A. Y. v. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΡΧΗ - ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 03/2026, 2/3/2026
print
Τίτλος:
A. Y. v. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΡΧΗ - ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 03/2026, 2/3/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 03/2026)

  (i‑justice)

 

02 Μαρτίου 2026

 

(Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ)

 

A. Y.,

 

Εφεσείοντας,

v.

 

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΡΧΗ - ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

 

Εφεσίβλητος.

_________________________

 

Η. Στεφάνου μαζί με Β. Κυβερνήτη για Ηλίας Α. Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε. και Γ. Πολυχρόνης για Γιάννης Πολυχρόνης Δ.Ε.Π.Ε. για τον Εφεσείοντα.

Β. Μπίσσας μαζί με Β. Τσαούσιη (κα) για Γενικό Εισαγγελέα, για Εφεσίβλητο.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.:  Στις 21.01.2026 το Ε. Δ. Λάρνακας ενέκρινε την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (Ε.Ε.Σ.) και την παράδοση του εφεσείοντα στις Εσθονικές Αρχές, δεχόμενο ότι ο εφεσείοντας ζητείται για σκοπούς ποινικής δίωξης εν σχέση με συμμετοχή του σε σύσταση εγκληματικής οργάνωσης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τους βασικούς λόγους ένστασης που, ο εφεσείοντας, ήγειρε και, συγκεκριμένα, ότι η δικαστική αρχή που εξέδωσε το Ε.Ε.Σ. στην Εσθονία δεν συνιστά ανεξάρτητη και αντικειμενική αρχή εντός της έννοιας της Απόφασης Πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ, αλλά, και ότι υπάρχει κίνδυνος να παραβιασθούν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα του.

 

Ο εφεσείοντας διαφωνεί με την πρωτόδικη κατάληξη, εξ ου και καταχώρισε την παρούσα έφεση, η οποία περιλαμβάνει πέντε (5) λόγους έφεσης.  Στην πορεία της δίκης, ενώπιον μας, οι τρίτος και πέμπτος λόγοι έφεσης αποσύρθηκαν, ως εκ τούτου, προωθήθηκαν μόνο οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι έφεσης.

 

Τα κατ΄ ισχυρισμόν λάθη, που ο εφεσείοντας αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, συνίστανται το ότι «Εσφαλμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι Εισαγγελικές Αρχές της Εσθονίας, παρέχουν τα εχέγγυα ανεξαρτησίας ώστε να θεωρηθούν δικαστική αρχή, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της Αποφάσεως-Πλαισίου 2002/584, για σκοπούς έκδοσης ΕΕΣ, ήτοι του άρθρου με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές ή/και νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.» (πρώτος λόγος έφεσης), ότι «Το ΕΔ αξιολόγησε αντινομικά ή/και εσφαλμένα τη μαρτυρία του ΜΥ2 ή/και το περιεχόμενο των εγγράφων των διεθνών οργάνων, με αποτέλεσμα, εν αντιθέση με την ενώπιον του μαρτυρία, έκρινε ότι δεν αποδείχτηκαν με επικαιροποιημένα στοιχεία τέτοιες συστημικές πλημμέλειες που να δημιουργούν πραγματικό κίνδυνο να υποστεί ο Εφεσείοντας μεταχείριση αντίθετη στο άρθρο 4 ΧΘΔΕΕ και 3ΕΣΔΑ ή/και ότι θα παραβιαστούν τα δικαιώματα του, ως προστατεύονται από το άρθρο 8 ΕΣΔΑ και 7 ΧΘΔΕΕ.» (δεύτερος λόγος έφεσης) και ότι «Το ΕΔ διατύπωσε λανθασμένα ευρήματα σε σχέση με τις εγγυήσεις που όφειλε να ζητήσει από την Εσθονία ή/και τους κινδύνους που διέτρεχε και διατρέχει ο Εφεσείοντας όπως αναφέρονται λεπτομερώς στην έκθεση του ΜΥ1» (τέταρτος λόγος έφεσης). 

 

Αναφορικά με τον πρώτο λόγο έφεσης προκρίνεται η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αντινομικά και/ή αντίθετα με τη νομολογία του ΔΕΕ έκρινε ότι οι εισαγγελικές αρχές της Εσθονίας παρέχουν τα εχέγγυα ανεξαρτησίας ώστε να θεωρηθούν «δικαστική αρχή», κατά την έννοια του Άρθρου 6, παράγραφος 1 της Απόφασης – Πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ, για σκοπούς έκδοσης ΕΕΣ.  Ειδικότερα, προβάλλονται, ως αιτιάσεις, ότι (1) ο Υπουργός Δικαιοσύνης της Εσθονίας ασκεί εποπτικό έλεγχο στο PO (Prosecutors Office) καθώς και λειτουργικό έλεγχο σε μεμονωμένες υποθέσεις, (2) ο εν λόγω Υπουργός είναι το αρμόδιο όργανο για να εισηγηθεί στην εσθονική κυβέρνηση ποιος θα διορισθεί ως Γενικός Κατήγορος - Εισαγγελέας, (3) οι τρεις ανώτεροι εισαγγελείς που υπάγονται στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα διορίζονται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης της Εσθονίας, (4) ο εν λόγω Υπουργός έχει ευρύτατη εξουσία και αποφασιστική αρμοδιότητα να ασκήσει αυτεπάγγελτα πειθαρχικό έλεγχο στον Γενικό Εισαγγελέα, και τους ανώτερους εισαγγελείς που διορίζει, για αδικήματα λανθασμένης εκτέλεσης καθήκοντος ή μη ικανοποιητικής εκτέλεσης καθήκοντος ή ανήθικης πράξης, αποφασίζει, δε, την πειθαρχική υπόθεση και επιβάλλει πειθαρχική ποινή, (5) το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αξιολόγησε τη μαρτυρία του ΜΥ2 (προφανώς εννοείται τον ΜΕ2 – Μάρτυρα Εκζητούμενου 2), την οποία αποδέχθηκε, η οποία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, εκ των πραγμάτων, υπάρχει, κατ’ ελάχιστον, έμμεσος έλεγχος και επιρροή του Υπουργού Δικαιοσύνης της Εσθονίας στους εισαγγελείς οι οποίοι είναι οι αρμόδιοι φορείς για την έκδοση ΕΕΣ.  Παρέλειψε, επίσης, να λάβει υπόψη του το Τεκμήριο 10 (δημοσιεύματα αναφορικά με δημόσιες διαφωνίες που υπήρξαν μεταξύ Υπουργού Δικαιοσύνης και Γενικού Εισαγγελέα, τα οποία αποδεικνύουν την ύπαρξη δομικού προβλήματος σε σχέση με την ανεξαρτησία των εισαγγελέων από την εκτελεστική εξουσία.

 

Έχουμε αξιολογήσει όλα τα επιχειρήματα και τις θέσεις των δύο πλευρών, ως έχουν προωθηθεί ενώπιον μας από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων.

 

Παραθέτουμε, κατ’ αρχάς, το περιεχόμενο του Άρθρου 9 του Prosecutors Office Act της Εσθονίας, το οποίο είναι παραδεκτό, και το οποίο έχει ως ακολούθως:

 

«9. (1)  The Ministry of Justice shall exercise supervisory control over the prosecutor’s office.  The supervisory control over the prosecutor’s office exercised by the Ministry of Justice does not extend to the activities of the prosecutor’s office in planning of surveillance, pre-trial criminal proceedings and representing of public prosecution in court.

 

(2)  The Prosecutor General shall exercise supervisory control in the prosecutor’s office, and chief prosecutors shall exercise supervisory control in district prosecutor’s offices.»

 

Προκύπτει, από τη μελέτη των πρακτικών της πρωτόδικης διαδικασίας, αλλά, και το περιεχόμενο της εκκαλούμενης απόφασης, ότι οι πιο πάνω αιτιάσεις του εφεσείοντα, οι θέσεις και επιχειρήματα του, υποστηρίζοντα τον πρώτο λόγο έφεσης, είχαν τεθεί και ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο αποφάνθη ως ακολούθως:

 

«47. Καταρχάς, θα πρέπει να λεχθεί ότι το γεγονός και μόνο ότι το ΡΟ υπάγεται στον τομέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης δεν είναι αθέμιτο και ούτε το καθιστά αφ' εαυτού μη ανεξάρτητο (βλ. JR & HC (ανωτέρω) παρα. 8, 10 και 54-55). Αλλωστε, καθίσταται σαφές ότι ο εποπτικός έλεγχος του Υπουργού Δικαιοσύνης δεν επεκτείνεται στα καθήκοντα και λειτουργίες του ΡΡ (βλ, άρθρο 9(1) του ΡΟΑ), ο οποίος λαμβάνει οδηγίες από τους ιεραρχικά ανώτερους του εισαγγελείς, και όχι από τον Υπουργό Δικαιοσύνης (βλ. άρθρα 3 έως 8 του ΡΟΑ). Τούτο είναι επιτρεπτό, λογικό και θεμιτό σύμφωνα με την νομολογία του ΔΕΕ και δεν επηρεάζει την ανεξαρτησία της εισαγγελικής αρχής ως «δικαστική αρχή» (βλ. JR & HC (ανωτέρω) παρα.56-57).

 

48. Περαιτέρω, σύμφωνα με την εσθονική νομοθεσία, το ΡΟ και οι εισαγγελείς του ενεργούν ανεξάρτητα και δεσμεύονται από τον νόμο και είναι υπόχρεοι να λαμβάνουν υπόψιν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους τόσο τα ενοχοποιητικά, όσο και τα αθωωτικά στοιχεία ενός ύποπτου κατά το προδικαστικό στάδιο (βλ. άρθρο 211(2) του CPC). Συνεπώς, πληρούν την προϋπόθεση της αντικειμενικότητας για την άσκηση των καθηκόντων τους και ειδικότερα διασφαλίζουν την αρχή της αναλογικότητας κατά την έκδοση ΕΕΣ στο προδικαστικό στάδιο που έχουν εξουσία να το πράξουν.

 

49.  Από τα ανωτέρω, προκύπτει ότι υπάρχουν Θεσμικοί και καταστατικοί κανόνες στο εσθονικό δίκαιο που κατοχυρώνουν και εγγυούνται την ανεξαρτησία και αντικειμενικότητα του ΡΟ κατά το προδικαστικό στάδιο (pre-trial proceedings) όταν ο ΡΡ θα αποφασίσει την έκδοση ΕΕΣ. Αυτό το αναγνώρισε, άλλωστε, και ο ίδιος ο ΜΕ2. Η ένσταση του Εκζητούμενου επικεντρώνεται, όμως, στον διορισμό και πειθαρχικό έλεγχο των υψηλόβαθμων εισαγγελέων από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, τα οποία, κατά την θέση του, καθιστούν τον ΡΡ ως μη ανεξάρτητο.

 

50.  Συγκεκριμένα, ο Εκζητούμενος στηρίζεται στα άρθρα 16, 17 και 31 έως 42 του ΡΟΑ (Παράρτημα 1 στο Τεκμήριο 10). Σύμφωνα με αυτά, ο Γενικός Εισαγγελέας της Εσθονίας διορίζεται από την Κυβέρνηση μετά από εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης, αφού λάβει υπόψιν την γνώμη της κοινοβουλευτικής επιτροπής νομικών θεμάτων. Ο Υπουργός διορίζει τους αρχηγούς εισαγγελείς και κρατικούς εισαγγελείς (State Prosecutor) μετά από εισήγηση του Γενικού Εισαγγελέα. Ακολούθως, ο Γενικός Εισαγγελέας διορίζει τους υπόλοιπους εισαγγελείς. Στους εισαγγελείς μπορεί να επιβληθεί πειθαρχική ποινή για τα αδικήματα της «λανθασμένης μη εκτέλεσης ή μη ικανοποιητικής εκτέλεσης των καθηκόντων τους» ή της «ανήθικης πράξης». Ο Υπουργός μπορεί να εγείρει πειθαρχική διαδικασία εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα και να ακούσει και αποφασίσει ο ίδιος και να επιβάλει πειθαρχική ποινή. Η επιβολή της πειθαρχικής ποινής, όμως, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.

 

51.  Εισηγείται, λοιπόν, η πλευρά του Εκζητούμενου ότι ο Υπουργός έχει εξουσία να δώσει οδηγίες στον ΡΡ για συγκεκριμένη υπόθεση επειδή μπορεί να ασκήσει πειθαρχικό έλεγχο σε υψηλόβαθμους εισαγγελείς (όχι απευθείας στον ΡΡ, ο οποίος κατέχει το αξίωμα του State Prosecutor και υπόκειται σε πειθαρχικό έλεγχο από την πειθαρχική επιτροπή). Δηλαδή, η θέση και επιχείρημα του Εκζητούμενου είναι ότι αν και δεν παρέχεται εξουσία από το εσθονικό νομικό σύστημα στον Υπουργό να δίνει ειδικές οδηγίες για συγκεκριμένη υπόθεση, περιλαμβανομένης και υπόθεσης για έκδοση ΕΕΣ, θα μπορεί να το πράξει έμμεσα -πλην όμως παράτυπα και αυθαίρετα- υπό την απειλή ή την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου εναντίον των προϊστάμενων του ΡΡ, ήτοι έναντι του Γενικού Εισαγγελέα και των αρχηγών εισαγγελέων (“chief state prosecutor” και “chief prosecutoρ”).

 

52.    Με κάθε σεβασμό, δεν μπορώ να συμφωνήσω με την ανωτέρω εισήγηση. Δεν υπάρχει καμία εξουσιοδότηση δια νόμου προς τον Υπουργό να δίδει ειδικές οδηγίες στους ΡΡ για συγκεκριμένες υποθέσεις. Αντιθέτως, υπάρχει ρητός νομοθετικός περιορισμός του εποπτικού ελέγχου του Υπουργού στις λειτουργίες του ΡΟ και παράλληλα ρητή, θεσμική και καταστατική ανεξαρτησία των ΡΡ από την εκτελεστική εξουσία. Εφόσον η εσθονική έννομη τάξη δεν επιτρέπει τέτοια παρέμβαση και οδηγίες του Υπουργού Δικαιοσύνης, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να προβαίνει σε εικασίες και περιπτωσιολογίες ότι ο Υπουργός θα έδιδε αυθαίρετα τέτοιες οδηγίες καταχρώμενος ουσιαστικά την εξουσία του πειθαρχικού ελέγχου που έχει πάνω σε υψηλόβαθμους εισαγγελείς του ΡΟ (ο οποίος πειθαρχικός έλεγχος και απόφαση ελέγχονται δικαστικά από αρμόδιο δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 42(5) του ΡΟΑ).

 

53. Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι πληρείται και η δεύτερη προυπόθεση

 

54.  Εν σχέσει με την τρίτη προϋπόθεση, ήτοι την δυνατότητα προσβολής ενώπιον δικαστηρίου της απόφασης του ΡΡ να εκδώσει ΕΕΣ, σημειώνω ότι με βάση τα άρθρα 228 έως 230 του CPC (Παράρτημα 1 στο Τεκμήριο 10), υπάρχει πράγματι τέτοια δυνατότητα. Συνεπώς, η απόφαση του ΡΡ υπόκειται σε ένδικο μέσο και δικαστικό έλεγχο. Επίσης, ο ίδιος ο ΜΕ2 συμφώνησε ότι ο Εκζητούμενος δύναται να αμφισβητήσει δικαστικά και την έκδοση του εθνικού εντάλματος σύλληψης, το οποίο εκδόθηκε από εσθονικό δικαστήριο.

 

55.  Επομένως, πληρείται και αυτή η προϋπόθεση.

 

56.  Για όλους τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, καταλήγω ότι ο ΡΡ συνιστά «δικαστική αρχή» και η έκδοση του ΕΕΣ από τον ΡΡ συνιστά ('δικαστική απόφαση» εντός της εννοίας της ΑΠ/2002/584 και κατ' επέκταση παρέχεται στο παρόν Δικαστήριο η απαιτούμενη διαβεβαίωση, δυνάμει των αρχών της αμοιβαίας αναγνώρισης και εμπιστοσύνης.»

 

Φρονούμε ότι η πρωτόδικη κρίση δόθηκε στη βάση ορθής αξιολόγησης και συνεκτίμησης κάθε ουσιώδους και αναγκαίου στοιχείου, προκειμένου αυτό να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, υπό τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του, ο Public Prosecutor της Εσθονίας, ο οποίος εξέδωσε το επίδικο ΕΕΣ εναντίον του εφεσείοντα, συνιστά «δικαστική αρχή» εντός της έννοιας του Άρθρου 6(1) της Απόφασης - Πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ

 

Θεωρούμε καθοριστικότερο, μεταξύ άλλων, το περιεχόμενο του Άρθρου 9 του Prosecutors Office Act της Εσθονίας (ανωτέρω), το οποίο προσδιορίζει ρητά ότι ο εποπτικός έλεγχος που ασκεί ο Υπουργός Δικαιοσύνης στον Γενικό Εισαγγελέα ή Κατήγορο δεν εκτείνεται σε προδικαστικές διαδικασίες, ως είναι η έκδοση ΕΕΣ.  Συνεπώς, τα όποια άλλα ζητήματα που πιθανότατα υπήρχαν σε επίπεδο συζητήσεων ή δημοσιευμάτων, δεν αποδείχθηκε ότι επιδρούν επί της έκδοσης του ΕΕΣ. 

 

Το γεγονός ότι οι νομικές πρόνοιες που εξασφαλίζουν την ανεξαρτησία του Γενικού Κατηγόρου δεν έχουν έρεισμα το Σύνταγμα της Εσθονίας, αλλά ειδική νομοθεσία, δεν θεωρούμε ότι διαφοροποιεί την ουσία του ζητήματος.  Εξάλλου, δεν προωθήθηκε θέση ότι επί του Συντάγματος της Εσθονίας υπάρχουν πρόνοιες που αντιτίθενται στις πρόνοιες της πιο πάνω νομοθεσίας ή, εν πάση περιπτώσει, ότι υπάρχουν πρόνοιες περί μη ανεξαρτησίας του Γενικού Κατηγόρου.

 

Περαιτέρω, συμφωνούμε με τις θέσεις που εξέφρασε ο συνήγορος για τον εφεσίβλητο, ότι η νομολογία του ΔΕΕ (δέστε υποθέσεις C-508/2018 και C-509/2018) βασίστηκε σε διαφορετικά γεγονότα και περιστάσεις.  Στην πρώτη υπόθεση, C-508/2018, όντως κρίθηκε ότι, ο Υπουργός Δικαιοσύνης της Γερμανίας μπορεί να δώσει οδηγίες για έκδοση ή όχι ΕΕΣ προς την Εισαγγελία, συνεπώς υπήρχε πρόνοια παρέμβασης της εκτελεστικής εξουσίας προς την αρχή έκδοσης ΕΕΣ.  Όσον αφορά στη δεύτερη υπόθεση, C-509/2018, κρίθηκε ότι ο Γενικός Εισαγγελέας της Λιθουανίας μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «δικαστική αρχή», δεδομένου ότι οι λιθουανοί εισαγγελείς χαίρουν ανεξαρτησίας βάσει του Συντάγματος, αλλά και του νόμου περί της εισαγγελικής αρχής της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, έχουν δε τη δυνατότητα να ενεργούν χωρίς εξωτερική επιρροή, «ιδίως εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας» κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

 

Παραθέτουμε, ως σχετική και πολύ ουσιώδη, την παράγραφο 57 από την υπόθεση C-509/2018, η οποία έχει ως εξής:

 

“57.  Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο όρος «δικαστική αρχή έκδοσης», κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει τον γενικό εισαγγελέα κράτους μέλους ο οποίος, ενώ είναι θεσμικά ανεξάρτητος από τη δικαστική εξουσία, είναι αρμόδιος για την άσκηση ποινικών διώξεων και τελεί υπό νομικό καθεστώς, εντός του συγκεκριμένου κράτους μέλος, το οποίο του παρέχει εγγυήσεις ανεξαρτησίας από την εκτελεστική εξουσία στο πλαίσιο της εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.”

 

Τέλος, σημειώνουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αναφέρθηκε και στις υποθέσεις C-566/2019 και C-626/2019, ημερομηνίας 12.12.2019, όπου κρίθηκε ότι παρά το γεγονός πως οι γάλλοι εισαγγελείς, οι οποίοι είναι αρμόδιοι για την έκδοση ΕΕΣ, λαμβάνουν εσωτερικές οδηγίες από ιεραρχικά ανώτερους εισαγγελείς ή το γεγονός ότι υπάγονται στον Υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος δύναται να τους δίδει γενικές οδηγίες, όχι όμως για συγκεκριμένες υποθέσεις, δεν επηρεάζεται η ανεξαρτησία τους.

 

Υπενθυμίζουμε ότι στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης καμία εποπτεία ή έλεγχος του Υπουργού Δικαιοσύνης της Εσθονίας είναι επιτρεπτός ή προνοείται όσον αφορά στην αρμοδιότητα του Γενικού Κατηγόρου για την έκδοση ΕΕΣ.  Ως αποτέλεσμα η αρχή έκδοσης ΕΕΣ στην Εσθονία, ως διαφαίνεται από τα πιο πάνω, είναι θεσμικά ανεξάρτητη.

 

Συνακόλουθα των προλεγόμενων, ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι έφεσης, λόγω της συνάφειας τους, θα συνεξετασθούν.  Κύριες θέσεις, οι οποίες προωθούνται, με επίκληση νομολογίας του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ, υποστηρίζουσες τους προαναφερόμενους λόγους έφεσης, είναι πως ενώ υπήρξε, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, μαρτυρία ότι ο εφεσείοντας (α) είναι καπνιστής και χρήστης νικοτίνης περί τα 15-20 χρόνια, (β) ενώ η διατροφή του περιλαμβάνει ειδικό κρέας (kosher) λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων, αλλά, και ότι αυτός, με την εκτέλεση του ΕΕΣ πιθανότατα θα κρατηθεί στις φυλακές VIRU της Εσθονίας, όπου σύμφωνα με την έκθεση της CPT (Τεκμήριο 9) οι κρατούμενοι παραμένουν 23 ώρες το 24ωρο στα κελλιά τους, δεν αξιολογήθηκε ορθά και δεν εντάχθηκε, ως θα έπρεπε, στη σχετική νομολογία, με αποτέλεσμα το πρωτόδικο Δικαστήριο να μην συνεκτιμήσει ορθά τον πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης του εφεσείοντα, αν αυτός εκδοθεί στο κράτος μέλος έκδοσης του ΕΕΣ, την Εσθονία.

 

Έχουμε διεξέλθει με κάθε δυνατή προσοχή τα πρακτικά της δίκης, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στην πρωτόδικη διαδικασία, τις θέσεις και τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, μέσω των περιγραμμάτων αγόρευσης τους, αλλά, και προφορικά ενώπιον μας, ως επίσης, το περιεχόμενο των αυθεντιών που αυτοί επικαλέστηκαν, με σημείο αναφοράς το κείμενο της εκκαλούμενης απόφασης.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε αρχικά, επί των εν λόγω θεμάτων, σε σχετική νομολογία και ακολούθως κατέληξε στην απόρριψη των θέσεων του εφεσείοντα, οι οποίες προωθήθηκαν, επίσης, και ενώπιον του. Κρίνουμε χρήσιμο, εν πρώτοις, να παραθέσουμε αυτούσια αποσπάσματα από το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου, σ’ ότι αφορά στην τοποθέτηση του επί των πιο πάνω ζητημάτων για τα οποία, ο εφεσείοντας, παραπονείται ότι δεν αξιολογήθηκε σωστά η ενώπιον του μαρτυρία, τα οποία έχουν ως ακολούθως:

 

«65.  Στην παρούσα υπόθεση, από την πλευρά του Εκζητούμενου παρατέθηκε σχετική μαρτυρία από τον ίδιο και τον ΜΕ1.

 

66.  Παράλληλα, το Δικαστήριο, στηριζόμενο στην ανωτέρω νομολογία του ΔΕΕ, ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 15 του Νόμου, συμπληρωματικές πληροφορίες και διαβεβαιώσεις μέσω της Κεντρικής Αρχής για όλα τα θέματα που θίγονται από τον ΜΕ1 στην έκθεση του, τα οποία πηγάζουν κυρίως από την έκθεση της CPT. Στις 13.01.2026 τέθηκε υπόψιν του Δικαστηρίου (και κοινοποιήθηκε στους συνηγόρους των διαδίκων) ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 09.01.2Ο26 του ΡΡ, δηλαδή της δικαστικής αρχής έκδοσης του ΕΕΣ, προς την Κεντρική Αρχή αναφέροντας Please find herewith attached the response from Estonian Ministry of Justice and Digital Affairs concerning your questions” (βλ. Έγγραφο Β). Σε αυτό επισυνάπτεται επιστολή ημερ. 08.01.2Ο26 του Εσθονικού Υπουργείου Δικαιοσύνης, η οποία υπογράφεται από τον Διευθυντή Φυλακών της Εσθονίας. Αφού παρέχονται πληροφορίες σε σχέση με τα ζητήματα που εγείρονται στην έκθεση της CPT, καταλήγει η ανωτέρω επιστολή στο εξής:

 

“Please be assured that Estonia remains committed to ensuring lawful and humane detention conditions and to safeguarding the security of all persons in detention. The competent authorities are prepared to cooperate with the requesting state and other relevant partners within the framework of international judicial cooperation, in line with Estonia's legal obligations and applicable international standards."

 

67.    Εντούτοις, όπως ορθά εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εκζητούμενου, τέτοια διαβεβαίωση δεν παρασχέθηκε και ούτε φέρεται να εγκρίθηκε από τον ΡΡ, ο οποίος απλώς κοινοποίησε την ανωτέρω επιστολή στην Κεντρική Αρχή. Ως εκ τούτου, δεν συνιστούν διαβεβαιώσεις, στις οποίες το παρόν Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί στην βάση της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης (βλ. C220/18 ML Generalstaatsanwaltschaft, ημερ. 25.07.2018, παρα.112-114 και Steinmetz v Γενικού Εισαγγελέα (Έφεση ΕΕΣ 3/2023) ημερ. 03.11.2023). Τούτο, όμως, δεν είναι αρκετό για το Δικαστήριο να αγνοήσει το περιεχόμενο του Εγγράφου Β, αλλά διαδραματίζει ρόλο στην βαρύτητα που θα του αποδοθεί. Εφόσον η ανωτέρω επιστολή δεν προέρχεται από την δικαστική αρχή έκδοσης, αλλά από άλλη αρχή του κράτους-μέλους έκδοσης και μέσω της θεσμικά ορθής οδού, το Δικαστήριο θα συνεκτιμήσει τις πληροφορίες του Εγγράφου Β με όλη την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου (βλ. Steinmetz (ανωτέρω) και Bienioszek ν Γενικού Εισαγγελέα (Έφεση ΕΕΣ 2/2024) ημερ. 26.03.2024). Σημειώνω, μάλιστα, ότι ο συνήγορος του Εκζητούμενου, όχι μόνο δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο του Εγγράφου Β, αλλά στηρίχθηκε εν μέρει σε αυτό για να προωθήσει τις θέσεις του.

 

68.    Αρχίζοντας από την μαρτυρία του Εκζητούμενου (ΜΕ3), αυτή ήταν σύντομη και απλή και δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Άλλωστε, αυτό που ουσιαστικά ανέφερε ο Εκζητούμενος είναι ότι δεν μιλά εσθονικά και είναι χρόνιος καπνιστής. Γι' αυτό και η μαρτυρία του κρίνεται ως αξιόπιστη και την αποδέχομαι.

 

69.  Όσον αφορά τον ΜΕ1, καταρχάς αποδέχομαι τα προσόντα του, τα οποία, ούτως ή άλλως, δεν αμφισβητήθηκαν. Εντούτοις, παρά το γεγονός ότι κατέθεσε ως πραγματογνώμονας, δεν θεωρώ ότι προσέφερε μαρτυρία γνώμης στο Δικαστήριο. Εξηγώ. Ο ΜΕΙ δεν επισκέφθηκε ποτέ τις φυλακές και τα κρατητήρια της Εσθονίας. Η έκθεση του στηρίζεται -και αναπαράγει ουσιαστικά- τα ευρήματα και εισηγήσεις της CPT, η οποία επισκέφθηκε τις εσθονικές φυλακές το 2023, ήτοι πριν από 2½ έτη. Συνεπώς, ο ΜΕΙ δεν έχει αποκαλύψει οποιαδήποτε πηγή γνώσης για την σημερινή κατάσταση και καθεστώς στις εσθονικές φυλακές. Υπενθυμίζω ότι ο η θητεία του ΜΕΙ στην CPT έληξε το 2020. Περαιτέρω δε, ενώ γνώριζε ότι η Εσθονία απάντησε στην CPT, παραθέτοντας τα μέτρα που έλαβε προς συμμόρφωση με τις εισηγήσεις της τελευταίας, ο ΜΕΙ δεν την παρουσίασε στο Δικαστήριο και διαφάνηκε ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο της και δη τα μέτρα που λήφθηκαν μετά την επίσκεψη της CPT. Ως εκ τούτου, κρίνω ακροσφαλές να στηριχθώ στην μαρτυρία του και να εξάγω οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα σε σχέση με την σημερινή κατάσταση των εσθονικών φυλακών και κατά πόσο θα παραβιαστούν οποιαδήποτε δικαιώματα του Εκζητούμενου σε περίπτωση παράδοσης του.

 

70.  Εν σχέση με το περιεχόμενο της έκθεσης, η οποία αφορά επίσκεψη της CPT πριν από 2½ έτη, δεν θεωρώ ότι είναι επαρκώς ενημερωμένο και ούτε μπορεί να αντικρούσει τα όσα παρατέθηκαν από τις Εσθονικές Αρχές στο Έγγραφο Β, από το οποίο προκύπτει ότι όντως οι Εσθονικές Αρχές έχουν λάβει σχετικά μέτρα συμμόρφωσης στην βάση των εισηγήσεων, συμπεριλαμβανομένων και των «διαχρονικών εισηγήσεων», της CPT, οι οποίες αφορούν -κατά κύριο λόγο- την διάρκεια της πειθαρχικής ή διοικητικής απομόνωσης των φυλακισμένων, το καθεστώς και τους περιορισμούς στις επαφές με τον έξω κόσμο και ειδικότερα για τους κρατούμενους και τις υγειονομικές υπηρεσίες των φυλακών (βλ. σελ. 10 της έκθεσης της CPT).

 

71.  Λαμβάνοντας υπόψιν την μαρτυρία του ΜΕΙ και τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τις Εσθονικές Αρχές μέσω της Κεντρικής Αρχής, Έγγραφο Β, κρίνω ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου αξιόπιστα και ενημερωμένα στοιχεία που να καταδεικνύουν γενικευμένες ή συστημικές πλημμέλειες στα σωφρονιστικά ιδρύματα της Εσθονίας, ούτως ώστε να ενεργοποιηθεί η εξαίρεση στις αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνώρισης και να προχωρήσω στο δεύτερο στάδιο του ανωτέρω ελέγχου.

 

72.  Αναφορικά με το ζήτημα μη παροχής φαγητού “kosher στις εσθονικές φυλακές, το οποίο επιβεβαιώνεται στο Έγγραφο Β, επισημαίνω ότι ουδεμία σχετική μαρτυρία έδωσε ο Εκζητούμενος για αυτό το ζήτημα. Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, η μαρτυρία του, η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη, αφορούσε μόνο το κάπνισμα και τις γλώσσες που ομιλεί. Συνεπώς, ακόμα και να πληροί το πρώτο στάδιο η ανωτέρω αναφορά στο Έγγραφο Β, δεν υπάρχει ενώπιον μου αξιόπιστη και συγκεκριμένη μαρτυρία για τον Εκζητούμενο.

 

73. Όσον αφορά την πρόσφατη καταδικαστική απόφαση εναντίον της Εσθονίας, Vainik ν Estonia (Applications Νος. 17982/21) ημερ. 04.11.2025, σημειώνω ότι με βάση και τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν στο Δικαστήριο μέσω του Εγγράφου Β, επιβεβαιώνεται η ισχύς της γενικής απαγόρευσης του καπνίσματος σε όλες τις φυλακές της Εσθονίας. Στην ανωτέρω απόφαση του, το ΕΔΑΔ έκρινε ότι δεν υπήρχε ικανοποιητικός βαθμός σοβαρότητας για να εξετάσει το ζήτημα υπό το πρίσμα του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, το οποίο αφορά την απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, αλλά αποφάσισε (με οριακή πλειοψηφία 4:3) ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ ήτοι του δικαιώματος σε ιδιωτική ζωή.

 

74.  Καταρχάς, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η ανωτέρω απόφαση δόθηκε από το Τρίτο Τμήμα του ΕΔΑΔ και συνεπώς δεν είναι τελική μέχρι την πάροδο 3 μηνών από την έκδοση της, ήτοι από τις 04.11.2025 μέχρι τις 04.02.2026, και νοουμένου ότι δεν παραπεμφθεί για εξέταση στο Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης (Grand Chamber) του ΕΔΑΔ (βλ. άρθρο 44(2) της ΕΣΔΑ). Εφόσον δεν έχει εκπνεύσει η προθεσμία των 3 μηνών και δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον μου ότι η απόφαση κατέστη τελική, και κατ' επέκταση δεσμευτική σύμφωνα με το άρθρο 46(1) της ΕΣΔΑ, κρίνω ότι δεν έχουν καταδειχθεί γενικευμένες ή συστημικές πλημμέλειες, που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να προχωρήσει στο δεύτερο στάδιο του ανωτέρω ελέγχου. Οποιαδήποτε εικασία εκ μέρους του παρόντος Δικαστηρίου ότι η Εσθονία δεν θα συμμορφωθεί με την ανωτέρω απόφαση όταν αυτή καταστεί τελική, θα καταστρατηγούσε τις αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνώρισης μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.

 

75.  Ανεξάρτητα και επιπρόσθετα των ανωτέρω, όμως, σε αντίθεση με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, το οποίο είναι απόλυτο και σύμφωνα με την ανωτέρω νομολογία του ΔΕΕ, δεν επιτρέπεται η στάθμιση του με άλλους παράγοντες, όπως η αποτελεσματικότητα της δικαστικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών και οι αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνώρισης, το δικαίωμα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ δύναται να υπόκειται σε περιορισμούς υπό προϋποθέσεις. Στην απόφαση Shakurov v Russia (Application nο. 28809/22) ημερ. 22.10.2022, το ΕΔΑΔ αποφάσισε ότι στις περιπτώσεις έκδοσης εκζητούμενων μόνο σε «εξαιρετικές περιστάσεις» μπορεί να θεωρηθεί παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.

 

76.  Άρα, λοιπόν, ακόμα και να θεωρηθεί ότι η Εσθονία θα συνεχίσει την γενική απαγόρευση καπνίσματος στις φυλακές της μετά που θα καταστεί τελική και δεσμευτική η ανωτέρω απόφαση του ΕΔΑΔ, το γεγονός ότι ο Εκζητούμενος δεν θα μπορεί να καπνίζει στις εσθονικές φυλακές θεωρώ ότι δεν είναι τέτοιας σοβαρότητας και δεν μπορεί να συνιστά τέτοια «εξαιρετική περίπτωση» ώστε να μπορεί να σταθμιστεί με την ανάγκη για καταπολέμηση του εγκλήματος, την δικαστική συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ και τις αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνώρισης. Παρόμοια λέχθηκαν και στις αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας v Mrukwa (2014) 1 ΑΑΔ 495 και Αναφορικά με την Susan Ayre (Πολιτική Έφεση 416/2016) ημερ. 16.01.2017, ECLI:CY:AD:2017:A5 σε σχέση με την εκτέλεση ΕΕΣ και τυχόν παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.»

 

Έχουμε αξιολογήσει τις θέσεις και τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι συνήγοροι προς υποστήριξη των πιο πάνω ζητημάτων, αναφορικά με το κάπνισμα, το φαγητό και τις συνθήκες κράτησης στις φυλακές της Εσθονίας.  Θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε ορθά, εντός της σχετικής νομολογίας, και εύλογων παραμέτρων τα πιο πάνω ζητήματα, με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιον του.  Συμφωνούμε με την πρωτόδικη κρίση και δεν θεωρούμε ότι παρέχονται περιθώρια επέμβασης από το Εφετείο.  Ειδικότερα, σ’ ότι αφορά στο κάπνισμα, αν η πλήρης απαγόρευση του, έστω ότι θα προκαλέσει άγχος στον εφεσείοντα, και κατ’ επέκταση στέρηση κάποιας απόλαυσης, ή ανάγκης, το γεγονός μπορεί να τύχει διαχείρισης από τις αρχές των φυλακών, οι οποίες παρέχουν σύστημα ιατρικής περίθαλψης και, εν πάση περιπτώσει, αυτό το στοιχείο δεν είναι ικανό, έχοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, να εξουδετερώσει ή να καταστήσει ανενεργό ή να αναχαιτίσει τον σκοπό στον οποίο στοχεύει η θέσπιση της Απόφασης – Πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ, ως αυτός έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία του ΔΕΕ.  Ειδικότερα ως προς την αρχή της αναλογικότητας δέστε πολύ πρόσφατη απόφαση Ε.Μ. v. Κεντρική Αρχή – Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ΕΕΕΣ 8/2025, ημερομηνίας 26.01.2026 και K.A.S. v. Ηνωμένου Βασιλείου, Αίτηση Αρ. 38844/12, ημερομηνίας 04.06.2013.

 

Δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι, σε σχέση με το κάπνισμα, η Εσθονία καταδικάστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Vainik v. Estonia, Appl. No. 17982/21, ημερομηνίας 04.11.2025, η οποία έστω μη τελική έχει τη βαρύτητα της, ωστόσο, συμφωνούμε με τα υπόλοιπα που υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφορικά με τα Άρθρα 3 και 8 της ΕΣΔΑ και, ειδικότερα, το σκεπτικό του ως προς το Άρθρο 8, όπου έκρινε πως η απαγόρευση του καπνίσματος στις φυλακές της Εσθονίας δεν ενέχει την απαιτούμενη σοβαρότητα ώστε να αποτελέσει, από μόνη της, λόγο μη εκτέλεσης του επίδικου ΕΕΣ.  Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με το ΕΕΣ αποδίδεται στον εφεσείοντα αδίκημα σύστασης εγκληματικής οργάνωσης, η οποία αποτελείται από δίκτυο επιχειρηματικών οντοτήτων υπό τον έλεγχο αυτού, και άλλων τριών υπόπτων προσώπων, οι οποίες, οντότητες, χρησιμοποιούν τηλεφωνικά κέντρα στοχεύοντας θύματα από όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της Εσθονίας, για να τους αποσπάσουν, με απάτη, μεγάλα χρηματικά ποσά.

 

Σ’ ότι αφορά στο φαγητό (Kosher), το οποίο συνδέεται με θρησκευτικές πεποιθήσεις, κρίνουμε ορθή την πρωτόδικη κρίση και την υπόδειξη, του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι δεν δόθηκε σχετική μαρτυρία από τον εκζητούμενο, ο οποίος ήταν και το κατάλληλο πρόσωπο για να προωθήσει τέτοιο ζήτημα, με πρωτογενή μαρτυρία, ο οποίος θα αντεξεταζόταν επί αυτού του θέματος.  Συνεπώς, ορθά δεν δόθηκε βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία του ΜΕ1, επί του θέματος, όταν δεν προωθήθηκε τέτοια πρωτογενής μαρτυρία, η οποία ήταν εφικτό και αναμενόμενο να προσκομισθεί στο Δικαστήριο.

 

Τέλος, όσον αφορά στις συνθήκες κράτησης και κυρίως στο γεγονός που καταγράφεται στην έκθεση της CPT, και δη στη διάρκεια της πειθαρχικής ή διοικητικής απομόνωσης των φυλακισμένων, 23 ώρες το 24ωρο, αφ’ ενός οι εσθονικές αρχές, ως προκύπτει από το Έγγραφο Β, έχουν λάβει σχετικά μέτρα συμμόρφωσης στη βάση προφανώς εισηγήσεων της CPT όπου υπάρχει ρητή αναφορά ότι «A person held in custody is granted a minimum of four (4) hours per day outside the cellIn addition, one (1) hour of outdoor exercise in the open air is ensured daily.  Any restrictions that may exceptionally be required for security or procedural reasons must have a legal basis, be justified, and comply with the principles of necessity and proportionality.»Θεωρούμε ότι η συνεκτίμηση αυτού του στοιχείου, γενικότερα του περιεχομένου του Εγγράφου Β, ήταν επιτρεπτή και ορθή (Σχετικό νομικό έρεισμα αναφέρεται στην παράγραφο 67, απόσπασμα από την εκκαλούμενη απόφαση καθώς επίσης, δέστε και Zabolοtnyi v. The Mateszalka District Court, Hungary [2021] UKSC 14).

 

Σημειώνουμε, περαιτέρω, και το γεγονός ότι ο ΜΕ1 (Μάρτυρας για Εκζητούμενο) αν και γνώριζε για την Απάντηση, που έδωσαν οι Εσθονικές Αρχές προς την CPT, δεν την παρουσίασε στο Δικαστήριο.  Η εν λόγω Απάντηση (Response of the Estonian Government to the report of the European Committee for the Prevention of Torture and Inhuman or Degrating Treatment or Punishment (CPT) on its visit to Estonia), είναι δημοσιευμένη και επισυνημμένη στην έκθεση της CPT στην ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης, πλην όμως δεν παρουσιάστηκε για να υπάρχει πλήρης εικόνα στο Δικαστήριο.  Εν πάση περιπτώσει, ο ΜΕ1 δεν υποστήριξε ότι δεν υπήρξε ανταπόκριση από πλευράς Εσθονίας στην έκθεση της CPT, ή ότι αυτή η έκθεση αγνοήθηκε.

 

Συνεπώς, και σ’ αυτό το ζήτημα, των συνθηκών κράτησης, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι υπήρχαν ενώπιον του εξαιρετικές περιστάσεις, οι οποίες να το οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο εφεσείοντας διατρέχει τον κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση λόγω των συνθηκών κράτησης του.

 

Άμεσα σχετική, ως απάντηση στο εν λόγω ζήτημα, των συνθηκών κράτησης, θεωρούμε ότι είναι και η τοποθέτηση του ΕΔΔΑ, στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Ribar v. Slovakia (Application no. 56545/21) ημερομηνίας 12.12.2024 (Final 12.03.2025), με ανάλογες ή ίσως και πιο δύσκολες συνθήκες διαβίωσης στις φυλακές, απεφάνθη ότι δεν είχε παραβιαστεί το Άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, ενόψει του ότι δεν υπήρχε η κατάλληλη μαρτυρία, ως είναι και η δική μας περίπτωση.

 

Συνακόλουθα, των πιο πάνω, οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι έφεσης κρίνονται αβάσιμοι.

 

Εφόσον ουδείς λόγος έφεσης κρίθηκε βάσιμος, η έφεση απορρίπτεται, η εκκαλούμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

Διατάσσεται η εφαρμογή των προνοιών του Άρθρου 29(1) του Ν. 133(Ι)/2004, το αργότερο εντός 10 ημερών από σήμερα.

 

Ο εφεσείοντας, εν τω μεταξύ, να παραμείνει υπό κράτηση.  Ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής του Εφετείου να μεριμνήσει όπως η παρούσα απόφαση κοινοποιηθεί στις αρμόδιες αρχές της Εσθονίας.

 

 

 

                                                                   Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                   Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                   Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο