ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΩΣΤΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ v. ΣΤΕΛΙΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 53/2019, 27/2/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΩΣΤΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ v. ΣΤΕΛΙΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 53/2019, 27/2/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 53/2019)

 

27 Φεβρουαρίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΩΣΤΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ,

Εφεσείουσα,

v.

 

ΣΤΕΛΙΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Εφεσίβλητου.

___________________

 

Ν. Καλλής, για την Εφεσείουσα.

Ν. Θρασυβούλου για Νικόλας Θρασυβούλου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Πική.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΠΙΚΗΣ, Δ.:  Η παρούσα έφεση στρέφεται κατά της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (εφεξής «Διευθυντής») ημερομηνίας 15.3.2016, για την επίλυση συνοριακής διαφοράς, αφορώσας το τεμάχιο 194 (Φ/Σχ. 53/5101V01) με αριθμό εγγραφής 10565, ιδιοκτησίας του Εφεσίβλητου, αφενός, και το τεμάχιο 195 (Φ/Σχ. 53/5101V01), με αριθμό εγγραφής 10566, ιδιοκτησίας της Εφεσείουσας, αφετέρου, στην Κοινότητα Παραμύθας της Επαρχίας Λεμεσού.  Η αίτηση για επίλυση της εν λόγω συνοριακής υπεβλήθη από την Εφεσείουσα, δυνάμει του Άρθρου 58 του Κεφ. 224.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ακύρωσε την επίδικη απόφαση για δύο λόγους: Πρώτον, λόγω πλάνης περί τα πράγματα, κρίνοντας ότι ο Διευθυντής βασίστηκε σε εσφαλμένα δεδομένα. Συγκεκριμένα, έγινε δεκτό ότι το χρησιμοποιηθέν κτηματικό σχέδιο αμφισβητήθηκε επιτυχώς μέσω αξιόπιστης και αναντίλεκτης μαρτυρίας. Δεύτερον, λόγω έλλειψης αιτιολογίας, καθότι στην απόφαση του Διευθυντή δεν υπήρχε οποιαδήποτε αναφορά στη συμφωνηθείσα διόρθωση σχεδίου (18.2.1998) επί της οποίας εκδόθηκαν οι νέοι τίτλοι ιδιοκτησίας, ούτε κατά πόσο αυτή λήφθηκε υπόψη κατά την έρευνα επίλυσης της συνοριακής διαφοράς.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ορθότερο να μην αντικαταστήσει την εκκαλούμενη απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου και να μην διατάξει επανεξέταση της Αίτησης, εφόσον θα πρέπει να ληφθούν διαβήματα για τη διόρθωση του εν χρήσει σχεδίου. 

 

Οι αρχές οι οποίες διέπουν την εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για αναθεώρηση απόφασης του Διευθυντή Κτηματολογίου δυνάμει του Άρθρου 80 του Κεφ. 224, συνοψίζονται, μεταξύ άλλων, στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Αντωνίου ν. Αριστοκλή κ.ά. (2016) 1 ΑΑΔ 1616:  

 

«Το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την άσκηση της εξουσίας του δυνάμει του Άρθρου 80 του Κεφ.224 ακολουθεί τις αρχές με βάση τις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο παλαιότερα στη διοικητική του δικαιοδοσία (και τώρα βέβαια το Διοικητικό Δικαστήριο) προβαίνει σε δικαστικό έλεγχο σε συνάρτηση με διοικητικές πράξεις ή αποφάσεις στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Με τη διαφορά ότι υπάρχει η δυνατότητα ο έλεγχος του Δικαστηρίου να μην περιοριστεί στον έλεγχο νομιμότητας μιας απόφασης αλλά να επεκταθεί στην ορθότητα αυτής και γενικότερα να προβεί σε ρυθμίσεις δικαιωμάτων των διαδίκων. Ωστόσο, όπως είναι νομολογημένο, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν υποκαθιστά εύκολα τη δική του διακριτική ευχέρεια με αυτή του Διευθυντή εκτός εάν αποδειχτούν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου. Το βάρος δε απόδειξης του εσφαλμένου της απόφασης του Διευθυντή το φέρει ο εφεσείων. (Βλ. Peyiotis a.o. v. Polemidis (πιο πάνω), Παύλου κ.ά. v. Νεοφύτου (1995) 1 Α.Α.Δ. 973, Αθανάση κ.ά. v. Χατζημάμα κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 208, Πατσαλίδης v. Δαμασκηνού κ.ά. (2004) 1 Α.Α.Δ. 1248, Αριστοτέλους v. Χατζηκυριάκου κ.ά. (2001) 1 Α.Α.Δ. 100,  Κτωρίδη v. Επάρχου Λεμεσού κ.ά. (2005) 1 Α.Α.Δ. 541, Koυντουρίδη κ.ά. v. Νικολάου (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 412 και Ιωάννου κ.ά. v. Σιακαλλή κ.ά. (2013) 1 Α.Α.Δ. 1877).»

 

Στην Χατζησωφρονίου κ.ά. ν. Δημοσθένους (2011) 1 ΑΑΔ 885, λέχθηκε ότι εν όψει των ανωτέρω αρχών «λόγοι ακύρωσης που λαμβάνονται υπόψη από το Ανώτατο Δικαστήριο για ακύρωση μιας διοικητικής πράξης, όπως για παράδειγμα παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, έλλειψη δέουσας έρευνας, έλλειψη αιτιολογίας, πλάνη περί το νόμο ή τα πράγματα, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής».

 

Σε έφεση κατά απόφασης Διευθυντή Κτηματολογίου για την επίλυση συνοριακής διαφοράς, το Δικαστήριο εξετάζει την ορθότητα της επί τόπου χωρομετρικής εργασίας και ελέγχου της (βλ. Πίτσα Γεωργίου Είκοσι κ.ά. ν. Αργυρίδη (2012) 1(Β) ΑΑΔ 1859, Χαρίτου κ.ά. ν. Σάββα κ.ά. (2012) 1 ΑΑΔ 2535).  Η επί τόπου κατάσταση καίτοι αποτελεί στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη, δεν υπερισχύει των εν χρήσει σχεδίων, τα οποία στις πλείστες υποθέσεις αποτελούν αυθεντικό οδηγό για την επίλυση συνοριακών διαφορών, εκτός εάν καταδειχθεί ότι αυτά είναι λανθασμένα (βλ. Ευσταθίου ν. Κωνσταντίνου (2010) 1 ΑΑΔ 1972).

 

Εν προκειμένω σχετικά με τη διόρθωση του εν χρήσει σχεδίου, σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, το 1998 είχε προηγηθεί γραπτή συμφωνία (18.2.98) μεταξύ των προκατόχων των υπό αναφορά τεμαχίων με την οποία ζητήθηκε η διόρθωση του κτηματολογικού σχεδίου και έκδοση νέων τίτλων, δηλώνοντας ότι κατέχουν και κατείχαν τα κτήματα τους πέραν των 60 ετών χωρίς να υπάρξει μεταξύ τους οποιαδήποτε συνοριακή διαφορά.  Η συμφωνία προέκυψε μετά από αίτηση της προγενέστερης ιδιοκτήτριας του τεμαχίου 194 (πρώην τεμάχια 163, 83 και μέρος του 162Β) για την έκδοση τίτλου.  Το τεμάχιο 195 προήλθε από το τεμάχιο 162(162Α). Στο πλαίσιο εξέτασης της εν λόγω αίτησης έγινε έρευνα από λειτουργό του κτηματολογίου, ο οποίος διαπίστωσε λάθος στη σχεδίαση της χωρομετρίας, η οποία δεν συμφωνεί με την επί τόπου κατάσταση.  Πρωτοδίκως, διαπιστώθηκε ως αναντίλεκτο γεγονός ότι παρά την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας επί τη βάση του διορθωμένου σχεδίου, δεν υπήρξε ανάλογη διόρθωση του εν χρήσει σχεδίου στα μητρώα του κτηματολογίου.

 

Η Εφεσείουσα αμφισβητεί την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης με δυο λόγους έφεσης, ενώ με τον τρίτο λόγο έφεσης προσβάλλει την επιδίκαση εξόδων εναντίον της.

 

Για την εξέταση της παρούσας έφεσης, μελετήσαμε ενδελεχώς την πρωτόδικη απόφαση, τα εκατέρωθεν περιγράμματα αγορεύσεων και το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που περιέχεται στον δικαστηριακό φάκελο.

 

O Εφεσίβλητος εγείρει, υπό τύπο προδικαστικής ένστασης, ότι η Έφεση πάσχει λόγω μη συμμόρφωσης με τις διατάξεις του Μέρους 41 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι ο Εφεσείων (α) δεν καταχώρησε περίγραμμα αγόρευσης [Μέρος 41.16], αλλά γραπτή αγόρευση, (β) η γραπτή αγόρευση επιδόθηκε στους δικηγόρους του Εφεσίβλητου μετά την καταχώρηση της [Μέρος 41.16(2)(β)], (γ) η γραπτή αγόρευση δεν περιέχει χρονολογικό πίνακα στον οποίο να παρατίθεται το ιστορικό της διαδικασίας [Μέρος 41.16(8)(δ)]. 

 

Στην παρούσα υπόθεση οι οδηγίες για καταχώρηση περιγραμμάτων αγόρευσης δόθηκαν στις 4.7.2024, και συνακόλουθα εφαρμόζονται οι νέοι Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2023. Το Μέρος 41 των εν λόγω Κανονισμών αφορά εφέσεις οι οποίες εκδικάζονται από το Εφετείο κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας.  Διαπιστώνουμε ότι όντως δεν υπήρξε συμμόρφωση, ως προς τα σημεία που υπέδειξε η πλευρά του εφεσίβλητου, εντούτοις, κρίνουμε ότι η προρρηθείσα μη συμμόρφωση δεν αφορά σφάλμα το οποίο δύναται να οδηγήσει σε απόρριψη της έφεσης.  Στην υπόθεση Miltiades Neophytou Civil Engineering Contractors & Developers Ltd v. Δήμου Πάφου, Πολ. Εφ. Ε5/2018, ημερ. 16/1/2024, αποφασίστηκε ότι ενδιάμεση αίτηση για παράταση προθεσμίας καταχώρησης περιγράμματος αγόρευσης, η οποία καταχωρίστηκε με το έντυπο των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, μπορούσε να εξεταστεί. Το σκεπτικό περιέχεται στο κάτωθι απόσπασμα:

 

«Η διάσωση του διαβήματος κατά τον πιο πάνω τρόπο, συνάδει κατά την κρίση μας με τον Πρωταρχικό Σκοπό των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ήτοι της διασφάλισης του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο κατά τρόπο δίκαιο και αποτελεσματικό και της ερμηνείας των Κανονισμών προς αποφυγή αχρείαστων διαδικασιών, σε σχέση με διαδικαστικά θέματα. Συνάδει επίσης με το Μέρος 3.8 (1) όπου υποδεικνύεται ότι η παράλειψη διαδίκου να συμμορφωθεί με τους πιο πάνω Κανονισμούς δεν καθιστά τη διαδικασία άκυρη και ότι το Δικαστήριο, σε περίπτωση τέτοιας μη συμμόρφωσης, μπορεί να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος.

 

Επιπλέον δυνάμει των διατάξεων του Μέρους 3.8.(2) δεν ακυρώνεται η διαδικασία εκτός αν το σφάλμα είναι σοβαρό και η ακύρωση είναι αναγκαία προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη και τον Πρωταρχικό Σκοπό. Στην παρούσα περίπτωση για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω, όπως το ότι αίτηση περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για την εξέταση της στοιχεία, χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα οποιουδήποτε τρίτου, κρίνουμε ότι το σφάλμα δεν είναι σοβαρό και η ακύρωση της αίτησης δεν είναι αναγκαία για τους σκοπούς απονομής δικαιοσύνης. Αντιθέτως συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη τον Πρωταρχικό Σκοπό των Κανονισμών, θεωρούμε ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως μην ακυρωθεί η παρούσα διαδικασία, παρά τον λανθασμένο έντυπο αίτησης με το οποίο προωθείται.»

 

Καταληκτικά, αναφέρεται, στην προρρηθείσα απόφαση, ότι «η εν λόγω παράλειψη του εφεσίβλητου, συνιστά παρατυπία που θα μπορούσε να παραβλεφθεί προκειμένου να διασωθεί η διαδικασία της παρούσας αίτησης».

 

Τα πιο πάνω εφαρμόζονται, κατ’ αναλογία, στην προκείμενη περίπτωση.  Συνακόλουθα, οι θέσεις που προωθήθηκαν από τον εφεσίβλητο, υπό τύπο προδικαστικής ένστασης, απορρίπτονται. 

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και/ή αυθαίρετα και/ή αδικαιολόγητα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προαναφερθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λεμεσού είναι άκυρη, επειδή δεν διευκρίνισε αν τα εν χρήσει σχέδια στα οποία βασίστηκε αφορούν χρόνο πριν ή μετά τη διόρθωση.  Προς υποστήριξη του λόγου έφεσης, εν συντομία, προβάλλονται τα εξής: (α) Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα εξέτασε το εν λόγω θέμα το οποίο δεν δικογραφήθηκε από τον Αιτητή, με αποτέλεσμα η πλευρά της Εφεσείουσας να στερηθεί της ευκαιρίας απάντησης και αντίκρουσης μέσω της δικογραφίας της, αλλά και να καταληφθεί εξαπίνης στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας.  Ποτέ ξανά δεν είχε τεθεί θέμα λανθασμένου ή διορθωμένου εν χρήσει σχεδίου και επομένως δεν ήταν λογικά αναμενόμενο από την Εφεσείουσα να προσκομίσει σχετική μαρτυρία, (β) Αναφορά στο εν χρήσει σχέδιο έγινε μόνο στην ένορκη δήλωση του κ. Χ. Μιχαήλ ημερομηνίας 10.10.2016, ο οποίος δεν προέβη σε επιτόπια εξέταση και τα όσα εκεί αναφέρει αποτελούν μόνο εικασίες και υποθέσεις, οι οποίες δεν θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο, (γ) Ουδείς εκ των εμπλεκομένων έθεσε θέμα διόρθωσης του εν χρήσει σχεδίου ενώπιον του Κτηματολογικού Λειτουργού κατά την επιτόπια εξέταση, ούτε υπέδειξε οποιαδήποτε ισχυριζόμενη παράλειψη, (δ) Ήταν προφανές ότι η συμφωνία (18.2.1998) για διόρθωση του εν χρήσει σχεδίου λήφθηκε υπόψη από τους κτηματολογικούς λειτουργούς, οι οποίοι συνυπολόγισαν όλα τα σχετικά δεδομένα, καταλήγοντας σε ορθά ευρήματα τα οποία ελέγχθηκαν από το Τμήμα Χωρομετρίας.

 

Η πλευρά του Εφεσίβλητου αντιτείνει τα ακόλουθα προς αντίκρουση των ανωτέρω θέσεων: (α) Με τον πρώτο λόγο έφεσης δεν προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη μη δικογραφημένους ισχυρισμούς ή θέσεις και επομένως τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο της έφεσης, (β) Ανεξαρτήτως τούτου, οι λόγοι έφεσης είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένοι. Η άλλη πλευρά δεν κατελήφθη εξαπίνης, εφόσον τα γεγονότα, επί των οποίων ερείδονται οι θέσεις του Εφεσείοντα/Αιτητή, εκτίθενται με σαφήνεια στις ένορκες δηλώσεις των κ.κ. Χ. Μιχαήλ (10.10.2016, 26.9.2017) και Μ. Χριστοφίδη (26.9.2017), στις οποίες η Εφεσείουσα είχε κάθε ευκαιρία να απαντήσει, (γ) Ετέθη στο παρελθόν θέμα διόρθωσης του εν χρήσει σχεδίου από τον κτηματολογικό λειτουργό Ανδρέα Σ. Γεωργίου, στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης για έκδοση τίτλου του τεμαχίου 194, η οποία κατέληξε σε ιδιωτική συμφωνία μεταξύ των προκατόχων των τεμαχίων 194 και 195, βάσει της οποίας εκδόθηκαν νέοι διορθωμένοι τίτλοι, (δ) Η μαρτυρία των κ.κ. Χ. Μιχαήλ και Μ. Χριστοφίδη, ως προς την ανάγκη διόρθωσης του εν χρήσει σχεδίου, και η ουσιαστική αμφισβήτηση του εν χρήσει σχεδίου το οποίο χρησιμοποιήθηκε προς επίλυση της συνοριακής διαφοράς, παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη, οδηγώντας ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο στην ακύρωση της επίδικης απόφασης του Διευθυντή.

 

Στρεφόμενοι στην εξέταση των λόγων έφεσης, επισημαίνεται κατ’ αρχάς η ορθότητα της θέσης του Εφεσίβλητου ότι με τον πρώτο λόγο έφεσης δεν εγείρεται ζήτημα πλημμελούς δικογράφησης.  Εκείνο το οποίο προσβάλλεται είναι ότι «[τ]ο πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και/ή αδικαιολόγητα και/ή αυθαίρετα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου Λεμεσού ημερ. 15/03/16 είναι άκυρη επειδή δεν διευκρίνισε αν τα εν χρήση σχέδια στα οποία βασίστηκε αφορούν χρόνο πριν ή μετά τη διόρθωση», το οποίο παραπέμπει αποκλειστικά στην εξαγωγή εσφαλμένων και αυθαίρετων συμπερασμάτων από την ενώπιον του μαρτυρία.

 

Το έντυπο Ειδοποίησης Έφεσης καταχωρήθηκε την 1.2.2019, στη βάση των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.  Στην Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd v. Δημοκρατίας (1996) 3 ΑΑΔ 323, λέχθηκε ότι:

 

«Η ειδοποίηση έφεσης προσδιορίζει τα επίδικα θέματα της έφεσης.  Ο προσδιορισμός τους ρυθμίζεται υπό την αίρεση των ιδιαιτεροτήτων της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας.  Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν ως προς τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων στις αναθεωρητικές όπως και στις πολιτικές εφέσεις. (Βλέπε μεταξύ άλλων  Lefkos Georghiades (1972) 3 C.L.R. 594 και G. A. P. Estates v. Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ. 449.)  Ο προσδιορισμός τους διέπεται από τη Δ.35 θ.4.  Λόγος έφεσης συντίθεται από (α) τον προσδιορισμό του σφάλματος που καθιστά την πρωτόδικη απόφαση ή μέρος της, εσφαλμένη και (β) τους λόγους που στοιχειοθετούν το σφάλμα.  Χωρίς το ένα ή το άλλο σκέλος, ο λόγος έφεσης είναι ατελής. Το επίδικο θέμα της έφεσης είναι το βάσιμο του σφάλματος που προβάλλεται από τον εφεσείοντα κρινόμενο υπό το πρίσμα των λόγων που προσδιορίζονται προς θεμελίωσή του»

 

Συμφώνως της νομολογίας δεν επιτρέπεται παρέκκλιση από το περιοριστικό πλαίσιο που οριοθετεί η ειδοποίηση έφεσης.  Οτιδήποτε εκφεύγει του πλαισίου αυτού δεν εξετάζεται. (βλ. Προκοπίου ν Jacquelin Lesley Ryan κ.ά. (2012) 1 ΑΑΔ 1982).  Συναφώς, δεν επιτρέπεται η εισαγωγή νέων θεμάτων μέσω της αιτιολογίας ή της γραπτής αγόρευσης που δεν καλύπτονται από τους λόγους έφεσης. Οποιαδήποτε αιτιολογία εκφεύγει των παραμέτρων των λόγων έφεσης, συνιστά ανεπίτρεπτη διεύρυνση των επίδικων θεμάτων της έφεσης και θα πρέπει να αγνοείται.

 

Επιπροσθέτως, τονίζεται ότι η πλευρά της Εφεσείουσας δεν κατελήφθη εξαπίνης καθότι τελούσε σε πλήρη γνώση των γεγονότων τα οποία στοιχειοθετούσαν τις θέσεις του Εφεσίβλητου, ως αυτά εκτίθεντο λεπτομερώς στις κατατεθείσες ένορκες δηλώσεις.  Κατ’ ακολουθίαν, η Εφεσείουσα είχε κάθε ευκαιρία να αντικρούσει τους εν λόγω ισχυρισμούς μέσω της δικής της μαρτυρίας, γεγονός που αποστερεί από το παράπονό της οποιοδήποτε έρεισμα περί αιφνιδιασμού ή παραβίασης των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης.

 

Ο Εφεσίβλητος έχει δίκιο και στις υπόλοιπες του τοποθετήσεις. Σε ό,τι αφορά τις θέσεις της Εφεσείουσας υπό στοιχεία (β) και (γ) ανωτέρω, αυτές απαντώνται ευθέως στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την κρίση του οποίου συμφωνούμε. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα, σελ. 12:

 

«Να σημειώσω τέλος ότι εις ότι αφορά τη θέση της εφεσίβλητης ότι δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία του εφεσείοντα ο οποίος δεν γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα, σημειώνω ότι τέτοια θέση δεν γίνεται αποδεκτή εφόσον από πλευράς εφεσείοντα παρουσιάστηκε η μαρτυρία του Χριστοφίδη οποίος είχε και έχει προσωπική γνώση των όσων έχουν διαδραματιστεί.

 

Δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή η θέση της εφεσίβλητης ότι ο κος Μιχαήλ δεν προέβηκε σε μετρήσεις και συνεπώς το κάθε συμπέρασμα του είναι λανθασμένο, εφόσον ουσιαστική θέση του κου Μιχαήλ είναι ότι το κτηματολόγιο δεν έλαβε υπόψη του το ορθό εν χρήσει σχέδιο ως αυτό καθορίστηκε με τη δήλωση ημερ. 18.2.98, θέση η οποία τονίζω και επαναλαμβάνω ουδέποτε αμφισβητήθηκε αλλά για το τόσο καίριο και ουσιαστικό ζήτημα δεν υπάρχει οποιαδήποτε τοποθέτηση από μέρους της εφεσίβλητης και των μαρτύρων της. Η κύρια θέση του κου Μιχαήλ για την μη διόρθωση του εν χρήσει σχεδίου τεκμηριώνεται από έγγραφα τα οποία προέρχονται από τα μητρώα του Κτηματολογίου και συνεπώς δεν χρειάζεται η τεκμηρίωση των θέσεων του με επί τόπου μετρήσεις ή έρευνα. Συνεπώς η θέση αυτή και οι επί του προκειμένου λόγοι ένστασης 21 και 22 απορρίπτονται.

 

Αποτελεί θέση της εφεσίβλητης ότι ο εφεσείοντας μέσω του αντιπροσώπου του κου Χριστοφίδη κατά την επιτόπια εξέταση δεν έθεσε τις θέσεις του τις οποίες προβάλλει με την παρούσα Αίτηση. Πέραν του ότι ο κος Χριστοφίδης αναφέρει ότι έθεσε τα γεγονότα αυτά υπόψη των λειτουργών κατά την επιτόπια εξέταση και δεν αντεξετάστηκε προς τούτο, αξίζει να σημειωθεί και είναι πολύ σημαντικό να τονιστεί ότι τα όσα επικαλείται η πλευρά του εφεσείοντα ως προς το διορθωμένο εν χρήσει σχέδιο προκύπτουν από έγγραφα τα οποία βρίσκονται ενώπιον του κτηματολογίου και αφορούσαν τη διαδικασία έκδοσης των νέων τίτλων. Συνεπώς εάν αυτό αναφέρθηκε ή όχι κατά την επιτόπια εξέταση δεν μπορεί ν' απαλλάξει το κτηματολόγιο από την υποχρέωση να λάβει υπόψη του όλα τα στοιχεία τα οποία βρίσκονται στα μητρώα του κτηματολογίου».

 

Εν σχέσει με τη θέση της Εφεσείουσας στο υπό στοιχείο (δ), ανωτέρω, και επ’ αυτού υπήρξε σαφής και ορθή τοποθέτηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στις σελ. 10 και 11 όπου καταγράφονται τα εξής:

 

«Θέση του κου Καταφυγή, αποτέλεσε ότι ο εφεσείοντας ή η προκάτοχος του διαφοροποίησε την επί τόπου κατάσταση εφόσον ο τοίχος κατεδαφίστηκε και ανεγέρθηκε νέος με αποτέλεσμα να αλλοιωθεί η πραγματικότητα και να επεκταθεί η παρανομία εντός του τεμαχίου 195. Η θέση όμως αυτή παρέμεινε αστήρικτη εφόσον δεν προσδιορίζεται επί τη βάσει ποιου εν χρήσει σχεδίου διαπιστώθηκε η νέα κατ' ισχυρισμό επί τόπου κατάσταση.

 

Ουσιαστικό γεγονός για την υπόθεση δεν συνιστά κατά πόσο ανεγέρθηκε νέος τοίχος ή όχι. Από τη στιγμή που προβάλλεται ο ουσιαστικός ισχυρισμός ότι ουδέποτε διορθώθηκε το εν χρήσει σχέδιο, χωρίς απάντηση για τα θέμα αυτό από πλευράς εφεσίβλητης, αναδύεται ως ουσιαστικό επίδικο γεγονός το κατά πόσο κατά τη διερεύνηση της συνοριακής διαφοράς χρησιμοποιήθηκε το διορθωμένο εν χρήσει σχέδιο.

 

Ναι μεν οι μάρτυρες κος Καταφυγής και Νικολαίδης αναφέρονται στο εν χρήσει σχέδιο και ότι η εργασία έγινε επί τη βάσει του εν χρήσει σχεδίου, δεν δίδεται οποιαδήποτε διευκρίνηση κατά πόσο το εν χρήσει σχέδιο που χρησιμοποιήθηκε για την χωρομετρική εργασία είναι αυτό το οποίο υφίστατο πριν την συμφωνία ημερ. 18.2.98 ή μετά τη διόρθωση. Αντίθετη θα ήταν η προσέγγιση του Δικαστηρίου και θα είχε σημασία η εξέταση του γεγονότος κατά πόσο ανεγέρθηκε νέος τοίχος εάν τίθετο ενώπιον μου σαφής τοποθέτηση από μέρους της εφεσίβλητης και των μαρτύρων της κατά πόσο τα συμπεράσματα τους στηρίχτηκαν στο διορθωμένο εν χρήσει σχέδιο.

Τα πιο πάνω, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ενασχόληση μου με την ενδελεχή αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας δεν θα πρόσθετε οτιδήποτε στην υπόθεση, εφόσον οι κ.κ. Καταφύγης και Νικολαίδης, για το καίριο αυτό ζήτημα δεν προβαίνουν σε οποιαδήποτε αναφορά, ενώ τα όσα αναφέρουν παραμένει άγνωστο σε ποιο εν χρήσει σχέδιο στηρίζονται».

 

Και στη σελ. 14 της απόφασης:

 

«Κατά τα λοιπά ζητήματα, να σημειώσω ότι δεν μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία της εφεσίβλητης η οποία με την ένορκο της δήλωση ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και προβαίνει σε γενικές τοποθετήσεις περί του ότι δεν παρουσιάστηκε η αλήθεια και πραγματικότητα από πλευράς εφεσίβλητου ούτε και τα τεκμήρια τα οποία επισυνάπτει στην ένορκο της δήλωση μπορούν να ληφθούν υπόψη τα οποία παρέμειναν χωρίς εξήγηση.

 

Εις ότι αφορά τη μαρτυρία των κ.κ. Καταφυγή και Νικολαίδη χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβω τα πιο πάνω, η παράλειψη τους να απαντήσουν στον ισχυρισμό της πλευράς του εφεσείοντα για τη διόρθωση του σχεδίου η οποία αφορούσε λάθος το οποίο υποδείχθηκε από τον κτηματολόγο κο Γεωργίου το 1998 και να τοποθετηθούν κατά σαφή τρόπο κατά πόσο το εν χρήσει σχέδιο ποΙ.) έλαβαν υπόψη είναι το διορθωμένο, η μαρτυρία τους έχει ως αποτέλεσμα να παραμείνει με μεγάλα και ουσιαστικά κενά, χωρίς να δικαιολογείται η αποδοχή της από το Δικαστήριο».

 

(ιδία υπογράμμιση)

 

Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από την πλευρά του Εφεσείοντα/Αιτητή (νυν Εφεσίβλητου) «η οποία υποστηρίζεται κυρίως από τη μαρτυρία του κου Μιχαήλ και Χριστοφίδη, οι οποίοι παρουσίασαν ως τεκμήρια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία τεκμηριώνουν τις θέσεις τους και επαναλαμβάνω ότι για τα ουσιαστικά γεγονότα τα οποία παρουσιαστήκαν από πλευράς εφεσείοντα, παρέμειναν αναντίλεκτα και αδιαμφισβήτητα» (σελ. 13, 2η παρ.).

 

Καταληκτικά, στη βάση των όσων έχουν εκτεθεί ανωτέρω, αλλά, και από το σύνολο της εκκαλούμενης απόφασης, προκύπτει αβίαστα ότι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο επιχειρείται ανεπιτυχώς να προσβληθεί με τον πρώτο λόγο έφεσης, ήταν πλήρως αιτιολογημένο και τεκμηριωμένο στη βάση της ενώπιόν του τεθείσας μαρτυρίας.

 

Συνεπώς, με βάση τα προλεχθέντα, ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένη η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί έλλειψης αιτιολογίας στην επίδικη απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου.  Προβάλλεται η θέση ότι η απόφαση του Διευθυντή, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα του συνόλου του διοικητικού φακέλου, είναι πλήρως και δεόντως αιτιολογημένη. Ειδικότερα, υποστηρίζεται ότι από το κείμενο της επίδικης απόφασης προκύπτει η ύπαρξη πλήρους αιτιολογίας με λεπτομερή περιγραφή των εργασιών και μέσων που χρησιμοποιήθηκαν, των ελέγχων που διενεργήθηκαν, και το σκεπτικό στο οποίο στηρίχτηκε η έκδοσή της.  Κατά τη θέση του  ευπαίδευτου συνηγόρου της Εφεσείουσας, δεν επιβαλλόταν ο Διευθυντής να αναφέρει στην επίδικη απόφαση ότι το εν χρήσει σχέδιο διορθώθηκε, εφόσον η συμφωνία για διόρθωση έγινε το 1998, ήτοι 18 χρόνια προγενέστερα, και δεν υπήρχε κανένας λόγος να μη διορθωθεί σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Επαναλαμβάνεται δε η θέση ότι η μαρτυρία του κ. Μιχαήλ στερείτο βαρύτητας και θα έπρεπε να αγνοηθεί, καθότι ο μάρτυς δεν προέβη σε επιτόπια εξέταση για να διαπιστώσει αν έγινε διόρθωση του εν χρήσει σχεδίου, ενώ επισημαίνεται η μη δικογράφηση του σχετικού λόγου έφεσης.  Σε ό,τι αφορά την εκπρόθεσμη καταχώρηση της αιτιολογημένης έκθεσης του Διευθυντή Κτηματολογίου στον δικαστηριακό φάκελο, υποστηρίζεται ότι αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο της Έφεσης/Αίτησης, και εσφαλμένα λήφθηκε υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο για την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή.

 

Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εφεσίβλητου, ο οποίος υπεραμύνεται της πρωτόδικης απόφασης, εισηγούμενος ότι ορθώς ακυρώθηκε λόγω ελλιπούς αιτιολόγησης.

 

Κρίνουμε ότι και αυτός ο λόγος έφεσης είναι αβάσιμος.  Τα όσα αναφέραμε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου έφεσης, εν πολλοίς, καλύπτουν και τον δεύτερο λόγο έφεσης.  Ωστόσο, θα θέλαμε επιπρόσθετα να αναφέρουμε τα εξής: Η μη δικογράφηση την οποία η Εφεσείουσα επικαλείται, δεν καλύπτεται από το λεκτικό του δεύτερου λόγου έφεσης.  Σχετικά με την εισήγηση ότι ο κ. Μιχαήλ δεν προέβη σε επιτόπια εξέταση, και ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος το εν χρήσει σχέδιο να μη διορθωθεί για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, αυτά απαντώνται πλήρως και καταρρίπτονται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, με την κρίση του οποίου συμφωνούμε, σε προαναφερθέν απόσπασμα από την εκκαλούμενη απόφαση.  Περιπλέον, τονίζεται ότι με τους λόγους έφεσης δεν αμφισβητείται η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Σε ό,τι αφορά την εκπρόθεσμη καταχώρηση (26.04.2017) της αιτιολογημένης έκθεσης του Διευθυντή, η οποία θα έπρεπε να καταχωρηθεί σε 14 μέρες από την επίδοση της Έφεσης (27.10.2016), σύμφωνα με τον Κανονισμό 6(2) των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αιτιολογημένη έκθεση, καθότι δεν ζητήθηκε άδεια για παράταση χρόνου πριν την καταχώρηση της και δεν λήφθηκε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα για την διόρθωση της παρατυπίας.  Ωστόσο, με κάθε σεβασμό, αυτό ήταν σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου καθότι θα μπορούσε, αυτεπαγγέλτως, να διορθώσει την παρατυπία με βάση την Διαταγή 64 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, (βλ. Φαλέκκος ν. Χριστοφίδη (2013) 1 ΑΑΔ 2534, Παπακόκκινου κ.ά. ν Makaza Construction Ltd, Πολ. Εφ. 27/2014, ημερ. 22.7.2021, ECLI:CY:AD:2021:A351).  Με βάση τον Κανονισμό 17 των προρρηθέντων Κανονισμών του 1956, οι εν ισχύι, τότε, Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμόζονται συμπληρωματικά για δικονομικά θέματα για τα οποία δεν γίνεται ρητή πρόβλεψη. Καμία αδικία δεν θα προκαλείτο στον Εφεσίβλητο από την διόρθωση της παρατυπίας, ο οποίος μάλιστα σχολιάζει επί της ουσίας την αιτιολογημένη έκθεση στη τελική του αγόρευση, το οποίο συνιστά εξυπακουόμενη παραίτηση από ένσταση στην παρατυπία.

 

Τούτο όμως δεν ανατρέπει την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί της ουσίας, καθότι, ως αναφέρεται στην εκκαλούμενη απόφαση, ακόμη και αν λαμβανόταν υπόψη η αιτιολογημένη έκθεση, «ούτε στην έκθεση αυτή περιλαμβάνεται οποιαδήποτε αναφορά στο ζήτημα της διόρθωσης του σχεδίου η οποία συμφωνήθηκε το 1998 και στο ζήτημα ποιο εν χρήσει σχέδιο χρησιμοποιήθηκε κατά την έρευνα του Διευθυντή. Παρά μόνο γίνεται αναφορά ότι λήφθηκε υπόψη η αρχική χωρομέτρηση σύμφωνα με σχέδια τα οποία επισυνάπτονται ως παράρτημα Γ, Δ και Ε χωρίς όμως και πάλι να εξηγείται κατά πόσο τα σχέδια αυτά αφορούν χρόνο πριν ή μετά τη διόρθωση».  Η διαπίστωση αυτή μας βρίσκει σύμφωνους.

 

Τέλος, ο ισχυρισμός ότι η μη αποδοχή της Έκθεσης του Διευθυντή έπρεπε να εγερθεί ως αυτοτελής λόγος έφεσης στην Αίτηση, τυγχάνει νομικά ανυπόστατος.  Με βάση τη ρητή πρόνοια του Καν. 6.2, των προρρηθέντων Κανονισμών του 1956, η υποχρέωση του Διευθυντή να καταχωρίσει την έκθεση με τους λόγους της απόφασής του, ενεργοποιείται μόνο μετά και συνεπεία της επίδοσης της ήδη καταχωρισμένης Έφεσης.

 

Υπό το φως των ανωτέρω ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα καταδίκασε την Εφεσείουσα σε έξοδα καθότι δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για την ακυρωθείσα απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου. Δεν συμφωνούμε.  Σύμφωνα με τη  Διαταγή 59 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι ίσχυαν κατά τον χρόνο έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης, η επιδίκαση των εξόδων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με γνώμονα την καθιερωμένη αρχή ότι «τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα» της δίκης.  Η αποστέρηση των εξόδων από τον επιτυχόντα διάδικο επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση και υπό την προϋπόθεση ύπαρξης αποχρώντος λόγου, ο οποίος δεν στοιχειοθετείται στην παρούσα περίπτωση.  Η θέση της νομολογίας αποτυπώνεται στην κάτωθι περικοπή από την υπόθεση Θρασυβούλου ν. Arto Estates (1993) 1 AAΔ 12:

 

«Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσής του στην αύξηση των εξόδων της δίκης· σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα (τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα) και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων. Δεν είναι όμως παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο. Όπως τονίστηκε στη Georghios Ε. Glykys v. Ioannis Stylianou Ioannides (1959  - 60) 24 C.L.R. 220, η επίδειξη καλής προαίρεσης (kindness) από το δικαστήριο προς τον αποτυχόντα διάδικο προς μετριασμό αισθημάτων πικρίας του αποτυχόντα διαδίκου, δε συνιστά δικαστική άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου».

 

(βλέπε και Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη (1990) 1 ΑΑΔ 389, Παπακόκκινου κ.ά. ν. Δήμου Πάφου (1998) 1 (Β) ΑΑΔ 634,  Κυριάκου ν. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ (2000) 1 ΑΑΔ 416, Μιχαηλίδου ν. Μάρκου (2005) 1 ΑΑΔ 1020, Α.Ν. ν. Θ.Π., Πολ. Εφ. 39/2024, ημερ. 3.4.2025).

 

Με κάθε σεβασμό, η αποδοχή της θέσης της Εφεσείουσας θα οδηγούσε σε άτοπα και παράλογα αποτελέσματα. Θα σήμαινε, κατ’ ουσίαν, ότι σε κάθε περίπτωση δικαστικής ανατροπής μιας λανθασμένης απόφασης του Διευθυντή για την επίλυση συνοριακής διαφοράς, ο επιτυχών Εφεσείων/Αιτητής, παρά τη δικαίωσή του, θα παρέμενε αδικαιολόγητα επιβαρυμένος με το σύνολο των δικαστικών του εξόδων. Το γεγονός ότι το σφάλμα εμφιλοχώρησε στην επίδικη απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν απαλλάσσει την Εφεσείουσα από την ευθύνη καταβολής των εξόδων της δίκης.

 

Υπό το φως των ανωτέρω ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Η έφεση απορρίπτεται.

 

Επιδικάζονται έξοδα έφεσης ύψους €600,00 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, προς όφελος του Εφεσίβλητου και εναντίον της Εφεσείουσας. 

 

 

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο