ΘΕΟΤΟΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ v. MTN CYPRUS LIMITED κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 413/2019, 26/2/2026
print
Τίτλος:
ΘΕΟΤΟΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ v. MTN CYPRUS LIMITED κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 413/2019, 26/2/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 413/2019)

 

26 Φεβρουαρίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΘΕΟΤΟΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ,

Εφεσείοντας,

v.

 

1. MTN CYPRUS LIMITED,

2. ΟΥΡΑΝΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ,

3. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

 

Εφεσίβλητοι.

___________________

 

Γ. Πασιαρδής, για τον Εφεσείοντα.

Γ. Χαραλάμπους για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους 1 και 2.

Χρ. Τσεκούρας, για τον Εφεσίβλητο 3.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.:  Ο εφεσείοντας αξίωσε, με αγωγή του, πρωτοδίκως, θεραπείες, ως τις έχει διατυπώσει το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του και ως αυτές είχαν προωθηθεί μέσα από την τελική αγόρευση του συνηγόρου του, οι οποίες έχουν ως ακολούθως:

 

«Α.  Εναντίον όλων των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα: «Ποσόν εκ €86.301 ως αποζημίωσης δια ζημία την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη εις το ακίνητο του και/ή μείωση και/ή απώλεια της αξίας της περιουσίας του και/ή μείωση και/ή περιορισμό και/ή αποστέρηση της χρήσης και/ή απόλαυσης και/ή άνεσης και/ή διάθεσης της περιουσίας του κα/ή απώλεια κέρδους και/ή διαφυγόν κέρδος συνεπεία εγκαταστάσεως κεραίας των εναγομένων 1 με εκπομπή ακτινοβολίας και/ή επικίνδυνου πράγματος στο διπλανό τεμάχιο…».  Στη γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος του Ενάγοντα ζήτησε διαζευκτικά την επιδίκαση του ποσού των €84.000.- ποσό το οποίο συνάδει με την μαρτυρία του ΜΕ8.

 

Β. Εναντίον της Εναγομένης 1: «Ποσόν εκ €8.073.- ως αποζημίωση για ζημιά την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη στο ίδιο ακίνητο του από εργασίες και/ή πράξεις και/ή εκσκαφές και/ή δυνάμει επέμβασης στο τεμάχιο του από τους Εναγόμενους 1 …»

 

Γ.  Εναντίον της Εναγομένης 1: «Ποσόν εκ €1000 το οποίο αντιπροσωπεύει τα έξοδα και/ή τέλη για την οριοθέτηση του τεμαχίου του ενάγοντος και/ή υπό μορφή αποζημίωσης δια ζημία την οποία υπέστη εις το ανωτέρω τεμάχιο του ο ενάγων με ευθύνη των Εναγομένων 1,2,3 …».

 

Ε.  «Προσωπικές αποζημιώσεις δια την βλάβη και/ή ζημία την οποία υπέστη και υφίσταται η υγεία, η ζωή και η προσωπικότητα του ενάγοντος.»

 

ΣΤ. «Παραδειγματικές αποζημιώσεις».

 

Δ. «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την απομάκρυνση της κεραίας.

 

Αξιώνει τέλος τόκους και έξοδα.»

 

Ως προκύπτει από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του εφεσείοντα, οι αξιούμενες αποζημιώσεις αφορούν ζημιές που, κατ’ ισχυρισμόν, προκλήθηκαν σε ακίνητο του από την εγκατάσταση κεραίας των εφεσίβλητων 1, εντός ακινήτου των εφεσίβλητων 2, όμορου με το ακίνητο του εφεσείοντα.  Ο εφεσίβλητος 3 ενάχθηκε ως εκπρόσωπος των αρμόδιων αρχών της Δημοκρατίας οι οποίες επέτρεψαν την εγκατάσταση της επίμαχης κεραίας.

 

Στη βάση ευρημάτων, προϊόν αξιολόγησης της μαρτυρίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο, με σχετικά συμπεράσματα του, κατέληξε ότι ο εφεσείοντας απέτυχε να αποδείξει τις αξιώσεις του και, ως εκ τούτου, απέρριψε την αγωγή του, με έξοδα προς όφελος των εφεσίβλητων.

 

Με δεκατρείς (13) λόγους έφεσης, ο εφεσείοντας θεωρεί λανθασμένη την πιο πάνω πρωτόδικη κρίση και διεκδικεί την ανατροπή της.

 

Ειδικότερα, αποδίδονται ως λάθη και σφάλματα, ότι «Το Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή αναιτιολόγητα έκρινε ότι ο Ενάγοντας/Εφεσείοντας δεν απέδειξε την επέμβαση και τις καταστροφές που έκαναν οι εφεσίβλητοι μέσα στο ακίνητο του, το τεμάχιο 598, στον ιδιωτικό ανηφορικό του δρόμο και εσφαλμένα και/ή αναιτιολόγητα απέρριψε την απαίτηση του Εφεσείοντα για αποζημίωση» (πρώτος λόγος έφεσης), ότι «Το Δικαστήριο λανθασμένα και/ή αναιτιολόγητα αφενός έδωσε βαρύτητα στην μαρτυρία του μάρτυρα Στέλιου Χριστοφίδη των εφεσίβλητων 1 με προσόντα Ιατρικής φυσικής που δεν είχαν σχέση με τις έρευνες για τις συνέπειες που έχει στον ανθρώπινο οργανισμό η ακτινοβολία της κεραίας αλλά αφετέρου τις δικές του παραδοχές οι οποίες επιβεβαιώνουν την θέση του ενάγοντα/εφεσείοντα για την επικινδυνότητα της κεραίας τις αγνόησε» (δεύτερος λόγος έφεσης), ότι «Λανθασμένα και/ή αναιτιολόγητα το Δικαστήριο έκρινε ότι ο ενάγοντας/εφεσείοντας δεν το έπεισε ότι θα έκτιζε το σπίτι του στο τεμάχιο 598.  Εκεί υπήρχε ένα δικαίωμα, ένα δικαίωμα ατομικής ιδιοκτησίας όπως κατοχυρώνεται από το Κυπριακό Σύνταγμα και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση ανθρωπίνων και ατομικών δικαιωμάτων.  Το δικαίωμα αυτό με την απόφαση ισοπεδώθηκε» (τρίτος λόγος έφεσης), ότι «Το Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή αναιτιολόγητα συμπέρανε ότι δεν υπάρχει παράνομη επέμβαση ή/και παρέμβαση ή/και οχληρία εντός του τεμαχίου του Εφεσείοντος από τη παρουσία της κεραίας και την εκπομπή της ακτινοβολίας της.» (τέταρτος λόγος έφεσης), ότι «Εσφαλμένα έκρινε το Δικαστήριο ότι δεν απεδείχθη η μείωση της αξίας του τεμαχίου 598 του εφεσείοντος από την παρουσία της κεραίας στο όμορο τεμάχιο 449 και/ή λόγω της παράνομης επέμβασης και ή παρέμβασης και ή οχληρίας που προκαλεί η ακτινοβολία της κεραίας αυτής στη περιουσία του εφεσείοντα.  Εσφαλμένα δεν αποδέκτηκε την μαρτυρία του εκτιμητή ακινήτων Γιώργου Κουζάλη που παρουσίασε ο Εφεσείοντας.  Υπάρχει υπέρβαση εξουσίας.»  (πέμπτος λόγος έφεσης), ότι «Το Δικαστήριο ήταν αυστηρό και/ή μεροληπτικό εις βάρος του Εφεσείοντα.  Όταν θα έκρινε τον Εφεσείοντα ανέφερε ότι δεν το έπεισε ότι θα έκτιζε την οικία του τονίζοντας ότι έπρεπε να ανανέωνε την πολεοδομική του άδεια ένα μήνα πριν αυτή λήξει.  Όταν όμως έπρεπε να κρίνει τους Εναγόμενους/εφεσίβλητους 1, 2, 3 για τις πράξεις και/ή παραλείψεις τους δεν είχε την ίδια αυστηρότητα.» (έκτος λόγος έφεσης), ότι «το Δικαστήριο λανθασμένα και καθ’ υπέρβαση εξουσίας αποποιήθηκε του εαυτού του την εξουσία να απομακρύνει ή και να κατεδαφίσει την κεραία η οποία δεν είχε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης.  Είχε εξουσία και όφειλε να εκδώσει διάταγμα κατεδάφισης ή/και απομάκρυνσης της κεραίας και δεν το έπραξε» (έβδομος λόγος έφεσης), ότι «Το Δικαστήριο με τη ενδιάμεση απόφαση του εσφαλμένα θεώρησε τον μάρτυρα Χάννα ως μάρτυρα του εφεσείοντα και όχι των εφεσιβλήτων 1 και απέκλεισε την παρουσία του και την παρουσίαση όλης της αλήθειας.  Ο μάρτυρας Χάννας ή Χ’’Χάννας όπως αργότερα αποκαλύφθηκε ήταν υπαρκτό πρόσωπο και όχι ανύπαρκτο όπως αναφέρει το Δικαστήριο στην τελική του απόφαση.  Ήταν υπάλληλος και ή εκπρόσωπος του Έπαρχου Λευκωσίας δηλαδή των Εναγομένων 1/ Εφεσιβλήτων 1.  Το Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε αίτημα του εφεσείοντα για τροποποίηση της απαίτησης του και επανάκλησης του έτσι ώστε να θεραπευθεί το ζήτημα» (όγδοος λόγος έφεσης), ότι «Το Δικαστήριο εσφαλμένα και άδικα απέρριψε το αίτημα του Εφεσείοντος για να πάει επί τόπου και να εξετάσει την υπόθεση. Η φύση της υπόθεσης ήταν τέτοια που για το συμφέρον της δικαιοσύνης το Δικαστήριο έπρεπε να αποδεχτεί το αίτημα.» (ένατος λόγος έφεσης), ότι «Υπάρχει καταπάτηση του εύλογου χρόνου απονομής δικαιοσύνης όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 30 του Κυπριακού Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα ανθρώπινα δικαιώματα που κυρώθηκε με το Νόμο 39/62.  Περαιτέρω υπήρξε παράβαση του διαδικαστικού κανονισμού για την έγκαιρη έκδοση αποφάσεων των Δικαστηρίων του 1986.» (δέκατος λόγος έφεσης), ότι «Το Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εξέτασε τις παραβάσεις των εφεσιβλήτων σχετικά με την Αρχή της Προφύλαξης.» (ενδέκατος λόγος έφεσης), ότι «Εσφαλμένα το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τις παραβάσεις του Συντάγματος και ιδίως των άρθρων 23 και 28 όπως επίσης και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.» (δωδέκατος λόγος έφεσης), και ότι «Υπήρξε παράβαση του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου.  Δεν ακολουθήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες για έκδοση πολεοδομικής άδειας και του Κεφ.96.  Το Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εξέτασε τα ζητήματα αυτά και/ή εσφαλμένα αποφάνθηκε.» (δέκατος τρίτος λόγος έφεσης).

 

Η προώθηση όλων των πιο πάνω λόγων έφεσης διέρχεται μέσα από τις θέσεις και τα επιχειρήματα που αναπτύσσονται στο περίγραμμα αγόρευσης του συνηγόρου του εφεσείοντα.  Ομοίως, μέσα από το περίγραμμα αγόρευσης των συνηγόρων των εφεσίβλητων προκρίνονται οι θέσεις και τα επιχειρήματα τους, περί της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης.  Επιπλέον, διατηρούμε κατά νου και τα όσα ανέπτυξαν ενώπιον μας, προφορικά, όλοι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων.

 

Το περιεχόμενο των λόγων έφεσης θεωρούμε ότι επιβάλλει να εξετασθούν κατά προτεραιότητα, λόγω της φύσης τους, αλλά, και να συνεξετασθούν οι λόγοι έφεσης 2, 3, 5 και 6, με τους οποίους εγείρονται θέματα που άπτονται της αξιολόγησης της μαρτυρίας.

 

Ο εφεσείοντας παραπονείται, με τον δεύτερο λόγο έφεσης, πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, λανθασμένα, απέδωσε βαρύτητα στη μαρτυρία του ΜΥ3, Στ. Χριστοφίδη, ο οποίος έχει προσόντα ιατρικής φυσικής, τα οποία, όμως, ως είναι η θέση, δεν έχουν σχέση με τις έρευνες και τις συνέπειες που έχει στον ανθρώπινο οργανισμό η ακτινοβολία της επίμαχης κεραίας, αλλά, και πως ο εν λόγω μάρτυρας προέβη σε παραδοχές οι οποίες επιβεβαιώνουν τη θέση του εφεσείοντα, περί της επικινδυνότητας της κεραίας, πλην, όμως, αγνοήθηκαν. 

 

Εξετάσαμε τις αιτιάσεις που υποστηρίζουν τον δεύτερο λόγο έφεσης και τις έχουμε αξιολογήσει, αφού πρώτα ανατρέξαμε στο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης, καθώς, και στα επιχειρήματα που αναπτύσσονται στο περίγραμμα αγόρευσης του εφεσείοντα.  Ειδικότερα,  έχουμε κατά νου ότι προβάλλεται η θέση πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να αποδεχθεί τον ΜΥ3 ως ειδικό επί του θέματος για το οποίο μαρτύρησε, αφού δεν ήταν βιολόγος, χημικός ή βιοχημικός και ούτε έλαβε μέρος σε οποιαδήποτε πειράματα, η, δε, εμπειρία του αφορά στις ακτίνες Χ.  Παράλληλα, ότι, αγνοήθηκε πως ο ΜΥ3 παραδέχθηκε, κατά τη μαρτυρία του, ότι δεν ήταν ειδικός για να μαρτυρήσει αν η ακτινοβολία προκαλεί πονοκέφαλους, ωστόσο, προσπαθούσε να ανατρέψει, ως ειδικός, τη Διακήρυξη της Λευκωσίας που ήταν αποτέλεσμα συνεδρίου τριών φορέων Γιατρών από την Κύπρο και την Αυστρία.  Εφόσον, δε, κρίθηκε, έστω λανθασμένα, ως ειδικός εμπειρογνώμονας, θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη ότι αυτός παραδέχθηκε πως οι εκπομπές από τις κεραίες είναι της ίδιας κατηγορίας και επικινδυνότητας με το τσιγάρο και τα χημικά, και, επίσης, ότι αυτές οι εκπομπές προκαλούν γλαύκωμα στον εγκέφαλο, στοιχεία τα οποία συνάδουν με τη μαρτυρία του δρος Μ. Αναστασιάδη, ΜΕ7, αλλά, και του εφεσείοντα, ο οποίος μαρτύρησε πως, όποτε επισκεπτόταν το ακίνητο του, ζαλιζόταν, καθώς, και ότι από τον καιρό που είχε εγκατασταθεί η επίμαχη κεραία τα πουλιά της περιοχής έφυγαν από εκεί.

 

Η εξουσία επέμβασης του Εφετείου στο θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας, από τα πρωτόδικα Δικαστήρια είναι, νομολογιακά,  ξεκαθαρισμένη. Στην πρόσφατη απόφαση Χρ. Χ’’Χριστοφή (Αθηαινίτης) Λίμιτεδ v. Technoplastics Limited, Πολιτική Έφεση 278/2019, ημερομηνίας 15.05.2025, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

 

«Υπενθυμίζουμε, σ’ αυτό το στάδιο, ότι, όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων είναι έργο κατ’ εξοχήν του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο έχει την ευκαιρία να ακούει τους μάρτυρες και να παρακολουθεί τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα.  Το Εφετείο, κατά κανόνα, σπάνια επεμβαίνει (βλέπε (1) Μιχαηλίδης v. Οικονομίδη, Πολιτική Έφεση 94/2013, ημερομηνίας 30.06.2022, ECLI:CY:AD:2022:D288, (2) Παρσών v. M&M Decoration Centre Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 161/2015, ημερομηνίας 30.04.2015 και (3) Stark κ.α. v. Marsland κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 233/2019, ημερομηνίας 06.05.2025).  Στην υπόθεση Ιωάννου v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 26/2021, ημερομηνίας 28.04.2024, επαναλήφθηκε η αρχή, ως προς την επέμβαση του Εφετείου στο ζήτημα της αξιολόγησης, με το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Θεωρούμε χρήσιμο να επαναλάβουμε ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ' εξοχήν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Κατά κανόνα, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν αυτά καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα υπό κρίση ευρήματα σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει.»

 

Στην υπόθεση Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056 υποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή. Ορθά η πρωτόδικος δικαστής δεν περιόρισε την αξιολόγησή της στην αριθμητική αποτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, αλλά επεκτάθηκε και σε προβληματισμό για την αντικειμενική υφή των εκατέρωθεν θέσεων.»

 

Έχοντας δε κατά νου ότι η μαρτυρία των ΜΕ7, ΜΕ8, ΜΥ3 και ΜΥ4 ήταν μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, παραπέμπουμε στα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Κωστάκη (2008) 1 Α.Α.Δ. 432, τα οποία έχουν ως εξής:

 

«Η μαρτυρία όμως που δίνεται από ένα εμπειρογνώμονα πρέπει να εξετάζεται πρωτόδικα με ιδιαίτερη προσοχή. Οφείλει ένα πρωτόδικο Δικαστήριο να προχωρεί σε ανάλυση και αντιπαραβολή της συγκρουόμενης επιστημονικής μαρτυρίας και να καταγράφει με επιμέλεια και με πειστικό τρόπο τη δική του ανεξάρτητη κρίση, η οποία όμως να αναδύεται και να παραπέμπει στα επιστημονικά δεδομένα και παρατηρήσεις, όπως εξηγήθηκαν από τους ειδικούς.»

 

Θεωρούμε, κατ’ αρχάς, χρήσιμο να παραθέσουμε, αυτούσια, σχετικά αποσπάσματα από την εκκαλούμενη απόφαση, τα οποία αφορούν στην αξιολόγηση του ΜΥ3, Στ. Χριστοφίδη, τα οποία έχουν ως ακολούθως:

 

«Μ .Ε (1 και 2) 3 (Προφανώς εκ παραδρομής γίνεται λόγος για ΜΕ αντί ΜΥ) - Στέλιος Χριστοφίδης: Παρουσιάστηκε από την πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 ως ειδικός στον τομέα της ιατρικής φυσικής, δηλαδή σε ζητήματα επιπτώσεων που έχουν φυσικά φαινόμενα (όπως η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία) στην ανθρώπινη υγεία

Η εμπειρογνωμοσύνη του μάρτυρα αυτού αμφισβητήθηκε. Θεωρώ ότι το ομολογουμένως πλούσιο βιογραφικό αυτού επιμαρτυρεί το αντίθετο. Τόσο οι σπουδές του όσο και η διδακτορική του διατριβή αλλά και η συμμετοχή του σε συνέδρια και σεμινάρια εκπροσωπώντας την Δημοκρατία σε αυτά καταδεικνύουν τη γνώση του επί του θέματος. Επίσης στα πλαίσια καθηκόντων του στην εργασία του καθ’ όν χρόνο εργοδοτείτο από την Δημοκρατία είχε μεταξύ άλλων την ευθύνη του Εργαστηρίου Ραδιοϊσοτόπων του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, όλα τα θέματα Ιατρικής Φυσικής των Τμημάτων Ραδιοθεραπείας και Ραδιολογίας όλων των δημόσιων νοσοκομείων παγκυπρίως, την προστασία από ακτινοβολία των εργαζομένων σε δημόσια και ιδιωτικά ινστιτούτα που χρησιμοποιούν ραδιολογικό εξοπλισμό και ραδιενεργά υλικά, την προστασία από ακτινοβολία του κοινού από όλων των ειδών ακτινοβολία, καθώς επίσης διετέλεσα Διευθυντής της Μονάδας Ιατροτεχνολογικού Εξοπλισμού του Τμήματος Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας, και μέλος της Επιτροπής Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Αποδέχομαι την εμπειρογνωμοσύνη του. Ας σημειωθεί άλλωστε ότι η ουσία των θέσεων του ουδόλως συγκρούεται με τις θέσεις του ΜΕ6 που παρουσίασε η πλευρά του Ενάγοντος. Ότι δηλαδή δεν έχει αποδειχθεί ποτέ μέχρι σήμερα, ότι n έκθεση σε ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία από κεραίες κινητής τηλεφωνίας προκαλεί καρκινογένεση η ότι προκαλεί γενικότερα οποιαδήποτε δυσμενή επίπτωση στην ανθρώπινη υγεία και ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ο «ΠΟΥ») έχει κατατάξει το 2011 την έκθεση σε ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία στην λεγόμενη κατηγορία κινδύνου 2Β που σημαίνει ότι η εν λόγω ακτινοβολία είναι ενδεχομένως (και όχι πιθανώς) καρκινογενης για τους ανθρώπους. Αυτή ήταν και η τοποθέτηση του ΜΕ6. Περαιτέρω χωρίς κανένα δισταγμό παραδέχθηκε ότι δεν αποκλείεται να αποδειχθεί πως η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία προκαλεί βλάβη στην ανθρώπινη υγεία. Θεωρώ ότι ο μάρτυρας ήταν καθόλα ειλικρινής καθ’ όν χρόνο κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου.  Προς το παρόν όμως ανέφερε βρίσκεται στην ίδια κατηγορία με την επικινδυνότητα του καφέ. Στην αντεξέταση του δεν κλονίστηκε καθόλου αφού παρά τις επίμονες προσπάθειες του συνηγόρου του Ενάγοντα δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Ο μάρτυς έχει εκπληρώσει το καθήκον προς το Δικαστήριο ήτοι να βοηθήσει το Δικαστήριο να σχηματίσει ιδίαν άποψη για το επίδικο εξειδικευμένο ζήτημα.

 

Διαφαίνεται ότι, βασικό παράπονο του εφεσείοντα είναι πως το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε ως ειδικό τον ΜΥ3 και έδωσε βαρύτητα στη μαρτυρία του, αλλά, στο τέλος δεν δέχθηκε όλα όσα ανέφερε τα οποία, ως είναι η θέση του εφεσείοντα, ενισχύουν την εκδοχή του.  Εξετάσαμε με προσοχή τα επιχειρήματα που υποστηρίζουν τον σχετικό λόγο έφεσης.  Κρίνουμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ως ειδικό τον ΜΥ3 για τα θέματα που αυτός κατέθεσε. Ό,τι όμως χρήζει επισήμανσης είναι πως, οι τοποθετήσεις του εν λόγω μάρτυρα, περί του ότι οι εκπομπές από τις κεραίες, ως η επίδικη, είναι της ίδιας επικινδυνότητας με το τσιγάρο και τα χημικά, αλλά, και οι τοποθετήσεις του ΜΕ7, Αναστασιάδη, ο οποίος, επίσης, κρίθηκε αξιόπιστος, αφορούσαν επί θεωρητικών και γενικών επιπτώσεων ως προς τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία και την επίδραση τους στον ανθρώπινο οργανισμό.  Αυτό όμως που είναι το καθοριστικό και συνάμα το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση είναι αν όντως η επίμαχη κεραία εξέπεμπε ακτινοβολία ή δημιουργούσε ηλεκτρομαγνητικό πεδίο πέραν των επιτρεπόμενων ορίων.  Ως υποδεικνύει το πρωτόδικο Δικαστήριο, στα συμπεράσματα του, οι μετρήσεις στις οποίες προέβηκαν οι εφεσίβλητοι 1 ήταν εντός των ορίων που προδιαγράφονται από τη νομοθεσία, ενώ στην ίδια κατάληξη οδηγεί και η μαρτυρία του μάρτυρα, Μ. Στυλιανού, ΜΕ5, που παρουσίασε ο εφεσείοντας.  Απαραίτητη, συνεπώς, προϋπόθεση για την απόδειξη της εκδοχής του εφεσείοντα ήταν η ύπαρξη εκπομπών ακτινοβολίας τέτοιας, από την επίδικη κεραία, η οποία να συνιστά είτε αμέλεια είτε ιδιωτική οχληρία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αναφορά στη σχετική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του, η ουσία της οποίας ήταν πως οι εκπομπές ραδιενέργειας ήταν εντός των επιτρεπτών ορίων, αλλά, και με παραπομπή σε σχετική νομολογία, στην οποία αναφέρθηκε και στη συνέχεια εφάρμοσε, έκρινε πως δεν αποδείχθηκε ούτε αμέλεια ούτε ιδιωτική οχληρία, εκ μέρους των εφεσίβλητων 1 και 2.  Συναφώς, η γενική θεώρηση επί του ζητήματος της ακτινοβολίας, ή των ηλεκτρομαγνητικών πεδίων, ακόμη και στον βαθμό που οι εκπομπές συνιστούν επικινδυνότητα, δεν συνδέθηκαν με την επίδικη κεραία και σε σχέση με το ακίνητο του εφεσείοντα. Συμφωνούμε, ως εκ τούτου, με την, προαναφερόμενη, πρωτόδικη κατάληξη η οποία προβάλλει ορθή.

 

Το παράπονο του εφεσείοντα, αναφορικά με τον τρίτο λόγο έφεσης, έγκειται στο ότι, ενώ αυτός κρίθηκε αξιόπιστος, το Δικαστήριο, λανθασμένα, κατέληξε πως δεν το έπεισε ότι θα έκτιζε σπίτι στο ακίνητο του, χωρίς όμως να ληφθεί υπόψη η μαρτυρία (α) ότι υπήρχε πολεοδομική άδεια για σπίτι, η οποία ήταν σε πλήρη ισχύ κατά την εγκατάσταση της κεραίας, (β) ότι εκπονήθηκαν σχέδια, και (γ) το γεγονός ότι το τεμάχιο του εφεσείοντα ήταν σκαμμένο, χωρίς αυτή η μαρτυρία να είχε αμφισβητηθεί.

 

Έχουμε εξετάσει και αξιολογήσει, προσεκτικά, καθετί που προωθήθηκε προς υποστήριξη του τρίτου λόγου έφεσης.  Θεωρούμε ότι, μικρά αποσπάσματα από την εκκαλούμενη απόφαση, σ’ ότι αφορά στην αξιολόγηση του εφεσείοντα, είναι αρκούντως διαφωτιστικά για να απορριφθεί το υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζεται το όλο παράπονο του, αφού προκύπτει, εναργώς, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, για τους λόγους που εξηγεί, δεν τον έκρινε αξιόπιστο, ως προς την εκδοχή των γεγονότων που αυτός προώθησε.  Ειδικότερα, τα εν λόγω αποσπάσματα, αυτούσια, έχουν ως ακολούθως:

 

«Υπήρξε πληθωρικός και πομπώδης καθ’ όν χρόνο κατέθετε ζωντανά ενώπιον του Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ωστόσο κλονίζεται ως γενική και αόριστη επί  θεμάτων ή και ως μη εδραιωμένη επί στέρεής βάσης.  Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τον Ενάγοντα καθ’ όν χρόνο κατέθετε ενώπιον μου κατά τη διαδικασία. Πληθωρικός ο ίδιος και πομπώδες το ύφος του τόσο κατά την κυρίως εξέταση του ο μάρτυρας όσο και στην αντεξέταση του. Ασυγκράτητος δε όταν απαντούσε στις ερωτήσεις που του τίθονταν κατά την αντεξέταση χωρίς ωστόσο η ουσία των απαντήσεων του, να αντανακλά σε αυτά στα οποία ερωτήθηκε.

 

……………………………………………………………………………………………

 

Τα όσα ανέφερε ο ίδιος σχετικά με τις εκπομπές ηλεκτρομαγνητικών πεδίων και ή ακτινοβολίας δεν μπορούν βεβαίως να γίνουν αποδεκτά αφού δεν έχει αναφερθεί ή καταδειχθεί οιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη ή πραγματογνωμοσύνη του ιδίου επί του εξειδικευμένου αυτού ζητήματος.

Ούτε η μαρτυρία του για τα υπόλοιπα θέματα έπεισε. Γενικές και αόριστες βρίσκω τις τοποθετήσεις του μάρτυρα επί των όσων ανέφερε ή και προσπάθησε να αποδείξει κατά τη μαρτυρία του χωρίς να πείθει για τα όσα προέβαλλε.

 

……………………………………………………………………………………………

 

Ούτε και δόθηκαν επαρκείς εξηγήσεις από τον Ενάγοντα γιατί ενώ παραπονείτο ότι έγινε καταστροφή σε δρόμο 120μ. σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του η προσφορά ήταν για 60 μ. Παραθέτω εν συνεχεία το ακόλουθο απόσπασμα για να καταστεί αντιληπτή το συγκεχυμένο των αναφορών του Ενάγοντος επί του θέματος και το οποίο επίσης ας λεχθεί ότι είναι χαρακτηριστικό του τρόπου που απαντούσε ο μάρτυς στο μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του:

 

……………………………………………………………………………………………

 

Ασάφεια εντοπίζεται και στον ισχυρισμό του μάρτυρα για καταστροφή των οροθέσιων που ήταν τοποθετημένα στο ακίνητο του.

 

……………………………………………………………………………………………

 

Αλλά στοιχεία και σημεία της μαρτυρίας του που αποδυναμώνουν την αξιοπιστία είναι μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

 

……………………………………………………………………………………………

 

Γενικές και αόριστες αναφορές  ότι παραπονέθηκε «σε όλες τις αρμόδιες αρχές» προφορικώς και γραπτώς χωρίς ωστόσο να παρουσιαστεί καμιά επιστολή πλην της επιστολής Τεκμήριο 8 η οποία δεν φέρει καν ημερομηνία αποστολής αλλά ούτε και τρόπο αποστολής και αναφέρεται σε θέματα ηλεκτροδότησης.

 

……………………………………………………………………………………………

 

Αναφέρει στην κυρίως εξέταση του ότι είναι το μοναδικό ακίνητο που διαθέτει[1] καθότι είναι πρόσφυγας. Αποκαλύπτεται κατά την αντεξέταση ότι όχι μόνο δεν είναι το μοναδικό ακίνητο που κατέχει αλλά κατέχει πέραν άλλων που αναφερθείσα και ένα ακίνητο για το οποίο υπεβλήθη και εκεί αίτηση για άδεια οικοδομής. Ανάφερε επίσης ότι το ακίνητο του βρίσκεται σε πολύ προνομιακή θέση μέσα στο πράσινο και τα πεύκα διεφάνη όμως από τις φωτογραφίες ότι τούτο δεν ευσταθεί ενώ απέναντι από αυτό υπάρχει εργοστάσιο διαχείρισης πουλερικών. Μικρή σημασία έχουν βεβαίως τούτα το τελευταίο για σκοπούς αυτής καθ’ αυτής της κατάληψης στην παρούσα, είναι όμως χαρακτηριστικό του ύφους και του πνεύματος που διακατείχε τη μαρτυρία του Ενάγοντος και ειδικότερα του στοιχείου της υπερβολής.

Καταλήγοντας συνεπώς, καταγράφεται ότι ένεκα του συνόλου των ανωτέρω συνολικά ορώμενα η αξιοπιστία του Ενάγοντος έχει κλονιστεί και η μαρτυρία του συνεπώς δεν γίνεται αποδεκτή.»

 

 

Κρίνουμε πως δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε τα αυτονόητα. Αρκούμαστε να διατυπώσουμε την κρίση μας πως, οι λόγοι που το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλέστηκε προκειμένου να καταλήξει ότι δεν ήταν αξιόπιστη η μαρτυρία του εφεσείοντα είναι καθ’ όλα εύλογοι και εντός των επιτρεπτών παραμέτρων που έχει καθιερώσει η νομολογία.

 

Εν πάση περιπτώσει, φρονούμε πως το όλο υπόβαθρο, επί του οποίου στηρίζεται ο τρίτος λόγος έφεσης, εφ’ όσον είναι ξεκάθαρο ότι ο εφεσείοντας δεν κρίθηκε αξιόπιστος, δεν είναι στέρεο και, ως εκ τούτου, δεν οφείλεται περαιτέρω ιδιαίτερος σχολιασμός. Άλλωστε, σ’ ότι αφορά στην ανέγερση κατοικίας, από τον εφεσείοντα, στο τεμάχιο του, αποτελεί εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο δεν προσβάλλεται με λόγο έφεσης, πως «δια το επίδικο τεμάχιο του Ενάγοντα δεν υπάρχει σε ισχύ πολεοδομική άδεια ενώ ουδέποτε υπεβλήθη αίτηση για άδεια οικοδομής».  Ουσιώδους, βέβαια, σημασίας αποτελεί και η μαρτυρία του εφεσείοντα, κατά την αντεξέταση του, ότι «…και σήμερα δεν μπορώ να χτίσω, ξέρετε γιατί, άλλαξε ο νόμος και δεν χτίζεις στις 4000 τετραγωνικά, το έκαναν για τους πλούσιους, πρέπει να έχεις πολλές σκάλες να χτίσεις, δηλαδή καταστραφήκαμε.», στοιχείο που συγχέει τη θέση του ως είναι δικογραφημένη. Εν τέλει, εφόσον δεν αποδείχθηκε αμέλεια ή οχληρία, προβάλλει πως η επιλογή του για μη ανέγερση κατοικίας δεν ήταν, υπό τις περιστάσεις, εύλογη και δικαιολογημένη.

 

Όσον αφορά στον πέμπτο λόγο έφεσης, ήτοι πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα, δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία του εκτιμητή, ΜΕ8, Γ. Κουζάλη, που παρουσίασε ο εφεσείοντας, θεωρούμε ότι οι αιτιάσεις που προωθούνται δεν είναι δικαιολογημένες.  Το θέμα, ως καθίσταται αντιληπτό, είναι συνυφασμένο με την μη αποδοχή της θέσης του εφεσείοντα ότι, λόγω της επίδικης κεραίας, μειώθηκε η αξία του ακινήτου του κατά €84.000,00.  Σημειώνουμε πως συναφές είναι και το παράπονο του εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του εκτιμητή, ΜΥ4, Λ. Καλογήρου, που παρουσίασαν οι εφεσίβλητοι 1 και 2, ο οποίος, σε αντίθεση με τον ΜΕ8, ως ισχυρίζεται ο εφεσείοντας, δεν ετοίμασε την εκτίμηση που υποστήριξε στο Δικαστήριο, ούτε πήγε επί τόπου να κάνει έρευνα, η οποία έγινε από άλλο πρόσωπο από το γραφείο του.  Ανατρέξαμε στο περιεχόμενο των δύο εκτιμήσεων καθώς και στα πρακτικά της δίκης.  Ασφαλώς το πρωτόδικο Δικαστήριο προκειμένου να διατυπώσει την κρίση του, ως προς τους δύο εκτιμητές έδωσε εξηγήσεις και στηρίχθηκε σε δεδομένα που βρίσκονταν ενώπιον του.  Για σκοπούς απόδοσης της πλήρους εικόνας επί του θέματος, παραθέτουμε, αυτούσια, σχετικά αποσπάσματα σ’ ότι αφορά στην αξιοπιστία των ΜΕ8 και ΜΥ4, τα οποία έχουν ως ακολούθως:

 

«Μ.Ε.8 - Γιώργος Κουζάλης: Ο μάρτυς αυτός αναφέρθηκε στις σπουδές του καθώς και ότι είναι εγγεγραμμένος εκτιμητής στο ΕΤΕΚ από το 2011.Η εμπειρογνωμοσύνη του δεν έχει αμφισβητηθεί στην ουσία της και την αποδέχομαι. Θα πρέπει όμως να πω ότι η μεθοδολογία που ανέφερε ο μάρτυρας στο Δικαστήριο για να καταλήξει στα συμπεράσματα του παρουσιάστηκε συγκεχυμένη. Έχουν παρατεθεί ανωτέρω στο κεφάλαιο σύνοψη μαρτυρίας αρκετά σημεία της μαρτυρίας του για να καταδειχθεί ακριβώς η μη υπάρξη βεβαιότητας στα όσα ο ίδιος ο μάρτυρας κατέθεσε. Ενδεικτικά αναφέρω τα ακόλουθα:

Ο μάρτυς είχε συμφωνήσει με τον κον Χαραλάμπους ότι για να καταλήξει στην μείωση της αξίας έπρεπε να λάβει υπόψιν πωλήσεις προ της ύπαρξης τις και κεραία και πωλήσεις μετά την ύπαρξη της κεραίας. Εν συνεχεία ανέφερε ότι δεν έλαβε υπόψιν πωλήσεις πριν το 2007 αφού αυτός ήταν ο όρος εντολής του. Εν συνεχεία ως φαίνεται και από την έκθεση του καταλήγει σε τιμές προ και μετά την εγκατάσταση της κεραίας. Τέλος αναφέρει ότι καταλήγει στο ποσό των €4.- ανά τ.μ. συγκρίνονταν την αξία του υπό εξέταση ακίνητου του Ενάγοντος με ένα άλλο ακίνητο το οποίο ανήκει σε διαφορετική ζώνη ήτοι «ζώνη προστασίας» και η οποία ως παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του έχει μικρότερο συντελεστή δόμησης και κάλυψης από το ακίνητο του Ενάγοντα το οποίο ανήκει στη Γεωργική Ζώνη. Οι εξηγήσεις που έδωσε για την μέθοδο αυτή που χρησιμοποίησε δεν θεωρούνται επαρκείς ή και ικανοποιητικές. Απέφυγε επίσης να σχολιάσει το γεγονός ότι το συγκριτικό που χρησιμοποίησε αφορούσε σε περίκλειστο ακίνητο σε αντίθεση με το ακίνητο του Ενάγοντος.

Ενώ αναφέρεται στα συγκριτικά που ο ίδιος έλαβε υπόψιν για να καταλήξει στην έκθεση του κατά την πρόοδο της αντεξέτασης του προβάλλοντας διάφορους ισχυρισμούς, λέει ότι δεν πρέπει κάποια εκ των 5 να ληφθούν υπόψιν.

Επικαλέστηκε ο μάρτυρας την εμπειρία του προκειμένου να υποστηρίξει ότι στη βάση των όσων ακούει στο παζάρι, δεν υπάρχει ενδιαφέρον για αγορά ακινήτου στο οποίο βρίσκεται δίπλα εγκατεστημένη κεραία. Ο ισχυρισμός του αυτός όμως παρέμεινε μετέωρος, Αναφέρθηκε γενικά και αόριστα σε μια άλλη περίπτωση που του ζητήθηκε να ετοιμάσει εκτίμηση σχετικά και σε γενικά στο τι ακούγεται. Οι θέσεις του αυτές όμως δεν παρέχουν τα εχέγγυα εκείνα στο Δικαστήριο για να εξάγαγει τα δικά του συμπεράσματα και να αποδεχθεί τη θέση του μάρτυρα.

Αναφορικά με το συγκριτικό 2 το οποίο ο ίδιος χρησιμοποίησε ως ανέφερε κατά την αντεξέταση του είπε ότι «Αυτό δεν μπορείτε να το υιοθετήσετε, γιατί στο συγκεκριμένο τεμάχιο που εξετάζουμε έχει δρόμο…». Εν συνεχεία έδωσε άλλη εκδοχή για την μεθοδολογία που χρησιμοποίησε λέγοντας: «…στηρίχθηκα περισσότερο στα 3 τελευταία τεμάχια και το 3ο τεμάχιο το τελευταίο όπου ήταν στο ίδιο φύλλο σχέδιο με το εξεταζόμενο ακίνητο της εκτίμησης, οπόταν εάν κάνετε €33.21 σεντ, μια μείωση 25%, βγαίνουν τα €25 περίπου.»

Αρνητική εντύπωση άφησε ο μάρτυρας όταν ερωτήθηκε επί του κατά πόσο την ίδια περίοδο έγιναν πωλήσεις ακινήτων με τιμή χαμηλότερη από τις τιμές των ακινήτων που ο ίδιος έλαβε υπόψιν και μάλιστα ότι κάποια ήταν πιο κοντά στο ακίνητο του Ενάγοντα. Του υπεδείχθησαν σχετικά τα ακίνητα. Ο μάρτυς φάνηκε παντελώς απρόθυμος να σχολιάσει αυτά προβάλλοντας ότι δεν μπορεί δει ότι είναι στην ίδια ζώνη και ότι συγκεκριμένα δεν έπεσαν ανέφερε στην αντίληψη του.

 

 

……………………………………………………………………………………………

 

 

Μ.Ε (1 και 2) 4 -Λάμπρος Καλογηρου: (Προφανώς εκ παραδρομής γίνεται λόγος για ΜΕ αντί ΜΥ). Ο μάρτυρας αυτός παρουσιάστηκε ως ο εκτιμητής ακινήτων για την πλευρά των Εναγομένων 1 και 2. Η εμπειρογνωμοσύνη του δεν αμφισβητήθηκε και με δεδομένη την αναφορά του στα προσόντα του τούτη γίνεται αποδεκτή. Αξιολογώντας την έκθεση του μάρτυρα αυτού είναι κατανοητό πως κατέληξε στα συμπεράσματα του αναφορικά με την αξία του επίδικου ακινήτου και θεωρώ ότι τα συγκριτικά που χρησιμοποίησε για να καταλήξει σε αυτό το αποτέλεσμα είναι πιο κοντά στα φυσικά χαρακτηριστικά του ακινήτου του Ενάγοντα από ό,τι τα συγκριτικά που χρησιμοποίησε ο ΜΕ8. Θεωρώ ότι η αξία του ακινήτου χωρίς καμιά αμφιβολία σε περίπτωση μη ύπαρξης της κεραίας θα ήταν η αξία στην οποία κατέληξε ο ΜΥ4.

 

Παραταύτα η ύπαρξη της κεραίας ακριβώς δίπλα από ένα ακίνητο δεν μπορεί να λεχθεί ότι αποτελεί μια «μικρή» διαφορά σε σχέση με τα συγκριτικά ακίνητα. Δεδομένη είναι η θέση του ΜΥ3 ότι δεν αποκλείεται στο μέλλον να καταδειχθεί ότι όντως η ακτινοβολία από την κεραία μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στην υγεία του ανθρώπου.  Δεδομένη είναι επίσης ότι υπάρχουν γενικότερα ερωτήματα στον μέσο συνετό πολίτη για τις επιπτώσεις της ακτινοβολίας με δεδομένη την άποψη ότι ενδεχομένως στο μέλλον να αποδειχθεί ύπαρξη επιβλαβούς επίδρασης στην υγεία. Αυτά συνεπώς δεν είναι αμελητέα και η χρήση απλώς της συγκριτικής μεθόδου για να καταδειχθεί ότι δεν υπήρξε δυσμενής επίδραση στο ακίνητο του Ενάγοντος δεν θεωρώ ότι είναι αρκετή για να προβώ σε σχετικό εύρημα. Θεωρώ ότι μια ολοκληρωμένη έρευνα θα περιελάμβανε τουλάχιστον αντιπαραβολή αξιών ακινήτων τα οποία πωλήθηκαν έχοντας κεραίες σε κοντινή σε αυτά απόσταση. Αναφέρω τούτο για να εξηγήσω γιατί η θέση του ΜΕ4 ότι η κεραία δεν επηρεάζει την αξία του ακινήτου από μόνη της, δεν είναι αποδεκτή. Η γενική και αόριστη θέση ότι προχώρησαν σε περαιτέρω έρευνα σε άλλες περιοχές, πέραν της περιοχής που βρίσκεται το υπό εξέταση, για να συγκρίνουν παρόμοιες κεραίες με τη συγκεκριμένη και διαπίστωσαν ότι έχουν εγκατασταθεί είτε σε πολυώροφα καινούργια κτίρια είτε σε ξενοδοχεία, ακόμα και στο δικό τους γραφείο δεν είναι ικανή για να αξιολογήσει το Δικαστήριο τις θέσεις τους και να καταλήξει το ίδιο σε αντίστοιχο εύρημα. ΤΟΥΤΟ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ότι προβαίνω σε αντίστροφο εύρημα ότι η κεραία επηρεάζει την αξία του ακινήτου. Η αγορά των ακινήτων αποτελεί ένα εξειδικευμένο τομέα για τον οποίο θα πρέπει να παρουσιαστεί μαρτυρία εμπειρογνωμόνων για να πείσει  το Δικαστήριο για την εκδοχή της κάθε πλευράς. Αυτό που εδώ λέω είναι δεν έχει παρουσιαστεί από καμιά πλευρά μαρτυρία ικανή να πείσει ούτε ότι η ύπαρξη της κεραίας επηρεάζει ούτε ότι η ύπαρξη της κεραίας δεν επηρεάζει την αξία του ακινήτου του Ενάγοντος. Το βάρος βεβαίως φέρει η πλευρά του Ενάγοντος η οποία και αξιώνει την επιδίκαση σχετικών αποζημιώσεων.»

 

(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)

 

Δεν θεωρούμε ότι χρειάζεται να επαναλάβουμε ή να τονίσουμε τα στοιχεία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του κατά την αξιολόγηση των δύο μαρτύρων, ΜΕ8 και ΜΥ4.  Φρονούμε, όμως, ότι για την εν λόγω κατάληξη δόθηκαν εύλογες και πειστικές εξηγήσεις, ως αυτές αναδύονται μέσα από τα πιο πάνω αποσπάσματα.  Δεν εντοπίζουμε σφάλμα αρχής στην αξιολόγηση των δύο μαρτύρων (ΜΕ8 και ΜΥ4). Κρίνουμε ότι, δεδομένων (α) του ρόλου των εμπειρογνωμόνων από τη μια και (β) των αδυναμιών επί της μαρτυρίας των ΜΕ8 και ΜΥ4 που υποδείχθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο, από την άλλη, ορθά κρίθηκε πως αυτοί δεν βοήθησαν το Δικαστήριο να διατυπώσει δική του ασφαλή και ανεξάρτητη κρίση, και, κυρίως, να αποδεχθεί τη γνώμη που, αυτοί, παρουσίασαν ενώπιον του.  Ταυτόχρονα, ερχόμενοι, ειδικά, στα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν από τον συνήγορο του εφεσείοντα, σ’ ότι αφορά στην αξιολόγηση του ΜΥ4, κρίνουμε ότι, αυτά, δεν έχουν τη σημασία που τους αποδίδονται, αφού στο τέλος της αξιολόγησης του ΜΥ4, το πρωτόδικο Δικαστήριο, διατυπώνει το εύρημα ότι «…. δεν έχει παρουσιαστεί από καμιά πλευρά μαρτυρία ικανή να πείσει ούτε ότι η ύπαρξη της κεραίας επηρεάζει ούτε ότι η ύπαρξη της κεραίας δεν επηρεάζει την αξία του ακινήτου του Ενάγοντος» και ότι, ως ορθά επισημαίνει, «Το βάρος βεβαίως φέρει η πλευρά του Ενάγοντος η οποία και αξιώνει την επιδίκαση σχετικών αποζημιώσεων».   Είναι σαφές ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν στηρίχθηκε στη μαρτυρία του ΜΥ4 για εξαγωγή σχετικού με τη μαρτυρία του ευρήματος.  Συνεπώς, δεν έχει νόημα η περαιτέρω ενασχόληση μας με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του ΜΥ4.

 

Αναφορικά με τον έκτο λόγο έφεσης, αφού έχουμε εξετάσει τα επιχειρήματα που προώθησε ενώπιον μας ο συνήγορος του εφεσείοντα, δεν διαπιστώνουμε, κατ’ αρχάς, στοιχεία αυστηρότητας ή μεροληψίας σε βάρος της μαρτυρίας του εφεσείοντα.  Ούτε συμφωνούμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε τα επίδικα θέματα με τυπολατρεία.  Καμία, δε, υποβάθμιση, υπήρξε, της μαρτυρίας του Α. Κουντούρη, ΜΕ2.  Το γεγονός, παράλληλα, ότι οι εφεσίβλητοι 1 και 2, ενδεχομένως, να ανήγειραν, ως η επιστολή του αρμόδιου Κοινοτικού Συμβουλίου, την επίδικη κεραία, χωρίς να είχε εξασφαλισθεί πολεοδομική άδεια ή περιβαλλοντική μελέτη, κρίνουμε ότι ήταν στοιχεία που δεν προσθέτουν οτιδήποτε στην απόδειξη των αξιούμενων από τον εφεσείοντα ποσών.  Δεν εντοπίζουμε πως, το πρωτόδικο Δικαστήριο, έχει παρεκκλίνει από τις αναγκαίες και επιβεβλημένες παραμέτρους αξιολόγησης και σχετικά κριτήρια αξιολόγησης, που η νομολογία έχει καθιερώσει.  Αντίθετα, κρίνουμε ότι επικεντρώθηκε στην ανάλυση της αναγκαίας μαρτυρίας προκειμένου να διατυπώσει θετικά ή αρνητικά ευρήματα ανάλογα με τις ανάγκες της απαίτησης του εφεσείοντα.  Επιπλέον, το ότι ένας άλλος Δήμος δίωξε ποινικά τους εφεσίβλητους 1, επειδή δεν είχαν εξασφαλίσει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης για εγκατεστημένη κεραία τους, δεν είναι γεγονός το οποίο στοιχειοθετεί ή αποδεικνύει τους κύριους ισχυρισμούς του εφεσείοντα για αμέλεια και ιδιωτική οχληρία, αλλά, και τις αξιώσεις του, στο πλαίσιο της αγωγής του.  Συνεπώς, η μη συμπερίληψη τέτοιου γεγονότος στην απόδειξη της εκδοχής του εφεσείοντα, δεν δικαιολογεί συμπέρασμα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν αυστηρό ή μεροληπτικό εις βάρος του.  Το παράπονο αυτό δεν θα έπρεπε να στρέφεται εναντίον του Δικαστηρίου, αλλά, ενδεχομένως εναντίον κάποιας άλλης αρχής, η οποία δεν δίωξε τους εφεσίβλητους 1 ποινικά, αν αυτό ήταν επιβαλλόμενο.

 

Συνακόλουθα με όλα τα προλεγόμενα, οι λόγοι έφεσης 2, 3, 5 και 6 κρίνονται αβάσιμοι.

 

Αβάσιμος κρίνεται και ο έβδομος λόγος έφεσης.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με βάση την ενώπιον του μαρτυρία, κατέληξε ότι την 02.06.2008 εκδόθηκε άδεια οικοδομής για την εγκατάσταση καταφυγίου όπου τοποθετήθηκε η επίδικη κεραία.  Το ότι για κάποια, προγενέστερη, της έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης, περίοδο δεν υπήρχε τέτοια άδεια δεν δικαιολογούσε, ως γεγονός από μόνο του, διάταγμα κατεδάφισης, ως ήταν η επιθυμία του εφεσείοντα.  Άλλωστε, τέτοια θεραπεία ζητήθηκε στο δικόγραφο του σε συνυφασμό με την εκδοχή ότι η επίδικη κεραία συνιστούσε επέμβαση ή οχληρία και παρέμβαση σε βάρος της περιουσίας και της υγείας του εφεσείοντα, ισχυρισμοί οι οποίοι δεν αποδείχθηκαν.

 

Ο όγδοος λόγος έφεσης σχετίζεται με ενδιάμεση απόφαση με την οποία, κατά τον εφεσείοντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε, εσφαλμένα, τον μάρτυρα «Χάννα ή άλλως Χ’’Χάννα», υπάλληλο της Επαρχιακής Διοίκησης Λευκωσίας, ως μάρτυρα του εφεσείοντα και όχι των εφεσίβλητων 1, αποκλείοντας έτσι την παρουσία του στο Δικαστήριο.  Σχετικό παράπονο αποτελεί και η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε αίτημα του εφεσείοντα για τροποποίηση της απαίτησης του και επανακλήτευση του εν λόγω μάρτυρα, ώστε να θεραπευθεί το ζήτημα.  Εσφαλμένα, επίσης, κατά τον εφεσείοντα, αναφέρεται στην τελική απόφαση του Δικαστηρίου ότι το εν λόγω πρόσωπο είναι ανύπαρκτο.

 

Ανατρέξαμε στα πρακτικά της δίκης.  Ό,τι εξάγεται από αυτά είναι πως αναφορά στο όνομα «Χάννας» έγινε από τον εφεσείοντα, επικαλούμενος εξ ακοής μαρτυρία για λεγόμενα που του ανέφερε το εν λόγω πρόσωπο, ως εργαζόμενο στην Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας.  Κρίνουμε ότι ορθά θεωρήθηκε, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, τέτοια μαρτυρία ως μαρτυρία της πλευράς του εφεσείοντα και γι’ αυτό, ορθά, εκδόθηκε διάταγμα κλήτευσης του, κατόπιν σχετικού αιτήματος από την πλευρά του εφεσίβλητου 3, υποστηριζόμενου από τους εφεσίβλητους 1 και 2, δυνάμει του Άρθρου 26 του Κεφ. 9.  Δεν διαπιστώνουμε, ως εκ τούτου, οποιοδήποτε στοιχείο κακοδικίας, ως είναι η θέση του εφεσείοντα.  Εξάλλου, η θέση του εφεσείοντα ότι θα έπρεπε να επιτραπεί σ’ αυτόν να επανακλητεύσει το εν λόγω πρόσωπο δεν είναι νομικά ορθή και απορρίπτεται.  Ο εφεσείοντας είχε το δικαίωμα, πέραν του ότι επικαλέστηκε την εν λόγω εξ ακοής μαρτυρία, να κλητεύσει αυτός τον εν λόγω μάρτυρα.  Δεν το έπραξε, οπότε, νομίμως η πλευρά του εφεσίβλητου 3 ζήτησε την κλήτευση του για να τον αντεξετάσει.  Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι, εν τέλει, δεν εντοπίστηκε τέτοιο πρόσωπο, αφού σύμφωνα και με τη δήλωση της συνηγόρου του Εφεσίβλητου 3, που έγινε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου,  τέτοιο πρόσωπο δεν εργαζόταν στην Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας, δεν δικαιολογεί το παράπονο του εφεσείοντα.  Τυχόν λάθος επί του ονόματος σχετίζεται με τα στοιχεία που δόθηκαν κατά τη μαρτυρία του εφεσείοντα, συνεπώς δεν ευθύνεται γι’ αυτό οποιοσδήποτε από τους διάδικους ή το πρωτόδικο Δικαστήριο.  Ουδείς, άλλωστε, εμπόδιζε τον εφεσείοντα να κλητεύσει ως μάρτυρα το ορθό πρόσωπο.  Κατ’ επέκταση κρίνουμε ότι τα σχετικά παράπονα του εφεσείοντα δεν ευσταθούν.  

 

Ως αποτέλεσμα των προλεχθέντων, ο όγδοος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Αναφορικά με τον ένατο λόγο έφεσης, που στηρίζεται στη θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα, απέρριψε αίτημα του εφεσείοντα να μεταβεί επί τόπου και να εξετάσει την υπόθεση, φρονούμε ότι δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά.  Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ, των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, έκδοση 2014, σελίδα 342, «Όταν από την αυτοψία επιδιώκεται η έκφραση γνώμης αναφορικά με τεχνικά θέματα για τα οποία υπάρχουν διιστάμενες απόψεις μεταξύ των διαδίκων, όπως για παράδειγμα για τις διαστάσεις των μαρμάρων και της σκάλας κάποιας οικοδομής, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί τη διεξαγωγή αυτοψίας, επειδή δεν αναμένεται να προβεί το ίδιο στις καταμετρήσεις των διαστάσεων των υλικών».  Προκύπτει ότι η νομολογία, επί του θέματος, (δέστε Χειμώνα v. Γεωργίου κ.α. (1999) 1 Α.Α.Δ. 108,  Στρατής v. ΠΕΝΤΕΛΗ - ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΩΣΑΪΚΩΝ ΛΤΔ (1999) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1708 και Παπακόκκινου και Άλλων v. Κουρέα και Άλλων (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 1833) είναι σαφής. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει σε κάθε περίπτωση αν είναι απαραίτητη ή αναγκαία η επιτόπια εξέταση.  Δεδομένων (α) ότι για τα επίδικα θέματα και τις αξιώσεις του εφεσείοντα προσκομίστηκαν, εκ μέρους του, φωτογραφίες (β) τα ζητήματα ήταν αμιγώς τεχνικά, εξ ου και κατέθεσαν ειδικοί εμπειρογνώμονες, κρίνουμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν μετέβη για επιτόπια έρευνα στον χώρο όπου ήταν εγκατεστημένη η επίμαχη κεραία.  Άλλωστε, δεν υποδεικνύεται με πειστικά επιχειρήματα, από πλευράς εφεσείοντα, σε τι ακριβώς θα βοηθούσε τέτοια επίσκεψη, εκ μέρους του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι δεν αναμενόταν πως το Δικαστήριο θα μπορούσε να αντλήσει στοιχεία από μόνο του ως προς τα επίδικα, τεχνικά, ζητήματα, που σχετίζονται με τις εκπομπές ραδιενέργειας.

 

Συνακόλουθα των πιο πάνω, ο ένατος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Με τον δέκατο λόγο έφεσης, ο εφεσείοντας προβάλλει τη θέση ότι παραβιάστηκε ο εύλογος χρόνος απονομής της δικαιοσύνης, όπως αυτός προσδιορίζεται στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.  Ειδικότερα, η θέση στηρίζεται στο γεγονός ότι η αγωγή του εφεσείοντα ηγέρθηκε το 2010 και εκδικάστηκε το έτος 2017-2018 ενώ η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η οποία επιφυλάχθηκε στις 17.09.2018, εκδόθηκε στις 20.09.2019.  Υπήρξε, συνεπώς, κατά τη θέση, βλάβη στα δικαιώματα του.  Κατ’ αρχάς, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι τα χρονικά σημεία αναφοράς που επικαλείται ο εφεσείοντας είναι ορθά.  Όντως η αγωγή του καταχωρίστηκε το 2010, εκδικάστηκε και εκδόθηκε απόφαση την 20.09.2019, ενώ είχε επιφυλαχθεί από 17.09.2018.

 

Στην υπόθεση Γεωργιάδη v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. Αρ. 41/2010, ημερομηνίας 11.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:A447, αναφέρονται σχετικά τα εξής:

 

 «… Η απόφαση επιφυλάχθηκε στις 4/7/2008 και εξεδόθη στις 30/12/2009 και μπορεί να ξεπέρασε το θεσμοθετημένο δυνάμει του Διαδικαστικού Κανονισμού για την Έγκαιρη Έκδοση Αποφάσεων των Δικαστηρίων, 1986 (Καν. 3(α)25) χρονικό διάστημα των 6 μηνών, πλην όμως θεωρούμε ότι δεν ήταν ακραίος υπό τις περιστάσεις.  Εξάλλου η καθυστέρηση στην έκδοση μιας απόφασης δεν οδηγεί άνευ άλλου τινός στο συμπέρασμα παραβίασης της συνταγματικής πρόνοιας, χωρίς μάλιστα  να προβάλλεται ότι η καθυστέρηση απέτρεψε το Δικαστήριο από του να κρίνει ορθά.  Ούτε βέβαια έχει τεθεί οτιδήποτε το οποίο να τεκμηριώνει ισχυρισμό πως η καθυστέρηση είχε δυσμενείς επιπτώσεις στη σύλληψη και κατανόηση της μαρτυρίας ή οποιασδήποτε πτυχής της υπόθεσης (Αθανασίου κ.α. ν. Α. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614).

 

Στην υπόθεση Λουκαϊδης ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ κ.α. (2003) 1 ΑΑΔ 22 υπήρξε καθυστέρηση έκδοσης επιφυλαχθείσας απόφασης για 16 μήνες.  Αποφασίστηκε κατ' έφεση ότι το εύλογο του χρόνου για τη διαπίστωση δικαιωμάτων και ευθυνών του διαδίκου εξαρτάται από το περίπλοκο και τις ιδιομορφίες κάθε υπόθεσης και πως δεν υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος.  Ο λόγος έφεσης 1 δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται.

 

 

Στην πρόσφατη υπόθεση Αριστοτέλους v. Καλλικά κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 135/2018, ημερομηνίας 28.11.2024, απασχόλησε το Εφετείο παρόμοιο ζήτημα, με παρόμοια πραγματικά περιστατικά, σ’ ότι αφορά στον χρόνο.  Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται εκτενής ανάλυση της σχετικής νομολογίας και της αντιμετώπισης τέτοιων δεδομένων.  Η προσέγγιση του Εφετείου συνοψίζεται στα πιο κάτω αποσπάσματα, τα οποία έχουν ως εξής:

 

«Θα πρέπει κατ΄αρχάς να τονίσουμε ότι η έκδοση απόφασης (20/3/2018) 7 έτη και 10 μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής (20/5/2010) και 8½ μήνες μετά την επιφύλαξη της (4/7/2017) καταδεικνύει καθυστέρηση η οποία είναι όντως μεγάλη και ανησυχητική. Τέτοια φαινόμενα θα πρέπει να αποφεύγονται. Η συλλογική προσπάθεια θα πρέπει να οδηγεί προς την αντίθετη κατεύθυνση (βλ. Αντωνίου v. A. Panayides Contracting Ltd (ανωτέρω)).

 

Όμως η πλευρά του εφεσείοντος προβάλλει το ζήτημα της καθυστέρησης κατά τρόπο αόριστο και αφηρημένο και όχι κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο όπως επιβάλλει η νομολογία που παραθέτουμε πιο πάνω.

 

Η πλευρά του εφεσείοντος δεν επεξηγεί πώς η πάροδος αυτού του χρονικού διαστήματος επηρέασε το δικαίωμα του εφεσείοντος για δίκαιη δίκη.  Παρατίθεται δηλαδή ένας αόριστος και ασαφής ισχυρισμός χωρίς να επεξηγείται πώς ακριβώς επηρεάστηκε το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη.  Παρατηρούμε επίσης ότι η μελέτη των πρακτικών της διαδικασίας καταδεικνύει ότι η πλευρά του εφεσείοντος δεν έθεσε τέτοιο ζήτημα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι δηλαδή η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι την εκδίκαση της, επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο την παρουσίαση ή τον χειρισμό της υπόθεσης του.  Η πλευρά του εφεσείοντος θέτει για πρώτη φορά αυτή τη θέση, του επηρεασμού του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη, μέσω της παρούσας έφεσης. 

 

Στη Χαρούς ν. Χαρούς κ.ά. (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 267 η αγωγή καταχωρήθηκε το 1998 και η υπόθεση άρχισε να ακούγεται στις 16/3/2005.  Η ακρόαση ολοκληρώθηκε στις 2/8/2005 οπότε και επιφυλάχθηκε η απόφαση η οποία εκδόθηκε στις 26/10/2006, δηλαδή μετά από 14 μήνες.  Το Εφετείο με αναφορά στην Πουγιούκα ν. Θρασυβούλου (1998) 1 Α.Α.Δ. 2014 υπέδειξε ότι για να επέμβει το Εφετείο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, λόγω της καθυστέρησης, δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσει την ενώπιον του μαρτυρία και να προβεί σε συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων, κάτι που δεν είχε γίνει.  Ομοίως στην Λοΐζου κ.ά. ν. Πατσαλίδη (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1379 όπου η έκδοση της πρωτόδικης απόφασης 8½ περίπου έτη μετά την καταχώρηση της αγωγής και 2½ έτη μετά την επιφύλαξη της, παρόλο που λέχθηκε ότι ο χρόνος που είχε παρέλθει ήταν απαράδεκτα μεγάλος ενώ ο χρόνος μεταξύ της επιφύλαξης της απόφασης και της έκδοσης της υπέρμετρα μακρύς, το Εφετείο αρνήθηκε να επέμβει αφού δεν προέκυπτε ότι οι εφεσείοντες είχαν καθοιονδήποτε τρόπο επηρεαστεί ή υποστεί ζημιά από την καθυστέρηση. 

 

Στην παρούσα υπόθεση δεν έχουμε διαπιστώσει ότι λόγω της καθυστέρησης, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσει την ενώπιον του μαρτυρία και να προβεί σε συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων.  Ούτε έχει προκύψει ότι ο εφεσείων έχει επηρεαστεί ή έχει υποστεί ζημιά από την καθυστέρηση.  Εξάλλου, δεν υπήρξε εισήγηση ότι έχει συμβεί οποιοδήποτε από τα πιο πάνω ενδεχόμενα.»

 

Έχοντας υπόψη την προσέγγιση της πιο πάνω νομολογίας, επί του θέματος, και αφού έχουμε διεξέλθει τον πρωτόδικο φάκελο της υπόθεσης, φρονούμε πως οφείλουμε να μην παραγνωρίσουμε αφενός την πάροδο του χρόνου από τη μια, αλλά, και, από την άλλη, ότι (α) πρόκειται για υπόθεση με πολυσέλιδα δικόγραφα, (β) πολυάριθμους μάρτυρες (14), αρκετοί από αυτούς ειδικοί εμπειρογνώμονες, και (γ) πολυάριθμα πρακτικά, περί τις 500 σελίδες. Θεωρούμε ότι, υπό τις περιστάσεις, σημαντικό και καθοριστικό πλέον ρόλο έχει το κατά πόσο η πάροδος του χρόνου, που όντως, για την έκδοση της απόφασης, ξεπέρασε τους 6 μήνες προκάλεσε δυσμενείς επιπτώσεις στην ορθή αντίληψη ή κατανόηση της μαρτυρίας ή οποιασδήποτε πτυχής της υπόθεσης.  Η μελέτη της μαρτυρίας και της υπόθεσης, στο σύνολο της, με σημείο αναφοράς την εκκαλούμενη απόφαση, κρίνουμε ότι δεν επιτρέπει συμπέρασμα πως προκύπτουν στοιχεία δυσμενών επιπτώσεων στην αντίληψη ή κατανόηση της μαρτυρίας ή οποιασδήποτε άλλης πτυχής της υπόθεσης, εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου.  Συνεπώς, δεν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη δυσμενούς επηρεασμού στο δικαίωμα της δίκαιης δίκης. Ούτε προκρίνεται, άλλωστε, τέτοια θέση εκ μέρους του εφεσείοντα.

 

Συνακόλουθα, παρ’ ότι ο χρόνος που έχει παρέλθει, ως σύνολο από την καταχώριση της αγωγής μέχρι την εκδίκαση της, δεν είναι ο επιθυμητός, αυτός από μόνος του δεν επιφέρει ακύρωση της διαδικασίας.  Περαιτέρω, ως προς τον χρόνο που παρήλθε από την ημέρα που επιφυλάχθηκε η απόφαση, δεν είναι, επίσης, ο  επιθυμητός, το περίπλοκο της υπόθεσης και η ιδιομορφία της, αλλά, και η μη απόδειξη δυσμενών επιπτώσεων, ως εξηγούμε πιο πάνω, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ή το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.  Μόνο τέτοια αντίθετη  κατάληξη θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε ανατροπή της εκκαλούμενης απόφασης επί της ουσίας της.

 

Κατά δεύτερο λόγο, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι δεν προβλήθηκε ισχυρισμός ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα του εφεσείοντα, λόγω της περιόδου που παρήλθε από την καταχώριση της αγωγής μέχρι τη δίκη, εξ αιτίας συγκεκριμένης βλάβης είτε σε επίπεδο ουσιαστικού δικαίου είτε δικονομικού.

 

Συνακόλουθα, ο δέκατος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Με τον εντέκατο και δωδέκατο λόγους έφεσης, ο εφεσείοντας θεωρεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα, δεν εξέτασε τις παραβιάσεις των εφεσίβλητων σ’ ότι αφορά στην Αρχή της Προφύλαξης, όπως αυτή είναι θεσμοθετημένη στην Οδηγία της Ε.Ε. (1999/519/ΕΚ), όπου, ως είναι διατυπωμένη η θέση, προέχει η υγεία των ανθρώπων και το περιβάλλον έναντι του οικονομικού οφέλους.  Υπήρξε, δε, ως είναι η ειδικότερη θέση του εφεσείοντα, κατάφορη παραβίαση εις βάρος της περιουσίας του, αλλά και της υγείας του, με αποτέλεσμα να στερείται την απόλαυση, χρήση, άνεση και διάθεση της περιουσίας του.  Κρίνουμε ότι δια της επιβεβαίωσης της ορθότητας της πρωτόδικης κατάληξης, και δη ότι δεν υπήρξε παραβίαση οποιουδήποτε δικαιώματος ιδιοκτησίας του εφεσείοντα, αλλά ούτε και αμέλεια ή ιδιωτική οχληρία, καθώς επίσης, ούτε και πρόκληση βλάβης στην υγεία του, οι υπό συζήτηση λόγοι προβάλλουν ανεδαφικοί.

 

Συμπληρώνουμε, δε, ότι η σχετική Ευρωπαϊκή Οδηγία (1999/519/ΕΚ), βεβαίως καθορίζει γενικές αρχές περί του περιορισμού της έκθεσης του κοινού σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία, πλην όμως για την απόδειξη των ισχυρισμών του εφεσείοντα απαιτούνταν και η ανάλογη μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει την παράβαση της.  Στην παρούσα υπόθεση, ως έχει ήδη εξηγηθεί, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία που να αποδεικνύει την παράβαση του δικαιώματος στην περιουσία του εφεσείοντα ή στην υγεία του.  Ως σημειώθηκε, η μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν απέδειξε ότι οι εκπομπές ραδιενέργειας της επίμαχης κεραίας ήταν πέραν των επιτρεπόμενων ορίων.  Άλλα, συναφή, παράπονα του εφεσείοντα, που υποστηρίζουν τους υπό συζήτηση λόγους έφεσης, σχετίζονται με το διοικητικό δίκαιο και ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν τα εξέτασε.

 

Συνεπώς, οι εντέκατος και δωδέκατος λόγοι έφεσης, κρίνονται αβάσιμοι.

 

Με τον δέκατο τρίτο λόγο έφεσης, ο εφεσείοντας ισχυρίζεται ότι υπήρξε παράβαση του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου, Ν. 90/1972, καθότι, δεν ακολουθήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες, ως προνοούνται στο Κεφ. 96, για έκδοση πολεοδομικής άδειας για την επίμαχη κεραία από τον εφεσίβλητο 3.  Διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε πως δεν είχε εξουσία αναθεώρησης εκτελεστών διοικητικών πράξεων, ως είναι η έκδοση άδειας οικοδομής. Συμφωνούμε με την πρωτόδικη κατάληξη.  Επομένως τα συναφή παράπονα εναντίον του εφεσίβλητου 3 δεν μπορούν να ευσταθήσουν.

 

Ως εκ τούτου, ο δέκατος τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει πιο πάνω, δεν είναι επιτρεπτό να επιτύχουν οι πρώτος και τέταρτος λόγοι έφεσης, αφού δεν αποδείχθηκε με αξιόπιστη μαρτυρία η στοιχειοθέτηση αμέλειας ή ιδιωτικής οχληρίας και, κατ’ επέκταση, ότι προκλήθηκε βλάβη ή ζημιά στον εφεσείοντα.

 

Ως εκ τούτου, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι έφεσης κρίνονται αβάσιμοι.

 

Δεδομένου ότι ουδείς λόγος έφεσης κρίθηκε βάσιμος, η έφεση απορρίπτεται.  Η εκκαλούμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

Επιδικάζονται έξοδα έφεσης ύψους €3.000,00 προς όφελος των εφεσίβλητων 1 και 2 και €3.000,00 προς όφελος του εφεσίβλητου 3 και εναντίον του εφεσείοντα.

 

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.



[1] Αναφέρω δε ότι είμαι πρόσφυγας από την Εαληνή Μόρφου τραυματίας πολέμου δύο φορές και όλη η ακίνητη περιουσία μου βρίσκεται στα κατεχόμενα πλην του μοναδικού τεμαχίου το οποίο έχω στις ελεύθερες περιοχές και είναι αυτό το οποίο είναι επίδικο στην παρούσα υπόθεση και επηρεάζεται δυσμενώς από την εγκατάσταση της κεραίας των εναγομένων αρ. 1. Δεν έχω άλλο ακίνητο για να ανεγείρω την κατοικία μου. Συνεπεία της συμπεριφοράς των εναγομένων απώλεσα αυτό το βασικό δικαίωμα μου.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο