ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
[Έφεση (Ε.Ε.Σ.) Αρ.: 6/2025]
(i-justice)
12 Φεβρουαρίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΠΑΦΥΛΑΚΤΟΥ
Εφεσείων
v.
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ
Εφεσίβλητος
-----------------------------------------------
Δ. Μ. Λοχίας, για Δημήτρης Μ. Λοχίας Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντα
Λ. Σίγαρ (κα), για Γενικόν Εισαγγελέα, για Εφεσίβλητο
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Τουμαζή, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.: Ο Εφεσείων, εκζητούμενος, προσβάλλει την απόφαση του Ε.Δ. Λεμεσού ημερ. 19.12.25, με την οποία ενέκρινε την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης («ΕΕΣ»), το οποίο εξέδωσαν οι Γαλλικές Αρχές εναντίον του. Το συγκεκριμένο ΕΕΣ ήταν ένα από τα έξι ΕΕΣ τα οποία εκδόθηκαν στην Γαλλία και εστάληκαν στην Κύπρο προς εκτέλεση εναντίον αντίστοιχων προσώπων στο πλαίσιο συντονισμένων ενεργειών που θα πραγματοποιούντο στην Κύπρο, Γαλλία, Βέλγιο και άλλες χώρες.
Η υπόθεση αφορά διαδικτυακές απάτες εν σχέσει με κρυπτονομίσματα. Στο ΕΕΣ καταγράφονται πέντε ποινικά αδικήματα και συγκεκριμένα: (1) Απάτη από οργανωμένη συμμορία, (2) Τραπεζική ή χρηματοοικονομική προσέγγιση από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, (3) Διακεκριμένη παράνομη νομιμοποίηση εσόδων, ήτοι παροχή συνδρομής σε οργανωμένη συμμορία για επενδυτικές πράξεις, απόκρυψη ή μετατροπή προϊόντος εγκλήματος, (4) Συμμετοχή σε συμμορία με σκοπό την προετοιμασία αδικήματος τιμωρούμενου με δεκαετή φυλάκιση και (5) Παροχή διαδικτυακής πλατφόρμας προς διενέργεια παράνομων συναλλαγών από οργανωμένη συμμορία. Οι δε κατ’ ισχυρισμόν αξιόποινες ενέργειες περιγράφονται στο ΕΕΣ, Τεκμήριο 2, ως εξής (διατηρουμένης της έμφασης):
“Offence(s):
[M083] THIS MANDATE REPORTS TO THE TOTAL AT 5 INFRACTIONS.
[Α042, Α043, Α044 and A045] Description of the circumstances in which the offence(s) was/were committed, including the time (date and time), place and degree of involvement of the requested person in the offence(s): Author and co-author of the acts committed from 1January 2020 to 4 June 2025 in Fontaine sous Jouy, Caen, Lyon, Rouffach, Cand? sur Beuvron, Chirac, Saint-Andr? de Cubzac, Saint-Maurice, Jebsheim, Finestret, Pontarlier, Cuers, Muret, Maule, Hadigny les Verri?res, Ingrandes le Fresnes sur Loire, Thoiry, in the rest of France as well as abroad.
Scammers were running ads for crypto-asset investments promising exceptional returns. Internet users provided their contact details to be contacted by an advisor. The latter convinced them to install trading software (Metatrader5) and remote control software (Anydesk). The adviser himself created accounts with legitimate exchangers on behalf of the victim and then made transfers to a fake investment platform. On it, an interface showed the gains that were increasing at high speed, giving credibility to the fraud and convincing the victim that it was achieving exceptional added value. In reality the funds were diverted to wallets controlled by the scammers and then laundered via the blockchain for about $700 million. Flow tracing revealed money laundering operations via cryptocurrency exchangers like Kraken and Binance. These companies provided the identity of the beneficiaries of the transactions. As a result, the fraudulent funds were collected by a number of Cypriot individuals and companies.
Thus, the Kraken account in the name of Blue Media LTD had significant deposit transaction volumes. BLUE MEDIA was associated with the ROI Collective entity which has hosted at the same address (14/F CHINA HONG KONG TOWER 8 HENNESSY ROAD WANCHAI HONG KONG) and was a company cited in surveys on the promotion of online scams.
PAPAFYLAKTOU Evagoras appeared as the Chief Financial Officer of BLUE MEDIA, led byMoshe RAJCZYK and he was at the origin of the opening of the Kraken account on behalf of BLUE MEDIA.
3,928 deposits of 6,178.74 BICs were received valued at $103,877,753.46309 between March 12, 2019 and March 2, 2022. Withdrawals were made on bank accounts and on different blockchains. Direct links with scams identified by the Reactor software were highlighted, as well as links with ‘mixer’ services, enabling them to undermine the origin of the funds.
The tracing concerning the scams related to the French procedures made it possible to identify 37 transactions towards the company BLUE MEDIA for an amount of $1,095,147.078. Indirect links were discovered with 339 wallets identified as "scams" by Chainanalysis”.
Ο Εφεσείων συνελήφθη στην Κύπρο στις 27.10.25 και οδηγήθηκε αυθημερόν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, όπου διαπιστώθηκε η απουσία συγκατάθεσης για παράδοση και αντίστοιχα η αναγκαιότητα ακροαματικής διαδικασίας, βάσει των προνοιών του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ν.133(Ι)/04 (εφεξής «ο Νόμος»).
Κατά την ακρόαση κατέθεσαν προς υποστήριξη της εκτέλεσης του ΕΕΣ ο Λοχίας 1680 Δ. Δημητρίου (Μ.Α.1), ο οποίος είχε συλλάβει τον Εφεσείοντα και ο Π. Χίντικος (Μ.Α.2), ο οποίος είναι λειτουργός του Υπουργείου Δικαιοσύνης και κατ’ επέκταση της Κεντρικής Αρχής, βάσει του σχετικού Νόμου. Εκ μέρους της άλλης πλευράς κατέθεσαν ο ίδιος ο Εφεσείων (Μ.Κ.Α.1), ο πατέρας του, ο Φ. Παπαφυλακτού (Μ.Κ.Α.2) και η Α. Στυλιανού (Μ.Κ.Α.3), η οποία είναι ορκωτή μεταφραστής.
Κατά την ακρόαση ο Μ.Α.1 παρουσίασε την κατάθεση του (Τεκμήριο 1), το ΕΕΣ στη γαλλική και αγγλική γλώσσα (Τεκμήρια 2(α) και 2(β)) και έγγραφα τα οποία καταγράφουν τα δικαιώματα των συλληφθέντων προσώπων, τα οποία δόθηκαν στον Εφεσείοντα (Τεκμήρια 3 και 4), ενώ ο Μ.Α.2 παρουσίασε άλλα σχετικά έγγραφα (Τεκμήρια 5 έως 17), μεταξύ των οποίων σχετική αλληλογραφία. Από την άλλη πλευρά, ο Εφεσείων παρουσίασε τη γραπτή δήλωση του (Έγγραφο Α), συνοδευόμενη από σειρά εγγράφων (Τεκμήρια 18 έως 37), ο Μ.Κ.Α.2 κατέθεσε άλλα τρία έγγραφα σε σχέση με τον γιο του (Τεκμήρια 38 έως 41) και η Μ.Κ.Α.3 κατέθεσε μετάφραση του Τεκμηρίου 22(α) στην ελληνική, ως Τεκμήριο 41.
Αξιολογώντας τη μαρτυρία, η πρωτόδικη Δικαστής απεδέχθη στην ολότητα της τη μαρτυρία των Μ.Α.1, Μ.Α.2 και Μ.Κ.Α.3 και εν μέρει τη μαρτυρία του Εφεσείοντος (Μ.Κ.Α.1) και του πατέρα του (Μ.Κ.Α.2), μη αξιολογώντας αφενός ισχυρισμούς του Εφεσείοντος οι οποίοι αφορούσαν θέματα ουσίας της υπόθεσης και αφετέρου θέσεις και των δύο επί νομικών ζητημάτων, για τα οποία ευλόγως κρίθηκε ότι συνιστούσαν μέρος του δικαστικού έργου.
Ακολούθως, η πρωτόδικη Δικαστής αφού αναφέρθηκε στη νομοθεσία και στη νομολογία, προχώρησε στην εξέταση του περιεχομένου του ΕΕΣ, καθώς και των τριών λόγων ένστασης ως προς την έγκριση της εκτέλεσης του ΕΕΣ, δια των οποίων ο Εφεσείων προέβαλε ότι: (Α) Η παράδοση του ζητείται για σκοπούς ανάκρισης και όχι για άσκηση ποινικής δίωξης, (Β) Το Δικαστήριο έπρεπε να αρνηθεί την εκτέλεση του ΕΕΣ βάσει προαιρετικού λόγου μη εκτέλεσης, ήτοι του προβλεπόμενου στο Άρθρο 14(1)(στ), και (Γ) Η χρήση του ΕΕΣ από τις Γαλλικές Αρχές συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν πως δεν ευσταθούσε οποιοσδήποτε εκ των τριών λόγων ένστασης, οπότε διέταξε την εκτέλεση του ΕΕΣ βάσει του Άρθρου 29(1) του Ν.133(Ι)/04.
Λόγοι Έφεσης
Ο Εφεσείων καταχώρισε την υπό κρίση έφεση, προβάλλοντας πέντε λόγους έφεσης. Κατά την ακρόαση, όμως, ενώπιον μας απέσυρε τον τέταρτο λόγο έφεσης. Με τους τέσσερεις εναπομείναντες λόγους έφεσης, ο Εφεσείων προβάλλει αντίστοιχα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα: Έκρινε ότι ο όρος «ποινική δίωξη» δεν ερμηνεύεται ως αυτοτελής έννοια η οποία να εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση (πρώτος λόγος), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η έκδοση ζητείται για σκοπούς ποινικής δίωξης (δεύτερος λόγος), αποφάσισε να μην ασκήσει τη διακριτική εξουσία του προς άρνηση εκτέλεσης του ΕΕΣ βάσει του Άρθρου 14(1)(στ) του Νόμου (τρίτος λόγος) και έκρινε ότι δεν υπήρξε κατάχρηση της διαδικασίας από την Αιτήτρια χώρα και ή την ημεδαπή Κεντρική Αρχή (πέμπτος λόγος). Σημειώνουμε ότι μετά την καταχώριση της έφεσης, ο Εφεσείων καταχώρισε αίτηση για προδικαστική παραπομπή ερωτημάτων στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), μεταξύ άλλων, για το κατά πόσον ο όρος «ποινική δίωξη» θα έπρεπε να ερμηνεύεται αυτοτελώς και ομοιόμορφα σε ολόκληρη την Ε.Ε. Το Εφετείο, για λόγους που επεξηγούνται στην απόφαση του, απέρριψε την αίτηση (βλ. Παπαφυλακτού ν. Γενικός Εισαγγελέας, Έφεση (ΕΕΣ) Αρ. 6/25, ημερ. 22.1.26).
Λόγοι Έφεσης αρ. 1 και 2
Κρίνουμε ότι οι δύο πρώτοι λόγοι έφεσης συσχετίζονται μεταξύ τους κατά τρόπον που προκρίνεται η συνεξέταση τους. Ουσιαστικά απορρέουν και οι δύο από τον «Λόγο Ένστασης Α», που είχε εξετάσει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Στο πλαίσιο του εν λόγω πρώτου λόγου ένστασης η βασική εισήγηση του Εφεσείοντος ήταν πως το επίδικο ΕΕΣ εκδόθηκε «για σκοπούς ανάκρισης» και όχι «για την άσκηση ποινικής δίωξης», ως είναι ο ένας από τους δύο σκοπούς που επιτρέπει το Άρθρο 3 του Νόμου. Ο Εφεσείων είχε υποστηρίξει πρωτοδίκως πως η φράση «ποινική δίωξη» θα πρέπει να ερμηνευθεί με βάση το ενωσιακό δίκαιο και όχι το εθνικό δίκαιο. Προς τούτο, είχε καταχωρίσει και πρωτοδίκως αίτηση για παραπομπή σχετικού ερωτήματος προς το ΔΕΕ, την οποία απέρριψε το πρωτόδικο Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του στις 17.12.25.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξετάζοντας τον πρώτο λόγο ένστασης ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι: «Η δε διαφορετική διαδικασία που ακολουθείται με βάση το εσωτερικό δίκαιο του κάθε κράτους – μέλους, ουδόλως διαφοροποιεί τα πράγματα. Ως εκ τούτου, δεν συμμερίζομαι τη θέση περί αναγκαιότητας αποστολής ερωτήματος στο ΔΕΕ, ώστε η έννοια της «ποινικής δίωξης» να ερμηνεύεται ομοιόμορφα, ως η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου που εκπροσωπεί τον εκζητούμενο».
Το πιο πάνω σχόλιο ευρίσκεται στο επίκεντρο του πρώτου λόγου έφεσης. Ο Εφεσείων υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κλήθηκε να ερμηνεύσει τη φράση «ποινική δίωξη» ως αυτοτελή έννοια του ενωσιακού δικαίου διότι αυτή απορρέει από την Απόφαση – Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ. Παρατίθεται στην επιχειρηματολογία πως η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι αντίθετη με τη νομολογία του ΔΕΕ, η οποία αναφέρεται σε «ενιαίο μηχανισμό παράδοσης προσώπων». Οπότε, κατά την εισήγηση, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ανομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή ενωσιακού δικαίου στην επικράτεια της Ε.Ε.
Έχουμε την άποψη ότι με το πιο πάνω σχόλιο του το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφερόταν πρωτίστως αφενός στη διαφορετικότητα των διαδικασιών στα διάφορα κράτη μέλη και αφετέρου στη μη αναγκαιότητα υποβολής ερωτημάτων στο ΔΕΕ, και όχι τόσο στην ίδια τη νομική έννοια του όρου «ποινική δίωξη». Εν πάση περιπτώσει όμως θα πρέπει να πούμε ότι το κατά πόσον απαιτείται αυτοτελής και ενιαία ερμηνεία του όρου «ποινική δίωξη» αποτελούσε αντικείμενο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, για το οποίο και ενώπιον μας είχε ζητηθεί όπως παραπεμφθεί στο ΔΕΕ. Είχαμε επί τούτου αναφέρει, στην προαναφερθείσα απόφαση μας Παπαφυλακτού (ανωτέρω), τα εξής:
«Όσον αφορά την παρούσα, ο Εφεσείων με το προτεινόμενο Ερώτημα 1, επιθυμεί να ερωτηθεί το ΔΕΕ κατά πόσον ο όρος «ποινική δίωξη» θα πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς και ομοιόμορφα σε ολόκληρη την Ε.Ε. Γενικά ως προς το θέμα αυτό θα πρέπει να λεχθεί πως το ΔΕΕ έχει διαχρονικά σταθερή θέση ότι κατά πάγια νομολογία του, υπό το πρίσμα τόσο της αρχής της ενιαίας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου όσο και της αρχής της ισότητας προκύπτει ότι στο γράμμα μιας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, η οποία δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της εννοίας και του περιεχομένου της, πρέπει κανονικά να δίδεται, σε όλη την Κοινότητα, αυτοτελής και ενιαία ερμηνεία, η οποία πρέπει να ανευρίσκεται με βάση το νοηματικό πλαίσιο της διατάξεως και τον σκοπό που επιδιώκει η σχετική κανονιστική ρύθμιση (βλ. Υπόθεση C-201/02, Delena Wells v. Secretary of State for Transport, ημερ. 7.1.04, C-201/13, Deckmyn v. Vrijheidsfonds, ημερ. 3.9.14). Από αυτής της σκοπιάς, εύκολα διαπιστώνεται ότι εν σχέσει με τον όρο «ποινική δίωξη», η Απόφαση - Πλαίσιο δεν παραπέμπει ρητώς στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου του. Συνεπώς η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι αυτονόητη».
Δεν υπάρχει συνεπώς οποιαδήποτε αμφιβολία ότι στον όρο «ποινική δίωξη», θα πρέπει να δίδεται αυτοτελής και ενιαία ερμηνεία. Εννοείται ότι αυτό γίνεται ασχέτως των οποιωνδήποτε ειδικότερων εθνικών δικονομικών διατάξεων ή διαδικασιών, οι οποίες ενδεχομένως να διαφέρουν, χωρίς όμως να επηρεάζουν τον πυρήνα της έννοιας του όρου «ποινική δίωξη». Αρμόζει εδώ να προσθέσουμε πως η σχετική νομοθεσία και οι εφαρμοζόμενες αρχές έχουν αναλυθεί σε πολλές αποφάσεις και δεν θεωρούμε αναγκαία τη λεπτομερή παράθεση τους στο σημείο αυτό. Παραπέμπουμε σχετικά στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (2013) 1 Α.Α.Δ. 1764, τονίζοντας το εκεί λεχθέν ότι προεξάρχον στοιχείο συνιστά «… η εστίαση στην απλοποίηση των διαδικασιών σύλληψης και παράδοσης μέσα από μια suis generis διαδικασία, η οποία στοχεύει στην αποτελεσματική δικαστική συνδρομή μεταξύ των κρατών-μελών … υπό το φως των διαφορετικών συστημάτων δικαίου στον Ευρωπαϊκό χώρο» (βλ. και Αναφορικά με την Susan Ayre (2017) 1(A) Α.Α.Δ. 35).
Ο δεύτερος λόγος έφεσης περιστρέφεται γύρω από το επιχείρημα πως ήταν λανθασμένο το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η έκδοση του Εφεσείοντος επιζητείτο για σκοπούς ποινικής δίωξης. Ο συνήγορος του Εφεσείοντος, με αναφορά στο Άρθρο 3 του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο ΕΕΣ δύναται να εκδοθεί (α) για άσκηση ποινικής δίωξης ή (β) για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας, προέβαλε ότι η έκδοση του Εφεσείοντος ζητείτο για σκοπούς ανάκρισης και όχι για άσκηση ποινικής δίωξης. Υποστήριξε, επίσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε το Τεκμήριο 16, το οποίο αποτελούσε απαντήσεις των Γαλλικών Αρχών σε ερωτήματα που τέθηκαν μέσω της Κεντρικής Αρχής και με τις οποίες, σύμφωνα με το επιχείρημα, απάντησαν ότι επιθυμούσαν να τον ανακρίνουν προκειμένου να αποφασίσουν σε δεύτερο στάδιο, αν ο Εφεσείων θα κατατασσόταν ως ύποπτος, ή ως μάρτυρας. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, πως τα γεγονότα στην υπόθεση Αναφορικά με τον Ghebali, Πολ. Έφ. 50/20, ημερ. 11.5.20, στην οποία βασίστηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, διαφέρουν από την υπό κρίση έφεση, καθότι εκεί η υπόθεση δεν βρισκόταν στο αρχικό στάδιο διερεύνησης.
Η αυτοτελής και ενιαία ερμηνεία του όρου «ποινική δίωξη», όπως αυτή αναδύεται από αποφάσεις του ΔΕΕ, έχει αναλυθεί στην απόφαση Παπαφυλακτού ν. Γενικός Εισαγγελέας (ανωτέρω) όπου τονίστηκε η ευρεία έννοια του όρου, ως ακολούθως:
«Ασφαλώς, αναγνωρίζουμε ότι λόγω πιθανών διαφορετικών εθνικών νομοθεσιών, ενδεχομένως σε κάποιο κράτος μέλος να προνοείται ότι η άσκηση ποινικής δίωξης πραγματοποιείται ή αρχίζει σε διαφορετικό χρονικό σημείο από ό,τι προβλέπεται σε άλλο κράτος μέλος. Έχουμε αναφερθεί σε τέτοια παραδείγματα στην πρόσφατη απόφαση μας Γενικός Εισαγγελέας ν. Φιλίππου, Έφεση (Ε.Ε.Σ.) αρ. 4/2025, ημερ. 8.1.26. Πλην όμως κάτι τέτοιο δεν διαφοροποιεί την ίδια τη σημασία ή την έννοια του όρου «ποινική δίωξη», όπως αυτή γίνεται αντιληπτή και ερμηνεύεται από το ΔΕΕ. Άλλωστε όπως το ίδιο το ΔΕΕ έχει επισημάνει στην υπόθεση C-209/22 AB, ημερ. 7.9.23, προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή διεξαγωγή ποινικής έρευνας, οι αρμόδιες εθνικές αρχές πρέπει να διαθέτουν ορισμένη διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή του χρονικού σημείου κατά το οποίο ενημερώνουν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ότι θεωρείται ύποπτο ή ότι κατηγορείται για την τέλεση αξιόποινης πράξης (§41). Αξίζει εδώ να πούμε πως η ως άνω υπόθεση C-209/22 αφορούσε αφενός την Οδηγία 2012/13/ΕΕ, η οποία σχετίζεται με το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών και αφετέρου την Οδηγία 2013/48/ΕΕ, η οποία σχετίζεται με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. Στην απόφαση διαπιστώθηκε η κατ’ αρχήν ταύτιση του «πεδίου εφαρμογής» τους και ο κοινός σκοπός των δύο Οδηγιών, ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων των υπόπτων ή κατηγορουμένων στο πλαίσιο «ποινικής διαδικασίας» (§38).
Είναι ενδεικτικό ότι και οι δύο πιο πάνω Οδηγίες εφαρμόζονται από τη στιγμή που κάποιος ενημερώνεται ότι είναι ύποπτος ή ότι κατηγορείται μέχρι και «την ολοκλήρωση της διαδικασίας», ήτοι μέχρι τον τελικό προσδιορισμό ή την οριστική κρίση ως προς το κατά πόσον τέλεσε την αξιόποινη πράξη (“… until the conclusion of the proceedings, which is understood to mean the final determination of the question whether the suspect or accused person has committed the criminal offence, …”). Στην εν λόγω απόφαση C-209/22 το ΔΕΕ προβαίνει σε αλλεπάλληλες αναφορές στις έννοιες «προκαταρκτικό στάδιο της ποινικής διαδικασίας» (§46, 47, 61, 65, 66), σε «ποινική δίκη» (§55) και σε «δικαστή της ουσίας» (§58, 59, 84). Όροι οι οποίοι είναι απολύτως ενδεικτικοί της ευρείας έννοιας της ποινικής διαδικασίας, καθώς και της ποινικής δίωξης, η πεμπτουσία της οποίας είναι η παραπομπή του κατηγορούμενου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο είναι αρμόδιο να κρίνει αν είναι ένοχος ή όχι».
(έμφαση δοθείσα)
Η κυπριακή νομολογία έχει ερμηνεύσει τη φράση «ποινική δίωξη» σε σωρεία αποφάσεων. Όπως λέχθηκε στην Vovk ν. Κεντρική Αρχή – Γενικός Εισαγγελέας, Έφεση (ΕΕΣ) Αρ. 6/24, ημερ. 17.1.25:
«Η κυπριακή νομολογία έχει ερμηνεύσει τη φράση «ποινική δίωξη» διασταλτικά έτσι ώστε να περιλαμβάνει «μία διαδικασία προερχόμενη από δικαστική αρχή που οδηγεί σε ποινική δίωξη» χωρίς όμως να περιλαμβάνει το στοιχείο της βεβαιότητας της δίωξης».
(Βλ. επίσης Stenli ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση (ΕΕΣ) Αρ. 4/24, ημερ. 7.1.25, Michel ν. Κεντρική Αρχή – Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση (ΕΕΣ) Αρ. 5/24, ημερ. 7.1.25, Haftzadi ν. Κεντρική Αρχή – Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση (ΕΕΣ) Αρ. 7/25, ημερ. 15.1.26, Turgeman ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση (ΕΕΣ) Αρ. 5/25, ημερ. 23.1.26).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην εκκαλούμενη απόφαση, εξετάζοντας τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντος ότι το ΕΕΣ εκδόθηκε για σκοπούς «ανάκρισης» και όχι «για την άσκηση ποινικής δίωξης», αναφέρθηκε στο σημείο Α30 του επίδικου ΕΕΣ [Τεκμήριο 2(β)], όπου καταγράφονται τα ακόλουθα:
«Τhis warrant has been issued by a competent judicial authority. I request that the person mentioned below be arrested and surrendered to the judicial authorities for the purpose of conducting a criminal prosecution or executing a custodial sentence or detention order».
Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι όντως οι Γαλλικές Αρχές δεν είχαν διαγράψει τη μια εκ των δύο διαζευκτικών επιλογών, έτσι ώστε να διευκρινίζεται κατά πόσο η παράδοση του Εφεσείοντος ζητείται για σκοπούς ποινικής δίωξης ή για σκοπούς έκτισης επιβληθείσας ποινής. Αυτό όμως δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε μη εκτέλεση του ΕΕΣ. Παραπέμπουμε στην Ghebali (ανωτέρω), όπου λέχθηκε ότι «… είναι άνευ τελικής σημασίας, κατά την κρίση μας, ότι στο ίδιο το ένταλμα δεν υπήρξε διαγραφή της διαζευκτικής περίπτωσης, δηλαδή της φράσης «..executing a custodial sentence or detention order" και παρέμεινε ομού με την ορθή αναφορά "for the purpose of conducting a criminal prosecution." Προκύπτει σαφώς από τα γεγονότα της υπόθεσης πως είναι η δεύτερη αναφορά που ισχύει.».
Όπως προκύπτει από όσα καταγράφονται στο επίδικο ΕΕΣ, δεν έχει επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης στον Εφεσείοντα και επομένως είναι σαφές ότι και στην παρούσα είναι η αναφορά «για σκοπούς ποινικής δίωξης» η οποία ισχύει (βλ. Michel ν. Κεντρική Αρχή – Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ανωτέρω). Η έναρξη ποινικής δίωξης δεν συνιστά προϋπόθεση για την έκδοση απόφασης εκτέλεσης ενός ΕΕΣ (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Φιλίππου, Έφεση (ΕΕΣ) Αρ. 4/25, ημερ. 8.1.26). Το ότι εν τέλει πιθανόν να μην ασκηθεί ποινική δίωξη δεν διαφοροποιεί τη βασική αρχή ότι ο σκοπός του εντάλματος είναι η ποινική δίωξη (βλ. Stenli ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ανωτέρω).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε, στη συνέχεια, την απάντηση των Γαλλικών Αρχών ημερ. 6.11.25 (Τεκμήριο 11), στις διευκρινίσεις που ζητήθηκαν από τους δικηγόρους του Εφεσείοντος. Οι Γαλλικές Αρχές διευκρίνισαν ότι η υπόθεση βρισκόταν στο στάδιο της δικαστικής διερεύνησης (“judicial investigation”) στη Γαλλία και ότι το ΕΕΣ εκδόθηκε προσβλέποντας στη σύλληψη του Εφεσείοντος και παράδοση του στη Γαλλία, ώστε να ανακριθεί και κατηγορηθεί, ως μέρος της διερεύνησης (“so that he can be questioned and charged as part of the investigation”). Οι Γαλλικές Αρχές, επιπρόσθετα, ανέφεραν τα εξής: “The status of being placed under investigation indicates that there is serious or consistent evidence suggesting that Evagoras PAPAFYLAKTOU may have participated as a perpetrator or co-perpetrator in the offences mentioned in the European Arrest Warrant. This status entails stricter rights and obligations”.
Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στις διευκρινίσεις που έδωσαν οι Γαλλικές Αρχές με επιστολή τους ημερ. 17.11.25 (Τεκμήριο 16), σε απάντηση ερωτημάτων των Κυπρίων δικηγόρων υπεράσπισης, όπου επεξηγήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι κατά το προκαταρκτικό στάδιο της διαδικασίας (preliminary investigation), ο διερευνών Δικαστής θα αποφάσιζε αν ο Εφεσείων θα τίθετο υπό διερεύνηση ή αν θα του δίδετο το status του μάρτυρα, χωρίς να του προσαφθούν κατηγορίες. Όταν η διερεύνηση θα ολοκληρώνετο, ο διερευνών Δικαστής θα αποφάσιζε αν ο Εφεσείων θα προσάγετο ενώπιον Δικαστηρίου για να κατηγορηθεί ή όχι (Τεκμήριο 16). Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε, επίσης, και σε ηλεκτρονικό μήνυμα της διερευνώσας Δικαστού στη Γαλλία [Τεκμήρια 22(Α) και 22(Β)] σε απάντηση των Γάλλων δικηγόρων του Εφεσείοντος, σύμφωνα με το οποίο οι Γαλλικές Αρχές, προβάλλοντας ότι δεν έγινε επίσημος διορισμός δικηγόρων, δεν αποδέχθηκαν να συναντήσουν τους (Γάλλους) δικηγόρους, τους οποίους ο Εφεσείων διόρισε για να τον εκπροσωπούν στη Γαλλία (“… Mr PAPAFYLAKTOU is not currently under investigation in this case and that, as such, you have not been officially appointed”).
Το ουσιώδες όμως είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, με βάση το Άρθρο 21(2) του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο δύναται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία, ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες αναφορικά με τον σκοπό για τον οποίο ζητείτο η παράδοση του Εφεσείοντος στη Γαλλία, καθώς και για τις απαντήσεις που δόθηκαν με βάση τα Τεκμήρια 22(Α) και 22(Β). Οι πληροφορίες κοινοποιήθηκαν στο πρωτόδικο Δικαστήριο με επιστολή των Γαλλικών Αρχών ημερ. 10.12.25, σε μετάφραση. Παραθέτουμε απόσπασμα:
«Για να είναι απολύτως σαφές, επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι στη γαλλική ποινική δικαστική διαδικασία, στο πλαίσιο πολύπλοκων υποθέσεων, όπως είναι και η υπόθεση στην οποία εμπλέκεται ο κ. Παπαφυλακτού, η ποινική δίωξη ασκείται σε δύο στάδια:
· Το πρώτο στάδιο διεξάγεται από ανακριτή, ο οποίος είναι ανεξάρτητος δικαστής, μέσω δικαστικών ερευνών, αναζήτησης του εμπλεκόμενου προσώπου, έκδοσης εντάλματος σύλληψης εφόσον ο εμπλεκόμενος βρίσκεται στο εξωτερικό, με σκοπό τη λήψη κατάθεσης απ’ αυτόν και, κατά το πέρας της ανάκρισής, να του απαγγελθούν κατηγορίες. Το καθεστώς του κατηγορουμένου του παρέχει ειδικά δικαιώματα που τον προστατεύουν από κάθε αβάσιμη δίωξη. Συνεπώς, η προανάκριση αποτελεί ήδη ποινική δίωξη εις βάρος του προσώπου κατά του οποίου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης. Ως εκ τούτου ο κ. Παπαφυλακτού μπορεί να ανακριθεί μόνον από ανακριτή και όχι από την αστυνομία και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο περιοριστικών μέτρων, όπως η προσωρινή κράτηση ή ο δικαστικός έλεγχος. Συνεπώς, ο κ. Παπαφυλακτού βρίσκεται πράγματι στο στόχαστρο των ερευνών και είναι αντιμέτωπος με δίωξη στο πλαίσιο της εν εξελίξει ανακριτικής διαδικασίας στη Γαλλία.
· Σε δεύτερο στάδιο μετά την ολοκλήρωση της ανάκρισης, ο ανακριτής αποφασίζει αν θα διατηρήσει ή όχι τη δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου, εν προκειμένω του κ. Παπαφυλακτού. Σε περίπτωση που διατηρήσει τη δίωξη, θα δικαστεί από το δικαστήριο. Θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι οποιοδήποτε πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης από ανακριτή μπορεί να παραπεμφθεί ενώπιον δικαστηρίου και να καταδικαστεί ακόμα και αν δεν έχει ποτέ συλληφθεί.
Ως εκ τούτου, ποτέ δεν ανέφερε ο Γάλλος δικαστής ότι ο κ. Παπαφυλακτού δεν ήταν στο στόχαστρο των ερευνών στη Γαλλία, πράγμα το οποίο δεν μπορούσαν να μην γνωρίζουν οι Γάλλοι δικηγόροι. Το ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε στο πλαίσιο ποινικής δίωξης εις βάρος του κ. Παπαφυλακτού και ήταν ο μόνος τρόπος που είχαν στη διάθεσή τους οι Γάλλοι δικαστές για να διασφαλίσουν ότι με την παράδοσή του θα τεθεί στη διάθεση της δικαιοσύνης. Σε αντίθεση με τα όσα αναφέρονται, το ένταλμα σύλληψης αρκεί από μόνο του για να αποδείξει ότι ο κ. Παπαφυλακτού βρίσκεται στο στόχαστρο των ερευνών που διεξάγονται από τους Γάλλους δικαστές».
Αισθανόμαστε την ανάγκη να διευκρινίσουμε, όπως και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Φιλίππου (ανωτέρω), ότι σε κάποιες χώρες του Ηπειρωτικού Δικαίου, από τυπικής πλευράς προηγείται η άσκηση ποινικής δίωξης, ακολουθεί η ανάκριση και στην πορεία αποφασίζεται η παραπομπή ή όχι ενώπιον Δικαστηρίου ουσίας, εν τη εννοία που εξηγήσαμε προηγουμένως. Αυτό, κατά την κρίση μας, είναι το νόημα του πρώτου σταδίου, το οποίο περιγράφουν στην επιστολή ημερ. 10.12.25 οι Γαλλικές Αρχές και ειδικά το νόημα της φράσης «η προανάκριση αποτελεί ήδη ποινική δίωξη». Αυτή η προανάκριση διεξάγεται από ανεξάρτητο Δικαστή, ο οποίος, μετά το πέρας της, ουσιαστικά θα αποφασίσει την παραπομπή ή όχι ενώπιον Δικαστηρίου ουσίας για απόφανση επί του ζητήματος ενοχής ή όχι, στη βάση της κατηγορίας. Η απάντηση των Γαλλικών Αρχών ημερ. 10.12.25 επηρέασε καθοριστικά και θεωρούμε ορθώς, την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο ικανοποιήθηκε ότι το ΕΕΣ είχε εκδοθεί για σκοπούς άσκησης ποινικής δίωξης.
Κρίνουμε, παρά την αντίθετη εισήγηση του δικηγόρου του Εφεσείοντος, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς άντλησε καθοδήγηση από την υπόθεση Αναφορικά με τον Ghebali (ανωτέρω), η οποία είναι ουσιαστικής σημασίας ως προς τη διασταλτική ερμηνεία του όρου «ποινική δίωξη» στο Άρθρο 3 του Νόμου. Παραθέτουμε απόσπασμα:
«Από το ενώπιον του Δικαστηρίου επίδικο ευρωπαϊκό ένταλμα, σημασία έχει η αναφορά «for the purpose of conducting a criminal prosecution”.
Εκείνο δε περαιτέρω που προέκυπτε από τα ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου δεδομένα είναι πως η υπόθεση εναντίον του εφεσείοντα δεν βρισκόταν στο αρχικό στάδιο διερεύνησης. Είχαν ήδη ληφθεί οι καταθέσεις από τους παραπονούμενους που κατονομάζουν τον εφεσείοντα ως το πρόσωπο που τους ξεγέλασε. Όπως παρατηρεί δε και το πρωτόδικο δικαστήριο, η υπόθεση δεν αφορά πλέον το στάδιο που θα πρέπει να υποβληθούν ερωτήσεις στον εκζητούμενο για να διαφανεί αν αυτός θα καταταχθεί ως ύποπτος, αλλά είναι το στάδιο όπου καθηκόντως πρέπει να ανακριθεί και ακολούθως να διαταχθεί η ποινική του δίωξη, εάν τούτο κριθεί αναγκαίο στη βάση των αποτελεσμάτων της ανάκρισης, όπως συνέβη στην υπόθεση Βalzaz Aztastos v. The Szellsord Court, Hungary (2010) EWHC237.
……….................................................................................................... Το γεγονός ότι υπήρξε προβληματισμός αρχικά σε σχέση με το λόγο που ζητείτο για παράδοση ο εφεσείων και ο προβληματισμός αυτός, οδήγησε το Δικαστήριο με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων, σε υποβολή διευκρινιστικού ερωτήματος προς τις Γαλλικές Αρχές, δεν αλλοιώνει τα πράγματα, αφού εντέλει οι διευκρινίσεις που δόθηκαν συνάδουν με το περιεχόμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αλλά και με το άρθρο 3 του Ν.133(Ι)/2004, του ως άνω Νόμου. Πρόκειται για μια διαδικασία προερχόμενη από δικαστική αρχή που οδηγεί σε ποινική δίωξη.
Θα ήταν μικροσκοπικό και εκτός της έννοιας της αρχής της αλληλεγγύης που διέπει την ευρωπαϊκή ενότητα να σταθούμε σε επιμέρους έννοιες και λεπτομέρειες που αφορούν τη διαδικασία στη Γαλλία (βλ. Reinwald ν. Γεν. Εισαγγελέας Πολ. έφ. αρ.42/19, 23.4.2020). Τέτοια πορεία θα ήταν ατελέσφορη.
………....................................................................................................Το ότι εντέλει μπορεί η δίωξη να μη συντελεστεί δεν αλλάζει τη βασική αρχή ότι ο σκοπός του εντάλματος είναι η ποινική δίωξη. Αυτό προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς από την υπόθεση του ΔΕE στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-566/19 PPU και C626/19 PPU 12.12.2019 από την οποία μεταφέρουμε τις σκέψεις 69 και 70: «… στη γαλλική έννομη τάξη, η απόφαση περί εκδόσεως μπορεί ως διαδικαστική πράξη να προσβληθεί ενόσω διαρκεί η ανακριτική διαδικασία και αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται εις βάρος προσώπου το οποίο δεν είναι ακόμη διάδικος, το πρόσωπο αυτό μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο μετά την παράδοση του και την προσαγωγή του ενώπιον του ανακριτή. Η ύπαρξη, στη γαλλική έννομη τάξη, τέτοιων δικονομικών κανόνων καταδεικνύει, επομένως, ότι ο αναλογικός χαρακτήρας της αποφάσεως της εισαγγελικής αρχής να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενου δικαστικού ελέγχου, ακόμη και σχεδόν ταυτόχρονα με την έκδοση του και, εν πάση περιπτώσει, μετά την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και, επομένως, ο έλεγχος αυτός μπορεί να πραγματοποιηθεί, κατά περίπτωση, πριν ή μετά την παράδοση του εκζητουμένου».
(Βλ. επίσης το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης του Μουζάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, ειδικά σελ.492 κ.επ.)».
Συμφωνούμε με την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο, στη βάση του μαρτυρικού υλικού, ορθώς έκρινε ότι ο Εφεσείων ζητείται για σκοπούς ποινικής δίωξης. Η επίδικη διαδικασία προέρχετο από Δικαστική Αρχή και η διαδικασία αυτή οδηγεί σε ποινική δίωξη. Όπως δε επαναλήφθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Φιλίππου (ανωτέρω) «Το ότι εν τέλει δυνατόν η δίωξη να μην συντελεστεί δεν αλλάζει ούτε αναιρεί ούτε καταργεί το υφιστάμενο δεδομένο ότι σκοπός του ΕΕΣ είναι η ποινική δίωξη».
Συνακόλουθα, οι λόγοι έφεσης 1 και 2 κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης ο Εφεσείων προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να αρνηθεί την έκδοση του στη Γαλλία, καθότι υπάρχει «καταλληλότερο forum εκδίκασης», στη βάση των όσων προβλέπει το Άρθρο 14(1)(στ) του Νόμου, το οποίο έχει ως εξής:
«Λόγοι προαιρετικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης
14.-(1) Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις:
…...……………………………………………………………………………………….
στ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία: (i) θεωρείται κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ή (ii) τελέστηκε εκτός του εδάφους του Κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους δεν επιτρέπεται η δίωξη για την ίδια αξιόποινη πράξη που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας».
Ήταν συναφώς εισήγηση του δικηγόρου του Εφεσείοντος ότι η Κύπρος έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τα αδικήματα, τα οποία κατ’ ισχυρισμόν διαπράχθηκαν με ηλεκτρονικά ή διαδικτυακά μέσα και τα οποία διαπράχθηκαν ταυτόχρονα σε δύο ή περισσότερες χώρες. Επομένως, σύμφωνα με το επιχείρημα, υφίσταται συντρέχουσα δικαιοδοσία, παραπέμποντας στο Άρθρο 5 του Ποινικού Κώδικος, Κεφ. 154. Η δικαιοδοσία στην οποία έχουν διαδραματιστεί τα όποια γεγονότα περιβάλλουν τις έρευνες είναι εντός της Δημοκρατίας, όχι μόνο σε σχέση με τον Εφεσείοντα αλλά και σε σχέση με τα υπόλοιπα άτομα. Περαιτέρω, τα τεκμήρια που αφορούν στην υπόθεση βρίσκονται στην Κύπρο. Υπέδειξε, επίσης, ότι ο Εφεσείων είναι Κύπριος πολίτης με ισχυρές προσωπικές σχέσεις με την Κύπρο και οικεία του πρόσωπα, οι δε συνέπειες από τυχόν παράδοση του, προσωπικές και οικονομικές, θα είναι δυσβάστακτες. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέως, η οποία εισηγήθηκε ότι δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε λόγος μη εκτέλεσης του ΕΕΣ.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, μετά από λεπτομερή ανάλυση της μαρτυρίας και των γεγονότων που περιγράφονται στο ΕΕΣ, σημείωσε ότι οι κατ’ ισχυρισμόν αξιόποινες πράξεις τελέστηκαν από τον Εφεσείοντα από κοινού και σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα, με τη χρήση περίπλοκων εταιρικών δομών και εφαρμογών, ενώ δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι υπάρχουν παραπονούμενοι στην Κύπρο. Ούτε και προσκομίστηκε μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι διερευνούσαν την υπόθεση στην Κύπρο. Τα δε τεκμήρια τα οποία παραλήφθηκαν βάσει των ευρωπαϊκών εντολών έρευνας, θα πρέπει, σύμφωνα με τον περί της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Ν.181(Ι)/17, να επιστραφούν στη Γαλλία. Αφού ανέφερε ότι οι προσωπικές περιστάσεις του Εφεσείοντος, δεν μπορούσαν να υπερφαλαγγίσουν το δημόσιο συμφέρον που είναι η καταστολή του εγκλήματος, ούτε και τον σκοπό των διαδικασιών τέτοιας φύσεως, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν είχε ικανοποιηθεί ότι η θέση περί εν μέρει διάπραξης των κατ’ ισχυρισμόν αδικημάτων στη Δημοκρατία αποτελούσε λόγο μη εκτέλεσης του ΕΕΣ.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, άντλησε καθοδήγηση από την D.N.X. ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. Αρ. 6/22, ημερ. 7.6.22, όπου αποφασίστηκαν τα εξής:
«Η εισήγηση για προαιρετική μη εκτέλεση του ΕΕΣ έγινε πρωτοδίκως στη βάση του παραδεκτού γεγονότος ότι το αδίκημα τελέστηκε εν μέρει στην Κύπρο και ότι μέρος της μαρτυρίας βρίσκεται στην Κύπρο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο με περισσή επιμέλεια ασχολήθηκε με την εισήγηση. Σημείωσε - ορθά - πως η ύπαρξη μαρτυρικού υλικού στη χώρα εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ. δεν αποτελεί λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης. Εκείνο που αποτελεί τέτοιο λόγο είναι η εν μέρει τέλεση του αδικήματος στην Κύπρο.
……………………………………………………………………………………………
Ισχύουν πλήρως αυτά που είχαμε αναφέρει σε παρόμοια εισήγηση στη Dumitry v. Δημοκρατίας, Πολ.΄Εφ.300/21, 8.12.2021, ECLI:CY:AD:2021:A564, ECLI:CY:AD:2021:A564:
«Η θέση ότι τα αδικήματα, εκτός της Ρουμανίας, διαπράχθησαν και στην Κύπρο, δεν είναι γεγονός που μπορεί να δικαιολογήσει άρνηση εκτέλεσης του Εντάλματος (βλ. Joannides v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Εφ. 226/2017, 5.10.2017), ECLI:CY:AD:2017:A337, ECLI:CY:AD:2017:A337. ΄Αλλωστε λεπτομερή περιγραφή των γεγονότων της υπόθεσης ο εφεσείων θα έχει, όταν θα έχει πλήρη πρόσβαση στην όλη δικογραφία. Όπως αναφέρεται πρωτοδίκως οι αξιόποινες πράξεις τελέστηκαν από κοινού και σε συνεργασία εγκληματικών ομάδων που δρούσαν παράλληλα στην Κύπρο και στη Ρουμανία. Όπως καταγράφονται τα γεγονότα στο ΕΕΣ και στα συναφή έγγραφα, δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο τόπος τέλεσης των αδικημάτων εκ μέρους του εφεσείοντα είναι αποκλειστικά η Δημοκρατία ή έστω αν οι πράξεις που συνιστούν τη δική του συμμετοχή στη διάπραξη τους φαίνεται να έλαβαν χώρα στην Κύπρο.»
Επεξηγήσαμε την εμβέλεια του Άρθρου14(1)(στ) του Νόμου στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Φιλίππου (ανωτέρω) όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Ξεκινώντας πρώτα από τη δεύτερη περίπτωση, ήτοι την §(ii) του Άρθρου 14(1)(στ), θα πρέπει να λεχθεί απλώς πως για να υφίσταται λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης απαιτείται αθροιστικά, πρώτον, η αξιόποινη πράξη να έχει τελεστεί εκτός Γαλλίας και ταυτόχρονα βάσει της Κυπριακής νομοθεσίας να μην επιτρέπεται η δίωξη για την εν λόγω αξιόποινη πράξη. Ουσιαστικά με αυτή την πρόνοια ο Κύπριος νομοθέτης έδωσε την ευχέρεια στα Κυπριακά Δικαστήρια να δύνανται να αρνηθούν την εκτέλεση ΕΕΣ στην περίπτωση κατά την οποία αφενός το αδίκημα διεπράχθη εκτός της επικράτειας του αιτούντος Κράτους και αφετέρου τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν θα είχαν δικαιοδοσία εκδίκασης της. Ασφαλώς δεν συντρέχει καμμιά από τις προϋποθέσεις αυτές δεδομένου ότι από τη μια πλευρά οι φερόμενες αξιόποινες πράξεις έχουν διαπραχθεί και εντός Γαλλίας και από την άλλη πλευρά τα Κυπριακά Δικαστήρια θα είχαν δικαιοδοσία στη βάση του Άρθρου 5 του Ποινικού Κώδικα («Π.Κ.») και συγκεκριμένα είτε στη βάση του Άρθρου 5(1)(δ) Π.Κ. για αδίκημα σε ξένη χώρα από πολίτη της Δημοκρατίας είτε στη βάση του Άρθρου 5(1)(ε)(v) Π.Κ. για αδίκημα απάτης σε ξένη χώρα από «οποιοδήποτε πρόσωπο» δυνάμει της Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου, η οποία κυρώθηκε από τον Ν.22(ΙΙΙ)/2004 (Άρθρο 10).
Όσον αφορά την πρώτη περίπτωση, δηλαδή την §(i) του Άρθρου 14(1)(στ), για να συνιστά λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης απαιτείται η ύπαρξη Κυπριακού ποινικού νόμου βάσει του οποίου η φερόμενη αξιόποινη πράξη να θεωρείται ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Δημοκρατίας».
Έχουμε μελετήσει με προσοχή τις αιτιάσεις του Εφεσείοντος οι οποίες υποστηρίζουν τον τρίτο λόγο έφεσης, όμως δεν τις ενστερνιζόμαστε. Συμφωνούμε πλήρως με το σκεπτικό και την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο στάθμισε σωστά όλους τους σχετικούς παράγοντες και εφάρμοσε ορθά τη νομολογία. Κατ’ αρχάς επισημαίνουμε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι πράξεις οι οποίες περιγράφονται στο ΕΕΣ τελέστηκαν εν όλω στην Κύπρο, λόγω του ότι στο ΕΕΣ αναφέρεται αριθμός Γαλλικών πόλεων και τόπων διάπραξης των αδικημάτων, αλλά και άλλων χωρών. Επιπρόσθετα, ενόψει του ότι πρόκειται περί διαδικτυακών απατών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τελέστηκαν εν μέρει στη Δημοκρατία, με μόνη τη θέση των Γαλλικών Αρχών για την παρουσία του Εφεσείοντος στη Δημοκρατία. Το δε απόσπασμα από την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Φιλίππου (ανωτέρω) είναι απόλυτα σχετικό:
«Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και εάν δυνητικά μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι αξιόποινες πράξεις τελέστηκαν εν μέρει σε έδαφος της Δημοκρατίας επαναλαμβάνουμε ότι θα ετίθετο μόνο λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης και δεν συμφωνούμε ότι η παρούσα θα ήταν κατάλληλη περίπτωση για την άσκηση αυτής της ευχέρειας. Εννοείται ότι η άσκηση μιας τέτοιας ευχέρειας θα είχε ως λόγο και προοπτική την άσκηση ποινικής δίωξης στην Κύπρο, πράγμα το οποίο δεν θα συνιστούσε επιθυμητή επιλογή για μια τέτοιας έκτασης υπόθεση, με πολλούς εμπλεκόμενους, για την οποία ήδη έλαβε πάρα πολλά μέτρα προς την κατεύθυνση δίωξης μια αλλοδαπή Δικαστική Αρχή».
Ως εκ των ανωτέρω, ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Με τον πέμπτο λόγο έφεσης ο Εφεσείων παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο και αντίθετα από την ενώπιον του μαρτυρία έκρινε ότι δεν υπήρξε κατάχρηση της διαδικασίας από τις Γαλλικές Αρχές. Στην αιτιολογία αυτού, προέβαλε τη θέση ότι ενώ το Δικαστήριο είχε ενώπιον του, μέσω της γραπτής αγόρευσης του, νομολογία η οποία καταδεικνύει πως τα Δικαστήρια κέκτηνται σύμφυτης εξουσίας ή καθήκοντος να ανακόπτουν διαδικασίες έκδοσης προσώπων ή εκτέλεσης ΕΕΣ λόγω κατάχρησης διαδικασίας, τις οποίες το Δικαστήριο παρέθεσε στην απόφαση του, στη συνέχεια δεν τις εφάρμοσε εφόσον κατέληξε ότι δεν εδύνατο να εξετάσει το θέμα της κατάχρησης εφόσον αυτό εξέφευγε του πλαισίου και του σκοπού του Νόμου.
Εστίασε, στη συνέχεια, στη θέση ότι η μαρτυρία και τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δικαιολογούσαν εύρημα περί κατάχρησης, λόγω της άρνησης των Γαλλικών Αρχών να αναγνωρίσουν το δικαίωμα του να διορίσει δικηγόρο με την πρόφαση ότι θα μπορούσε να διορίσει δικηγόρο όταν παραδοθεί στη Γαλλία, και ότι σε εκείνο το στάδιο δεν ήταν υπό διερεύνηση. Αυτή η στάση των Γαλλικών Αρχών, συνεχίζει το επιχείρημα, παραβιάζει το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, το Άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και το Άρθρο 10.4 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2013/48/ΕΕ το οποίο προνοεί ότι πρόσωπο που συλλαμβάνεται δυνάμει ΕΕΣ, δικαιούται να διορίσει δικηγόρο. Το γεγονός ότι οι Γαλλικές Αρχές δίδουν άλλες διευκρινίσεις στους δικηγόρους του και άλλες στο Δικαστήριο, σε συνάρτηση με την άρνηση αναγνώρισης του δικαιώματος πρόσβασης σε δικηγόρο, ενώ γίνεται λόγος για ποινική δίωξη, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Προεκτείνοντας το επιχείρημα του, ο Εφεσείων υποστήριξε ότι κατάχρηση μπορεί να προκύψει, σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, και στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει κακοβουλία από τη δικαστική αρχή έκδοσης, και σε αυτήν την κατηγορία θα μπορούσε να ενταχθεί η υπό κρίση υπόθεση. Επεξηγώντας τη θέση αυτή, υπενθύμισε ότι η βάση για την έκδοση ΕΕΣ και εθνικού εντάλματος εναντίον του Εφεσείοντος ήταν η πεποίθηση των Γαλλικών Αρχών ότι αυτός ήταν οικονομικός διευθυντής της εταιρείας Bluemedia Ltd. Ο Εφεσείων όμως έδωσε μαρτυρία σύμφωνα με την οποία ουδέποτε εργάστηκε στην εν λόγω εταιρεία και η μαρτυρία του αυτή έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο.
Εν πρώτοις θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι βάσει του Άρθρου 10.4 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ όντως αναγνωρίζεται το δικαίωμα του εκζητούμενου να ορίσει δικηγόρο στο κράτος έκδοσης. Ο ρόλος του εν λόγω δικηγόρου είναι να βοηθά τον δικηγόρο στο κράτος μέλος εκτέλεσης με την παροχή πληροφοριών και συμβουλών «… ώστε ο εκζητούμενος να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα του δυνάμει της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ».
Στην παρούσα περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι ο Εφεσείων διόρισε δικηγόρους στη Γαλλία. Το παράπονο το οποίο εκφράζεται, δια του πέμπτου λόγου έφεσης, είναι ότι το κράτος έκδοσης, η Γαλλία «αρνήθηκε να αναγνωρίσει διορισμό». Ο Εφεσείων στηρίζεται επί τούτου στην απάντηση των Γαλλικών Αρχών προς τους δικηγόρους του στη Γαλλία, ήτοι στο Τεκμήριο 22Α.
Η εντύπωση την οποία εμείς σχηματίζουμε από το Τεκμήριο 22Α είναι ότι οι Γαλλικές Αρχές αναφερόμενες στη γαλλική θεσμοθετημένη διαδικασία ενώπιον τους, αρνήθηκαν συνάντηση μέχρι την επέλευση του συγκεκριμένου δικονομικού σταδίου («… δεν έχετε διοριστεί επίσημα. Ως εκ τούτου, δεν έχουμε κανένα λόγο να συναντηθούμε μαζί σας πριν ο κ. Παπαφυλακτού μεταφερθεί σε εμάς … »). Εξ ου και αναφέρονταν στο δικαίωμα που θα είχαν τότε οι δικηγόροι να υποβάλουν παρατηρήσεις προς υπεράσπιση. Προφανώς η παραπομπή ήταν σε πρόνοιες της γαλλικής ποινικής δικονομίας και αυτό επιβεβαιώνεται από τις μεταγενέστερες διευκρινίσεις ημερ. 10.12.25, όπου οι Γαλλικές Αρχές ανέφεραν σε σχέση με την πιο πάνω αρχική δήλωση ότι: «Σκοπός της εν λόγω αλληλογραφίας ήταν να υπενθυμίσει στους εν λόγω δικηγόρους ότι, σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο, δεν μπορούν σε αυτό το στάδιο να εκπροσωπήσουν νομίμως τον κ. Παπαφυλακτού. Κατά συνέπεια, δεν έχουμε κανένα λόγο ούτε κανένα δικαίωμα να τους δεχθούμε ή να τους δώσουμε την παραμικρή πληροφορία σχετικά με την υπόθεση. Μόνον ο κ. Παπαφυλακτού θα μπορεί να μας αναφέρει προσωπικά, όταν τον συναντήσουμε, ποιον επιθυμεί να διορίσει ως δικηγόρο, και τότε μόνον ο συγκεκριμένος δικηγόρος θα κληθεί να εκπροσωπήσει τον κ. Παπαφυλακτού …».
Σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-209/22 AB, ημερ. 7.9.23, σε τέτοιες περιπτώσεις το ουσιώδες είναι «… στο πλαίσιο της ποινικής δίκης, ο δικαστής της ουσίας είναι σε θέση να εξακριβώσει εάν έγιναν σεβαστά τα δικαιώματα του ενδιαφερομένου που απορρέουν από τις Οδηγίες 2012/13 και 2013/48». Μάλιστα η αρχή της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου επιβάλλει στον εθνικό δικαστή της ουσίας, εν ανάγκη, να μην εφαρμόσει κάθε εθνική ρύθμιση η οποία θα ήταν αντίθετη προς τις πρόνοιες των πιο πάνω οδηγιών (βλ. Σκέψεις 55 έως 60). Η κυπριακή νομολογία εναρμονίζεται με τα προαναφερθέντα επί του θέματος αυτού.
Σχετικά με ανάλογο θέμα, στην Spiriev Leonid – Ivanov ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2014) 1 Α.Α.Δ. 937, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Παραπονείται ο Εφεσείων με τον τέταρτο λόγο έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε πως δεν μπορεί να ελέγξει κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας, που, κατ' ισχυρισμό, έλαβε χώρα από τις ιταλικές αρχές. Συγκεκριμένα, είχε εισηγηθεί πρωτόδικα ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντα ότι οι ιταλικές αρχές δεν επιθυμούν την έκδοση και παράδοση του εκζητούμενου προς δίωξή του για τα υπό αναφορά αδικήματα, αλλά προκειμένου να λάβουν από αυτόν μαρτυρία σε σχέση με τη διερεύνηση των εν λόγω αδικημάτων.
Ορθά απεφάνθη το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι το εξεταζόμενο ζήτημα εκφεύγει των πλαισίων και του σκοπού της όλης διαδικασίας, όπως ο Νόμος προβλέπει και έχει νομολογιακά οριοθετηθεί. Το υπό αναφορά θέμα αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες αρμόδιες για την εξέτασή του στη βάση των ουσιαστικών και δικονομικών ιταλικών κανόνων δικαίου».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το κατά πόσο η στάση των Γαλλικών Αρχών συνιστά κατάχρηση είναι θέμα που εκφεύγει των πλαισίων του Νόμου και ότι πρόκειται κατ’ εξοχήν για έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες αρμόδιες για την εξέταση, στη βάση των κανόνων του εσωτερικού του δικαίου. Πρόσθεσε, περαιτέρω, ότι δεν είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία με την οποία να προκύπτει ότι το ΕΣΣ εκδόθηκε, είτε για να εξυπηρετηθεί κάποιος αλλότριος σκοπός, είτε αποσκοπώντας σε ταλαιπωρία και ότι ούτε τέθηκε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του Εφεσείοντος για δίκαιη δίκη. Τέλος, το Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντος περί κατάχρησης με το ακόλουθο σκεπτικό:
«Ως προκύπτει, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσα στο πλαίσιο της παρούσας, ο εκζητούμενος έχει διορίσει δικηγόρο στην Κύπρο, ως είναι δικαίωμά του, ενώ έχει διορίσει δικηγόρους στη Γαλλία, οι οποίοι φαίνεται να διαβουλεύονται με τους δικηγόρους του στην Κύπρο.
Ως εκ τούτου, διαπιστώνω ότι για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ο εκζητούμενος έχει ασκήσει το δικαίωμά του σε δικηγόρο, κατά τα διαλαμβανόμενα του Ν.133(Ι)/2004 και της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ, η οποία, σύμφωνα με το αρ. 1, θεσπίζει ελάχιστους κανόνες σχετικά με τα δικαιώματα των υπόπτων και κατηγορουμένων στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και των προσώπων που υπάγονται στη διαδικασία της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ («διαδικασία εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης»), όσον αφορά στην πρόσβαση σε δικηγόρο, την ενημέρωση τρίτου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας και την επικοινωνία με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας».
Συμφωνούμε με την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντος περί κατάχρησης. Η απόφαση του Δικαστηρίου ότι η εξέταση του ζητήματος της ισχυριζόμενης κατάχρησης της διαδικασίας από τις Γαλλικές Αρχές ήταν κατ’ εξοχήν έργο της χώρας η οποία επεδίωκε την έκδοση, δηλαδή της Γαλλίας, ήταν απόλυτα συμβατή με τη νομολογία. Έπεται πως και ο ισχυρισμός του Εφεσείοντος ότι η κατάχρηση συνδέεται και με την απάντηση των Γαλλικών Αρχών προς τους Γάλλους δικηγόρους ότι δεν αναγνώριζαν τον διορισμό τους στο στάδιο εκείνο είναι ζήτημα που εκφεύγει του πλαισίου του Νόμου και αφορά ζήτημα της αρμοδιότητας των δικαστικών αρχών της Γαλλίας, η οποία επιδιώκει την έκδοση.
Ως εκ των ανωτέρω, ο πέμπτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Κατάληξη
Στη βάση των πιο πάνω, η έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Διατάσσεται όπως ακολουθηθούν οι πρόνοιες του Άρθρου 29(1) του Ν.133(Ι)/04 για την παράδοση του Εφεσείοντος το αργότερο εντός 10 ημερών από σήμερα.
Ο Εφεσείων, στο μεταξύ, να παραμείνει υπό κράτηση.
Δίδονται οδηγίες στην αρμόδια Πρωτοκολλητή του Εφετείου όπως κοινοποιήσει αμελλητί στη Δικαστική Αρχή έκδοσης του ΕΕΣ την παρούσα απόφαση επί του ΕΕΣ.
Σημειώνεται η δέσμευση και εγγύηση των Γαλλικών Αρχών, στο Τεκμήριο 11, ότι εάν εν τέλει ο Εφεσείων καταδικαστεί και τού επιβληθεί στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας για τις αξιόποινες πράξεις οι οποίες περιγράφονται στο ΕΕΣ, τότε αυτός θα δικαιούται να διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ούτως ώστε να εκτίσει εδώ την ποινή που θα τού επιβληθεί στο Κράτος έκδοσης του ΕΕΣ.
Καμμιά διαταγή για έξοδα.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.
Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο