ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ v. ΜΑΡΙΟΥ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 313/2019, 13/2/2026
print
Τίτλος:
ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ v. ΜΑΡΙΟΥ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 313/2019, 13/2/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 313/2019)

 

13 Φεβρουαρίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ,

 

Εφεσείουσα,

 

v.

 

 

1.  ΜΑΡΙΟΥ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ,

2.  ΔΑΦΝΗΣ – ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΤΑΝΙΔΟΥ,

 

Εφεσίβλητοι.

____________________

 

Ρ. Χρυσοστόμου (κα) για Σωτήρης Αργυρού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα.

Π. Νικολάου (κα) για Ε. Νεοφύτου & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους. 

 

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.:  Πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση προς όφελος των εφεσίβλητων και εναντίον της εφεσείουσας για το ποσό των €13.650,00, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα, ως αυτά θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκρίνονταν από το Δικαστήριο.  Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε στο πλαίσιο ανταπαίτησης των εφεσίβλητων, την οποία καταχώρισαν στην αγωγή που είχε καταχωρίσει η εφεσείουσα (εναντίον τους), την οποία, όμως, αγωγή, στην πορεία, απέσυρε.  Κύρια βάση της ανταπαίτησης ήταν η πρόκληση ζημιών στους εφεσίβλητους, λόγω του ότι η εφεσείουσα είχε εξασφαλίσει εναντίον τους, στο πλαίσιο της αγωγής της, προσωρινό διάταγμα για αναστολή οικοδομικών εργασιών σε οικοδομή που οι εφεσίβλητοι ανήγειραν εντός ακινήτου, στο οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εφεσείουσα και εφεσίβλητοι, ήσαν συνιδιοκτήτες.  Ειδικότερα, ότι λόγω της τετράμηνης αναστολής των οικοδομικών εργασιών, δυνάμει του προειρημένου προσωρινού διατάγματος, το οποίο κατόπιν ακρόασης ακυρώθηκε, προέκυψαν ζημιές στον οπλισμό και στον ξυλότυπο της οικοδομής, αλλά, και άλλες παρεπόμενες συναφείς εργασίες ύψους €13.650,00.   Επιπρόσθετα, ζητήθηκε και το ποσό των €1.024,00, ως ενοίκια τα οποία κατέβαλαν, οι εφεσίβλητοι, κατά τους τέσσερεις μήνες καθυστέρησης στην παράδοση της οικοδομής τους από τους εργολάβους τους. 

 

Σημειώνεται, κατ’ αρχάς, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία τριών μαρτύρων (ΜΕ1 – ο εφεσίβλητος 1, ΜΕ2 – ο διευθυντής κατασκευαστικής εταιρείας στον οποίο ανέθεσαν οι εφεσίβλητοι την ανέγερση της οικίας τους, και ΜΕ3 – ιδιοκτήτρια διαμερίσματος το οποίο ενοικίαζαν οι εφεσίβλητοι), οι οποίοι μαρτύρησαν για την απόδειξη της ανταπαίτησης.  Ταυτόχρονα, ως διαπιστώνεται, δεν έγινε αποδεκτή, ως αξιόπιστη, η μαρτυρία της εφεσείουσας (ΜΥ1), και του ΜΥ2 – πολιτικού μηχανικού -, ο οποίος μαρτύρησε προς απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας, (α) ότι η τελευταία δεν ήταν ενήμερη για την ανάπτυξη και την προτιθέμενη θέση της οικίας των συνιδιοκτητών της – εφεσίβλητων και (β) σχετικά με την αμφισβήτηση ότι υπήρξαν, όντως, ζημιές στην οικία των εφεσίβλητων, λόγω της προαναφερόμενης τετράμηνης καθυστέρησης. 

 

Η εφεσείουσα με τέσσερεις λόγους έφεσης επιδιώκει την ανατροπή της πιο πάνω πρωτόδικης, εκκαλούμενης, απόφασης.  Παραθέτουμε στη συνέχεια αυτούσιο το περιεχόμενο των λόγων έφεσης:

 

«ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ

 

Το εύρημα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου σελ. 23 της απόφασης ότι «…η ζημιές στην ανεγειρόμενη οικοδομή οφείλονται ως εκ της παύσης των εργασιών από την επίδοση του απαγορευτικού Διατάγματος μέχρι την ακύρωση του αυτές έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό…» είναι εσφαλμένο.

 

……………………………………………………………………………………………

 

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ

 

Η πρωτόδικη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και/ή η αιτιολογία της είναι ελλιπής και/ή εσφαλμένη.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέτυχε και/ή παρέλειψε να λάβει υπόψη του ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση.

 

……………………………………………………………………………………………

 

ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ

 

Η πρωτόδικη απόφαση ως προς το θέμα της επιδίκασης των εξόδων προς όφελος των εναγόμενων/εφεσίβλητων είναι εσφαλμένη και/ή το Πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε κακώς την διακριτική του ευχέρεια ως προς το θέμα των εξόδων.

 

……………………………………………………………………………………………

 

ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ

 

Εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε αποζημιώσεις σε ανταπαίτηση στηριζόμενο στο άρθρο 32(3) του Ν. 14/60 βάσει του οποίου δεν είχε οποιαδήποτε δικαιοδοσία να το πράξει, εφαρμόζοντας εσφαλμένα Αγγλική Νομολογία επί του θέματος η οποία δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε εφαρμογής στη Κύπρο λόγω του ξεκάθαρου λεκτικού του άρθρου 32 του Νόμου 14/60

 

Προκειμένου να εξετάσουμε και αξιολογήσουμε τους λόγους έφεσης, έχουμε ανατρέξει στα πρακτικά της δίκης, στα περιγράμματα αγόρευσης των ευπαίδευτων συνήγορων των διαδίκων, αλλά, και στο περιεχόμενο της εκκαλούμενης απόφασης.  Ακολουθεί η εξέταση των λόγων έφεσης όχι επ’ ακριβώς στη βάση της αριθμητικής τους σειράς, λόγω της φύσης και του περιεχομένου αυτών, κυρίως μεταξύ του τρίτου και τέταρτου λόγου έφεσης.

 

Αρχίζοντας από τον πρώτο λόγο έφεσης αντιλαμβανόμαστε, έχοντας υπόψη το ουσιαστικό παράπονο της εφεσείουσας, ότι αυτός δεν είναι ασύνδετος με την αξιολόγηση της μαρτυρίας.  Ωστόσο, τέτοιος λόγος έφεσης δεν εγείρεται.  Επομένως, ό,τι επισημαίνουμε είναι πως, κατ’ αρχάς, το πρωτόδικο εύρημα, το οποίο βάλλεται με τον πρώτο λόγο έφεσης, είναι το προϊόν της αξιολόγησης των μαρτύρων από το Δικαστήριο.  Αυτή η επισήμανση δημιουργεί και τη διαφορά σε ότι αφορά στο επιχείρημα της εφεσείουσας ότι, ενώ οι αξιούμενες ζημιές σχετίζονται με την απόδειξη κονδυλίου, ως ειδική ζημιά, το πρωτόδικο Δικαστήριο, λανθασμένα, την αποδέχθηκε χωρίς να εφαρμόσει τη νομολογία και αποδέχθηκε το, αξιούμενο, κονδύλι των €13.650,00, και δεν το απέρριψε, όπως έπραξε, ορθά, με το κονδύλι των αξιούμενων ενοικίων, που οι εφεσίβλητοι ζήτησαν.  Κρίνουμε ότι η μία περίπτωση από την άλλη είναι διαφορετικές. Στην πρώτη, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΕ2, που ήταν ο διευθυντής της κατασκευαστικής εταιρείας που κατασκεύασε την οικία των εφεσίβλητων, και ο οποίος μαρτύρησε, μεταξύ άλλων, για τις ζημιές που διαπίστωσε, σημειωτέον, σε συνάντηση και συμφωνία με τον πολιτικό μηχανικό του έργου, ο οποίος είχε δώσει σχετική εντολή για την ανάγκη επανεκτέλεσης των εργασιών και την αξία τους, χωρίς να προσβάλλεται η αξιοπιστία του ΜΕ2 με λόγο έφεσης ή να είχε ζητηθεί στην πρωτόδικη διαδικασία η αντεξέταση του πολιτικού μηχανικού.  Στην άλλη, περίπτωση, το Δικαστήριο, πάλι, στη βάση αξιόπιστης μαρτυρίας, της ΜΕ3, αποδέχθηκε ότι τα χρήματα, ως ενοίκια, καταβλήθηκαν από τους εφεσίβλητους στην ΜΕ3, πλην όμως, έκρινε ότι δεν υπήρξε αιτιώδης συνάφεια, της εν λόγω πληρωμής, με την καθυστέρηση των τεσσάρων μηνών στην παράδοση της οικίας των εφεσίβλητων, γι’ αυτό και απέρριψε την εν λόγω αξίωση.  Κρίνουμε ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά ζητήματα.  Δεν εντοπίζουμε συνεπώς, νομικό ή άλλο σφάλμα στην πρωτόδικη προσέγγιση.

 

Ενόψει των όσων έχουμε εξηγήσει πιο πάνω, ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Όσον αφορά στον δεύτερο λόγο έφεσης, αξιολογώντας το περιεχόμενο του, δεν αποδεχόμαστε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε αναιτιολόγητη απόφαση ή ελλιπή αιτιολογία και, κατ’ επέκταση, εσφαλμένη απόφαση. Ιδιαίτερα, δεν αποδεχόμαστε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του ουσιώδη γεγονότα που αφορούν στην υπόθεση. Σημειώνουμε, κατ’ αρχάς, ότι δεν εξειδικεύονται, στην αιτιολογία, ή στο περίγραμμα αγόρευσης της εφεσείουσας, ποιοι ισχυρισμοί ή ουσιώδη γεγονότα υπήρχαν τα οποία δεν έλαβε υπόψη το Δικαστήριο.  Εν πάση περιπτώσει, έχουμε διεξέλθει το κείμενο της απόφασης και εύκολα διαπιστώνεται πως οι ουσιώδεις ισχυρισμοί της εφεσείουσας, δικογραφημένοι αλλά και προωθούμενοι μέσα από τη μαρτυρία της, έτυχαν επαρκούς αιτιολόγησης και αξιολόγησης από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Προκύπτει, εκ των ανωτέρω, ότι ο δεύτερος λόγος έφεσης είναι ανεδαφικός και ως εκ τούτου κρίνεται αβάσιμος.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να απορρίψει την ανταπαίτηση των εφεσίβλητων, καθ’ ότι, τέτοια αξίωση, προωθείται, ως προβλέπεται στο Άρθρο 32(3) του Ν. 14/1960, μόνο με αίτηση, στο πλαίσιο της ίδιας αγωγής ή νέας αγωγής και όχι με ανταπαίτηση. Καταλήγει, η θέση των εφεσίβλητων, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υιοθέτησε αγγλική νομολογία η οποία στηρίζεται στο Άρθρο 39 των Judicature Acts του 1925, πλην, όμως, η εν λόγω πρόνοια δεν είναι η ίδια με την πρόνοια του Άρθρου 32(3) του Ν. 14/1960.

 

Εν πρώτοις, θεωρούμε ότι το ερώτημα που χρήζει απάντησης δεν είναι το κατά πόσον η πιο πάνω αγγλική πρόνοια είναι η ίδια με την πρόνοια του Άρθρου 32(3) του Ν. 14/1960, καθ’ ότι δεν είναι αυτό που αποφάσισε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά, αντλήθηκε καθοδήγηση ως προς την έννοια της «ανταπαίτησης» και, αν με αυτήν, ήταν επιτρεπτό να προωθηθεί η συγκεκριμένη διεκδικούμενη αποζημίωση από τους εφεσίβλητους.  Ούτε και προκύπτει, άλλωστε, πως, με την πιο πάνω αγγλική διάταξη (Άρθρο 39), δόθηκε ο ορισμός της ανταπαίτησης, αφού αυτή, ως προκύπτει από το σχετικό απόσπασμα στο οποίο παρέπεμψε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφορά στην εξουσία των Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Εφετείου του Ηνωμένου Βασιλείου να εκδίδουν, μεταξύ άλλων, νομικούς τίτλους προς όφελος εναγόμενου, αναφορικά με οποιαδήποτε περιουσία, εναντίον ενάγοντα, ως εάν ο εναγόμενος να διεκδικούσε με αγωγή τέτοια θεραπεία εναντίον του ενάγοντα.

 

Κατά δεύτερο λόγο, κρίνεται χρήσιμο να παρατεθεί αυτούσια η πρόνοια του Άρθρου 32(3) του Ν. 14/1960, η οποία προβλέπει τα ακόλουθα:

 

«(3) Εάv ήθελε φαvή εις τo δικαστήριov ότι oιovδήπoτε εκδoθέv ενδιάμεσο διάταγμα δυvάμει τoυ εδαφίoυ (1) εβασίσθη επί αvεπαρκώv λόγωv, ή εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντιόν του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησής του, το δικαστήριο δύναται, εάν νομίζει τούτο πρέπον, με αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα να διατάξει την καταβολή σ’  αυτόν εύλογης αποζημίωσης για τις δαπάνες και τηv βλάβηv ήτις πρoσεγέvετo εις αυτό διά της εκτελέσεως τoυ διατάγματoς.

Πληρωμή απoζημιώσεως δυvάμει τoυ εδαφίoυ τoύτoυ θα είvαι κώλυμα δι' oιαvδήπoτε αγωγήv δι' απoζημιώσεις εv σχέσει πρoς o,τιδήπoτε εγέvετo συvεπεία τoυ διατάγματoς. Και εάv τoιαύτη αγωγή έχη ήδη εγερθή τo δικαστήριov δύvαται vα διακόψη αυτήv κατά τoιoύτov τρόπov και επί τoιoύτoις όρoις, ως ήθελε θεωρήσει τoύτo πρέπov.»

 

Κρίνουμε ότι το κατά πόσον η διεκδίκηση αποζημίωσης, εκ μέρους των εφεσίβλητων, δυνάμει του Άρθρου 32(3) του Ν. 14/1960 μπορούσε να προωθηθεί, εκτός από αίτηση, και με ξεχωριστή αγωγή,  έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Greenock Navigation Co Ltd v. Tradax Ocean Transportation S.A. (1999) 1Β Α.Α.Δ. 852, στην οποία, άλλωστε, παρέπεμψε η ευπαίδευτη πρωτόδικος Δικαστής.

 

Ό,τι απομένει να απαντηθεί, ως τοποθέτηση στα επιχειρήματα της εφεσείουσας, είναι αν η ανταπαίτηση, δεδομένου του περιεχομένου της, συνιστούσε ξεχωριστή αγωγή.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, όντως, προκειμένου για την ερμηνεία της ανταπαίτησης (counterclaim) παρέπεμψε στο Annual Practice του 1959, παραθέτοντας σχετικά αποσπάσματα, τα οποία δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε.  Ό,τι προκύπτει από τα εν λόγω αποσπάσματα, ως προς τη φύση της ανταπαίτησης, είναι πως: «A counterclaim is to be treated, for all purposes for which justice requires it to be so treated, as an independent action» και «In short, for all purposes except of execution, a claim and a counterclaim are two independent actions»

 

Σε αρμονία με τα πιο πάνω διαπιστώνουμε ότι βρίσκονται τα όσα αναφέρθηκαν και στην υπόθεση Pilavachi & Co Ltd v. International Chemical Company Ltd (1965) 1 C.L.R. 97, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«A counterclaim is substantially a cross-action; not merely a defence to the plaintiff's claim. It must be of such a nature that the Court would have jurisdiction to entertain it as a separate action (Bow Maclachlan & Co. v. The Camosum (1909) A.C. 597; Williams v. Agius (1914) A.C. 522). "A counterclaim is to be treated, for all purposes for which justice requires it to be so treated, as an independent action" (per Bowen L. J. in Amon v. Bobbett, 22 Q.B.D. 548). In short, for all purposes, except those of execution, a claim and a counterclaim are two independent actions (per Lord Esher, M.R. in Stumore v. Campbell & Co. (1892) 1 Q.B. 317).»

 

Παραπομπή στην υπόθεση Pilavachi (ανωτέρω) εντοπίζεται και στην υπόθεση Μυλωνάς v. Μυλωνά (Αρ. 2) (2003) 1 Α.Α.Δ. 688, στην οποία αναφέρθηκε ότι «Η άλλη προκαταρκτική διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η ανταπαίτηση συνιστά κατά τα δικονομικά θέσμια ανεξάρτητη αγωγή, ως άλλωστε αποφασίστηκε στη Pilavachi & Co. Ltd. v. International Chemical Company Ltd (1965) 1 C.L.R. 97 στην οποία παραπέμπει, είναι και πάλιν πέραν αμφισβήτησης.».

 

Ενόψει των πιο πάνω νομολογηθέντων δεν θεωρούμε πως οι εφεσίβλητοι εμποδίζονταν να καταχωρίσουν και να προωθήσουν τη διεκδικούμενη αποζημίωση με την ανταπαίτηση τους, η οποία ήταν μια ανεξάρτητη αγωγή, έστω και αν μπορούσαν να διεκδικήσουν την εν λόγω αποζημίωση με αίτηση στο πλαίσιο της αγωγής που είχε εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Εφόσον είναι επιτρεπτή η διεκδίκηση τέτοιας αποζημίωσης με ξεχωριστή αγωγή, δεν βλέπουμε λόγο γιατί  να μην είναι επιτρεπτό να διεκδικηθεί με ανταπαίτηση, η οποία είναι ανεξάρτητη αγωγή.  Ορθά, συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο επιλήφθηκε της ανταπαίτησης και ορθά επιδίκασε το αξιούμενο ποσό προς όφελος των εφεσίβλητων.

 

Κατ’ επέκταση των πιο πάνω ο τέταρτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Τέλος, όσον αφορά στον τρίτο λόγο έφεσης, με τον οποίο προσβάλλεται η διαταγή του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, διευκρινίζεται, από την εφεσείουσα, ότι αυτός εγείρεται σε περίπτωση που ήθελε επιτύχουν οι υπόλοιποι λόγοι έφεσης.  Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει, ουδείς εκ των υπόλοιπων λόγων έφεσης κρίθηκε βάσιμος.  Συνακόλουθα, εφόσον οι εφεσίβλητοι πέτυχαν στην αξίωση τους, ορθά επιδικάστηκαν τα έξοδα προς όφελος τους.  Κατ’ επέκταση κρίνεται αβάσιμος και ο τρίτος λόγος έφεσης. 

 

Εφόσον ουδείς λόγος έφεσης κρίθηκε βάσιμος, η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Η πρωτόδικη, εκκαλούμενη, απόφαση επικυρώνεται.

 

Επιδικάζονται έξοδα έφεσης ύψους €2.400,00 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, προς όφελος των εφεσίβλητων και εναντίον της εφεσείουσας. 

 

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο