ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
31 Μαρτίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
(Ποινική Έφεση Αρ.: 195/2024)
ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
(Ποινική Έφεση Αρ.: 196/2024)
ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
(Ποινική Έφεση Αρ.: 197/2024)
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΚΑΤΣΑΜΠΑ,
Εφεσείουσα,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Προσωπικά, για τον Εφεσείοντα στις 195/2024 και 196/2024
Προσωπικά, για την Εφεσείουσα στην 197/2024
Χ. Θεμιστοκλέους (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τη Στυλιανίδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Ο εφεσείων προσβάλλει στην Ποινική Έφεση 195/2024 την καταδίκη του από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε 4 κατηγορίες, για αδικήματα που προέκυψαν από την πώληση προς ασθενή και τους συγγενείς της, ιατρικού αναλώσιμου, το οποίο παρεχόταν δωρεάν από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, έναντι €1500. Ο εφεσείων, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ιατρός στο εν λόγω νοσοκομείο, θα προέβαινε σε χειρουργική επέμβαση στην εν λόγω ασθενή.
Με την Ποινική Έφεση 196/2024, ο ως άνω εφεσείων, προσβάλλει τις ποινές οι οποίες του επιβλήθηκαν αναφορικά με τα αδικήματα της κατάχρησης εξουσίας και της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις.
Η εφεσείουσα με την Ποινική Έφεση 197/2024, προσβάλλει την καταδίκη και την ποινή της ως συνεργός σε σχέση με τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο εφεσείων και την καταδίκη της για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007. Κατά την ακρόαση ενώπιον του Εφετείου, περιόρισε την εν λόγω έφεση στην καταδίκη της.
Κατά την κοινή ακρόαση των πιο πάνω εφέσεων, οι εφεσείοντες, οι οποίοι εμφανίστηκαν προσωπικά, χωρίς δικηγόρο, ήγειραν ζήτημα παραμερισμού της καταδίκης τους, λόγω παραβίασης του δικαιώματός τους σε δίκαιη δίκη, το οποίο προστατεύεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
Σύμφωνα με τους εφεσείοντες, η παραβίαση του εν λόγω δικαιώματός τους, εδράζεται στους πιο κάτω λόγους.
Πρώτον, στην έλλειψη αντικειμενικής αμεροληψίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Έρεισμα για συμπέρασμα αμεροληψίας αποτελούν, κατά τους εφεσείοντες, οι αναφορές στην εκκαλούμενη απόφαση στο πρόσωπο της εφεσείουσας καθώς και σχόλιά του, με τα οποία απέρριψε τη θέση του εφεσείοντα ότι είχε στην κατοχή του, κατά την εγχείρηση το επίδικο ιατρικό αναλώσιμο (βαλβίδα) έτσι ώστε σε περίπτωση απροόπτου απώλειας, όπως παραδείγματος χάριν διά επιμόλυνσης, της υπάρχουσας στο νοσοκομείο βαλβίδας, να χρησιμοποιείτο η επιπλέον, δεύτερη αγορασθείσα βαλβίδα.
Περαιτέρω, οι εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι συμπέρασμα περί έλλειψης αντικειμενικής αμεροληψίας, τεκμηριώνεται, από το ότι κατά τον ισχυρισμό των εφεσειόντων, υπήρχε μία σχέση μεταξύ του πρωτόδικου Δικαστή και της κατά τους επίδικους χρόνους, Γενικής Διευθύντριας του Υπουργείου Υγείας, η οποία, σύμφωνα πάντα με τους ίδιους, διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στην ποινική τους δίωξη. H σχέση έγκειτο, σύμφωνα με τους εφεσείοντες, στο ότι η ίδια ενέκρινε ωφέλημα από το Υπουργείο το οποίο ελάμβανε ο Δικαστής, κατά τον επίδικο χρόνο. Επίσης, υποστήριξαν ότι ο ΜΚ8 ήταν ο θεράπων ιατρός του πατέρα του πρωτόδικου Δικαστή κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης. Οι εφεσείοντες χαρακτήρισαν τις δύο πιο πάνω, κατ’ ισχυρισμό σχέσεις, ως σχέσεις εξάρτησης του πρωτόδικου Δικαστή, οι οποίες δεν δεικνύουν αναπόδραστα έλλειψη αντικειμενικής αμεροληψίας του.
Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι η απόρριψη αιτήματος του συνηγόρου τους για αναβολή της ακρόασης από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενισχύει τη θέση τους για έλλειψη αμεροληψίας του. Την εν λόγω απόρριψη του αιτήματος αναβολής επικαλούνται και ως δεύτερο και αυτοτελή λόγο παραβίασης του δικαιώματος τους σε δίκαιη δίκη.
Ως τρίτο λόγο παραβίασης του δικαιώματος τους σε δίκαιη δίκη, οι εφεσείοντες προβάλλουν την παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας, η οποία, όπως υποστηρίζουν, τεκμηριώνεται από τα πιο πάνω αναφερόμενα σχόλια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, όπως καταγράφονται στην εκκαλούμενη απόφαση.
Ως τέταρτο λόγο παραβίασης του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, οι εφεσείοντες υποστήριξαν ότι υπήρξε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής ultima ratio, ήτοι η ποινική δίωξη τους δεν ήταν εν προκειμένω το έσχατο μέσο τιμωρίας τους, και ότι συναφώς αποτελούσε και κατάχρηση της ποινικής διαδικασίας.
Ένα πέμπτο επιχείρημα το οποίο προώθησαν με αναφορά σε νομολογία του ΕΔΑΔ, είναι ότι η απόφαση εναντίον τους προκαλεί chilling effect στην άσκηση της ιατρικής.
Τέλος, οι εφεσείοντες, υποστηρίζουν ότι το σωρευτικό αποτέλεσμα των πιο πάνω, αποδυνάμωσε ουσιωδώς τη θέση της υπεράσπισης και ενίσχυσε δυσανάλογα την Κατηγορούσα Αρχή, αποστερώντας τους από την προστασία που επιβάλλει το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
Στρεφόμαστε στο πρώτο ζήτημα που ήγειραν οι εφεσείοντες, σε σχέση με την έλλειψη αντικειμενικής αμεροληψίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, άλλως καλούμενη στη νομολογία και φαινομενική προκατάληψη.
Σημειώνουμε πρώτα τα πιο κάτω λεχθέντα στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ κ.α. v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ.: 142/22, 143/22, 149/22, ημερομηνίας 12.2.2026:
«Αναμφίβολα, η δίκη κατηγορουμένου προσώπου από Δικαστήριο το οποίο στερείται τα εχέγγυα της αμεροληψίας οδηγεί σε ακυρότητα της καταδικαστικής απόφασης, ανεξαρτήτως το πόσο δίκαιη υπήρξε η δικαστική διαδικασία (βλ. Millar v. Dickson [2002] 1 WLR 1615, PC, Human Rights and Criminal Justice, 3rd edn., Ben Emmerson QC, Andrew Ashworth QC, Alison MaxDonald, παρ. 11-50, σελ. 561).»
Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου DE T DOMIKI INVESTMENT LTD v. IRON MOUNTAIN CYPRUS LIMITED, Αίτηση Αρ. 1/2024, ημερομηνίας 18.1.2024, το ζήτημα της αντικειμενικής αμεροληψίας, εξετάστηκε στο πλαίσιο εξέτασης αιτήματος εξαίρεσης Δικαστή. Λέχθηκαν τα πιο κάτω:
«Η αμεροληψία και ανεξαρτησία του δικαστή, αποτελεί μια από τις βασικότερες αρχές, αν όχι τη βασικότερη αρχή δικαίου, με θεμελιακή σημασία στην απονομή της δικαιοσύνης. Συνδέεται με τη γνωστή αρχή δικαίου, ότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει μόνο να απονέμεται, αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται.
Εξηγήθηκε στην Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας κ.ά. (1994) 1 Α.Α.Δ. 268, 274, ότι «Το κριτήριο για εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν είναι αρκετές».
[…]
Το κριτήριο είναι κατά πόσο δημιουργείται φαινομενική προκατάληψη στα μάτια του μέσου εχέφρονα πολίτη που είναι ταυτόχρονα ένας δίκαια σκεπτόμενος και πληροφορημένος παρατηρητής, που «δεν είναι ασφαλώς ο τυχαίος απληροφόρητος άνθρωπος που θα μπορούσε να σχηματίσει μια βεβιασμένη εντύπωση παρασυρόμενος από την υποκειμενική του μονομερή και αποσπασματική αντίληψη, αλλά εκείνος ο οποίος, με ολοκληρωμένη πληροφόρηση και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών στα πλαίσιά τους, μπορεί έτσι να καταλήξει σε μια αντάξια της αντικειμενικότητας του άποψη ως προς το ζητούμενο» (Typye v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 279, 286).
Ο αντικειμενικός αυτός παρατηρητής, έχει ολοκληρωμένη πληροφόρηση και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών και, ειδικότερα, έχει γνώση ότι δικαστές και δικηγόροι είναι πεπαιδευμένοι και έμπειροι επαγγελματίες από τους οποίους εύλογα αναμένεται να ανταποκριθούν στο καθήκον τους (Μιχαηλίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ.125/2017 και άλλες, ημερ.26.4.2018).»
(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)
Στην παλαιότερη PAL κ.ά. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2010) 2 Α.Α.Δ. 551, λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με τα χαρακτηριστικά ενός «δίκαιου σκεπτόμενου και πληροφορημένου παρατηρητή»:
«Το κριτήριο επανατοποθετήθηκε και σχετικά πρόσφατα στην υπόθεση Helow (AP) v. Secretary of State and Another [2008] UKHL 62, όπου η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων έδωσε τον ορισμό του δίκαιου σκεπτόμενου και πληροφορημένου παρατηρητή. Λέχθηκε ότι αυτό το άτομο δεν λαμβάνει βεβιασμένες αποφάσεις, αλλά επιφυλάσσει την απόφαση του σε κάθε σημείο μέχρι να είναι πλήρως ενήμερο των γεγονότων και να έχει σφαιρική αντίληψη των εκατέρωθεν επιχειρημάτων. Ταυτόχρονα δεν είναι υπέρμετρα ευαίσθητο ή καχύποπτο, δύναται να αποστασιοποιηθεί από την ενώπιον του υπόθεση, είναι δε και επαρκώς πληροφορημένο. Η ουσία παραμένει ότι η θεώρηση εκ μέρους του παραπονούμενου ατόμου ως προς την ύπαρξη φαινομενικής προκατάληψης, θα πρέπει στο τέλος της ημέρας να είναι δυνατόν να αιτιολογηθεί κατά αντικειμενικό τρόπο.»
Στο σημείο αυτό λαμβάνουμε υπόψη ότι το ΕΔΑΔ έχει αποφασίσει ότι σε ποινικές διαδικασίες η θέση του κατηγορουμένου ως προς την έλλειψη αντικειμενικής αμεροληψίας είναι σημαντική, όμως όχι αποφασιστικής σημασίας. Αυτό που έχει καθοριστική σημασία είναι το κατά πόσον ο φόβος του κατηγορουμένου περί έλλειψης αμεροληψίας, μπορεί να δικαιολογηθεί αντικειμενικά. Στην CASE OF FEY v. AUSTRIA Application no. 14396/88, ημερομηνίας 24.2.1993, λέχθηκαν τα εξής από το ΕΔΑΔ:
«Under the objective test, it must be determined whether, quite apart from the judge’s personal conduct, there are ascertainable facts which may raise doubts as to his impartiality. In this respect even appearances may be of a certain importance. What is at stake is the confidence which the courts in a democratic society must inspire in the public and, above all, as far as criminal proceedings are concerned, in the accused. This implies that in deciding whether in a given case there is a legitimate reason to fear that a particular judge lacks impartiality, the standpoint of the accused is important but not decisive. What is determinant is whether this fear can be held to be objectively justified (ibid., para. 51).»
(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)
Στην υπόθεση PAL (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε σε ανάλογο απόσπασμα από νομολογία του ΕΔΑΔ.
Στρεφόμενοι πρώτα στο ζήτημα των αναφορών του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με την εφεσείουσα, σημειώνουμε ότι η ίδια δεν μας έχει υποδείξει συγκεκριμένα αποσπάσματα από την εκκαλούμενη απόφαση, όμως εξέφρασε το παράπονο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο την αποκάλεσε «ναρκέμπορο».
Εντοπίζουμε τα εξής σχετικά με την αιτίαση της εφεσείουσας αποσπάσματα από την εκκαλούμενη απόφαση:
Μεταξύ άλλων, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε τα ακόλουθα:
«Γνωρίζοντας την ιδιότητα του συζύγου της και με βάση τη φύση της εταιρείας της, είναι τελείως απίθανο να μην ήξερε τι έπραττε. Ήταν όμως και οι συνθήκες της συναλλαγής τέτοιες. Δεν εξέδωσε απόδειξη, ενώ έλαβε χρήματα σε ένα χώρο στάθμευσης, εν κρυπτώ και παραβύστω, ωσάν να εμπορευόταν ναρκωτικές ουσίες.
[…]
3) Ο συγγενείς της εγχειρισθείσας έδωσαν ποσό €1.500 σε πολύ παράξενες συνθήκες που θύμιζαν διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, σε χώρο στάθμευσης, χωρίς έκδοση οποιασδήποτε έκδοσης ή τιμολογίου, με ρητή επιταγή του Κατηγορούμενου να πληρώσουν σε μετρητά και με μετέπειτα παράκλησή του να «δείξουν εχεμύθεια».
[…]
Κρίνω ότι με την άρνησή της στις καταθέσεις της για τη συναλλαγή, την οποίαν μετά κατά τη δίκη, και αποδέχτηκε ρητά και δεν αμφισβήτησε, αλλά και με τον τρόπο που εκείνη έδρασε, δηλαδή να διευθετήσει συνάντηση και να παραλάβει εν κρυπτώ και παραβύστω συγκεκριμένο ποσό, ότι ήξερε πολύ καλά τι έπραττε.»
Τέλος, το Δικαστήριο εξέτασε το κατά πόσον τύγχανε εφαρμογής η υπεράσπιση του Άρθρου 17 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, αναφορικά με πράξεις για αποτροπή συνεπειών διαφορετικά αναπότρεπτων, οι οποίες αν δεν αποτραπούν θα επιφέρουν αναπότρεπτο και ανεπανόρθωτο κακό. Το Άρθρο προβλέπει ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αποδείξει, μεταξύ άλλων, ότι η πράξη δεν υπερέβη το εύλογα αναγκαίο. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Ακόμη και να λάμβανε χώρα η πράξη πώλησης πραγματικής βαλβίδας (ως επιπλέον γιατί υπήρχε κίνδυνος για την ασθενή λόγω του μοναδικού αποθέματος), με τον τρόπο που αυτή έγινε ως πιο πάνω αναφέρεται στα ευρήματά μου (δηλαδή με συνθήκες περίπου πώλησης ναρκωτικών ουσιών και όχι μέσω της κανονικής οδού, η οποία μπορούσε να ακολουθηθεί) υπερέβη το εύλογα αναγκαίο.»
Οι εφεσείοντες υποστήριξαν ότι οι χαρακτηρισμοί στους οποίους προέβη το πρωτόδικο Δικαστήριο σε σχέση με το πρόσωπο της εφεσείουσας αποτελούν προσβλητικό διασυρμό και στιγμάτισαν την εφεσείουσα. Θεωρούν τη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε εμπαθή και εκφράζουσα απαξία.
Περαιτέρω, επικαλούμενοι συγκεκριμένες αναφορές στην πρωτόδικη απόφαση, υποστηρίζουν ότι ο τρόπος διατύπωσής τους, υποδηλώνει εκ των προτέρων καχυποψία, και συνακόλουθα έλλειψη αντικειμενικής αμεροληψίας, καθώς και παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας. Πρόκειται για τις πιο κάτω αναφορές σε σχέση με την εκδοχή της υπεράσπισης του εφεσείοντα:
«Ισχυρίστηκε επίσης ότι είχε τη βαλβίδα που κατ’ υπόθεση πώλησε η εταιρεία της συζύγου του ως δεύτερη βαλβίδα σε περίπτωση που χρειαζόταν οτιδήποτε μέχρι να έλθουν νέες βαλβίδες. Μα κατά την εγχείρηση υπήρχε υπεύθυνος αναλωσίμων και εργαλειοδοσίας και δεν υπήρξε καμία μαρτυρία από κανένα ότι γνώριζε ή είχε δεύτερη βαλβίδα. Υπήρχε άλλος γιατρός, ο Μ.Κ.19 ο οποίος και έκανε την εγχείρηση, υπό την επίβλεψη του Κατηγορουμένου. Σε αυτόν τίποτε δεν ανέφερε ο Κατηγορούμενος. Πώς κατά την εγχείρηση αν χρειαζόταν η τοποθέτηση της δεύτερης βαλβίδας θα γινόταν άνοιγμα της συσκευασίας και τοποθέτηση από τον χειρουργό; Θα την έβγαζε ξαφνικά από την τσέπη του ο Κατηγορούμενος και θα την παρουσίαζε στους υπόλοιπους; Καθόλου δεν συνάδουν με τη λογική οι δικαιολογίες του κατηγορούμενου.
Πώς θα γινόταν δηλαδή η χρήση της, χωρίς κανένας να γνωρίζει την ύπαρξή της; Θα την έβγαζε από την τσέπη του, ως έκπληξη ο Κατηγορούμενος και την «πλάσαρε» αιφνιδίως στο Μ.Κ.19, λέγοντας «ορίστε, έχω δεύτερη καινούρια βαλβίδα!»; Δεν συνάδει με τη λογική συμπέρασμα κατοχής βαλβίδας από τον Κατηγορούμενο, αλλά ούτε και συνάδει με την απόλυτη σιωπή του Κατηγορουμένου.»
(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο, για να τονίσει τις αναφορές που επικαλούνται οι εφεσείοντες).
Επικαλούνται επίσης οι εφεσείοντες το ότι το Δικαστήριο ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος θα παρουσίαζε σε περίπτωση ανάγκης, την επίδικη βαλβίδα σαν «ταχυδακτυλουργός» και θα την εμφάνιζε «ως διά μαγείας».
Επικαλούμενοι τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ στις υποθέσεις LAVENTS v. ΛΕΤΟΝΙΑΣ, Application no. 58442/2000, ημερ. 28.2.2003, DAKTARAS v. LITHUANIA, Application no. 42095/98, 10 October 2000 και CASE OF KYPRIANOU v. CYPRUS, Application no. 73797/01, 15 December 2005, υποστήριξαν ότι τέτοιες εκφράσεις συνιστούν ανεπίτρεπτη ποινικοποίηση του χαρακτήρα του κατηγορουμένου, υποδηλώνουν απώλεια δικαστικής αμεροληψίας και παραβιάζουν το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
Εν όψει της αρχής στην FEY (ανωτέρω), το Εφετείο θα εξετάσει κατά πόσον ο φόβος των εφεσειόντων ότι εν προκειμένω υπήρξε έλλειψη αντικειμενικής αμεροληψίας, δικαιολογείται αντικειμενικά.
Επιπλέον των πιο πάνω αποφάσεων του ΕΔΑΔ, τις οποίες προαναφέραμε, οι εφεσείοντες αναφέρθηκαν στην CASE OF DE CUBBER v. BELGIUMΒ, Application no. 9186/80, 26 October 1984 και την εκεί αναφερομένη PIERSACK v. BELGIUM. Επισημαίνουμε ότι αμφότερες διαφέρουν από την παρούσα υπόθεση, διότι εκεί το επιχείρημα περί έλλειψης αντικειμενικής αμεροληψίας έγκειτο στο ότι δικαστές είχαν, πριν καταδικάσουν τους προσφεύγοντες, εμπλακεί σε διάφορες διαδικασίες σε σχέση αυτούς. Ό,τι τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, από τη πιο πάνω νομολογία, συνίσταται στη διατύπωση των ανωτέρω γενικών αρχών σε σχέση με την αντικειμενική αμεροληψία.
Στην LAVENTS (ανωτέρω), διαπιστώθηκε παράβαση του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, λόγω δηλώσεων Δικαστού στο πλαίσιο δημοσιογραφικής διάσκεψης κατά την οποία εξέφρασε τη θέση της ως προς το αποτέλεσμα τρέχουσας διαδικασίας.
Η παρούσα υπόθεση δεν αφορά δηλώσεις Δικαστού εκτός του Δικαστηρίου, εντούτοις, αν είναι κάτι που θεωρούμε ότι τυγχάνει εφαρμογής και στην παρούσα, είναι η πιο κάτω έκφανση του σκεπτικού του ΕΔΑΔ στη LAVENTS (ανωτέρω) όπως υιοθετήθηκε και από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΕΝΙΚΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΓΙΑ ΑΠΟΛΥΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΛΕΓΚΤΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΙΑ ΑΝΑΡΜΟΣΤΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ v. -, ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 1/2024, ημερομηνίας 18.9.2024, ότι δηλαδή, προς διαπίστωση παραβίασης του Άρθρου 6(2) της ΕΣΔΑ, δεν θα ληφθεί υπόψη η κυριολεκτική σημασία των λεχθέντων αλλά αυτά θα πρέπει να ενταχθούν στο ιστορικό πλαίσιο της διαφοράς και να αναζητηθεί το πραγματικό νοηματικό τους περιεχόμενο.
Οι εφεσείοντες επικαλέστηκαν επίσης την απόφαση του ΕΔΑΔ, DAKTARAS (ανωτέρω) στην οποία απορρίφθηκε η αιτίαση του προσφεύγοντος ότι είχε παραβιαστεί το τεκμήριο της αθωότητας λόγω του λεκτικού που χρησιμοποίησε ο κατήγορος σε ενδιάμεσο στάδιο της δικαστικής διαδικασίας. Το ΕΔΑΔ θεώρησε το λεκτικό ατυχές και το εξέτασε έχοντας υπόψη το πλαίσιο των ειδικών περιστάσεων στο οποίο χρησιμοποιήθηκε. Ούτε η εν λόγω υπόθεση μπορεί να συσχετιστεί με την παρούσα ώστε να δώσει έρεισμα στο παράπονο των εφεσειόντων.
Στην KYPRIANOU (ανωτέρω), στην οποία μας παρέπεμψαν οι εφεσείοντες, το ΕΔΑΔ έλαβε υπόψη του, μαζί με άλλα στοιχεία, το έντονο λεκτικό (emphatic language) που χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στην απόφασή του εναντίον του κατηγορούμενου καθώς και το περιεχόμενο των όσων λέχθηκαν, ωστόσο εκείνο στο οποίο κατέληξε είναι ότι υπήρξε έλλειψη υποκειμενικής αμεροληψίας από πλευράς του. Δεν απασχόλησε το λεκτικό του Δικαστηρίου σε σχέση με την αντικειμενική αμεροληψία του Δικαστηρίου, η οποία είναι και το ζήτημα που ήγειραν ενώπιόν μας οι εφεσείοντες. Έλλειψη αντικειμενικής αμεροληψίας διαπιστώθηκε στη βάση άλλων δεδομένων.
Εξετάσαμε το λεκτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο παραθέσαμε ανωτέρω έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές.
Κρίνουμε ότι τα όσα λέχθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο λέχθηκαν για να υπογραμμίσουν το εύλογο του συμπεράσματος του Δικαστηρίου, ως προς το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) της εφεσείουσας για τη διάπραξη του αδικήματος της συνέργειας εν τη εννοία του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο προσπάθησε με τρόπο γραφικό, ίσως αχρείαστα, να αιτιολογήσει το συμπέρασμά του. Θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει προς τούτο διαφορετικό λεκτικό. Κατόπιν, όμως, ενδελεχούς ελέγχου της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη στο εν λόγω συμπέρασμα αυθαίρετα. Αντιθέτως, το εν λόγω συμπέρασμά του ήταν απόλυτα συνυφασμένο με συστατικό στοιχείο του αδικήματος της συνέργειας, το οποίο αντιμετώπιζε η εφεσείουσα. Η ένοχη διάνοια συνίσταται σε γνώση των συνθηκών και σαφή πρόθεση συνδρομής, η οποία δόθηκε με τη θέληση του κατηγορουμένου, (βλ. ΧΑΤΖΗΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Ποινική Έφεση Αρ.26/2020, ημερομηνίας 6.10.2020). Όπως λέχθηκε στην ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 136/2024, ημερομηνίας 31.3.2025, «η πρόθεση, δεν αποδεικνύεται πάντοτε με άμεση μαρτυρία αλλά κατά κανόνα εμμέσως με περιστατική μαρτυρία (ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2010) 2 Α.Α.Δ. 75).» Συναφώς, το ότι η εφεσείουσα έδρασε μυστικά, διευθετώντας συνάντηση με το πρόσωπο που της κατέβαλε το επίδικο ποσόν, σε μεγάλο χώρο στάθμευσης καταστήματος, αποτελεί στοιχείο που εύλογα αναδείχθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ώστε να αιτιολογήσει την κρίση του αναφορικά με το κατά πόσον είχε το απαιτούμενο mens rea. Άμεσα συνυφασμένα είναι τα σχόλια αυτά και με το κατά πόσον ευσταθεί η εκδοχή της, ότι θεωρούσε ότι δεν παρανομούσε αλλά προέβαινε σε μία καθόλα νόμιμη πώληση για να εξυπηρετήσει μία ιατρική ανάγκη.
Επιπλέον, θεωρούμε κατόπιν μελέτης του φακέλου, ότι το πιο πάνω σχόλιο του πρωτόδικου Δικαστηρίου στόχο είχε να απορρίψει τη θέση που προώθησε ο συνήγορος της εφεσείουσας κατά τη γραπτή του αγόρευση πριν την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ότι καμία μαρτυρία δεν εμπλέκει ή συσχετίζει την εφεσείουσα με οποιοδήποτε αδίκημα και ότι το προϊόν πωλήθηκε νόμιμα.
Κατά τη συμπλήρωση της αγόρευσής του προφορικώς, ο συνήγορος της εφεσείουσας, υποστήριξε ότι δεν τέθηκε καμία μαρτυρία σχετικά το νοητικό στοιχείο σε σχέση με το αδίκημα του συνεργού. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι αυτή καθ’ αυτή η πώληση αναλώσιμου, δεν ήταν παράνομη πράξη. Στην ίδια γραμμή υπεράσπισης ήταν και η ανώμοτη δήλωση της εφεσείουσας.
Εν όψει των πιο πάνω είναι εμφανές ότι στο πλαίσιο της δίκης, τονίσθηκε από την εφεσείουσα η νομιμότητα της πράξης της, και ο συνήθης χαρακτήρας της πράξης της, συγκρίνοντας μάλιστα την πράξη της με τα συνήθη κατά την προμήθεια αναλωσίμων εκτός διαγωνισμών. Θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο επιχειρώντας να αιτιολογήσει την απόρριψη της θέσης της εφεσείουσας περί της νομιμότητας της συναλλαγής της, προέβη στον παραλληλισμό της συμπεριφοράς της, με την παράνομη δράση εμπόρων ναρκωτικών. Αχρείαστα θεωρούμε, και με τρόπο που δε συνάδει με το συγκρατημένο δικαστικό λόγο. Κρίνουμε ότι οι περιστάσεις της λήψης χρημάτων για την πώληση του επίδικου αναλώσιμου αποτελούσαν σημείο το οποίο, έχριζε δικαστικής ανάλυσης, όμως ο τρόπος με τον οποίο αυτή έγινε, είναι ατυχής και κατακριτέος. Εν όψει του πλαισίου στο οποίο έγινε, σε σχέση με τις θέσεις της υπεράσπισης της εφεσείουσας και κατά την έκδοση απόφασης που αφορούσε την καταδίκη, και όχι ενδιάμεση απόφαση, δεν θεωρούμε ότι υποδηλώνει αντικειμενική αμεροληψία ούτε και παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας.
Εξετάσαμε επίσης, το κατά πόσον η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία παρείχε έρεισμα, ώστε να περιγράψει με τον συγκεκριμένο τρόπο τη συναλλαγή μεταξύ της εφεσείουσας και του Μ.Κ.2 ο οποίος της παρέδωσε το χρηματικό ποσόν. Το Δικαστήριο στηρίχθηκε στην κατάθεση του Μ.Κ.2 στην αστυνομία, ο οποίος την υιοθέτησε ενόρκως στην ακροαματική διαδικασία. Εξάλλου το περιεχόμενο της είχε γίνει παραδεκτό γεγονός από το συνήγορο των εφεσειόντων. Εντοπίζεται στην εκκαλούμενη απόφαση λεπτομερής αναφορά του Δικαστηρίου στην κατάθεση του Μ.Κ.2 και σε όλα όσα λέχθηκαν σε σχέση με την καταβολή του ποσού και από άλλους δύο μάρτυρες κατηγορίας, τα οποία συνάδουν με την περιγραφή που έδωσε ο Μ.Κ.2, γεγονός που δείχνει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν προέβη αβασάνιστα στην περιγραφή του συμβάντος.
Εν κατακλείδι, εν όψει όλων των πιο πάνω, καταλήγουμε ότι οι αναφορές του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε εμπόριο ναρκωτικών δεν ανάγονται σε εμπαθή και απαξιωτικό λόγο, όπως υποστηρίζουν οι εφεσείοντες, εφόσον από το πλαίσιο στο οποίο λέχθηκαν τα όσα λέχθηκαν, προκύπτει ξεκάθαρα, ο σκοπός τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι εξυπηρετούσαν, που δεν είναι άλλος από την αιτιολόγηση της απόφασής του, περί της νοητικής κατάστασης, (mens rea) της εφεσείουσας και της απόφασης του να απορρίψει την εκδοχή της εφεσείουσας. Ο καλά πληροφορημένος κριτής μπορεί να αντιληφθεί τη διάκριση αυτή, επομένως κρίνουμε, ότι οι φόβοι των εφεσειόντων περί έλλειψης αντικειμενικής αμεροληψίας του Δικαστηρίου δεν δικαιολογούνται αντικειμενικά. Για τους λόγους που εξηγήσαμε ανωτέρω δεν διαπιστώνουμε ούτε και παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας λόγω των πιο πάνω σχολίων του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Κατά παρόμοιο τρόπο τα πιο πάνω σχόλια του πρωτόδικου Δικαστηρίου τα οποία λέχθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εφεσείοντα και τη σύνταξη των ευρημάτων του και την αιτιολόγηση της απόρριψης της εκδοχής του εφεσείοντα, ήταν θεωρούμε ατυχή, δεν ήταν όμως αυθαίρετα. Εξυπηρετούσαν προφανώς το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας και της αιτιολόγησης της απόφασης.
Δεν παραβλέπουμε ότι το ΕΔΑΔ στην CASE OF C.G. v. THE UNITED KINGDOM Application no. 43373/98, 19 December 2001, εξέτασε κατά πόσον η στάση του Δικαστή κατά την εκδίκαση υπόθεσης, η οποία συνίστατο σε υπερβολικές και εχθρικές παρεμβάσεις κατά τη διεξαγωγή της δίκης, κατέστησε τη δίκη του κατηγορουμένου ιδωμένη στο σύνολό της άδικη, κατά παράβαση του Άρθρου 6(1) της ΕΣΔΑ. Το ΕΔΑΔ κατέληξε ότι αν και η συμπεριφορά του Δικαστή ήταν υπερβολική και ανεπιθύμητη, ωστόσο δεν κατέστησε τη δίκη άδικη. Το ΕΔΑΔ εξέτασε συναφώς τον αντίκτυπο που είχε η συμπεριφορά αυτή στο σύνολο της διαδικασίας. Παρομοίως, εξετάσαμε κατά πόσον από το ατυχές και ανεπιθύμητο λεκτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου, είχε κάποιο αντίκτυπο στο σύνολο της διαδικασίας. Δεν διαπιστώσαμε κάτι τέτοιο. Ούτε διαπιστώνεται το ατυχές και ανεπιθύμητο λεκτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου να είχε αντίκτυπο στο σύνολο της διαδικασίας.
Ιδίως εξετάσαμε κατά πόσο η απόφαση ιδωμένη στο σύνολό της, πληροί τα κριτήρια που τίθενται από τη νομολογία.
Στην ΦΟΥΤΑΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 180/2014, ημερομηνίας 3.10.2014, λέχθηκαν επίσης τα εξής σχετικά:
«Ο τρόπος συγγραφής δικαστικής απόφασης επαφίεται στην κρίση του δικαστή. Ο τρόπος έκφρασης δεν είναι τυποποιημένος και δεδομένου ότι υπάρχουν σε αυτήν τα βασικά χαρακτηριστικά στοιχεία της αιτιολογημένης απόφασης και δεν διαστρεβλώνεται η εικόνα μέσα από αποσπασματική παράθεση της μαρτυρίας δεν υπάρχει ο,τιδήποτε το επιλήψιμο (Ομήρου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 98).»
Υπό το φως των πιο πάνω αρχών, κρίνουμε αφενός ότι η πρωτόδικη απόφαση πληροί τα κριτήρια που επιβάλλει η νομολογία, ενώ, αφετέρου, δεν διαπιστώνουμε η όλη διαδικασία να στερείτο τα εχέγγυα μίας δίκαιης δίκης.
Στρεφόμαστε στις αιτιάσεις των εφεσειόντων περί της ύπαρξης σχέσης εξάρτησης του πρωτόδικου Δικαστή με τη Διευθυντήρια του Υπουργείου Υγείας και με ιατρό, μάρτυρα κατηγορίας.
Στην ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις αρ. 125/2017, 127/17, 129/17, 130/17, 131/17, ημερομηνίας 26.4.2021, πέραν των γενικών αρχών επί του θέματος, λέχθηκαν τα εξής:
«Η προσωπική φιλία και η στενή σχέση γνωριμίας δικαστή-μάρτυρα, είναι παράγοντες που μπορεί να εγείρουν πραγματική πιθανότητα ή δικαιολογημένο φόβο για έλλειψη αμεροληψίας. Όπως ελέχθη στη Locabail, para 25:
Υπό το πρίσμα αυτό, στην υπόθεση AWG Group Ltd and another v. Morrison and another [2006] EWCA Civ 6, η 30χρονη γνωριμία του δικαστή με πιθανό μάρτυρα, πρόσωπο ούτως ή άλλως αναμεμιγμένο στην υπόθεση εν τη εννοία της Locabail, ανωτ. («involved in the case»), κρίθηκε ότι δημιουργούσε άνευ ετέρου την υποχρέωση στο δικαστή να εξαιρεθεί. Τούτο όμως αφού ελήφθη, μεταξύ άλλων, υπόψη πως ο ίδιος ο δικαστής είχε αποδεχθεί ότι το γεγονός τέτοιας γνωριμίας συνιστούσε δυνητικά έγκυρο λόγο για εξαίρεση του, εφόσον αναγνώρισε ότι θα βρισκόταν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση («the greatest difficulty») εάν θα εκαλείτο να αποφασίσει επί της αξιοπιστίας του εν λόγω προσώπου.
Εν προκειμένω ο ισχυρισμός περί γνωριμίας τέθηκε με γενικούς όρους, που δεν αφορούν το δικαστή και το μάρτυρα και τυχόν δική τους γνωριμία, ζήτημα για το οποίο δεν ελέχθη οτιδήποτε. Ό,τι ελέχθη ήταν ότι: «είναι γνωστό επίσης ότι οι δύο οικογένειες διατηρούσαν άριστες φιλικές και οικογενειακές σχέσεις». Πρόκειται για γενικόλογη αναφορά που τέθηκε, όχι σε συνάρτηση με γεγονότα αναφορικά με τη γνωριμία του δικαστή με το μάρτυρα, αλλά σε συνάρτηση με την προηγηθείσα αναφορά στη συγγένεια του πεθερού και της συζύγου του δικαστή με τον Σάββα Βέργα, η οποία είναι απομακρυσμένη ώστε, από μόνη της, να μην παρέχει έρεισμα για ένσταση στη συμμετοχή του. Αν και όχι άμεσης εν προκειμένω εφαρμογής, είναι ενδεικτικός ο βαθμός του συγγενικού δεσμού που απαιτείται, ώστε η συγγένεια να αποτελέσει κώλυμα δικηγόρου να εμφανιστεί ενώπιον δικαστή, τόσο σύμφωνα με την ισχύουσα στην Κύπρο σχετική Δικαστική Πρακτική, όσο σύμφωνα και με την έννοια «judge's family», όπως αυτή κωδικοποιήθηκε στις Αρχές Bangalor (Bangalore Principles of Judicial Conduct) απ΄ όπου μεταφέρθηκε στον αντίστοιχο Κώδικα της Αγγλίας και Ουαλίας (Guide to Judicial Conduct).»»
Υπό το φως της πιο πάνω προσέγγισης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στρεφόμαστε στα ενώπιον μας στοιχεία.
Εξετάζουμε πρώτα κατά πόσον υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο να στηρίζεται η θέση των εφεσειόντων περί εμπλοκής του συγκεκριμένου προσώπου στη δίωξή τους.
Στη γραπτή του δήλωση η οποία κατατέθηκε στην πρωτόδικη διαδικασία ως μέρος της μαρτυρίας του, ο εφεσείων ανέφερε πως στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας υπήρχε η πρακτική όπως διορίζεται ερευνών λειτουργός σε περιπτώσεις μη τήρησης κανονισμών από ιατρούς και προσωπικό. Υποστήριξε ότι στη δική του περίπτωση δεν τηρήθηκε αυτή η διαδικασία. Επικαλούμενος τη μαρτυρία των συγγενών της ασθενούς, υποστήριξε ότι υπήρξε σοβαρή πίεση από το Υπουργείο Υγείας και συγκεκριμένα τη Διευθύντρια όπως προβούν σε καταγγελία στην αστυνομία.
Δήλωσε ότι ήταν πεπεισμένος ότι η ποινική του δίωξη είναι άμεσα συνδεδεμένη με το γεγονός ότι την 20.5.2025 απέστειλε επιστολή προς τον Υπουργό Υγείας και τον Γενικό Ελεγκτή η οποία αποτελούσε καταγγελία διά διασπάθιση δημόσιου χρήματος και αλλότρια συμφέροντα. Υποστήριξε ότι η δίωξή του έγινε ώστε η καταγγελία να μην εξεταστεί ποτέ . Κατέθεσε ως τεκμήριο στη διαδικασία αντίγραφο της εν λόγω επιστολής με θέμα «Καταγγελία για μεροληπτική απευθείας ανάθεση Νευροχειρουργικών Επεμβάσεων στον Ιδιωτικό Τομέα».
Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.11, την 8.3.2016 απέστειλε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο επιστολή στο Υπουργείο Υγείας με την ερώτηση κατά πόσον ασθενής θα έπρεπε να καταβάλει χρήματα για την αγορά βαλβίδας, η οποία αποτέλεσε, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.10, εργαζόμενης το έτος 2016 στη διοίκηση του Γενικού Νοσοκομείου, το έναυσμα για την ανταλλαγή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείων επιστολών με την Μ.Κ.11 σε σχέση με το ζήτημα αυτό.
Περαιτέρω, η Μ.Κ.12, ιατρός αποσπασμένη σε διοικητικά καθήκοντα με προϊστάμενο τον Διευθυντή Ιατρικών Υπηρεσιών, κατέθεσε επιστολή προς τον Υπουργό Υγείας μέσω της Γενικής Διευθύντριας ημερομηνίας 11.5.2016 σε σχέση με το αποτέλεσμα της διερεύνησης από το τμήμα στο οποίο εργαζόταν για το επίδικο περιστατικό με την παράκληση να διαβιβαστούν τα στοιχεία στην αστυνομία για τα περαιτέρω. Η εν λόγω μάρτυρας αντεξεταζόμενη δήλωσε ότι ο ρόλος του τμήματός της, ήταν να διαβιβάζει το υπό εξέταση παράπονο στον Υπουργό Υγείας μέσω της Γενικής Διευθύντριας «και εκείνοι αποφασίζουν τι περαιτέρω γενέσθαι, αν εμπίπτει στη σφαίρα της πειθαρχικής ή οποιασδήποτε άλλης σφαίρας ανάλογα με την υπόθεση.» Αντεξετάστηκε μόνο σε σχέση με κατά πόσον η ίδια είχε οποιαδήποτε επαφή με τη διευθύντρια και απάντησε αρνητικά. Ουδεμία υποβολή της ετέθη από την υπεράσπιση σε σχέση με τα όσα ανέφερε μετέπειτα κατά τη δική του μαρτυρία ο εφεσείων, περί σκευωρίας, ούτε και προσωπικής εμπλοκής της Διευθύντριας.
Περαιτέρω από τη μαρτυρία του Μ.Κ.3, Υπαστυνόμου, φαίνεται ότι ο ίδιος πήρε την πρώτη ανακριτική κατάθεση του εφεσείοντα σε σχέση με την υπόθεση την 23.5.2025. Προηγήθηκε η λήψη επιστολής από τη Διευθύντρια συνοδευόμενης από την πιο πάνω έκθεση της Μ.Κ.12.
Οι εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι από τη μαρτυρία του Μ.Κ.3, κατά την αντεξέταση του, προκύπτει η έμπρακτη εμπλοκή της Διευθύντριας στην εξέλιξη της δίωξης. Μελετήσαμε τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.3. Ούτε του υποβλήθηκε οτιδήποτε έστω και ακροθιγώς σχετικό με τη θέση του εφεσείοντα περί σκευωρίας, ούτε και σε σχέση με ειδικά την προσωπική εμπλοκή της Διευθύντριας στη δίωξή του. Με κάθε σεβασμό, διαπιστώνουμε ότι τα όσα κατέθεσε αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.3, ουδόλως υποστηρίζουν την ερμηνεία που τους δίδεται από τους εφεσείοντες.
Από την πιο παράθεση της πιο πάνω μαρτυρίας, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έχει ενώπιόν του στοιχεία ως προς το κατά πόσον, ήταν η εν λόγω Διευθύντρια η οποία έλαβε την απόφαση για την ποινική δίωξη, ούτε και φαίνεται από τη μαρτυρία να υπήρχαν πιέσεις από την ίδια προς τις ανακριτικές αρχές. Δεν προκύπτουν ούτε στοιχεία που να συνδέουν τη δίωξη, με τα κίνητρα που αποδίδονται στη Διευθύντρια.
Συνεπώς, κρίνουμε ότι τα όσα ο ίδιος ο εφεσείων αντιλαμβάνεται ως σκευωρία εναντίον του, λόγω της εν λόγω καταγγελίας του, δεν μπορούν αντικειμενικά να θεωρηθούν ως εύλογος φόβος του.
Επιπλέον, δεν υπάρχει ενώπιον του Εφετείου οποιαδήποτε μαρτυρία, σε σχέση με την ισχυριζόμενη εμπλοκή και ρόλο του εν λόγω προσώπου αναφορικά με το όποιο ωφέλημα ελάμβανε ο πρωτόδικος Δικαστής από το Υπουργείο Υγείας.
Εν κατακλείδι, ελλείπει, το πραγματικό υπόβαθρο, και ουδόλως διαπιστώνουμε να υπάρχουν διακριβωμένα στοιχεία που να εγείρουν αμφιβολία ως προς την ανεξαρτησία του Δικαστή. Σημειώνουμε στο σημείο αυτό, ότι εν όψει της θέσης των εφεσειόντων ότι σχημάτισαν την εντύπωση περί σχέσης του Δικαστή με το πιο πάνω πρόσωπο προσφάτως, μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, παρέχεται δικονομικά, υπό προϋποθέσεις, η δυνατότητα στους εφεσείοντες να προσκομίσουν μαρτυρία στο στάδιο της έφεσης, όμως δεν προέβησαν σε σχετική αίτηση, αφήνοντας έτσι τους ισχυρισμούς τους μετέωρους.
Στρεφόμενοι στο παράπονο των εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν σχολίασε τη θέση της υπεράσπισης περί της καταγγελίας του εφεσείοντα προς τον Υπουργό Υγείας σε σχέση με κατά τον ίδιο διασπάθιση δημόσιου χρήματος, λαμβάνουμε υπόψη τα πιο κάτω λεχθέντα στην Α. Ν. Κ. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ.: 136/2022, 140/2022, ημερομηνίας 1.8.2025.
«Άδικα παραπονείται ο Εφεσείων για μη διερεύνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού τον οποίο προέβαλε στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 20, ερώτηση 14) εφόσον ο ίδιος δεν θυμόταν τα στοιχεία της ξαδέλφης για να τα δώσει στην Αστυνομία. Ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο επισημαίνει ότι κατά την αντεξέταση η παραπονούμενη δεν ερωτήθη οτιδήποτε περί τούτου, θεωρώντας αναμενόμενο ότι θα αντεξεταζόταν εν όψει της υπερασπιστικής γραμμής του Εφεσείοντος. Και ορθώς δεν προσέδωσε οποιαδήποτε βαρύτητα στον εν λόγω ισχυρισμό κατ' εφαρμογή του θεμελιακού κανόνα, ο οποίος βρίσκεται στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος της δικαιοσύνης, ότι η κάθε πλευρά θα πρέπει να θέσει τη θέση της στους μάρτυρες του αντιδίκου× και σε περίπτωση παράλειψης, στην απουσία βάσιμης δικαιολογίας, το Δικαστήριο δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή της άλλης πλευράς (Adidas v. Jonitexo Ltd (1987) 1 C.L.R. 383, Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 599, Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 551).»
Παρατηρούμε ότι εν προκειμένω, η θέση του εφεσείοντα, περί των κινήτρων της δίωξής του, προβλήθηκε στο τέλος της διαδικασίας μόνο κατά τη μαρτυρία του, χωρίς να έχει τεθεί σε κανένα μάρτυρα κατηγορίας.
Δεν παραβλέπουμε ότι ακόμη και το φαίνεσθαι έχει τη σημασία του από μόνου του. Εξετάζοντας και από αυτή τη σκοπιά τις αιτιάσεις των εφεσειόντων, δεν θεωρούμε ότι οι φόβοι των εφεσειόντων μπορούν αντικειμενικά να δικαιολογηθούν. Επαναλαμβάνουμε ότι το μόνο που προκύπτει από τη μαρτυρία είναι ότι το πρόσωπο που απέστειλε με επιστολή, προωθώντας στην αστυνομία την καταγγελία στο Υπουργείο Υγείας των συγγενών της ασθενούς, για περαιτέρω διερεύνηση, και εν τέλει λήψη απόφασης ως προς τη δίωξη, είχε τη συγκεκριμένη θέση στο Υπουργείο Υγείας. Ουδεμία μαρτυρία δεν υπάρχει ως προς το ποιος αποφάσισε όπως σταλεί η σχετική επιστολή στην Αστυνομία.
Οπότε, εν όψει όλων των πιο πάνω, η θέση των εφεσειόντων ότι δημιουργείται εύλογη εντύπωση ότι υφίστατο σχέση εξάρτησης μεταξύ του πρωτόδικου Δικαστή και προσώπου που αποτελούσε με οποιοδήποτε τρόπο μέρος στη δίωξη, κρίνεται ανεδαφική και δεν δικαιολογείται αντικειμενικά.
Στρεφόμαστε στην κατ’ ισχυρισμό σχέση του πρωτόδικου Δικαστή με ένα εκ των μαρτύρων κατηγορίας. Οι εφεσείοντες υποστηρίζουν ενώπιόν μας ότι η σχέση του Δικαστή με τον Μ.Κ.8, δημιουργεί ειδική σχέση εμπιστοσύνης που επηρεάζει την αντικειμενική αμεροληψία, επειδή πρόκειται για σχέση εμπιστοσύνης, συχνής προσωπικής επαφής, και ιατρικής εξάρτησης εν όψει της υγείας και ευάλωτης θέσης του γονέα του Δικαστή.
Αναφέρουν επίσης ενώπιόν μας οι εφεσείοντες στο πλαίσιο της αγόρευσής τους ενώπιον μας, για πρώτη φορά στην όλη διαδικασία, ότι ο εν λόγω μάρτυρας διεκδικούσε κατά τον επίδικο χρόνο μαζί με τον εφεσείοντα «τη διεύθυνση της νευροχειρουργικής.» Δεν υπάρχει το οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο σε σχέση με τον ισχυρισμό των εφεσειόντων περί ανταγωνισμού του Μ.Κ.8 με τον εφεσείοντα. Όπως προαναφέραμε το ζήτημα δεν τέθηκε πρωτοδίκως, παρότι οι εφεσείοντες είχαν την ευκαιρία να αντεξετάσουν τόσο τον Μ.Κ.8 όσο και τον Μ.Κ.14, διευθυντή της Νευρολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου επί τούτου και δεν το έπραξαν. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται ανεδαφικός.
Σημειώνουμε ότι ο πρωτόδικος Δικαστής μετά το πέρας της μαρτυρίας του Μ.Κ.8, κατά την ακροαματική διαδικασία, ανέφερε ότι ο πατέρας του νοσηλευόταν, μέχρι πρόσφατα στο νευροχειρουργικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και ότι στα πλαίσια της νοσηλείας του είχε συνάντηση για ενημέρωση με τον Μ.Κ.8. Δήλωσε ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε άλλη σχέση με τον εν λόγω μάρτυρα και δεν έκρινε ότι έπρεπε να εξαιρεθεί. Το ανέφερε δε στους διαδίκους για σκοπούς διαφάνειας και τους κάλεσε να θέσουν οποιοδήποτε θέμα είχαν σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Ο συνήγορος των εφεσειόντων ανέφερε τα εξής:
«Εγώ θεωρώ ότι ούτως ή άλλως δεν αμφισβητήθηκε αυτός ο μάρτυρας.»
Στρεφόμαστε πρώτα στη θέση της εφεσείουσας, κατά την αγόρευσή της ενώπιον του Εφετείου ότι παρά το ότι ο συνήγορος που την εκπροσωπούσε δεν ήγειρε το ζήτημα, η ίδια έφερε ένσταση επί του θέματος και μάλιστα «ενόρκως». Παρατηρούμε ότι η εφεσείουσα δεν έδωσε μαρτυρία ενόρκως στη διαδικασία. Ούτε και στην ανώμοτη δήλωσή της στην πρωτόδικη διαδικασία, ανέφερε οτιδήποτε επί του ζητήματος αυτού. Ούτε μετέπειτα τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας από τη πλευρά των εφεσειόντων. Το ζήτημα εγείρεται για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου.
Στην SAMOILA NICOLAE ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (Αρ. 2) (2016) 2 ΑΑΔ 1321, λέχθηκαν τα εξής:
«Είναι πάγια νομολογημένο ότι τα πρακτικά της διαδικασίας αποτελούν τον αυθεντικό οδηγό για τα όσα έλαβαν χώραν ενώπιον του δικαστηρίου. Ταυτόχρονα, συνιστούν και τη μοναδική πηγή ελέγχου του περιεχομένου ολόκληρης της διαδικασίας (Ζερβού κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2011) 1 Α.Α.Δ. 2192, 2206, Αυξεντίου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 5, 11).»
Στην CASE OF ACADEMY TRADING LTD AND OTHERS v. GREECE (Application no. 30342/96),4 April 2000, το ΕΔΑΔ εξέτασε παράπονο περί σχέσης εξάρτησης Δικαστών. Λέχθηκαν τα εξής:
«45. Under the objective test, it must be determined whether, quite apart from the judges' personal conduct, there are ascertainable facts which may raise doubts as to their impartiality. In this respect even appearances may be of a certain importance. What is at stake is the confidence which the courts in a democratic society must inspire in the public and above all in the parties to the proceedings (ibid., §30).
[…]
Finally the Court considers that the fact that the daughters of two judges were working for a Greek businessman who is allegedly a friend of Citibank's head does not provide grounds for calling into question the impartiality of the Fourth Chamber.
Accordingly, the above circumstances cannot justify the applicants' apprehension about the impartiality of the Court of Cassation and the fairness of the proceedings before it.»
Στον Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς (Πέμπτη Αναθεώρηση, Ιούλιος 2022) που εξεδόθη από το Ανώτατο Δικαστήριο, στο μέρος «Δ. ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ», «1. Προσωπικές σχέσεις και αποκλεισμός δικαστή από την εκδίκαση υπόθεσης» αναφέρονται τα εξής σχετικά:
«Όταν ένας μάρτυρας (περιλαμβανομένων εμπειρογνωμόνων) είναι προσωπικά καλά γνωστός στο δικαστή, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν όλες οι περιστάσεις για τον κίνδυνο εξ αντικειμένου έλλειψης αμεροληψίας, περιλαμβανομένων του κατά πόσον αναμένεται ότι θα κριθεί η αξιοπιστία του μάρτυρα, της φύσης του επίδικου θέματος και της στενότητας της γνωριμίας.»
Στην PULLAR v. UNITED KINGDOM, Application No. 22399/93, 10 June 1996, το ΕΔΑΔ εξέτασε το κατά πόσον το γεγονός ότι μέλος των ενόρκων γνώριζε μάρτυρα κατηγορίας, εφόσον είχε διατελέσει υφιστάμενος του στον ίδιο οργανισμό, αποτελούσε τέτοιο ελάττωμα στη διαδικασία ώστε να δημιουργείται εύλογη υποψία σχετικά με την αμεροληψία του Δικαστηρίου.
Το ΕΔΑΔ επεσήμανε ότι στις περιπτώσεις, όπως στην ενώπιόν του υπόθεση, στις οποίες θα ήταν δύσκολο για τον διάδικο να προσκομίσει μαρτυρία για να ανατρέψει το τεκμήριο της αμεροληψίας, τότε το κριτήριο της αντικειμενικής αμεροληψίας παρέχει ένα σημαντικό εχέγγυο. Στη συνεχεία, εξέτασε το ζήτημα υπό το φως των πιο κάτω:
«38. The principle of impartiality is an important element in support of the confidence which the courts must inspire in a democratic society (see the above-mentioned Sramek judgment, p. 20, para. 42).
However, it does not necessarily follow from the fact that a member of a tribunal has some personal knowledge of one of the witnesses in a case that he will be prejudiced in favour of that person's testimony. In each individual case it must be decided whether the familiarity in question is of such a nature and degree as to indicate a lack of impartiality on the part of the tribunal.»
Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι από τα πρακτικά της διαδικασίας δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο μάρτυρας ήταν καλά γνωστός στον Δικαστή και ότι υπήρξε κάποια στενότητα γνωριμίας εν τη εννοία του πιο πάνω Οδηγού Πρακτικής, ούτε και της νομολογίας του ΕΔΑΔ. Δεν υπάρχει ενώπιόν μας ένδειξη περί συνεχιζόμενης στενής σχέσης, υπό την ιδιότητα του θεράποντος ιατρού, όπως τέθηκε ως θέση των εφεσειόντων ενώπιόν μας.
Περαιτέρω, εφαρμόζοντας το σκεπτικό στην PULLAR (ανωτέρω), κρίνουμε ότι ο βαθμός και η φύση της γνωριμίας μεταξύ του ΜΚ8 και του Δικαστή δεν ήταν τέτοιας μορφής που να δημιουργεί την εντύπωση ότι το Δικαστήριο θα έτεινε να αποδεχτεί τη δική του μαρτυρία έναντι της μαρτυρίας που προσκόμισε η υπεράσπιση. Λαμβάνουνε συναφώς υπόψη, ότι όπως ήταν σχετικό στην υπόθεση PULLAR (ανωτέρω) ότι ο ένορκος είχε δώσει όρκο ότι θα αποτιμούσε την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα χωρίς πάθος, παρομοίως είναι εν προκειμένω σχετικό ότι ο Δικαστής προβαίνει σε διαβεβαίωση κατά την ανάληψη των καθηκόντων του ότι θα απovέμει «τo δίκαιov εις πάvτας συμφώvως πρoς τoυς vόμoυς και τα έθιμα της Δημoκρατίας της Κύπρoυ, άvευ φόβoυ ή ευvoίας, πρoκαταλήψεως ή πάθoυς» (βλ. Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960).
Επιπλέον και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, λαμβάνουμε υπόψη τη φύση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Η μαρτυρία του υπήρξε γενικής φύσεως ως προς την πρακτική που ακολουθείτο στο Νοσοκομείο και δεν αντικρούστηκε από τους εφεσείοντες, ούτε κατά την αντεξέταση άλλα ούτε και από τη μαρτυρία που οι ίδιοι προσκόμισαν. Αντιθέτως, οι εφεσείοντες κάλεσαν το Εφετείο να λάβει υπόψη τη μαρτυρία του, ως υποστηρικτική των λόγων έφεσης που προβάλλουν εναντίον των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ούτε και υπάρχει λόγος έφεσης που να προσβάλλει την αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα.
Καταληκτικά, έχοντας μελετήσει τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας, όπως τις περιγράψαμε ανωτέρω, δεν διαπιστώνουμε, κρίνοντας πάντα από την σκοπιά του αντικειμενικού παρατηρητή, ότι ο όποιος φόβος των εφεσειόντων περί έλλειψης αμεροληψίας του Δικαστηρίου, λόγω της γνωριμίας του Δικαστή με τον Μ.Κ.8, μπορεί να δικαιολογηθεί αντικειμενικά.
Εφαρμόζοντας δε και τη γενική αρχή, όπως προκύπτει από την κυπριακή νομολογία, θεωρούμε ότι ο μέσος εχέφρων, δίκαια σκεπτόμενος και πληροφορημένος παρατηρητής, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα λέχθηκαν, δεν θα δημιουργούσε την δικαιολογημένη εντύπωση ότι υπήρχε πιθανότητα προκατάληψης.
Το επόμενο ζήτημα που θα μας απασχολήσει είναι η θέση των εφεσειόντων ότι δεν τους διετέθη ο αναγκαίος χρόνος για την προετοιμασία της υπεράσπισής τους, κατά παράβαση του Άρθρου 6.3(β) της ΕΣΔΑ, λόγω του ότι, κατά τους ισχυρισμούς τους, ο νέος συνήγορός τους, σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, χωρίς να έχει γνώση του ογκώδους μαρτυρικού υλικού και του φακέλου αλλά ούτε και χρόνο να διαβουλευθεί μαζί τους, κλήθηκε να αντεξετάσει τους πλέον κρίσιμους μάρτυρες κατηγορίας, μετά από την πάροδο μισής ώρας.
Το Άρθρο 6.3(β) της ΕΣΔΑ προβλέπει τα εξής:
«3.1. Ειδικότερα, κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: (β)να διαθέτει τον αναγκαίο χρόνο και ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του.»
Αντίστοιχη πρόνοια απαντάται στο Άρθρο 12(5)(β) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας το οποίο έχει ως ακολούθως:
«5. Πας κατηγορούμενος δι’ αδίκημά τι έχει τα ακόλουθα κατ’ ελάχιστον όρον δικαιώματα:
[…]
(β) να έχη επαρκή χρόνον και διευκόλυνσιν διά την προπαρασκευήν της υπερασπίσεως αυτού.»
Πρόκειται για ειδικές πρόνοιες σε σχέση με την ποινική δίκη, οι οποίες αποτελούν έκφανση της ευρύτερης αρχής για τη διασφάλισης δίκαιης δίκης, όπως περιέχεται στο Άρθρο 30(2) του Συντάγματος και στο Άρθρο 6(1) της ΕΣΔΑ.
Οι εφεσείοντες παρέπεμψαν σε νομολογία του ΕΔΑΔ στην οποία εξετάστηκε το δικαίωμα του κατηγορουμένου σε διευκολύνσεις για την προετοιμασία της υπεράσπισής τους, βάσει του Άρθρου 6.3 της ΕΣΔΑ, το απαύγασμα της οποίας συνοψίζεται στην πιο πρόσφατη CASE OF GREGAČEVIĆ v. CROATIA Application no. 58331/09, 10 July 2012:
«When assessing whether the accused had adequate time for the preparation of his defence, particular regard has to be had to the nature of the proceedings, as well as the complexity of the case and stage of the proceedings (see X. v. Belgium, no. 7628/76, Commission decision of 9 May 1977, Decisions and Reports (DR) 9, p. 172, and Albert and Le Compte v. Belgium, 10 February 1983, § 41, Series A no. 58).»
(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)
Ως προς το ζήτημα της εκτίμησης του τι αποτελεί επαρκή χρόνο εν τη εννοία του Άρθρου 3.2 (β) της ΕΣΔΑ, σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά στην CASE OF IGLIN v. UKRAINE Application no. 39908/05, 12 January 2012, λέχθηκαν τα εξής:
«The issue of adequacy of time and facilities afforded to an accused must be assessed in the light of the circumstances of each particular case (see Kornev and Karpenko v. Ukraine, no. 17444/04, § 67, 21 October 2010).»
Στην CASE OF MOISEYEV v. RUSSIA Application no. 62936/00, 9 October 2008, στην οποία μας παρέπεμψαν και οι εφεσείοντες, το ΕΔΑΔ, συνυπολόγισε μία σειρά δυσκολιών που αντιμετώπισε ο κατηγορούμενος, οι οποίες, ιδωμένες σωρευτικά, το οδήγησαν στην πιο κάτω κατάληξή του περί παραβίασης:
«224. In sum, the Court finds that the applicant’s trial was unfair for the following reasons: the prosecuting authority had unrestricted discretion in the matter of visits by counsel and exchanges of documents, access by the applicant and his defence team to the case file and their own notes was severely limited, and, lastly, the applicant did not enjoy adequate conditions for the preparation of his defence. The overall effect of these difficulties, taken as a whole, so restricted the rights of the defence that the principle of a fair trial, as set out in Article 6, was contravened.
225. There has therefore been a violation of Article 6 § 1 of the Convention, taken in conjunction with Article 6 § 3 (b) and (c). »
(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο).
Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω, στρεφόμαστε στις περιστάσεις της παρούσας.
Από τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας, προκύπτουν τα εξής: Υπήρξε δικάσιμος ενώπιον άλλης σύνθεσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου κατά την οποία έγιναν από τους διάδικους, προσπάθειες κατάθεσης παραδεκτών γεγονότων. Οι εφεσείοντες εκπροσωπούνταν σε όλες τις εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου από συνήγορο. Η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση ενώπιον της σύνθεσης η οποία τελικά εκδίκασε την υπόθεση, στις 10.12.2021, και στις 20.12.2021.
Είχαν προηγηθεί τουλάχιστον μία δικάσιμος ενώπιον άλλης σύνθεσης, στην οποία οι εφεσείοντες εκπροσωπούνταν από συνήγορο.
Στις 10.12.2021 λόγω απουσίας της δικηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής δεν διεξήχθη ακρόαση, δόθηκαν όμως οδηγίες να κλητευθεί ο μάρτυρας 31 επί του κατηγορητηρίου ο οποίος ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης από την αστυνομία (Μ.Κ.3) για να είναι παρών την 20.12.2021. Την 20.12.2021, στην παρουσία των εφεσειόντων και της συνηγόρου τους, δεν εξετάστηκε κανένας μάρτυρας, κατατέθηκε εκ συμφώνου ένα τεκμήριο, δόθηκαν ξανά οδηγίες να κλητευθεί ο Μ.Κ.3, καθώς και ο μάρτυρας 1 επί του κατηγορητηρίου, (Μ.Κ.2) και η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης στις 18.2.2021. Την 18.2.2021 και πάλι στην παρουσία των εφεσειόντων, η συνήγορός τους προέβη σε δήλωση αναφορικά με την υπεράσπισή τους, άρχισε η κυρίως εξέταση της Μ.Κ.1 και η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση στις 18.3.2023, ημερομηνία κατά την οποία ήταν απόντες και οι εφεσείοντες και ο συνήγορός τους, οπότε εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης των κατηγορουμένων το οποίο ορίστηκε για έλεγχο στις 6.4.2022. Στις 6.4.2022 συνεχίστηκε η ακρόαση και ορίστηκε για συνέχιση στις 12.5.2022, οπότε υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση στις 20.5.2022. Στις 20.5.2022 η Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε αίτημα αναβολής και η υπόθεση ορίστηκε στις 21.7.2022 και 22.7.2022. Μεσολάβησε δικάσιμος την 8.7.2022 για να δηλωθούν παραδεκτά γεγονότα, πλην όμως δεν επήλθε συμφωνία. Στις 21.7.2022 το Δικαστήριο ανέφερε ότι υπήρχε στον φάκελο του Δικαστηρίου επιστολή ημερομηνίας 14.7.2022 από τον συνήγορο των εφεσειόντων με την οποία ενημερώθηκε το Δικαστήριο ότι στις 21.7.2022 θα έθετε την απόσυρσή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εν λόγω επιστολή είχε σταλεί και στην Κατηγορούσα Αρχή. Στην εν λόγω επιστολή, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο αναφερόταν ότι οι εφεσείοντες είχαν εξεύρει δικηγόρο ο οποίος θα παρίστατο κατά την ακρόαση. Η συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή δήλωσε ότι ήταν παρών ο Μ.Κ.3 καθώς και ο Μ.Κ.2 και ότι θα είχε ένσταση σε αίτημα αναβολής. Η συνήγορος η οποία εμφανίστηκε εκ μέρους του συνηγόρου που είχε αποστείλει την επιστολή ότι θα αποσυρόταν, ανέφερε ότι περίμενε τον δικηγόρο που θα χειριζόταν την υπόθεση ο οποίος ήταν «έτοιμος να αναλάβει την υπόθεση».
Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω επιστολή:
«Έχω ήδη πληροφορήσει τους κατηγορουμένους για την απόφασή μου, οι οποίοι και με έχουν πληροφορήσει ότι έχουν εξεύρει ήδη δικηγόρο ο οποίος θα παρίσταται στις 21.7.2022 ενώπιον του Δικαστηρίου.»
Το Δικαστήριο έδωσε άδεια να αποσυρθεί ο συνήγορος των εφεσειόντων και ανέφερε ότι ανέμενε η υπόθεση να συνεχιστεί κανονικά και η συνήγορος η οποία προτίθετο να αποσυρθεί, δήλωσε ξανά ότι ο δικηγόρος των κατηγορουμένων ήταν έτοιμος να συνεχίσει την ίδια ημέρα. Ο εν λόγω νέος δικηγόρος των εφεσειόντων εμφανίστηκε και ανέφερε τα πιο κάτω:
«Θα εμφανιστώ για τους κατηγορουμένους, …. Απ' όσο έχω ενημερωθεί και δεν θα υπήρχε αίτημα αναβολής, αλλά συζητώντας με τους εντολείς μου και εξετάζοντας τον φάκελο θα ζητήσω κάποιες μέρες. Δεν είχα υπ' όψιν μου την ολότητα του μαρτυρικού υλικού. Είχα υπ' όψιν μου την μαρτυρία με τα λεγόμενα, δεν είχα όμως τον φάκελο και όταν έπιασα τον φάκελο είδα κάποια πράγματα και θα είναι ακροσφαλές να χειριστώ την υπόθεση.»
Δεν παραβλέπουμε ότι παρά τις πιο πάνω προηγούμενες αναφορές ότι είχε ήδη διορισθεί δικηγόρος των εφεσειόντων, κατά τη διεξαγωγή της αντεξέτασης, συνήγορος ο οποίος εμφανίστηκε ανέφερε ότι είχε αναλάβει την υπόθεση την ίδια ημέρα.
Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι αν ήθελε ο συνήγορος μισή ώρα για να δει κάποια θέματα επί του μαρτυρικού υλικού θα του διδόταν ο χρόνος αυτός. Ο συνήγορος συμφώνησε και κατόπιν διαλείμματος, εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Μ.Κ.2 στη σύντομη κυρίως εξέτασή του, κατέθεσε ως τεκμήρια τις δύο καταθέσεις του στην αστυνομία το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε και με το οποίο συμφώνησε. Στη συνέχεια ο εν λόγω μάρτυρας αντεξετάστηκε από τον συνήγορο των εφεσειόντων. Κατέθεσε έπειτα ο Μ.Κ.3, ο οποίος αντεξετάστηκε από τον συνήγορο των εφεσειόντων. Η επόμενη δικάσιμος η οποία όπως προαναφέραμε είχε οριστεί για τις 22.7.2022 αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου των εφεσειόντων στο οποίο δεν έφερε ένσταση η Κατηγορούσα Αρχή και η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση την 2.9.2022.
Εξετάσαμε το περιεχόμενο της μαρτυρίας των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 σε συνδυασμό με τη ξεκάθαρη γραμμή υπεράσπισης όπως είχε διαμορφωθεί στο επίδικο στάδιο της διαδικασίας, όπως πρόκυπτε από την εναρκτήρια δήλωση του προηγούμενου συνηγόρου των εφεσειόντων. Όσον αφορά τον Μ.Κ.2 διαπιστώσαμε ότι ούτε η κατάθεση του στην Αστυνομία, την οποία υιοθέτησε κατά την ακρόαση, ούτε η μαρτυρία του κατά την ακρόαση ήταν μακρά ή πολύπλοκη. Τα όσα ο ίδιος γνώριζε προσωπικά σε σχέση με την υπόθεση δεν αμφισβητούντο από την υπεράσπιση. Η δε σχετική με τη μαρτυρία του θέση της Υπεράσπισης, ήτοι ότι οι παραπονούμενοι είχαν υποστεί πίεση από το Υπουργείο Υγείας, να καταθέσει, δεν ήταν πολύπλοκη και τέθηκε κατά την αντεξέταση.
Η μαρτυρία του Μ.Κ.3 δεν ήταν ούτε πολύπλοκη ούτε μακρά. Σχετιζόταν με τον ρόλο του στη διεξαγωγή των ερευνών και την κατάθεση διαφόρων τεκμηρίων. Η δε γραμμή υπεράσπισης, σχετική με τα όσα ο ίδιος ενδεχομένως να γνώριζε, ήτοι όσον αφορά την εμπλοκή του Υπουργείου Υγείας στην καταγγελία και το κατά πόσον οι συγγενείς της ασθενούς είχαν επαφή με το Υπουργείο, και πάλι δεν ήταν πολύπλοκη και τέθηκε κατά την αντεξέταση.
Σημειώνουμε ότι οι εφεσείοντες ουδέποτε υποστήριξαν ότι ο συνήγορός τους παρέλειψε να θέσει στους εν λόγω μάρτυρες κατηγορίας συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισής τους, ούτε ότι δεν τους συμβούλευσε επαρκώς, ούτε ότι δεν τους δόθηκε χρόνος όπως τον ενημερώσουν για οποιαδήποτε πτυχή της υπεράσπισής τους
Όπως φαίνεται από τα πρακτικά, ο συνήγορος διεκπεραίωσε την αντεξέτασή, όπως ο ίδιος επέλεξε χωρίς να τεθεί χρονικός περιορισμός. Είχε κάθε δικαίωμα να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στην αντεξέταση του κάθε μάρτυρα, αλλά δεν το έπραξε. Σε ένα σημείο της αντεξέτασης καταγράφεται στα πρακτικά ότι η εφεσείουσα ζήτησε να διαβουλευτεί μαζί του, πράγμα που έγινε.
Θεωρούμε σχετικό παράγοντα το ότι σε περίπτωση που ο συνήγορος μετά το πέρας του μέρους της αντεξέτασης στο οποίο προέβη, υπέβαλλε αίτημα για αναβολή ώστε να προετοιμαστεί σε σχέση με συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης, τότε, βάσει της κυπριακής νομολογίας, τυχόν παρέμβαση του Δικαστηρίου, στο έργο της αντεξέτασης, θα αποτελούσε παραβίαση του υπό κρίση δικαιώματος.
Στην CHR. ZANNETOS CONSTRUCTIONS LTD. ν. PHOENIX CONSTRUCTIONS LTD. (1998) 1 ΑΑΔ 923 υπογραμμίστηκε ότι «Αποτελεί καθήκον του δικαστηρίου να παράσχει κάθε λογική ευχέρεια στους διαδίκους να προβάλουν και να τεκμηριώσουν, μέσω της μαρτυρίας, τις θέσεις τους· αλλά και ευθύνη του να διασφαλίσει τη διεξαγωγή της δίκης, σύμφωνα με τους αποδεικτικούς και δικονομικούς κανόνες.» Στην ΦΑΝΟΣ Ν. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΛΤΔ ν. ΝΤΙΝΑΣ ΜΕΛΑΡΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ (2002) 1 ΑΑΔ 654, εξετάστηκε το εύρος του δικαιώματος παρέμβασης του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία. Λέχθηκε ότι « ο κάθε δικηγόρος θα πρέπει να αφήνεται να υποβάλλει τις ερωτήσεις που ο ίδιος θέλει, εκτός βέβαια αν υπάρχει κάποιο δικονομικό κώλυμα ή άλλος αποδεκτός λόγος, χωρίς να διακόπτεται ο ειρμός της σκέψης του…».
Το πιο πάνω δικαίωμα, του διαδίκου εξισορροπείται με την συνταγματική επιταγή για διεκπεραίωση των υποθέσεων εντός εύλογου χρόνου.
Όμως, εν προκειμένω, ο συνήγορος, στον οποίο επαφίεται η διεξαγωγή της αντεξέτασης όταν εμφανίζεται σε ποινική δίκη, δυνάμει του Άρθρου 56(4) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, δεν αναφέρθηκε σε οποιαδήποτε πτυχή της υπεράσπισης την οποία ήθελε να μελετήσει, ούτε σε οποιοδήποτε μέρος του μαρτυρικού υλικού που θεωρούσε ότι θα έπρεπε να μελετήσει προς παρουσίαση της υπεράσπισης.
Λαμβάνουμε επίσης υπόψη ότι η άρνηση αναβολής της συνέχισης της διαδικασίας κατά την επίδικη ημερομηνία, ουδόλως περιόρισε το δικαίωμα της υπεράσπισης να ζητήσει όπως συνεχιστεί η αντεξέταση οιουδήποτε μάρτυρα σε επόμενη δικάσιμο. Οι διάδικοι εκπροσωπούνταν από δικηγόρους καθ’ όλη τη διαδικασία πριν την επίδικη ημερομηνία και είχαν για αρκετούς μήνες πρόσβαση στο μαρτυρικό υλικό. Γνώριζαν από τουλάχιστον την 14.7.2022 την πρόθεση του συνηγόρου τους να αποσυρθεί, και ουσιωδώς γνώριζαν ότι οι δύο περί ου ο λόγος μάρτυρες κατηγορίας είχαν κλητευθεί από την 20.12.21, ήτοι επτά μήνες προηγουμένως. Είχαν επομένως επαρκή χρόνο να προβούν σε διευθετήσεις όπως προετοιμαστούν ως προς τη γραμμή της αντεξέτασής τους, καθώς και ταυτόχρονη πρόσβαση σε υπηρεσίες συνηγόρου. Ουδέποτε εξέφρασαν την οποιαδήποτε δυσκολία στο να εξεύρουν συνήγορο να τους αντιπροσωπεύσει κατά τη δικάσιμο, η οποία τονίζουμε είχε οριστεί από την 20.5.2022.
Περαιτέρω σημειώνουμε ότι επρόκειτο ουσιαστικά για τη δεύτερη δικάσιμο κατά την οποία ακούστηκε μαρτυρία. Η διαδικασία συνέχισε μετά από αρκετές βδομάδες και επεκτάθηκε σε μεγάλο αριθμό δικασίμων κατά τις οποίες κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίες, με τελευταία την 18.5.2023. Δίδοντας έτσι στην υπεράσπιση τον χρόνο και την ευκαιρία να υποβάλει τις θέσεις της σε σειρά μαρτύρων κατηγορίας (20 στο σύνολο), αρκετοί από τους οποίους είχαν απευθείας γνώση των ζητημάτων που ήγειρε η υπεράσπιση.
Κρίνουμε εν όψει των ανωτέρω, ότι δεν ευσταθεί η θέση των εφεσειόντων ότι οι δύο εν λόγω μάρτυρες κατηγορίας ήταν οι πλέον κρίσιμοι ούτε και η θέση τους ότι η διαδικασία βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο.
Υπό τις περιστάσεις της παρούσας, για τους λόγους που εξηγήσαμε ανωτέρω, καταλήγουμε ότι ο χρόνος ο οποίος δόθηκε για προετοιμασία της αντεξέτασης, ήταν επαρκής και ουδόλως επηρέασε την προετοιμασία της υπεράσπισης. Περαιτέρω, υπό το φως της νομολογίας του ΕΔΑΔ, και ειδικότερα του σκεπτικού στην υπόθεση MOISEYEV (ανωτέρω), εξετάσαμε την όλη διαδικασία, όπως αποτυπώνεται στα πρακτικά της υπόθεσης, από την αρχή μέχρι το πέρας της και κρίνουμε ότι η όποια δυσκολία δυνατόν να αντιμετώπισε η υπεράσπιση, λόγω του χρόνου που δόθηκε για τη συγκεκριμένη αντεξέταση, δεν δημιούργησε οποιοδήποτε εμπόδιο ή δυσχέρεια στην καθόλα ομαλή και επαρκή παροχή ευκολιών στους εφεσείοντες να προωθήσουν την υπεράσπισή τους. Συνακόλουθα, δεν διαπιστώνουμε παραβίαση του δικαιώματος των Άρθρων 6(3)(β) και 6.1 της ΕΣΔΑ λόγω της υπό εξέταση απόρριψης αιτήματος αναβολής της ακρόασης.
Οι εφεσείοντες υποστήριξαν επίσης ότι η κυπριακή νομολογία υποστηρίζει τη θέση τους περί παραβίασης του δικαιώματος τους σε ουσιαστική προετοιμασία της υπεράσπισής τους. Αναφέρθηκαν σε δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες δεν εντοπίζονται στις δημοσιευμένες αποφάσεις.
Παραθέτουμε σχετική με το ζήτημα κυπριακή νομολογία.
Στη ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ (1992) 1 Α.Α.Δ. 1222, υπογραμμίστηκε ότι αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου η διεξαγωγή της δίκης μέσα στα συνταγματικά πλαίσια και βάσει των καθιερωμένων αρχών του δικαίου. Αναγνωρίστηκε πως πτυχή της δίκαιης δίκης είναι η παροχή ίσων ευκαιριών στους διαδίκους για ανάπτυξη των θέσεων τους, γνωστή ως ισότητα των όπλων. Αποφασίστηκε πως η αποστέρηση του δικαιώματος αυτού από διάδικο αναίρεσε τη δίκη λόγω μη διασφάλισης των εχεγγύων της δίκαιης δίκης, έτσι ώστε η πρωτόδικη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.
Στην ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 173/22, ημερομηνίας 13.6.2024, παρατέθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 202/20, ημερομηνίας 20.9.22, ECLI:CY:AD:2022:B356, για το ζήτημα της αναβολής:
«Αυτή θα παραχωρηθεί εφόσον τα συμφέροντα της δικαιοσύνης το απαιτούν και αποτελεί την εξαίρεση στον κανόνα ότι η δικαστική διαδικασία συνεχίζεται μέχρι την πλήρη διεκπεραίωση της, εφόσον υπάρχει δικαστικός χρόνος και δεν παραβλάπτονται τα δικαιώματα οποιουδήποτε μέρους με τη συνέχιση της διαδικασίας χωρίς διακοπή. Ακριβώς γι' αυτό η άρνηση της αναβολής, για να αναδεικνύεται εσφαλμένη, πρέπει να συναρτάται με διαφαινόμενο δυσμενή επηρεασμό του κατηγορούμενου και απολήγει η απόφαση άρνησης της αναβολής να είναι ουσιαστική στα δικαιώματα του κατηγορούμενου για δίκαια δίκη όταν πράγματι έχει προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό. Διαφορετικά, ακόμα και εσφαλμένη, με τα τότε δεδομένα, άρνηση αναβολής, δεν καθιστά τη δίκη μη δίκαια και δεν προκαλεί ρήγμα στην εγκυρότητα της διαδικασίας».
(Έμφαση προστεθείσα)».
Κατόπιν αυτού, το Εφετείο σημείωσε:
«Είναι λοιπόν προφανές πως στο επίκεντρο ευρίσκεται ξανά το κατά πόσον υπήρξε δυσμενής επηρεασμός, κάτι το οποίο βαρύνει τον κατηγορούμενο να καταδείξει.»
Εν προκειμένω, δεν διαπιστώσαμε τον οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό της υπεράσπισης, λόγω του χρόνου που δόθηκε στον συνήγορο των εφεσειόντων πριν την αντεξέταση των δύο μαρτύρων κατηγορίας.
Στην υπόθεση ΘΕΟΔΩΡΟΥ ν. ΘΕΟΔΩΡΟΥ (1996) 1 Α.Α.Δ. 66) λέχθηκαν τα εξής:
«…κεντρική προβληματική της δίκαιης δίκης εντοπίζεται ανάμεσα σε δύο πόλους: την παροχή των εχεγγύων που διασφαλίζουν το δικαίωμα ακρόασης αφενός και αφετέρου την ανάγκη απόδοσης δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο (άρθρο 30.2). Η εξισορρόπηση ανάμεσα σε αυτές τις συνταγματικές αρχές είναι λεπτό έργο, αλλά μπορεί να επιτευχθεί λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη και τα δεδομένα κάθε περίπτωσης.
[…]
Δεν μπορεί να οικοδομηθεί υπόθεση για αντισυνταγματικό τρόπο διεξαγωγής της δίκης πάνω στις ίδιες τις παραλείψεις των ενδιαφερομένων.»
Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την επιστολή του συνηγόρου των εφεσειόντων ο ίδιος τους είχε κοινοποιήσει την απόφασή του να αποσυρθεί πριν την 14.7.2023. Δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός περί δυσκολίας τους να έχουν πρόσβαση σε συνήγορο μέχρι την 21.7.2022, οπότε ο νέος συνήγορός τους υπέβαλε αίτημα αναβολής και ουδεμία εξήγηση έδωσαν, δεδομένο που με βάση στο σκεπτικό της ΘΕΟΔΩΡΟΥ (ανωτέρω), καταρρίπτει τη θέση τους ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματά τους.
Στη μεταγενέστερη ΝΙΚΗΤΑ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (1997) 2 Α.Α.Δ. 75, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέπτυξε περαιτέρω τη σημασία της εκδίκασης της υπόθεσης εντός εύλογου χρόνου.
«Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την άσκηση της σχετικής διακριτικής του ευχέρειας έλαβε υπόψη - όπως αναφέρει στην ενδιάμεση απόφασή του - ότι "σύμφωνα με την συνταγματική επιταγή" οι υποθέσεις πρέπει να εκδικάζονται μέσα σε εύλογο χρόνο. Εννοούσε προφανώς το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Συμφωνούμε με την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου η οποία αντανακλά την θέση της νομολογίας μας (Βλ. Τσουλόφτας ν. Μιχαήλ (1992) 1 Α.Α.Δ. 228 στην οποία έχει νομολογηθεί ότι αιτήματα για αναβολή πρέπει να εξετάζονται υπό το φως του δικαιώματος ενός διαδίκου για ακρόαση της υπόθεσής του εντός ευλόγου χρόνου που προστατεύεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το αντίστοιχο άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων).»
Δεν παραβλέπουμε ότι στην ΤΡΥΦΩΝΟΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2009) 2 Α.Α.Δ. 100, υπόθεση στην οποία εξετάστηκε η εφαρμογή του Άρθρου 6(3)(β) της ΕΣΔΑ, αποφασίστηκε ότι παρέμεινε ανοικτό το τι η υπεράσπιση θα μπορούσε ενδεχομένως να κάμει, με τον εφεσείοντα εκπροσωπούμενο από δικηγόρο, ο οποίος θα προέβαινε σε αντεξέταση. Κρίθηκε επομένως, ότι δεν ήταν δυνατό το ζήτημα αυτό να αποσυνδεθεί από όσα ακολούθησαν και, τελικώς, από την καταδίκη, οδηγώντας έτσι στην κατάληξη ότι η δίκη δεν ήταν δίκαιη.
Αν και η ΤΡΥΦΩΝΟΣ (ανωτέρω) αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση επειδή ο εφεσείων δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο, εντούτοις εξετάσαμε κατά ανάλογο τρόπο αν παρέμεινε εν προκειμένω ανοικτό το πώς θα μπορούσε περαιτέρω αντεξέταση των εν λόγω μαρτύρων να συνδεθεί με το αποτέλεσμα της δίκης. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας, με δεδομένη τη γραμμή της υπεράσπισης και το περιεχόμενο της μαρτυρίας των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, δεν διαπιστώνουμε να υπάρχει έκφανση της γραμμής υπεράσπισης που να μπορούσε να τεθεί κατά την αντεξέταση και να μην τέθηκε αφήνοντας επομένως το ζήτημα ανοικτό.
Εν όψει όλων των πιο πάνω περιστάσεων κρίνουμε ότι η άρνηση αναβολής δεν επηρέασε το δικαίωμα των εφεσειόντων σε δίκαιη δίκη. Ούτε θεωρούμε εν όψει του γεγονότος αυτού, μπορεί να δικαιολογηθεί αντικειμενικά, κατά τις επιταγές της πιο πάνω αναφερόμενης νομολογίας, η εντύπωση των εφεσειόντων περί έλλειψης αμεροληψίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Έπεται η εξέταση των θέσεων των εφεσειόντων περί της επίδρασης του chilling effect, της αρχής ultima ratio και της κατάχρησης.
Οι εφεσείοντες συνέδεσαν νομολογία του ΕΔΑΔ η οποία αφορά την έννοια του chilling effect, υποστηρίζοντας ότι τυχόν διαπίστωση περί ύπαρξης τέτοιου αποτελέσματος παραβιάζει το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αναφορικά με τη δίκαιη δίκη, αποτελώντας έτσι λόγο ακύρωσης της καταδίκης.
Προωθείται η θέση ότι το αποτέλεσμα της εκκαλούμενης απόφασης, εμπίπτει στην έννοια του chilling effect διότι αποθαρρύνει τους ιατρούς από τη λήψη αναγκαίων ιατρικών αποφάσεων σε επείγουσες περιπτώσεις λόγω του φόβου της ποινικής δίωξης.
Επισημαίνουμε ότι η σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ αφορά παραβιάσεις του Άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, το οποίο προστατεύει την ελευθερία της έκφρασης. Έχουν διαπιστωθεί παραβιάσεις του, σε περιπτώσεις, στις οποίες κρίθηκε ότι επιβλήθηκε δυσανάλογο μέτρο εναντίον προσώπου που άσκησε το εν λόγω δικαίωμα του, παραβιάζοντας έτσι το Άρθρο 10 και προκαλώντας chilling effect, (βλ. CASE OF BAKA v. HUNGARY, Application no. 20261/12, 23 June 2016).
Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει τεθεί το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο που να συνδέει τη δίωξη (και πόσο μάλλον την καταδίκη του εφεσείοντα) για αδικήματα κατάχρησης εξουσίας και απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, με την επιβολή τιμωρίας για την άσκηση του δικαιώματός του στην ελευθερία της έκφρασης. Οι αιτιάσεις του εφεσείοντα πρωτοδίκως, όπως διατυπώθηκαν με τη δική του μαρτυρία, σε σχέση με την επιστολή που απέστειλε στο Υπουργείο Υγείας, ήταν γενικές και αόριστες. Η δε επιστολή του, στάλθηκε μετά την καταγγελία των συγγενών της ασθενούς στο Υπουργείο Υγείας.
Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και να είχε τεθεί το οποιοδήποτε υπόβαθρο, η εξέταση της αναλογικότητας της επέμβασης στην άσκηση του δικαιώματος, εξετάζεται με εφαρμογή συγκεκριμένων κριτηρίων, τα οποία τέθηκαν από το ΕΔΑΔ στην CASE OF GAWLIK v. LIECHTESTEIN, Application no 23922/19, 16 February 2021. Ούτε και σε σχέση με αυτά τα κριτήρια τέθηκε οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο στην παρούσα υπόθεση.
Εν όψει των πιο πάνω, καταλήγουμε ότι δεν τίθεται ζήτημα ακύρωσης της καταδίκης των εφεσειόντων, στη βάση του επιχειρήματος που προώθησαν ως ανωτέρω.
Τέλος, οι εφεσείοντες υποστήριξαν ότι η υπόθεση δεν μπορεί να παραμείνει σε ισχύ, λόγω του ότι παραβιάζει την αρχή ultima ratio, όπως οι ίδιοι την αντιλαμβάνονται, με την έννοια ότι η ποινική δίωξη του εφεσείοντα θα έπρεπε να αποτελέσει το έσχατο μέτρο τιμωρίας του, εφόσον υπήρχε η επιλογή να εξεταστεί η συμπεριφορά του στο δεοντολογικό πλαίσιο, παραπέμποντας συναφώς, αόριστα, σε αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου. Δεν εντοπίσαμε ούτε κυπριακή νομολογία, ούτε νομολογία του ΕΣΔΑ, η οποία να υποστηρίζει τη θέση τους.
Προώθησαν επίσης επιχείρημα ότι η ποινική διαδικασία αποτέλεσε κατάχρηση της διαδικασίας, επειδή δεν υπηρέτησε θεμιτό σκοπό και χρησιμοποιήθηκε για αλλότριους σκοπούς.
Παραθέτουμε συναφώς, σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, εκδόσεις Χρυσαφίνης και Πολυβίου, έκδοση 2021, σελίδα 288:
««Δεν έχουν προκύψει όμως υποθέσεις όπου το Κράτος έχει διώξει κάποιον με πραγματικό λόγο τις πολιτικές του πεποιθήσεις ή άλλους τέτοιους λόγους. Αν γίνει κάτι τέτοιο και προκύψει σαφής μαρτυρία περί τούτου, τότε σίγουρα τα Δικαστήρια έχουν το δικαίωμα και την υποχρέωση να ελέγξουν την ποινική διαδικασία με αναφορά στην αρχή της κατάχρησης της διαδικασίας, απλούστατα διότι η δίωξη με σκοπό άλλον από την τιμωρία του κατηγορουμένου για κατ' ισχυρισμόν παράβαση του Ποινικού Κώδικα συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Στην πράξη, στο δημόσιο ποινικό δίκαιο, η επιδίωξη αλλότριου σκοπού περιορίζεται σε περιπτώσεις όπου η Κατηγορούσα Αρχή έχει εγείρει ή συνεχίζει κάποια διαδικασία η οποία δεν είχε ή δεν έχει πλέον αντικείμενο και επομένως η Κατηγορούσα Αρχή επιδιώκει κάτι άλλο από τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου και την επιβολή κυρώσεων σε αυτόν».
Με αναφορές σε κατάχρηση της ποινικής διαδικασίας, οι εφεσείοντες επίσης παρέπεμψαν σε νομολογία του ΕΔΑΔ σε σχέση με ποινικές διώξεις με βάση αλλότρια κίνητρα. Διαπιστώνουμε ότι αυτή αφορά περιπτώσεις διώξεων εναντίον προσώπων με ιστορικό αντικαθεστωτικής, ή κοινωνικής, ή πολιτικής δράσης. Τα όσα ισχυρίζεται ο εφεσείων δεν προσομοιάζουν με αυτού του είδους τις υποθέσεις.
Εν πάση περιπτώσει, το ιστορικό της παρούσης υπόθεσης όπως το αναλύσαμε ανωτέρω, δεν αποκαλύπτει πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο να μπορούσε να στηριχτεί η αιτίαση που προωθείται.
Τέλος, στρεφόμαστε στη θέση των εφεσειόντων αναφορικά με την επίδραση των όσων επικαλούνται ιδωμένων σωρευτικά. Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η υπόθεση CASE OF PANOVITS v. CYPRUS Application no. 4268/04, 11/03/2009, στην οποία μας παρέπεμψαν. Το ΕΔΑΔ εξετάζοντας συνολικά τη διαδικασία αντιμετώπισε το ζήτημα της δίκαιης δίκης ως εξής:
«95. The central question raised under this head of the applicant’s complaint is whether the nature of the Assize Court’s interferences with the defence counsel’s exercise of his duties, combined with the deficiencies found by the Grand Chamber of this Court as to the trial judges’ treatment of the applicant’s lawyer, were such as to cast doubt on the fairness of the trial.»
Υπό το φως το πιο πάνω εξετάσαμε κατά πόσον οι διάφορες αιτιάσεις των εφεσειόντων ιδωμένες σωρευτικά, δημιουργούν αμφιβολία για το δίκαιο χαρακτήρα της δίκης. Η απάντηση μας είναι αρνητική. Στην PANOVITS (ανωτέρω), υπήρχε μία διαπιστωμένη δικαστικώς παραβίαση του δικαιώματος του συνηγόρου του προσφεύγοντος σε δίκαιη δίκη, καθώς και διαπιστωθείσα παραβίαση του δικαιώματος του εν λόγω συνηγόρου στην ελευθερία του λόγου, η οποία θεωρήθηκε ότι ενδεχομένως να ενείχε chilling effect. Εν προκειμένω, δεν έχουμε διαπιστώσει έστω μία παραβίαση των δικαιωμάτων των εφεσειόντων είτε του συνηγόρου τους, ώστε το σωρευτικό αποτέλεσμα αυτών, σε συνδυασμό με ελάσσονα ζητήματα να δημιουργεί αμφιβολία για τον δίκαιο χαρακτήρα της δίκης.
Καταλήγουμε, εν όψει όλων των πιο πάνω, ότι η θέση των εφεσειόντων ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα τους σε δίκαιη δίκη δεν ευσταθεί.
Στρεφόμαστε στους λόγους που προσβάλλουν την καταδίκη των εφεσειόντων όπως προωθούνται στις εφέσεις 195/2024 και 197/2024. Πρόκειται για ταυτόσημες θέσεις αν και αρίθμηση διαφέρει σε ορισμένα σημεία. Επίσης, μέρη της αιτιολογίας των λόγων έφεσης στην έφεση 195/2024, προωθούνται ως αυτοτελείς λόγοι έφεσης στην έφεση 197/2024. Λόγω συνάφειας θα εξεταστούν μαζί οι δύο εφέσεις με αναφορά στους λόγους έφεσης με τη σειρά που παρατίθενται στην έφεση 195/2024.
O πρώτος λόγος έφεσης επαναλαμβάνει, μεταξύ άλλων, αιτιάσεις οι οποίες αναπτύσσονται με περισσότερη λεπτομέρεια στους επόμενους λόγους έφεσης. Συνεπώς, θα τον εξετάσουμε κατόπιν αυτών.
Ως εισαγωγή, για να γίνει κατανοητή η γραμμή της Υπεράσπισης και η συσχέτισή της με τους λόγους έφεσης παραθέτουμε την εναρκτήρια δήλωση της τότε συνηγόρου των εφεσειόντων:
«Εντιμότατε, θέλω να κάνω μία δήλωση. Θα ήθελα να κάνω ξεκάθαρη στο Δικαστήριο τη θέση της υπεράσπισης, αφού έχουμε διοριστεί πλέον δικηγόροι. Αυτό το οποίο έγινε στην πραγματικότητα και αυτή είναι η υπεράσπιση που θα προβάλουν οι κατηγορούμενοι, είναι ότι, οι κατηγορούμενοι θα προβάλουν την υπεράσπιση ότι η κατάσταση της κυρίας Ανθούλας Αθανασίου ήταν τέτοια, ώστε να επιβαλλόταν η άμεση εγχείρηση για εγκατάσταση προηγμένης τεχνολογικώς βαλβίδας, η οποία όμως δεν υπήρχε διαθέσιμη. Αποτελεί πάγια τακτική του κατηγορούμενου 1, αλλά και η οποία είναι διεθνώς αποδεκτή δηλαδή, ότι ουδέποτε προχωρεί κάποιος χειρουργός σε εγχείρηση τοποθέτησης βαλβίδας στον εγκέφαλο, ειδικά αν δεν υπάρχουν δύο τουλάχιστον διαθέσιμες βαλβίδες και ο λόγος είναι ότι λόγω της ιδιαιτερότητας της εγχειρήσεως, λόγω του ότι οι βαλβίδες και ο μηχανισμός είναι τρομερά ευαίσθητος, υπάρχει ο κίνδυνος είτε καταστροφής είτε απώλειας είτε ελαττωματικότητας ή ακόμα και επιμόλυνσης της βαλβίδας, ιδίως αν διαπιστωθεί κατά την εγχείρηση ότι είτε δεν φυλάχθηκε σωστά είτε ακόμα αν δεν ανοίχθηκε η συσκευασία σωστά ή ακόμα εάν πέσει κάτω και προκληθεί το οποιοδήποτε ατύχημα κατά τη διάρκεια του χειρουργείου και ακόμα εάν έρθει σε επαφή με μολυσμένη επιφάνεια. Ουδέποτε τέτοιες βαλβίδες τοποθετούνται αβρόχοις ποσίν στον εγκέφαλο. Σε τέτοιες περιπτώσεις αμέσως ο χειρουργός προχωρεί σε δεύτερη βαλβίδα, η οποία πρέπει να υπάρχει στα πλαίσια της ορθής και αποδεκτής πρακτικής. Στην παρούσα όμως μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης θα διαφανεί ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμες δύο μαγνητικές βαλβίδες που θα έπρεπε να υπήρχαν τουλάχιστον δύο. Με βάση την κατάσταση της υγείας της κυρίας Ανθούλας και το επείγον αυτής ο κατηγορούμενος 1 πρότεινε την εξασφάλιση δεύτερης μαγνητικής βαλβίδας ώστε εάν χρειαστεί να μην κινδυνέψει η ζωή της αν κάτι δεν πήγαινε καλά. Η πρόταση αυτή συνοδευόταν με τη διαβεβαίωση ότι αν στην περίπτωση που δεν χρησιμοποιείτο η δεύτερη βαλβίδα, αυτή θα επιστρέφετο πίσω, ως η πάγια τακτική».
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένο και αυθαίρετο το πιο κάτω εύρημα του πρωτόδικο Δικαστηρίου:
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
![]()
«1) Ο Κατηγορούμενος 1, νευροχειρούργος, γιατρός στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας (ήταν έκτακτος ιατρικός λειτουργός 1ης τάξης) έπεισε την εγχειριζόμενη και συγγενείς της, να καταβάλουν ποσό €1500 για να αγοράσουν συγκεκριμένη μαγνητική βαλβίδα εγκεφάλου από την Κατηγορούμενη 2 που παρουσιαζόταν ως καλύτερη από εκείνη που προμηθευόταν το νοσοκομείο και υποτίθεται ότι θα χρησιμοποιούσε κατά τη διάρκεια της εγχείρησης του εν λόγω προσώπου λόγω υδροκεφαλίας. Δεν τους ανέφερε ότι ήταν η σύζυγός του ή εταιρεία της η οποία διέθετε διάφορα ιατρικά αναλώσιμα πίσω από τη συναλλαγή, αλλά τους έδωσε το όνομα Κατερίνα και ένα τηλεφωνικό αριθμό προς επικοινωνία».
Υποστηρίζεται στην αιτιολογία ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη στο πιο πάνω εύρημα, χωρίς να λάβει υπόψη του τη θέση του εφεσείοντα, ότι ο λόγος για τον οποίο εισηγήθηκε στους παραπονούμενους την αγορά της βαλβίδας, δεν ήταν επειδή ήταν καλύτερη από τη διαθέσιμη στο Νοσοκομείο κατά τον επίδικο χρόνο, αλλά επειδή υπήρχε μόνο μια κατάλληλη βαλβίδα στο απόθεμα του Γενικού Νοσοκομείου και επειδή η ορθή πρακτική ήταν όπως υπάρξει και εναλλακτική βαλβίδα, για να μπορέσει να γίνει με ασφάλεια η εγχείρηση. Υποστηρίζεται συναφώς, ότι από τη μαρτυρία του εφεσείοντα, καθώς και από τη μαρτυρία της Μ.Κ.7, θυγατέρας της ασθενούς, με την οποία συνομίλησε ο εφεσείων σχετικά με το ζήτημα αυτό, διαφαίνεται ότι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο έγινε η σχετική εισήγηση. Τονίζεται ειδικότερα, ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν κατέληξε ότι συνάγεται ο λόγος αυτός από συγκεκριμένη στιχομυθία από την αντεξέταση της Μ.Κ.7, την οποία θα παραθέσουμε πιο κάτω.
Υπογραμμίζουμε στο σημείο αυτό ότι με τον παρόντα λόγο έφεσης δεν προσβάλλεται η ορθότητα της υπαγωγής του εν λόγω ευρήματος στις σχετικές πρόνοιες του Κεφ.154 και η συνακόλουθη κατάληξη επί της ενοχής του εφεσείοντα σε κάθε κατηγορία. Αμφισβητείται μόνο το κατά πόσον το εν λόγω εύρημα ήταν επιτρεπτό στη βάση της ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου μαρτυρίας.
Το ζήτημα θα εξεταστεί υπό το φως το πιο κάτω λεχθέντων στην ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025:
«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:
· Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.
· Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.
· Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.
· Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.
· Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.
· Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.
Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»
Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι:
«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»
Εξετάσαμε τη διεργασία του πρωτόδικου Δικαστηρίου τόσο σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας όσο και σε σχέση με την εξαγωγή συμπερασμάτων, σε συνάρτηση με τις αιτιάσεις του εφεσείοντα.
Σημειώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, θεώρησε ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.7 δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης. Θεώρησε ότι το σημαντικότερο για την υπόθεση μέρος της μαρτυρίας της, το οποίο όπως επεσήμανε, το επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο εφεσείων, αφορούσε τη συνομιλία τους σε σχέση με την πρότασή του για αγορά βαλβίδας.
Επισημαίνουμε ότι η Μ.Κ.7 υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέτασή της και συμφώνησε με το περιεχόμενο της κατάθεσής της στην αστυνομία, στην οποία αναφέρονται επί του ζητήματος τα εξής, από τη γραμμή 28 μέχρι και τη γραμμή 46:
«Εκεί δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο μέσα στο ιατρείο εκτός από εμάς και τον γιατρό Νεοφύτου. Ο Δρ. Νεοφύτου μελέτησε το φάκελο της μητέρας μου που του δώσαμε και μας είπε ότι η μητέρα μου έχει υδροκεφαλία. Μας είπε απευθείας να μείνει μέσα στο Νοσοκομείο η μητέρα μου από εκείνη τη στιγμή, να γίνει εισαγωγή και να την κάμει εγχείρηση την επόμενη ημέρα το πρωί. Μετά συνέχισε και μας είπε ότι για να γίνει πιο καλή δουλειά, πρέπει να μπει μαγνητική βαλβίδα πάνω στη μητέρα σου και αυτή δεν υπάρχει στο νοσοκομείο, πρέπει να την αγοράσουμε από έξω. Τον ρώτησα πόσα θα στοιχίσει και μου απάντησε 2000 ευρώ. Η μητέρα μου του είπε ότι δεν κρατά τέτοια λεφτά και o γιατρός της είπε 1800. Η μητέρα μου ξανά του είπε ότι δεν μπορεί και o γιατρός o Νεοφύτου της είπε εντάξει να το κάμουμε 1500. Η μητέρα μου του είπε ότι δεν έχει τόσα λεφτά και του είπε να κάμει την εγχείρηση με ότι υλικό έχει το νοσοκομείο. Εγώ, πιο παλιά είχα μιλήσει με τον Δρ. Κωνσταντινίδη και μου είχε πει ότι αν θα γινόταν η εγχείρηση, θα έπρεπε να τοποθετηθεί μαγνητική βαλβίδα που είναι τελευταίας τεχνολογίας γιατί οι πιο παλιές δεν ρυθμίζονται εξωτερικά και έχουν επιπτώσεις. Έχοντας αυτά υπόψη μου και επειδή ο γιατρός ο Νεοφύτου μου είπε ότι η βαλβίδα του Νοσοκομείου δεν είναι μαγνητική, εγώ άρχισα να ανησυχώ για την υγεία της μητέρας μου και του είπα ότι θα μιλήσω με τον άντρα μου να δούμε τι θα κάμουμε με τα λεφτά.»
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω εξετάζουμε την παρατήρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τα λεχθέντα της Μ.Κ.7, δεν αμφισβητήθηκαν από τον εφεσείοντα κατά τη δική του μαρτυρία. Διαπιστώνουμε ότι συνάδει με τα όσα ο ίδιος ο εφεσείων είπε κατά την αντεξέτασή του, σε υποβολή ως προς το τι ακριβώς λέχθηκε μεταξύ αυτού και της Μ.Κ.7:
«Κατάλαβε ότι πρέπει να αγοράσει μια βαλβίδα γιατί ήταν έλλειψη , αν με ρωτάτε, που δεν ήταν καλή. Ούτε ήξερε πιστεύω εγώ, ούτε της ανέφερα εγώ ότι θέλω δεύτερη βαλβίδα».
(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο).
Στρεφόμαστε στο ότι ο εφεσείων υποστηρίζει ότι από την πιο κάτω στιχομυθία από την αντεξέταση της Μ.Κ.7, συνάγεται η αλήθεια της θέσης του και ότι το υπό εξέταση εύρημα είναι λανθασμένο και αυθαίρετο.
«Ε: Στη δεύτερη σελίδα στην 30η γραμμή-31η κατ’ ακρίβεια που αναφέρεσαι στον γιατρό Νεοφύτου και αναφέρει ότι έπρεπε να γίνει εισαγωγή κτλ., εκεί που λες ότι «για να μπει μαγνητική βαλβίδα και πρέπει να αγοράσουμε που έξω», σου είπε ακριβώς ότι πρέπει να αγοραστεί που έξω;
Α: Ίσως είχε κάποια έλλειψη το νοσοκομείο και για να γίνει πιο σωστή δουλειά έπρεπε να έχει τζαί άλλα κομμάτια τζιαμέ.»
Δεν έχουμε πειστεί ότι η πιο πάνω αναφορά της Μ.Κ.7 κατά την αντεξέτασή της είχε τέτοια σαφήνεια ή παρείχε τέτοια επεξήγηση ώστε να μπορούσε να ανατρέψει τα όσα περιέχονταν στο πιο πάνω απόσπασμα από την κατάθεσή της στην αστυνομία και τα οποία υιοθέτησε ενόρκως. Ούτε και συνάδει με όσα ο εφεσείων δήλωσε στη δική του μαρτυρία ως προς το τι της είχε αναφέρει. Θεωρούμε συνακόλουθα ότι δεν παρέχεται έρεισμα επέμβασής μας στη διεργασία αξιολόγησης της μαρτυρίας επί του σημείου αυτού από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ούτε και έρεισμα για να θεωρήσουμε το προσβαλλόμενο εύρημά του αυθαίρετο ή λανθασμένο.
Εν όψει όλων των πιο πάνω, ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης υποστηρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθά τον κατεπείγοντα χαρακτήρα της εγχείρησης και την έλλειψη αποθεματικού από την εταιρεία που προμήθευε τη βαλβίδα στο Νοσοκομείο και εσφαλμένα προέβη στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να ακολουθήσει την προβλεπόμενη από το Υπουργείο διαδικασία, ώστε να εξασφαλίσει περαιτέρω αναλώσιμα.
Στην αιτιολογία γίνεται εκτενής αναφορά σε μάρτυρες κατηγορίας οι οποίοι υποστήριξαν, κατά τον εφεσείοντα, τη θέση του ότι η εξασφάλιση υλικών δεν μπορούσε να γίνει με την απαιτούμενη, για την εν λόγω περίπτωση, ταχύτητα και ότι κατά καιρούς η εξασφάλιση εμφυτευμάτων γινόταν εκτός των τυπικών διαδικασιών. Διατυπώνεται το παράπονο ότι η εν λόγω μαρτυρία παραγνωρίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Επισημαίνουμε κατ’ αρχάς ότι ο λόγος έφεσης εκλαμβάνει ως δεδομένη τη θέση του εφεσείοντα κατά τη μαρτυρία του στην ακρόαση, ότι υπήρχε έλλειψη αποθεματικού σε σχέση με την εν λόγω βαλβίδα, στην εταιρεία που προμήθευε το Νοσοκομείο. Τονίζουμε ότι αντιθέτως, το πρωτόδικο Δικαστήριο, έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο, για τους πιο κάτω λόγους.
Έκρινε κατ’ αρχάς τον εφεσείοντα αναξιόπιστο και ξεκάθαρα ανέφερε ότι η όλη εκδοχή του δεν τον έπεισε, η δε κρίση του αυτή δεν εφεσιβάλλεται.
Έπειτα, επί του συγκεκριμένου σημείου, σημείωσε ότι ο εφεσείων αναφέρθηκε αόριστα σε υπεύθυνο χειρουργείων από τον οποίο ζήτησε να γίνει παραγγελία βαλβίδας και αυτός του είπε ότι δεν υπήρχε διαθέσιμη από το Υπουργείο, χωρίς να τον κατονομάζει. Σημείωσε ότι η θέση του αυτή δεν τέθηκε κατά την αντεξέταση των υπευθύνων επί του θέματος Μ.Κ.14 (νοσηλευτικού λειτουργού ο οποίος εργαζόταν στο Υπουργείο Υγείας ως προϊστάμενος ομάδας αναλωσίμων στη Διεύθυνση Αγορών και Προμηθειών) και Μ.Κ.20 (προϊστάμενου της Διεύθυνσης Αγορών και Προμηθειών στο Υπουργείο Υγείας). Επίσης, σημείωσε ότι δεν προσκομίστηκε από την υπεράσπιση θετική μαρτυρία σε σχέση με τον ισχυρισμό του εφεσείοντα περί της έλλειψης βαλβίδας στην εταιρεία.
Στην αιτιολογία, προωθείται ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.17 (νοσηλευτή στο Νοσοκομείο), μετά την επίδικη εγχείρηση η οποία έλαβε χώρα στις 5.2.2016, υπήρχε μηδέν αποθεματικό για την επίδικη βαλβίδα για 11 ημέρες και ως εκ τούτου προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο λόγος της καθυστέρησης ήταν ότι η συμβεβλημένη εταιρεία αδυνατούσε να καλύψει τις ανάγκες του Νοσοκομείου. Με κάθε σεβασμό, επισημαίνουμε ότι η θέση δεν ευσταθεί καθότι από την εν λόγω μαρτυρία προκύπτει ότι παραδόθηκε μία τέτοια βαλβίδα την 6.2.2016, την επομένη της επίδικης εγχείρησης. Εν πάση περιπτώσει, θεωρούμε πως η μη υιοθέτηση του συμπεράσματος αυτού από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήταν καθόλα επιτρεπτή και δεν παρέχεται έρεισμα, αναγνωρισμένο από τη νομολογία για επέμβαση του Εφετείου.
Κατά την προφορική αγόρευση του εφεσείοντα, δόθηκε έμφαση στο ότι τόσο ο Μ.Κ.17, όσο και ο Μ.Κ.16 επίσης νοσηλευτής, ανέφεραν ότι δεν μπορούσαν να θυμηθούν αν έλαβαν χώρα συγκεκριμένες συνομιλίες μεταξύ αυτών και του εφεσείοντα περί την ημερομηνία της επίδικης εγχείρησης. Συγκεκριμένα, ο Μ.Κ.17 δεν θυμόταν αν ο εφεσείων είχε ενημερώσει προσωπικά τον ίδιο ή τον συνάδελφό του για τα υλικά που θα χρειαζόταν για την επίδικη εγχείρηση.
Εν όψει του ότι οι δύο αυτοί μάρτυρες δήλωσαν ότι δεν μπορούσαν να θυμηθούν τα πιο πάνω, ο εφεσείων υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο εφεσείων ζήτησε επιπλέον βαλβίδα από την εταιρεία η οποία προμήθευε το Νοσοκομείο. Σύμφωνα με τον εφεσείοντα, οι εν λόγω μάρτυρες δεν θα μπορούσαν να θυμηθούν εάν τους είχε ζητήσει κάτι τέτοιο. Το όλο επιχείρημα του εφεσείοντα, κρίνεται ατελέσφορο. Καμία σχετική ερώτηση ή υποβολή δεν τέθηκε στους εν λόγω μάρτυρες κατά την αντεξέτασή τους. Το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν πιθανολόγησε ως προς το ποια θα ήταν η θέση των μαρτύρων αν τίθετο τέτοια θέση ή υποβολή, ουδόλως αποτελεί σφάλμα, ούτε και αποτελεί λόγο επέμβασης του Εφετείου.
Περαιτέρω, ουσιωδώς, θα προσθέταμε ότι ο Μ.Κ.17, ανέφερε ότι ο έλεγχος του αποθέματος γινόταν στην πρωινή βάρδια του Σαββάτου από τους νοσηλευτές και δεν ενημερώνονταν από αυτούς οι ιατροί, αλλά ο προϊστάμενος. Επίσης, ανέφερε ότι όταν ιατρός έχει επείγον περιστατικό, πρέπει να το δηλώσει στον προϊστάμενο χειρουργείου, και όχι στον ίδιο τον Μ.Κ.17. Ο νοσηλευτής ο οποίος ήταν ο προϊστάμενος χειρουργείου ήταν ο Μ.Κ.16. Στον εν λόγω μάρτυρα δεν έγινε καμία ερώτηση ή υποβολή κατά την αντεξέτασή του σε σχέση με το αν έγινε οποιαδήποτε σχετική συζήτηση με τον εφεσείοντα σε σχέση με το απόθεμα της επίδικης βαλβίδας.
Εν όψει των πιο πάνω, κρίνουμε το επιχείρημα του εφεσείοντα ως προς τη βαρύτητα που θα έπρεπε να δοθεί στην αδυναμία της υπεράσπισης να αποδείξει ότι πράγματι ο ίδιος είχε συνομιλήσει με κάποιο πρόσωπο και είχε ενημερωθεί ότι υπήρχε έλλειψη βαλβίδας στην εταιρεία που τις προμήθευε, στηρίζεται σε υποθέσεις και στερείται πραγματικού υποβάθρου.
Περαιτέρω, προς υποστήριξη της θέσης του, ο εφεσείων έδωσε μεγάλη έμφαση κατά την αγόρευσή του ενώπιον του Εφετείου στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε τα όσα κατέθεσε στη μαρτυρία του ο Μ.Κ.18, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο Διευθυντής της Νευροχειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου Λευκωσίας, σε σχέση με το ότι γενικώς δεν υπήρχαν αποθέματα βαλβίδων και ότι υπήρχαν φορές, ως θέμα τακτικής, που οι ιατροί αποτείνονταν στον ιδιωτικό τομέα ή σε άλλα νοσοκομεία για εξασφάλισή τους.
Παραβλέπει όμως ο εφεσείων ότι το τι ακολούθησε τη σχετική υποβολή δεν υποστηρίζει τη θέση του, αλλά αντιθέτως υποστηρίζει την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων θα έπρεπε να ακολουθήσει συγκεκριμένη διαδικασία για να εξευρεθεί δεύτερη βαλβίδα.
Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:
«E. Υπήρχαν και περιπτώσεις γιατρέ όπου ένας ασθενής ο οποίος ήθελε να χειρουργηθεί στο κρατικό νοσοκομείο μπορεί λόγω ειδικοτήτων κάποιων γιατρών να έφερνε δικά του υλικά;
Α. Όχι, αυτό δεν μπορούσε να γίνει. Έπρεπε να χρησιμοποιηθούν αυτά του νοσοκομείου, εκτός αν υπήρχε έλλειψη και δεν μπορούσε ο γιατρός να τα εφοδιαστεί ή από την εταιρεία ή από το Υπουργείο ή να πιέσει το Υπουργείο ή να πιέσουν οι νοσηλευτές που παρά και τις προσπάθειες όλων αυτών έτυχε φορά με την προσπάθεια όλων αυτών να μην γίνει τίποτα, αλλά έπρεπε να ακολουθηθεί αυτή η διαδικασία και εξαρτάται και το πόσο επείγουσα ήταν η επέμβαση. Είναι πολλοί οι παράγοντες.»
Εν όψει της πιο πάνω ανάλυσής μας κρίνουμε ότι δεν χωρεί επέμβασή μας στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εν λόγω εταιρεία δεν διέθετε την επίδικη βαλβίδα. Συνακόλουθα, αναπόδραστα ατελέσφορη θα ήταν και η θέση του εφεσείοντα ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον επείγοντα χαρακτήρα της εγχείρησης και εσφαλμένα κατέληξε ότι ο εφεσείων θα έπρεπε να ακολουθήσει την προβλεπόμενη από το Υπουργείο διαδικασία. Εντούτοις, για σκοπούς πληρότητας, εξετάσαμε και αυτή του τη θέση και καταλήγουμε ότι ακόμη και στην περίπτωση όπου δεν υπήρχε απόθεμα στην εταιρεία, το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι έπρεπε να ακολουθηθεί συγκεκριμένα διαδικασία, ήταν εν όψει του συνόλου της μαρτυρίας, καθόλα επιτρεπτό.
Ατελέσφορος και ανεδαφικός κρίνεται συνακόλουθα και ο τρίτος λόγος έφεσης.
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προσβάλλεται το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η επίδικη βαλβίδα δεν δόθηκε στον εφεσείοντα από την εφεσείουσα. Προβάλλεται επίσης, ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε ότι οι ενέργειες του εφεσείοντα ήταν υπέρ του δημοσίου συμφέροντος.
Ως προς το πρώτο σκέλος του λόγου έφεσης με την αιτιολογία αυτού γίνεται αναφορά σε ιατρούς μάρτυρες κατηγορίας, και ιδίως στον Μ.Κ.18, οι οποίοι σύμφωνα με τον εφεσείοντα, υποστήριξαν τη θέση του ότι απαιτείται για ασφάλεια να υπάρχουν άμεσα διαθέσιμες πέραν της μίας βαλβίδες για το επίδικο περιστατικό. Υποστηρίζεται ότι η μαρτυρία αυτή λανθασμένα αγνοήθηκε και αντ’ αυτού το πρωτόδικο Δικαστήριο στήριξε το εύρημά του σε αβάσιμη εικασία, η οποία δεν υποστηρίζεται από κανένα στοιχείο.
Μελετήσαμε ενδελεχώς την εκκαλούμενη απόφαση. Προκύπτει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο ότι ο εφεσείων δεν είχε παραλάβει την επίδικη βαλβίδα, στηριζόμενο στο ότι κανείς εκ των μαρτύρων που κατέθεσαν και είχαν εμπλοκή κατά την επίδικη εγχείρηση δεν είχε πληροφορηθεί από τον εφεσείοντα ότι διέθετε ο ίδιος την επίδικη βαλβίδα, ως επιπρόσθετη αυτής που υπήρχε διαθέσιμη στο Νοσοκομείο. Η θεώρησή του αυτή βρίσκει έρεισμα στη δοθείσα μαρτυρία. Δεν αποτελεί, όπως υποστηρίζεται με τον παρόντα λόγο έφεσης, αβάσιμη εικασία.
Κρίνουμε ότι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι αν όντως ο εφεσείων είχε στην κατοχή του την επίδικη βαλβίδα, ήταν ευλόγως αναμενόμενο να ενημερώσει τον ιατρό ο οποίος διενήργησε την εγχείρηση υπό την επίβλεψη του εφεσείοντα, καθώς και τους εμπλεκόμενους νοσηλευτές, δεν είναι παράλογο ή ακροσφαλές, ώστε να χωρεί επέμβαση του Εφετείου. Ούτε συμφωνούμε ότι επειδή υπήρχε μαρτυρία ότι ως θέμα ορθής πρακτικής θα έπρεπε να υπάρχει η δεύτερη βαλβίδα, αναπόδραστα το μόνο λογικό συμπέρασμα στο οποίο μπορούσε να καταλήξει το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν ότι εφεσείων είχε παραλάβει τη βαλβίδα.
Τέλος σημειώνουμε ότι ο εφεσείων παραπέμπει προς υποστήριξη του παρόντος λόγου έφεσης, στο ότι η Μ.Κ.7 στην κατάθεσή της ανέφερε ότι ο εφεσείων είπε στην ασθενή και στην ίδια να αγοράσουν τη βαλβίδα και να του την πάρουν στην κλινική για να μπορέσει να τη χρησιμοποιήσει στην εγχείρηση. Είναι η θέση του ότι δεν θα έλεγε κάτι τέτοιο αν είχε σκοπό να πάρει χρήματα χωρίς να λάβει τη βαλβίδα. Δεν θεωρούμε ότι η δήλωσή του αυτή οδηγεί αναπόδραστα στο ότι το μόνο λογικό συμπέρασμα στο οποίο μπορούσε να καταλήξει το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν ότι ο εφεσείων είχε παραλάβει τη βαλβίδα. Ούτε και θεωρούμε ότι η δήλωση αυτή καθιστά ακροσφαλές το προσβαλλόμενο συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, σε βαθμό που να επιβάλλεται η επέμβασή μας.
Εν κατακλείδι, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί κανένας λόγος επέμβασης του Εφετείου και συνακόλουθα ο τέταρτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Με τον πέμπτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη στο εύρημα ότι δεν υπήρξε συμφωνία επιστροφής του επίδικου ποσού που καταβλήθηκε από τους παραπονούμενους και ότι αυτό επεστράφη μετά την καταγγελία τους, προφανώς για ιδιοτελείς σκοπούς των εφεσειόντων, ήτοι με την ελπίδα απόσυρσης της καταγγελίας.
Προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφαση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στήριξε το εύρημά του ότι δεν υπήρχε η ως άνω συμφωνία, στις καταθέσεις των συγγενών της ασθενούς, οι οποίοι δεν ανέφεραν κάτι τέτοιο και στο ότι ο ίδιος ο εφεσείων κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο δεν ανέφερε κάτι τέτοιο. Επισημαίνουμε επίσης ότι η θέση αυτή του εφεσείοντα περί συμφωνίας, δεν προωθήθηκε ούτε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων που θα μπορούσαν να τοποθετηθούν επί τούτου. Επομένως, το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν καθόλα επιτρεπτό και δεν διαπιστώνουμε λόγο επέμβασής μας σχετικά με αυτό.
Σημειώνουμε τέλος ότι τα όσα περαιτέρω ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο ως προς τον λόγο για τον οποίο επεστράφη το επίδικο ποσόν, λέχθηκαν εκ του περισσού. Δεν θεωρούμε ότι αυτά αναιρούν το ότι το επίδικο εύρημα βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία. Ούτε και θεωρούμε ότι εν όψει τούτων, τίθεται θέμα προς εξέταση από το Εφετείο, που σχετίζεται με την ορθότητα είτε της αξιολόγησης της μαρτυρίας, είτε της επαρκούς αιτιολόγησης της απόφασης, είτε της ορθότητας της ετυμηγορίας.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
Παρεμβάλλουμε, στο σημείο αυτό, λόγω συνάφειας με τους πιο πάνω λόγους έφεσης τον πρώτο λόγο έφεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε σε υποθέσεις και συμπεράσματα τα οποία δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία με αποτέλεσμα να κατέληξε στην καταδίκη του εφεσείοντα στη βάση αυθαίρετων υποθέσεων και συμπερασμάτων. Με την αιτιολογία απαριθμούνται «ευρήματα» τα οποία υποστηρίζεται ότι δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία.
Το πρώτο εύρημα προσβάλλεται ειδικά με τον δεύτερο λόγο έφεσης ανωτέρω και έχει τύχει εξέτασης στο πλαίσιο αυτού.
Το δεύτερο «εύρημα» περιγράφεται ως εξής:
«Στην περίπτωση της εγχειριζόμενης υπήρχε ικανοποιητικός χρόνος για να εφαρμοστεί η επείγουσα διαδικασία του Υπουργείου Υγείας για προκήρυξη προσφοράς και αγοράς μαγνητικής βαλβίδας».
Μελέτη της εκκαλούμενης απόφασης, δεικνύει ότι το τι λέχθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αντιστοιχεί ακριβώς με την πιο πάνω περιγραφή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απορρίπτοντας τη θέση της υπεράσπισης, ανέφερε τα εξής: «Δεν υπήρξε όμως μαρτυρία που ειδικά για τις συγκεκριμένες βαλβίδες να αποδεικνύει έλλειψη σε αποθέματα στις αποθήκες της εταιρείας ή αδυναμία άμεσης εξασφάλισης αποθεματικού αν χρειαζόταν, ειδικά για τη συγκεκριμένη στιγμή και περίπτωση». Το σημείο αυτό εξετάστηκε στο πλαίσιο του τρίτου λόγου έφεσης.
Το τρίτο «εύρημα» περιγράφεται ως εξής:
«Η εταιρεία που προμήθευε το Γενικό Νοσοκομείο είχε αποθέματα μαγνητικής βαλβίδας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, αρκετά για να εφοδιάσει το Νοσοκομείο αν ζητούνταν».
Μελέτη της εκκαλούμενης απόφασης, δεν αποκαλύπτει τέτοιο εύρημα. Ό,τι αναφέρεται συναφώς, παρατέθηκε πιο πάνω σε σχέση με το «δεύτερο εύρημα» που προσβάλλεται και έτυχε εξέτασης στο πλαίσιο του τρίτου λόγου έφεσης.
Το τέταρτο «εύρημα» περιγράφεται ως εξής:
«Τα χρήματα από την αγορά της βαλβίδας τα έλαβε η κατηγορούμενη 2 και όχι η εταιρεία».
Το πέμπτο «εύρημα» περιγράφεται ως εξής:
«Οι συνθήκες αγοράς της βαλβίδας από την Κατηγορούμενη 2 ομοίαζαν με πολύ παράξενες συνθήκες που θύμιζαν διακίνηση ναρκωτικών ουσιών».
Μελέτη της εκκαλούμενης απόφασης, δεικνύει ότι αντικείμενο των δύο πιο πάνω αιτιάσεων αποτελεί το εξής εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου:
«3) Ο συγγενείς της εγχειρισθείσας έδωσαν ποσό €1.500 σε πολύ παράξενες συνθήκες που θύμιζαν διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, σε χώρο στάθμευσης, χωρίς έκδοση οποιασδήποτε έκδοσης ή τιμολογίου, με ρητή επιταγή του Κατηγορούμενου να πληρώσουν σε μετρητά και με μετέπειτα παράκλησή του να «δείξουν εχεμύθεια». Ο Κατηγορούμενος 1 δεν στους συγγενείς της εγχειρισθείσας ότι υπήρχε εταιρεία, αλλά τους παρέπεμψε σε κάποιο πρόσωπο, δίνοντας το τηλέφωνο της συζύγου του και άρα το ποσό των 1.500 ευρώ της εν λόγω βαλβίδας το είχε λάβει όχι η εταιρεία, αλλά η σύζυγός του και άρα και ο ίδιος, εφόσον ήταν εμφανές ότι υπήρχε πλήρης συνεννόηση μεταξύ τους.»
Διαπιστώνουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο στήριξε την κατάληξή του, εν μέρει στο περιεχόμενο της μαρτυρίας των συγγενών της ασθενούς, και εν μέρει στο συμπέρασμα το οποίο εξήγαγε από τις συνθήκες λήψης του ποσού από την κατηγορούμενη 2, σε δύο χώρους στάθμευσης, χωρίς την έκδοση απόδειξης. Σχετική είναι και η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου και στο ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.7, θυγατέρας της ασθενούς, ο εφεσείων ζήτησε όπως επιδειχθεί εχεμύθεια. Έχοντας κατά νου τη νομολογία ως προς το πεδίο επέμβασης του Εφετείο σε σχέση με ευρήματα και συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν διαπιστώνουμε ότι τα πιο πάνω να είναι αυθαίρετα, ούτε και διακρίνουμε άλλο λόγο επέμβασής μας.
Το έκτο «εύρημα» αποτελεί το αντικείμενο του τέταρτου λόγου έφεσης και το έβδομο, αποτελεί αντικείμενο του πέμπτου λόγου έφεσης ανωτέρω, στο πλαίσιο των οποίων εξετάστηκαν.
Εν όψει όσων αναφέρουμε πιο πάνω, ο πρώτος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
Προφανώς εκ παραδρομής, ο επόμενος λόγος έφεσης, ο οποίος είναι ο έκτος στη σειρά, αναγράφεται ως έβδομος λόγος έφεσης. Με αυτόν υποστηρίζεται ότι βάσει των πιο πάνω λόγων έφεσης που προηγούνται και της μαρτυρίας όπως αυτή εντοπίζεται στα πρακτικά της υπόθεσης αλλά και στη βάση των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου και στις φράσεις που χρησιμοποίησε, δημιουργείται τουλάχιστον υποβόσκουσα αμφιβολία (lurking doubt) ως προς τα γεγονότα. Με την αιτιολογία υποστηρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν χρησιμοποιεί γλώσσα που να δείχνει τη βεβαιότητα που χρειάζεται σε ποινική υπόθεση.
Στην ΠΑΥΛΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 68/2024, 71/2024, ημερομηνίας 16.7.2025, το Εφετείο αναφέρθηκε στη νομική πτυχή του εγερθέντος ζητήματος:
«Αναφορικά με το ζήτημα αυτό παραπέμπουμε σε όσα σχετικά με την υποβόσκουσα αμφιβολία ανέφερε το Εφετείο στην υπόθεση Δ.Β.Γ.Κ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 3/22, ημερ. 29.2.24, με αναφορά στην υπόθεση R. v. Cooper (1969) 53 Cr. App. R. 82. Σύμφωνα με την υπόθεση εκείνη το Εφετείο υποχρεούται να ακυρώσει μια καταδίκη εάν πιστεύει ότι υφ' όλες τις περιστάσεις αυτή είναι ακροσφαλής ή και ανεπαρκής (βλ. κα Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506). Όπως καταληκτικά τέθηκε το θέμα στην Cooper (ανωτέρω):
That means that in cases of this kind the court must in the end ask itself a subjective question, whether we are content to let the matter stand as it is, or whether there is not some lurking doubt in our minds which makes us wonder whether an injustice has been done. This is a reaction which may not be based strictly on the evidence as such; it is a reaction which can be produced by the general feel of the case as the Court experiences it”. »
Υπό το φως των πιο πάνω, εξετάσαμε τις αιτιάσεις του εφεσείοντα. Τα όσα προβάλλονται με τους λόγους έφεσης ως αυθαίρετα συμπεράσματα έχουν τύχει εξέτασης σε κάθε έναν από αυτούς. Δεν θεωρούμε ότι οποιοδήποτε από αυτά δημιουργεί την υποβόσκουσα αμφιβολία που εισηγείται ο εφεσείων.
Ο εφεσείων δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένες αναφορές του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως ενδεικτικές της θέσης του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν χρησιμοποίησε γλώσσα που να δείχνει τη βεβαιότητα που χρειάζεται.
Εντούτοις, εξετάσαμε με προσοχή το όλο λεκτικό της εκκαλούμενης απόφασης. Κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αιτιολόγησε την απόφασή του επαρκώς, στηριζόμενο στο μαρτυρικό υλικό. Αχρείαστα και εκ του περισσού, έθεσε ερωτήματα τα οποία θεώρησε ότι πλήττουν τις εισηγήσεις της υπεράσπισης. Όντας περιττά, δεν θεωρούμε ότι δεικνύουν να μην υπάρχει η βεβαιότητα που απαιτείται για απόδειξη των κατηγοριών. Καταλήγουμε ότι δεν υπήρχε υποβόσκουσα αμφιβολία που καθιστά την καταδίκη ακροσφαλή ή ανεπαρκή.
Εν όψει των πιο πάνω, ο έβδομος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Οι εφέσεις 195/2024 και 197/2025 απορρίπτονται στην ολότητά τους και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται αναφορικά με την καταδίκη έκαστου εφεσείοντα αντιστοίχως, επικυρώνεται.
Στρεφόμαστε στην έφεση 196/2024.
Ο πρώτος λόγος έφεσης προσβάλλει την ποινή φυλάκισης 32 μηνών για το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας κατά παράβαση του Άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.156 καθώς και την ποινή φυλάκισης 28 μηνών για το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των Άρθρων 297 και 298 του Κεφ.156, ως έκδηλα υπερβολικές και/ή ως επιβληθείσες κατόπιν σφάλματος αρχής. Σημειώνεται ότι δεν προσβάλλονται οι λοιπές, ελαφρότερες ποινές φυλάκισης οι οποίες επιβλήθηκαν για άλλα αδικήματα, μεταξύ των οποίων η υψηλότερη ήταν αυτή των 26 μηνών για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007.
Κατ’ αρχάς σημειώνουμε ότι στην αιτιολογία του λόγου αυτού δεν γίνεται καμία αναφορά στο γεγονός ότι ενώ η τέλεση του αδικήματος της κατάχρησης εξουσίας έγινε το έτος 2016, οπότε και η μέγιστη ποινή φυλάκισης η οποία προβλεπόταν από το Άρθρο 105 του Κεφ. 154, ήταν τα τρία έτη, το πρωτόδικο Δικαστήριο επιβάλλοντας την ποινή κατά το έτος 2022, εσφαλμένα θεώρησε ότι η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή ήταν τα επτά έτη. Η αύξηση της ποινής στα επτά έτη επήλθε με τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) Νόμο του 2021, (Ν.27(Ι)/2021).
Βασιζόμενο στην εσφαλμένη θεώρησή του αυτή, αποφάσισε ότι η αρμόζουσα ποινή ήταν αυτή των 40 μηνών, όμως ενόψει της καθυστέρησης στην επιβολή ποινής, προέβη σε μείωσή της κατά 8 μήνες, επιβάλλοντας εν τέλει ποινή φυλάκισης 32 μηνών.
Η όλη προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αποτελεί σφάλμα αρχής, εφόσον δυνάμει του Άρθρου 12.1 του Συντάγματος «εις ουδένα επιβάλλεται δι’ αδίκημά τι ποινή βαρυτέρα της ρητώς προβλεπομένης υπό του κατά τον χρόνον της τελέσεως ισχύοντος νόμου.» Πανομοιότυπη πρόνοια απαντάται και στο Άρθρο 7(1) της ΕΣΔΑ.
Εντούτοις, το σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν προσδιορίστηκε ως τέτοιο στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, ούτε και υπήρξε σχετική εισήγηση στο διάγραμμα αγόρευσης ή την προφορική αγόρευση του εφεσείοντα. Σημειώνουμε συναφώς τα πιο κάτω λεχθέντα στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΥΡΕΑ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 13/2022, 14/2022, 15/2022, 16/2022, 17/2022 & 18/2022, ημερομηνίας 25.2.2025:
«Στη Σαμουρίδης v. Inzeyannis Πολ. Έφεση 326/14, ημερ.18.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:A133, λέχθηκε πως «τα συστατικά στοιχεία των λόγων έφεσης συντίθενται, πρώτον, από τον προσδιορισμό του λάθους και δεύτερο τους λόγους που στοιχειοθετούν το σφάλμα και χωρίς το ένα ή το άλλο ο λόγος έφεσης είναι ατελής (Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 112).»
Με δεδομένη την ατέλεια του λόγου έφεσης, θεωρούμε ότι η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη για την ενεργοποίηση του Άρθρου 144 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 έτσι ώστε η έφεση να μην κριθεί μόνον επί του ατελούς λόγου έφεσης. Διαπιστώνουμε ότι από το πιο πάνω σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου προέκυψε πράγματι, ουσιώδης πλημμελής απονομή της δικαιοσύνης ως προς την επιβολή ποινής για το συγκεκριμένο εν λόγω αδίκημα. Συνακόλουθα, η ποινή που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο πρέπει να παραμεριστεί. Δυνάμει του άρθρου 45(2) του Κεφ.155 το Εφετείο δύναται να αυξήσει, μειώσει ή μετατρέψει την ποινή.
Στρεφόμενοι στο έργο της επιβολής της ποινής, υπενθυμίζουμε κατ’ αρχήν τα πιο κάτω λεχθέντα στην ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2000) 2 Α.Α.Δ. 1:
«Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν, όμως, τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τις συνθέτους και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη».
Στρεφόμενοι στις εισηγήσεις του εφεσείοντα ως προς την αρμόζουσα ποινή για το εν λόγω αδίκημα σημειώνουμε ότι στην αιτιολογία του παρόντος λόγου έφεσης, γίνεται παραπομπή στην υπόθεση ΛΕΩΝΙΔΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 85/2020, ημερομηνίας 28.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:B284. Θεωρούμε ότι η απόφαση αυτή δεν είναι βοηθητική, εφόσον η καταδίκη παραμερίστηκε χωρίς κανένα σχολιασμό για την ποινή που επιβλήθηκε πρωτοδίκως. Γίνεται επίσης επίκληση της υπόθεσης ΔΑΦΝΗ ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Ποινική Έφεση 121/17, ημερομηνίας 21.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311. Ούτε αυτή η υπόθεση είναι βοηθητική, επειδή η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή για το εν λόγω αδίκημα δεν αποτέλεσε αντικείμενο της έφεσης.
Πάντα υπό το φως των λεχθέντων στην ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ (ανωτέρω), σημειώνουμε ότι ποινή φυλάκισης ενάμιση έτους για το υπό κρίση αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας, όταν ανώτατη προβλεπόμενη εκ του Κεφ.154 ποινή ήταν τα τρία έτη, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην ΑΝΤΡΕΑΣ ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 53/2017, 64/2017, 66/2017 και 68/2017, ημερομηνίας 15.12.2017. Λαμβάνουμε υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην εν λόγω υπόθεση σε σχέση με την αρμόζουσα ποινή για αδικήματα διαφθοράς δημοσίων λειτουργών εν γένει.
Παραπέμπουμε επίσης στα λεχθέντα σε σχέση με αδικήματα διαφθοράς εν γένει, στις ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ κ.α. v. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 19/2020, 34/2020, 37/2020, 39/2020, 41/2020 και 44/2020, ημερομηνίας 20.7.2022, και ΜΑΛΗΚΚΙΔΗΣ ΕΥΤΥΧΙΟΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2016) 2 Α.Α.Δ. 1186.
Λαμβάνουμε επίσης υπόψη ότι όπως λέχθηκε στην AΣΤΥΝΟΜΙΑ v. ΒΑΚΑΝΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 173/20, ημερομηνίας 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B200, «Η σοβαρότητα μιας υπόθεσης διαφαίνεται από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή όπως και τα γεγονότα τα οποία την συνθέτουν».
Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, τονίζουμε ότι στην παρούσα, ο εφεσείων κατείχε θέση εμπιστοσύνης ως ιατρός ατόμου το οποίο δικαιούτο και αναζήτησε δωρεάν περίθαλψη. Καταχράστηκε τη θέση αυτή με το ευτελές κίνητρο του κέρδους. Η θέση η οποία κατείχε επιφέρει και ανάλογο επίπεδο ευθύνης, το οποίο δυστυχώς δεν επέδειξε. Είναι τέτοιας φύσεως το αδίκημα, αντιμετωπίζεται από τα Δικαστήρια με αυστηρότητα και με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Συμφωνούμε συναφώς με την παραπομπή του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2012) 2 Α.Α.Δ. 557, στην οποία λέχθηκε ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού της χαρακτήρα και της αποτελεσματικότητας του νόμου.
Ειδικότερα, ως προς τα οικονομικά εγκλήματα, σημειώνουμε ότι στην AΣΤΥΝΟΜΙΑ v. ΒΑΚΑΝΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 173/20, ημερομηνίας 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B200, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας το διάταγμα για αναστολή της ποινής ανέφερε:
«Όπως υποδείχθηκε ήδη πριν χρόνια στην Sydenham v. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 210:
«Τo οικονομικό έγκλημα βρίσκεται τον τελευταίο καιρό σε έξαρση και δραττόμαστε της ευκαιρίας να δηλώσουμε την αποφασιστικότητα των δικαστηρίων να συμβάλουν με αυστηρές ποινές στην πάταξη του.»
Το ίδιο το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρθηκε στην έξαρση με την οποία διαπράττονται εγκλήματα αυτής της φύσης και στην συνεπακόλουθη ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Παρέβλεψε όμως πλήρως ότι όταν υπάρχει τέτοια ανάγκη, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να εξουδετερώνει το στοιχείο της αποτροπής. Η διαδικασία εξατομίκευσης δεν συνεπάγεται την εξουδετέρωση της σοβαρότητας του εγκλήματος ή του στοιχείου της αποτροπής όταν διαπιστώνεται η ανάγκη να αποδοθεί αποτρεπτικός χαρακτήρας στην ποινή (Σωκράτους ν. Δημοκρατίας (1994) 2 ΑΑΔ 132). Όπως υποδείχθηκε στην Κόκκινος ν. Αστυνομίας (1995) 2 ΑΑΔ 135:
«Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη∙ όχι όμως την αποκλειστική συνάρτηση της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη (βλ. Eleni Evagorou v. The Police (1971) 2 CLR 194).»
Συνεπώς, ναι μεν όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή δεν ατονεί η υποχρέωση για εξατομίκευση, όμως η σημασία των προσωπικών περιστάσεων ελαχιστοποιείται. Καθοριστικός είναι ο παράγοντας της επιβαλλόμενης αποτροπής ακόμα και σε περιπτώσεις όπου οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις είναι ιδιαίτερες (Memic v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 197/2011, ημερ. 16.4.2014).»
Ερχόμενοι εν όψει των πιο πάνω στο έργο της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβάνουμε υπόψη ως ελαφρυντικούς παράγοντες το ότι αδίκημα, διαπράχθηκε πριν σχεδόν 10 έτη, το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα και το ότι το επίδικο ποσόν επεστράφη.
Δεν παραβλέπουμε ότι με την αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης, προβάλλεται ως ελαφρυντικό το ότι ο εφεσείων δεν είχε σκοπό να καταχραστεί την εξουσία του ως ιατρικός λειτουργός του δημοσίου και να λάβει χρήματα, αλλά να σώσει την ασθενή και να μη θέσει σε κίνδυνο τη ζωή της κατά τη διάρκεια του επείγοντος χειρουργείου της. Σημειώνουμε ότι η εκδοχή αυτή του εφεσείοντα, ως προς το κίνητρό του για τις επίδικες πράξεις, απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την εξέταση της ποινικής του ευθύνης. Αφενός, δεν έγινε δεχτή η θέση του ότι η μαρτυρία των άλλων ιατρών μαρτύρων κατηγορίας υποστήριζε την εκδοχή του και αφετέρου η δική του μαρτυρία κρίθηκε στο σύνολό της αναξιόπιστη. Συνακόλουθα, δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη, ο ισχυρισμός αυτός, ως ελαφρυντικό στοιχείο για την επιβολή ποινής.
Εν όψει όλων των ανωτέρω, επιβάλλουμε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 18 μηνών στην κατηγορία 2 επί του κατηγορητηρίου για το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας κατά παράβαση του Άρθρου 105 του Κεφ.154.
Ακολουθεί η εξέταση της ποινής φυλάκισης 28 μηνών που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο σχετικά με το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις. Επισημαίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ως κατάλληλη ποινή τους 36 μήνες, και προέβη σε μείωση κατά 8 μήνες λόγω της καθυστέρησης που υπήρξε.
Σημειώνουμε τα εξής λεχθέντα σε σχέση με το πεδίο επέμβασης του Εφετείου, στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΑΡΧΟΝΤΗ ΕΥΘΥΒΟΥΛΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.: 124/2024, ημερομηνίας 17.3.2025:
«Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές βάσει των οποίων δικαιολογείται επέμβαση στην επιβληθείσα ποινή. Η έφεση δεν αποτελεί μέτρο επανακαθορισμού της ποινής η οποία αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση των μελών του Εφετείου στο κατά πόσο θα επέβαλλαν μερικώς ψηλότερη ή χαμηλότερη ποινή (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224, Philippou v. The Republic (1983) 2 C.L.R. 245). Στην Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, αποφασίστηκε ότι η έκδηλη υπερβολή στην ποινή τεκμηριώνεται με αναφορά σε έναν από δυο παράγοντες ή σε συνδυασμό και των δυο, ήτοι πρέπει να υπάρχει: (α) Πασιφανής έλλειψη αντιστοιχίας μεταξύ της σοβαρότητας του αδικήματος και της επιβληθησόμενης ποινής∙ και (β) Ουσιώδης απόκλιση της ποινής που επιβάλλεται από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία (βλ. και Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 141, Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 854).»
Σημειώνουμε την εισήγηση που εξειδικεύεται με την αιτιολογία του παρόντος λόγου έφεσης ότι η εν λόγω ποινή παρουσιάζει ουσιώδη απόκλιση από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις, με μοναδική παραπομπή στην SCHADOW ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (1992) 2 Α.Α.Δ. 168 και την εκεί επιβληθείσα ποινή των τριών μηνών. Θεωρούμε ότι η απόφαση αυτή ουδόλως υποστηρίζει τη θέση του εφεσείοντα για τους πιο κάτω λόγους: Το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε ότι η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή κατά τον επίδικο στην εν λόγω υπόθεση χρόνο, ήταν το ένα έτος, σε αντίθεση με τα πέντε έτη, που προβλέπονται στο Κεφ.154 σε σχέση με τον επίδικο στην παρούσα χρόνο. Περαιτέρω, η εκεί εφεσείουσα είχε παραδεχθεί ενοχή, γεγονός που αποτελεί σύμφωνα με τη νομολογία, ελαφρυντικό παράγοντα. Επιπλέον, το Ανώτατο Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις ιδιάζουσες περιστάσεις της εφεσείουσας.
Σχετική με την εισήγηση του εφεσείοντα, θεωρούμε την ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΤΑΣΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2013) 2 ΑΑΔ 505, στην οποία επικυρώθηκε η επιβληθείσα κατόπιν ακρόασης ποινή φυλάκισης δύο ετών, για το υπό εξέταση αδίκημα όταν ο Νόμος προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε ετών. Λήφθηκαν υπόψη οι επιβαρυντικές περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθώς και το ύψος του ποσού που αποσπάστηκε το οποίο ήταν της τάξης των €23.000.
Λέχθηκαν επίσης τα εξής:
«Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί, η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων, καθότι αυτά ενέχουν, σε έντονο βαθμό, το στοιχείο της απάτης, διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές μεταξύ πολιτών, στοιχείο που επιβάλλει την επιβολή ποινών αποτρεπτικού χαρακτήρα. Η σοβαρότητα βέβαια του αδικήματος δεν εξουδετερώνει, όπως ορθά και το πρωτόδικο δικαστήριο σημειώνει, την αναγκαιότητα εξατομίκευσης της ποινής. Όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν επιτρέπεται στο βωμό της εξατομίκευσης να θυσιάζεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής. (Βλ. Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 286)».
Στην παρούσα υπόθεση, θεωρούμε ότι αν και η υπόθεση για τους λόγους που εξηγήσαμε ανωτέρω είναι σοβαρή, με ιδιαιτέρως επιβαρυντικό το στοιχείο της κατάχρησης της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ ιατρού και ασθενούς, διαπιστώνεται αναντιστοιχία της ποινής που επιβλήθηκε με το σύνολο των λοιπών περιστάσεων. Θεωρούμε ότι αντικειμενικά κρινόμενη, η εν λόγω ποινή είναι έκδηλα υπερβολική και ως εκ τούτου, αντικαθίσταται με ποινή φυλάκισης 22 μηνών.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης προσβάλλεται η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν δικαιολογείτο η αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν. Με την αιτιολογία προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας περιορίστηκε στη σοβαρότητα των αδικημάτων, χωρίς να σταθμίσει ορθά τις προσωπικές περιστάσεις και τους μετριαστικούς παράγοντες που προβλήθηκαν υπέρ της αναστολής από τον εφεσείοντα. Γίνεται δε συναφώς, παραπομπή στις ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2016) 2 Α.Α.Δ. 753 και ΔΑΦΝΗ ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Ποινική Έφεση 121/17, ημερομηνίας 21.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311.
Δεν θα συμφωνήσουμε με τη θέση του εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέπεσε στο σφάλμα να μην σταθμίσει τις προσωπικές περιστάσεις και τους μετριαστικούς παράγοντες που προβλήθηκαν από τον εφεσείοντα, στο βαθμό που αυτό έγινε στην ΓΕΩΡΓΙΟΥ (ανωτέρω).
Προκύπτει από την παραπομπή του στο σκεπτικό της ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ (ανωτέρω), ότι έκλινε υπέρ της μη αναστολής κρίνοντας ότι προείχε, κατ’ αναλογία με τις εκεί η αρχή της αποτρεπτικότητας, εν όψει και της θέσης του εφεσείοντα στην οποία έχουμε αναφερθεί ανωτέρω. Έκρινε ότι από το σύνολο των εν λόγω στοιχείων ο εφεσείων δεν δικαιούτο δεύτερης ευκαιρίας με αναστολή της ποινής φυλάκισης. Δεν εντοπίζουμε σφάλμα αρχής, στη διεργασία του πρωτόδικου Δικαστηρίου και δεν χωρεί η επέμβασή μας (βλ. GEORGIOS TSINTSARATZE v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 139/2025, 141/2025, ημερομηνίας 30.10.2025).
Αβάσιμος κρίνεται ο τρίτος λόγος έφεσης και απορρίπτεται.
Οι εφέσεις 195/2024 και 197/2024 απορρίπτονται. Η πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με την καταδίκη επικυρώνεται.
Η έφεση 196/24 επιτυγχάνει μερικώς.
Η ποινή φυλάκισης των 32 μηνών στη δεύτερη κατηγορία επί του κατηγορητηρίου για το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας κατά παράβαση των Άρθρων 105 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, αντικαθίσταται με ποινή φυλάκισης 18 μηνών.
Η ποινή φυλάκισης των 28 μηνών στην τέταρτη κατηγορία επί του κατηγορητηρίου για το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των Άρθρων 297, 298(1) και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, αντικαθίσταται με ποινή φυλάκισης 22 μηνών.
Κατά τα λοιπά η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο