως κατηγορούσα αρχή στο πλαίσιο μεταγενέστερης διαδικασίας, αρμοδιότητα να επιτρέπει την πρόσβαση δημόσιας αρχής σε δεδομένα κίνησης και σε δεδομένα θέσης για τους σκοπούς της ανακριτικής διαδικασίας.».

 

Κρίνουμε ότι τα ερωτήματα που έχουν τεθεί στην πιο πάνω υπόθεση δεν έχουν άμεση σχέση με την παρούσα, η δε κατάληξη του ΔΕΕ αφορά την Γενική Εισαγγελία ενεργούσας ως κατηγόρου από τη μια και ως αρχής για παραχώρηση άδειας σε πρόσβαση προσωπικών δεδομένων από την άλλη, και βεβαίως για ένα άλλο ζήτημα και όχι για έκδοση ΕΕΣ.

 

Σύμφωνα με τους ευπαίδευτους δικηγόρους του Αιτητή, δεν υπάρχει πάγια σχετική νομολογία επί ουσιώδους παρόμοιου ερωτήματος και δεν είναι περίπτωση «διασαφηνισμένης πράξης» (acte eclaire) ή «σαφούς πράξης» (acte claire).

 

Με αυτή τη θέση να μας επιτρέψουν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του Αιτητή να διαφωνήσουμε, καθότι, οι πιο πάνω αναφερόμενες αποφάσεις (C-508/2018, C-82/2019, C-566/2019 και C-626/2019), δίδουν κατεύθυνση στον εθνικό Δικαστή, εφαρμόζοντας τις αρχές επί του ιδίου θέματος, να εξετάσει και να αποφασίσει το ίδιο σε σχέση με τα ερωτήματα που έχουν τεθεί για το καθεστώς του Εσθονού Εισαγγελέα και της Εισαγγελικής Αρχής, μέσα από την μαρτυρία που θα έχει ήδη προσαχθεί, και να εξετάσει αν η ανεξαρτησία της δικαστικής αρχής εκδόσεως του εντάλματος επιβάλλει την ύπαρξη θεσμικών κανόνων, οι οποίοι να διασφαλίζουν ότι δεν είναι εκτεθειμένοι σε οιονδήποτε κίνδυνο να υπόκειται, μεταξύ άλλων, σε οδηγία της εκτελεστικής εξουσίας.

 

Ως είναι παραδεκτό, είναι κοινός τόπος, το Άρθρο 9 του Prosecutors Office Act της Εσθονίας, προνοεί τα ακόλουθα:

 

«9. (1)  The Ministry of Justice shall exercise supervisory control over the prosecutor’s office.  The supervisory control over the prosecutor’s office exercised by the Ministry of Justice does not extend to the activities of the prosecutor’s office in planning of surveillance, pre-trial criminal proceedings and representing of public prosecution in court.

 

(2)  The Prosecutor General shall exercise supervisory control in the prosecutor’s office, and chief prosecutors shall exercise supervisory control in district prosecutor’s offices.»

 

 Κατανοούμε ότι, με το πιο πάνω Άρθρο, θεσμοθετούνται τα όρια της σχέσης μεταξύ Εισαγγελέων και Υπουργού Δικαιοσύνης κατά τρόπο σαφή, με την αναφορά ότι τα καθήκοντα εποπτείας και πειθαρχικής δίωξης του Υπουργού Δικαιοσύνης δεν επεκτείνονται στα καθήκοντα εκτέλεσης των Εισαγγελέων όταν αυτά αφορούν, μεταξύ άλλων, σε προδικαστικά ζητήματα ποινικής δίωξης, ως είναι η έκδοση ΕΕΣ.  Συνεπώς, υπάρχει το νομοθετικό υπόβαθρο για το παρόν Εφετείο να αποφανθεί, κατά την εξέταση της ουσίας της έφεσης, αν η Εισαγγελική Αρχή της Εσθονίας μπορεί να θεωρηθεί ή όχι ανεξάρτητη «δικαστική αρχή», και τούτο, σε συνυφασμό με ό,τι έχει αποφασισθεί στην υπόθεση C-566/2019 (ανωτέρω), παράγραφοι 54 και 55, με παρόμοιες πρόνοιες του γαλλικού δικαίου, ενώ παράλληλα στην παρούσα περίπτωση η πρόνοια του Άρθρου 9, του Prosecutors Office Act της Εσθονίας, προσδιορίζει σαφώς τα όρια άσκησης των καθηκόντων και των Εισαγγελέων αλλά και του Υπουργού.  Αν αυτά παραβιάστηκαν ή αν υπό τέτοιες πρόνοιες εξάγεται ή όχι ότι πρόκειται περί «δικαστικής αρχής» θα κριθεί επί της ουσίας της έφεσης.

 

Επομένως, προκύπτει ότι κατά την ακρόαση και απόφαση μας, επί της ουσίας της έφεσης, οφείλουμε να λάβουμε υπόψη την προσκόμιση μαρτυρίας επί του θέματος που αφορά την Εσθονική Αρχή, η οποία έχει εκδώσει το ΕΕΣ και μέσα από τις κατευθυντήριες γραμμές που έχει θέσει το ΔΕΕ, οι οποίες καταγράφονται πιο πάνω, να αποφασίσουμε και αυτό το θέμα που αφορά την ανεξαρτησία ή όχι της Εσθονικής Αρχής, η οποία έκδωσε το ΕΕΣ και αν αυτή θεωρείται «δικαστική αρχή» κατά την έννοια του Άρθρου 6 παράγραφος 1 της Απόφασης Πλαισίου 2002/584

 

Συνεπώς, κρίνουμε ότι δεν είναι αναγκαία η παραπομπή των νομικών ερωτημάτων, τα οποία στηρίζονται σ’ ένα και μόνο άξονα, γύρω από το κατά πόσο ο Γενικός Εισαγγελέας της Εσθονίας θεωρείται «δικαστική αρχή» κατά την έννοια του Άρθρου 6, παράγραφος 1, της Απόφασης Πλαισίου 2002/584, καθ’ ότι, τέτοια ερωτήματα καλύπτονται από την πάγια νομολογία του ΔΕΕ (βλ. C-508/2018 και C-82/2019, ημερομηνίας 27.05.2019, και C-566/2019 με συνεκδικαζόμενη την C-626/2019 ημερομηνίας 12.12.2019).  Θεωρούμε ότι η νομολογία του ΔΕΕ επί των ζητημάτων των οποίων ζητείται η παραπομπή είναι αρκούντως διαφωτιστική για να αποφανθούμε επί της ουσίας της έφεσης.

 

Κατ’ επέκταση ο τέταρτος λόγος ένστασης κρίνεται βάσιμος.

 

Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω, η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

 

 

 

                                                                   Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                   Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                   Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο