CLAPPAS TRADING HOUSE LIMITED v. ΠΟΠΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 400/2019, 13/2/2026
print
Τίτλος:
CLAPPAS TRADING HOUSE LIMITED v. ΠΟΠΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 400/2019, 13/2/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 400/2019)

 

13 Φεβρουαρίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

CLAPPAS TRADING HOUSE LIMITED,

Εφεσείοντες,

v.

 

ΠΟΠΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ,

Εφεσίβλητη.

___________________

 

Ε. Νικολάου (κα) για Ζένιος Νικολάου Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες.

Μ. Γεωργιάδης για Τηλέμαχος & Μιλτιάδης Γεωργιάδης Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη.

Ζ. Χαραλάμπους (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού. 

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Δρουσιώτη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.:  Η εφεσίβλητη ενήγαγε, ως Αιτήτρια, τους εφεσείοντες εργοδότες της διεκδικώντας αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης της.  Οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι ο τερματισμός της εφεσείουσας έγινε για λόγους πλεονασμού ως εξηγούν σύμφωνα με την τροποποιημένη εμφάνιση τους και τους Γενικούς Λόγους που αναφέρουν – παράγραφος 3.  Το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού καταχώρισε εμφάνιση.  Στους Γενικούς Λόγους που παραθέτει, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται, ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που έθεσαν οι εφεσείοντες ενώπιον του Ταμείου, προκύπτει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της εφεσίβλητης έγινε για λόγους που αφορούν την συμπεριφορά και την μη ικανοποιητική εκτέλεση των καθηκόντων της.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο με απόφαση του, κατά πλειοψηφία, απέρριψε τους ισχυρισμούς των εφεσειόντων ότι ο τερματισμός έγινε κάτω από πραγματικές συνθήκες πλεονασμού και η απόλυση της εφεσίβλητης ήταν παράνομη, με αποτέλεσμα να δικαιούται αποζημίωσης.  Αυτή την απόφαση οι εφεσείοντες προσβάλλουν με την υπό αναφορά έφεση.

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 6(1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεων Νόμου 1967 (Ν. 24/1967), όταν ο τερματισμός απασχόλησης γίνεται από εργοδότη, τεκμαίρεται, μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου, ότι δεν έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο Άρθρο 5 του Νόμου. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω πρόνοιας, το βάρος απόδειξης ότι ο τερματισμός της απασχόλησης έγινε νόμιμα, μεταφέρεται στους ώμους του εργοδότη.

 

Για να αποσείσουν το βάρος που θέτει ο Νόμος, οι εφεσείοντες κάλεσαν ένα μάρτυρα, τον Ι. Κλάππα, ο οποίος είναι ένας από τους Διευθυντές Συμβούλους τους.  Η εφεσίβλητη για να υποστηρίξει την αίτηση της, κατέθεσε η ίδια.  Το Ταμείο δεν προσκόμισε μάρτυρα και αρκέστηκε στην αντεξέταση των μαρτύρων οι οποίοι κατέθεσαν.

 

Από τα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αναντίλεκτα, στοιχεία, προκύπτει ότι:

 

«1.    Οι Καθ’ ων η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολείται μεταξύ άλλων με την εισαγωγή και διανομή τροφίμων σε όλη την Κύπρο.

 

2.      Η Αιτήτρια προσελήφθη στην Εργοδότρια Εταιρεία την 12/3/2008 και εργάστηκε μέχρι την 11/6/2013.

 

3.  Η Αιτήτρια ασκούσε στους Καθ’ ων η αίτηση τα καθήκοντα του στοιβαδόρου και εργαζόταν στην Επαρχία Πάφου.

 

4.      Ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός της Αιτήτριας ανέρχετο σε €212,50.»

 

Η επιστολή τερματισμού των υπηρεσιών που έλαβε η εφεσίβλητη, ημερομηνίας 23.04.2013 (Τεκμήριο 1), έχει το ακόλουθο περιεχόμενο:

 

««Με αφορμή της πέντε γραπτές παρατηρήσεις που σου έχουν δοθεί από την εταιρεία στις 11/03/2009, 11/06/2009, 22/07/2010, 30/08/2010, 24/08/2012 για παραλείψεις στην εκτέλεση της εργασίας σου και ανεπίτρεπτες συμπεριφορές στο τρόπο λειτουργείας σου εντός του εργάσιμου ωραρίου, καθώς και τη μείωση του αριθμού των πελατών στην επαρχία Πάφου μετά το κλείσιμο όλων των υπεραγορών Ορφανίδης, η εταιρεία είναι υποχρεωμένη να προχωρήσει σε τερματισμό της εργοδότησης σου από σήμερα Τρίτη 23/04/2013, καταβάλλοντας σου επτά εβδομάδες προειδοποίησης, τα δεδουλευμένα σου καθώς και τα ωφελήματα σου όπως προβλέπει η νομοθεσία».»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αξιολόγησε και τους δύο μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του, κατέληξε ότι η μαρτυρία του μάρτυρα των εφεσειόντων, αναφορικά με τα αμφισβητούμενα γεγονότα που περιβάλλουν την συγκεκριμένη εργατική διαφορά, δεν ήταν σταθερή, σαφής και ξεκάθαρη και σε κάποια σημεία ήταν αντιφατική μεταξύ της, αλλά, και με τα κατατεθέντα τεκμήρια.  Αντιθέτως, έκανε αποδεκτή τη μαρτυρία της εφεσείουσας.  Ως επακόλουθο αυτής της αξιολόγησης, έκρινε ότι οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που τους βάρυνε ότι η απόλυση της εφεσίβλητης ήταν λόγω πλεονασμού.

 

Συνακόλουθα, το πρωτόδικο Δικαστήριο επεδίκασε αποζημιώσεις υπέρ της εφεσίβλητης, βάσει των σχετικών διατάξεων του Νόμου, συμποσούμενου σε €2.231,25 πλέον νόμιμο τόκο.

 

Προτού εξετάσουμε την ουσία των λόγων έφεσης, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι εφόσον η έφεση στρέφεται κατά απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, αυτή θα πρέπει να περιορίζεται σε νομικά σημεία, τα οποία θα πρέπει να προσδιορίζονται μαζί με το υπόβαθρο γεγονότων στα οποία στηρίζονται (βλ. Femalift Shipyard Ltd v. Παυλίδη κ.α. (1991) 1 Α.Α.Δ. 161).

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προσδιορίζεται ότι «το Δικαστήριο εσφαλμένα, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα και χωρίς οποιαδήποτε μαρτυρία και στοιχείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δουλειά του στοιβαδόρου δεν εξαρτάται μόνο από τον αριθμό των πελατών που εξυπηρετεί αλλά από τον όγκο της δουλειάς του κάθε πελάτη».  Στην αιτιολογία αυτού του λόγου αναφέρεται ότι «Ανεξάρτητα από την θέση του κ. Κλάππα σε σχέση με το θέμα αυτό, το Δικαστήριο πού βασίστηκε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η δουλειά του στοιβαδόρου εξαρτάται από τον όγκο της δουλειάς του κάθε πελάτη.  Καμία μαρτυρία δεν δόθηκε για το πού βασίζεται η δουλειά ενός στοιβαδόρου, πέραν από αυτή που έδωσε ο κ. Κλάππας και κανένα στοιχείο δεν παρουσιάστηκε που να καταδεικνύει την σχέση του όγκου εργασίας με την δουλειά του στοιβαδόρου και καμιά εμπειρογνωμοσύνη δεν παρουσιάστηκε που να καταδεικνύει ότι πράγματι η δουλειά ενός στοιβαδόρου είναι άμεσα συνυφασμένη με τον όγκο εργασίας του πελάτη.».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο για το θέμα αυτό, στην απόφαση του, αναφέρει:

 

«Δεν μπορούμε να πιστέψουμε τον αρχικό ισχυρισμό του κ.Κλάππα ότι η δουλειά του στοιβαδόρου εξαρτάται μόνο από τον αριθμό των πελατών που εξυπηρετεί και όχι και από τον όγκο της δουλειάς του κάθε πελάτη.  Εν πάση περιπτώσει, όταν του υποβλήθηκε εκ νέου ο εν λόγω ισχυρισμός του, ο κ. Κλάππας ανασκεύασε τη θέση του και ισχυρίστηκε ότι αυτό που είχε πει ήταν ότι ο όγκος εργασίας του στοιβαδόρου δεν έχει να κάμει με τον τζίρο της Εργοδότριας Εταιρείας.  Σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης του ο κ.Κλάππας ισχυρίστηκε ότι ο αριθμός των πελατών που εξυπηρετούσαν «έχει να κάνει 100% με τον όγκο εργασίας του στοιβαδόρου».

 

Έχουμε παραθέσει αυτούσιο το συγκεκριμένο σημείο από την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και το οποίο προέρχεται από την αξιολόγηση του μάρτυρα των εφεσειόντων.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο επεξηγεί για ποιο λόγο δεν μπορεί να δεχθεί την θέση του μάρτυρα σε σχέση με την «δουλειά των στοιβαδόρων»,  καθότι, ο ίδιος ο μάρτυρας μέσα από τις επόμενες του απαντήσεις το αναιρεί.  Συνεπώς τα όσα καταγράφει το Δικαστήριο αποτελούν λογικό συμπέρασμα μέσα από αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας που τέθηκε από τον συγκεκριμένο μάρτυρα.  Το συγκεκριμένο εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου διαπιστώθηκε στη βάση των γεγονότων και της μαρτυρίας που έχει προσκομισθεί ενώπιον του και δεν   διαπιστώνεται η αξιολόγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να είναι προϊόν εσφαλμένης νομικής καθοδήγησης και δεν αφορά νομικό σημείο.

 

Συνεπώς ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται. 

 

Ο δεύτερος, πέμπτος και έκτος λόγος, θα πρέπει να συνεξετασθούν, αφού πραγματεύονται θέματα τα οποία έχουν να κάνουν με το θέμα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψιν του γεγονότα τα οποία αναφέρονται σε μεταγενέστερο του τερματισμού της απασχόλησης χρόνου.

 

Ο δεύτερος λόγος έφεσης προσδιορίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αξιολόγησε γεγονότα και στοιχεία που αναφέρονται σε χρόνο μεταγενέστερο του τερματισμού της απασχόλησης.  Συγκεκριμένα και σύμφωνα με την αιτιολογία, ο λόγος αυτός εστιάζεται στην αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στη σελίδα 13 της απόφασης, στο έτος 2014 ενώ η εφεσίβλητη απολύθηκε το 2013.   

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του στην σελίδα 13, πρώτη παράγραφο, αναφέρει:

 

«Επίσης δεν απάντησε σε ερώτηση που αφορούσε το ποσοστό της εργασίας που διεκπεραίωναν οι στοιβαδόροι σε σχέση με τις πωλήσεις της Εργοδότριας Εταιρείας.  Δεν απάντησε ούτε σε υποβολή ότι το 2014, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 15, υπήρχαν αρκετοί «πολύ μικροί» πελάτες, όπως η «Θυμιούλλα» με €33 πωλήσεις και οι «Youssef and Karen Enterprises» με πωλήσεις €234 και περιορίστηκε να απαντήσει ότι ο ένας από τους πελάτες που του υποδείχθηκαν στο Τεκμήριο 16 αφορούσε σε μεγάλο πελάτη, εφόσον ήταν ιδιοκτήτης ξενοδοχείων.»

 

Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο σχολιάζει το γεγονός ότι ο κ. Κλάππας δεν απαντούσε σε ερωτήσεις που του τέθηκαν από το δικηγόρο του Ταμείου.  Σε άλλο σημείο της πρωτόδικης απόφασης, στη σελίδα 14, αναφέρει: «Από τη μια, ήταν η θέση του κ.Κλάππα ότι η Εργοδότρια Εταιρεία αποφάσισε όπως οι στοιβαδόροι της Επαρχίας Πάφου να μην εξυπηρετούν πλέον «μικρούς» πελάτες, από την άλλη ο κ.Κλάππας ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια απολύθηκε και λόγω της μείωσης των πελατών τους από το 2008 που προσελήφθη η Αιτήτρια μέχρι το 2013 που απολύθηκε, χωρίς να αναφέρει, εκτός από τις Υπεραγορές «Ορφανίδης» κατά πόσο οι υπόλοιποι πελάτες που απώλεσαν αφορούσαν σε μικρούς πελάτες που δεν θα εξυπηρετούσαν πλέον, εν πάση περιπτώσει, οι στοιβαδόροι τους.».

 

Ο πέμπτος λόγος, προσδιορίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε και αξιολόγησε τεκμήριο που αναφέρετο σε πωλήσεις των εφεσειόντων σε χρόνο μεταγενέστερο του τερματισμού της απασχόλησης.  Στην αιτιολογία του πέμπτου λόγου έφεσης αναφέρεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στηρίχθηκε σε γεγονότα τα οποία επεσυνέβησαν μετά τον τερματισμό της απασχόλησης της εφεσίβλητης και παραπέμπει στην πρωτόδικη απόφαση, σελίδα 14, τελευταία παράγραφο και στην σελίδα 15, πρώτη παράγραφο, όπου το Δικαστήριο αναφέρει:

 

«Περιπλέον, παρατηρούμε ότι το 2008 που προσελήφθη η Αιτήτρια στους Καθ’ ων η αίτηση στο πελατολόγιο των Καθ’ ων η αίτηση, Τεκμήριο 9, δεν συμπεριλαμβανόταν η Υπεραγορά «Παπαέλληνας», ούτε στο πελατολόγιό τους για το έτος 2009, Τεκμήριο 10, ούτε στο πελατολόγιό τους για το έτος 2010, Τεκμήριο 11 και ότι αυτή ξεκίνησε να ήταν πελάτης τους κατά το έτος 2011, Τεκμήριο 12 και συνεπώς δεν μπορεί να ισχύει ο ισχυρισμός του κ.Κλάππα ότι η Εργοδότρια Εταιρεία περί το τέλος του 2012 ανέμενε να καλυφθεί το κενό που προκάλεσε το κλείσιμο των Υπεραγορών «Ορφανίδη» για να μην προβεί σε αναδιοργάνωση, εφόσον λιγότερο από 2 χρόνια πριν άνοιξε άλλη «μεγάλη» Υπεραγορά, ήτοι «Παπαέλληνας» στην οποία οι πωλήσεις της Εργοδότριας Εταιρείας το 2013 υπερδιπλασιάστηκαν σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο, κάτι που όπως προκύπτει από τα κατατεθέντα τεκμήρια συνεχίστηκε.»

 

Ο έκτος λόγος προσδιορίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αναφέρεται σε τεκμήριο που δεν αιτιολογείται ο λόγος αναφοράς του και ότι αφορά γεγονός το οποίο επεσυνέβη μετά τον τερματισμό της απασχόλησης της εφεσίβλητης.

 

Στην αιτιολογία του έκτου λόγου έφεσης αναφέρεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκανε αναφορά στην πρόσληψη υπαλλήλου από τους εφεσείοντες το 2013, χωρίς σχολιασμό πως επηρεάζει την κρίση του η συγκεκριμένη πρόσληψη η οποία έγινε μετά τον τερματισμό απασχόλησης της εφεσίβλητης.

 

Φαίνεται από τα πιο πάνω ότι οι εφεσείοντες για την στοιχειοθέτηση του δεύτερου, πέμπτου και έκτου λόγου έφεσης, χρησιμοποιούν αποσπασματικά κομμάτια από την πρωτόδικη απόφαση που αφορούν συγκεκριμένα σημεία της αξιολόγησης της μαρτυρίας του κ. Κλάππα.  Οι αναφορές του πρωτόδικου Δικαστηρίου προέρχονται τόσο από τις απαντήσεις του μάρτυρα όσο και από τεκμήρια που έχουν καταχωρηθεί στο Δικαστήριο και για τα οποία ο κ. Κλάππας έχει αντεξετασθεί.  Φυσικά οι πιο πάνω αναφορές, του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν αποτέλεσαν καθοριστικό ρόλο στο τελικό συμπέρασμα του, όπως αυτό διατυπώνεται στην τελευταία παράγραφο της πρωτόδικης απόφασης στην σελίδα 15 και πρώτη παράγραφο στην σελίδα 16, όπου και αναφέρει:

 

«Εν κατακλείδι, από την προσκομισθείσα ενώπιόν μας μαρτυρία, προκύπτει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης της Αιτήτριας δεν υπήρχε κανένας εκσυγχρονισμός, μηχανοποίηση ή οποιαδήποτε άλλη σημαντική αλλαγή στις μεθόδους παραγωγής ή οργάνωσης και δεν παρουσιάστηκε αξιόπιστη και πειστική μαρτυρία που να αποδεικνύει οποιαδήποτε τέτοια αλλαγή κατά τον ουσιώδη χρόνο.  Η επικαλούμενη από την Εργοδότρια Εταιρεία κατάργηση της θέση της Αιτήτριας δεν μπορεί από μόνη της να θεωρηθεί ως εκσυγχρονισμός, μηχανοποίηση ή αλλαγή στις μεθόδους παραγωγής ή οργάνωσης, χωρίς την ύπαρξη οποιασδήποτε αλλαγής ή αναδιοργάνωσης η οποία να δικαιολογείται από το Νόμο.  Η φραστική κατάργηση θέσης που αποτελεί από μόνη της λόγο πλεονασμού εντός των πλαισίων του Νόμου, όπως αναφέρουμε ανωτέρω.  Συνεπώς, με βάση το Νόμο και τη  νομολογία που παραθέσαμε ανωτέρω, δεν διαπιστώνουμε να προκύπτει οποιαδήποτε μορφή αναδιοργάνωσης ή οποιαδήποτε αλλαγή που να σχετίζεται με τη λειτουργία της επιχείρησης όπως προβλέπεται στο άρθρο 18(γ)(i) του Νόμου.»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε εκτενώς την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του, λαμβάνοντας υπόψιν την επίδικη περίοδο, κατέληξε ορθά, ως κρίνουμε, στα πιο πάνω συμπεράσματα.  Αυτό το οποίο, το Δικαστήριο, διαπίστωσε είναι ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν προκύπτει οποιαδήποτε μορφή αναδιοργάνωσης ή αλλαγής η οποία να σχετίζεται με τη λειτουργία της επιχείρησης και η οποία να δικαιολογείται από το Άρθρο 18 του Νόμου.  Συμφωνούμε με την εν λόγω διαπίστωση. Άλλωστε, δεν τέθηκε ενώπιον μας οτιδήποτε, ως αντίλογος, το οποίο να κλονίζει την ορθότητα των διαπιστωθέντων από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Συνεπώς οι λόγοι έφεσης δύο, πέντε και έξι απορρίπτονται.

 

Ο τρίτος λόγος έφεσης προσδιορίζεται στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε και αξιολόγησε γεγονότα για τα οποία δεν είχε παρασχεθεί καμία μαρτυρία. 

 

Στην αιτιολογία του τρίτου λόγου αναφέρεται, με παραπομπή στις σελίδες 12 και 13 της πρωτόδικης απόφασης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με ερωτήσεις που τέθηκαν στον κ. Κλάππα κατά την αντεξέταση του από το Ταμείο Πλεονασμού χωρίς το Ταμείο να προσφέρει μαρτυρία την στιγμή που πρόβαλε αυτούς τους ισχυρισμούς.

 

Και σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να πούμε ότι το συγκεκριμένο απόσπασμα προέρχεται από την αξιολόγηση του κ. Κλάππα και, συγκεκριμένα, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κ. Κλάππας δεν ήταν σε θέση να απαντήσει σε ουσιώδεις ερωτήσεις που του τέθηκαν από τον δικηγόρο του Ταμείου Πλεονάζοντος, υποδεικνύοντας τις εν λόγω περιπτώσεις. Τα όσα παραθέτει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως ανωτέρω έχουν εξηγηθεί, αποτελούν μέρος μιας εκτενούς ανάλυσης της μαρτυρίας και ως κρίνουμε ορθής προσέγγισης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ως προς την αξιολόγηση του συγκεκριμένου μάρτυρα των εφεσειόντων.

 

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

Ο τέταρτος λόγος έφεσης, αφορά στη θέση ότι εσφαλμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποδέχτηκε και αξιολόγησε ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από το Ταμείο Πλεονασμού οι οποίοι δεν δικογραφούνται.

 

Στην αιτιολογία του τέταρτου λόγου αναφέρεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με θέματα που αφορούσαν τον όγκο εργασίας της εργοδότριας εταιρείας, τον αριθμό των πελατών της και το κατά πόσον επηρεάστηκαν τα καθήκοντα γενικά των στοιβαδόρων.   Ειδικότερα, ότι τα εν λόγω θέματα προέκυψαν από ερωτήσεις οι οποίες, ως ισχυρίζονται οι εφεσείοντες, τέθηκαν κατά την αντεξέταση του μάρτυρα - Κλάππα, χωρίς τέτοια θέματα να είναι δικογραφημένα.

 

Η θέση των εφεσείοντων δεν μας βρίσκει σύμφωνους, καθότι, οι ερωτήσεις που τέθηκαν από το Ταμείο Πλεονασμού, για το πιο πάνω θέμα, τέθηκαν για να αντικρούσουν τις θέσεις που ο μάρτυρας – Κλάππας παραθέτει στη γραπτή του κατάθεση, παράγραφοι 5, 6 και 7.  Πρώτος που έθεσε θέμα που αφορά στην μείωση των εργασιών και των πελατών τους, ήταν ο μάρτυρας των εφεσειόντων.  Επίσης, και για το θέμα επηρεασμού των καθηκόντων των στοιβαδόρων, ήταν ο ίδιος μάρτυρας που μίλησε πρώτος ώστε οι εφεσείοντες να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους περί ύπαρξης πλεονασμού, με αποτέλεσμα να του τεθούν περαιτέρω ερωτήσεις επί του θέματος.

 

Περαιτέρω, διαπιστώνεται, μέσα από τους Γενικούς Λόγους που το Ταμείο Πλεονασμού καταχώρησε, και παρουσιάζονται στην παράγραφο 5, ότι το Ταμείο ισχυρίζεται πως οι εφεσείοντες «αρνήθηκαν να δώσουν λεπτομέρειες για τον τερματισμό της απασχόλησης της αιτήτριας».  Το βάρος όμως απόδειξης βρισκόταν στους ώμους των Καθ’ ων η Αίτηση, να αποδείξουν ότι δεν αρνήθηκαν να δώσουν στοιχεία πλην όμως λόγω της μη αποδοχής της μαρτυρίας του κ. Κλάππα, δεν το απέσεισαν.

 

Εν πάση περιπτώσει, τα δεδομένα που βρίσκονται ενώπιον μας δεν μας επιτρέπουν να διαπιστώσουμε ότι υπάρχει παρείσφρηση μη δικογραφημένης μαρτυρίας στην πρωτόδικη απόφαση. 

 

Ως εκ τούτου και ο τέταρτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

Συνακόλουθα, η έφεση απορρίπτεται και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.  Επιδικάζονται έξοδα υπέρ, έκαστου, της εφεσίβλητης και του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού και εναντίον των εφεσειόντων, ύψους €1.900,00, πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει.

 

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο