ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]
13 Φεβρουαρίου 2026
Πολιτική Έφεση Αρ.: 71/2019
(σχ. με 72/2019)
AUTOTECHNICA (CYPRUS) LTD,
Εφεσείοντες,
v.
ΤΑΣΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ,
Εφεσίβλητος.
Πολιτική Έφεση Αρ.: 72/2019
(σχ. με 71/2019)
ΤΑΣΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ,
Εφεσείοντας,
v.
1. EIAD FATOUCH,
2. AUTOTECHNICA (CYPRUS) LTD,
Εφεσίβλητοι.
___________________
Κ. Δημητριάδης για Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε., για τους εφεσείοντες στην 71/2019 και εφεσίβλητους αρ. 2 στην 72/2019.
Α. Αλεξάνδρου, για τον εφεσίβλητο στην 71/2019 και εφεσείοντα στην 72/2019.
Στ. Ερωτοκρίτου (κα) για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου Δ.Ε.Π.Ε., για τον εφεσίβλητο αρ. 1 στην 72/2019.
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Οι παρούσες εφέσεις στρέφονται εναντίον πρωτόδικης απόφασης με την οποία, στο πλαίσιο αγωγής, επιδικάστηκε προς όφελος του εφεσίβλητου (ως ενάγοντα) στην έφεση 71/2019 (εφεσείοντα στην 72/2019), στη βάση τροχαίου δυστυχήματος στο οποίο αυτός ενεπλάκη, το ποσό των €84.000,00, (από €120.000,00 επί πλήρους ευθύνης) ως γενικές αποζημιώσεις (αφαιρουμένου ποσοστού 30% για το οποίο αυτός κρίθηκε υπεύθυνος συντρέχουσας αμέλειας), πλέον τόκους και έξοδα εναντίον των εφεσίβλητων 1 και 2 στην έφεση 72/2019 (εναγομένων 1 και 2 αντίστοιχα, στην αγωγή που ο εφεσίβλητος καταχώρισε, ως ενάγοντας).
Ως διαφαίνεται από το περιεχόμενο των δύο εφέσεων, οι οποίες ακούστηκαν μαζί, και οι δύο πλευρές, στην αγωγή, διαφωνούν με το αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Με την έφεση 71/2019, οι εφεσείοντες (εναγόμενοι 2 στην αγωγή) προβάλλουν οκτώ (8) λόγους έφεσης. Ειδικότερα, ότι «Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα κρίνει τον Ενάγοντα αξιόπιστο ως προς την υπόδειξη του Χ1 ως σημείου συγκρούσεως και ως προς τον τρόπον συγκρούσεως και λανθασμένα δεν απέρριψε ολόκληρη την μαρτυρία του Ενάγοντα ως αναξιόπιστη και κατ’ επέκταση την αγωγή» (πρώτος λόγος έφεσης), ότι «Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα κρίνει την μαρτυρία του Μ.Ε.2 Πάμπου Αναστάση (εξεταστή του ατυχήματος) αξιόπιστη και λανθασμένα θεωρεί ουσιαστικές αντιφάσεις ως μικροαντιφάσεις» (δεύτερος λόγος έφεσης), ότι «Το εύρημα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η σύγκρουση έγινε στο σημείο Χ1 είναι λανθασμένο και αντίθετο με την μαρτυρία» (τρίτος λόγος έφεσης), ότι «Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα καταλόγισε ευθύνη στον Εναγόμενο 1 κατά 70%» (τέταρτος λόγος έφεσης), ότι «Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα επιδίκασε επί πλήρους ευθύνης το ποσό των €120.000,00 ως γενικές αποζημιώσεις» (πέμπτος λόγος έφεσης), ότι «Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν αποδέχτηκε ως αξιόπιστη την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Hussan Al Baba, ως εξ ακοής μαρτυρία» (έκτος λόγος έφεσης), ότι «Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δέχτηκε ως αξιόπιστη την μαρτυρία της Μ.Ε.6 Λούλας Χαραλάμπους» (έβδομος λόγος έφεσης), και ότι «Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια αναφορικά με τον νόμιμο τόκο, καθορίζοντας τον υπολογισμό του από 09/09/2007» (όγδοος λόγος έφεσης).
Με την έφεση 72/2019, ο εφεσείοντας (ενάγοντας στην αγωγή) προβάλλει δύο (2) λόγους έφεσης, ήτοι, με τον πρώτο λόγο έφεσης, θεωρεί το ποσό των €120.000,00, επί πλήρους ευθύνης, που καθόρισε το πρωτόδικο Δικαστήριο, για τα τραύματα του, ως γενικές αποζημιώσεις, δεν είναι ικανοποιητικό και, με τον δεύτερο λόγο έφεσης ότι λανθασμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίνοντας αξιόπιστη τη μαρτυρία – γνώμη του δρα Η. Γεωργίου, ΜΥ6, (προφανώς εκ παραδρομής γίνεται λόγος στην έφεση για ΜΥ5), δεν αποδέχθηκε ότι ο εφεσείοντας, μετά τον τραυματισμό του από το επίδικο τροχαίο ατύχημα, υπέστηκε χρόνια οστεομυελίτιδα, ως μαρτύρησαν οι ΜΕ5, δρας Χ. Καμπούρης, και η ΜΕ9, δρας Ε. Γεωργίου, τη μαρτυρία των οποίων, το πρωτόδικο Δικαστήριο, απέρριψε λανθασμένα.
Τα κυριότερα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αναφορικά με το ζήτημα της ευθύνης, ως προς την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, παρατίθενται αυτούσια, ως προκύπτουν από το κείμενο της εκκαλούμενης απόφασης, και έχουν ως ακολούθως:
«363.2 Η μοτοσυκλέτα την οποία ο ενάγων οδηγούσε και η οποία συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος δεν ήταν εξοπλισμένη με δικό της φωτισμό και ούτε και έφερε οποιοδήποτε άλλο είδος φωτισμού στο μπροστινό της μέρος.
363.3 Ο ενάγων παρά και το γεγονός ότι ήταν νύχτα και απαιτείτο η χρήση φωτών προς ασφαλή οδήγηση οποιουδήποτε οχήματος στο οδικό δίκτυο στο οποίο κυκλοφορούσε με την μοτοσυκλέτα εντούτοις οδηγούσε αυτή δίχως φώτα κατά το χρονικό διάστημα της ελεύθερης διέλευσης της κατά μήκος της οδού Δωδεκανήσου μέχρι και του σημείου της σύγκρουσης της με το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος.
363.4 Ο ενάγων κατά το ίδιο χρονικό διάστημα οδηγούσε κανονικά την μοτοσυκλέτα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του.
363.5 Η οδός Δωδεκανήσου κατά την ημερομηνία της επίδικης σύγκρουσης δεν ήταν μονόδρομος έτσι ώστε να απαγορευόταν η είσοδος και κυκλοφορία σε αυτή την οδό στην κατεύθυνση στην οποία οδηγούσε ο ενάγων την μοτοσυκλέτα και έτσι ώστε να επιτρέπεται η είσοδος εντός αυτής μόνο στην πορεία στην οποία οδηγούσε το αυτοκίνητο ο εναγόμενος μετά και από στροφή δεξιά από την οδό Αλεξάνδρου Παπάγου και είσοδο εντός της παρόδου της οδού Δωδεκανήσου.
363.6 Tο αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος εισήλθε από την οδό Αλεξάνδρου Παπάγου εντός της οδού Δωδεκανήσου εντός της αριστερής λωρίδας της οδού Δωδεκανήσου σύμφωνα με την πορεία της μοτοσυκλέτας την οποία οδηγούσε ο ενάγων δίχως προηγουμένως ο εναγόμενος να ασκήσει οποιοδήποτε έλεγχο ως προς την ύπαρξη τροχαίας κίνησης επί αυτής ανακόπτοντας με αυτό τον τρόπο την νόμιμη, τουλάχιστον υπό την έννοια της τήρησης της ορθής λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Δωδεκανήσου, πορεία της μοτοσυκλέτας και ως αποτέλεσμα συγκρούστηκε με αυτή στο σημείο το οποίο υπέδειξε ο ενάγων όπως αυτό σημειώνεται επί του τεκμηρίου 7.
363.7 Κατά το χρονικό σημείο της επίδικης σύγκρουσης υπήρχε επαρκής οδικός φωτισμός στη συμβολή της οδού Δωδεκανήσου και της οδού Αλεξάνδρου Παπάγου.
363.8 Ο εναγόμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με τη συγκατάθεση και σύμφωνα με τις οδηγίες υπαλλήλου της εναγόμενης εταιρείας εντός του πλαισίου συνεργασίας η οποία υπήρχε μεταξύ της εναγόμενης και της εργοδότριας εταιρείας του εναγόμενου S.P.L.S. Trading Co. Ltd. για πλύσιμο των αυτοκινήτων ιδιοκτησίας της εναγόμενης.»
Λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου των λόγων έφεσης, κρίνουμε ότι επιβάλλεται η διαβάθμιση προτεραιότητας στην εξέταση τους, καθώς και η συνεξέταση κάποιων εξ αυτών, λόγω της συνάφειας τους. Θεωρούμε, δε, πως τα ζητήματα της αξιολόγησης της μαρτυρίας, που εγείρονται στην έφεση 71/2019, με τους λόγους 1, 2, 6 και 7, αλλά και στην έφεση 72/2019, με τον λόγο 2, χρήζουν εξέτασης κατά προτεραιότητα, αφού, αν οι προειρημένοι λόγοι έφεσης κριθούν βάσιμοι, με βεβαιότητα, θα επηρεαστεί, καθοριστικά, το αποτέλεσμα και η έκβαση των υπόλοιπων λόγων έφεσης και των δύο εφέσεων.
Είναι χρήσιμο να υπομνήσουμε ότι οι μάρτυρες, των οποίων η αξιολόγηση σχετίζεται με τους προαναφερόμενους λόγους έφεσης, αφορούν σε δύο κεφαλαιώδη ζητήματα. Πρώτον, στο ζήτημα της ευθύνης και, δεύτερον, στο ζήτημα των αποζημιώσεων. Καθίσταται, συνεπώς, αντιληπτή η σπουδαιότητα της αξιολόγησης των προαναφερόμενων, καθοριστικών, για την υπόθεση, μαρτύρων. Και για τα δύο ζητήματα ήταν σχετική, μεταξύ άλλων μαρτυριών, και η μαρτυρία του εφεσείοντα στην έφεση 72/2019 (ενάγοντα ΜΕ1 στην πρωτόδικη διαδικασία).
Για τον σκοπό εξέτασης όλων των λόγων, και των δύο εφέσεων, έχουμε διεξέλθει το περιεχόμενο των δικογράφων, των πρακτικών της δίκης, όλης της μαρτυρίας, των λόγων έφεσης καθώς και τα εκτενή και αναλυτικά περιγράμματα αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων.
Έφεση 71/2019 (πλην του λόγου έφεσης 5 ο οποίος εξετάζεται στην Έφεση 72/2019)
Με τον πρώτο λόγο έφεσης, ο οποίος αφορά στην αξιολόγηση του εφεσίβλητου, ΜΕ1, οι εφεσείοντες θεωρούν πως η μαρτυρία του ήταν εντελώς, και στην ολότητα της, αναξιόπιστη και, ως εκ τούτου, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν μπορούσε να αποδεχθεί μέρος της, κατ’ επιλογήν, ως είναι ο ισχυρισμός, και να καταλήξει στην αποδοχή του μέρους της μαρτυρίας του σ’ ότι αφορά στο σημείο σύγκρουσης.
Κατ΄αρχάς, το όλο ζήτημα, που άπτεται της θέσης των εφεσειόντων, διέπεται, νομολογιακά, από την αρχή ότι τα Δικαστήρια, κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα, δύνανται (βλέπετε υποθέσεις (1) Μιχαήλ v. Αστυνομία (2016) 2 Α.Α.Δ. 293, (2) Ιωάννου v. Κουννίδη (1998) 1 Γ Α.Α.Δ. 215 και (3) Α. Εργοληπτική Εταιρεία Γιαννάκης Γιαννή Συμεού & Υιοί Λτδ v. Σάββα, Πολιτική Έφεση Αρ. 266/2017, ημερομηνίας 02.12.2025) να αποδεχθούν μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψουν ένα άλλο μέρος, αρκεί αυτός ο μάρτυρας να μην κριθεί καθόλα αναξιόπιστος, αλλά, και να δοθούν, βέβαια, εξηγήσεις για την εν λόγω κρίση-επιλογή του Δικαστηρίου. Συνεπώς, ό,τι απομένει, ως αναγκαίο να εξετασθεί, είναι το κατά πόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο λειτούργησε εκτός της εν λόγω νομολογιακής αρχής, ως, ουσιαστικά, ισχυρίζονται οι εφεσείοντες.
Η εξουσία επέμβασης του Εφετείου στο θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας, από τα πρωτόδικα Δικαστήρια, είναι, νομολογιακά, ξεκαθαρισμένη. Στην πρόσφατη απόφαση Χρ. Χ’’Χριστοφή (Αθηαινίτης) Λίμιτεδ v. Technoplastics Limited, Πολιτική Έφεση 278/2019, ημερομηνίας 15.05.2025, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:
«Υπενθυμίζουμε, σ’ αυτό το στάδιο, ότι, όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων είναι έργο κατ’ εξοχήν του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο έχει την ευκαιρία να ακούει τους μάρτυρες και να παρακολουθεί τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Εφετείο, κατά κανόνα, σπάνια επεμβαίνει (βλέπε (1) Μιχαηλίδης v. Οικονομίδη, Πολιτική Έφεση 94/2013, ημερομηνίας 30.06.2022, ECLI:CY:AD:2022:D288, (2) Παρσών v. M&M Decoration Centre Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 161/2015, ημερομηνίας 30.04.2015 και (3) Stark κ.α. v. Marsland κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 233/2019, ημερομηνίας 06.05.2025). Στην υπόθεση Ιωάννου v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 26/2021, ημερομηνίας 28.04.2024, επαναλήφθηκε η αρχή, ως προς την επέμβαση του Εφετείου στο ζήτημα της αξιολόγησης, με το ακόλουθο απόσπασμα:
«Θεωρούμε χρήσιμο να επαναλάβουμε ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ' εξοχήν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Κατά κανόνα, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν αυτά καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα υπό κρίση ευρήματα σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει.»
Στην υπόθεση Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056 υποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
«Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή. Ορθά η πρωτόδικος δικαστής δεν περιόρισε την αξιολόγησή της στην αριθμητική αποτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, αλλά επεκτάθηκε και σε προβληματισμό για την αντικειμενική υφή των εκατέρωθεν θέσεων.»
Προκύπτει, από το κείμενο της εκκαλούμενης απόφασης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε στο σύνολο της τη μαρτυρία του ΜΕ1 (εφεσίβλητου), αλλά μέρος, και, ως περαιτέρω διαφαίνεται, δίδονται κάποιες εξηγήσεις, και για το μέρος της μαρτυρίας του που έγινε αποδεκτό, αλλά, και για το μέρος της μαρτυρίας του που δεν έγινε αποδεκτό. Κατ’ επέκταση, προβάλλει το εύλογο ερώτημα, στο βαθμό που αυτό σχετίζεται με τον πρώτο λόγο έφεσης, αν είναι εύλογες οι εξηγήσεις που το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε, προκειμένου να αποδεχθεί ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΕ1, σ’ ότι αυτή αφορά στην υπόδειξη του σημείου Χ1, ως σημείου σύγκρουσης των δύο εμπλεκόμενων, οχήματος και μοτοσυκλέτας, και τον τρόπο σύγκρουσης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην απόφαση του, προέβη στη σχετική επιλογή-κρίση, με το ακόλουθο σκεπτικό:
Δεδομένης της σταθερότητας του ΜΕ1 επί της υπό συζήτηση μαρτυρίας, αλλά, και της απουσίας αντίθετης αξιόπιστης μαρτυρίας, ως αντίλογου, αφού ο οδηγός του ενεχόμενου οχήματος, εναγόμενος 1 στην αγωγή, δεν μαρτύρησε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν θεωρούμε ότι υπήρξε σφάλμα αρχής ή παραγνώριση ουσιώδους γεγονότος σχετικού με την αποδεκτή αυτή μαρτυρία. Όντως προκύπτει σταθερή θέση του εφεσίβλητου, εξ αρχής, όταν είχε δώσει κατάθεση, Τεκμήριο 4, όπου η θέση του ήταν πως βρισκόταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου, ως η πορεία του, θέση που διατήρησε και κατά τη μαρτυρία του στη δίκη. Το επιχείρημα, των εφεσειόντων, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο για άλλα σημεία της μαρτυρίας του ΜΕ1 προέβη σε χρήση λεκτικού και χαρακτηρισμών του που θα έπρεπε να το οδηγήσει σε συμπέρασμα πως ο ΜΕ1, εφεσίβλητος, ήταν πλήρως αναξιόπιστος, δεν γίνεται αποδεκτό. Πρόκειται για αναφορές, έστω αιχμηρές κάποιες φορές, αιτιολόγησης της μη αποδοχής μεγάλου μέρους της μαρτυρίας του ΜΕ1. Αυτό, όμως, το γεγονός, δεν αλλάζει την ουσία του θέματος, και, συνεπώς, δεν εμπόδιζε το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπό τις δεδομένες περιστάσεις, να αποδεχθεί το μέρος της μαρτυρίας που αποδέχθηκε. Δυστυχώς, τα Δικαστήρια βρίσκονται καθημερινά ενώπιον υποθέσεων όπου μάρτυρες, συχνά, δεν λένε όλη την αλήθεια για διάφορους λόγους, κάποτε δικαιολογημένα, αν οφείλονται στην αδυναμία ανάκλησης ή συγκράτησης, επ’ ακριβώς, των γεγονότων, λόγω της προσωπικότητας και του χαρακτήρα τους, είτε με καθαρή πρόθεση, μεταξύ άλλων, να ωφεληθούν είτε οι ίδιοι είτε άλλα πρόσωπα, διάδικοι. Ως γίνεται αντιληπτό, η πολυετής δικαστική εμπειρία οδήγησε στην πιο πάνω αρχή και πρακτική των Δικαστηρίων, ώστε αυτά να έχουν τη δυνατότητα να αποδέχονται μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, προκειμένου να αποδίδεται δικαιοσύνη στη βάση της μαρτυρίας που κρίνεται, κατά το ανθρωπίνως δυνατόν, αξιόπιστη.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε το ευεργέτημα να παρακολουθήσει τον ΜΕ1, κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, γεγονός που του επέτρεπε να τον αξιολογήσει με ασφάλεια. Δεν βλέπουμε ικανό λόγο για να παρέμβουμε στην πρωτόδικη κρίση, την οποία βρίσκουμε επαρκώς δικαιολογημένη και αιτιολογημένη. Φρονούμε πως το μέρος που έγινε αποδεκτό δεν αφορά σε περιεχόμενο μαρτυρίας το οποίο ήταν, από κάθε άποψη, παρακινδυνευμένο να γίνει αποδεκτό. Άλλωστε, όχι μόνο στο ζήτημα της ευθύνης, αλλά, και στο ζήτημα των γενικών αποζημιώσεων, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξηγεί, πάλι, για ποιους λόγους αποδέχθηκε ή απέρριψε μέρος της μαρτυρίας του εφεσίβλητου, ΜΕ1.
Συνακόλουθα των αμέσως πιο πάνω λεχθέντων, ο λόγος έφεσης 1 κρίνεται αβάσιμος.
Όσον αφορά στον δεύτερο λόγο έφεσης, σχετιζόμενου με την αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΕ2, εξεταστή του επίδικου δυστυχήματος, έχουμε εξετάσει τις αιτιάσεις που παρατίθενται στην αιτιολογία, επί της ειδοποίησης έφεσης, και τις διατηρούμε κατά νου. Κρίνεται χρήσιμο να παραθέσουμε αποσπάσματα από την ενασχόληση, του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με την αξιοπιστία του ΜΕ2, τα οποία, αν και περιέχουν πλατειασμό, είναι διαφωτιστικά της διεργασίας αξιολόγησης, στην οποία προέβη το πρωτόδικο Δικαστήριο, και τα οποία έχουν ως ακολούθως:
«86 Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί πως ο Μ. Ε. 2, στις 9/6/2015, κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου, παραδεχόμενος ότι έλαβε τον Οκτώβρη του 2007 την γραπτή κατάθεση του κατ΄ ισχυρισμό αυτόπτη μάρτυρα, διευκρινίζοντας όμως ότι δεν είχε αναφέρει σε προηγούμενη απάντηση του (προς το τέλος της κύριας εξέτασης του) ότι βασίστηκε πάνω στη μαρτυρία του αυτόπτη μάρτυρα για να κατηγορήσει τον εναγόμενο. Ο οποίος βεβαίως κατηγορήθηκε γραπτώς στις 28/6/2007 (τεκμήριο 15). Αντιθέτως ισχυρίστηκε ότι βασίστηκε στα ευρήματα από τη σκηνή του επίδικου ατυχήματος για να κατηγορήσει τον εναγόμενο γραπτώς στις 28/6/2007 ενώ η κατάθεση του Νίκου Μαρμαρά λήφθηκε στις 16/10/2007. Απλά πρόσθεσε πως η γραπτή κατάθεση του Νίκου Μαρμαρά επιβεβαίωσε την εκδοχή του ενάγοντα. Διευκρίνισε δηλαδή πως υπήρχε λανθασμένη εντύπωση από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου ως προς το ότι είχε πει ότι βασίστηκε πάνω στη μαρτυρία του αυτόπτη μάρτυρα έτσι ώστε να κατηγορήσει τον εναγόμενο. Βεβαίως σε κάποιο βαθμό η απάντηση αυτή αναιρέθηκε, τουλάχιστον μερικώς, με την απάντηση την οποία έδωσε στην αμέσως επόμενη δικάσιμο στις 15/6/2015 (βλ. σχετικά την παράγραφο 81 αυτής της απόφασης). Αναδεικνύεται ουσιαστικά μια μερική αντίφαση στη μαρτυρία του Μ. Ε. 2. Όμως πραγματικά διατηρώντας υπόψη την απάντηση η οποία δόθηκε στις 9/6/2015 (καταγραμμένη στο πρακτικό του Δικαστηρίου από την στενογράφο αμέσως πριν από την αλλαγή της από στενοτυπίστρια) και η οποία αναφέρεται πιο πάνω στην πρώτη πρόταση αυτής της παραγράφου, αυτή η μερική αντίφαση δεν διαπιστώνεται να έχει ιδιαίτερη σημασία. Όσο βεβαίως και να έρχεται σε αντίθεση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο βάσει της οποίας το ίδιο το Δικαστήριο δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη του την εξ ακοής μαρτυρία του Νίκου Μαρμαρά ως αξιόπιστη μαρτυρία. Η απάντηση αυτή δόθηκε σε σχέση με το εξής ερώτημα. Κατά πόσο η εκδοχή του ενάγοντα υποστηριζόταν από κάποια ευρήματα τα οποία είχε βρει στη σκηνή του ατυχήματος. Η απάντηση του παρατίθεται πιο κάτω (βλ. σχετικά την παράγραφο 89 αυτής της απόφασης).
87 Αναφορικά με τη μαρτυρία του Μ. Ε. 2 διαπιστώνεται πως παρά την μακρά και επίμονη αντεξέταση του ο συγκεκριμένος μάρτυρας απαντούσε με τρόπο μετρημένο και σταθερό δίχως σε οποιοδήποτε σημείο της προφορικής κατάθεσης του να χάνει είτε την υπομονή του είτε την αυτοσυγκράτηση του. Κύριο χαρακτηριστικό της προφορικής κατάθεσης του ήταν η κοινή λογική βασισμένη βεβαίως στη μακρόχρονη του πείρα ως εξεταστής τροχαίων ατυχημάτων. Σε καμία περίπτωση δεν διαπίστωσε το Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του αλλά ούτε και μετά από την ολοκλήρωση τόσο αυτής όσο και της υπόλοιπης μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε κατά την εκδίκαση της αγωγής πως ο μάρτυρας αυτός προσπαθούσε να εξυπηρετήσει οποιοδήποτε από τους διάδικους ιδιαίτερα δε τον ενάγοντα. Καθώς κατά την αντεξέταση του βρέθηκε αντιμέτωπος και με καταλογισμό αυτής της κατ΄ ισχυρισμό προκατάληψης.
88 Καταλογίστηκαν επίσης και διάφορες κατ΄ ισχυρισμό παραλείψεις του συγκεκριμένου μάρτυρα ως εξεταστή κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του. Πραγματικά εκτός από ορισμένα σημεία αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο θα ανέμενε περισσότερη μέριμνα εκ μέρους του Μ. Ε. 2, όπως παραδείγματος χάριν η λήψη της κατάθεσης του Μαρμαρά νωρίτερα από όταν αυτή λήφθηκε, δεν διαπιστώνεται πως είναι δυνατό να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι ο μάρτυρας αυτός υπήρξε με οποιοδήποτε τρόπο απρόσεχτος ή ακόμη και αμελής στην αναμενόμενη εκτέλεση των καθηκόντων του πόσο μάλλον και προκατειλημμένος. Παράδειγμα παράλειψης όχι υπό την έννοια της παράλειψης εκτέλεσης καθήκοντος αλλά υπό την έννοια της καθυστέρησης στην εκτέλεση καθήκοντος το οποίο όμως εν τέλει διεκπεραιώθηκε και το οποίο ήδη το Δικαστήριο έχει παρατηρήσει πιο πάνω είναι η καθυστέρηση η οποία διαπιστώθηκε ως προς τη λήψη της γραπτής κατάθεσης του Νίκου Μαρμαρά (βλ. σχετικά την παράγραφο 84 αυτής της απόφασης).
……………………………………………………………………………………………
92 Κρίνεται λογικό δηλαδή ως αποτέλεσμα της επίδικης σύγκρουσης η μοτοσυκλέτα όχι μόνο ως ένα αρκετά μικρότερο αλλά και κατά πολύ ελαφρύτερο όχημα να είχε αρχικά μεταφερθεί για ένα μικρό χρονικό διάστημα και μετά να είχε όχι ακριβώς εκτιναχθεί υπό την έννοια να είχε τιναχτεί μακριά με ορμή αλλά σίγουρα να είχε πεταχτεί ή ουσιαστικά απωθηθεί σε κάποια απόσταση από το σημείο σύγκρουσης. Λογικά δηλαδή θα αναμενόταν ένας βαθμός απομάκρυνσης της μοτοσυκλέτας ως το ελαφρύτερο όχημα από το σημείο σύγκρουσης των δύο ενεχομένων οχημάτων και όχι η ομαλή ουσιαστικά προσγείωση της σε μια ελάχιστη απόσταση 1 έως 2 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης το οποίο υπέδειξε ο εναγόμενος.
93 Πραγματικά επί του συγκεκριμένου θέματος η όλη προσπάθεια του Ευστάθιου Σαμπαζιώτη, ο οποίος κατέθεσε ως Μ. Υ. 7, να υποστηρίξει τη βασιμότητα του σημείου σύγκρουσης το οποίο υπέδειξε ο εναγόμενος κάθε άλλο παρά πείθει το Δικαστήριο ως λογική. Βεβαίως η έλλειψη πειστικότητας αυτού του μέρους της μαρτυρίας του Μ. Υ. 7 προκύπτει και από τη γενικότερη αξιολόγηση όχι απλώς της πειστικότητας του συγκεκριμένου μάρτυρα ως εμπειρογνώμονα αλλά ακόμη και της ίδιας της αξιοπιστίας του ως μάρτυρας.
……………………………………………………………………………………………
99 Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει την αμφισβήτηση ορισμένων μετρήσεων επί του πρόχειρου σχεδίου ή την μεταφορά αυτών στο συμμετρικό σχέδιο κατά την αντεξέταση του Μ. Ε. 2 από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου ή την εισήγηση ως προς την ύπαρξη παραδρομών στον τρόπο με τον οποίο είτε καταγράφηκαν οι σχετικές μετρήσεις ή ακόμη αναφορικά με την ακριβή ή ορθή μεταφορά τους από το πρόχειρο σχέδιο στο συμμετρικό σχέδιο. Όμως πραγματικά δεν διαπιστώνεται πως δεν δόθηκαν επαρκείς και πειστικές εξηγήσεις από τον Μ. Ε. 2 αναφορικά με αυτό το θέμα. Σημασία στο τέλος δεν έχει τόσο η οποιαδήποτε διαφορά ή ακόμη και λανθασμένη μεταφορά από το πρόχειρο σχέδιο προς το συμμετρικό σχέδιο αλλά ο τρόπος με τον οποίο ο Μ. Ε. 2 υποστήριξε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του τις οποιεσδήποτε μετρήσεις ο ίδιος θεώρησε πως αντικατόπτριζαν ορθά τις αποστάσεις τις οποίες είχε σημειώσει. Παραδείγματος χάριν, το ερώτημα το οποίο προέκυψε κατά πόσο συγκεκριμένη απόσταση η οποία σημειώθηκε ήταν 0.30 ή 0.80. Ούτε και σημασία έχει με το κατά πόσο συμφώνησε ο εναγόμενος όταν υπέγραφε το πρόχειρο σχέδιο καθότι αυτή η απόσταση είχε σημειωθεί σε μεταγενέστερο χρόνο, δηλαδή μετά και από την υπόδειξη του σημείου σύγκρουσης από τον ενάγοντα.
101 Επιστρέφοντας όμως στην αντεξέταση του Μ. Ε. 2, ο μάρτυρας αυτός επανέλαβε τη βασική του θέση με αναφορά και πάλι στη ζημιά την οποία είχε υποστεί η μοτοσυκλέτα με συγκεκριμενοποίηση αυτής στο μπροστινό της μέρος, πως δεν θα ανέμενε μετά από τέτοια σφοδρή σύγκρουση αυτή να είχε γίνει στο σημείο σύγκρουσης το οποίο είχε υποδείξει ο εναγόμενος και η μοτοσυκλέτα να είχε παραμείνει στο σημείο στην τελική θέση δηλαδή στην οποία βρέθηκε. Διευκρίνισε τη θέση του ως προς το ότι η επίδικη σύγκρουση έγινε εκεί όπου είχε δείξει ο ενάγων καθώς λόγω της επίδικης σύγκρουσης «υπό γωνία» η μοτοσυκλέτα εκτινάχθηκε ή μπορεί και να μεταφέρθηκε μερικώς και πάνω στο μπροστινό καπό του αυτοκινήτου επιδεικνύοντας και τη ζημιά στην φωτογραφία 8 του τεκμηρίου 9. Καταλογίστηκε τότε στον Μ. Ε. 2 από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου πως άλλαζε την εκδοχή του καθώς προηγουμένως είχε αναφέρει ότι η μοτοσυκλέτα πετάχτηκε ενώ τώρα έλεγε ότι αυτή μεταφέρθηκε στην τελική της θέση. Διευκρίνισε τότε ο Μ. Ε. 2 πως δεν πρόκειται για αλλαγή της εκδοχής του αλλά πως σύμφωνα και με την πείρα του η μοτοσυκλέτα θα πρέπει να μεταφέρθηκε μέχρι κάποιο σημείο και μετά να εκτινάχθηκε στην τελική της θέση.
……………………………………………………………………………………………
104 Ούτε και προκαλεί οποιαδήποτε αμφιβολία στο Δικαστήριο η επικριτική υπενθύμιση από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης προς τον Μ. Ε. 2 ότι αναφέρθηκε σε «.μια ενδιαφέρουσα θεωρία για την μοτοσυκλέτα, ότι έγινε μεταφορά και μετά εκτινάχθηκε.» ενώ στη συνέχεια ερωτήθηκε με «.ποιόν κανόνα φυσικής ή μαθηματικών μπορεί να έγινε αυτό το πράγμα. Ενώ μεταφέρεται να εκτινάχθηκε;». Πραγματικά, με όλο το σεβασμό, το Δικαστήριο θεωρεί ως υπερβολική τη συγκεκριμένη αντιμετώπιση του Μ. Ε. 2 ο οποίος παρά και την εμπαικτική ουσιαστικά αντιμετώπιση του ως μάρτυρας, υπομονετικά και πάλι πολύ λογικά και με απλά λόγια, δίχως οποιαδήποτε αχρείαστη και επιδεικτική αναφορά σε φόρμουλα είτε φυσικής είτε μαθηματικών, εξήγησε πως από τις ζημιές που είχε το αυτοκίνητο φαινόταν ότι η μοτοσυκλέτα σε κάποια φάση είχε ανεβεί πάνω στο μπροστινό καπό του αυτοκινήτου και πως ήταν λογικό να την είχε μεταφέρει μέχρι κάποιο σημείο το αυτοκίνητο εφόσον αυτό κινείτο προς την αριστερή πλευρά σύμφωνα με την κατεύθυνση της μοτοσυκλέτας επί της οδού Δωδεκανήσου και όταν έστριψε το αυτοκίνητο για να εισέλθει εντός της οδού Δωδεκανήσου τότε η μοτοσυκλέτα έπεσε στο σημείο που βρέθηκε. Πολύ πιο χειροπιαστό στοιχείο οι ζημιές πάνω στο αυτοκίνητο παρά η οποιαδήποτε φόρμουλα είτε φυσικής είτε μαθηματικών. Ακολούθησε στη συνέχεια και άλλη υποβολή ως προς το ότι αυτή η ούτω καλούμενη από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης «θεωρία της εκτίναξης» «.δεν μπορεί να ισχύσει, δεν μπορεί να βασιστεί ούτε επιστημονικά ούτε μαθηματικά ούτε λογικά». Ενέμεινε με απόλυτη ηρεμία και σταθερότητα ο Μ. Ε. 2 ότι λογικά μπορεί να στηριχθεί.
……………………………………………………………………………………………
110 Με τον ίδιο τρόπο και πάλι κατά την αντεξέταση του Μ. Ε. 2 από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου, υπήρχε και αναφορά στην απουσία οποιωνδήποτε ιχνών τριβής από το σημείο σύγκρουσης το οποίο υπέδειξε ο ενάγων μέχρι την τελική θέση της μοτοσυκλέτας ουσιαστικά ως αποδεικτικό στοιχείο εναντίον της άποψης του Μ. Ε. 2 αναφορικά με την στιγμιαία μεταφορά της μοτοσυκλέτας προτού αυτή καταλήξει στην τελική της θέση. Εύλογη και πάλι κρίνεται η απάντηση του Μ. Ε. 2 ως προς το ότι δεν θα ανέμενε την ύπαρξη τέτοιων ιχνών τριβής επαναλαμβάνοντας πως η μοτοσυκλέτα μεταφέρθηκε «.εν μέρει στο μπροστινό καπό του αυτοκινήτου ZKLA930 και μετά εκτινάχθηκε στην τελική της θέση». Η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου το ερώτημα ως προς την ύπαρξη ιχνών τριβής ή ουσιαστικά την απουσία αυτών προς αντίκρουση της θέσης του Μ. Ε. 2 θα μπορούσε να είχε περισσότερη υπόσταση εάν η θέση του Μ. Ε. 2 ήταν ότι η μοτοσυκλέτα μετά από την επίδικη σύγκρουση είχε πέσει μπροστά από το αυτοκίνητο του εναγόμενου και είχε σπρωχτεί μέχρι και την τελική της θέση.
……………………………………………………………………………………………
115 Με παρόμοιο τρόπο έγινε και υποβολή από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης θέσης ο οποίος όμως στη συνέχεια παρουσίασε μαρτυρία, αυτή του Μ. Υ. 7, η οποία διέψευδε αυτή τη θέση. Συγκεκριμένα υποβλήθηκε στον Μ. Ε. 2 - αφού πρώτα ερωτήθηκε πως προκλήθηκαν οι ζημιές στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου και ο Μ. Ε. 2 απάντησε πως αυτές προκλήθηκαν από το σώμα του μοτοσυκλετιστή - ότι αυτές προκλήθηκαν από χτύπημα της μοτοσυκλέτας. Απάντησε στη συνέχεια ο Μ. Ε. 2 πως μπορούσε να το αμφισβητήσει εμπειρικά διότι σε τέτοια δυστυχήματα το σώμα του μοτοσυκλετιστή εκτινάσσεται στον μπροστινό ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου με τον οποίο χτυπά. Επικρίθηκε ουσιαστικά η θέση του Μ. Ε. 2 καθότι αυτή ήταν εμπειρική και όχι επιστημονική. Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο κατά πόσο η θέση του Μ. Υ. 7, ο οποίος συμφωνούσε ουσιαστικά επί αυτού του θέματος με τον Μ. Ε. 2 και τον οποίο η εναγόμενη παρουσίασε ως μάρτυρα, ήταν εμπειρική ή επιστημονική; Υπενθυμίζεται απλά πως και ο Μ. Υ. 7 σαφώς ανέφερε, στις 30/1/2017, σε σχέση με την φωτογραφία με αριθμό 1 στη σελίδα 5 της έκθεσης του και τις δικές του σημειώσεις επί αυτής, ότι εντοπίζεται παραμόρφωση «.από χτύπημα με το σώμα του μοτοσικλετιστή, αυτή η περιοχή που έχω μαρκάρει από το καπό του κινητήρα του οχήματος, το ύφος αυτών των παραμορφώσεων δηλώνει πρόσκρουση με αμβλύ αντικείμενο, δηλαδή το σώμα του μοτοσικλετιστή. Δίπλα υπάρχει χτύπημα στο παρμπρίζ με το κεφάλι του μοτοσικλετιστή αντίστοιχο σημείο πιο κάτω υπάρχει μαρκαρισμένη περιοχή του καπό η οποία έχει προέλθει από το χτύπημα της μοτοσυκλέτας με το καπό, με το όχημα». Μάλιστα ο Μ. Υ. 7 διαχώρισε στην φωτογραφία με αριθμό 1 της σελίδας 5 της έκθεσης του την παραμόρφωση η οποία προκλήθηκε στο καπό του αυτοκινήτου από την μοτοσυκλέτα από αυτή η οποία προκλήθηκε από το σώμα του ενάγοντα.
……………………………………………………………………………………………
117 Ούτε βεβαίως και παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από αμφότερους τους εναγόμενους βάσει της οποίας να μπορούσε να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε συμπέρασμα πως ο Μ. Ε. 2 όντως είχε οποιοδήποτε λόγο έτσι ώστε να ήταν προκατειλημμένος υπέρ του ενάγοντα. …
…………………………………………………………………………………………..
123 Πραγματικά το Δικαστήριο με αναφορά στα όσα δεδομένα όντως κατέστησαν γνωστά σε σχέση με το επίδικο τροχαίο ατύχημα θεωρεί πολύ λογική και πειστική την απάντηση του Μ. Ε. 2 σε ερώτηση αναφορικά με το σκεπτικό του σύμφωνα με το οποίο η ορμή του αυτοκινήτου ήταν πολύ μεγαλύτερη. Απάντησε ως εξής. Με αναφορά και πάλι στη θέση του ότι η ορμή είναι το βάρος επί ταχύτητα σίγουρα το αυτοκίνητο έχει πολύ μεγαλύτερη ορμή από μια μοτοσυκλέτα μικρού κυβισμού. Τότε ήταν που ζητήθηκε από τον Μ. Ε. 2 να εξηγήσει με υπολογισμό τη διαφωνία του με συγκεκριμένη υποβολή. Η υποβολή, η οποία παρεμπιπτόντως καθόλου δεν στηρίχθηκε στη συνέχεια με σχετική μαρτυρία προερχόμενη από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου ενώ βεβαίως ούτε και η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης υποστήριξε αυτή την εκδοχή, ήταν η εξής. Ότι δηλαδή το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος «.σχεδόν δεν κινείτουν διότι μόλις είχε στρίψει στο Χ, όχι στο Χ1 και η μοτόρα έτρεχε και έπεσε πάνω του». Βεβαίως ο υπολογισμός ο οποίος έγινε στη συνέχεια βασίστηκε έχοντας υπόψη περίπου το βάρος του αυτοκινήτου με μια δεδομένη ταχύτητα και συγκεκριμένα αυτή των 30 χιλιομέτρων ανά ώρα. Μετά και από τον υπολογισμό του ο Μ. Ε. 2 δήλωσε σαφώς πως τα όσα ανέφερε ήταν υποθετικά καθότι δεν έκανε μετρήσεις. Σύμφωνα όμως με αυτό τον «περίπου» υπολογισμό η μοτοσυκλέτα θα έπρεπε να τρέχει με 180 χιλιόμετρα την ώρα κάτι το οποίο ο ίδιος απέκλειε.
…………………………………………………………………………………………..
126 Όμως τονίζεται και πάλι πως υπό τις περιστάσεις η εφαρμογή της οποιασδήποτε μαθηματικής φόρμουλας κάθε άλλο παρά διαφωτίζει την πραγματικότητα στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αρκεί πραγματικά η απλή κοινή λογική, όπως βεβαίως εφαρμόστηκε και από τον ίδιο τον Μ. Ε. 2, έτσι ώστε να γίνει δεκτή ως αξιόπιστη αλλά και βάσιμη η εκδοχή του ως προς τον καθορισμό του σημείου σύγκρουσης. Μάλιστα όταν ο Μ. Ε. 2 βρέθηκε αντιμέτωπος με πλήρη αμφισβήτηση της ορθότητας του τρόπου υπολογισμού του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης, εξήγησε το εξής. Πως το σκεπτικό του ήταν ότι αν γινόταν η επίδικη σύγκρουση στο Χ, δηλαδή στο σημείο το οποίο υπέδειξε ο εναγόμενος, τότε και η μοτοσυκλέτα θα έμενε στο Χ, όπως έμεινε και άρα θα έπρεπε οι ορμές των δύο ενεχομένων οχημάτων να ήταν παρόμοιες. Συνεπώς, κατέληξε, για να ήταν παρόμοιες θα έπρεπε να ισχύουν δεδομένα τα οποία περιέγραψε ως παράλογα.
127 Ένα τελευταίο σημείο αναφορικά με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του εναγόμενου (τεκμήριο 17) σε σχέση και με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του Hussam Al Baba (τεκμήριο 19), παρά και το γεγονός πως η γραπτή κατάθεση του Hussam Al Baba δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη, είναι και η διαφορά η οποία εντοπίζεται μεταξύ των δύο καταθέσεων και η οποία αποτελεί μια σημαντική αντίφαση. Η αναφορά αυτή γίνεται ουσιαστικά με σκοπό την πληρότητα αυτής της απόφασης σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί κατ΄ έφεση πως το Δικαστήριο όφειλε να λάβει υπόψη του ως αξιόπιστη την γραπτή κατάθεση του Hussam Al Baba. Συγκεκριμένα ο Hussam Al Baba ισχυρίζεται πως όταν το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος και το οποίο ακολουθούσε με αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο ίδιος επί της οδού Αλεξάνδρου Παπάγου είχαν πρόθεση να στρίψουν δεξιά σύμφωνα με την πορεία τους και να εισέλθουν στην οδό Δωδεκανήσου πρόσθεσε και τον εξής ισχυρισμό. Ότι όταν πλησίασαν την οδό Δωδεκανήσου επειδή ερχόταν από απέναντι τους αυτοκίνητο αναγκαστήκαν και οι δύο να σταματήσουν το αυτοκίνητο το οποίο ο καθένας οδηγούσε. Μόνο αφού πρώτα πέρασε αυτό το αυτοκίνητο τότε ο εναγόμενος όχι ακριβώς έστριψε το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε εντός της οδού Δωδεκανήσου αλλά άρχισε να στρίβει δεξιά και ο ίδιος τον ακολουθούσε. Καμία αναφορά δεν υπάρχει στην γραπτή κατάθεση του εναγόμενου αναφορικά με την ύπαρξη αυτοκινήτου το οποίο να έρχεται από απέναντι και η οποία να τον είχε εξαναγκάσει να σταματήσει το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε επί της οδού Αλεξάνδρου Παπάγου και να περιμένει να περάσει αυτό το αυτοκίνητο προτού ο ίδιος στρίψει το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε με κατεύθυνση την οδό Δωδεκανήσου.»
Ό,τι αποκομίζουμε, ως συνολική εικόνα, από τα πιο πάνω αποσπάσματα, αλλά, και το υπόλοιπο μέρος της αξιολόγησης, είναι η βασανιστική διεργασία, εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου, να εξηγήσει κάθε προβληματισμό του, πριν καταλήξει, έναντι κάθε ζητήματος που ηγέρθηκε, και να διατυπώσει το εύρημα του επί της αξιοπιστίας του ΜΕ2, ο οποίος ήταν ουσιώδης μάρτυρας. Θα μπορούσε αυτή η διεργασία να μην ήταν τόσο εκτενής και μακροσκελής. Δεν συμφωνούμε, όμως, ότι η αξιολόγηση του ΜΕ2 εμπεριέχει σφάλμα αρχής. Αντίθετα, προκύπτει ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν προϊόν προσεκτικής και λεπτομερούς ενασχόλησης. Πραγματεύθηκε κάθε ουσιώδη πτυχή της εκδοχής που έδωσε ο ΜΕ2, αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης, απορρίπτοντας, με πειστικές εξηγήσεις, την εκδοχή που παρουσίασε ο ΜΥ7, ως εμπειρογνώμονας, για το ίδιο ζήτημα (σημείο σύγκρουσης), που, ειρήσθω εν παρόδω, ξεχωριστός λόγος έφεσης για την εν λόγω πρωτόδικη κρίση, ως προς τον ΜΥ7, δεν εγείρεται. Θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε ορθά τον ΜΕ2. Δεν παρέλειψε να σημειώσει κάποιες αδυναμίες ως προς τον τρόπο που ο εν λόγω μάρτυρας διερεύνησε το επίδικο δυστύχημα και πως αναμενόταν περισσότερη μέριμνα, χωρίς, όμως, το στοιχείο αυτό, ως έκρινε, να ήταν ικανό για να του αποδοθεί προκατάληψη και προσπάθεια υποβοήθησης του ενάγοντα. Δικαιολογημένα, θεωρούμε απέρριψε τη θέση, που πρόβαλαν οι εφεσείοντες, ότι δικαιολογούνταν κατάληξη περί συνεννόησης των ΜΕ1 και ΜΕ2, ως προς το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κατά την αξιολόγηση του ΜΕ2, ώστε να είναι επιτρεπτό να παρέμβουμε στο έργο του. Διαφαίνεται, άλλωστε, ότι εξέτασε με προσοχή κάθε ισχυρισμό που προωθήθηκε από την πλευρά των εφεσειόντων, μέσα από μακρά αντεξέταση, και έδωσε εύλογες τοποθετήσεις. Δεν συμφωνούμε, ακόμη, ότι το εύρημα αξιοπιστίας του ΜΕ2 δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία. Απορρίπτουμε, επίσης, τη θέση που προωθείται, μέσα από την αιτιολογία του δεύτερου λόγου έφεσης, ότι υπήρχαν ανακρίβειες, αντιφάσεις και αοριστίες ή σοβαρά λάθη επί της μαρτυρίας του ΜΕ2, τα οποία δικαιολογούσαν την απόρριψη της εκδοχής του, ως προς το σημείο σύγκρουσης που αυτός κατέληξε και το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε. Όσον αφορά, δε, στη θέση πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι ο πατέρας του ενάγοντα, εφεσίβλητου, δεν έδωσε μαρτυρία για να ενισχύσει τη μαρτυρία του ΜΕ2 για την ανεύρεση αυτόπτη μάρτυρα, φρονούμε πως, ενόψει του γεγονότος ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη μαρτυρία του εν λόγω «αυτόπτη μάρτυρα», αφού αυτός δεν μαρτύρησε, το ζήτημα δεν έχει τη δυναμική που του αποδίδεται, και, δεν επηρεάζει την κρίση του Δικαστηρίου σ’ ότι αφορά στην αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΕ2.
Κατ’ επέκταση των πιο πάνω, ο λόγος έφεσης 2 κρίνεται αβάσιμος.
Όσον αφορά στην αξιολόγηση του ΜΥ6, δρα Η. Γεωργίου (που προσβάλλεται με τον δεύτερο λόγο στην έφεση 72/2019) έχουμε αξιολογήσει τις αιτιάσεις που προκρίνονται, από τον εφεσείοντα, (εφεσίβλητο στην 71/2019), ως λόγοι ανατροπής της πρωτόδικης κρίσης, καθώς, και τα σχετικά με αυτούς επιχειρήματα. Είναι η, κύρια, θέση του εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα απέρριψε τη μαρτυρία του ΜΕ5, δρος Χ. Καμπούρη και της ΜΕ9, δρος Ε. Γεωργίου (ακτινολόγου), γεγονός που επηρέασε καταλυτικά την έκταση των αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν, αφού στη βάση της μαρτυρίας των δύο προαναφερόμενων μαρτύρων, ο εφεσείοντας έπασχε και από χρόνια οστεομυελίτιδα, πλην όμως δεν έγινε αποδεκτό το γεγονός αυτό. Τονίστηκε, δε, εκ μέρους του εφεσείοντα, το γεγονός ότι ο ΜΕ5 ήταν θεράπων ιατρός του, το δε συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει ο ΜΥ6 ήταν αυθαίρετο και ενάντια στις απεικονιστικές εξετάσεις της ΜΕ9.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε, και ενδιέτριψε επί του θέματος της διάγνωσης περί ύπαρξης ή μη χρόνιας οστεομυελίτιδας και έδωσε τη σχετική ετυμηγορία του, ως ακολούθως:
«181 Αναφορικά με το κύριο θέμα υπό αμφισβήτηση από την υπεράσπιση, δηλαδή αυτό της χρόνιας οστεομυελίτιδας, το Δικαστήριο, όπως εξηγεί πιο κάτω, οδηγείται σε συμπέρασμα πως όντως, σύμφωνα με τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε στο σύνολο της επί του συγκεκριμένου θέματος, δεν είναι δυνατό να καταλήξει σε εύρημα ως προς την ύπαρξη χρόνιας οστεομυελίτιδας ως μέρος των σωματικών βλαβών τις οποίες υπέστη ο ενάγων από το επίδικο ατύχημα ή ως μία των συνεπειών εξαιτίας αυτών των σωματικών βλαβών. Ουσιαστικά το Δικαστήριο κρίνει ότι από ένα χρονικό σημείο και μετά και το οποίο καθορίζεται στο χρονικό σημείο της τελευταίας εξόδου του ενάγοντα από το νοσοκομείο Μετροπόλιταν ο κίνδυνος της δημιουργίας χρόνιας οστεομυελίτιδας είχε αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά έτσι ώστε πλέον να μην ήταν αναγκαία η οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση προς καθαρισμό του κατάγματος του δεξιού μηριαίου ή έτσι ώστε να διαφαίνεται το ενδεχόμενο δημιουργίας χρόνιας οστεομυελίτιδας.
182 Βεβαίως αν και σε μεγάλο βαθμό το θέμα της ύπαρξης ή μη οστεομυελίτιδας αποτελεί και θέμα χρήσης του συγκεκριμένου όρου από τους μάρτυρες είτε προφορικά είτε γραπτώς και κατά πόσο αυτή γινόταν υπό την αυστηρή έννοια της διαπίστωσης ως προς την ύπαρξη χρόνιας οστεομυελίτιδας ή ως προς την υποψία αναφορικά με αυτή, η πιο ικανοποιητική και πειστική ιατρική μαρτυρία ως προς τον τρόπο διάγνωσης τέτοιας ύπαρξης είναι αυτή η οποία δόθηκε από τον Μ. Υ. 6, Δρ. Ηλία Γεωργίου και η οποία ουσιαστικά - όσο παράδοξο και να φαίνεται αυτό - υποστηρίζεται και από αναφορές στη μαρτυρία προς απόδειξη της αξίωσης. Σε συνδυασμό βεβαίως με τη μαρτυρία του ίδιου του Μ. Υ. 6.
……………………………………………………………………………………………
214 Βεβαίως επειδή η χρήση του όρου οστεομυελίτιδα αμφισβητήθηκε έντονα τόσο κατά την αντεξέταση του Μ. Ε. 5 αλλά και με την παρουσίαση της μαρτυρίας του Μ. Υ. 6 αξίζει να σημειωθεί το εξής. Αναμφίβολα η λέξη οστεομυελίτιδα ως ιατρικός όρος χρήζει επεξήγησης ως προς τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται από ένα εμπειρογνώμονα μάρτυρα. Ο Μ. Ε. 5 ερωτήθηκε σχετικά και απάντησε πολύ απλά ότι οστεομυελίτιδα σημαίνει μόλυνση του οστού. Δεν παραγνωρίζει όμως ταυτόχρονα το Δικαστήριο πως εντός του τεκμηρίου 29 ο Μ. Ε. 5 δεν αναφέρεται απλώς σε οστεομυελίτιδα αλλά σε συνδυασμό με τη λέξη «χρόνια» δηλαδή ως χρόνια οστεομυελίτιδα. Συνεπώς ακόμη και η εξήγηση η οποία δόθηκε από τον ίδιο προφορικά, έχοντας υπόψη στο σύνολο τη μαρτυρία η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του, δεν μπορεί λογικά να αναφέρεται σε οτιδήποτε διαφορετικό από «χρόνια» μόλυνση του οστού.
……………………………………………………………………………………………
216 Ακόμη και χωρίς να είχε ερωτηθεί συγκεκριμένα αλλά απαντώντας άλλη σχετική ερώτηση αμέσως μετά την προαναφερόμενη επεξήγηση του όρου «οστεομυελίτιδα», δηλαδή όταν ερωτήθηκε εάν παρακολουθούσε τον ενάγοντα για αυτές τις μολύνσεις, εξήγησε το λόγο βάσει του οποίου έκανε χρήση του όρου «χρόνια οστεομυελίτιδα». Συγκεκριμένα απάντησε πως ο ενάγων έχει νοσηλευτεί προσθέτοντας πως «.έχει πάρει ενδοφλέβια αγωγή με αντιβιοτικά, έχει πάρει αντιβιοτικά από το στόμα για πολύ μεγάλο διάστημα και κατά καιρούς αυτή η κατάσταση υποτροπιάζει γι΄ αυτό αναφέρω τον όρο χρόνια οστεομυελίτιδα». Παρατηρείται όμως πως η εξήγηση η οποία δίδεται εδώ δεν είναι απόλυτα επιστημονική υπό την έννοια μιας γενικότερης περιγραφής του ίδιου του όρου οστεομυελίτιδα αλλά μια περιγραφή γενικά της κατάστασης της υγείας του ενάγοντα. Επιστημονική εξήγηση ή περιγραφή όντως δίδεται από τον Μ. Υ. 6, ο οποίος ουσιαστικά προσφέρει πρώτα μια γενική περιγραφή συμπτωμάτων και μετά εξετάζει κατά πόσο αυτή η περιγραφή και κατ΄ επέκταση βεβαίως ο ίδιος ο όρος συνάδει με την περίπτωση του ενάγοντα. Σε αντίθεση ο Μ. Ε. 5 αναφέρεται απευθείας και συγκεκριμένα στην περίπτωση του ενάγοντα και οδηγείται στο συμπέρασμα ύπαρξης της χρόνιας οστεομυελίτιδας δίχως προηγουμένως να είχε προβεί σε μια γενικότερη περιγραφή αυτής της κατάστασης ή νόσου όπως επίσης αυτή περιγράφηκε και από τον Μ. Ε. 7, Δρ. Γιαννάκη Χριστοδούλου κατά την κύρια εξέταση του.
217 Μετά και από την κατάθεση του τεκμηρίου 29 ερωτήθηκε ο Μ. Ε. 5, Δρ. Χαράλαμπος Καμπούρης, εάν αντιμετωπίστηκαν οι μολύνσεις οι οποίες είχε αναφέρει προηγουμένως ο μάρτυρας. Σε αυτό το σημείο προκύπτει και σύνδεση με τη μαρτυρία της Μ. Ε. 9, δηλαδή της Δρ. Έλενας Γεωργίου, η οποία κατέθεσε στις 21/4/2016 υπό την ιδιότητα της ως γιατρός ακτινολόγος και κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της οποίας κατατέθηκε και η έκθεση αξονικής τομογραφίας την οποία ετοίμασε, δηλαδή το τεκμήριο 50 μετά και από αναγνώριση του τεκμηρίου Η προς αναγνώριση το οποίο κατατέθηκε στις 24/11/2015 από τον Μ. Ε. 7, Δρ. Γιαννάκη Χριστοδούλου.
220 Εξήγησε η Μ. Ε. 9 ότι τα ευρήματα από την αξονική τομογραφία συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης οστεομυελίτιδας. Συγκεκριμένα όταν ερωτήθηκε αναφορικά με τα ευρήματα στα οποία είχε καταλήξει, ανέφερε τα εξής,:-
«Τα ευρήματα που εγώ βλέπω στην αξονική τομογραφία, είναι ευρήματα που συνηγορούν για οστεομυελίτιδα, δηλαδή βλέπω κάποιες διαβρώσεις στα οστά, στα απεικονιζόμενα οστά, που όταν λέμε διαβρώσεις, εννοούμε ότι υπάρχει ανώμαλη πάχυνση του περιοστέου. Εκτός από αυτό, υπάρχουν οστεολυτικές περιοχές εκτεταμένες, και το πιο σημαντικό, είναι τυπική ένδειξη οστεομυελίτιδας, είναι η παρουσία σε δυο περιοχές οστικό απόλυμα, οπότε αυτές οι περιοχές που ανάφερα είναι στο μηριαίο οστό και στην κνήμη δεξιά, το οστικό απόλυμα είναι το πιο χαρακτηριστικό της οστεομυελίτιδας γιατί συνολικά υπάρχει σε τέσσερις παθολογικές καταστάσεις, με βάση όμως το ιστορικό του ασθενούς και τα λοιπά απεικονιστικά, η τελική διάγνωση (sic) της οστεομυελίτιδας. Αρχικά το οστικό απόλυμα τι είναι, να το κατανοήσετε τι είναι. Είναι ένα τμήμα του οστού που έχει υποστεί νέκρωση, δηλαδή δεν αιματώνεται πλέον όπως το υπόλοιπο οστό και απομονώνεται από το υπόλοιπο οστό και αυτό συγκεκριμένα υπάρχει σε δυο σημεία στο μηριαίο οστό δεξιά, που φανερώνει τη μεγάλη καταστροφή, διαταραχή του οστού στα πλαίσια της οστεομυελίτιδας. Το πρώτο είναι διαμέτρου 7 εκατοστών μέγιστης και το δεύτερο μέγιστης διαμέτρου 3 εκατοστών. Συγνώμη, 0,4 εκατοστά και το πρώτο 0,9 εκατοστά. 7 εκατοστά και 3 εκατοστά αντίστοιχα είναι η λυτική περιοχή του οστού, δηλαδή η καταστραμμένη περιοχή του οστού, μέσα στην οποία βρίσκεται το οστικό απόλυμα.»
221 Όπως η Μ. Ε. 9 εξήγησε, κατά την αντεξέταση της, όπως σε όλες τις παθήσεις, προηγείται η κλινική εξέταση του θεράποντα ιατρού και όταν υπάρχει μια πιθανή διάγνωση του θεράποντα ιατρού μετά υπάρχει απεικόνιση από ακτινογραφία, αξονική τομογραφία ή μαγνητική τομογραφία για επιβεβαίωση αν χρειάζεται της διάγνωσης του θεράποντα ιατρού. Πρόσθεσε πως σε αυτή την περίπτωση υπήρχε το ατομικό ιστορικό του εξεταζόμενου και η πιθανή διάγνωση από τον ορθοπεδικό γιατρό, και πως η αξονική τομογραφία έγινε για επιβεβαίωση όπως και αποδείχθηκε.
222 Βεβαίως όπως διαφάνηκε κατά την αντεξέταση της Μ. Ε. 9 δεν είχε και ιδιαίτερη γνώση του ιστορικού του ενάγοντα. Παραδείγματος χάριν, δεν ήξερε καθόλου την πορεία της κατάστασης της υγείας του ενάγοντα από το 2007 μέχρι το 2015. Η θέση της ήταν πως το οστικό απόλυμα είναι επιπλοκή της οστεομυελίτιδας το οποίο δεν υπήρχε όταν έγινε το κάταγμα. Δεν ήταν σε θέση όμως να συμφωνήσει κατά πόσο χρειαζόταν να γίνει εργαστηριακή εξέταση για οριστική πιστοποίηση ως προς την ύπαρξη οστεομυελίτιδας. Εξήγησε πως αυτό δεν ανήκε στην ειδικότητα της.
……………………………………………………………………………………………
224 Δηλαδή, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται εντός της γνωμάτευσης της η Μ. Ε. 9 αναφέρεται σε μια εκ πρώτης όψεως εκτίμηση ενώ συστήνει παράλληλα και αξιολόγηση των δικών της ευρημάτων με κλινική και εργαστηριακή εξέταση η οποία μάλλον θα συμπεριλάμβανε και την εργαστηριακή εξέταση για την οποία ερωτήθηκε. Τελικά, μετά και από παρέμβαση του Δικαστηρίου, απάντησε πως γενικά η οστεομυελίτιδα είναι φλεγμονή του μυελού των οστών, επομένως γενικά σε οξεία φάση αν και όχι σε χρόνια, υπάρχουν κάποιοι εργαστηριακοί δείκτες οι οποίοι δείχνουν ανεβασμένοι λόγω της φλεγμονής. Τελικά όμως απάντησε πως δεν γνώριζε αν όντως είχε γίνει εργαστηριακή εξέταση.
……………………………………………………………………………………………
226 Εύλογα ερωτήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης ουσιαστικά ως προς το τι ακριβώς εννοούσε με τη χρήση της λέξης χρόνια. Η απάντηση της ήταν ότι έχοντας ως βάση τα απεικονιστικά της, δηλαδή την εκτεταμένη διάβρωση, την πάχυνση του περιοστέου και ότι οι οστεολυτικές περιοχές και τα οστικά απολύματα χρειάζονται πολλούς μήνες ως και χρόνια να δημιουργηθούν. Εννοώντας ουσιαστικά, όπως ήταν δυνατό να γίνει αντιληπτή η μαρτυρία της, ότι χρειαζόταν να προηγηθεί μια μεγάλη χρονική περίοδος έτσι ώστε να είχε προκληθεί η διάβρωση και η πάχυνση. Εύλογα και πάλι ερωτήθηκε αναφορικά με την αντίληψη της ως προς την έννοια του χρόνιου.
……………………………………………………………………………………………
229 Ενώ ο συνδυασμός της δικής της μαρτυρίας με άλλη σχετική μαρτυρία προς αμφίδρομη ενίσχυση της αναπόφευκτα επηρεάζεται από τις ίδιες αδυναμίες. Όπως η ίδια η μάρτυρας παραδέχτηκε η γνωμάτευση της είναι μια εκτίμηση η οποία απευθύνεται σε άλλους γιατρούς προς συσχετισμό με τα δικά τους ευρήματα. Επιπλέον παραδέχτηκε επίσης πως δεν είχε δει σε σχέση με τον ενάγοντα οποιαδήποτε πιστοποιητικά ή ακτινογραφίες ή ακόμη και άλλες αξονικές τομογραφίες. Συνηγορεί μεν η μαρτυρία της Μ. Ε. 9 ως προς την ύπαρξη οστεομυελίτιδας αλλά η μαρτυρία της από μόνη της δεν κρίνεται επαρκής έτσι ώστε δίχως άλλη μαρτυρία η οποία να εξουδετερώνει τις αδυναμίες στη δική της μαρτυρία να κρίνεται επαρκής έτσι ώστε να πεισθεί και το Δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα του συμπεράσματος της επί του συγκεκριμένου θέματος.
230 Επιστρέφοντας όμως στη μαρτυρία του Μ. Ε. 5, Δρ. Χαράλαμπου Καμπούρη, υπενθυμίζεται πως, όπως ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε, αφού ο ενάγων έλαβε αντιβιοτική αγωγή για μακρύ χρονικό διάστημα αποφεύχθηκε το χειρουργείο (βλ. σχετικά την παράγραφο 218 αυτής της απόφασης). Πραγματικά διατηρώντας υπόψη επί του θέματος και τη μαρτυρία επί της οποίας και ο ίδιος ο Μ. Ε. 5 βασίστηκε έτσι ώστε να οδηγηθεί στο δικό του συμπέρασμα ως προς την ύπαρξη οστεομυελίτιδας, δηλαδή την αξονική τομογραφία την οποία ετοίμασε η Μ. Ε. 9 αυτό το οποίο δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο είναι η μαρτυρία του Μ. Υ. 6, Δρ. Ηλία Γεωργίου, η οποία κρίνεται ως ιδιαίτερα πειστική αλλά και λογική για τους λόγους οι οποίοι εξηγούνται πιο κάτω. Η δική του μαρτυρία ανατρέπει εντελώς το συμπέρασμα τόσο του Μ. Ε. 5 όσο και της Μ. Ε. 9.
231 Συγκεκριμένα, ο Μ. Υ. 6, Δρ. Ηλίας Γεωργίου, καταθέτοντας με σαφήνεια αλλά παράλληλα και απλότητα, ανέφερε τα ακόλουθα. Οστεομυελίτιδα είναι η μόλυνση ενός οστού από μικρόβιο. Υπάρχουν δύο μορφές, η οξεία οστεομυελίτιδα και η χρόνια οστεομυελίτιδα. Διαχώρισε τις δύο μορφές ως εξής. Η οστεομυελίτιδα χαρακτηρίζεται από μόλυνση του οστού η οποία θεραπεύεται και δεν επανέρχεται. Η χρόνια οστεομυελίτιδα έχει σαν κύριο χαρακτηριστικό το εξής. Στο σημείο μιας προηγηθείσας χειρουργικής επέμβασης η οποία επουλώθηκε πλήρως και συγκεκριμένα σε σημείο της χειρουργικής ουλής, μετά την επούλωση διανοίγεται το δέρμα σε σχήμα μιας μικρής οπής υπό μορφή συριγγίου. Από την οπή αυτή ρέει υγρό. Μετά από χορήγηση θεραπείας και παρέλευση χρόνου με την ουλή επουλωμένη παρουσιάζεται και πάλι το φαινόμενο της διάνοιξης μιας μικρής οπής από την οποία εκρέει υγρό. Αναφέρθηκε επίσης στα μικρόβια τα οποία προκαλούν την οστεομυελίτιδα και τα οποία κατά κύριο λόγο μεταφέρονται κατά τη διάρκεια μιας χειρουργικής επέμβασης. Η πιθανότητα πλήρους ίασης της οστεομυελίτιδας είναι δεδομένη με κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή αλλά και ταυτόχρονα με τον αναγκαίο χειρουργικό καθαρισμό εκεί που απαιτείται. Διευκρίνισε σε αυτό το σημείο της προφορικής κατάθεσης του το εξής ως προς τη χρόνια οστεομυελίτιδα. Ο κύριος λόγος ο οποίος επαναφέρει τη διάνοιξη της οπής είναι η παρουσία οστικού τεμαχίου το οποίο ονομάζεται απόλυμα. Εξήγησε πως το απόλυμα είναι ένα οστικό τεμάχιο το οποίο δεν αιματώνεται. Ως αποτέλεσμα τα μικρόβια ριζωμένα μέσα σε αυτό δεν μπορούν να καταπολεμηθούν με αντιβιοτικά. Ο λόγος είναι απλός. Εφόσον δεν υπάρχει κυκλοφορία του αίματος στο τεμάχιο το αντιβιοτικό δεν μπορεί να φτάσει στο οστικό τεμάχιο. Η αντιμετώπιση σε τέτοια περίπτωση είναι η χειρουργική αφαίρεση του ήδη νεκρωμένου οστικού τεμαχίου. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει απόλυμα και χορηγείται η αναγκαία αντιβιοτική αγωγή τότε η «.χρόνια οστεομυελίτιδα.» θεραπεύεται και δεν επανέρχεται το συρίγγιο με την εκροή υγρού.
232 Παρατηρεί το Δικαστήριο πως η χρήση της περιγραφής «χρόνια οστεομυελίτιδα» σε αυτό το σημείο της περιγραφής από τον μάρτυρα ενδεχομένως εκ πρώτης όψεως να προκαλεί κάποια σύγχυση έχοντας υπόψη ότι καταβάλλεται μια προσπάθεια από το Δικαστήριο αναφοράς στη μαρτυρία ως προς τη διάκριση μεταξύ οστεομυελίτιδας και χρόνιας οστεομυελίτιδας. Εντούτοις ουσιαστικά, όπως είναι εφικτό να γίνει αντιληπτή η μαρτυρία του Μ. Υ. 6 στο σύνολο της, η χρόνια οστεομυελίτιδα είναι αυτή η οποία υπήρχε εξαιτίας του οστικού τεμαχίου το οποίο δεν αιματώνεται και η οποία με την αφαίρεση του παύει να υπάρχει ως πάθηση, δηλαδή ως οστεομυελίτιδα, έτσι ώστε να απαιτείται και η περιγραφή της ως χρόνια οστεομυελίτιδα, δηλαδή ως μια κατάσταση η οποία θεραπεύεται προσωρινά και μετά επανέρχεται.
233 Δόθηκε η ευκαιρία στον Μ. Υ. 6 να σχολιάσει το τεκμήριο 29, δηλαδή το δεύτερο συμπληρωματικό ιατρικό πιστοποιητικό του Μ. Υ. 5, το οποίο δεν είχε στη διάθεση του όταν ετοίμαζε τη δική του συμπληρωματική ιατρική έκθεση ημερομηνίας 11/5/2015. Με αναφορά στη διαπίστωση του Μ. Υ. 5 ως προς το ότι στις «.10/6/2015 ο ασθενής παρουσιάζει σημεία χρόνια (sic) οστεομυελίτιδας στην περιφερική μετάφυση του δεξιού μηριαίου» και μετά από υπενθύμιση από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης πως από όλα τα ιατρικά πιστοποιητικά τα οποία είχαν τεθεί υπόψη του προηγουμένως απουσίαζε ο όρος «οστεομυελίτιδα» ερωτήθηκε κατά πόσο μπορούσε να δικαιολογηθεί ο χαρακτηρισμός αυτός. Τονίζεται βεβαίως πως ο μάρτυρας απαντούσε βασιζόμενος αποκλειστικά στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 29. Καθότι βεβαίως σύμφωνα με την υπόλοιπη μαρτυρία τουλάχιστον ένα από αυτά τα ερωτήματα τα οποία θέτει απαντάται από αυτή (βλ. σχετικά την παράγραφο 218 αυτής της απόφασης) και την αναφορά του Μ. Ε. 5 σε ψηλούς δείκτες μόλυνσης. Συγκεκριμένα όμως η απάντηση του είναι η ακόλουθη, :-
«Η παρατήρηση μου είναι ότι η τέτοια τοποθέτηση είναι γενική και δεν στηρίζεται στα απαραίτητα κλινικά ευρήματα της χρόνιας οστεομυελίτιδας. Δηλαδή αναφέρει ο συνάδελφος ότι ο ασθενής παρουσιάζει σημεία χρόνιας οστεομυελίτιδας. Το ερώτημα εδώ που προκύπτει είναι, ποια είναι αυτά τα σημεία; Δηλαδή ανοίχτηκε η οπή‑ συρίγγιο και έτρεχε υγρό; Έγινε μικροβιακή καλλιέργεια αυτού του υγρού; Υπεβλήθη σε ακτινολογική εξέταση που να έδειξε απόλυμμα; Υπεβλήθη σε αιματολογικές εξετάσεις που να δείξουν υψηλό τον δείκτη παρουσίας μόλυνσης του οστού; Αυτά τα ερωτήματα θα έπρεπε απαραίτητα να απαντώνται για να τεκμηριώνεται και η ιατρική γνώμη για το πώς στηρίχθηκε ο γιατρός για να εκφράσει αυτήν την εκτίμηση. Δεν βλέπω καταγεγραμμένο τίποτε από αυτά.»
Ιδιαίτερη σημασία βεβαίως έχει το γεγονός πως πουθενά στη μαρτυρία προς απόδειξη της αξίωσης δεν συναντάται οποιαδήποτε αναφορά σε ύπαρξη οπής - συριγγίου ή σε εκροή υγρού με εξαίρεση τη μαρτυρία η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του Μ. Ε. 4, Δρ. Γιάννη Παπαγιάννη, και η οποία βεβαίως συνδέεται με συγκεκριμένο χρονικό σημείο στην όλη πορεία της κατάστασης της υγείας του ενάγοντα, δηλαδή προ της εισαγωγής του στο νοσοκομείο Μετροπόλιταν (βλ. σχετικά την παράγραφο 186 αυτής της απόφασης).
234 Όμως πραγματικά το σημαντικότερο σημείο το οποίο προκύπτει σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ. Υ. 6 και το οποίο κρίνεται ως ιδιαίτερα πειστικό σε σχέση με τη βασιμότητα της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα της εναγόμενης είναι η αναφορά του ως προς το ότι το απόλυμα είναι ένα οστικό τεμάχιο το οποίο δεν αιματώνεται και συνεπώς τα μικρόβια ριζωμένα μέσα σε αυτό δεν μπορούν να καταπολεμηθούν με αντιβιοτικά εφόσον δεν υπάρχει κυκλοφορία του αίματος στο τεμάχιο έτσι ώστε το αντιβιοτικό να μπορεί να φτάσει στο οστικό τεμάχιο.
235 Συνεπώς έχοντας υπόψη αυτή τη μαρτυρία εάν ιδωθεί σε συνδυασμό η μαρτυρία του Μ. Ε. 5 με αυτή της Μ. Ε. 9 πραγματικά δεν είναι δυνατό αυτή να γίνει πειστική εφόσον συνδυάζει αναφορά σε ύπαρξη απολύματος (μάλλον ακόμη και απολυμάτων) και με μόνη αντιμετώπιση, η οποία μάλιστα ήταν και αποτελεσματική, αυτή της αντιβιοτικής αγωγής. Όσο και να εκφράζεται στην τελευταία πρόταση του τεκμηρίου 29 το ενδεχόμενο παροχέτευσης και χειρουργικού καθαρισμού σαφώς τέτοια χειρουργική επέμβαση δεν διενεργήθηκε. Υπενθυμίζεται βεβαίως πως αν και το τεκμήριο 29 φέρει ημερομηνία 9/9/2015 η διαπίστωση από τον Μ. Ε. 5 ως προς την ύπαρξη χρόνιας οστεομυελίτιδας στη περιφερική μετάφυση του δεξιού μηριαίου οστού έγινε σχεδόν 3 μήνες προηγουμένως στις 10/6/2015.Σαφής και η εξήγηση του Μ. Υ. 6 ως προς την έννοια του όρου χρόνια, δηλαδή ως η επαναλαμβανόμενη οστεομυελίτιδα.
……………………………………………………………………………………………
237 Η αντεξέταση του Μ. Υ. 6 αν και μακρά δεν ήταν αποτελεσματική ως προς την ανατροπή ουσιαστικά της πειστικής και απλής λογικής με την οποία ο ίδιος υποστήριξε τα δικά του συμπεράσματα. Αμύνθηκε με ιδιαίτερη πειστικότητα ως προς την αμφισβήτηση των δικών του θέσεων εξηγώντας σε κάθε περίπτωση τέτοιας αμφισβήτηση τις δικές του θέσεις και η οποία εξήγηση συνοδευόταν και με αναφορές στη μαρτυρία του Μ. Ε. 5 και Μ. Ε. 9 αλλά και τους λόγους βάσει των οποίων ενέμεινε στην ορθότητα των δικών του συμπερασμάτων ως προς την ύπαρξη ή μη χρόνιας οστεομυελίτιδας.
……………………………………………………………………………………………
239 Εύστοχα επίσης εντόπισε ο Μ. Υ. 6 τη διαφορά μεταξύ της μαρτυρίας της Μ. Ε. 9 και του Μ. Ε. 5 στην περιγραφή της οστεομυελίτιδας. Ότι δηλαδή μόνο ο Μ. Ε. 5 χαρακτηρίζει την οστεομυελίτιδα ως χρόνια ενώ η αναφορά της Μ. Ε. 9 εντός του τεκμηρίου 50 σε ευρήματα τα οποία συνηγορούν υπέρ μιας εκτεταμένης και προχωρημένης οστεομυελίτιδας ασφαλώς δεν είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη ως ισοδύναμη με τη λέξη «χρόνια» αλλά παράλληλα βεβαίως ούτε και ως επιστημονικοί όροι οι οποίοι να είναι δυνατό να ελεγχθούν ως προς τη βασιμότητα τους. Δόθηκε επίσης η ευκαιρία στον μάρτυρα να τονίσει πως εάν υπήρχε όντως οστικό απόλυμα το οποίο δεν αφαιρέθηκε τότε ο ενάγων θα εξακολουθούσε να έχει συρίγγιο με εκροή υγρού ως επίσης, σε σχέση με τα ευρήματα της Μ. Ε. 9 πως μια ακτινολογική εικόνα θα πρέπει να συνδέεται και να συνδυάζεται με την κλινική εικόνα. Πρόσθεσε δε πως είναι «.αδύνατο να έχει ένας άνθρωπος κάτι νεκρό μέσα του και να είναι καλά».
240 Επί αυτού του θέματος παρά και το γεγονός πως ο Μ. Ε. 5, Δρ. Χαράλαμπος Καμπούρης, με αναφορά στα sequestra ως απότοκα της οστεομυελίτιδας, δηλαδή νεκρωμένα οστά σε μια κοιλότητα τα οποία απαγγειώνονται «.χωρίς όμως απαραίτητα να προκαλείται μόλυνση.» όπως αρχικά ανέφερε εντούτοις στη συνέχεια συμφώνησε πως αυτά θα πρέπει να απομακρυνθούν χειρουργικά. Υπενθυμίζεται και η αναφορά του Μ. Υ. 6 στην τελική πρόταση της αμέσως προηγούμενης παραγράφου.
…………………………………………………………………………………………..
242 Αναφορικά με την αντεξέταση του Μ. Υ. 6, Δρ. Ηλία Γεωργίου, αξίζει να σημειωθεί πως ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν είτε αρνητικός είτε υπερβολικός σε σημείο δηλαδή να απορρίπτει δεδομένα τα οποία ο ίδιος θεωρούσε λογικά έστω και εάν αυτά ήταν ή θα μπορούσαν να θεωρηθούν υπέρ του ενάγοντα. Εντύπωση μάλιστα προκαλεί η ετοιμότητα του Μ. Υ. 6 να συμφωνήσει με τις επιπτώσεις τις οποίες ο ενάγων είχε να αντιμετωπίσει ως αποτέλεσμα των διαφόρων χειρουργικών επεμβάσεων σε σχέση όχι μόνο με τη λογικότητα της διάρκειας της παραμονής του στο νοσοκομείο σε κάθε περίπτωση αλλά ακόμη και μεταξύ των ημερομηνιών λήξης μιας χρονικής περιόδου παραμονής και νέας εισαγωγής κατά την οποία ο ενάγων δεν μπορούσε να περπατάει (παραδείγματος χάριν, μεταξύ 19/4/2008 και 25/6/2008) ή ακόμη περισσότερο σε σχέση και με τη χρονική περίοδο από την πρώτη εισαγωγή του στο νοσοκομείο Μετροπόλιταν μέχρι 16/9/2008 όπου ανέφερε ότι δεν μπορούσε να περπατήσει κανονικά.»
Κρίνουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, με εκτενή και λεπτομερή ανάλυση, οδηγήθηκε στο εύλογο συμπέρασμα ότι, με βάση την αξιολόγηση, στην οποία προέβη, δεν δικαιολογούνταν, με ασφάλεια, συμπέρασμα περί χρόνιας οστεομυελίτιδας. Δεν φαίνεται να παραγνώρισε ότι υπήρξαν στην πορεία, μετά τον τραυματισμό του εφεσείοντα μολύνσεις, επί του δεξιού ποδιού του, οι οποίες, όμως, αντιμετωπίστηκαν, χωρίς αυτό το γεγονός, αλλά, και το γεγονός ότι επήλθε κάποια αδυναμία στο πόδι του που αύξησε τις πιθανότητες να υποστεί πιο εύκολα κάταγμα στο μέλλον, να δικαιολογούσαν διάγνωση περί χρόνιας οστεομυελίτιδας. Θεωρούμε ότι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν εύλογο και βασισμένο στην ενώπιον του αξιόπιστη μαρτυρία, την οποία αξιολόγησε ορθά, χωρίς σφάλμα αρχής. Τα πιο πάνω αποσπάσματα είναι καθ’ όλα διαφωτιστικά της ορθότητας της υπό συζήτηση αξιολόγησης. Δεν θεωρούμε πως παρέχονται περιθώρια επέμβασης μας.
Ενόψει των όσων έχουμε εξηγήσει πιο πάνω, ο λόγος έφεσης 2, στην 72/2019, κρίνεται αβάσιμος.
Περαιτέρω, δεδομένης της ορθότητας της πρωτόδικης κρίσης, σ’ ότι αφορά, και στο βαθμό που αναλύθηκε πιο πάνω, το σημείο σύγκρουσης, των δύο ενεχόμενων οδηγών, καθίσταται εύλογα αντιληπτό ότι και ο λόγος έφεσης 3, στην 71/2019, δεν έχει περιθώρια επιτυχίας. Σημειώνεται, άλλωστε, πως η αντίθετη θέση για το σημείο σύγκρουσης, που προωθήθηκε από την πλευρά του εναγόμενου 1 (εφεσίβλητου 1 στην έφεση 72/2019), προερχόμενη από τη μαρτυρία του ΜΥ7, δεν έγινε αποδεκτή. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν εμπειρογνώμονας ο οποίος, σε αντίθεση με τον ΜΕ2, δεν βρέθηκε στη σκηνή του δυστυχήματος αμέσως μετά από την επίδικη σύγκρουση, γεγονός που δεν είναι χωρίς σημασία, συνυπολογιζόμενων, βέβαια, και των υπόλοιπων αδυναμιών τις οποίες κατέγραψε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αναφορικά με τη γνώμη που ο ΜΥ7 διατύπωσε και, ως έχει αναφερθεί, η εν λόγω κρίση δεν εφεσιβάλλεται, ως θα έπρεπε, με ξεχωριστό λόγο έφεσης. Ο δε εναγόμενος 1, οδηγός του εμπλεκόμενου οχήματος, δεν μαρτύρησε, και το εύλογο ερώτημα που προβάλλει, είναι, πως θα ήταν ασφαλές να γίνει αποδεκτό το σημείο σύγκρουσης που αυτός υπέδειξε, μόνο μέσα από γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Ισχυρίζονται, περαιτέρω, οι εφεσείοντες ότι λανθασμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία του ΜΥ3, αναφορικά με το ότι ο εναγόμενος 1 (εφεσίβλητος 1 στην έφεση 72/2019) δεν ήταν αμελής. Κατ’ αρχάς, θεωρούμε ότι, πιθανότατα, εκ παραδρομής, γίνεται λόγος περί ΜΥ3, αλλά, να εννοείται ο ΜΥ7, ο οποίος έδωσε σχετική μαρτυρία, αφού, ο ΜΥ3, διευθυντής της Demstar Rentals (2005) Ltd, κατέθεσε για την ιδιοκτησία του ενεχόμενου οχήματος. Κατά δεύτερο, όμως, λόγο, η απόδοση ευθύνης, ή έκφραση γνώμης περί αυτής, είναι έργο του Δικαστηρίου και όχι των εμπειρογνωμόνων. Γενικότερα, εν πάση περιπτώσει, απορρίπτουμε τη θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λειτούργησε ως εμπειρογνώμονας. Ήταν, βέβαια, επιτρεπτό γι’ αυτό να κάνει χρήση της κοινής λογικής χωρίς να διαπιστώνουμε αυθαίρετα συμπεράσματα.
Έπεται, ενόψει των όσων έχουμε εξηγήσει πιο πάνω, ότι ο λόγος έφεσης 3 είναι αβάσιμος και κρίνεται ως τέτοιος.
Κάποιο πρόσωπο ονόματι Hussan Al Baba έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία αναφορικά με το επίδικο δυστύχημα. Δεν παρουσιάστηκε, όμως, στο Δικαστήριο να δώσει μαρτυρία. Η κατάθεση του κατατέθηκε, Τεκμήριο 19, ως εξ ακοής μαρτυρία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε βαρύτητα στην εν λόγω μαρτυρία. Με τον λόγο έφεσης 6, εγείρεται θέμα λανθασμένης κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται, εν πρώτοις, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, προκειμένου να μην αποδεχθεί την εν λόγω εξ ακοής μαρτυρία, στηρίχθηκε στο γεγονός ότι ενώ ο Hussan φέρεται ως αυτόπτης μάρτυρας, ακολουθώντας, κατά την ώρα της σύγκρουσης, το όχημα του εναγομένου 1 (εφεσίβλητου 1 στην έφεση 72/2019), έδωσε την κατάθεση του 20 ημέρες μετά από το δυστύχημα, χωρίς να υπάρχει εξήγηση, για την εν λόγω καθυστέρηση, ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξήγηση δεν υπήρξε επειδή, αφενός, ο Hussan δεν κατέθεσε προφορικά στο Δικαστήριο, ώστε να τύχει αντεξέτασης για ένα τέτοιο σοβαρό ζήτημα, ως προς τις συνθήκες, δηλαδή, που έγινε το δυστύχημα, αλλά, και αφετέρου, ο αστυφύλακας από τον οποίο λήφθηκε η κατάθεση του, επίσης, δεν μαρτύρησε. Κρίνουμε ότι η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν εκφεύγει των ορίων της εύλογης επιλογής του. Άλλωστε, καμία, άλλη, αποδεκτή μαρτυρία υπήρξε ενώπιον του που να συνάδει με την εν λόγω εξ ακοής μαρτυρία. Δεν θεωρούμε, συνεπώς, αυθαίρετη ή παράλογη την πρωτόδικη κρίση, με την οποία έκανε αποδεκτή, αφού πρώτα αξιολόγησε, μαρτυρία δύο μαρτύρων που κατέθεσαν και αντεξετάστηκαν ενώπιον του (ΜΕ1, ΜΕ2), ενώ απέρριψε, αντίθετη, εξ ακοής μαρτυρία, προσώπου που δεν κατέθεσε ενώπιον του και που η εκδοχή του δεν συμφωνούσε με καμία άλλη αξιόπιστη μαρτυρία.
Συνακόλουθα, ο λόγος έφεσης 6 κρίνεται αβάσιμος.
Με τον λόγο έφεσης 7, προωθείται η θέση ότι λανθασμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, έκρινε αξιόπιστη τη ΜΕ6. Ως προκρίνεται, μέσα από την αιτιολογία του υπό συζήτηση λόγου έφεσης, αυτή η μάρτυρας, όσες φορές αναφέρθηκε στον τραυματισμό του ποδιού του ενάγοντα-εφεσίβλητου, έκανε λόγο, κατ’ αντίθεση με όλους όσους αναφέρθηκαν σε αυτόν τον τραυματισμό, για τραυματισμό στο left femur (αριστερό μηριαίο), ο οποίος αναφέρεται και επί του Τεκμηρίου 30 που αυτή κατέθεσε, ωστόσο, σύμφωνα με τη θέση, η υπόλοιπη σχετική μαρτυρία αναφέρεται σε τραυματισμό δεξιού μηριαίου οστού. Ως προκύπτει, από την εκκαλούμενη απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε, ως προς την ΜΕ6, ότι η μαρτυρία της «δεν κρίνεται να έχει και ιδιαίτερη σημασία έχοντας υπόψη ότι ουσιαστικά απλά δόθηκαν ορισμένες διευκρινίσεις αναφορικά με παραπεμπτικό (τεκμήριο 30) και τη λήψη ακτινογραφιών οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Ούτε και οποιοσδήποτε λόγος προκύπτει βάσει του οποίου η μάρτυρας αυτή να μην γίνει δεκτή ως αξιόπιστη».
Κατ’ αρχάς, έχουμε ανατρέξει στα πρακτικά της δίκης και διαπιστώνουμε ότι η ΜΕ6 κατέθεσε, με σαφήνεια, ότι δεν ήταν το πρόσωπο το οποίο ενέγραψε οτιδήποτε επί των επίμαχων ακτινογραφιών και του Τεκμηρίου 30. Το μόνο που έπραξε είναι η λήψη των ακτινογραφιών, ως τεχνολόγος ακτινολόγος, και, ως εκ τούτου, κρίνουμε πως, τα γραφόμενα, και, κατ’ επέκταση, το λάθος που σχετίζεται με το αριστερό μηριαίο οστό, ή το δεξιό μηριαίο οστό, δεν προέρχεται από αυτήν, αλλά, προφανώς από κάποιον ιατρό που ανέγραψε, επί του Τεκμηρίου 30, την εν λόγω, επίμαχη, αναφορά. Συνεπώς, δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε λάθος στην πρωτόδικη κρίση με την οποία έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη η εν λόγω μάρτυρας.
Κατά δεύτερο λόγο, δεδομένου ότι και ο ΜΥ6, που παρουσίασαν οι εφεσείοντες, κάνει λόγο στη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων, και στο ιατρικό του πιστοποιητικό, Τεκμήριο 90, για τραυματισμό στο δεξιό μηριαίο οστό, ως είναι και το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, θεωρούμε ότι η αναφορά σε αριστερό μηριαίο οστό (left femur), επί των ακτινογραφιών που έβγαλε η ΜΕ6, σχετίζεται με κάποια παραδρομή που δεν επηρέασε όμως, εν τέλει, την ορθότητα του ευρήματος, αφού είναι, από όλες τις πλευρές, αποδεκτό πως ο τραυματισμός του εφεσίβλητου αφορά στο δεξιό μηριαίο οστό. Συνεπώς, δεν κρίνουμε ότι το γεγονός δύναται να επηρεάσει σε οτιδήποτε την ορθότητα του σχετικού ευρήματος.
Απολήγουμε, στη βάση των όσων έχουμε πιο πάνω εξηγήσει, ότι ο λόγος έφεσης 7 είναι ανεδαφικός, και ως τέτοιος κρίνεται αβάσιμος.
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, βάλλεται το πρωτόδικο συμπέρασμα με το οποίο κρίθηκε πως, για την επίδικη σύγκρουση, ο εφεσίβλητος 1 (στην έφεση 72/2019), οδηγός του οχήματος, ήταν υπεύθυνος αμέλειας σε ποσοστό 70% και ο εφεσείοντας, στην ίδια έφεση, οδηγός της μοτοσυκλέτας, υπεύθυνος συντρέχουσας αμέλειας σε ποσοστό 30%. Θέση των εφεσειόντων είναι πως η προσαχθείσα μαρτυρία και τα γεγονότα της υπόθεσης υποστηρίζουν ότι η ευθύνη του εφεσίβλητου 1, στην έφεση 72/2019, είναι μηδαμινή ή τουλάχιστον πολύ χαμηλότερη του 70%, αφού αυτός έλαβε όλα τα δέοντα μέτρα που αναμένονταν από ένα λογικό άτομο. Εν πρώτοις, σημειώνουμε ότι η προσαχθείσα μαρτυρία και τα γεγονότα έτυχαν αξιολόγησης από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο δεν αποδέχθηκε κάθε μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του. Αντίθετα, στη βάση ορθής αξιολόγησης και αποδεκτής μαρτυρίας, ως έχουμε ήδη καταλήξει πιο πάνω, αυτό οδηγήθηκε σε ορθά ευρήματα επί των γεγονότων. Περαιτέρω, θεωρούμε ότι, το πρωτόδικο Δικαστήριο, έλαβε υπόψη του κάθε ουσιώδες γεγονός και το συνεκτίμησε ορθά. Ο οδηγός του οχήματος – εφεσίβλητος 1 (στην έφεση 72/2019), εισήλθε εντός της κανονικής πορείας του οδηγού της μοτοσυκλέτας και συγκρούστηκε μαζί του. Η νομολογία στην οποία βασίστηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο (βλέπετε (1) Ηρακλέους v. Χήρα (1996) 1Β Α.Α.Δ. 1374 και (2) Katsiou v. Shiakallis (1969) 1 C.L.R. 346) είναι καθόλα σχετική και καθοδηγητική. Θα προσθέταμε δε και την υπόθεση Παπακώστα και Άλλου v. Ζιπιτή (2002) 1 Α.Α.Δ. 231. Συνακόλουθα, η απόδοση ποσοστού ευθύνης 70%, κρίνεται εύλογη και δίκαιη, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, που αν δεν υπήρχαν (απουσία φωτισμού στη μοτοσυκλέτα) η ευθύνη θα ήταν αποκλειστική.
Σ’ ότι αφορά στη χρήση οχήματος χωρίς φωτισμό, το ποσοστό ευθύνης, ως υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, κυμαίνεται, νομολογιακά, μεταξύ 25% και 35% (βλέπετε (1) Θεοφάνους v. Κουρουκλά (2006) 1 Α.Α.Δ. 528 και (2) Κωνσταντίνου v. Παναγιώτου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1585). Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, καταλόγισε, ορθά, και εντός εύλογης νομολογιακής παραμέτρου, ποσοστό ευθύνης 30% στον οδηγό της μοτοσυκλέτας (εφεσείοντα στην έφεση 72/2019) ως συντρέχουσα αμέλεια, αφού αυτός, παρ’ ότι βρισκόταν, κατά τη σύγκρουση, εντός της ορθής πορείας του, η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε, ενώ ήταν βράδυ, δεν έφερε φωτισμό, με αποτέλεσμα να μην έχει πάρει μέτρα για τη δική του ασφάλεια. Άλλωστε, ως κρίθηκε στην υπόθεση Σαμαρά και Άλλος v. Πιπονίδου και Άλλος (2013) 1 Α.Α.Δ. 629, η στάθμευση ή η παραμονή οχήματος στον αυτοκινητόδρομο κατά τη διάρκεια της νύχτας, και χωρίς φώτα, σε σκοτεινό δρόμο, αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία για αμέλεια. Στη βάση των πιο πάνω, κρίνουμε ότι δεν παρέχεται περιθώριο ανατροπής του προαναφερόμενου καταμερισμού ευθύνης, ο οποίος βρίσκεται εντός των αρχών και του μέτρου που έχει καθορίσει η νομολογία. Παρέμβαση θα δικαιολογούνταν μόνο αν ο εν λόγω καταμερισμός κρινόταν καταφανώς εσφαλμένος (βλέπετε Κλεάνθους κ.α. v. Ευαγγέλου (1998) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1681), που δεν είναι όμως η περίπτωση ενώπιον μας.
Συνεπώς, ο λόγος έφεσης 4, κρίνεται αβάσιμος.
Με τον λόγο έφεσης 8, οι εφεσείοντες παραπονούνται επειδή το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε τόκο επί των γενικών αποζημιώσεων από τις 09.09.2007, παρ’ ότι η αγωγή του εφεσίβλητου καταχωρίστηκε στις 19.10.2009 (ήτοι 2 χρόνια και 7 μήνες), ενώ το ατύχημα έλαβε χώρα στις 09.03.2007, η δε έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 07.02.2011, ήτοι 4 χρόνια, σχεδόν, αργότερα, αλλά και ότι στις 17.01.2012 καταχωρίστηκε τροποποιημένη έκθεση απαίτησης. Τοιουτοτρόπως, σύμφωνα με τους εφεσείοντες, έχει επιβραβευθεί η αδράνεια του εφεσίβλητου.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στο Άρθρο 58Α του Κεφ. 149, ενασχολήθηκε με το ζήτημα του τόκου, ως ακολούθως:
«280 Στη συγκεκριμένη περίπτωση παρατηρείται καθυστέρηση στην καταχώριση της αγωγής σε σχέση βεβαίως με την ημερομηνία του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και τη γένεση κατ΄ επέκταση του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα. Υπενθυμίζεται πως ενώ το επίδικο τροχαίο ατύχημα συνέβη στις 9/3/2007 εντούτοις η αγωγή δεν καταχωρίσθηκε μέχρι και τις 19/10/2009.
281 Παρά και το γεγονός ότι δεν ακούστηκε οποιαδήποτε επιχειρηματολογία επί του συγκεκριμένου θέματος το Δικαστήριο είναι σε θέση να λάβει υπόψη του τους οποιουσδήποτε σχετικούς παράγοντες όπως, παραδείγματος χάριν, την αβέβαιη κατάσταση της υγείας του ενάγοντα ως προς τη διαμόρφωση και της αξίωσης του για μια σχετικά μεγάλη χρονική περίοδο ακόμη και μέχρι την ημερομηνία του επανακατάγματος τον Ιανούαριο του 2009. Θεωρεί όμως πως η δυνατότητα καταχώρισης αγωγής μετά και από μια χρονική περίοδο μερικών μηνών από αυτό το συμβάν υπήρχε και καθορίζει αυτή τη χρονική περίοδο σε αυτή των 3 μηνών. Επομένως, κρίνεται πως υπήρχε η δυνατότητα καταχώρισης αγωγής τουλάχιστον 6 μήνες πριν από την ημερομηνία καταχώρισης της, δηλαδή περίπου δύο χρόνια μετά και από την ημερομηνία του επίδικου τροχαίου ατυχήματος.
283 Συνεπώς, σύμφωνα και με το άρθρο 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου, λαμβάνοντας υπόψη και τον περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμο του 2008 (Ν. 81(Ι)/2008)ο τόκος ο οποίος επιδικάζεται επί του ποσού της απόφασης από τις 9/9/2007 μέχρι και τις 15/10/2008 θα είναι 8% ετησίως ενώ από τις 15/10/2008 θα είναι 5,5% ετησίως σύμφωνα με τα εδάφια (2) και (4) του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)και στη συνέχεια σύμφωνα με το σχετικό στην κάθε περίπτωση διάταγμα αναθεώρησης εκδιδόμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, όπως, στις περιπτώσεις του περί του Καθορισμού του Δικαστικού Επιτοκίου του 2014 (4%), του περί του Καθορισμού του Δικαστικού Επιτοκίου του 2015 (4%), του περί του Καθορισμού του Δικαστικού Επιτοκίου του 2016 (3,5%) και του του περί του Καθορισμού του Δικαστικού Επιτοκίου του 2017 (3,5%) μέχρι εξοφλήσεως.
Καθίσταται αντιληπτό, από τα πιο πάνω αποσπάσματα, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στέρησε από τον εφεσίβλητο τόκους, μόνο για μία περίοδο 6 μηνών, λόγω καθυστέρησης στην καταχώριση της αγωγής, χωρίς, όμως, να αφαιρέσει έτι περαιτέρω χρονική περίοδο λόγω της καθυστέρησης στην καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αλλά, και τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Εδώ είναι που εστιάζεται το παράπονο των εφεσειόντων.
Ως διαφαίνεται, η πρωτόδικη κρίση ασκήθηκε κατά τρόπο που δεν συνυπολογίστηκε, ή δεν αξιολογήθηκε, η περίοδος των 4 περίπου ετών από την καταχώριση της αγωγής μέχρι την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αλλά και μεταγενέστερη περίοδος όπου καταχωρίστηκε τροποποιημένη έκθεση απαίτησης. Κρίνουμε χρήσιμο να παραπέμψουμε, στα όσα αποφασίστηκαν στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Α. Εργοληπτική Εταιρεία Γιαννάκης Γιάννη Συμεού & Υιοί Λτδ (ανωτέρω), τα οποία έχουν ως ακολούθως:
«Στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.ά. v. Φραντζή (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1295, λέχθηκε ότι με βάση το άρθρο 58Α του Κεφ. 148, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ο χρόνος από τον οποίο θα άρχεται ο τόκος. Ευχέρεια που όμως αιτιολογείται δικαστικά και με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης. Εκτός ιδιαιτέρων συνθηκών, δεν είναι ορθό ο υποστείς τραυματισμούς από την αδικοπραξία του αντιδίκου του να μην λαμβάνει και το ευεργέτημα του νόμιμου τόκου από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του τρόπου εφαρμογής του συγκεκριμένου άρθρου προσφέρει η υπόθεση Φοινικαρίδης (ανωτέρω).
Καθοδηγούμενο και από την υπόθεση Χρυσάνθου (ανωτέρω), το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι το διαρρεύσαν διάστημα των 28 μηνών από την ημερομηνία του ατυχήματος μέχρι και την ημερομηνία έγερσης της αγωγής δικαιολογούσε την απόκλιση από την επιδίκαση του τόκου από την ημερομηνία του ατυχήματος, ενόψει της μη προβολής οποιασδήποτε δικαιολογίας για την καθυστέρηση αυτή. Παρά ταύτα, δεν έλαβε υπόψη την καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής από την ημερομηνία έγερσης της και μετέπειτα, εφόσον παρατηρήθηκε καθυστέρηση 2½ ετών στην καταχώριση έκθεσης απαίτησης χωρίς και πάλι να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση ή έστω να διαφαινόταν από τα ενώπιον του πρωτόδικο Δικαστηρίου δεδομένα ότι υπήρχε βάσιμος λόγος για αυτή την καθυστέρηση.
Η αγωγή καταχωρίστηκε δύο έτη μετά από το επίδικο ατύχημα και η έκθεση απαίτησης 2½ έτη αργότερα από την καταχώριση της αγωγής….»
Κρίνουμε, ότι, δεδομένων των γεγονότων που αφορούν στην παρούσα υπόθεση, συνυπολογιζόμενων των τραυματισμών του εφεσείοντα και του χρόνου που δικαιολογημένα απαιτήθηκε μέχρι την αποκρυστάλλωση τους, υπάρχουν περιθώρια επέμβασης στην πρωτόδικη κρίση, σ’ ότι αφορά στο θέμα του υπολογισμού του τόκου. Παρ’ ότι εκ μέρους των εφεσειόντων δεν προωθήθηκε αίτηση για απόρριψη της αγωγής, αφού δεν καταχωρούνταν η έκθεση απαίτησης, φρονούμε ότι, επειδή πρόκειται για πολύ μεγάλη χρονική περίοδο, δικαιολογείται περαιτέρω περιορισμός της εν λόγω περιόδου, κατά το ήμισυ της, δηλαδή για την περίοδο από την 09.09.2007 μέχρι, την καταχώριση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, ήτοι 17.01.2012. Όσον αφορά στο υπόλοιπο μέρος της επιδίκασης τόκου αυτό επικυρώνεται ως ορθό, με την ανάλογη διαφοροποίηση ως ανωτέρω.
Συνακόλουθα των προλεγόμενων, ο λόγος έφεσης 8 κρίνεται βάσιμος.
Έφεση 72/2019 (Λόγος έφεσης 1 περιλαμβανομένου του λόγου έφεσης 5 στην Έφεση 71/2019)
Με την έφεση 72/2019, με τον λόγο έφεσης 1, αμφισβητείται η επάρκεια του ύψους των γενικών αποζημιώσεων που καθόρισε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήτοι €120.000,00, (επί πλήρους ευθύνης) στη βάση των τραυματισμών του εφεσείοντα. Το ύψος βέβαια των γενικών αποζημιώσεων, που επιδικάστηκαν, αμφισβητείται, ως υπερβολικό, και από τους εφεσείοντες στην έφεση 71/2019, με τον λόγο έφεσης 5, ως εκ τούτου οι δύο αυτοί λόγοι συνεξετάζονται.
Οι διαπιστωθέντες τραυματισμοί του εφεσείοντα και όποια παρεπόμενη συνέπεια ή αντίκτυπος εξ αυτών, που έχει συνυπολογισθεί, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, συνίστανται στα πιο κάτω διατυπωθέντα στην εκκαλούμενη απόφαση, τα οποία έχουν ως ακολούθως:
«363.9 Ως αποτέλεσμα της επίδικης σύγκρουσης στις 9/3/2007 ο ενάγων υπέστη τις ακόλουθες σωματικές βλάβες.
363.9.1. Κρανιοεγκεφαλική κάκωση.
363.9.2. Αιμορραγικές θλάσεις εγκεφάλου.
363.9.3. Κάκωση προσώπου με κατάγματα ρινός.
363.9.4. Συντριπτικό κάταγμα δεξιού μηριαίου οστού πρώτου βαθμού.
363.9.5. Κάταγμα δεξιάς ποδοκνημικής τύπου pilon, κάταγμα κάτω πέρατος κνήμης και διατομή οπισθίου κνημιαίου τένοντα.
363.10 Η αρχική αντιμετώπιση των τραυμάτων του ενάγοντα έγινε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου με ακινητοποίηση του δεξιού ποδιού με γύψινο νάρθηκα.
363.11 Λόγω της σοβαρότητας της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης ο ενάγων μεταφέρθηκε στις 10/3/2007 από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας διασωληνωμένος και υπό καταστολή με μηχανική υποστήριξη αναπνοής.
363.12 Αρχικά η αντιμετώπιση των σωματικών βλαβών τις οποίες υπέστη ο ενάγων ήταν η ακόλουθη.
363.12.1. Εισαγωγή στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας.
363.12.2. Συνεχή παρακολούθηση της ενδοκρανιακής πίεσης μέσω τοποθέτησης ενδοκρανιακού καθετήρα.
363.13 Στη συνέχεια στις 13/3/2007 ακολούθησε επιτυχής αφύπνιση/ απογαλακτισμός από τον αναπνευστήρα, σταθεροποίηση και μεταφορά του στην νευροχειρουργική κλινική αρχικά με μέτρηση σε Κλίμακα Γλασκώβης 13/15 χωρίς εστιακή νευρολογική σημειολογία, ενίοτε ήταν συγχυτικοδιεγερτικός με συνεχή βελτίωση μέχρι την μεταφορά του στην ορθοπεδική κλινική.
363.14 Στις 19/3/2007 ο ενάγων χειρουργήθηκε με τοποθέτηση ενδομυελικού ήλου κατάγματος δεξιού μηριαίου, ανοικτή ανάταξη και οστεοσύνθεση κατάγματος δεξιάς ποδοκνημικής, συρραφή οπίσθιου κνημιαίου τένοντα και στη συνέχεια ακινητοποίηση σε γύψινο νάρθηκα.
363.15 Στις 30/3/2007 ο ενάγων εξήλθε του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας με οδηγίες να παρακολουθείται ως εξωτερικός ασθενής στην Ορθοπεδική και Νευροχειρουργική Κλινική.
363.16 Στις 20/6/2007 ο ενάγων νοσηλεύτηκε στο Ορθοπεδικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου με λοίμωξη του χειρουργικού τραύματος και στις 26/6/2007 έγινε χειρουργικός καθαρισμός του τραύματος.
363.17 Στις 19/7/2007 αφαιρέθηκαν στο χειρουργείο οι περιφερικές βίδες του ενδομυελικού ήλου και επετράπη φόρτιση του σκέλους. Διαπιστώθηκε ικανοποιητική κίνηση του γόνατος και της δεξιάς ποδοκνημικής αλλά και ευμεγέθης πώρος στην περιοχή του κατάγματος.
363.18 Στη συνέχεια και πριν από την έκδοση του ιατρικού πιστοποιητικού ημερομηνίας 20/3/2008 του Δρ. Παπαγιάννη (τεκμήριο 26) ο ενάγων παρουσίασε εστίες φλεγμονής στο δεξιό μηριαίο οι οποίες παροχετεύθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και παρά και το γεγονός ότι συνέχισε να λαμβάνει αντιβίωση εξακολουθούσε να παρουσιάζει εστίες φλεγμονής με εκροή μολυσματικού υγρού ενώ η αφαίρεση του ήλου για αντιμετώπιση της φλεγμονής δεν ήταν ασφαλής.
363.19 Λόγω του νεαρού της ηλικίας του ενάγοντα, της μόλυνσης στο μηριαίο και της ύπαρξης υλικών οστεοσύνθεσης υπήρχε κίνδυνος πιο γενικευμένης μόλυνσης στον μηρό, δηλαδή πανδιαφυσίτιδας με κίνδυνο είτε για τη ζωή του είτε για τη βιωσιμότητα του ποδιού.
363.20 Εξαιτίας των όσων αναφέρονται πιο πάνω κρίθηκε από επιτροπή ειδικών ορθοπεδικής με έγκριση από το Υπουργείο Υγείας αναγκαία η παραπομπή του ενάγοντα στο νοσοκομείο Μετροπόλιταν για επιπρόσθετη χειρουργική αντιμετώπιση.
363.21 Η εισαγωγή του ενάγοντα στο νοσοκομείο Μετροπόλιταν έγινε στις 28/3/2008 όπου και παρέμεινε μέχρι τις 19/4/2008 πάσχοντας από σηπτική ψευδάρθρωση δεξιού μηριαίου με οστικό έλλειμα. Κατά την νοσηλεία του υποβλήθηκε σε αφαίρεση του ενδομυελικού ηλού, πολλαπλούς χειρουργικούς καθαρισμούς και συγκράτηση της ψευδάρθρωσης με εξωτερική οστεοσύνθεση.
363.22 Στις 25/6/2008 έγινε νέα εισαγωγή του ενάγοντα στο νοσοκομείο Μετροπόλιταν μέχρι τις 6/7/2008 όπου υποβλήθηκε σε τροποποίηση-διόρθωση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης, ευρύ χειρουργικό καθαρισμό και οστεομεταμόσχευση.
363.23 Στις 6/9/2008 έγινε νέα εισαγωγή του ενάγοντα στο νοσοκομείο Μετροπόλιταν όπου και υποβλήθηκε σε αφαίρεση υλικών και χειρουργικό καθαρισμό.
363.24 Στη συνέχεια έλαβε εξιτήριο στις 15/9/2008 με σύσταση για λήψη αντιβιοτικών επί μακρόν και παρακολούθηση με εργαστηριακές εξετάσεις των δεικτών φλεγμονής ως επίσης και σύσταση για επάνοδο εάν παρατηρούνταν στοιχεία τα οποία να δικαιολογούν υποτροπή της λοίμωξης.
363.25 Μετά και από αυτή την ημερομηνία δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε υποτροπή της λοίμωξης και ούτε και χρειάστηκε όπως ο ενάγων υποστεί εκ νέου οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση για αντιμετώπιση αναβίωσης ουσιαστικά τέτοιας μόλυνσης.
363.26 Περίπου στις αρχές Δεκεμβρίου του 2008 ο ενάγων άρχισε να βαδίζει δίχως βοήθεια.
363.27 Στις 8/1/2009 ενώ ο ενάγων βάδιζε υπέστη επανακάταγμα του δεξιού μηριαίου. Ως αποτέλεσμα έγινε εισαγωγή του στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου μέχρι και τις 15/1/2009. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του χειρουργήθηκε με αποτέλεσμα να υποστεί και πάλι ακινητοποίηση του δεξιού ποδιού του για χρονική περίοδο 4 μηνών. Ο λόγος για τον οποίο υπέστη επανακάταγμα ο ενάγων ήταν διότι δεν θα έπρεπε μετά και από την έξοδο του από το νοσοκομείο Μετροπόλιταν να είχε φορτίσει το δεξιό του πόδι για χρονική περίοδο 6 μηνών.
363.28 Στη συνέχεια ο ενάγων δεν υποβλήθηκε σε οποιεσδήποτε νέες χειρουργικές επεμβάσεις αλλά ούτε και υπέστη οποιοδήποτε νέο κάταγμα λόγω αδυναμίας του μηριαίου οστού.
363.29 Η κρανιοεγκεφαλική κάκωση την οποία υπέστη ο ενάγων αποκαταστάθηκε πλήρως δίχως οποιοδήποτε νευρολογικό κατάλοιπο.
363.30 Αναφορικά με τα κατάλοιπα από τις σωματικές βλάβες τις οποίες υπέστη ο ενάγων από το επίδικο τροχαίο ατύχημα κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο αποδέχεται ως ορθά τα ευρήματα του Μ. Υ. 6, Δρ. Ηλία Γεωργίου, τα οποία αναφέρονται με λατινική αρίθμηση από (i) έως και (xvi) στις σελίδες 5 έως 6 του ιατρικού πιστοποιητικού του ημερομηνίας 23/6/2014 (τεκμήριο 90) όπως επίσης αποδέχεται και το συμπέρασμα του αναφορικά με «βαθμό μείωσης των αποθεματικών του ικανοτήτων για παρατεταμένες εργώδεις δραστηριότητες υπερφόρτισης του μέλους» σε σχέση με τον τραυματισμό του δεξιού κάτω άκρου.
363.31 Επίσης αποδέχεται το Δικαστήριο τη διαπίστωση του Μ. Ε. 5, Δρ. Χαράλαμπος Καμπούρης, ότι το δεξιό μηριαίο οστό του ενάγοντα είναι «.παραμορφωμένο, σκληρυντικό στη μεσότητα, χωρίς παρουσία ενδοαυλικού αυλού, αδύνατο εμβιομηχανικά πράγμα το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε κάταγμα με χρήση χαμηλής βίας» ενώ ο ενάγων δεν «.μπορεί να εκτελεί βαριά χειρονακτική (sic) εργασία μεταφορά φορτίων και παρατεταμένη βάδιση» με επιφύλαξη όμως ως προς τη χρήση του όρου «χαμηλή βία» ο οποίος κρίνεται αόριστος.
363.32 Καταλήγει ουσιαστικά το Δικαστήριο σε εύρημα πως υπάρχει αδυναμία και μείωση ανθεκτικότητας του δεξιού μηριαίου οστού του ενάγοντα η οποία το καθιστά πιο αδύνατο και ευάλωτο σε περίπτωση άσκησης οποιασδήποτε πίεσης ή βίας σε αυτό με κίνδυνο πιο εύκολα να προκληθεί κάταγμα σε σύγκριση με ένα φυσιολογικό οστό το οποίο δεν έχει υποστεί τα όσα έχει υποστεί το δεξιό μηριαίο οστό του ενάγοντα.
363.33 Ο ενάγων είναι σε θέση να εργαστεί σε εργασία στην οποία να μην απαιτείται η εκτέλεση βαριάς χειρωνακτικής μεταφοράς φορτίων και παρατεταμένη βάδιση.»
Εξετάσαμε με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των δύο πλευρών, καθώς, και τις αυθεντίες που οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επικαλούνται, αλλά, και τα σχετικά επιχειρήματα βασισμένα στα ευρήματα του Δικαστηρίου, προς υποστήριξη των εισηγήσεων και των θέσεων τους. Ως προκύπτει, μέσα από την εκκαλούμενη απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει το ποσό των €120.000,00 (επί πλήρους ευθύνης) αναφέρθηκε στις υποθέσεις (1) Τζιβανίδης v. Μιχαηλίδης (2008) 1 Α.Α.Δ. 218, (2) Αζόφ v. Προδρόμου κ.α. (2006) 1 Α.Α.Δ. 331, (3) Παναγή v. Κακόψιτου (2001) 1 Α.Α.Δ. 839 και (4) Gevorest Sleep Designs Ltd v. Μιχαηλίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 456/2011, ημερομηνίας 25.01.2018, ECLI:CY:AD:2018:A45.
Βέβαια, παρεμβάλλει χρήσιμο να παρατηρήσουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, αν και αναφέρθηκε στην παράμετρο της απώλειας μελλοντικών απολαβών, με αναφορά στην υπόθεση D &G Icos Sicapi Ltd v. D&G Products Ltd κ.α. (2012) 1 Α.Α.Δ. 2315, ως διαφαίνεται, έλαβε υπόψη του αυτή την παράμετρο για να καθορίσει ενιαία τις γενικές αποζημιώσεις. Αυτή όμως η προσέγγιση δεν βρίσκει έρεισμα στη νομολογία. Στην υπόθεση Τυλλής v. Tran Thi Duc, Πολιτική Έφεση Αρ. 78/2019, ημερομηνίας 29.04.2025, υπήρξε, πρωτοδίκως, παρόμοια προσέγγιση, πλην όμως, το Εφετείο αποφάνθηκε ως ακολούθως:
«Ακόμη, προκύπτει ότι στο ποσό των €100.000,00 συμπεριελήφθηκε και το γεγονός ότι η εφεσίβλητη δεν μπορούσε πλέον να εργάζεται ως οικιακή βοηθός, προφανώς, ως απώλεια μελλοντικών απολαβών, χωρίς, όμως, το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί σε διαχωρισμό των δύο ποσών, ως απαιτεί η νομολογία (βλέπε υπόθεση Χριστοδούλου v. Αγαθοκλέους (1997) 1 Α.Α.Δ. 396, Φοινικαρίδης και Άλλη v. Γεωργίου και Άλλων (1991) 1 Α.Α.Δ. 475 και Προεστός v. Προδρόμου κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 326/2011, ημερομηνίας 12.04.2017, ECLI:CY:AD:2017:A140). Άλλωστε, ενδέχεται κάποιος διάδικος να διαφωνεί με το ποσό των γενικών αποζημιώσεων για πόνο και ταλαιπωρία και να συμφωνεί με το ποσό απώλειας μελλοντικών απολαβών, οπότε δεν θα μπορέσει να διαχωρίσει τη διαφωνία του, στην πράξη, με λόγο έφεσης. Επιπλέον, οι αποζημιώσεις για απώλεια μελλοντικών απολαβών δεν θα πρέπει να φέρουν τόκο, οπότε, αν τα δύο ποσά ενωθούν σε ένα θα επιβάλλεται τόκος και για τα δύο, με αποτέλεσμα την πρόκληση αδικίας για τον οφειλέτη των ποσών (βλέπε Χριστοδούλου, ανωτέρω).
Η επιλογή του πρωτόδικου Δικαστηρίου να καθορίσει ένα ενιαίο ποσό στερεί το Εφετείο να κατανοήσει σε ποια βάση δόθηκε το ποσό των €100.000,00.»
Στην παρούσα υπόθεση, διαπιστώνεται ότι ο εφεσείοντας στην αγωγή του αξίωσε, ξεχωριστά «Β. Γενικές αποζημιώσεις δια τους σοβαρότατους τραυματισμούς του…» και, ξεχωριστά, «Γ. Γενικές αποζημιώσεις για απώλεια μελλοντικών απολαβών καθ’ ότι η ικανότητα του για εργασία μειώθηκε δραστικά». Επομένως, υπήρχε το αναγκαίο δικογραφικό υπόβαθρο, αλλά, και η νομολογιακή επιταγή για διαχωρισμό των δύο πιο πάνω αξιώσεων.
Έχοντας κατά νου την πρόνοια του Άρθρου 25(3) του Ν. 14/1960, τις πρόνοιες του Μέρους 41.12(1) και 41.13(4) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, αλλά και το γεγονός ότι οι συνήγοροι των διαδίκων έχουν τοποθετηθεί, τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον μας, για τα θέματα των αποζημιώσεων γενικότερα, που εδώ απασχολούν, θα προβούμε στα δικά μας συμπεράσματα, δεδομένου και του γεγονότος ότι τα σχετικά ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν έχουν ανατραπεί ή διαφοροποιηθεί.
Έχουμε μελετήσει τις πιο πάνω αυθεντίες. Λαμβάνοντας υπόψη τη χρονολογία αυτών (οι υπ’ αριθμό 1-3 είναι πολύ παλαιές), την ηλικία του εφεσείοντα, αλλά και τη σοβαρότητα των τραυμάτων του, θεωρούμε ότι η υπόθεση Gevorest Sleep Designs Ltd (ανωτέρω) είναι πιο καθοδηγητική ως προς τη χρονολογία της, αλλά, και πλησιέστερη ως προς τη σοβαρότητα των τραυμάτων του εδώ εφεσείοντα όχι, όμως, της ίδιας σοβαρότητας, με διακριτά στοιχεία το γεγονός ότι η ζωή του εφεσείοντα δεν κινδύνευσε, αυτός βαδίζει κανονικά, χωρίς χωλότητα, δεν απώλεσε την ανικανότητα προς εργασία, έστω και αν αυτή επηρεάστηκε. Τα συμπτώματα ή οι συνέπειες που παρουσιάζει ο εφεσείοντας, χωρίς να θεωρούμε ότι οι τραυματισμοί του δεν ήταν σοβαροί ή ότι δεν υπέφερε, ως λεπτομερώς, άλλωστε, κατέγραψε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν είναι της ίδιας εμβέλειας.
Ειδικότερα, στην υπόθεση Gevorest Sleep Designs Ltd (ανωτέρω), ο εκεί εφεσίβλητος υπέστη εκτεταμένη κάκωση στην ποδοκνημική χώρα που χρειάστηκε μεγάλη περίοδος για πώρωση του κατάγματος, ώστε η ακινητοποίηση του ποδιού να συνέτεινε στην ανάπτυξη αλγοδυστροφίας και στη μη πλήρη αποκατάσταση του βαδίσματος του. Υπέστη και αυτός, ως ο εδώ εφεσείοντας, αρκετές χειρουργικές επεμβάσεις για αποκατάσταση. Η βλάβη στην ποδοκνημική χώρα εμπόδιζε τον εφεσίβλητο στη βάδιση και του προκαλούσε χωλότητα, η δε ανικανότητα του για εργασία θεωρήθηκε δεδομένη, ενώ ο πόνος από την αλγοδυστροφία ήταν συνεχής και έντονος ακόμη και σε ώρες ανάπαυσης. Το ποσό των €100.000,00, ως γενικές αποζημιώσεις, που επιδικάστηκε πρωτόδικα, επιβεβαιώθηκε κατ’ έφεση.
Λαμβάνοντας υπόψη τους τραυματισμούς του εφεσείοντα, τις συνέπειες αυτών, αλλά, και τον πόνο και την ταλαιπωρία που αυτός υπέστη, μη υπολογιζόμενου, όμως, του γεγονότος του επανακατάγματος στις 08.01.2009, ως μη απότοκου του επίδικου δυστυχήματος, ως καταγράφεται στα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κρίνουμε ότι το ποσό των €80,000,00, επί πλήρους ευθύνης, είναι εύλογο, χωρίς, όμως, συνυπολογισμό απώλειας μελλοντικών απολαβών, ζήτημα το οποίο θα εξεταστεί, στη συνέχεια, ξεχωριστά.
Ερχόμενοι στην αξίωση για απώλεια μελλοντικών απολαβών, προκύπτει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε πως αν και «ο ενάγων είναι σε θέση να εργαστεί εντούτοις αναμφίβολα η ικανότητα του για εργασία επηρεάζεται από το τραύμα στο δεξί του πόδι και το πόσο ευάλωτο αυτό είναι έτσι ώστε να μην είναι σε θέση να αναλάβει χειρονακτική εργασία με μεταφορά φορτίου και παρατεταμένη βάδιση». Κρίθηκε, ουσιαστικά, και με βάση άλλες αναφορές, πως, παρ’ ότι εργαζόταν ως οδηγός πλατφόρμας για πολλές ώρες κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο επηρεασμός της εν λόγω ικανότητας είναι δεδομένος.
Ο εφεσείοντας, 17 ετών, κατά το επίδικο δυστύχημα και 28 ετών, περίπου, κατά την ημερομηνία έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης, σε συνυφασμό με το γεγονός ότι δεν διαπιστώνεται εύρημα για τα επ’ ακριβή εισοδήματα του, καθ’ ότι, ως διαφάνηκε, δεν δηλώνονταν στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, καθίσταται αντιληπτό πως δεν προσφέρεται η υιοθέτηση πολλαπλασιαστή και πολλαπλασιαστέου. Προσφέρεται, όμως, εναλλακτικά, κατ’ εφαρμογή της σχετικής νομολογίας, η υιοθέτηση ενός κατ’ αποκοπήν ποσού. Στην υπόθεση Θεοφάνους v. Κουρουκλά (ανωτέρω), επιδικάστηκε, το 2006, κατ’ έφεση, προς όφελος του εκεί εφεσίβλητου, που ήταν ηλικίας 16 ετών κατά τον χρόνο του δυστυχήματος και 24 ετών κατά τον χρόνο της πρωτόδικης δίκης, ποσό ΛΚ30.000,00, αφορών στη μείωση της εισοδηματικής του ικανότητας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ήταν καλαθοσφαιριστής και θα είχε απώλεια λόγω των τραυμάτων του και των μόνιμων κατάλοιπων που παρέμειναν.
Ως προκύπτει από τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αλλά, και τα πρακτικά της δίκης, ο εφεσείοντας δεν είχε ιδιαίτερη μόρφωση ή εξειδίκευση ως τεχνίτης σε οποιαδήποτε εργασία. Ο επηρεασμός, όμως, της εισοδηματικής του ικανότητας παραμένει δεδομένος. Το σχετικό εύρημα, του πρωτόδικου Δικαστηρίου, συνίσταται στο ότι «Ο ενάγων είναι σε θέση να εργαστεί σε εργασία στην οποία να μην απαιτείται η εκτέλεση βαριάς χειρονακτικής μεταφοράς φορτίων και παρατεταμένη βάδιση». Λαμβάνοντας υπόψη τα προλεγόμενα, κρίνουμε ότι το ποσό των €50.000,00 (επί πλήρους ευθύνης), λόγω του νεαρού της ηλικίας του, είναι εύλογο και δικαιολογημένο, υπό τις περιστάσεις, ως απώλεια μελλοντικών απολαβών.
Υπό τα πιο πάνω δεδομένα προκύπτει ότι ο λόγος έφεσης 1, με την έννοια της αύξησης ουσιαστικά του ποσού που επιδικάστηκε πρωτόδικα (επί πλήρους ευθύνης), είναι βάσιμος, ενώ στη βάση του ίδιου σκεπτικού, δεδομένου ότι το ποσό δεν μειώνεται, ως είναι το αίτημα, ο λόγος έφεσης 5 στην έφεση 71/2019, κρίνεται αβάσιμος.
Τέλος, ως προς τη θέση του συνηγόρου του εφεσείοντα στην έφεση 72/2019 ότι οι εφεσίβλητοι δεν είχαν locus standi στην παρούσα διαδικασία, επειδή ο εφεσίβλητος 1 δεν καταχώρισε έφεση, δεν θεωρούμε ότι είναι βάσιμη. Οι εφεσίβλητοι 2 νομιμοποιούνταν στην αμφισβήτηση της εκκαλούμενης απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον τους ως εκ προστήσεως υπεύθυνοι.
Ενόψει όλων των προλεγόμενων, η έφεση 71/2019 επιτυγχάνει μερικώς, λόγω της βασιμότητας του λόγου έφεσης 8 (στο θέμα του τόκου) καθώς επίσης, η έφεση 72/2019 επιτυγχάνει μερικώς, λόγω της βασιμότητας του λόγου έφεσης 1.
Συνακόλουθα η πρωτόδικη, εκκαλούμενη, απόφαση διαφοροποιείται ως ακολούθως:
1. Το επιδικασθέν, πρωτοδίκως, ποσό των €84.000,00, παραμερίζεται και επιδικάζεται, προς όφελος του εφεσείοντα στην έφεση 72/2019 και εναντίον των εφεσίβλητων 1 και 2, ως γενικές αποζημιώσεις, το ποσό των €56.000,00 (αφαιρουμένου ήδη του ποσοστού 30% λόγω συντρέχουσας αμέλειας, ήτοι €80.000,00, επί πλήρους ευθύνης, μείον 30% = €56.000,00), με τόκο ως επιδικάστηκε πρωτοδίκως με τη διαφοροποίηση όμως ως προς την χρονική περίοδο που επιδίκασε το παρόν Εφετείο. Ήτοι μείωση του τόκου στο ήμισυ της χρονικής περιόδου από 09.09.2007 μέχρι 17.01.2012.
2. Επιδικάζεται προς όφελος του εφεσείοντα στην έφεση 72/2019 και εναντίον των εφεσίβλητων 1 και 2, ως απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων (λόγω μείωσης της εισοδηματικής του ικανότητας), το ποσό των €35.000,00 (αφαιρουμένου ήδη του ποσοστού 30%, λόγω συντρέχουσας αμέλειας, ήτοι €50.000,00, επί πλήρους ευθύνης, μείον 30% = €35.000,00), πλέον νόμιμο τόκο από την ημέρα έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης (21.12.2018), μέχρι εξόφλησης.
Όσον αφορά στο υπόλοιπο μέρος της εκκαλούμενης απόφασης, αυτό επικυρώνεται.
Δεν επιδικάζονται έξοδα στην έφεση 71/2019, λόγω του περιορισμένου βαθμού επιτυχίας στο θέμα του τόκου (βλέπε υπόθεση Α. Εργοληπτική Εταιρεία Γιαννάκης Γιαννής Συμεού & Υιοί Λτδ (ανωτέρω). Θα ληφθεί, όμως, υπόψη το γεγονός ως προς τα έξοδα στην έφεση 72/2019.
Επιδικάζονται, προς όφελος του εφεσείοντα και εναντίον των εφεσίβλητων 1 και 2, έξοδα της έφεσης 72/2019, ύψους €1.680,00, για τον καθένα ξεχωριστά, πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει (μειωμένα από το σύνολο τους, κατά 1/5, λόγω του ότι ακούστηκε μαζί με την έφεση 71/2019, στην οποία υπήρξε έστω περιορισμένη επιτυχία όπου δεν επιδικάστηκαν έξοδα, ο δε ένας εκ των δύο λόγων έφεσης (της 72/2019) απέτυχε).
Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.
Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.
Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο