ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
[Έφεση (Ε.Ε.Σ.) Αρ. 2/2026)]
(i-justice)
4 Μαρτίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
ELMALIAH YOSSI
Εφεσείων
v.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΡΧΗ, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ
Εφεσιβλήτου
--------------------
Γ. Πολυχρόνης για Γιάννης Πολυχρόνης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα
Σ. Παπουή (κα), για Γενικόν Εισαγγελέα, για τον Εφεσίβλητο
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση τόσο στην έφεση όσο και στην αντέφεση είναι ομόφωνη. Η απόφαση στην έφεση θα δοθεί από τον Θ. Θωμά, Δ. και στην αντέφεση θα δοθεί από τον υποφαινόμενο.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΘΩΜΑ, Δ.: Η Έφεση στρέφεται εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 21.1.2026, με την οποία διατάχθηκε η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (στη συνέχεια «το ΕΕΣ»), το οποίο είχε εκδοθεί στις 15.10.2025 από την αρμόδια δικαστική αρχή του Βελγίου εναντίον του Εφεσείοντος. Όπως αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση, το επίδικο ΕΕΣ εκδόθηκε στη βάση εθνικού εντάλματος σύλληψης για τρία ποινικά αδικήματα, τα οποία είναι η απάτη μέσω εγκληματικής οργάνωσης, η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και η απάτη μέσω διαδικτύου.
Κατά την ακροαματική διαδικασία η ημεδαπή Κεντρική Αρχή παρουσίασε ως μάρτυρα τον κ. Χίντικο, λειτουργό στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης (ΜΚΑ 1). Για την πλευρά του Εφεσείοντος κατέθεσαν ο ίδιος ο Εφεσείων (ΜΥ1), καθώς και ο κ. Παρασκευά, δικηγόρος, πρόεδρος του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου και αναπληρωτής καθηγητής Δημοσίου Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε αυτό (ΜΥ2).
Η ΕΦΕΣΗ
Το εφετήριο περιλαμβάνει τέσσερεις συνολικά λόγους έφεσης, από τους οποίους προωθήθηκαν τελικά μόνον οι λόγοι έφεσης 1 και 3. Ο πρώτος λόγος έφεσης έχει τρία σκέλη. Συγκεκριμένα με τον πρώτο λόγο ο Εφεσείων παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο: (Α) Εσφαλμένα ή και αντίθετα με την προσαχθείσα μαρτυρία έκρινε ότι δεν αποδείχθηκαν με επικαιροποιημένα στοιχεία τέτοιες συστημικές πλημμέλειες που να δημιουργούν πραγματικό κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση αντίθετη με το Άρθρο 4 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΧΘΔ») και το Άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ»), σε περίπτωση παράδοσης του στην Αιτήτρια χώρα, (Β) Αξιολόγησε εσφαλμένα ή και αντίθετα με το περιεχόμενο τους τα Παραρτήματα της έκθεσης ή και τα Έγγραφα των διεθνών οργάνων τα οποία κατέθεσε ο ΜΥ2 και (Γ) Αξιολόγησε εσφαλμένα ή και αντινομικά τη μαρτυρία του ΜΥ2.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης παραπονείται ότι εσφαλμένα και αναιτιολόγητα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε να μην ασκήσει τη διακριτική του εξουσία και να μην αρνηθεί την εκτέλεση του επίδικου ΕΕΣ σύμφωνα με το Άρθρο 14(στ) του Ν.133(Ι)/2004.
Διευκρινίζουμε εξαρχής ότι το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου έφεσης, ως αναφερόμενο στην αξιοπιστία του ΜΥ2, ταυτίζεται από αυτής της πλευράς κατ’ ουσίαν με τους λόγους αντέφεσης και, όπως εξηγούμε σε μεταγενέστερο σημείο της απόφασης μας, δεν μπορεί να τύχει εξέτασης, δεδομένου ότι επιτρέπεται η άσκηση έφεσης επί νομικών σημείων μόνο (βλ. Άρθρο 24(1) του Ν.133(Ι)/2004). Στο σημείο αυτό και για σκοπούς των όσων ακολουθούν περιοριζόμαστε σε παραπομπή στην υπόθεση Corina Snacks Ltd v. Ορφανίδη, Ποιν. Έφ. 212/15, ημερ. 29.5.18, όπου τονίστηκε πως: «Η έννοια του «νομικού σημείου» περιλαμβάνει και την εξαγωγή συμπερασμάτων που είναι αντίθετα ή δεν συνάδουν με τη μαρτυρία που προσάχθηκε ή ακόμα και άποψη πάνω στα πρωτογενή γεγονότα που δεν μπορεί εύλογα να υποστηριχθεί και ειδικότερα εκτίμηση περί της αποτυχίας στη βάση των διαπιστωνόμενων γεγονότων».
Πρώτος Λόγος Έφεσης – Κίνδυνος Απάνθρωπης Μεταχείρισης
Πριν προχωρήσουμε σε οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση θεωρούμε ορθό να παραθέσουμε αυτούσιο το Άρθρο 2(2) του Ν. 133(Ι)/2004:
«(2) Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε κάθε περίπτωση, ο εκζητούμενος δεν εκδίδεται σε κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση».
Στην υπόθεση Steinmetz v Γενικού Εισαγγελέα, Έφεση (ΕΕΣ) Αρ. 3/23 ημερ. 3.11.23 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Σημειώνεται ότι ο Νόμος θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης με σχετικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Άρθρο 2. (2) του Νόμου αντανακλά το Άρθρο 1 παράγραφο 3 της απόφασης πλαίσιο, το οποίο προβλέπει ότι η απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως κατοχυρώνονται στα Άρθρα 2 και 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση («ΣΕΕ»). Με το Άρθρο 6 δίδεται νομικό κύρος στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Χάρτης»).
Δεδομένης της γενικής αρχής περί αμοιβαίας εμπιστοσύνης όπως αυτή φαίνεται στο απόσπασμα από την Dorobantu πιο πάνω, το ΔΕΕ στην ML Generalstaatsanwaltschaft (Conditions of detention in Hungary) C-220/18 ημερομηνίας 25.07.2018, (σκέψη 59), αποφάσισε ότι η δικαστική αρχή εκτέλεσης υπό ορισμένες προϋποθέσεις, έχει τη δυνατότητα να παύσει τη διαδικασία παράδοσης όταν η παράδοση αυτή ενδέχεται να συνεπάγεται απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση του εκζητουμένου, κατά την έννοια του Άρθρου 4 του Χάρτη. Λαμβάνουμε υπόψη ότι η εκτέλεση ΕΕΣ συνιστά τον κανόνα και η άρνηση εκτέλεσης προβλέπεται ως εξαίρεση, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενώς».
Όπως λέχθηκε στην απόφαση Aranyosi C-404/15 ημερομηνίας 05.04.2016 το ζήτημα εξετάζεται σε δύο στάδια, ήτοι στο γενικό και στο ειδικό. Σε σχέση με το γενικό, η διεργασία εκτίμησης γίνεται στη βάση αντικειμενικών, επικυρωμένων, αξιόπιστων, συγκεκριμένων και δεόντως ενημερωμένων στοιχείων που αφορούν στις συνθήκες κράτησης στο κράτος έκδοσης του ΕΕΣ και από τα οποία καταδεικνύεται ότι υφίστανται πλημμέλειες συστημικές ή γενικευμένες».
Όπως προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση, ο ΜΥ2 παρουσιάστηκε υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα επί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΥ2, αποδέχθηκε κατ’ αρχάς ότι ο μάρτυρας κατέχει τα προσόντα και την εμπειρία, τα οποία τον καθιστούν ειδικό επί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Στην αιτιολογία του λόγου έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως θα έπρεπε να υποστηρίζεται από ανεξάρτητη και επικαιροποιημένη έκθεση η άποψη του μάρτυρα ότι υπήρχε κίνδυνος για τον Εφεσείοντα να καταστεί «στόχος» στις φυλακές του Βελγίου επειδή είναι μέλος της Εβραϊκής κοινότητας και έχει συγκεκριμένες διατροφικές και θρησκευτικές συνήθειες. Κατά την εισήγηση το πιο πάνω συμπέρασμα υποστηριζόταν από τους κανόνες της κοινής λογικής και ανθρώπινης εμπειρίας, με βάση την όλη κατάσταση που επικρατεί στις φυλακές του Βελγίου, ιδιαίτερα τη βία μεταξύ κρατουμένων και τις συνέπειες του υπερπληθυσμού, λαμβανομένου υπόψη του κλίματος αντισημιτισμού. Προβάλλεται περαιτέρω ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει στην απόφαση του ότι θα έπρεπε να δώσει μαρτυρία ο ίδιος ο Εφεσείων σε σχέση με τις διατροφικές και θρησκευτικές του συνήθειες, αφού δεν αμφισβητήθηκε η συγκεκριμένη θέση του από τη συνήγορο του Γενικού Εισαγγελέως, ενώ παράλληλα επεξηγήθηκε δεόντως ο λόγος για τον οποίο προωθήθηκε η ως άνω θέση, που ήταν η σοβαρότατη τρομοκρατική επίθεση την οποία δέχθηκε η Εβραϊκή κοινότητα στην Αυστραλία την προηγούμενη της ημέρας που έδιδε τη μαρτυρία του ο ΜΥ2.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα σχετικά επί του συγκεκριμένου σημείου, τα οποία κρίνουμε ορθό όπως μεταφέρουμε αυτούσια:
«Κατ’ αρχάς, η όποια θέση του μάρτυρα αυτού ότι το γεγονός ότι ο Εκζητούμενος είναι μέλος της Εβραϊκής κοινότητας και έχει συγκεκριμένες διατροφικές και θρησκευτικές συνήθειες, θα τον καταστήσει «στόχο στις φυλακές του Βελγίου, στην περίπτωση έκδοσης του και τυχόν κράτησης του, με αποτέλεσμα να παραβιαστεί το δικαίωμα του που προστατεύεται από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε ανεξάρτητη και επικαιροποιημένη έκθεση οποιουδήποτε επίσημου σώματος, αλλά ούτε από τις εκθέσεις και τα διάφορα Παραρτήματα που ο ίδιος ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο μέσω του Τεκμηρίου 24, με αποτέλεσμα να μην έχουν δοθεί στο Δικαστήριο τα εχέγγυα και τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια, για να μπορεί να καταλήξει το ίδιο σε ανεξάρτητο συμπέρασμα επί της εν λόγω θέσης.
………………………………………………………………………………….……
Επίσης, υπενθυμίζω ότι, ο ίδιος ο Εκζητούμενος, όταν έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν αναφέρθηκε σε οποιεσδήποτε διατροφικές και θρησκευτικές του συνήθειες, ούτε και εξέφρασε οποιουσδήποτε φόβους αναφορικά με την τυχόν έκδοση του στο Βέλγιο στη βάση τούτων. Αφ’ ης στιγμής, κατά τη θέση του ΜΥ 2, το αντισημιτικό κλίμα που ανέφερε, υφίσταται ανά τον κόσμο εδώ και καιρό, οι φόβοι του Εκζητούμενου περί τούτου θα προϋπήρχαν του πρόσφατου περιστατικού που συνέβη στην Αυστραλία, και επομένως, αναμενόμενο θα ήταν αυτός να ανέφερε τούτους στο Δικαστήριο όταν ο ίδιος έδωσε μαρτυρία».
Εξετάσαμε με προσοχή την προβληθείσα από τις εκατέρωθεν πλευρές επιχειρηματολογία. Κατά την κρίση μας δεν παρέχεται πεδίο για επέμβαση μας επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα όσα ανωτέρω προβλήθηκαν δεν υποστηρίζονται από ανεξάρτητη και επικαιροποιημένη έκθεση οποιουδήποτε σώματος. Θα πρέπει να επισημάνουμε πως ο ίδιος ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι στην έκθεση που ετοίμασε (Τεκμήριο 24) δεν περιέλαβε οτιδήποτε σε σχέση με το ζήτημα αυτό, αλλά, όπως επί λέξει ανέφερε στη μαρτυρία του «....μεταξύ της προηγούμενης δικασίμου και σήμερα μεσολάβησαν τα γεγονότα στην Αυστραλία, που ουσιαστικά ήταν κάτι το οποίο έλαβα υπόψη ένεκα του ότι επικρατεί, συνεχίζει να επικρατεί ένα κλίμα αντισημιτισμού σε όλον τον κόσμο. Άρα το γεγονός ότι ο εκζητούμενος είναι από το Ισραήλ και υπάρχει κίνδυνος να εκδοθεί στις Φυλακές του Βελγίου, με βάση τα δεδομένα όπως τα περιγράφω στην έκθεση μου για τις Βελγικές Φυλακές, αυτό ενδεχομένως να δημιουργεί κίνδυνο για τα δικαιώματα του....».
Αναφέρεται όντως από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν είχαν δοθεί στο Δικαστήριο τα εχέγγυα και τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να καταλήξει το ίδιο σε ανεξάρτητο συμπέρασμα επί της ως άνω θέσης. Από πλευράς μας να επισημάνουμε πως η εισήγηση ότι υπάρχει κίνδυνος «στοχοποίησης» του Εφεσείοντος, σε περίπτωση που διαταχθεί η κράτηση του στις Βελγικές φυλακές, αφενός λόγω του παγκόσμιου αντισημιτικού κλίματος που επικρατεί και αφετέρου λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων και των ιδιαίτερων διατροφικών του συνηθειών, υπήρξε παντελώς αυθαίρετη, αφού δεν στηριζόταν σε οποιοδήποτε υπόβαθρο. Συνεπώς ορθά δεν έγινε αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Η πρόσφατη τρομοκρατική επίθεση στην Αυστραλία, στην οποία στηρίχθηκε κατά ένα μέρος η άποψη αυτή, ήταν, κατά την κρίση μας, ένα μεμονωμένο περιστατικό, το οποίο σε καμμιά περίπτωση δεν στοιχειοθετεί ένα γενικευμένο και παγκόσμιας κλίμακας αντισημιτικό κλίμα.
Δεν μας βρίσκει σύμφωνους ούτε η προβαλλόμενη, στην αιτιολογία του λόγου έφεσης, θέση πως η ανωτέρω άποψη υποστηριζόταν από τους κανόνες της κοινής λογικής και ανθρώπινης πείρας με βάση την όλη κατάσταση που επικρατεί στις φυλακές του Βελγίου, ιδιαίτερα της βίας μεταξύ των κρατουμένων. Αντίθετα, ήταν ζήτημα γεγονότων αλλά και δεδομένων, των οποίων επιβαλλόταν η τεκμηρίωση, ώστε να καταστεί ευχερής ο έλεγχος από το πρωτόδικο Δικαστήριο της ορθότητας της εισήγησης αυτής. Ούτε το γεγονός ότι η ανωτέρω άποψη δεν αντικρούστηκε με άλλη επιστημονική μαρτυρία, επέβαλλε στο Δικαστήριο την υποχρέωση να αποδεχθεί την ορθότητα της. Σημειώνουμε, ίσως εκ του περισσού, πως το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει στην απόφαση του ότι ο ίδιος ο Εφεσείων δεν αναφέρθηκε σε οποιεσδήποτε διατροφικές ή θρησκευτικές του συνήθειες ούτε και εξέφρασε οποιουσδήποτε φόβους λόγω των ως άνω συνηθειών του.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, σχολιάζοντας τη θέση ότι υφίσταται βία μεταξύ των κρατουμένων στις φυλακές του Βελγίου, αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα:
«Στην όποια δε θέση του ΜΥ 2 ότι, το γεγονός ότι υφίσταται βία μεταξύ κρατουμένων στις φυλακές του Βελγίου και αφορά και φυλετικές διακρίσεις, προκύπτει από την έκθεση της CPT του 2017, δεν μπορεί, επίσης, να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα, εφόσον η εν λόγω έκθεση ουδέποτε παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ενώ στη δημόσια δήλωση της εν λόγω Επιτροπής του ίδιου έτους, ουδέν αναφέρεται περί βίας, στη βάση φυλετικών διακρίσεων και δη αντισημιτικού κλίματος. Πέραν τούτου, σημειώνω ότι, τα όσα ανάγονται σε χρόνο κατά το έτος 2017, και δη 8 και πλέον έτη προηγουμένως, δεν αποτελούν δεόντως επικαιροποιημένα στοιχεία περί των όσων επί τούτου αναφέρει ο μάρτυρας. Περαιτέρω, στη βάση της έκθεσης της CPT του 2022 (βλ. Παράρτημα 7 του Τεκμηρίου 24), η όποια βία μεταξύ των κρατουμένων, γίνεται με αναφορά στους χώρους κράτησης που επισκέφθηκε η εν λόγω Επιτροπή και φέρεται να σχετίζεται με το ζήτημα του υπερπληθυσμού και της έλλειψης προσωπικού και όχι ένεκα φυλετικών διακρίσεων. Συνεπώς, δεν έχουν δοθεί στο Δικαστήριο τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια και εχέγγυα για να μπορεί τούτο να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα ευρήματα περί του ότι η όποια βία φέρεται να υπάρχει μεταξύ των κρατουμένων στο σωφρονιστικό ίδρυμα του Βελγίου ή στις εν λόγω φυλακές που επισκέφθηκε η Επιτροπή, αφορά φυλετικά κριτήρια».
Καθ’ όσον αφορά την άποψη του μάρτυρα επί του ζητήματος των απεργιών του προσωπικού του Βελγικού σωφρονιστικού συστήματος, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα:
«Πέραν των πιο πάνω, η όποια θέση του ΜΥ 2 ότι οι απεργίες του προσωπικού του σωφρονιστικού συστήματος του Βελγίου υφίστανται μέχρι σήμερα και αποτελούν πρόβλημα το οποίο ταλανίζει το εν λόγω σωφρονιστικό ίδρυμα στο σύνολό του, δεν στηρίζεται σε δεόντως επικαιροποιημένα στοιχεία. Και εξηγώ. Το εν λόγω πρόβλημα (των απεργιών) προκύπτει όντως να υπήρχε και να ήταν σοβαρό κατά το έτος 2017, όταν και η CPT προέβη σε δημόσια δήλωση για την κατάσταση του σωφρονιστικού συστήματος της χώρας. Διαπιστώνεται δε να υφίσταται, προφανώς σε λιγότερο βαθμό, εφόσον δεν έγινε από το έτος 2017 άλλη δημόσια δήλωση, στην έκθεση της CPT του 2022 (Παράρτημα 7 του Τεκμηρίου 24) σε ότι αφορά τα σωφρονιστικά ιδρύματα που η εν λόγω Επιτροπή επισκέφθηκε. Εντούτοις, καμία αναφορά γίνεται σε προβλήματα λόγω απεργιών του προσωπικού των φυλακών στην έκθεση του Συμβουλίου των Υπουργών που παρουσίασε ο μάρτυρας (Παράρτημα 8), η οποία ετοιμάστηκε τον Δεκέμβριο του 2024. Στα όσα δε αναφέρθηκε ο μάρτυρας, τα οποία βασίζονται σε δημοσιεύματα εφημερίδας του Βελγίου (Παραρτήματα 5Α-5Δ), δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα, εφόσον, στη βάση της σχετικής νομολογίας, όταν η δικαστική αρχή εκτέλεσης εξετάζει αν υφίστανται αντικειμενικά, αξιόπιστα, συγκεκριμένα και δεόντως επικαιροποιημένα στοιχεία που καταδεικνύουν την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου προσβολής, στο κράτος μέλος έκδοσης, των θεμελιωδών δικαιωμάτων λόγω πλημμελειών, τα στοιχεία δύνανται να προκύπτουν από διεθνείς δικαστικές αποφάσεις, αποφάσεις, εκθέσεις και λοιπά έγγραφα καταρτιζόμενα από τα όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης ή όργανα εντός του συστήματος των Ηνωμένων Εθνών (βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση Μείζονος σύνθεσης του ΔΕΕ, Aranyosi C-404/15, ημερομηνίας 05.04.2016). Εν προκειμένω, τα Παραρτήματα 5Α-5Δ, αποτελούν και μόνο δημοσιεύματα από εφημερίδες του Βελγίου, χωρίς να έχει αναφερθεί η πηγή γνώσης του συντάκτη των εν λόγω άρθρων, για τα όσα εκεί αυτός καταγράφει, χωρίς ο εν λόγω συντάκτης να έχει αντεξετασθεί επί του περιεχομένου των εν λόγω δημοσιευμάτων και χωρίς να έχει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, παρουσιαστεί το οτιδήποτε στο Δικαστήριο το οποίο να επιβεβαιώνει την ανεξαρτησία και αμεροληψία της πηγής και των αναφορών των εν λόγω δημοσιευμάτων. Συνεπώς, δεν έχουν παρουσιαστεί ενώπιον μου επικαιροποιημένα και ανεξάρτητα στοιχεία, επί των οποίων να μπορώ να καταλήξω στα δικά μου ανεξάρτητα ευρήματα περί του ότι το πρόβλημα των απεργιών του προσωπικού των φυλακών υφίσταται ακόμη στα σωφρονιστικά ιδρύματα του Βελγίου ή ότι είναι τέτοιας μορφής και έκτασης που συνιστά γενική και/ή συστημική πλημμέλεια».
Μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους ο τρόπος με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε ειδικότερα τα διάφορα έγγραφα τα οποία παρουσιάστηκαν με την Έκθεση (Τεκμήριο 24). Όπως έχουμε παρατηρήσει, δεν είχαν παρουσιαστεί επικαιροποιημένα στοιχεία προς υποστήριξη της θέσης πως η βία μεταξύ των κρατουμένων στις φυλακές του Βελγίου έχει ως αιτία τις φυλετικές διακρίσεις. Η πλέον πρόσφατη παρουσιασθείσα Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων του Συμβουλίου της Ευρώπης (CPT) του 2022 (Παράρτημα 7 του Τεκμηρίου 24), αποδίδει τη βία μεταξύ των κρατουμένων στον υπερπληθυσμό στους χώρους κράτησης, καθώς και στην έλλειψη και μη ικανοποιητική παρουσία προσωπικού. Συνεπώς δεν υπήρχε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου το απαιτούμενο υπόβαθρο μαρτυρίας, για να οδηγηθεί σε εύρημα πως υπάρχει πραγματικός κίνδυνος για τον Εφεσείοντα να υποστεί βία από συγκρατούμενους του λόγω της καταγωγής του ή και λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων ή των διατροφικών του συνηθειών.
Καθ’ όσον αφορά το ζήτημα των απεργιών του προσωπικού των φυλακών του Βελγίου, θεωρούμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο, έκρινε πως δεν υφίστατο τέτοιο πρόβλημα, αφού στην πλέον πρόσφατη Έκθεση της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης (Παράρτημα 8 του Τεκμηρίου 24) καμιά αναφορά γίνεται σε τέτοιο πρόβλημα. Δεν παραβλέπει φυσικά το πρωτόδικο Δικαστήριο πως το συγκεκριμένο πρόβλημα υφίστατο κατά το έτος 2017, έτος κατά το οποίο η Επιτροπή CTP είχε προβεί και σε Δημόσια Δήλωση σε σχέση με τα προβλήματα που υπήρχαν στις φυλακές του Βελγίου. Από την άλλη όμως δεν παραβλέπει το μεγάλο χρονικό διάστημα των οκτώ και πλέον χρόνων που έχει παρέλθει από την ως άνω Δημόσια Δήλωση, καθώς και το ότι στην Έκθεση της CTP του 2022 (Παράρτημα 7 του Τεκμηρίου 24) το πρόβλημα αυτό εντοπίζεται στους συγκεκριμένους χώρους κράτησης που είχε τότε επισκεφθεί η Επιτροπή, ήτοι κατά το έτος 2021. Δεν φαίνεται δηλαδή να ήταν συστημικό πρόβλημα.
Αβάσιμο κρίνεται και το παράπονο του Εφεσείοντος πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εντελώς αυθαίρετα δεν έδωσε βαρύτητα στα δημοσιεύματα έγκυρης εφημερίδας του Βελγίου που ανέφεραν για το πρόβλημα των απεργιών του προσωπικού των φυλακών (Παραρτήματα 5Α – 5Δ του Τεκμηρίου 24). Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τα όσα νομολογήθηκαν στην υπόθεση Aranyosi C-404/15, έκρινε ότι τα ανωτέρω δημοσιεύματα δεν περιλαμβάνονται στα έγγραφα επί των οποίων μπορούσε να βασιστεί για να καταλήξει σε εύρημα περί ύπαρξης πραγματικού κινδύνου παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων του Εφεσείοντος συνεπεία των απεργιών του προσωπικού των φυλακών του Βελγίου. Για τους ίδιους βασικά λόγους που έχουμε παραθέσει πιο πάνω, κρίνουμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε βαρύτητα ούτε και στο δημοσίευμα εφημερίδας του Βελγίου αναφορικά με τον αριθμό των κρατουμένων που κοιμούνται στο πάτωμα των φυλακών (Παράρτημα 9 του Τεκμηρίου 24).
Δεν συμμεριζόμαστε ούτε την προβαλλόμενη στην αιτιολογία του λόγου έφεσης θέση πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα ή και αντίθετα με το περιεχόμενο τους όλα τα παρουσιασθέντα διεθνή κείμενα ή ότι τα έκρινε αποσπασματικά. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξετάζοντας καθηκόντως και εξονυχιστικά όλα τα παρουσιασθέντα με την Έκθεση του ΜΥ2 έγγραφα, αποδέχθηκε μέρος του περιεχομένου τους. Επισημαίνουμε πως, βασιζόμενο στην Έκθεση της CPT για το 2022, καθώς και στην Έκθεση της Επιτροπής των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης (Παραρτήματα 7 και 8 του Τεκμηρίου 24), κατέληξε σε εύρημα πως στο σωφρονιστικό σύστημα του Βελγίου υφίσταται συστημικό πρόβλημα υπερπληθυσμού.
Με δεδομένη την ως άνω κατάληξη του περί ύπαρξης συστημικού προβλήματος υπερπληθυσμού, το πρωτόδικο Δικαστήριο πολύ ορθά στη συνέχεια προχώρησε να εξετάσει κατά πόσο συντρέχουν σοβαροί λόγοι πως ο Εφεσείων θα υποστεί απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση συνεπεία των συνθηκών κράτησης του στις φυλακές του Βελγίου. Πιο συγκεκριμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα:
«Η ανωτέρω κατάληξη μου όμως, περί συστημικού προβλήματος, δεν οδηγεί στο δίχως άλλο σε άρνηση εκτέλεσης ΕΕΣ. Είναι νομολογημένο ότι, αφότου το Δικαστήριο προβεί σε διαπίστωση συστημικού προβλήματος, επιβάλλεται, σε δεύτερο στάδιο, η εξέταση από μέρους του του ειδικού μέρους του ερωτήματος, και δη κατά πόσον, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι προκειμένου να θεωρηθεί ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος ο Εκζητούμενος να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, σε περίπτωση παράδοσής του, όσον αφορά στις συνθήκες κράτησής του (βλ. Aranyosi (ανωτέρω), και σκέψη 55, στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Dorobantu C-128/18 ημερομηνίας 15.10.2022).
Στη βάση της πιο πάνω διαπίστωσης μου, και για σκοπούς εξέτασης του δεύτερου σταδίου, ζητήθηκε από το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 21(2) του Ν. 133(Ι)/2004, η κατεπείγουσα προσκόμιση αναγκαίων πληροφοριών από το κράτος μέλος έκδοσης (Βέλγιο), αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες πρόκειται να κρατηθεί ο Εκζητούμενος στο Βέλγιο, αν τούτος παραδοθεί στις Βελγικές αρχές, ως επίσης και αναφορικά με τα ένδικα μέσα που συνοδεύουν τις εν λόγω διαβεβαιώσεις. Εξού και λήφθηκε το Τεκμήριο 40 από το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Βελγίου, μέσω της Εισαγγελίας του Limburg, με κοινοποίηση την δικαστική αρχή έκδοσης και δη τον διερευνώντα Δικαστή (Dirk Meesen)».
Σημειώνουμε ότι όλα τα ανωτέρω παρατεθέντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι ευθυγραμμισμένα με τις νομολογιακές αρχές, όπως αποτυπώθηκαν, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Dorobantu C-128/18, ημερ. 15.10.19.
Ο Εφεσείων, στην αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης μέμφεται το πρωτόδικο Δικαστήριο πως απέστειλε λανθασμένα ερωτήματα στις Αρχές του Βελγίου ή και διατύπωσε πολύ γενικά και αόριστα ερωτήματα, περαιτέρω δε πως εσφαλμένα και αντινομικά δεν υιοθέτησε και δεν απέστειλε τα ερωτήματα, όπως τα είχαν διατυπώσει οι δικηγόροι του.
Πρωτίστως τονίζουμε πως δεν ήταν υποχρεωμένο το πρωτόδικο Δικαστήριο να συντάξει και αποστείλει τα ερωτήματα όπως επακριβώς είχαν διατυπωθεί από τους συνηγόρους του Εφεσείοντος. Τέτοια υποχρέωση δεν φαίνεται να προκύπτει είτε από τις διατάξεις του Ν.133(Ι)/2004, είτε από οποιαδήποτε νομολογία. Ούτε έχουμε παραπεμφθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εφεσείοντος σε οποιαδήποτε νομολογία, η οποία επιβάλλει τέτοια υποχρέωση στο Δικαστήριο. Αντιθέτως, στην πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας v. Φιλίππου, Έφεση (Ε.Ε.Σ.) 4/2025, ημερ. 8.1.26, είχαμε τονίσει πως η σχετική «κρίση» ανήκει στο εκδικάζον Δικαστήριο, λέγοντας ότι «με βάση το Άρθρο 21(2) του Ν.133(Ι)/04 συμπληρωματικά στοιχεία δύναται να ζητήσει το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο στις περιπτώσεις που «κρίνει» ότι οι διαβιβασθείσες πληροφορίες δεν αρκούν ώστε να αποφασίσει για το θέμα της παράδοσης του εκζητούμενου». Όμως το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέστειλε τα ίδια επακριβώς ερωτήματα, όπως διατυπώθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εφεσείοντος, δεν σημαίνει πως αγνόησε ή και δεν έλαβε υπόψη τις εισηγήσεις του συνηγόρου του. Τουναντίον, το πρωτόδικο Δικαστήριο διαμόρφωσε τα δικά του ερωτήματα, αφού έλαβε υπόψη τα όσα είχε θέσει ο συνήγορος του Εφεσείοντος. Για του λόγου το αληθές παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από το τηρηθέν πρακτικό, το οποίο αποτελεί τον πλέον πιστό οδηγό των όσων διαμείφθηκαν κατά την πρωτόδικη διαδικασία:
«Το Δικαστήριο, έλαβε υπόψη τα ερωτήματα που έχετε θέσει κύριε Πολυχρόνη, εκ μέρους του Εκζητούμενου, στη γραπτή σας αγόρευση και διαμόρφωσε τα δικά του ερωτήματα, τα οποία συνοπτικά έχουν ως εξής: (1) έχοντας υπόψη το εγερθέν, από τον εκζητούμενο, ζήτημα υπερπληθυσμού στις φυλακές/σωφρονιστικά καταστήματα του Βελγίου, ποιες συγκεκριμένες εγγυήσεις και διαβεβαιώσεις μπορούν να παράσχουν οι Βελγικές αρχές ότι, στην περίπτωση έκδοσης και παράδοσης του εκζητούμενου και τυχόν κράτησης του από τις αρχές του Βελγίου, οι συνθήκες υπό τις οποίες θα κρατηθεί στο Βέλγιο συμμορφώνονται πλήρως με τα ελάχιστα πρότυπα ανθρωπιστικής μεταχείρισης, όπως απαιτείται βάσει του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, για παράδειγμα τετραγωνικά μέτρα ανά κρατούμενο, ότι δεν θα κοιμάται σε στρώμα στο πάτωμα, δραστηριότητες εκτός κελιού, συνθήκες υγιεινής κλπ., και (2) τι βαθμό εκτελεστότητας και ποια ένδικα μέσα συνοδεύουν τις διαβεβαιώσεις/εγγυήσεις που παρέχουν οι Βελγικές αρχές, ως επίσης και ποιοι είναι οι διαθέσιμοι μηχανισμοί για την αμφισβήτηση ή την κύρωση οποιασδήποτε ενδεχόμενης μη συμμόρφωσης, ερώτημα όπως το είχατε θέσει κύριε Πολυχρόνη».
Το ανωτέρω παρατεθέν απόσπασμα καταρρίπτει και τη θέση του Εφεσείοντος πως τα ερωτήματα διατυπώθηκαν πολύ γενικά και αόριστα. Κατά την κρίση μας, διατυπώθηκαν ορθά από το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά τρόπο επακριβή και συγκεκριμένο.
Παραπονείται επίσης ο Εφεσείων πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι οι διαβεβαιώσεις που τέθηκαν ενώπιον του είχαν δοθεί από Δικαστική Αρχή.
Στην υπόθεση Steinmetz v. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω) καταγράφονται οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο προσεγγίζει τις παρεχόμενες από το κράτος έκδοσης διαβεβαιώσεις, όπως οι αρχές αυτές διατυπώθηκαν στην υπόθεση ML Generalstaatsanwaltschaft C-220/18, ημερομηνίας 25.7.18, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
«111. Η παρεχόμενη από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος διαβεβαίωση ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν θα υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση λόγω των συγκεκριμένων και ακριβών συνθηκών κρατήσεώς του, ανεξαρτήτως του σωφρονιστικού καταστήματος στο οποίο θα κρατηθεί εντός του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος, αποτελεί στοιχείο το οποίο δεν επιτρέπεται να μην λάβει υπόψη η δικαστική αρχή εκτελέσεως...
112. Εφόσον η διαβεβαίωση αυτή έχει παρασχεθεί ή, τουλάχιστον, εγκριθεί από τη δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος, εν ανάγκη, κατόπιν της ζητηθείσας συνδρομής της κεντρικής αρχής ή μιας εκ των κεντρικών αρχών του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος, κατά την έννοια του άρθρου 7 της αποφάσεως-πλαισίου, η δικαστική αρχή εκτελέσεως, με βάση την αμοιβαία εμπιστοσύνη που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των δικαστικών αρχών των κρατών μελών και επί της οποίας εδράζεται το σύστημα του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, πρέπει να μπορεί να στηριχθεί στη διαβεβαίωση αυτή, τουλάχιστον όταν δεν υφίσταται οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο βάσει του οποίου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι υφιστάμενες συνθήκες κρατήσεως εντός ορισμένου καταστήματος κρατήσεως είναι αντίθετες προς το άρθρο 4 του Χάρτη.
113. Εν προκειμένω, όμως, η διαβεβαίωση που παρέσχε το ουγγρικό Υπουργείο Δικαιοσύνης στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, και την οποία επανέλαβε στις 27 Μαρτίου 2018, ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν θα υποστεί καμία απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση λόγω των συνθηκών κρατήσεώς του στην Ουγγαρία, ούτε παρασχέθηκε ούτε εγκρίθηκε από τη δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος, πράγμα το οποίο επιβεβαίωσε ρητώς η Ουγγρική Κυβέρνηση κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
114. Δεδομένου ότι δεν προέρχεται από μια δικαστική αρχή, η εγγύηση που μπορεί να απορρέει από μια τέτοια διαβεβαίωση πρέπει να προσδιορίζεται μέσω της σφαιρικής εκτιμήσεως του συνόλου των στοιχείων που έχει στη διάθεσή της η δικαστική αρχή εκτελέσεως.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα:
«Αποτελεί βασικό επιχείρημα της πλευράς του Εκζητούμενου ότι, οι πιο πάνω διαβεβαιώσεις (Τεκμήριο 40), δεν δόθηκαν, ούτε εγκρίθηκαν από τη δικαστική αρχή του Βελγίου, αλλά από την εκτελεστική αρχή και δη το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Βελγίου και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε αυτές, παραπέμποντας στην υπόθεση Benyamin (ανωτέρω).
Η πιο πάνω θέση της πλευράς του Εκζητούμενου δεν με βρίσκει σύμφωνη. Και εξηγώ. Εν προκειμένω, όντως η παρεχόμενη διαβεβαίωση ότι ο Εκζητούμενος δεν θα υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση λόγω των συγκεκριμένων και ακριβών συνθηκών κράτησης του, προέρχεται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Βελγίου με σχετική επιστολή του ημερ. 6.1.2025, και αποστέλλεται μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος της Εισαγγελίας του Limburg. Το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα δε, κοινοποιείται στην δικαστική αρχή έκδοσης του ΕΕΣ και δη στον διερευνώντα Δικαστή (investigating judge) Dirk Meesen, κατόπιν δικής του αποστολής των ερωτημάτων που τέθηκαν από το παρόν Δικαστήριο, μέσω της Κεντρικής Αρχής. Ο διερευνώντας Δικαστής, παρά του ότι κοινοποιήθηκαν οι εν λόγω διαβεβαιώσεις σε αυτόν (και δη στη δικαστική αρχή έκδοσης), δεν ανέφερε ότι δεν εγκρίνονται. Προφανές είναι λοιπόν ότι, τούτες έχουν εγκριθεί από τη δικαστική αρχή έκδοσης του ΕΕΣ και δη από τον διερευνώντα Δικαστή. Η παρούσα περίπτωση θεωρώ διαφέρει από την υπόθεση ML Generalstaatsanwaltschaft (Conditions of detention in Hungary) C-220/18, ημερομηνίας 25.07.2018, εφόσον εδώ η δικαστική αρχή έκδοσης του ΕΕΣ αποτελεί μέρος της εν λόγω αλληλογραφίας, μέσω της οποίας αποστάληκαν οι εν λόγω διαβεβαιώσεις, ενώ πουθενά οι Βελγικές αρχές δεν ανέφεραν ότι δεν επιβεβαιώνουν τις διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις της επιστολής του Υπουργείου Δικαιοσύνης ημερ. 6.1.2026 (σημειώνω ότι, στην υπόθεση ΜL (ανωτέρω), η δικαστική αρχή έκδοσης του ΕΕΣ και δη η Ούγγρικη δικαστική αρχή, επιβεβαίωσε, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ότι δεν είχε εγκρίνει τις εν λόγω διαβεβαιώσεις).
Συνεπώς, στη βάση της υπόθεσης του ΔΕΕ Dorobantu (ανωτέρω), θεωρώ ότι εν προκειμένω, οι διαβεβαιώσεις που λήφθηκαν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Βελγίου, έχουν εγκριθεί από τη δικαστική αρχή έκδοσης του ΕΕΣ και μπορώ να στηριχθώ σε αυτές, χωρίς να πρέπει να προβώ σε ειδική εκτίμηση των ενώπιον μου στοιχείων ως προς το κατά πόσο ο Εκζητούμενος, παρά τις διαβεβαιώσεις που δόθηκαν, θα υφίσταται πραγματικό κίνδυνο να παραβιαστούν τα δικαιώματα του, υπό την έννοια του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ».
Κατά την κρίση μας, τα ανωτέρω καταγραφόμενα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, οδηγούν στο μόνο λογικό συμπέρασμα πως οι διαβεβαιώσεις οι οποίες δόθηκαν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Βελγίου (Federal Public Service Justice), οι οποίες περιέχονται στην επιστολή ημερομηνίας 6.1.26 (μέρος του Τεκμηρίου 40), έτυχαν της έγκρισης της αρμόδιας Δικαστικής Αρχής του Βελγίου. Στα όσα δε καταγράφονται από το πρωτόδικο Δικαστήριο στο ανωτέρω απόσπασμα, προσθέτουμε πως η επιστολή του ημεδαπού Υπουργείου Δικαιοσύνης, με την οποία ζητούνται οι σχετικές διαβεβαιώσεις, απευθύνεται συγκεκριμένα προς το «Cabinet of the Instructing Magistrate Dirk MEESEN – Court of First Instance Limburg Division Tongeren-Borgloon”. Όπως δε ορθά καταγράφεται στην πρωτόδικη απόφαση, η επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης του Βελγίου με τις σχετικές διαβεβαιώσεις κοινοποιήθηκε προς τον Dirk Meesen. Επισημαίνουμε ότι στην επιστολή του ΜΚΑ1 προς τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λεμεσού ημερομηνίας 7.1.2026 (μέρος του Τεκμηρίου 40), το πρόσωπο αυτό περιγράφεται ως «Investigating Judge” («Ανακριτής Δικαστής»). Είναι λοιπόν φανερό ότι οι ως άνω παρασχεθείσες διαβεβαιώσεις περιήλθαν εις γνώση του ως άνω δικαστή, ο οποίος σε κανένα σχόλιο προέβη επ’ αυτών, κάτι το οποίο υποδηλώνει τη συμφωνία του με το περιεχόμενο τους.
Αφ’ ης στιγμής λοιπόν το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι οι ανωτέρω διαβεβαιώσεις εγκρίθηκαν από τη δικαστική αρχή έκδοσης του επίδικου ΕΕΣ, ορθά, κατά την κρίση μας, κατέληξε ότι δύναται να βασιστεί σε αυτές, χωρίς να πρέπει να προβεί σε εξειδικευμένη εκτίμηση των παρουσιασθέντων στοιχείων αναφορικά με το κατά πόσο υφίσταται πραγματικός κίνδυνος ο Εφεσείων να υποστεί απάνθρωπη ή και εξευτελιστική μεταχείριση. Τα ανωτέρω αναφερόμενα από το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι εναρμονισμένα με τις αρχές της νομολογίας. Πιο συγκεκριμένα, στην υπόθεση Dorobantu C-128/18, ημερομηνίας 15.10.19 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«68 Οσάκις έχει παρασχεθεί ή, τουλάχιστον, έχει εγκριθεί από τη δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος η διαβεβαίωση ότι ο ενδιαφερόμενος δεν θα υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση λόγω των συγκεκριμένων και ακριβών συνθηκών κρατήσεώς του, ανεξαρτήτως του σωφρονιστικού καταστήματος στο οποίο θα κρατηθεί στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος,, εν ανάγκη κατόπιν της ζητηθείσας συνδρομής της κεντρικής αρχής ή μιας εκ των κεντρικών αρχών του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος, υπό την έννοια του άρθρου 7 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, η δικαστική αρχή εκτελέσεως πρέπει να στηριχθεί σε αυτήν, τουλάχιστον ελλείψει οποιουδήποτε συγκεκριμένου στοιχείου βάσει του οποίου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι συνθήκες κρατήσεως που υφίστανται σε συγκεκριμένο κέντρο κρατήσεως αντιβαίνουν στο άρθρο 4 του Χάρτη [πρβλ. απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Generalstaatsanwaltschaft (Συνθήκες κρατήσεως στην Ουγγαρία), C-220/18 PPU, EU:C:2018:589, σκέψη 112].
69 Κατά συνέπεια, μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις και επί τη βάσει συγκεκριμένων στοιχείων δύναται η δικαστική αρχή εκτελέσεως να διαπιστώσει ότι, παρά τη διαβεβαίωση που μνημονεύθηκε στην προηγούμενη σκέψη, υφίσταται πραγματικός κίνδυνος να υποστεί ο ενδιαφερόμενος απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, υπό την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη, λόγω των συνθηκών κρατήσεώς του στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος».
Παρά την ως άνω κατάληξη του το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά, κατά την κρίση μας, προχώρησε και εξέτασε το κατά πόσον υφίσταται πραγματικός κίνδυνος παραβίασης οποιωνδήποτε δικαιωμάτων του Εκζητούμενου στη βάση των στοιχείων που παρουσιάστηκαν ενώπιον του. Αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα:
«Μέσω του Τεκμηρίου 40, επί της ουσίας, διαβεβαιώνεται ότι ο Εκζητούμενος με την παράδοση του, αν κριθεί ότι θα παραμείνει υπό κράτηση πριν την τυχόν έναρξη οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας εναντίον του, θα κρατηθεί στην φυλακή του Haren. Αναφέρεται επίσης ότι, το Βέλγιο εγγυάται ότι ο Εκζητούμενος δεν θα κρατηθεί σε κελί που θα έχει κάτω των 3τμ προσωπικού χώρου, είτε κρατηθεί μόνος του σε κελί, είτε κρατηθεί σε κελί που μένουν άλλοι κρατούμενοι. Επίσης, διαβεβαιώνεται ότι, ο μέσος χώρος ελάχιστης διαβίωσης κάθε κελιού είναι 9τμ, συμπεριλαμβανομένου και των επίπλων, ότι υπάρχουν εγκαταστάσεις υγιεινής οι οποίες είναι διαχωρισμένες από το υπόλοιπο κελί, είτε με τοίχο είτε με διαχωριστικό, ότι ο Εκζητούμενος θα έχει δικό του κρεβάτι, ως επίσης και ότι υπάρχουν διάφορες δραστηριότητες εκτός κελιού, οι οποίες και αναφέρονται.
Σημειώνω εδώ ότι, το γεγονός ότι υπάρχει συστημικό πρόβλημα υπερπληθυσμού στις φυλακές του Βελγίου, δεν συνεπάγεται στο ότι κάθε κρατούμενος θα κοιμάται στο πάτωμα, θα στερείται πρόσβασης σε καλές συνθήκες υγιεινής, θα υποστεί βία ή ότι το κράτος αδυνατεί να λάβει προστατευτικά μέτρα.
Στη βάση όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, δεν θεωρώ ότι υφίστανται ενδείξεις ότι η φυλακή του Haren, όπου θα κρατηθεί ο Εκζητούμενος, σε περίπτωση που διαταχθεί η κράτηση του πριν την έναρξη τυχόν ποινικής διαδικασίας/δίκης εναντίον του, παρουσιάζει προβλήματα τέτοιας φύσης και έκτασης που εγείρουν ζήτημα παραβίασης του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Υπενθυμίζω ότι, στη βάση της ίδιας της μαρτυρίας του ΜΥ 2, η φυλακή του Haren είναι από τις πρόσφατα ανεγειρόμενες (2022) και αυτή δεν μνημονεύεται, είτε στην έκθεση της CPT του 2022 (Παράρτημα 7) είτε στην Έκθεση της Επιτροπής Υπουργών (Δεκεμβρίου 2024) (Παράρτημα 8), ως παράδειγμα σωφρονιστικού καταστήματος το οποίο έχει σοβαρές ελλείψεις ή όπου η κατάσταση σε αυτό αναφορικά με τις συνθήκες υγιεινής ή οτιδήποτε άλλο σχετικό είναι ελλιπής και/ή σε κατάσταση που οδηγεί σε παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Επίσης, στη βάση του Παραρτήματος 8 του Τεκμηρίου 24, η εν λόγω φυλακή, κατά το χρόνο της εν λόγω έκθεσης της Επιτροπής του Συμβουλίου Υπουργών, δεν ήταν καν πλήρης, πόσω μάλλον να παρουσιάζει ζήτημα υπερπληθυσμού. Πέραν τούτου, ούτε οποιαδήποτε απόφαση του ΕΔΑΔ, στην οποία παρέπεμψε ο ΜΥ 2, αφορά τον εν λόγω χώρο κράτησης. Στη βάση της νομολογίας, γενικές αναφορές σε προβλήματα του σωφρονιστικού συστήματος στο σύνολό του, δεν αρκούν, ελλείψει ειδικής σύνδεσης με τον συγκεκριμένο χώρο κράτησης, για να θεμελιώσουν εξατομικευμένο πραγματικό κίνδυνο για τον Εκζητούμενο. Εν προκειμένω, δεν έχουν προσκομισθεί συγκεκριμένα στοιχεία που να αφορούν προβλήματα στον εν λόγω χώρο κράτησης (Haren) που θα κρατηθεί ο Εκζητούμενος στην περίπτωση που παραδοθεί στις αρχές του Βελγίου και διαταχθεί η κράτηση του μέχρι τη δίκη (pre-retrial detention), με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να αδυνατεί να προβεί σε συμπέρασμα, ως καλείται από πλευράς του Εκζητούμενου, στη βάση γενικών αναφορών στις εκθέσεις που η πλευρά του έχει προσκομίσει, στην ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου να παραβιαστεί το δικαίωμα που προστατεύεται από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ (βλ. σκέψη 98, στην υπόθεση C-562/21 PPU και C-563/21 PPU Openbaar Ministerie ημερομηνίας 22/02/2022)».
Στην αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης προβάλλεται επίσης πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και αντίθετα με την ενώπιον του μαρτυρία έκρινε επαρκείς τις δοθείσες διαβεβαιώσεις, διότι αυτές είναι εντελώς γενικές, αόριστες και αναξιόπιστες, αποτελούσες θεωρητικές μόνο εκτιμήσεις, ενώ παραγνωρίζουν τα όσα διαχρονικά αναφέρονται στις εκθέσεις της CPT, καθώς και το γενικό πρόβλημα του υπερπληθυσμού στις φυλακές του Βελγίου.
Κατ’ αρχάς σημειώνουμε ότι δεν συμμεριζόμαστε τη θέση πως οι δοθείσες διαβεβαιώσεις είναι γενικές και αόριστες. Αντίθετα, απαντούν με ακρίβεια και σαφήνεια σε όλα τα ερωτήματα, τα οποία είχαν τεθεί στην επιστολή του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Δεν συμμεριζόμαστε ούτε και τη θέση του Εφεσείοντος πως οι Αρχές του Βελγίου δεν θα τηρήσουν τα όσα διαβεβαιώνονται στη σχετική επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης του Βελγίου, κατά τρόπο ώστε να αποτελούν θεωρητικές εκτιμήσεις μόνο. Ειδικότερα δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι ο Εφεσείων, εφόσον διαταχθεί η κράτηση του, θα κρατηθεί σε άλλο χώρο και όχι στις φυλακές του Χάρεν (Haren), οι οποίες αναφέρονται στις δοθείσες διαβεβαιώσεις ως οι φυλακές στις οποίες θα κρατηθεί ή και ότι δεν θα έχει στη διάθεση του τα περιγραφόμενα στη σχετική επιστολή ένδικα μέσα για να προσβάλει οποιαδήποτε τυχόν απόφαση της Διεύθυνσης των φυλακών με την οποία διαφωνεί, περιλαμβανομένης και της άσκησης έφεσης.
Όπως εύστοχα παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν έχουν προσκομιστεί συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία να αποκαλύπτεται η ύπαρξη προβλημάτων στις ως άνω φυλακές. Θα πρέπει δε να επισημανθεί ότι οι συγκεκριμένες φυλακές δεν περιλαμβάνονται στους χώρους κράτησης που επισκέφθηκε η επιτροπή CPT, για τους οποίους καταγράφει συγκεκριμένες παρατηρήσεις στην έκθεση της, όπως π.χ. πρόβλημα υπερπληθυσμού (Παράρτημα 7 του Τεκμηρίου 24). Αντίθετα, με βάση την έκθεση της Επιτροπής των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης (Παράρτημα 8 του Τεκμηρίου 24), καθώς και την έκθεση του ίδιου του ΜΥ2 (Τεκμήριο 24), οι θέσεις κρατουμένων στις συγκεκριμένες φυλακές δεν έχουν καλυφθεί.
Υπό το φως των όσων έχουμε αναφέρει πιο πάνω, δεν μπορούμε να αποδεχθούμε ούτε την προβαλλόμενη θέση πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποδεχόμενο τις δοθείσες διαβεβαιώσεις, αποφάσισε αντίθετα από το περιεχόμενο των παρουσιασθέντων με την έκθεση του ΜΥ2 εγγράφων, που το ίδιο το Δικαστήριο αποδέχθηκε ως έγκυρα και ισχύοντα. Υπενθυμίζουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού εξέτασε λεπτομερώς τις παρουσιασθείσες από τον ΜΥ2 εκθέσεις, δεν τις αποδέχθηκε στην ολότητα τους, αλλά μόνο συγκεκριμένο μέρος αυτών και ειδικότερα τα αναφερόμενα σε σχέση με τον υπερπληθυσμό των κρατουμένων στις φυλακές του Βελγίου.
Οι δοθείσες διαβεβαιώσεις καθιστούν βέβαιο ότι δεν υπάρχει κίνδυνος για τον Εφεσείοντα να τεθεί κάτω από συνθήκες κράτησης όπως αυτές που περιγράφονται στην υπόθεση του ΕΔΑΔ Vasilescu v. Belgium, Αίτηση Αρ. 64682/12 ημερομηνίας 25.11.2014, στην οποία το Βέλγιο καταδικάστηκε για παραβίαση του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Πέραν του ότι τα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης χρονικά απέχουν ουσιωδώς και δεν αποτελούν επικαιροποιημένα στοιχεία στα οποία θα μπορούσε να βασιστεί το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έλαβαν χώρα μεταξύ 2011-2012, σημειώνουμε πως οι φυλακές στις οποίες κρατήθηκε ο Αιτητής στην υπόθεση εκείνη ήταν της Αμβέρσας (Antwerp) και Μέρκσπλας (Merksplas). Αξίζει να επισημανθεί ότι οι φυλακές της Αμβέρσας είναι εκ των φυλακών που περιγράφονται στην έκθεση της CPT, στην οποία παρατηρείται πρόβλημα υπερπληθυσμού (Παράρτημα 7 του Τεκμηρίου 24). Ως έχει ήδη αναφερθεί, ο Εφεσείων, στην περίπτωση που διαταχθεί η κράτηση του, θα κρατηθεί στις φυλακές του Χάρεν (Haren), οι οποίες, όχι μόνο δεν αντιμετωπίζουν πρόβλημα υπερπληθυσμού, αλλά αντίθετα η χωρητικότητα δεν έχει καλυφθεί.
Παραπονείται ακόμα ο Εφεσείων πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, αυθαίρετα και αντίθετα με τη στάση που το ίδιο τήρησε κατά την κατάθεση της επιστολής του Βέλγου δικηγόρου του Εφεσείοντος, την οποία έκαμε αποδεκτή, ώστε να μην έρθει ο ίδιος ο δικηγόρος να καταθέσει, αποφάσισε πως δεν μπορεί να δώσει σε αυτήν οποιαδήποτε βαρύτητα, εφόσον δεν παρουσιάστηκε ο συντάκτης της για να εξηγήσει το περιεχόμενο της.
Πρωτίστως παρατηρούμε ότι, όπως διαφαίνεται από το πρακτικό, κατά την ημερομηνία που η υπόθεση ορίστηκε για να τοποθετηθούν αμφότερες οι πλευρές επί των γραπτών διαβεβαιώσεων που είχαν αποσταλεί από τις Βελγικές Αρχές, η πλευρά του Εφεσείοντος παρέδωσε στο Δικαστήριο, μαζί με συμπληρωματική αγόρευση των συνηγόρων του, «δισέλιδο σχολιασμό των εγγυήσεων που έχει ετοιμαστεί από τους δικηγόρους του εκζητούμενου στο Κράτος Μέλος έκδοσης σύμφωνα με το άρθρο 17.....». Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλαβε το γραπτό κείμενο της αγόρευσης, στο οποίο επισυνάφθηκε η ανωτέρω επιστολή του Βέλγου δικηγόρου του Εφεσείοντος. Στη συνέχεια, αφού στο μεταξύ ακούστηκαν οι θέσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου του Εφεσίβλητου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντος ανέφερε τα ακόλουθα, τα οποία θεωρούμε ορθό να μεταφέρουμε αυτούσια, μαζί με την απάντηση του Δικαστηρίου:
«κος Λοχίας: Κυρία Πρόεδρε, με την άδεια σας, απλά, χωρίς να θέλω να απαντήσω επί των θέσεων, δεν απαντώ επί των θέσεων της συναδέλφου, επειδή όμως έχει εγερθεί θέμα ότι προσπαθούμε να καταθέσουμε μαρτυρία μέσω των θέσεων των Βέλγων δικηγόρων, σημειώνουμε ότι δεν υπήρχε η οποιαδήποτε ένσταση κατά την κατάθεση του εγγράφου αυτού και εν πάση περιπτώσει, αν είναι αυτή η θέση της άλλης πλευράς οφείλω καθηκόντως να ζητήσω όπως μας δοθεί χρόνος ούτως ώστε να προσέλθει ο δικηγόρος να την καταθέσει, μιας βδομάδας, για να δώσει μαρτυρία.
……………………………………………………………………………………….
Δικαστήριο: Κύριε Λοχία, είναι μία θέση, από πλευράς της Κεντρικής Αρχής. Σας δόθηκε η ευκαιρία από το Δικαστήριο να τοποθετηθείτε έκαστη πλευρά επί των απαντήσεων και στοιχείων που δόθηκαν από τις Βελγικές Αρχές. Όλα όσα έχετε θέσει, είτε η μία πλευρά είτε η άλλη, θα αξιολογηθούν από το Δικαστήριο, δεόντως, στο κατάλληλο στάδιο. Συμφωνείτε αντιλαμβάνομαι. Ποια είναι η θέση σας;
κος Λοχίας: Ότι όλα θα αξιολογηθούν, θα αξιολογηθούν, ασφαλώς. Απλά απαντώ στη θέση που έχει προβάλει η συνάδελφος μου … ».
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του, σχολιάζοντας το ανωτέρω έγγραφο του Βέλγου δικηγόρου του Εφεσείοντος, αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα:
«Στα όσα δε αναφέρονται στην επιστολή ημερ. 11.1.2026, η οποία επισυνάπτεται στην συμπληρωματική αγόρευση των συνηγόρων του Εκζητούμενου, από τους δικηγόρους του τελευταίου στο Βέλγιο, δεν μπορεί να τους δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα, εφόσον δεν παρουσιάστηκε ο συντάκτης τους για να εξηγήσει τούτα. Εν πάση περιπτώσει, τα όσα αναφέρονται στην εν λόγω επιστολή, με κάθε σεβασμό είναι εντελώς γενικά και αόριστα. Ο συντάκτης της εν λόγω επιστολής αναγνωρίζει την ύπαρξη μηχανισμών στο Βέλγιο, για πρόληψη της παραβίασης του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, ενώ αναφέρει ότι τούτο δεν οδηγεί σε μη παραβίαση του, αναφερόμενος σε προσφυγές ενώπιον του ΕΔΑΔ που αφορούν τα έτη 2012-2018 και, συνεπώς, σε όχι επικαιροποιημένα στοιχεία. Επίσης, δεν αναφέρει πως η εν λόγω γενικευμένη πλημμέλεια οδηγεί συγκεκριμένα και ειδικά στην παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ σε ότι (sic) αφορά τον συγκεκριμένο Εκζητούμενο».
Τα όσα ανωτέρω αναφέρονται από το πρωτόδικο Δικαστήριο μας βρίσκουν απόλυτα σύμφωνους. Προσθέτουμε όμως πως το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλαβε το έγγραφο, ουδόλως το έχει μετουσιώσει σε μαρτυρία, αφού δεν φαίνεται να υπήρχε η συγκατάθεση της πλευράς του Εφεσίβλητου σε εκ συμφώνου κατάθεση του ως τεκμηρίου. Παρέμενε ως έγγραφο δοθέν κατά τις αγορεύσεις, έχοντας την ίδια αξία και σημασία με θέσεις και ισχυρισμούς που προβάλλονται σε ένα τέτοιο στάδιο. Δεν ήταν μαρτυρικό υλικό υποκείμενο σε αξιολόγηση. Απλά συνιστούσε μέρος της αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων του Εφεσείοντος. Σύμφωνα δε με νομολογιακή αρχή, η δικηγορική αγόρευση δεν συνιστά αποδεκτό μέσο προσαγωγής μαρτυρίας (Αναφορικά με την Αίτηση της Koretska, Πολ. Έφ. Άρ. 231/2020 ημερ. 1.2.2022).
Σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο καταλήγουμε ότι δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε πραγματικός κίνδυνος προσβολής του προστατευόμενου από το Άρθρο 3 της ΕΣΔΑ , ως και από το Άρθρο 4 του ΧΘΔ της ΕΕ δικαιώματος του Εφεσείοντος στην περίπτωση που παραδοθεί στις Βελγικές Αρχές.
Ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Τρίτος Λόγος Έφεσης – Προαιρετική Μη Εκτέλεση
Σε σχέση με τον τρίτο λόγο έφεσης, ως έχουμε ήδη αναφέρει, ο Εφεσείων παραπονείται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και αναιτιολόγητα αποφάσισε να μην ασκήσει τη διακριτική του εξουσία και να εγκρίνει την εκτέλεση του επίδικου ΕΕΣ.
Πριν προχωρήσουμε σε οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση θεωρούμε ορθό να παραθέσουμε αυτούσιο το Άρθρο 14(1)(α),(β) και (στ) του Ν.133(Ι)/2004:
«14.-(1) Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α) Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διώκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για την ίδια αξιόποινη πράξη με εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης,
(β) αν οι Κυπριακές αρχές αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είτε να παύσουν τη δίωξη,
……………………………………………………………………………………….
(στ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία: (i) θεωρείται κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ή (ii) τελέστηκε εκτός του εδάφους του Κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους δεν επιτρέπεται η δίωξη για την ίδια αξιόποινη πράξη που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας».
Παρατηρούμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, έλαβε υπόψη όλα τα προβαλλόμενα στην αιτιολογία του λόγου έφεσης σημεία, τα οποία καταγράφηκαν και στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εφεσείοντος. Προβάλλεται ειδικότερα ότι: (α) υπάρχει ένας πολύ μικρός αριθμός παραπονουμένων, ήτοι μόνο τέσσερα άτομα στο επίδικο ΕΕΣ, (β) δεν υπάρχει μαρτυρία ή στοιχεία για άλλες εταιρείες που εδράζονται στο εξωτερικό, (γ) δεν υπάρχουν άλλοι συνεργοί που να έχουν παραδοθεί στην αιτήτρια χώρα, ούτε μαρτυρία για συνεργούς στην αιτήτρια χώρα, (δ) δεν κατονομάζονται άλλοι συνεργοί στην αιτήτρια χώρα, αντίθετα κατονομάζονται πρόσωπα που βρίσκονται στην Κύπρο και εκκρεμούν εναντίον τους διαδικασίες έκδοσης, (ε) δεν υπάρχει μαρτυρία για απόδοση συνεχούς και συντονισμένης δράσης υπό το πέπλο εταιρείας στην Κύπρο και στο Βέλγιο, υπό το πέπλο των οποίων ο Εφεσείων να αποκόμισε όφελος μαζί με άλλα πρόσωπα και (στ) δεν υπάρχει μαρτυρία ότι νομικό πρόσωπο δεν μπορεί να είναι ποινικά υπεύθυνο στο Βέλγιο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατόπιν μελέτης του συνόλου του μαρτυρικού υλικού, καταγράφει λεπτομερώς, το οργανωμένο σχέδιο ως και τον τρόπο δράσης του Εφεσείοντος και της φερόμενης εγκληματικής οργάνωσης, μέλος της οποίας υπήρξε, κατ’ ισχυρισμόν, ο Εφεσείων. Ακολούθως το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα:
«Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, κατ’ αρχάς, σημειώνω ότι, η όποια θέση προβάλλεται από πλευράς του Εκζητούμενου ότι από τα Τεκμήρια 9 και 25-39, διαφαίνεται ότι έχει κατασχεθεί μεγάλος αριθμός τεκμηρίων και αποδεικτικών στοιχείων στην Κύπρο, για τα οποία εκκρεμούν αιτήσεις κατακράτησης τους ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων, με αποτέλεσμα να υπάρχει ογκώδες μαρτυρικό υλικό στη χώρα μας, δεν αποτελεί λόγο προαιρετικής μη εκτέλεσης του ΕΕΣ, εφόσον εκείνο που αποτελεί λόγο, στη βάση του άρθρου 14(1)(στ) είναι η εν μέρει ή εν όλω τέλεση των φερόμενων αδικημάτων στην Κύπρο.
Εν προκειμένω, προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία, ότι, τουλάχιστον, εν μέρει τα φερόμενα αδικήματα φαίνεται να τελέστηκαν και στην Κύπρο, εφόσον από τα όσα καταγράφονται στο επίδικο ΕΕΣ, οι παράνομες δραστηριότητες που αποδίδονται στον Εκζητούμενο φαίνεται να έλαβαν χώρα ενόσω αυτός ήταν μόνιμος κάτοικος Κύπρου. Εντούτοις, και ως τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο του ΕΕΣ (Τεκμήριο 2), τα φερόμενα αδικήματα φέρεται να διαπράχθηκαν, σε, τουλάχιστον, 4 διαφορετικές περιοχές του Βελγίου. Επίσης, στο παρόν ΕΕΣ καταγράφεται ότι υπάρχουν πολλά άλλα παρόμοια θύματα, τα οποία αποτελούν ακόμη μέρος της δικαστικής έρευνας (Τεκμήριο 2). Ναι μεν δεν καταγράφεται ο ακριβής αριθμός τούτων (των θυμάτων), εντούτοις αναφέρεται ότι τα εν λόγω θύματα είναι πολλά και ότι τούτα βρίσκονται στο Βέλγιο, χωρίς η Κύπρος να αναφέρεται ως μία από τις χώρες στις οποίες υπάρχουν τέτοια θύματα και/ή παραπονούμενοι. Συναφώς με τούτο, σε ότι (sic) αφορά τη θέση της πλευράς του Εκζητούμενου περί ύπαρξης μόνο 4 παραπονουμένων στο Βέλγιο, απορρίπτεται ως αντικρουόμενη από το ίδιο το ΕΕΣ. Επίσης, στη βάση, μεταξύ άλλων, των Τεκμηρίων 26, 29, 30, 31, φαίνεται να υπάρχουν θύματα/παραπονούμενοι και στη Γαλλία, ως επίσης και την Ισπανία (βλ. μεταξύ άλλων σελ. 5 του όρκου στο Τεκμήριο 29)».
Δεν συμμεριζόμαστε την προβαλλόμενη θέση πως το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια εσφαλμένα και αντίθετα με την ενώπιον του μαρτυρία και την ολότητα των τεκμηρίων αναφορικά με την ύπαρξη μαρτυρίας και συγκατηγορουμένων στην Κύπρο. Όπως προκύπτει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο από το ανωτέρω παρατεθέν απόσπασμα, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του πως ογκώδες μαρτυρικό υλικό βρίσκεται στην Κύπρο, ως επίσης και το ότι τα κατ’ ισχυρισμόν αδικήματα φέρεται να τελέστηκαν εν μέρει και στην Κύπρο. Το γεγονός όμως αυτό δεν το υποχρέωνε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της μη εκτέλεσης του επίδικου ΕΕΣ. Το πρωτόδικο Δικαστήριο φαίνεται να έλαβε υπόψη του ότι τα κατ’ ισχυρισμόν αδικήματα φέρεται να διαπράχθηκαν σε τέσσερεις διαφορετικές περιοχές του Βελγίου, ενώ υπάρχουν πολλά ακόμα θύματα, ο αριθμός των οποίων δεν έχει ακόμα εξακριβωθεί, τα οποία αποτελούν ακόμα μέρος της δικαστικής έρευνας.
Δεν συμμεριζόμαστε ούτε την προβαλλόμενη θέση του Εφεσείοντος πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έλαβε υπόψη τη γενική και αόριστη, όπως τη χαρακτηρίζει, αναφορά των Βελγικών Αρχών ότι υπάρχουν πολλά άλλα θύματα. Αφ’ ης στιγμής οι έρευνες των Βελγικών Αρχών βρίσκονται σε εξέλιξη, ήταν λογικό, κατά την κρίση μας, να μην μπορεί να καθοριστεί επακριβώς και οριστικά ο αριθμός των θυμάτων.
Δεν θεωρούμε ότι ο τρόπος με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια εμπεριέχει οποιοδήποτε σφάλμα. Αντίθετα είναι ευθυγραμμισμένος με τις αρχές της νομολογίας (Dumitry v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. Αρ. 300/2021, ημερ. 8.12.21, ECLI:CY:AD:2021:A564, D.N.X. v. Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Έφ. Αρ. 6/2022, ημερ. 7.6.22). Περαιτέρω επισημαίνουμε και τα όσα έχουμε αναφέρει στην πρόσφατη μας απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Φιλίππου, Έφεση (Ε.Ε.Σ.) αρ. 4/2025, ημερ. 8.1.26, από την οποία παραθέτουμε το ακόλουθο απόσπασμα:
«Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και εάν δυνητικά μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι αξιόποινες πράξεις τελέστηκαν εν μέρει σε έδαφος της Δημοκρατίας επαναλαμβάνουμε ότι θα ετίθετο μόνο λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης και δεν συμφωνούμε ότι η παρούσα θα ήταν κατάλληλη περίπτωση για την άσκηση αυτής της ευχέρειας. Εννοείται ότι η άσκηση μιας τέτοιας ευχέρειας θα είχε ως λόγο και προοπτική την άσκηση ποινικής δίωξης στην Κύπρο, πράγμα το οποίο δεν θα συνιστούσε επιθυμητή επιλογή για μια τέτοιας έκτασης υπόθεση, με πολλούς εμπλεκόμενους, για την οποία ήδη έλαβε πάρα πολλά μέτρα προς την κατεύθυνση δίωξης μια αλλοδαπή Δικαστική Αρχή».
Προβάλλεται περαιτέρω πως το πρωτόδικο Δικαστήριο με το εύρημα του ότι δεν βρίσκεται σε εξέλιξη ποινική διαδικασία ή διερεύνηση ποινικής υπόθεσης εναντίον του Εφεσείοντος, φαίνεται να συγχέει τους αναφερόμενους στα υποεδάφια (1)(α) και (β) του Άρθρου 14 λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης με τον λόγο τον οποίο επικαλέστηκε η πλευρά του Εφεσείοντος που είναι ο αναφερόμενος στο υποεδάφιο 1(στ) του Άρθρου 14 του Νόμου λόγος. Ούτε αυτή η θέση μας βρίσκει σύμφωνους. Όπως προκύπτει από την απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο φαίνεται να έλαβε υπόψη του το ότι δεν εκκρεμεί οποιαδήποτε ποινική διαδικασία ή διερεύνηση ποινικής υπόθεσης εναντίον του Εφεσείοντος στην Κύπρο ως λόγο για τον οποίο αρνήθηκε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της μη εκτέλεσης του επίδικου ΕΕΣ, παρά το ότι μέρος των φερόμενων αδικημάτων φαίνεται να διαπράχθηκε στην Κύπρο, όπως κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Περαιτέρω δεν μας βρίσκει σύμφωνους ούτε και η προβαλλόμενη θέση πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν συνεκτίμησε τις προσωπικές περιστάσεις του Εφεσείοντος, ως στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Αντίθετα, ως προκύπτει από την απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα όσα επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντος επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Για του λόγου το αληθές παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση:
«Στην παρούσα περίπτωση, δόθηκε επίσης ιδιαίτερη βαρύτητα από πλευράς του Εκζητούμενου στις προσωπικές του συνθήκες και στις ισχυρές σχέσεις που έχει με την Κύπρο, ως λόγο στον οποίο θα πρέπει να δοθεί σημασία από το Δικαστήριο, στο πλαίσιο του άρθρου 14(1)(στ) του Νόμου και της εφαρμογής των κριτηρίων του forum bar και τις κατευθυντήριες οδηγίες της Eurojust.
Με κάθε σεβασμό στη θέση αυτή, το γεγονός και μόνο ότι ο Εκζητούμενος διαμένει μόνιμα στη Δημοκρατία με την οικογένεια του και τα ανήλικα παιδιά του, δεν αποτελεί από μόνο του λόγο για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της μη έκδοσης του, στη βάση του προαιρετικού λόγου μη έκδοσης (άρθρο 14(1)(στ)). Η δε θέση που προβάλλεται από πλευράς του ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το άρθρο 24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, παρέμεινε εντελώς γενική και αόριστη.
Έχοντας υπόψη τις διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καταλήγουμε ότι στην υπό εξέταση υπόθεση δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές του Forum Bar (καταλληλότερη δικαιοδοσία), οι οποίες τέθηκαν από την Αγγλική νομολογία, μεταξύ άλλων στην υπόθεση Love v. United States of America (2018) EWHC 172 (Admin), η οποία μνημονεύεται στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εφεσείοντος. Ως έχουμε ήδη αναφέρει, το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε ορθά τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την προαιρετική εκτέλεση ΕΕΣ, με βάση το Άρθρο 14 του Ν.133(Ι)/2004.
Ο τρίτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
ΑΝΤΕΦΕΣΗ - ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Μετά που ο Εφεσείων επέδωσε την Ειδοποίηση Έφεσης του επί του εντύπου αρ. ΕΕ63, η άλλη πλευρά καταχώρισε Ειδοποίηση Εφεσιβλήτου επί του Εντύπου αρ. ΕΕ65 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 («Κ.Π.Δ. του 2023») και συγκεκριμένα κατ’ εφαρμογήν του κ.41.3 των εν λόγω Κανονισμών. Οι Κανονισμοί του Μέρους 41 των εν λόγω Κ.Π.Δ. του 2023 συνιστούν τους βασικούς Διαδικαστικούς Κανονισμούς οι οποίοι ρυθμίζουν τη συνήθη ενώπιον του Εφετείου διαδικασία (βλ. Άρθρο 3Α(8) του Ν.33/64). Είχε βέβαια προηγηθεί και ο περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Διαδικαστικός Κανονισμός του 2021 (Δ.Κ. 17/21), ο οποίος, μετά από μεταγενέστερη σχετική τροποποίηση (Δ.Κ. 6/2024) εφαρμόζεται πλέον στο Εφετείο, ρυθμίζοντας κάποια ειδικότερα ζητήματα των διαδικασιών εκτέλεσης ΕΕΣ, τόσο πρωτοδίκως όσον και κατ’ έφεσιν. Πλην όμως, όσον αφορά τα χρησιμοποιούμενα έντυπα, καθώς και άλλα παρεμφερή διαδικαστικά θέματα, η επικρατήσασα πρακτική από της συστάσεως του Εφετείου είναι ότι ακολουθείται το Μέρος 41 των Κ.Π.Δ. του 2023. Αν και, όπως έχει διαφανεί και κατά την ακρόαση της παρούσας ενώπιον μας, υπάρχουν κάποια ερωτηματικά, με αποτέλεσμα να προβάλλονται διαφορετικές θέσεις όσον αφορά τις προθεσμίες εν σχέσει με την καταχώριση Ειδοποίησης Εφεσιβλήτου (που ενδέχεται να είναι και Αντέφεση), χωρίς, εντούτοις, να έχει προβληματίσει τους συνηγόρους εξίσου, το κατά πόσον επιβάλλεται εν τέλει η καταχώριση του εν λόγω εντύπου των Κ.Π.Δ. του 2023 (δεδομένου ότι δεν προνοείται ρητώς στον Δ.Κ. 17/2021).
Εν πάση περιπτώσει όμως, ο κ.41.3(1) προνοεί ότι ο Εφεσίβλητος δύναται να καταχωρίσει και επιδώσει Ειδοποίηση Εφεσίβλητου. Ο κ.41.3(2) διαχωρίζει τα αιτήματα τα οποία δυνατόν να υποβάλει με την Ειδοποίηση Εφεσιβλήτου κάθε εφεσίβλητος ο οποίος επιθυμεί να εμφανιστεί. Συγκεκριμένα κάθε εφεσίβλητος δικαιούται:
(1) Να ζητήσει την επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης ολικώς ή μερικώς ή
(2) Να εμφανιστεί και να εφεσιβάλει ή
(3) Να ζητήσει την επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης για λόγους διαφορετικούς ή πρόσθετους από εκείνους οι οποίοι δόθηκαν από το πρωτόδικο δικαστήριο.
Οι τρεις πιο πάνω επιλογές αντικατοπτρίζονται και στο Τμήμα 4 του Εντύπου ΕΕ65, το οποίο τμήμα τιτλοφορείται «Λόγοι Έφεσης ή Επικύρωσης της Απόφασης». Στην παρούσα περίπτωση ο Εφεσίβλητος δήλωσε στο Τμήμα 4 ότι επιθυμεί «το Εφετείο να επικυρώσει την απόφαση στη βάση διαφορετικών ή πρόσθετων λόγων», προκρίνοντας έτσι την τρίτη από τις πιο πάνω επιλογές. Όμως, στη συνέχεια του εντύπου, ο Εφεσίβλητος παρέθεσε «Λόγους Αντέφεσης», μέσω των οποίων υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέπεσε σε δύο σφάλματα κατά την αξιολόγηση του ΜΥ2. Ειδικότερα υποστηρίζει πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, πρώτον εξέλαβε ότι δεν αμφισβητείτο η εμπειρογνωμοσύνη του ΜΥ2 και δεύτερον πως απεδέχθη τις εκθέσεις του ΜΥ2 ως επικαιροποιημένες, αξιόπιστες και αντικειμενικές, δεχόμενο ότι υφίσταται συστημικό πρόβλημα σχετικά με τις συνθήκες κράτησης στο Βέλγιο.
Παρεμβάλλουμε εδώ ότι κατά τη γνώμη μας, δεν είναι τυχαίες οι επιλογές που δίδει ο κ.41.3(2). Οφείλονται στο ότι, αν και ούτε παλαιότερα υπήρχε ορισμός των εννοιών, εντούτοις νομολογιακά υπήρχε διάκριση μεταξύ των εννοιών «αντέφεση» και «ειδοποίηση εφεσιβλήτου». Παραθέτουμε από την υπόθεση Φιλίππου ν. Γιαννήταη κ.ά. (Αρ. 1) (1996) 1(Β) Α.Α.Δ. 1229 τα εξής σχετικά:
«Η αντέφεση (cross appeal) αναφέρεται αλλά δεν ορίζεται στους Θεσμούς. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και στην Αγγλία. Ο λόγος είναι προφανής. Η έννοια της αντέφεσης είναι απόλυτα ταυτισμένη με εκείνη της έφεσης. Η αντέφεση είναι έφεση αυτοτελής και ανεξάρτητη που υποβάλλεται μετά την καταχώριση προηγουμένως έφεσης από αντίδικο και αφορά σε θέμα για το οποίο ενδιαφέρεται και ο εν λόγω αντίδικος: βλ. Re Cavender's Trusts [1881] 16 Ch. D. 270. Και υπόκειται βέβαια στον ίδιο χρονικό περιορισμό που αναφέρεται στη Δ.35 Κ.2: δηλαδή, όπου είναι εναντίον τελικής απόφασης, όπως εδώ, καταχωρείται εντός έξι εβδομάδων από την έκδοση της απόφασης. Συνεπώς διακρίνεται από την ειδοποίηση εφεσίβλητου δυνάμει της Δ.35 Κ. 10. Δεν παραγνωρίζουμε ότι στις υποθέσεις Keziban Raif (as administratrix) v. Dervish (1971) 1 C.L.R. 158 και Christodoulou and another v. Attorney-General and Others (1972) 1 C.L.R. 205, το Εφετείο αναφέρθηκε στην ειδοποίηση εφεσίβλητου ως αντέφεση. Επρόκειτο, ίσως, για λεκτική χαλαρότητα. Αποτελεί εν πάση περιπτώσει σφάλμα. »
Σχετικές με το ίδιο θέμα και προς την ίδια κατεύθυνση είναι και οι υποθέσεις Κυριάκου ν. Λοϊζίδη (1999) 1(Α) Α.Α.Δ. 414, Stroj-Invest Ltd v. N.L. Nova Trade (Offshore) Ltd κ.ά. (2007) 1(A) A.A.Δ. 524. Βέβαια, διαφαίνεται πως προϊόντος του χρόνου, υπήρξε κάποια ελαστικότερη αντιμετώπιση. Σημειώνουμε προς τούτο την υπόθεση Antenna Productions Ltd v. Paris Aristides Cine - TV Productions Ltd κ.ά. (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1769, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε πως: «… παρόλο που φαίνεται να υπάρχει διάκριση μεταξύ των δυο περιπτώσεων, κρίνουμε ότι δεν είναι απαραίτητο να καταχωρηθεί αντέφεση αλλά είναι αρκετό αν ο εφεσίβλητος με έγκυρη ειδοποίηση, όπως προβλέπει ο Κ. 10, πληροφορήσει το Δικαστήριο ότι κατά την ακρόαση της έφεσης προτίθεται να ζητήσει τη διαφοροποίηση της απόφασης, καθορίζοντας στην ειδοποίηση με ακρίβεια επί ποίων θεμάτων ζητά να διαφοροποιηθεί η απόφαση και τους λόγους που υποστηρίζουν αυτή τη διαφοροποίηση. Επομένως εφόσον εδώ η δοθείσα ειδοποίηση ικανοποιεί τις πιο πάνω απαιτήσεις, ενόψει και των προνοιών του Κ.8 της Δ.35, καταλήγουμε ότι κατά την ακρόαση της έφεσης μπορούν, αν χρειαστεί, να εξεταστούν και τα όσα επιζητούν οι εφεσίβλητοι».
Διευκρινίζουμε πως η αντέφεση καταχωρείτο εντός της ίδιας προθεσμίας με την έφεση ενώ η ειδοποίηση εφεσιβλήτου έπρεπε να καταχωριστεί τουλάχιστον έξι ημέρες πριν την ακρόαση. Ο νέος κ.41.3 όμως προβλέπει ένα κοινό δικόγραφο και για την καταχώριση του ορίζει κοινή προθεσμία 28 ημερών από την επίδοση της Ειδοποίησης Εφεσείοντος (έφεσης), πλην όμως δίδει στο Τμήμα 4 τις επιλογές, τις οποίες έχουμε προαναφέρει. Οι οποίες, είναι σαφές ότι, συμπεριλαμβάνουν τόσο τα ζητήματα αντέφεσης όσο και αυτά της ειδοποίησης εφεσιβλήτου, όπως παραδοσιακά καθορίζοντο στη νομολογία μας. Είναι βέβαια αυτονόητο πως εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να ισχύει προθεσμία 28 ημερών για τις εφέσεις σε σχέση με ΕΕΣ, οι οποίες εφέσεις επιβάλλεται από τον Δ.Κ. 17/2021 να ολοκληρώνονται εντός 25 ημερών από την καταχώριση τους.
Εν πάση περιπτώσει, αυτό που πρέπει να σημειωθεί για την παρούσα είναι ότι, κατά την ακρόαση ο Εφεσείων ήγειρε διάφορες ενστάσεις εν σχέσει με την Ειδοποίηση Εφεσιβλήτου. Ειδικότερα προέβαλε: (1) Ότι η Κεντρική Αρχή δεν είναι διάδικος και δεν έχει locus standi, ήτοι δικαίωμα εμφάνισης, (2) Ότι η Ειδοποίηση Εφεσιβλήτου δεν έχει ασκηθεί επί νομικών σημείων αλλά επί αξιολόγησης μαρτυρίας, (3) Ότι δεν προβλέπεται οπουδήποτε δικαίωμα «αντέφεσης» και (4) Ότι δεν έχει εκδοθεί διαδικαστικός κανονισμός, ο οποίος να προβλέπει τις προθεσμίες.
Ξεκινώντας από την πρώτη εκ των πιο πάνω ενστάσεων, θα πρέπει να πούμε ότι στις περιπτώσεις πρωτόδικων αποφάσεων επί αιτήματος εκτέλεσης ΕΕΣ, το Άρθρο 24(1) του Ν.133(Ι)/04 όντως προβλέπει ότι επιτρέπεται η άσκηση έφεσης «επί νομικών σημείων μόνο, από τον Εκζητούμενο ή τον Γενικό Εισαγγελέα, … κατά της οριστικής απόφασης … εντός 3 ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης». Εξ αυτού γίνεται αντιληπτό ότι διάδικος είναι ο Γενικός Εισαγγελέας. Κατά τη γνώμη μας, σε εφέσεις αυτής της φύσης, δεν είναι ορθή η αναφορά σε «Κεντρική Αρχή» ή «Υπουργείο Δικαιοσύνης», στη θέση εφεσείοντος ή εφεσίβλητου. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε πως τον τίτλο (με συμπερίληψη της «Κεντρικής Αρχής») στην παρούσα τον έχει προδιαγράψει ο ίδιος ο Εφεσείων, με την έφεση που καταχώρισε πρώτος. Δεν εντοπίζουμε κάποιο ουσιώδες πρόβλημα, ιδιαίτερα στην παρούσα, στην οποία, ούτως ή άλλως, ο Εφεσείων συμπεριέλαβε ορθώς και τον Γενικό Εισαγγελέα ως Εφεσίβλητο (έστω και από κοινού με την Κεντρική Αρχή).
Ό,τι χρειάζεται να σημειωθεί είναι ότι, μεσολαβουσών δύο αργιών, η τριήμερη προθεσμία για έφεση, από οποιονδήποτε, έληγε στις 26.1.26, οπότε και καταχώρισε τη δική του έφεση ο Εκζητούμενος στην παρούσα (βλ. Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως, ως Κεντρική Αρχή ν. Novikov, Έφεση Ε.Ε.Σ. Αρ. 3/2024, ημερ. 20.12.24). Ο Γενικός Εισαγγελέας δεν προέβη σε παρόμοιο διάβημα εντός των τριών ημερών. Υπενθυμίζουμε, μόνο ως γενικό σχόλιο, πως νομολογιακά και υπό προϋποθέσεις υφίσταται δυνατότητα άσκησης έφεσης από επιτυχόντα διάδικο και δη στις περιπτώσεις που κάποιο μέρος της απόφασης δημιουργεί δεδικασμένο το οποίο επηρεάζει συμφέρον του διαδίκου (Θεοδούλου κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2001) 3(Β) Α.Α.Δ. 796, Δημοκρατία ν. Γεωργίου κ.ά. (2017) 3(Α) Α.Α.Δ. 410). Το θέτουμε μόνο ως γενικό σχόλιο, διότι ασφαλώς δεν είναι αυτό που επικαλείται ο Γενικός Εισαγγελέας στην παρούσα. Δεν άσκησε δηλαδή έφεση εντός της προθεσμίας των τριών ημερών που τού δίδει το Άρθρο 24(1) του Ν.133(Ι)/04 και ούτε εν πάση περιπτώσει επικαλείται τη δημιουργία δεδικασμένου που ενδεχομένως επιφέρει δυσμενή επηρεασμό σε επιτυχόντα διάδικο.
Όσον αφορά τη δεύτερη ένσταση, θα πρέπει να συμφωνήσουμε ότι είναι ορθή η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου. Είναι σαφές ότι όντως αυτό το οποίο αιτείται ο Γενικός Εισαγγελέας είναι τη διαφοροποίηση των διαπιστώσεων και των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί της αξιολόγησης μαρτυρίας και όχι επί νομικών σημείων. Διέφυγε όμως την προσοχή του κ. Πολυχρόνη, ότι το ίδιο πράττει και ο Εφεσείων, με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου έφεσης (υπό Γ), ως έχει σημειωθεί προηγουμένως, ήτοι προσβάλλει παρομοίως την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ2. Σαφέστατα όμως, ούτε ο Γενικός Εισαγγελέας ούτε ο Εκζητούμενος σε τέτοιου είδους διαδικασίες, έχουν δικαίωμα άσκησης έφεσης επί ζητημάτων αξιολόγησης μαρτυρίας. Το δικαίωμα τους εκ του Νόμου περιορίζεται σε άσκηση έφεσης επί νομικών σημείων. Ισχύουν κατ’ αναλογίαν, από την υπόθεση Α.C.T. Textiles Ltd ν. Zodhiatis (1986) 1 C.L.R. 89, τα εξής:
«Under s. 7 of the Rent Control Law only appeal by way of case stated on, questions of law is permissible Acting on no evidence or acting on evidence which ought to have been rejected or failing to take into consideration evidence which ought to have been considered are matters of law. The evaluation however, of the evidence, where there is evidence before the Court, and the findings of the Court on such evaluation are questions of fact and no appeal can, be entertained».
(έμφαση δοθείσα)
Έχουμε την άποψη πως για τη σημασία του όρου «νομικό σημείο» δύναται να αντληθεί καθοδήγηση από νομολογία η οποία ερμηνεύει τον όρο αυτό, όπως εντοπίζεται στην Ποινική Δικονομία. Παραθέτουμε από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου κ.ά. (2010) 2 Α.Α.Δ. 94 τα εξής:
«Προσεγγίζουμε εδώ τον όρο «νομικό σημείο», όπως ακριβώς τον βρίσκουμε στη νομολογία μας κατά την αναφορά στο Άρθρο 137(1)(α), έχοντας υπόψη και τα εν γένει νομολογηθέντα ως προς το τι μπορεί να περιλαμβάνει αυτός ο όρος. Δεν υπάρχει εξαντλητικός ορισμός αλλά είναι στοιχειώδες πως δεν περιλαμβάνει τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου επί των γεγονότων, εκτός αν, όπως εξηγήθηκε, αυτές προκύπτουν από λανθασμένη καθοδήγηση ως προς το νόμο. Έπεται πως η απόφανση προϋποθέτει δοσμένη κατάσταση πραγμάτων αλλά δεν προϋποθέτει πάντοτε και κάποια ιδιαίτερη νομοθετική διάταξη με ζητούμενο το κατά πόσο αυτά τα γεγονότα καλύπτονται ή όχι από αυτή. Είναι ευρύτερη η έννοια του όρου και περιλαμβάνει, όπως ρητά αναγνωρίστηκε σε σειρά υποθέσεων, την εξαγωγή συμπερασμάτων που είναι αντίθετα ή δεν συνάδουν με τη μαρτυρία που προσάχθηκε ή ακόμα και άποψη πάνω στα πρωτογενή γεγονότα που δεν μπορεί εύλογα να υποστηριχθεί αλλά και, ειδικότερα, εκτίμηση περί της αποτυχίας απόσεισης του βάρους απόδειξης στη βάση των διαπιστωνόμενων γεγονότων».
(βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, Ποιν. Έφ. 214/2021, ημερ. 20.12.23).
Η πιο πάνω διαπίστωση μας, περί του ότι προσβάλλεται η αξιολόγηση μαρτυρίας, προδιαγράφει και σφραγίζει τόσο το αποτέλεσμα του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου έφεσης όσο και το αποτέλεσμα της Ειδοποίησης Εφεσιβλήτου, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο εκτός από την απόρριψη τους.
Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξης μας και επειδή εγείρονται και οι άλλες δύο ενστάσεις, δραττόμαστε της ευκαιρίας, σε συνέχεια των όσων εισαγωγικά αναφέραμε, να σημειώσουμε περαιτέρω πως ενδεχομένως πράγματι να δημιουργούνται κάποιες ερμηνευτικές ή και πρακτικές δυσκολίες όσον αφορά τους Κανονισμούς οι οποίοι ισχύουν για τις διαδικασίες εκτέλεσης ΕΕΣ ενώπιον του Εφετείου. Το ερώτημα εστιάζεται στο κατά πόσον τυγχάνει εφαρμογής αυτούσιο το Μέρος 41 των Κ.Π.Δ. του 2023 ή κατά πόσον ενδείκνυται προσαρμογή, ιδίως των προβλεπόμενων προθεσμιών, ούτως ώστε να συνάδουν με τις κατά πολύ συντομότερες και πιεστικές προθεσμίες που προνοούνται στις διαδικασίες εκτέλεσης Ε.Ε.Σ.
Ο συντάκτης των Κ.Π.Δ. του 2023, ήτοι το Ανώτατο Δικαστήριο ασφαλώς είχε υπ’ όψιν την ύπαρξη και άλλων Κανονισμών, οι οποίοι ρυθμίζουν ζητήματα εφέσεων ενώπιον του νεοσυσταθέντος Εφετείου. Εξ ου και το ότι, σύμφωνα με τον κ.41.1(3), το Μέρος 41 «τελεί υπό την αίρεση οποιουδήποτε κανονισμού ή νομοθεσίας που καθορίζει ειδικές πρόνοιες αναφορικά με οποιαδήποτε κατηγορία εφέσεων», ενώ σύμφωνα με τον κ.41.1(4), οι Κ.Π.Δ. του 2023 «εφαρμόζονται σε εφέσεις στο Εφετείο όπου αυτό είναι πρακτικά εφικτό». Με βάση δε τη μεταβατική διάταξη του κ.60.1(3) οι « … παρόντες κανονισμοί δεν εφαρμόζονται σε σχέση με ειδικές διαδικασίες ή ειδικές δικαιοδοσίες για τις οποίες ισχύουν συγκεκριμένοι διαδικαστικοί κανονισμοί, οι οποίοι προβλέπονται από συγκεκριμένο νόμο ή κανονισμό. Νοείται ότι στο βαθμό που ο συγκεκριμένος νόμος ή κανονισμός παραπέμπει στην, ή επιτρέπει την, εφαρμογή των εκάστοτε κανονισμών πολιτικής δικονομίας, τότε εφαρμόζονται οι παρόντες κανονισμοί στο βαθμό που προβλέπεται».
Το δε πολύ παλαιότερο Άρθρο 39 του Ν.133(Ι)/04 ορίζει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται να εκδώσει κανονισμό για την καλύτερη εφαρμογή του Ν.133(Ι)/04. Το εν λόγω Άρθρο 39 διατηρήθηκε αναλλοίωτο μετά τη σύσταση του Εφετείου και έχουμε την άποψη πως η υπό του τροποποιητικού Ν.93(Ι)/24, αντικατάσταση των λέξεων «Ανώτατο Δικαστήριο» με τη λέξη «Εφετείο» στο Άρθρο 24(2)(α) έγινε εκ παραδρομής, αφού η εξουσία για έκδοση διαδικαστικού κανονισμού ασφαλώς παραμένει στο Ανώτατο, με βάση το διατηρηθέν Άρθρο 39.
Εν πάση περιπτώσει, το Ανώτατο Δικαστήριο, ήδη από το 2021, ασκώντας την εν λόγω εξουσία του, εξέδωσε Διαδικαστικό Κανονισμό, εν σχέσει τόσο με τις πρωτόδικες διαδικασίες όσο και με τις εφέσεις επί απόφασης για εκτέλεση ΕΕΣ («Δ.Κ. 17/2021»). Ο εν λόγω Δ.Κ. 17/2021 έτυχε και τροποποίησης κατά το 2024, κατά τρόπον που οι όποιες αναφορές σε «Ανώτατο Δικαστήριο» έχουν αντικατασταθεί με αναφορές σε «Εφετείο», το οποίο πλέον είναι καθ’ ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση των σχετικών εφέσεων. Με βάση το Άρθρο 4 του Δ.Κ. 17/2021, η έφεση καταχωρίζεται «εντός της προθεσμίας που ορίζει ο Νόμος Ν.133(Ι)/2004, … και επιδίδεται το συντομότερο δυνατό στο εκζητούμενο πρόσωπο ή στον δικηγόρο του ή στον Γενικό Εισαγγελέα, ανάλογα με την περίπτωση» ενώ σύμφωνα με το Άρθρο 7 του Δ.Κ. 17/2021 «[Τ]ο Δικαστήριο δύναται να ρυθμίζει την ενώπιον του διαδικασία λαμβάνοντας υπόψη την εξαιρετική φύση της εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και την ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης της υπόθεσης και έκδοσης της απόφασής του».
Παρά την τροποποίηση κατά το 2024, του Δ.Κ.17/2021, η μόνη παραπομπή στους Κ.Π.Δ. του 2023 εντοπίζεται στον ορισμό της έννοιας «διάδικος». Η οποία βέβαια παρέχει ένδειξη περί του ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι μεταγενέστεροι Κ.Π.Δ. του 2023, και ιδιαίτερα το Μέρος 41, το οποίο, όπως ήδη αναφέραμε, είναι και το βασικό δικονομικό πλαίσιο για τη λειτουργία του Εφετείου και την εκδίκαση γενικά των εφέσεων. Αναμφίβολα όμως ανακύπτουν κάποια ζητήματα, όσον αφορά τη δυνατότητα καταχώρισης Ειδοποίησης Εφεσιβλήτου ή Αντέφεσης και κυρίως όσον αφορά τις προθεσμίες εντός των οποίων δύνανται τυχόν να προωθηθούν τέτοια διαβήματα. Το εν λόγω Άρθρο 7 του Δ.Κ. 17/2021, ενδεχομένως να παρέχει την ευχέρεια στο Εφετείο να συντέμνει, στις περιπτώσεις ΕΕΣ, την προθεσμία καταχώρισης της Ειδοποίησης Εφεσιβλήτου, την οποία προβλέπουν οι Κ.Π.Δ. του 2023 (όπως έγινε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Γενικού Εισαγγελέως, ανωτέρω). Έχουμε την άποψη όμως πως θα ήταν χρήσιμη η διευκρίνιση και επίλυση των ζητημάτων αυτών είτε νομοθετικά είτε σε επίπεδο κανονισμών, όπου χρειάζεται. Εν πάση περιπτώσει, για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης δεν χρειάζεται να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Στη βάση των πιο πάνω, η έφεση και η αντέφεση αποτυγχάνουν και απορρίπτονται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Διατάσσεται όπως ακολουθηθούν οι πρόνοιες του Άρθρου 29(1) του Ν.133(Ι)/04 για την παράδοση του Εφεσείοντος το αργότερο εντός 10 ημερών από σήμερα.
Ο Εφεσείων, στο μεταξύ, να παραμείνει υπό κράτηση.
Δίδονται οδηγίες στην αρμόδια Πρωτοκολλητή του Εφετείου όπως κοινοποιήσει αμελλητί στη Δικαστική Αρχή έκδοσης του ΕΕΣ την παρούσα απόφαση επί του ΕΕΣ.
Καμμιά διαταγή για έξοδα.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.
Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο